#
Απόσπασμα από το βιβλίο "Η ληστεία τράπεζας" από τις εκδόσεις "Ελευθεριακή Κουλτούρα" (Μέρος Α')
Η «πυροβολαρχία»
των Γενοβέζων
Emilio Quadrelli
Το μικρό
περίστροφο είχε ακόμη μια σφαίρα. Θα κατέβει από το αυτοκίνητο, έστρεφα την
κάνη στον κρόταφο και του τίναξα τα μυαλά στον αέρα. Θα πεθάνει χωρίς ούτε
έναν στεναγμό, θα ριγήσει για μια στιγμή και μετά θα μείνει ακίνητος για
πάντα... Η τελευταία μου κίνηση πριν απομακρυνθώ ήταν να
κατουρήσω το πτώμα του. Ήταν η τελετή που άξιζε
σε όποιον
μαρτύραγε.
Edwart Quadrelli, Σαν ένα άγριο κτήνος
Η
γενεαλογία
Η γέννηση της
συμμορίας των Γενοβέζων ληστών ανάγεται στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 70.
Η εμφάνιση της δεν ήταν αιφνίδια, αλλά αποτελούσε «φυσιολογική» εξέλιξη των §επ§ της γειτονιάς που γεννήθηκαν την
προηγούμενη δεκαετία. Η παρουσία τους, που για μεγάλο διάστημα παραβλεπόταν
και στη συνέχεια εντάχθηκε στο καθησυχαστικό πανόραμα του λίγο-πολύ θεσμικού
αντιφασισμού, μπορεί να αναχθεί, σε μεγάλο βαθμό, στο πλαίσιο της εξέγερσης του
Ιούλη του 1960. Μια παρουσία που, στην πραγματικότητα, εκφράζει, πέρα από τον
αντιφασισμό, ένα μίσος και μια «ενστικτώδη» αποστροφή για την αστική κοινωνία
και τους καταπιεστικούς της μηχανισμούς. «Ένστικτο» δύσκολα συμβατό με τις
«λογικές» επιλογές των κύριων κομμάτων της αριστεράς και των συγγενικών τους
συνδικαλιστικών οργανώσεων. Οι gang αυξάνονταν στις
εργατικές και προλεταριακές γειτονιές και, σε αντιστοιχία με πολιτιστικά
μοντέλα μη παραδοσιακά όπως οι Teddy boys και τα Blouson noir, είχαν την αίσθηση του ανήκειν και διέθεταν το χαρακτηριστικό κοινοτικό
πνεύμα της γειτονιάς. Παρόμοιες σ' ένα βαθμό με τους παρισινούς Apache, αντιπροσωπεύουν
μια εργατική νεολαία που βρίσκεται σε συνεχή σύγκρουση με την επίσημη
κοινωνία: μαθητευόμενοι, εργάτες, οικοδόμοι, ευκαιριακά απασχολούμενοι στο λιμάνι
και στα πλοία, με μια κάποια εξοικείωση με τη μικροπαρανομία. Συμπεριφορά,
άλλωστε, ευρέως διαδεδομένη και ηθικά αποδεκτή από μεγάλο μέρος των υποτελών
τάξεων της εποχής. Η γέννηση τους και ο τύπος των αδικημάτων τους θα ήταν άδικο
και λανθασμένο να θεωρηθεί συγγενής με τον παραδοσιακό υπόκοσμο. Η συνεχής
συγκρουσιακή σχέση με τις δυνάμεις της τάξεως, τα «εγκλήματα» εναντίον της
αστικής ιδιοκτησίας και η αποστροφή για τις κερδοσκοπικές λογικές του
παραδοσιακού υποκόσμου, είναι τα χαρακτηριστικά που σε μεγάλο βαθμό τις διαφοροποιούν
από τους ανθρώπους του υποκόσμου και που σπανίως υπόκεινται στην ιεραρχία της
νομιμόφρονης κοινωνίας, η οποία είναι διατεθειμένη να συνεργαστεί με τις
δυνάμεις της αστυνομίας προκειμένου να διατηρηθούν αναλλοίωτες οι ισορροπίες.
