((i)) Indymedia :: Athens  [μη ασφαλής σύνδεση (πληροφορίες εδώ)]  
ειδήσεις | θέματα | δημοσιεύστε | κοινότητα | πληροφορίες | επικοινωνία | υποστήριξη | βοήθεια | rss    

(beta)themes: 0 1 2 3 4 5 6 7 8 9

[Athens independent media centre]
Ελληνικά | English

[Patras independent media centre]
.: ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ :.

επιλέξτε μέσο



Μετάβαση στο άρθρο με αριθμό

Προσπελάστε το αρχείο του IMC-Athens ομαδοποιημένο κατά θεματικές ενότητες


Προσπελάστε τα άρθρα και τις συλλογές πολυμέσων του παλιού IMC-Athens 2005-2006

άρθρα - συλλογές πολυμέσων
.: ΠΑΡΤΕ ΜΕΡΟΣ :.
κοινότητα συμμετέχετε ενεργά στην αντιπληροφόριση

IRC
Άμεση συνεννόηση για τρέχοντα νέα

δημοσιεύστε
ανεβάστε ήχους, βίντεο, εικόνες ή κείμενα, κατευθείαν από τον browser σας

ειδήσεις
μέχρι στιγμής κάλυψη διαδηλώσεων και θεμάτων

επικοινωνία

.: TORRENTS :.
Διαμοιρασμός οπτικοακουστικού και έντυπου υλικού
.: ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ :.
98 FM
1431AM
radio revolt
radio katalipsi
.: ΑΛΛΑ IMC's :.
εμφάνιση-κρύψιμο λίστας IMC
συνεισφέρετε νέο άρθρο | στείλτε το άρθρο με e-mail

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες | ανοίξτε συζήτηση για αυτό το άρθρο
1101767
«Ψυχή βαθιά»: παραχαραξη της ιστοριας απο τον Βουλγαρη (Ιός Σαββάτου)
από ενετ 2:30μμ, Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009
(Τροποποιήθηκε 8:25μμ, Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009)
θεματικές: Ιστορία - Θεωρία \ Πολιτισμός

Οι θαυμαστές της την παρουσίασαν σαν το καθοριστικό βήμα για την οριστική «υπέρβαση» του εμφύλιου διχασμού στο επίπεδο της έβδομης τέχνης.

Οι θαυμαστές της την παρουσίασαν σαν το καθοριστικό βήμα για την οριστική «υπέρβαση» του εμφύλιου διχασμού στο επίπεδο της έβδομης τέχνης.

Κάποιοι άλλοι, λιγότερο ενθουσιώδεις, της αναγνώρισαν μια «ανθρωπιστική» προσέγγιση. Ομως η «Ψυχή βαθιά» δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Η ταινία του Παντελή Βούλγαρη απλώς αποτυπώνει στο πανί την εικόνα του Εμφυλίου που υπάρχει σήμερα στο μυαλό του λεγόμενου «μεσαίου χώρου». Μια εκδοχή δηλαδή εθνικόφρονος κι αντικομμουνιστικής προπαγάνδας (με τους όρους του 2009 κι όχι του 1950), εξίσου ανιστόρητης με τα παλιότερα πονήματα του είδους.

**Πόσο «ανθρωποκεντρική» μπορεί να είναι π.χ. μια ταινία που ξεκινά απαριθμώντας σαν θύματα των πολέμων του 1912-1940 μονάχα τις απώλειες του τακτικού ελληνικού στρατού, αποσιωπώντας δηλαδή όχι μόνο τους πεσόντες των «αλλοφύλων» αλλά και τις εκατόμβες των «ομογενών» αμάχων; Μπορεί αυτό ν' ανταποκρίνεται στη στρατοκρατική λογική των εκδόσεων του ΓΕΣ, σαφώς όμως εξιδανικεύει τα «εθνικώς ορθά» σφαγεία σε βάρος κάθε έννοιας «ανθρωπισμού».

**Πόσο πολιτικά ουδέτερη είναι μια ταινία που, στην ίδια εισαγωγή, διαγράφει μονοκοντυλιά τους νεκρούς του 1941-44; Πώς μπορεί κανείς να μιλήσει για το «δεύτερο αντάρτικο» (ή τον «τρίτο γύρο»), «ξεχνώντας» όσα προηγήθηκαν μέσα στην ίδια δεκαετία; Η σιωπή αυτή συνιστά από μόνη της πολιτική θέση, αφού κάθε αναφορά στην Κατοχή και την Αντίσταση θα αμφισβητούσε το σχήμα «ξενοκίνητη Αριστερά» - «πατριώτες Δεξιοί», δηλαδή τη σπονδυλική στήλη (αν όχι και το μοναδικό λόγο γυρίσματος) της ταινίας.

