Benetton: ο νέος "βασιλιάς" της Παταγονίας
Στην Παταγονία, στο νότιο τμήμα της Λατινικής Αμερικής, πάνω στην οροσειρά
των Άνδεων ζούσαν ανέκαθεν οι ιθαγενείς Mapuche, "οι άνθρωποι της γης".
Οι ισπανοί κατακτητές κατάφεραν να τους υποτάξουν μόλις το 1885, (τελευταία
απ’ όλους τους ιθαγένικους λαούς) αποκτώντας τελικά το 30% της Παταγονίας. Όταν
ιδρύθηκε το 1889 στο Λονδίνο η "Εταιρία Εδαφών της Νότιας Αργεντινής"
(Compania) οι καλύτερες εκτάσεις μοιράστηκαν στους Άγγλους, ενώ όσοι Mapuche
επιβίωσαν στριμώχτηκαν στις στέπες. Πολλοί λίγοι εγκαταστάθηκαν σε κάπως καλύτερες
περιοχές, αλλά πολύ γρήγορα εκδιώχθηκαν κι αυτοί, κάτι που ακόμα και σήμερα
συμβαίνει.
Για πολλές δεκαετίες, η Παταγονία ήταν ένα τεράστιο κοπάδι από πρόβατα και
οι Άγγλοι έφεραν το σιδηρόδρομο για να μεταφέρουν το μαλλί που παρήγαγαν. Η
πτώση της τιμής του μαλλιού όμως τη δεκαετία του ΄80 σε συνδυασμό με τις δυσμενείς
καιρικές συνθήκες προκάλεσαν το κλείσιμο πολλών τέτοιων κτηνοτροφικών μονάδων.
Και φυσικά η γη δεν δόθηκε πάλι στους πραγματικούς ιδιοκτήτες της, αλλά πουλήθηκε
στους νέους κυρίαρχους της Παταγονίας.
Το 1991 η Benetton πλήρωσε 50 εκατομμύρια δολάρια στην θρυλική Compania εξαγοράζοντας
τις έξι εγκαταστάσεις που τώρα κατέχει (στις επαρχίες Neuquen, Rio Negro, Chubut
και Santa Cruz) και που καταλαμβάνουν μια έκταση 900.000 εκταρίων, μια έκταση
περίπου 10 φορές όσο το Μπουένος Άιρες.
Η εκδίωξη της οικογένειας Curinanco
Η Rosa ανήκε σε μια οικογένεια που εξαναγκάστηκε να μετακομίσει στην πόλη.
Στα 8 της χρόνια, μετά το θάνατο του πατέρα της πήγε στην πόλη για να δουλέψει
στην αρχή σε ξενοδοχείο και μετά σαν εργάτρια σε κλωστοϋφαντουργείο. Η οικογενειακή
τους γη, πουλήθηκε παράνομα. Ο Atilio γεννήθηκε και μεγάλωσε στο σταθμό Leleque
αλλά όταν οι Τούρκοι έμποροι τους άρπαξαν τη γη τους, έφυγαν για την πόλη.
Είχαν την ίδια ήσυχη και συνηθισμένη ζωή, ίδια με όλων των εργατών του Νότου
της Αργεντινής. Όμως στις 27 Φλεβάρη του 2002 σαν αποτέλεσμα της οικονομικής
κρίσης, η κλωστοϋφαντουργία έκλεισε και όπως πολλοί άλλοι εργάτες, η Rosa έμεινε
χωρίς δουλειά, αναγκασμένη να ζήσει με το επίδομα ανεργίας. Όμως τα 150 πέσος
που έπαιρνε από το επίδομα αυτό, δεν βοηθούσαν σε τίποτα τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Προηγουμένως, βλέποντας πως η κατάσταση στη χώρα χειροτέρευε και ότι το εργοστάσιο
επρόκειτο να κλείσει, με μια αίτησή τους στις 15 Φλεβάρη, απευθύνθηκαν στο Αυτόνομο
Ίδρυμα Αποικισμού (IAC), ζητώντας να τους επιβεβαιώσουν ότι το κτήμα που στην
περιοχή ονόμαζαν Santa Rosa, δεν ανήκε σε κανέναν. Ο Atilio ήξερε πολύ καλά
ότι το συγκεκριμένο κτήμα ανήκε σε ιθαγενείς, και ότι είχε εγκαταλειφθεί πολύ
πριν γεννηθεί αυτός. Εκεί κυνηγούσαν, εκεί έπαιζαν όταν ήταν παιδιά. Ποτέ κανείς
δεν το είχε διεκδικήσει.