Η στροφή
Δεν έγιναν όλα
τα μέλη των §3η§ ληστές. Πολλοί επέστρεφαν, περισσότερο από ανάγκη παρά από
επιλογή, στον κόσμο της εργασίας και της οικογένειας, διατηρώντας, ωστόσο,
έναν διαρκή συναισθηματικό δεσμό με τ' αδέλφια της gang. Άλλοι, ανίκανοι να ενσωματωθούν
στον κόσμο της εργασίας, στράφηκαν σε πιο σταθερές παράνομες δραστηριότητες,
γλιστρώντας προς μια κατάσταση ολοένα και πιο περιθωριακή. Μόνο ένα πολύ μικρό
μέρος θα φτιάξει αυτό που τα δικαστικά και πολιτικά χρονικά θα αποκαλέσουν
«συμμορία του Marietto Rossi». Ένα είδος
«φυσικής» επιλογής δημιουργεί τη «συμμορία», μαζεύοντας τα πιο ριζοσπαστικά
στοιχεία των διαφόρων §&η§ της πόλης. Επιλογή που, πρέπει να το θυμόμαστε,
έχει «ηθικές» και όχι τεχνικές βάσεις, οι επαγγελματικές ικανότητες της
στιγμής είχαν εξ ολοκλήρου περιθωριακό ρόλο, ενώ η επαγγελματικότητα και η
εξειδίκευση ήταν αποτέλεσμα προσωπικής εξέλιξης και συλλογικής προσπάθειας.
Αρχικά ήταν απλώς νέοι, λίγο πάνω από τα είκοσι, με μικρό εγκληματικό
παρελθόν: κάποια κλοπή, μια μπούκα, κυνηγητό με τις δυνάμεις της τάξεως με
κλεμμένα αυτοκίνητα, αναπόφευκτες συμπλοκές στα στέκια των «καλών παιδιών». Η
στροφή, η έφοδος στις τράπεζες, τα ταχυδρομεία και τα κοσμηματοπωλεία, δεν
είναι τίποτ' άλλο από τη λογική κατάληξη της πρόκλησης και του «πολέμου» που
τους κήρυξαν από τη στιγμή της γέννησης τους.
Μπορεί να φανεί
ότι δίνεται υπερβολική έμφαση στον εμπόλεμο χαρακτήρα των επιλογών τους,
σχεδόν σαν να θέλουμε να βρούμε ένα ίχνο συνείδησης post festum. Τίποτα απ' όλα
αυτά. Όμως για πόλεμο πρέπει να μιλήσουμε, που είναι κάτι περισσότερο από ένα
κίνητρο. Η ληστεία, η πράξη ή, για να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα τους, «να
σταθείς στο κούτσουρο», γίνεται ο πυρήνας του ζητήματος, ενώ το χρήμα και η
απόλαυση του έχουν απολύτως περιθωριακό ρόλο. Κάθε πετυχημένο κόλπο είναι ένα
καλό κίνητρο για να σχεδιαστεί το επόμενο, πιθανώς ακόμη πιο τολμηρό και
θεαματικό. Τα χτυπήματα ήταν σαφώς ένας σκοπός καθεαυτός, ανεξαρτήτως του
οικονομικού τους αποτελέσματος. Κατά συνέπεια η λογική κόστους-οφέλους, τυπική
του παραδοσιακού υποκόσμου, δεν λήφθηκε ποτέ υπόψη. Οι «σκληροί» περιφρονούσαν
τον «κακοποιό» γιατί «τριγυρίζει με τον κώδικα στην τσέπη» και κινείται
υπολογίζοντας πάντοτε τις ποινικές συνέπειες, τις οποίες θέλει να
ελαχιστοποιήσει. Γι' αυτούς, αντιθέτως, ο ποινικός κώδικας είναι το σκιάχτρο
που δεν τους τρομάζει. Σ' αυτό το μοντέλο δεν υπάρχει θέση για υπολογισμούς και
όχι τυχαία το στυλ ζωής τους συνοψίζεται στην εξής φράση: «πάω τα ρέστα μου». Η
φράση εισάγει την τυπική γλώσσα της τύχης («ρέστα» είναι το μέγιστο ποντάρισμα
που επιτρέπεται στο πόκερ) στον «πόλεμο» («πάω», σ' αυτή την περίπτωση,
σημαίνει φτάνω στα άκρα). Αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε έναν τρόπο
δράσης ασυνάρτητο και ανεύθυνο, αλλά την πίστη ότι είναι ανώτεροι από τους μπάτσους.
