#
Να φέρουμε τα λεφτά στο σπίτι, να
γυρίσουμε όλοι στο σπίτι
Corrado Alunni
Σε δικαστικό επίπεδο μου χρέωσαν δεκάδες και δεκάδες ληστείες τράπεζας. Δεν
θυμάμαι ακριβώς πόσες. Σ' εκείνα τα εγχειρήματα δεν επιδίωξα ποτέ την ένοπλη σύγκρουση και ευτυχώς ποτέ δεν αναγκάστηκα
να ρίξω έστω και μία σφαίρα.
Στην αρχή της δεκαετίας του '70 κανείς από μας, θέλω να πω κανείς αγωνιστής
των ένοπλων οργανώσεων, δεν είχε εμπειρία ληστειών.
Αρχίσαμε να κάνουμε τις ληστείες γιατί δεν θέλαμε να χρηματοδοτηθούμε από οποιαδήποτε εξωτερική
πραγματικότητα. Δεδομένου ότι δεν ήμασταν
ειδικοί, ολόκληρη η οργάνωση επικεντρωνόταν σ' αυτόν τον σκοπό. Δεν υπήρχαν κριτήρια για την επιλογή των προσώπων. Θεωρητικά όλοι μπορούσαν και όλοι έπρεπε
να εξασκηθούν σ' αυτή την πρακτική.
Η ληστεία δεν ήταν ο κύριος στόχος της οργάνωσης, αλλά ήταν αναγκαία, αφού μας
εξασφάλιζε την υλική επιβίωση. Για μια δομή όπως η δική μας, φτιαγμένη στη βάση
της θεωρητικο-στρατηγικής αρχής της παρανομίας, δεν υπήρχε εναλλακτική
λύση: έπρεπε να πάμε να πάρουμε τα λεφτά εκεί όπου υπήρχαν, δηλαδή στην
τράπεζα.
Έτσι προέκυψε
το πρόβλημα επινόησης ενός τρόπου, μιας μεθόδου, μέσω της οποίας θα μπορούσαν
όλοι, εν δυνάμει, να διαπράξουν ληστείες.
Ακριβώς όπως με τις υπόλοιπες πολιτικές πρακτικές, όλοι έπρεπε να είναι σε θέση
να κάνουν τα πάντα, προκειμένου ν' αποφύγουμε τη δημιουργία
εξειδικεύσεων. Ξεκινώντας από το μηδέν,
βρεθήκαμε συνεπώς μπροστά στην αναγκαιότητα να σχεδιάζουμε τις ληστείες
υπό το βάρος της απειρίας.
Έπρεπε να
σκεφτούμε πώς θα φέρναμε τα λεφτά στο σπίτι, αλλά και πώς θα επέστρεφαν οι
άνθρωποι, συνεπώς χρειαζόταν ένα μίνιμουμ
επιστημονικότητας για την πραγματοποίηση αυτού του στόχου. Το δικό μας βάσανο
ήταν να μη χάνουμε μαχητές. Δεν μας ενδιέφερε να απαντήσουμε στο ενδεχόμενο
ερώτημα γιατί ως πολιτική οργάνωση
κάναμε ληστείες τραπεζών για να αυτοχρηματοδοτηθούμε, ούτε χρειαζόταν να
αναλάβουμε την ευθύνη για μια συγκεκριμένη ληστεία.
Το χειρότερο που θα μπορούσε να μας συμβεί, ήταν να χάσουμε έναν αγωνιστή σε μια ενέργεια με σκοπό την
αυτοχρηματοδότηση, συνεπώς αυτό που
μας απασχολούσε περισσότερο ήταν το μέγιστο δυνατό επίπεδο ασφάλειας.
Όσο πιο σχολαστική ήταν η προετοιμασία,
τόσο μειωνόταν ο κίνδυνος για μια ένοπλη σύγκρουση. Έτσι επεξεργαστήκαμε μια
μέθοδο που ξεκινούσε από την επιμελητεία, δηλαδή σχεδιαζόταν η ενέργεια σύμφωνα
με την αρχή της εξοικείωσης με το
έδαφος, μέσω της λεπτομερούς γνώσης των χαρακτηριστικών του. Έπειτα
φροντίζαμε να ξέρουμε το σκηνικό εντός του οποίου θα εκτυλισσόταν η ενέργεια. Ως επί το πλείστον επιτιθέμεθα σε περιφερειακές
τράπεζες, όχι ιδιαιτέρως στρατιωτικοποιημένες. Εν κατακλείδι εύκολους στόχους. Ήταν, τέλος, πολύ λεπτομερής ο σχεδιασμός
του δρόμου διαφυγής και των πιθανών εναλλακτικών λύσεων.