Γιατί αν κάτι επιχειρεί να μας πει ο Βούλγαρης, είναι ακριβώς αυτό: ότι, παρά την αμερικανική πατρωνία, η εθνικόφρων ηγεσία του 1949 όχι μόνο ήθελε να σταματήσει την αδελφοκτονία αλλά και πρόβαλε αντίσταση στις πιέσεις των ΗΠΑ για εξολόθρευση των ανταρτών. Ηδη από την πρώτη σκηνή του έργου, ο πρωθυπουργός ανακοινώνει στο βασιλιά ότι «πρόθεση» της Δεξιάς είναι η συνεννόηση με την Αριστερά για ειρήνευση. Ως αυθεντικός εκπρόσωπος του ξένου παράγοντα, ο Παύλος του απαντά πως δεν θα το επιτρέψουν οι Αμερικανοί. Το αποκορύφωμα όμως αποτελεί η «προσπάθεια» του αρχηγού του κυβερνητικού στρατού ν' αποτρέψει τη χρήση των εμπρηστικών βομβών ναπάλμ που του προσφέρει -και τελικά του επιβάλλει- ο ιμπεριαλιστής στρατηγός Βαν Φλιτ. Βέβαια, αυτή η εκδοχή των γεγονότων έχει σχέση κυρίως με τις επισκέψεις του Κώστα Καραμανλή στον Αϊ-Στράτη και καθόλου με την ιστορική πραγματικότητα του 1949. Απαντώντας στις σχετικές επικρίσεις, ο σκηνοθέτης επικαλέστηκε ως πηγή του «τα έγγραφα του ΓΕΣ» (FLASH 1.11.09).

Αναφέρεται προφανώς στη 16τομη συλλογή «Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου» που εξέδωσε το 1998 η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού.

Μόνο που, αν κάτι τεκμηριώνουν αυτά τα ντοκουμέντα, είναι ακριβώς η πλαστογραφία που διαπράχθηκε από τον Βούλγαρη για τον εξωραϊσμό της ηγεσίας του Εθνικού Στρατού!

Η επίπληξη της τελευταίας απ' τον Βαν Φλιτ, που παρακολουθούμε στην ταινία, περιγράφεται όντως στην έκθεση που υπέβαλε στις 3.12.1948 ο Α' υπαρχηγός ΓΕΣ, αντιστράτηγος Στυλιανός Κιτριλάκης, για τις «επιχειρήσεις κατά των συμμοριτών κατά το έτος 1948» (τ. 10ος, σ. 437-71). Μόνο που, στο ίδιο έγγραφο, καταγράφεται εκτενώς όχι η αντίσταση των εθνικοφρόνων στρατηγών στη χρήση των ναπάλμ, αλλά τα παράπονά τους επειδή οι Αμερικανοί δεν τους είχαν εφοδιάσει ακόμη -και δη «επαρκώς»- με το τρομερό αυτό όπλο.

Οι επιτιθέμενες κυβερνητικές δυνάμεις, διαβάζουμε, «εστερούντο Αεροπορίας βομβαρδισμού, τόσον αναγκαίας διά την καταστροφήν των ισχυρών οργανώσεων των κομμουνιστών και εξουδετέρωσιν των αμυνομένων.

Οταν αι ουσιώδεις αυταί ελλείψεις ετέθησαν υπ' όψιν των Αμερικανών, έσπευσαν ούτοι να μας πληροφορήσουν υπό έχεμύθειαν, ότι πάντα ταύτα θα αναπληρωθώσι διά της "εμπρηστικής βόμβας" η οποία ρίπτεται από αεροπλάνου και άμα τη εκρήξει της επί του εδάφους, αναπτύσσει τοσαύτην θερμοκρασίαν, ώστε κατακαίει τα πάντα επί εκτάσεως ορθογωνίου μήκους 180 μ. και πλάτους 40 μ. περίπου. Οιοσδήποτε ζων οργανισμός και παν μηχάνημα ευρισκόμενον εντός τού ως άνω ορθογωνίου θα απηνθρακούτο και θα ευρίσκωμεν τους συμμορίτας απηνθρακωμένους εις την στάσιν, ην ούτοι θα είχον κατά την έκρηξιν.

Μία τοιαύτη βόμβα βεβαίως, εξετιμήθη παρά πάντων ως πλέον η ικανή να αντικαταστήση οιονδήποτε άλλο Πόλεμικόν μηχάνημα και εφαίνετο πλέον αποτελεσματική από τα μέχρι τούδε γνωστά μηχανήματα πυρός. Υπό τοιαύτας συνθήκας εγένετο δεκτόν ότι αι δύο Μεραρχίαι πράγματι θα κατώρθουν να φθάσουν εις τον σκοπόν των εντός ελαχίστου σχετικώς χρόνου και δη ακωλύτως.

Ελέχθη επί πλέον, ότι αι ως άνω βόμβαι θα έφθανον εις την Ελλάδα εις επαρκή αριθμόν και λίαν εγκαίρως, ώστε να εθισθή η Αεροπορία μας εις την εκτόξευσίν των.