Ένας από τους στόχους τους ήταν η γελοιοποίηση του αντιπάλου, το ανέβασμα της
πρόκλησης σε ολοένα και υψηλότερο επίπεδο και, όπως στο παρελθόν προκαλούσαν
τις δυνάμεις της τάξεως σε θεαματικές καταδιώξεις στην πόλη, τώρα επιτίθενται
στις ασφαλέστερες και καλύτερα προστατευόμενες τράπεζες. Ενέργειες αυτού του
τύπου προέβλεπαν τη δυνατότητα χρήσης, όχι μόνο συμβολικής, των όπλων, κάτι
που η συμμορία δεν αναζητούσε ιδεοληπτικά, αλλά ούτε και απέφευγε.
Ανάμεσα στις
πολλές ληστείες τράπεζας αξίζει τον κόπο να θυμηθούμε δύο: εκείνη στα κεντρικά
γραφεία της ΙΒΙ και εκείνη στην Πασαντόρε, που έγιναν το φθινόπωρο του '76.
Αμφότερες συνέβησαν στην καρδιά της Γένοβας, σε μια περιοχή ιδιαιτέρως
στρατιωτικοποιημένη, σχετικά κοντά στην έδρα των δυνάμεων της τάξεως και
συνεχώς επιτηρούμενη από περιπόλους «εναντίον των ληστειών». Στοιχεία που
αποτελούσαν κίνητρο για τη συμμορία. Προς στιγμή η θεαματικότητα της εφόδου
στην ΙΒΙ προκάλεσε πολλές αμφιβολίες μεταξύ των ανακριτικών αρχών σχετικά με
την πατρότητα της. Υιοθετώντας μια τεχνική τυπική του αντάρτικου πόλεων,
μπλόκαραν όλους τους δρόμους πρόσβασης στην πλατεία που βρισκόταν η έδρα της
τράπεζας, ενώ για να καλύψουν την υποχώρηση τους έκαψαν ένα φορτηγάκι, αφού
πρώτα το τοποθέτησαν οριζόντια στην αρχή του δρόμου που είχαν επιλέξει για τη
διαφυγή τους. Το επιχειρησιακό μοντέλο προκάλεσε σκέψεις για μια ενέργεια που
διέπραξε μια υποτιθέμενη οργάνωση κομμουνιστικού αντάρτικου, αλλά και
ανησυχίες για μια πιθανή μετεξέλιξη της άλα Τουπαμάρος.
Ακόμη πιο
υποδειγματική ήταν η ληστεία στην Πασαντόρε. Όταν εκδηλώθηκε η ληστεία, οι
δυνάμεις της αστυνομίας ήταν έτοιμες να επέμβουν, έχοντας στήσει ενέδρα, αλλά
έκαναν πίσω φοβούμενοι την ισχύ πυρός που έδειχνε να διαθέτει η συμμορία. Το
επεισόδιο θα επιβεβαιώσει εμμέσως τον μύθο ότι ήταν άτρωτοι. Στην
πραγματικότητα, όπως αφηγούνται όλοι οι συμμετέχοντες: «Δεν κάτσαμε ποτέ στο
κούτσουρο».
Οι γυναίκες ληστές
Οι «σκληροί»
είναι μια κοινότητα κυρίως ανδρική και στις σχέσεις με τις γυναίκες
διαφοροποιούνται σαφώς από το παραδοσιακό στυλ των κακοποιών. Όχι μόνο
αρνούνται οποιαδήποτε παρασιτική ή εκμεταλλευτική σχέση (η απέχθεια και η
περιφρόνηση για τους μαστροπούς είναι ευρέως γνωστή), αλλά έχουν σχέσεις
ισοτιμίας και αξιοπρέπειας με τις γυναίκες που μπαίνουν αυτόνομα στη συμμορία
και μοιράζονται το ίδιο στυλ ζωής. Αν ο άνδρας ληστής πεθάνει ή θαφτεί
ζωντανός, δεν ραγίζει και πολύ η «φυσική» τάξη των πραγμάτων, μπορεί ενίοτε να
γίνει λογοτεχνική και/ή μεντιακή προσωπικότητα. Όμως τη γυναίκα ληστή δεν την
οικειοποιούνται ποτέ. Αυτό ισχύει τόσο στην αστική τάξη πραγμάτων, όσο και στη
φεμινιστική αταξία και συνεπώς ο ρόλος της συνεχώς αγνοείται ή διαστρεβλώνεται.