Οι
επιχειρησιακοί πυρήνες αποτελούνταν είτε απ' αυτούς που θα έκαναν την πρώτη τους ενέργεια, είτε απ' όποιον,
στο μεταξύ, είχε αποκτήσει μια κάποια εμπειρία. Η ληστεία τράπεζας θεωρείτο, συνεπώς,
μια πράξη προπαιδευτική οποιασδήποτε μελλοντικής ενέργειας, όχι απαραιτήτως με
σκοπό τη χρηματοδότηση. Ήταν εν ολίγοις μια από τις μορφές της στρατιωτικής
εκπαίδευσης.
Σίγουρα ήταν διαφορετικό να υποθέσουμε πως θα πέσουμε σε μια ληστεία, απ'
ότι σε μια πολιτική ενέργεια. Ψυχολογικά είναι άλλο πράγμα να πας να ρίξεις κλωτσιές στον κώλο ενός που στο εσωτερικό των
ταξικών σχέσεων αναγνωρίζεται κοινωνικά σαν κουράδα και άλλο να πας να
πάρεις το χρήμα.
Ο στόχος ήταν
να γίνει η ληστεία χωρίς κανείς να πάθει κακό. Προσπαθούσαμε να μη χυθεί ούτε
μία σταγόνα αίμα από οποιαδήποτε
πλευρά και να φύγουμε με τα χρήματα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Όμως
εκείνο που μετρούσε ακόμη περισσότερο, ήταν το να φύγουμε μαζί με όλους τους
συντρόφους και τις συντρόφισσες. Εγώ στηριζόμουν
πάντοτε σ' αυτή τη μέθοδο, πολύ περισσότερο καθώς περνούσαν τα χρόνια.
Το πρόβλημα μ' αυτούς τους ελάχιστα στρατιωτικοποιημένους στόχους, αλλά και
με τους δισταγμούς μας, ήταν ότι τελικά παίρναμε ελάχιστα χρήματα. Και αφού
παίρναμε ελάχιστα χρήματα, έπρεπε να πολλαπλασιάσουμε τις ληστείες. Αυτό είχε
σαν αποτέλεσμα να αφιερώνουμε πολύ χρόνο μόνο σ' αυτή την πρακτική, εις βάρος
περισσότερο πολιτικο-επαναστατικών σκοπών της οργάνωσης. Συνεπώς, σ' ένα συγκεκριμένο σημείο, μας μπήκε το πρόβλημα να
βγούμε απ' αυτόν τον φαύλο κύκλο και να σχεδιάσουμε πιο γόνιμες
ληστείες, οι οποίες θα έλυναν το πρόβλημα
της χρηματοδότησης για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αυτό σήμαινε αύξηση του
ρίσκου. Έτσι αρχίσαμε να σκεφτόμαστε
αυτές που λέγονταν στρατηγικές απαλλοτριώσεις. Η αντιμετώπιση μιας
ένοπλης φρουράς μπορεί και να σήμαινε την ανάγκη
εξουδετέρωσης της. Συνεπώς, σ' αυτό το πλαίσιο, η αρχή των μαζικών
ληστειών υποχωρούσε και έμπαινε η ανάγκη να εμπιστευτούμε συντρόφους που η
εμπειρία τους θα εξασφάλιζε τη καλύτερη δυνατή έκβαση της επιχείρησης.
Οι αναγκαιότητες ενός παράνομου είναι βασικά να έχει ένα σπίτι, να τρώει, να
κινείται. Όσο πιο παράνομος είναι, τόσο περισσότερο αυξάνεται η αναγκαιότητα
του ουά§εΙ. Όσο πιο πολύ περνάει στην παρανομία η οργανωτική δομή, τόσο
περισσότερα είναι τα χρειώδη. Πράγματι στην
τελική φάση, όταν η καταστολή επέβαλλε τη μαζική παρανομία, οι οργανώσεις
έπρεπε να αφιερώνουν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους για να
ληστεύουν τράπεζες, ή για να προβαίνουν σε ένοπλες απαλλοτριώσεις διαφόρων
τύπων.
Ο αριθμός των
ληστειών τράπεζας που έγιναν από τις μαχόμενες οργανώσεις δεν μπορεί να
υπολογιστεί με ακρίβεια, αλλά σίγουρα είναι
εκατοντάδες και το ποσό των ληστευθέντων χρημάτων είναι εκατομμύρια
εκατομμυρίων λίρες της εποχής.