Ατυχώς, διά λόγους αγνώστους, αι ως άνω "εμπρηστικαί βόμβάι" δεν έφθασαν. Αντί τούτων, την παραμονήν της καθωρισμένης ημέρας εξορμήσεως των Μεραρχιών, μας παρεδόθησαν βόμβαι αίτινες επληρούντο με ειδικόν τι μίγμα πετρελαίου και καυστικών τινών άλλων ουσιών, τα δε επιτευχθέντα αποτελέσματα εκ της εκρήξεως τούτων, ήσαν αντίκρυς αντίθετα των αναμενομένων. Δεν εκαίετο καν, ούτε το ξηρόν χόρτον επί του εδάφους. Παρετηρείτο την στιγμήν της εκρήξεως κάποια λάμψις και ουδέν τούτου πλέον.

Ούτω οι δύο Μεραρχίαι, αίτινες είχον την ανωτέρω αποστολήν, εστερήθησαν κατά την εξόρμησίν των των αναγκαίων μέσων» (σ. 441).

Στην ίδια έκθεση παρατίθεται και υπόμνημα της κυβέρνησης προς τον Αμερικανό υπουργό Στρατιωτικών Τζορτζ Μάρσαλ (8.7.48). «Εκ των μέχρι τούδε από διετίας διεξαγομένων επιχειρήσεων κατά των συμμοριτών», διαβάζουμε εκεί, «κατεδείχθη η ανάγκη εφοδιασμού του Στρατού διά των κάτωθι συμπληρωματικών μέσων:

1. διά βομβαρδιστικής Αεροπορίας, ήτις ελλείπει καθ' ολοκληρίαν.

2. δι' ειδικών καυστικών βομβών με αποτελέσματα δραστικά.

3. διά φλογοβόλων. [...]

6. δι' αερίων άτινα χρησιμοποιούνται συνήθως υπό των αστυνομικών εναντίον ληστών οχυρωμένων εις κλειστούς χώρους και χρησιμοποιουμένων προς αποφυγήν μεγάλων απωλειών εις έμψυχον υλικόν. [...]

Τέλος να εκχωρηθή παν έτερον μέσον όπερ δύναται να συμβάλη δραστικώς εις την εξόντωσιν των συμμοριτών και όπερ μέσον είναι άγνωστον ημίν και χρησιμοποιούμενον υπό του Αμερικανικού στρατού» (όπ.π., σ. 450).

Παρόμοιο αίτημα, για την «ανάγκην συμπληρώσεως» του κυβερνητικού οπλοστασίου από τις ΗΠΑ «διά των απαιτουμένων ισχυρωτέρων και καταλληλοτέρων μέσων», περιέχεται και σε έκθεση του Κιτριλάκη προς τον αρχηγό ΓΕΣ, αμέσως μετά την κατσάδα του Βαν Φλιτ (27.7.48). Ως τέτοια μέσα, «απολύτως αναγκαία και εις πρώτην σειράν επείγοντος», αναφέρονται κατά σειράν: «βομβαρδιστική αεροπορία, εμπρηστικαί βόμβαι, όπλα βαρέα ευθυτενούς τροχιάς κατά πολυβολείων» (όπ.π., σ. 463).

Τελικά οι ναπάλμ χρησιμοποιήθηκαν μαζικά κατά την τελική εξόρμηση του Εθνικού Στρατού στον Γράμμο και το Βίτσι.

Σύμφωνα με λεπτομερή έκθεση του αρχηγού Αεροπορίας, πτέραρχου Εμμανουήλ Κελαϊδή (10.9.49), που επίσης δημοσιεύεται στα «Αρχεία» της ΔΙΣ (τ. 15ος, σ. 122-71), μεταξύ 15 Ιουλίου και 27 Αυγούστου 1949 ρίχτηκαν συνολικά 341 τέτοιες εμπρηστικές βόμβες.

Εννοείται πως ο πτέραρχος δεν εκφράζει την παραμικρή δυσφορία για τη χρήση τους «εις μεγάλην πυκνότητα κατά την τελευταίαν φάσιν της εφόδου» (σ. 167). Παραθέτει, αντίθετα, την -θετική- εκτίμηση του Β' Σ.Σ. ότι «αι εμπρηστικαί βόμβαι κατετρόμαξαν τους συμμορίτας και υπεχρέωσαν τούτους να εγκαταλείψουν τα πολυβολεία τους», με αποτέλεσμα το από αέρος μακέλεμά τους (σ. 150).

Με ενθουσιασμό περιγράφουν, τέλος, στις δικές τους εκθέσεις τα αποτελέσματα των ναπάλμ ο στρατηγοί Θρασύβουλος Τσακαλώτος (4.8.49) και Θεμιστοκλής Κετσέας (2.9.49): «Αι εμπρηστικαί βόμβαι εξουδετέρωναν εις ακτίνα αρκετών μέτρων τους συμμορίτας λόγω υψηλής θερμότητος και τρία πολυβολεία επί 25 εν όλω εκάησαν. Επίσης αι βόμβαι αύται επέφερον σχετικήν ασφυξίαν, αναγκάζουσαι τον προσβαλλόμενον να φεύγη εκ της θέσεώς του» (όπ.π., σ. 466 & 462).