Στην περίπτωση μας η γυναικεία συνδρομή δεν ήταν αμελητέα. Οι γυναίκες, που με
διάφορους ρόλους σχετίζονταν με τη συμμορία, δεν είναι λίγες. Ανάμεσα τους θα
θέλαμε να θυμηθούμε τουλάχιστον δύο: την Flavia και την Luciana (τώρα πια
νεκρές και συνεπώς απαλλαγμένες από υποτροπές κάθε τύπου). Αμφότερες
επεβλήθησαν στα μάτια της ανδρικής κοινότητας όχι τόσο με τη χάρη τους, όσο με
τη συμπεριφορά τους και την επίδειξη μιας σαφούς απέχθειας για τις
παραδοσιακές μορφές της αρσενικής κυριαρχίας: αυτές αποφάσιζαν πώς, πότε και με
ποιον θα είναι' ταυτοχρόνως, ήταν περισσότερο έτοιμες να επιβάλλουν παρά να
υπομείνουν την υποχρέωση στην πίστη. Τέλος, χωρίς υποκρισίες ή νοσηρά
παιχνιδίσματα, διεκδικούσαν μια αμφισεξουαλικότητα που σε κανέναν δεν
επιτρεπόταν να επικρίνει ή να καταστήσει αντικείμενο εύκολης ειρωνείας. Μόνο
μια φορά ένα μικροκακοποιός τόλμησε να τις ειρωνευτεί και βρέθηκε στα γόνατα μ'
ένα τριανταοκτάρι στο στόμα. Μη πλήρως ικανοποιημένη η Flavia τον υποχρέωσε να προσποιηθεί
μια πεολειχία. Σε σχέση με τους «αδελφούς», οι «αδελφές» δεν είχαν περάσει
στην νεότητα τους από τις μικρές gang της γειτονιάς. Αστικής καταγωγής η Flavia, δεν είχε μια
γραμμική εξέλιξη. Ζώντας σε μια από τις καλύτερες γειτονιές της πόλης, όπου
δεν υπήρχαν gang, συνδέθηκε με
μια συμμορία των στενοσόκακων και σε λίγο χρόνο έγινε μία από τις πλέον
αντιπροσωπευτικές μορφές της. Η Luciana είχε μια πιο «απλή» ιστορία, καθώς ανήκε εξ
ολοκλήρου σε μια κλασική εργατική γειτονιά. Με σαφείς ηγετικές τάσεις, πρώτευε
στην οδήγηση αυτοκινήτων και μηχανών, διασκέδαζε να «αφήνει πίσω τις μαντάμ»
σε ανελέητες κόντρες και, χρησιμοποιώντας χωρίς πρόβλημα αλυσίδες και
σιδερογροθιές, δεν έκανε ποτέ πίσω στους τσακωμούς. Συνάντησαν στο δρόμο τη
συμμορία και υπήρξαν φίλες, συνένοχες, αδελφές και ενίοτε ερωμένες.