Πράγματι, το Ίδρυμα τους απάντησε προφορικά ότι επρόκειτο για μια ιθαγενική
περιουσία που είχε όμως εγκαταλειφθεί εδώ και πολλές δεκαετίες. Έτσι, στις 23
Αυγούστου του 2002 πήγαν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής και ενημέρωσαν ότι
πρόκειται να καταλάβουν το κτήμα, και μέχρι το βράδυ της ίδιας μέρας, είχαν
ήδη καταφέρει να στήσουν ένα μικρό καταυλισμό. Με τις οικονομίες τους και με
ό,τι τους δάνεισαν φίλοι τους, αγόρασαν ζώα, εργαλεία και σπόρους και άρχισαν
να καλλιεργούν τη γη.
Πολύ σύντομα εμφανίστηκαν οι πρώτες σκιές. Στις 28 Αυγούστου η Βenetton εξουσιοδοτεί
έναν δικηγόρο να την εκπροσωπήσει, και δύο μέρες μετά η εταιρία καταγγέλλει
ότι το κτήμα Santa Rosa ανήκει στην ιδιοκτησία της και πως η Rosa και ο Atilio
Curinanco έκτισαν εκεί παράνομα ένα σπίτι. Στις 31 Αυγούστου, ο δικαστής της
Esquel, υπογράφει την καταγγελία για να "πιστοποιήσει το έγκλημα"
και την ίδια μέρα ξεκινάει η διαδικασία απομάκρυνσης των Curinanco από το σπίτι
τους.
Στις 16 Σεπτεμβρίου του 2002 ο δικηγόρος της Benetton ζητά την εκδίωξη των
Mapuche επικαλούμενος "σοβαρότατες βλάβες" που προκαλεί ο "σφετερισμός"
αυτός στην εταιρία που εκπροσωπεί, και σαν αποδεικτικά στοιχεία έφερε χάρτες,
ντοκουμέντα του περασμένου αιώνα και δορυφορικές φωτογραφίες, στοιχεία που δεν
αποδείκνυαν τίποτα απολύτως, ήταν ωστόσο αρκετά για να "πείσουν" τον
δικαστή να εγκρίνει την εκδίωξη στις 19 Σεπτεμβρίου, με τη μαρτυρία του τοπογράφου
της Benetton, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι στην περιοχή δεν υπάρχουν εκτάσεις ελεύθερες.
Ανάμεσα στους μάρτυρες ήταν και ο φύλακας της περιοχής, επίσης υπάλληλος της
Benetton, που επιβεβαίωσε ότι το κτήμα ήταν ήδη περιφραγμένο και ότι δεν κατάλαβε
έγκαιρα τους καταληψίες γιατί βρίσκονταν σε διακοπές. Με αυτές τις διαδικασίες,
στις 30 Σεπτεμβρίου εκδόθηκε η διαταγή απομάκρυνσης της οικογένειας Curinanco
και εφαρμόστηκε στις 2 Οκτωβρίου κατάσχοντας τα πάντα από το σπίτι, ακόμα και
τα ζώα που χρησιμοποιούσαν για το όργωμα.
Τα μεγάλα ερωτηματικά
Όλοι οι ισχυρισμοί της Benetton καταρρίπτονται εύκολα. Το κτήμα Santa Rosa
βρίσκεται στον επαρχιακό δρόμο 40 που χαράχτηκε στα μέσα της δεκαετίας του 70
και θα μπορούσε να είναι μέρος των εδαφών που είχε η Compania. Όμως το συγκεκριμένο
κτήμα δεν ανήκει στα τσιφλίκια της Benetton, αφού δεν περιτριγυρίζεται από εδάφη
της Compania, αλλά από κτήματα απλών κατοίκων που έχουν γύρω από αυτό ιδιοκτησίες
εδώ και πολλές δεκαετίες. Πώς τώρα η Benetton επέκτεινε την ιδιοκτησία της στην
άλλη πλευρά του δρόμου; Όλοι οι γείτονες επιβεβαιώνουν ότι το κτήμα ανήκε σε
μια οικογένεια ιθαγενών που λέγονταν Tureo και εγκαταλείφθηκε. Γιατί λοιπόν
η Benetton κατηγορεί τους Curinanco με τόση λύσσα σαν "σφετεριστές"?