Πόλεμο διεξήγαγαν οι άνθρωποι και, πολύ λογικά, πρώτη τους μέριμνα ήταν η εξόντωση του αντιπάλου. Εξήντα έτη μετά, οι πολιτικοί τους επίγονοι τους μεταμόρφωσαν όμως σε πρώιμους «αντιιμπεριαλιστές» του «μεσαίου χώρου»... *


 
Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

ανοίξτε συζήτηση για αυτό το άρθρο
1101869
Και μια επίσημη αριστερή κριτική...
από whatever 8:25μμ, Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009
Μια σημαντική ταινία και οι όροι της πολεμικής που προκαλεί και υφίσταται

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν έχω καμιά συγγένεια με τον συνεπώνυμο Παντελή Βούλγαρη, ούτε και προσωπικά τυχαίνει να τον γνωρίζω. Δεν προτίθεμαι δε να αναφερθώ ιδιαίτερα στην αισθητική της ταινίας του, αλλά θα επικεντρώσω στο σχήμα του Εμφυλίου, όπως αυτό τεκμαίρεται και υλοποιείται μέσα στην κινηματογραφική αφήγησή του. Άλλωστε, επί αυτού του σχήματος αναπτύσσεται, ενίοτε και εξαντλείται η σχετική συζήτηση που έχει ανοίξει. Είναι δε εντυπωσιακό, πως απολύτως αρνητικοί απέναντι στην ταινία δεν είναι μόνο οι αριστεροί που ήδη έχουν γράψει στον Τύπο, αλλά και οι κεντρώοι, οι οποίοι, λάβροι κατά του Βούλγαρη, βρίσκουν λιποβαρή την ταινία ως προς την αριστεροσύνη της...