Περισσότερες από μία φορές είχαν ενεργό ρόλο, χωρίς η συμμετοχή τους να
δημιουργεί κάποιο πρόβλημα σ' αυτές ή στους άλλους. Διατηρούσαν για χρόνια το
ίδιο στυλ ζωής: συμμετείχαν στις εφόδους, χειρίζονταν τα όπλα, έκλεβαν και
οδηγούσαν αυτοκίνητα, κάποτε καλύτερα, κάποτε χειρότερα από τους «αδελφούς». Με
την gang μοιράζονταν
τα πάντα, μέχρι που μπήκε στη ζωή τους η ηρωίνη. Το ναρκωτικό δεν ήταν ηθικά
συμβατό με το στυλ της ζωής της συμμορίας και γι' αυτό η σχέση έσβησε. Η Flavia αποχώρησε
γρήγορα, αφού αναγκάστηκε να υποστεί ότι ανέκαθεν μισούσε: την αλαζονεία της
θεμιτής και αθέμιτης εξουσίας. Δεν είχε ξεκόψει εντελώς, τουλάχιστον σύμφωνα
μ' αυτούς που βρέθηκαν κοντά της την τελευταία της περίοδο και η υπερβολική
δόση που τη σκότωσε φάνηκε σαν μια εθελούσια πράξη. Η ηρωίνη έφθειρε την ηθική
της (φαίνεται πως είχε υποκύψει σ' έναν από τους αμέτρητους εκβιασμούς στους
οποίους υπόκεινται καθημερινά οι «τοξικοί») και αυτό δεν μπορούσε να το
ανεχθεί. Η Luciana πέθανε προσφάτως
από καρκίνο' είχε ξεφύγει από τον εφιάλτη της ηρωίνης και τα έβγαζε κάπως πέρα.
Οι
αποδράσεις
Σε αντιστοιχία
με το στυλ της ζωής που είχαν υιοθετήσει, αν και οι «σκληροί» έμπαιναν στη
φυλακή με βαριές καταδίκες, αυτό όχι μόνο δεν τους τρόμαζε, αλλά τους
ριζοσπαστικοποιούσε έτι περαιτέρω. Για τους «σκληρούς» η σύγκρουση με το σωφρονιστικό
ίδρυμα δεν ήταν τίποτ' άλλο από τη συνέχεια του πολέμου με άλλη μορφή.
Βρισκόμαστε περίπου στα μισά της δεκαετίας του '70, σε μια ιστορική καμπή που
σημαδεύεται από βαθείς κοινωνικούς και πολιτικούς ανταγωνισμούς, με το
σωφρονιστικό ίδρυμα να αποκτά μια απίστευτη «κεντρικότητα» σε σχέση με ότι
συνιστούσε ελάχιστο καιρό πριν. Σ' αυτή την αλλαγή αποφασιστικό ρόλο έπαιξαν
οι «σκληροί». Σε αντιστοιχία με το στυλ της ζωής τους, οι ληστές καθόρισαν μέσα
στη φυλακή μια «διαγωγή» ελάχιστα επιρρεπή στην παραίτηση, στην διαπραγμάτευση
και τη διαλλακτικότητα. Μιλούν συχνά για την πολιτικοποίηση των κρατουμένων,
αλλά στην πραγματικότητα θα ήταν πιο σωστό αν λέγαμε πως οι πολεμικές πρακτικές
των «σκληρών» ήταν αυτές που υποχρέωσαν τους πολιτικούς και τους
πολιτικοποιημένους να αποδεχτούν εκείνο το επίπεδο της σύγκρουσης. Για τους ληστές
η φυλακή είναι τα πάντα εκτός από μια πιθανή «κόκκινη βάση» ή ένα «σχολείο της
επανάστασης» κι έπειτα, αν κοιτάξουμε τα πράγματα πιο προσεκτικά, θα
διαπιστώσουμε ότι οι «σκληροί» δεν είχαν τίποτα να μάθουν. Στην πλειοψηφία των
περιπτώσεων αυτοί ήταν που δίδαξαν τους πολιτικούς. Οι πολεμικές πρακτικές,
όπως είδαμε, είναι μία υπαρξιακή επιλογή που δεν χρειάζεται μια ιδεολογική
και/ή πολιτική νομιμοποίηση.
Το βασικό
ζήτημα για τους ληστές είναι η απόδραση. Η συμπεριφορά της ανοιχτής πρόκλησης
που είχαν υιοθετήσει από μικρά παιδιά και η οποία στη συνέχεια επικεντρώθηκε
στις ληστείες και τις ένοπλες συμπλοκές, φτάνει στο αποκορύφωμα της με την
απόδραση. Η απόδραση, όπως και η οργάνωση της, συνιστούν την καλύτερη απόδειξη
του σταθερού δεσμού που χαρακτηρίζει τον κόσμο των «σκληρών». Η συμμορία
πρωταγωνίστησε σε μια από τις πιο θεαματικές αποδράσεις που έγιναν ποτέ στην
ιστορία των ιταλικών φυλακών. Τον Οκτώβρη του 1977, τέσσερα μέλη της
απελευθέρωσαν τον Cesare Chiti, αφού στην είσοδο του αυτοκινητόδρομου εφόρμησαν στην
κλούβα που τον μετέφερε σε μια φυλακή υψηλής ασφαλείας. Κατά τη διάρκεια της
απόδρασης ο επικεφαλής της συνοδείας τραυματίστηκε θανάσιμα, ενώ στη συνέχεια
ο φυλακισμένος και οι δράστες της εφόδου θα καταδικαστούν σε ισόβια.