Σήμερα, έχει αυξηθεί πολύ η στρατιωτικοποίηση και τα συστήματα ασφαλείας
των τραπεζών και του περιβάλλοντος χώρου, καθιστώντας πιο επικίνδυνη την πρακτική της ληστείας και προκαλώντας το
νέο φαινόμενο της κλοπής μέσω της πληροφορικής. Εκείνα τα χρόνια η ροή του
χρήματος ήταν κυρίως ρευστή, μέσω των χαρτονομισμάτων,
σε αντίθεση με σήμερα που το χρήμα είναι κυρίως εικονικό.
Χρειάζεται έπειτα να απομυθοποιήσουμε τον μύθο των «φυτεμένων», δηλαδή τα
άτομα τα οποία βρίσκονται μέσα στις τράπεζες και δίνουν χρήσιμες πληροφορίες για
την πραγματοποίηση των ληστειών: σίγουρα
συνέβη σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά με τίποτα δεν ήταν ο κανόνας. Οι
φυτεμένοι ίσως αφθονούσαν στην πλειοψηφία των
ληστειών που έκαναν οι συμμορίες του υποκόσμου, εκείνες που στην αργκώ
λέγονταν «πυροβολαρχίες».
Οι ληστείες που έκαναν οι πολιτικοί, ξεκινούσαν από την προϋπόθεση της
γνώσης του εδάφους. Όμως ενίοτε χρειαζόταν να ξεκινήσουν αντιθέτως: έβαζαν στο στόχαστρο άγνωστες περιοχές, στις οποίες όμως ήξεραν ότι υπήρχαν χρήματα.
Προμηθεύονταν λεπτομερείς
στρατιωτικούς χάρτες των επιλεγμένων περιοχών που πουλιώνται ελεύθερα
στο εμπόριο και μελετούσαν δρόμους και μονοπάτια, για να μάθουν τις οδούς διαφυγής. Περνούσαν μετά στην έμπρακτη αναγνώριση
του εδάφους και της τράπεζας που είχαν βάλει στον στόχο. Έμπαιναν μέσα με
κάποιο πρόσχημα, όπως ν' ανταλλάξουν ένα
χαρτονόμισμα μεγάλης αξίας με μικρότερα, και κοιτούσαν ένα-γύρω
μαζεύοντας πληροφορίες.
Το βασικό πρόβλημα δεν ήταν η ληστεία καθεαυτή, αλλά η οδός διαφυγής,
δηλαδή πώς μπορείς να διαφύγεις αποφεύγοντας τις ένοπλες συγκρούσεις. Στον προγραμματισμό της διαφυγής έπρεπε συνεπώς να
υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, σχέδια εκτάκτου ανάγκης, να ληφθούν υπόψη
απρόβλεπτα γεγονότα. Μ' αυτή την έννοια ήταν θεμελιώδους σημασίας η ύπαρξη επιμελητείας στην περιοχή, όπως κατοικίες
συντρόφων, ή απλών φίλων, κ.ο.κ.
Γενικά ο χρόνος της προετοιμασίας έφτανε κατά μέσο όρο τις δεκαπέντε μέρες. Για τη θετική έκβαση της επιχείρησης, μια δουλειά
θεμελιώδους και στρατηγικής σημασίας ήταν αυτή του ατόμου (σπανιότερα ήταν
δύο) που κατά τη διάρκεια της ληστείας ανελάμβανε να καλύψει τον χώρο έξω από
την τράπεζα. Γενικά ήταν το ίδιο άτομο στο
οποίο είχε ανατεθεί η οδήγηση του αυτοκινήτου, που όμως έπρεπε να είναι έτοιμο να παρέμβει με όπλο μεγάλο
διαμετρήματος, γενικά οπλοπολυβόλο ή λουπάρα.
Η ιεραρχία εξαρτάτο από το κριτήριο της συσσωρευμένης εμπειρίας, έτσι όπως
συμβαίνει σε κάθε στρατιωτική επιχείρηση. Όταν γυρίζαμε στο σπίτι με τα
χρήματα, γινόταν γιορτή μ' ένα δείπνο που κόστιζε ελάχιστα. Εκείνο που
γιορταζόταν πάνω απ' όλα ήταν το ότι ήμασταν όλοι εκεί μαζί, σώοι και ασφαλείς.
|