Το σχήμα του εμφυλίου

Μετά το τέλος του εμφυλίου κυριάρχησε μια «λαϊκή» αλλά στερεότυπη και απλοϊκή ανάγνωση του μεγάλου εκείνου συμβάντος, η οποία ανάγνωση κατά κάποιο τρόπο «ένωσε» τις δύο παρατάξεις, που από κοινού απώθησαν το γεγονός και το «τακτοποίησαν» όπως όπως, με τον κατά το δυνατόν πιο ανώδυνο τρόπο: «δεν φταίγαμε εμείς, οι ξένοι μας έβαλαν να σφαχτούμε μεταξύ μας». Αυτή η ανάγνωση, που φτιάχτηκε κάτω από την επίσημη, εκείνη του καθεστωτικού λόγου των νικητών του εμφυλίου, ήταν ο μόνος τρόπος που βρήκε η ελληνική κοινωνία, για να αντέξει και να διαχειριστεί το μεγάλο συμβάν∙ με αυτή την ανάγνωση πορεύτηκαν οι άνθρωποι επί δεκαετίες, συνυπήρξαν στην κοινωνία, συνεργάστηκαν στα βιοτικά, παντρεύτηκαν, ήπιαν τον καφέ τους στο ίδιο τραπέζι, τραγούδησαν μαζί Καζαντζίδη.
Η ουσιαστική συζήτηση, για το μεγάλο αλλά απωθημένο συμβάν, δεν άνοιξε παρά μετά το ’89∙ ήταν καιρός πια να ανοίξει. Ο Φίλιππος Ηλιού -μετατοπιζόμενος κι αυτός από παλαιότερη θέση του- κατέθεσε την άρνηση απέναντι στο κυρίαρχο στερεότυπο: όχι, δεν «μας έβαλαν οι ξένοι», αλλά ο εμφύλιος προέκυψε, και κράτησε τρία χρόνια, μέσα από τις αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας.
Τι είναι, λοιπόν, ο εμφύλιος; Πρώτα απ’ όλα, και πάνω απ’ όλα, είναι πόλεμος. Πόλεμος, με όλα όσα αυτός προϋποθέτει και συνεπάγεται. Αυτή ήταν η βασική θέση του Άγγελου Ελεφάντη, που πρωτοστάτησε στο άνοιγμα της συζήτησης και, υπό την επίνευσή του, αυτή τη θέση πραγμάτωσε σε ιστορική αφήγηση του εμφυλίου ο Γιώργος Μαργαρίτης, στο δίτομο έργο του. Αυτό το σχήμα υπηρετεί και εμπεδώνει η ταινία του Παντελή Βούλγαρη. Εστιάζει στον πυρήνα του γεγονότος, αναδεικνύει τη βασική του διάσταση, την κοινωνεί στους θεατές.
Βέβαια, η λογική της «αδελφοκτονίας» είναι παρούσα και προβάλλεται επίμονα μέσα στην ταινία. Το ερώτημα όμως είναι, ποια από τις δύο λογικές, ποιο σχήμα επικρατεί; Πιστεύω, λοιπόν, ότι το σχήμα του πολέμου επικρατεί επί του σχήματος του «αδελφοκτόνου σπαραγμού», και εδώ σε τίποτα δεν ενδιαφέρουν οι εικαζόμενες προθέσεις του σκηνοθέτη, οι πολιτικές εμπλοκές του, ή ακόμα και τα όσα ο ίδιος δηλώνει στις συνεντεύξεις του. Γιατί πάντα το έργο έχει να μας «πει» περισσότερα απ’ ό,τι ο δημιουργός του έξω απ’ αυτό. Από τη στιγμή που η αφήγηση έκανε τη βασική παραδοχή, δηλαδή αντιμετώπισε τον εμφύλιο ως πόλεμο, και μάλιστα κατάφερε να τον αποδώσει με έναν ιδιαίτερα δραστικό τρόπο, όλα τα άλλα χωνεύονται μέσα της, ακόμα και η παραδοσιακή αντίληψη περί του εμφυλίου, η οποία είναι συνεχώς παρούσα. Τι μας λέει όμως αυτή η παραδοσιακή αντίληψη; Πως ο εμφύλιος προέκυψε «απ’ έξω», δηλαδή έξω από το πεδίο της ευθύνης και της δράσης των ανθρώπων που τον δημιούργησαν και τον διεξήγαγαν. Μια αντίληψη εξόχως μεταφυσική. Η απάντηση της ταινίας είναι η κατά το δυνατόν ρεαλιστικότερη, η κατά το δυνατόν πιο απτή απόδοση των μαχών του Γράμμου, δηλαδή της κορωνίδας του εμφυλίου, μα και όλης της δεκαετίας του ’40. Νομίζω πως δεν χρειάζεται να επιμείνω άλλο σε αυτή τη διαφορά, που είναι σαφής και χαώδης.