Αποδρώντας ο Chiti, ο οποίος
κατηγορείτο για μια σειρά ληστείες, διακινδύνευε μια πολύ βαρύτερη καταδίκη,
αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε, όπως δεν ένοιαζε και τους υπόλοιπους, τους οποίους
ούτε καν τους καταζητούσαν. Κανένα οικονομικό η ωφελιμιστικό συμφέρον δεν
δικαιολογεί την πράξη και μόνο στη φυσική ροπή για πρόκληση, στον στενό δεσμό
και στην υψηλή ηθική που χαρακτήριζε την gang της γειτονιάς από τη στιγμή της
γέννησης της, μπορούμε να αναζητήσουμε τους λόγους για τη διεξαγωγή της επιχείρησης.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι αυτή έγινε από απλά παιδιά της γειτονιάς και όχι από
επαγγελματίες κακοποιούς.
Στην κοιλιά του κτήνους
Αυτή η ηθική,
τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '80, έγινε μειοψηφική. Αποφασιστικό ρόλο στην
αλλαγή της συμπεριφοράς των «σκληρών» έπαιξαν οι αλλαγές που συνέβησαν στο
εσωτερικό των ειδικών φυλακών. Το τέλος δεν ήρθε από την ιδιαίτερη σκληρότητα
των κυκλωμάτων της ειδικής φυλακής, αλλά έχει δομικές και πολιτιστικές αιτίες.
Η κυριαρχία του κύκλου της ηρωίνης στο εξωτερικό και η παντοδυναμία του
οργανωμένου εγκλήματος στο εσωτερικό, θα βάλουν την επιτύμβια πλάκα των ληστών.
Με τον ερχομό
του 1977, οι ειδικές φυλακές θα «φιλοξενήσουν» αρκετούς μαχητές του ένοπλου
αγώνα και μεγάλο μέρος από τα μέλη των «πυροβολαρχιών» των ληστών. Η προφανής
σκληρότητα δεν αιτιολογεί, αλλά ενισχύει τη φυσική απειθαρχία των ληστών μέσα
στις φυλακές. Το να βρεθούν μαζί σε συνθήκες ιδιαιτέρως σκληρές, κατέληξε να
είναι γι' αυτούς πλεονέκτημα, αν όχι για τίποτ' άλλο, επειδή ήταν πιο εύκολο να
υπάρξει αλληλοκατανόηση και οργάνωση. Σε αντιστοιχία με το στυλ της ζωής τους
δρούσαν σε μια βάση απολύτως εξισωτική και χωρίς οποιαδήποτε γραφειοκρατική
δομή. Το οργανωτικό τους μοντέλο θυμίζει εκείνο των Γερμανών, διέθεταν έναν
στρατιωτικό αρχηγό, αλλά όχι πολιτικό. Οι αποφάσεις παίρνονταν συλλογικά και μόνο
ο ακλόνητος δεσμός της αδελφότητας επέτρεπε να αποφασίζουν και να δεσμεύονται
για κάποιον άλλο. Στην πράξη^ το πιο άμεσο αποτέλεσμα των ειδικών φυλακών ήταν
η διεύρυνση και η ενίσχυση ενός κοινοτικού πλαισίου. Οι διαφορές με τους πολιτικούς
ήταν ανεπαίσθητες. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι ληστές και οι πολιτικοί
μοιράστηκαν αγώνες, εξεγέρσεις, αποδράσεις ή απόπειρες αποδράσεων. Εμπειρίες
που ενίσχυσαν και παγίωσαν μια σχέση, η οποία όμως δεν πήγε ποτέ πέρα από τη
στρατιωτική ενότητα και την ατομική αναγνώριση. Είναι σπάνιες, αν όχι
μοναδικές, οι περιπτώσεις ληστών που εγκατέλειψαν την «πυροβολαρχία» για να
ασπαστούν οποιαδήποτε πολιτική πίστη. Για έναν ληστή, ο πολιτικός μπορούσε να
γίνει μέχρι και «αδελφός», αλλά μόνο σε ατομικό επίπεδο. Τον ληστή τον ενδιέφερε
μόνο η συγκεκριμένη σχέση που είχε με κάποιον άλλο, πάνω σε ποια κείμενα
βασιζόταν ή κάτω από ποια σημαία αγωνιζόταν, δεν είχε καμία σημασία.