Την απάντηση την έδωσε ο εκπρόσωπος των Mapuche Mauro Millan, σε συνέντευξή
του στο περιοδικό Caldenia στις 23 Φλεβάρη 2003: Η Αγροτική Κοινωνία, είναι
αυτή που απαντά ξεκάθαρα στις προθέσεις και τους σκοπούς της εκδίωξης. "Αν
κι άλλες οικογένειες Mapuche ακολουθήσουν το παράδειγμα των Curinanco, θα ξεσπάσει
στην περιοχή ένα κύμα βίας και αίματος". Αυτό τρέμουν όλοι. Μήπως οι εκατοντάδες
διωγμένοι από τη γη τους επιστρέψουν σ΄ αυτήν και διεκδικήσουν αυτό που πάντα
τους ανήκε.
Θα το επιτρέψουμε;
Από τις 2 Οκτωβρίου 2002 μέχρι σήμερα, η οικογένεια Curinanco έχει διηγηθεί
αμέτρητες φορές την ιστορία της. Σε δικαστήρια, σε συνελεύσεις της βουλής των
mapuche, σε δημοσιογράφους, σε τελετές των mapuche. Η τελευταία δίκη στην οποία
έπρεπε να παραβρεθούν σαν κατηγορούμενοι, ήταν στις 7 Μαΐου. Η Benetton, γνωρίζει
πολύ καλά τα ψέματα που κατά καιρούς έχει αραδιάσει τόσο στον Τύπο, όσο και
μπροστά στη δικαιοσύνη.
Σχετικά με αυτή την τελευταία εκδίκαση της υπόθεσης, η Benetton ζήτησε, και
πήρε αναβολή για τις 26 Μαΐου. Άλλωστε είναι κάτι που λίγο την ενδιαφέρει. Οι
επιδιώξεις της έχουν εκπληρωθεί. Η οικογένεια Curinanco δεν καλλιεργεί πια τη
γη στο κτήμα Santa Rosa. Ο ήλιος που κάθε μέρα ανατέλλει σ΄ αυτό το σημείο της
γης, ζεσταίνει ένα λεηλατημένο κτίσμα - δεν μπορούμε σε καμιά περίπτωση να το
πούμε σπίτι- που βρίσκεται περικυκλωμένο από τα συρματοπλέγματα της Benetton.
Ο ήλιος εκεί, θρέφει την ατιμωρησία και την καταπάτηση των δικαιωμάτων των ιθαγενών.
Ο Lonko (αρχηγός της κοινότητας) Lorenzo Quilaqueo, 87 χρονών σήμερα, μας λέει:
"οι Mapuche πριν βγει ο ήλιος τον ευχαριστούν για την καινούρια μέρα, και
ζητούν την άδεια από τη φύση να τη δουλέψουν και να χρησιμοποιήσουν τους καρπούς
της". Αυτό έκαναν οι πρόγονοί τους, αυτό κάνουν κι αυτοί. Λέει ακόμα πως
αν κάποιος δε σέβεται τη φύση, το κακό που κάνει επιστρέφει πάνω του. Σύμφωνα
με την κοσμοθεωρία τους "κανένας δεν βρίσκεται πάνω στη γη, αλλά είναι
μέρος της γης", γι΄ αυτό και ο λαός του λέγεται Mapuche που σημαίνει "άνθρωπος
της γης".
Πίσω από τις "ευαισθητοποιημένες" διαφημίσεις της Benetton και τα
μοδάτα ρούχα κρύβεται η επιδίωξη μεγαλύτερων κερδών και η εκμετάλλευση ανθρώπων
για την επίτευξη του παραπάνω στόχου, ανθρώπους που ξεκινούν από τους ιθαγενείς
πληθυσμούς της Λατινικής Αμερικής μέχρι τους ανήλικους εργαζόμενους στα εργοστάσια
της εταιρίας στης Ασία.
Επιλογή μας είναι αν, στηριγμένοι στην άγνοια, θα εκπληρώνουμε τις "υποχρεώσεις"
μας ως καταναλωτές ή θα αντισταθούμε στο κομμάτι αυτό της παγκοσμιοποιημένης
εξουσίας που ονομάζεται πολυεθνικές εταιρίες.
Η Benetton όπως όλες οι πολυεθνικές, για να αυξήσει τα κέρδη της, εκμεταλλεύεται
τους εργάτες της, αδιαφορεί για το φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Ψωνίζοντας
από την Benetton δεν αγοράζεις μόνο ένα ρούχο ακριβό και "με όνομα",
πληρώνεις την εκμετάλλευση ανθρώπων.
Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι
ΠΑΛΙΑΣ ΠΟΛΗΣ
Παντοκράτορος 32 |