Τι γίνεται όμως με τα υπόλοιπα; Με τις αιτίες του εμφυλίου, κοινωνικές και πολιτικές, με τις ιδεολογίες που αντιμάχονταν, με τόσες άλλες παραμέτρους; Τι γίνεται με όλα τα «πριν» του Γράμμου, και άλλα πολλά που διαδραματίζονταν πάνω σ’ εκείνο το βουνό; Μα αυτή ακριβώς είναι η δουλειά των ιστορικών, να ξεμπλέξουν τις ψηφίδες και τα νήματα, να διαβάσουν τα νοήματα, είναι δουλειά άλλων ταινιών, ποιημάτων, μυθιστορημάτων, εικαστικών έργων, να τα πραγματευθούν. Ο Παντελής Βούλγαρης επικέντρωσε σε μία όψη του εμφυλίου, στις μάχες του Γράμμου, όψη βασική και κυρίαρχη, που μέχρι τώρα απωθείτο από την κοινωνική συνείδηση. Μια όψη που αντέχει στη γενίκευση: ο εμφύλιος ήταν πόλεμος. Γιατί ο πόλεμος ήταν ο τρόπος που οι έλληνες πολίτες, εκείνη την εποχή, επέλεξαν για να επιλύσουν τις πολιτικές αντιθέσεις τους. Ο πόλεμος ήταν ο μετωπικός, ο λυσιτελής τρόπος με τον οποίο συγκρούστηκαν τα δύο κοσμοείδωλα της εποχής εκείνης, όπως εκφράζονταν από τις δύο πολιτικές παρατάξεις της ελληνικής κοινωνίας, συνιστώντας το ιστορικό παρόν του καιρού τους. Ο ρόλος των βρετανών, και στη συνέχεια των αμερικανών, και όλες οι επιπτώσεις και εμπλοκές του διεθνούς σκηνικού, εγγράφονται και λειτουργούν, μόνο στο έδαφος αυτών των εσωτερικών αντιθέσεων.
Σχεδόν όλες οι παράμετροι που βάζει ο Βούλγαρης στην ταινία είναι πραγματικές, όσο και αν ενοχλούν μερικές απ’ αυτές. Και ο δισταγμός ή έστω ο «μειωμένος ενθουσιασμός» ενός μέρους του σώματος των αξιωματικών του εθνικού στρατού ήταν υπαρκτός (αν και όχι του Παπάγου...), και η σκέψη ενός τμήματος του αστικού πολιτικού φάσματος, για απεμπλοκή από τον εμφύλιο, υπαρκτή ήταν κι αυτή. Και οι περιπτώσεις δύο νεαρών αδελφών, και μάλιστα ορεσίβιων, που είχαν ενταχθεί στα αντίπαλα στρατόπεδα, και αυτές καταγράφονται μέσα στο χρονικό του εμφυλίου. Και, παρ’ ότι η αφήγηση χειρίζεται αυτά τα στοιχεία με την προφανή επιδίωξη να φτιάξει ένα «ισορροπημένο» στόρυ, το οποίο να αντιστοιχεί σε μια αντίληψη εθνικής συναίνεσης, η ίδια η ταινία, ως συνολικό έργο, άλλα πράγματα λέει. Έτσι, μένει μετέωρη η ατάκα του Θανάση Βέγγου: «Έλληνες να τουφεκάνε Έλληνες;». Απλούστατα, γιατί ο «Έλληνας» τελείως διαφορετικά πράγματα σήμαινε για τη μία και για την άλλη πλευρά. Γι’ αυτό και έκαναν πόλεμο, και μάλιστα τέτοιας διάρκειας και τόσο πολύνεκρο. Δεν γίνεται πόλεμος έτσι στο βρόντο, χωρίς κανείς να ξέρει γιατί πολεμά, χωρίς κανείς να μην προσδιορίζεται μέσα από αυτόν, με έναν από τους τρόπους που ο ίδιος ο πόλεμος νοηματοδοτεί την έννοια «Έλληνας». Η ατάκα του Βέγγου όχι μόνο αδυνατεί να συνοψίσει την ταινία, αλλά μένει μετέωρη και, αμήχανη, δείχνει το τραγικό αδιέξοδο αυτού του τρόπου σκέψης.