Ενστικτωδώς στην αριστερά και πολιτιστικά στη δεξιά, αν όχι τίποτ' άλλο λόγω
της ισχυρής ροπής προς τον ατομισμό, ο ληστής, μπορεί, το πολύ-πολύ, να
συμπαθεί ορισμένες μορφές του αναρχισμού τύπου Bonnot χωρίς να περιφρονεί, ωστόσο,
έναν δεδομένο ριζοσπαστισμό. Η ατομική διάσταση, η διάθεση να αγωνιστεί και να
υπερασπιστεί έναν άλλο κρατούμενο απέναντι στους δεσμοφύλακες, η οργάνωση της
απόδρασης, πράγματα προφανώς ξένα σε σχέση με μια διαγωγή δικαστικά άψογη,
είναι οι αξίες που θεωρούσαν αποφασιστικές οι ληστές. Ένα σενάριο που ξαφνικά
αλλάζει.
Με τα πρώτα
χρόνια της δεκαετίας του '80 η σύνθεση των ειδικών φυλακών άλλαξε. Ο αριθμός
των πολιτικών κρατούμενων αυξήθηκε πολύ, η ένταξη σ' ένα οργανωτικό σχήμα
υπερτερεί του σεβασμού για τις παγιωμένες ατομικές σχέσεις. Συγχρόνως, τα μέλη
του οργανωμένου εγκλήματος μεταφέρονται μαζικά στις ειδικές φυλακές. Η φυλακή
παύει να είναι ένα δίκτυο βιογραφιών και μετατρέπεται σ' ένα είδος
«γραφειοκρατικού κοινοβουλίου». Οι ατομικότητες δεν μετρούν πλέον. Αυτό ισχύει
για τους μαχητές του ένοπλου αγώνα, ολοένα και περισσότερο αφοσιωμένους στην
υπεράσπιση εκείνης της ιδιαίτερης «μορφής-κόμμα», αλλά ισχύει ακόμη περισσότερο
για τα μέλη του οργανωμένου εγκλήματος. Είναι αυτή την περίοδο που εκδηλώνεται
η προσπάθεια, πιο συγκεκριμένα από την Νέα Καμόρα οργανωμένη από τον Cutolo, ηγεμονίας
ολόκληρου του κυκλώματος των ειδικών φυλακών. Οι διάφορες «πυροβολαρχίες» των
ληστών αποψιλώνονται, μέλη τους συνεργάζονται σε ατομική βάση, οι οργανώσεις,
ή ακόμη και τα απλά δίκτυα, εξουδετερώνται, προκειμένου να επιβληθεί αυτό το
σχέδιο της ηγεμονίας. Παραδειγματική είναι σε σχέση μ' αυτό η δολοφονία του Francis Turatello, που συνέβη το
1981 στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Νουόρο. Η στρατηγική αυτή θα έχει
περιορισμένη επιτυχία. Δεν ήταν πολλοί οι «σκληροί» που μαγεύτηκαν από τις
καμορίστικες σειρήνες ή τις ανάλογες οργανώσεις. Πιο συγκεκριμένα, η συμμορία
των Γενοβέζων δεν φαίνεται να μολύνθηκε ούτε στο ελάχιστο. Μη μόλυνση, όμως,
δεν σημαίνει και απουσία κλίματος. Η αλλαγή των εσωτερικών συσχετισμών δύναμης
στις φυλακές, σε κάθε περίπτωση, επεφύλασσε στους «σκληρούς» έναν εζ-
ολοκλήρου δευτερεύοντα ρόλο. Η εποποιία τους τώρα πια έφτανε στη δύση της. Στο
εξωτερικό πιστοποιήθηκε από την πτώση μεγάλου μέρους των παρανόμων στον κύκλο
της ηρωίνης και τον κατακερματισμό εκείνου του κοινωνικού υπεδάφους στο
οποίο είχε δημιουργηθεί.
Επίλογος
Σήμερα, από την
ιστορία τους έχουν απομείνει ελάχιστα ή μπορεί και τίποτα. Κάποιοι αποχώρησαν
εντελώς από την ενεργό δράση, άλλοι είναι νεκροί ή εκτίουν πολύχρονες
καθείρξεις, υποκείμενοι ακόμη και σήμερα στο ειδικό καθεστώς φυλάκισης για
αδικήματα (αποδράσεις, εξεγέρσεις, κ.ο.κ.) που διέπραξαν κατά τη δεκαετία του
'80. Η gang διατήρησε, με
κάποιες εξαιρέσεις, ακέραιο το ηθικό πλαίσιο της νιότης της και ενίοτε και το
πνεύμα της πρόκλησης. Αλλά ο χρόνος είναι σκληρός και η τραγωδία του χθες
μεταβάλλεται σε φάρσα του σήμερα. Στις αρχές του περασμένου καλοκαιριού, ένα
από τα μέλη της συμμορίας πήρε μια μικρή άδεια για λόγους σπουδών. Τέλειωσε το
λύκειο στη φυλακή και μετά άρχισε να πηγαίνει στο πανεπιστήμιο. Εκμεταλλευόμενος
τις ακαδημαϊκές του υποχρεώσεις, δραπέτευσε. Η φυγοδικία, που κράτησε κανά δυο
μήνες, δεν σημαδεύτηκε από ιδιαίτερα επεισόδια. Τη στιγμή της σύλληψης, που
συνέβη κατά τρόπο εντελώς ανώδυνο, είχε διαπράξει δύο ληστείες ταπεινές, τουλάχιστον
σε σχέση με τους κανόνες της συμμορίας. Γύρω του κινούνταν μορφές της νιότης
του, αυτοί που δεν είχαν ποτέ παρεκκλίνει και ζούσαν από νόμιμες και παράνομες
μικροδουλειές. Αυτό το τέλος φωτογραφίζει ακριβώς ότι έχει απομείνει σήμερα από
τους «σκληρούς» και από εκείνον τον κόσμο. Ξένοι σε σχέση με τη λογική της
πολιτικής οικονομίας, πέρα από οποιαδήποτε κριτική της, αντιπροσωπεύουν την
ιστορία του χθες.
Σε σχέση με τον
κόσμο της νομιμότητας, η παρανομία γνώρισε μια διαδικασία κοινωνικο-οικονομικής
πόλωσης, στην οποία οι «σκληροί» βρέθηκαν, προφανώς, στην πλευρά των αποκλεισμένων.
Στα ψηλά, παγιωμένη και ηγεμονική, η παράνομη οικονομία των υπηρεσιών
προμήθευε, ερχόμενη συχνά σε συμφωνία με το πλαίσιο της νομιμότητας, τα παράνομα
αγαθά και τις παροχές που χρειάζεται η νόμιμη κοινωνία' στα χαμηλά,
κατακάθονται οι λεγόμενες ληστρικές δραστηριότητες που, αν τις εξετάσουμε
προσεκτικά, διαπιστώνουμε ότι συνιστούν μικροτεχνάσματα που χρησιμοποιεί, για
την επιβίωση του, εκείνο το τμήμα του πληθυσμού το οποίο δεν διαθέτει μια
κάποια κοινωνική βαρύτητα. Η παρουσία των «σκληρών», ακόμη ζωντανή στη μνήμη
της πόλης (ή τουλάχιστον σ' ένα μέρος της), είναι ένα έπος χωρίς προηγούμενο
εκείνων των παλιών λαϊκών γειτονιών και μιας εργατικής τάξης υπερήφανης και
μαχητικής. Παιδιά, νόμιμα ή όχι, εκείνης της πραγματικότητας, μοιράστηκαν τη
δύναμη, την ηγεμονία, την παρακμή και την ήττα. |