Η πρόσληψη του εμφυλίου σχήματος

Κάθε ταινία, κάθε καλλιτεχνικό έργο, έχει ένα αφηγηματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο συμβαίνει η δράση, εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Εγώ ως πλαίσιο είδα τον εμφύλιο ως πόλεμο, και μέσα σε αυτό το πλαίσιο είδα να εγγράφονται όλα τα υπόλοιπα. Έτσι είδα εγώ την ταινία, αλλά απ’ ότι φαίνεται πολλοί άλλοι διακρίνουν, ως αφηγηματικό πλαίσιο, την άλλη εκδοχή, δηλαδή την παραδοσιακή αντίληψη περί του εμφυλίου. Άλλωστε, και το στόρυ, ενδίδοντας στις απαιτήσεις μιας ταινίας που απευθύνεται στο «εθνικό ακροατήριο», έχει καταβάλει αρκετές προσπάθειες σε αυτή την κατεύθυνση, με τα δύο αδέλφια αλλά και με νότες εμβόλιμες και αχρείαστες λυρικές. Και λοιπόν; Τι σημαίνει αν οι περισσότεροι βλέπουν έτσι την ταινία;
Είμαι σίγουρος, ότι οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι εκτιμούν ιδιαίτερα την Κάθοδο των εννιά του Θανάση Βαλτινού (ίσως και τη σχετική ταινία). Κι εκεί όμως υπάρχει ένα αφηγηματικό σχήμα, το οποίο είναι ο ορισμός του λαϊκισμού, όπως έχω δείξει σε κείμενό μου σε λογοτεχνικό περιοδικό. Και λοιπόν; Τι σημασία έχει αν το έδειξα; Το βιβλίο συνεχίζει να διαβάζεται και να ανακαλείται κατά τον παραδεδομένο τρόπο. Μήπως το συνολικό φορτίο του βιβλίου αφήνει στην αφάνεια το προτασσόμενο αφηγηματικό του σχήμα; Έτσι φαίνεται. Για την ακρίβεια, τόσο το αφηγηματικό σχήμα του Βαλτινού, που εκφέρεται διά στόματος ενός αντάρτη, δηλαδή «οι από πάνω» μας πούλησαν κι εμείς οι φουκαράδες «οι αποκάτω» τρέχουμε κυνηγημένοι στα βουνά κλπ κλπ, όσο και οι φιγούρες των δύο αδελφών, ανήλικων, ανυποψίαστων, αθώων, που προτάσσονται με κάθε τρόπο ώστε να συναντήσουν την ατάκα του Βέγγου, λειτουργούν ή όχι ως αφηγηματικό σχήμα, μόνο με βάση τον τρόπο πρόσληψης του έργου. Δηλαδή, με βάση τις υποδοχές του αναγνώστη-θεατή.
Και οι υποδοχές του αριστερού αναγνώστη-θεατή, ή έστω αυτού που η δομή της σκέψης του διαμορφώθηκε μέσα από την αριστερά κατά τις προηγούμενες δεκαετίες (έχοντας διαβάσει τα στοιχειώδη ή και τα πάντα για τον εμφύλιο), ακόμα και οι υποδοχές του αντιδεξιού αναγνώστη-θεατή, που απλώς βολεύεται στο απλουστευτικό σχήμα περί καλών και κακών, δυνατών και αδυνάτων, αυτές οι υποδοχές λοιπόν δεν μπορούν, εύκολα και αδιαμαρτύρητα, να εισπράξουν από την ταινία του Βούλγαρη τον εμφύλιο ως πόλεμο, γιατί, απλούστατα, κολυμπάνε στην αντίληψη που κυριαρχεί στην Κάθοδο των εννιά, και σε άπειρα άλλα, λογοτεχνικά ή απλώς αφηγηματικά έργα, που είδαν το φως τις προηγούμενες δεκαετίες και συνεχίζουν να εκδίδονται.
Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, οι αντάρτες ήταν διωκόμενοι, περιπλανώμενοι, νηστικοί, ρακένδυτοι, ασκούσαν βία κατά των αθώων χωριατών μόνο λόγω της πείνας και της ανάγκης (όπως και οι κλέφτες κι οι αρματολοί...), πέθαιναν σαν τα σκυλιά και τους τρώγανε τα αγρίμια, και τόσα άλλα πραγματικά, που όντως συνέβησαν. Στη συνέχεια δε, μετά το τέλος του εμφυλίου, αυτή η εικόνα του αντάρτη, που μέσα της χωνεύει αδιακρίτως ΕΛΑΣ και ΔΣΕ, αποτέλεσε το υλικό για τα μαρτυρολόγια και συνέθεσε το ιστορικό φαντασιακό της «έγκλησης» των μη προνομιούχων. Αυτός λοιπόν ο αριστερός, και αυτός ο αντιδεξιός, δύσκολα μπορούν να αποδεχθούν τον εμφύλιο ως πόλεμο, όπου οι αριστεροί δεν διώκονται μόνο αλλά και πολεμάνε, και μάλιστα συντεταγμένα, δηλαδή με τον τρόπο που πολεμά κάθε στρατός. Μάλιστα, πολύ συχνά, συχνότατα, αυτοί είναι που επιτίθενται στο εχθρικό οχύρωμα, με καταιγισμό πυρών, σκοτώνουν μάλιστα αρκετούς εχθρούς. Μα, επιτιθέμενη αριστερά στον εμφύλιο; Ναι, επιτιθέμενη και αμυνόμενη και πάλι επιτιθέμενη και ελισσόμενη, και ό,τι περιλαμβάνει ένας πόλεμος. Γιατί ο πόλεμος δεν γίνεται από ρεμπέτ ασκέρια που κάνουν γιούρια, αλλά από μονάδες στρατιωτικές, που μάχονται με αυστηρή ιεραρχία και οργάνωση. Με πολυβόλα και όλμους και ασυρμάτους, με μπάντες και παράσημα, και από αριστερά και από δεξιά. Επιπλέον, στον εμφύλιο η αριστερά πολεμούσε με εμβρυακή και υποτυπώδη αλλά σφόδρα επιθυμητή κυβερνητική υπόσταση, δηλαδή με όλες τις δομές που εκφράζουν την υπέρβαση του ορίζοντα της απλής «εξέγερσης» ή, με το λόγο της δεξιάς, της «ανταρσίας». Ήταν δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από αυτό που εννοεί ο τίτλος του εθνικού μας μπεστ σέλερ: Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων.

Το σοκ από την εικόνα του εμφυλίου

Η εικόνα της διαρκώς αμυνόμενης, διωκόμενης, μαρτυρικής και κατατρεγμένης αριστεράς, φιλοτεχνήθηκε πολύ συστηματικά και επί συναπτές δεκαετίες, π.χ. από τους χαράκτες (Κατράκη, Τάσσος κλπ). Συνεχίζει δε να αναπαράγεται απρόσκοπτα, και μάλιστα με τους ίδιους αισθητικούς όρους, επειδή μόνο αυτή την εικόνα αντέχει η αριστερά για τον εαυτό της, εξήντα ολόκληρα χρόνια, μόνο αυτή την εικόνα αντέχει το νεοελληνικό φαντασιακό για την αριστερά στη δεκαετία του 1940. Ο Βούλγαρης φιλοτεχνεί μια άλλη εικόνα, εκείνη της μαχόμενης αριστεράς, με τους τρόπους εκείνης της μάχης, δηλαδή του πολέμου. Και αυτή ακριβώς η εικόνα είναι που σοκάρει.
Ναι, σοκάρει, και όχι μόνο τους αριστερούς, γιατί όλο το νεοελληνικό φαντασιακό συντίθεται πάνω σε έναν ανορθολογισμό, που αναζητεί τις (σύγχρονες...) ρίζες του σε μια λαϊκίστικη ανάγνωση και πρόσληψη των οπλαρχηγών του 1821 (τους οποίους θεωρεί αντίποδες των «δυτικότροπων γραμματιζούμενων» ή και τους προτάσσει ως «αντίδοτο» στον διαφωτισμό τους). Πάνω σε αυτό το σχήμα εγγράφει και τους καπετάνιους του ΕΛΑΣ, πάλι σε αντίστιξη με τους επαγγελματίες στρατιωτικούς που ήσαν διοικητές των μονάδων, αλλά κυρίως σε αντίστιξη με τους κομματικούς καθοδηγητές. Όμως, όλη αυτή η λογική «στρίβει διά του αρραβώνος» όταν φθάνει στον εμφύλιο, όταν πρέπει να εξηγήσει αυτό το συμβάν. Και αν για κάποια χρόνια πήγε να φτιαχτεί ένα ανάλογο δίπολο, με τον «καπετάνιο» Μάρκο Βαφειάδη να εκφράζει την «άτακτη» στρατηγική και τον «κακό» Ζαχαριάδη να συνοψίζει όλα τα δεινά που μας βρήκαν, σήμερα κανείς πια δεν μιλάει για εκείνη την αντίθεση, απλούστατα γιατί τα στοιχεία και οι αναλύσεις που έχουμε για τον εμφύλιο πολλαπλασιάστηκαν. Δηλαδή, αυξήθηκε το έλλογο στοιχείο, έναντι του θυμικού.
Μήπως λοιπόν είναι καιρός να ψαύσουμε αυτή την εικόνα του εμφυλίου και της αριστεράς που μας κομίζει ο Παντελής Βούλγαρης στην ταινία του; Μα για να γίνει αυτό, πρέπει να θέσουμε σε κριτική τον κυρίαρχο, ιδιαίτερα στην αριστερά, εθνικολαϊκό μακρυγιαννισμό μας, και όλα τα συνακόλουθα, από τον Βαλτινό μέχρι τον Τσαρούχη, τον Σαββόπουλο και τον Χαριτόπουλο, όλες τις αφηγήσεις που οργανώνονται στη βάση της μίας και μοναδικής, και βέβαια «άτακτης» ή και «αντιστασιακής» ψυχής του έθνους. Γιατί, αντίθετα από τα θρυλούμενα, από συστάσεως νεοελληνικού κράτους όλες οι μάχες, κάθε είδους, δόθηκαν μέσα από αντιλήψεις συγκροτημένες και συνεκτικές, υπήρχαν στόχοι και στρατηγικές, υπήρχαν θεσμοί, αστικοί αλλά και λαϊκοί (τέτοιοι είναι ο ΕΛΑΣ και ο ΔΣΕ)∙ καμιά ιστορία δεν έγραψαν οι παρέες. Μήπως είναι λοιπόν καιρός να εγκαταλείψουμε τη λατρεία των κάθε λογής «ατάκτων» και τις συνακόλουθες φαντασιώσεις μας; Πόσο μάλλον, που και ο Κολοκοτρώνης, δηλαδή η ηττημένη πλευρά του εμφυλίου της εποχής του (νικήτρια ήταν αυτή του Μακρυγιάννη...), έχει γράψει ολόκληρη πραγματεία περί τακτικού στρατού...
Κλείνοντας, ας θέσουμε ένα ερώτημα κατά τον τρόπο του Ελεφάντη. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος, για παράδειγμα ένας σημερινός δεκαπεντάχρονος, δεν έχει καμιά πληροφορία για τον εμφύλιο – άλλωστε, τα σχολικά βιβλία δεν του λένε τίποτα σχετικό, κι όλο λιγότεροι παππούδες έχουν ζήσει εκείνη την εποχή. Τι θα «μάθει», λοιπόν, αυτός ο νέος για τον εμφύλιο, βλέποντας την ταινία του Βούλγαρη; Θα «μάθει» ότι ήταν πόλεμος. Νομίζω πως είναι μια καλή αφετηρία για να εισέλθει στο θέμα, δηλαδή να διαβάσει, να σκεφτεί, να αναρωτηθεί όλα τα υπόλοιπα και, πρώτα απ’ όλα: γιατί έγινε αυτός ο πόλεμος; Είναι μια αφετηρία νομίζω προτιμότερη από την άλλη που είχαμε ως τώρα, εκείνη των «παραβατικών» ανταρτών που περιφέρονται στα βουνά σαν ζουλάπια, ενώ τους κυνηγούνε πάνοπλοι νίτζα...

Από το «θέμα» της ταινίας στην αισθητική της

Τέλος, μου επιτρέπεται νομίζω να σημειώσω, ότι κατά τη γνώμη μου (που δεν επιδιώκει κριτικές δάφνες), η ταινία του Παντελή Βούλγαρη εντάσσεται σε μια συγκεκριμένη, σύγχρονη κινηματογραφική ματιά, αισθητικά συναφή με εκείνη της ταινίας Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα, δηλαδή με τον σκληρό, ανάγλυφο, μετα-ροκ ρεαλισμό της, που συναρθρώνει τη σκληρή εικόνα-φωτογραφία του τοπίου με τη σκληράδα της εικόνας, της τύχης, των αντιθέσεων, εν τέλει της ιστορίας των ανθρώπων μέσα σε αυτό. Εκεί βρίσκω εγώ το ενδιαφέρον της ως πραγματωμένο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Αυτό νομίζω θέλησε να μας «πει» ο σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης, δηλαδή ό,τι και ο Τόμι Λι Τζόουνς∙ και οι δυο τους, δεν θέλησαν απλώς να μας ιστορήσουν τις περιπέτειες κάποιων διωκόμενων, αριστερών ή μεταναστών, στα σύνορα του Γράμμου ή στην ερημιά της αμερικανο-μεξικάνικης μεθορίου, με τους κακούς ένστολους αμερικανούς να ρίχνουνε Ναπάλμ ή σφαίρες στο ψαχνό. Οι ταινίες, και όλα τα έργα τέχνης, δεν ταυτίζονται με το «θέμα» τους. Σχεδόν προσχηματικά το διαχειρίζονται. Δεν είναι αυτή η ψυχή, ούτε και το σώμα της τέχνης. Ούτε καν του πολέμου, θα έλεγα.

avgi-anagnoseis.blogspot.com/2009/11/blog-post_8782.html


 
Κορυφή της σελίδας