Το κείμενο-προκήρυξη που ακολουθεί γράφτηκε και μοιράστηκε αμέσως μετά τη σφαγή της 12ης Δεκέμβρη 1969 στην πλατεία Φοντάνα. Η δολοφονική τρομοκρατική ενέργεια στην πλατεία Φοντάνα αποτελεί την πρώτη κλιμάκωση της «στρατηγικής της έντασης» που εφάρμοσε το ιταλικό κράτος για την καταστολή του αναδυόμενου επαναστατικού κινήματος, ιδίως μετά την κοινωνική εξέγερση που έγινε γνωστή ως "θερμό Φθινόπωρο" του 1969 στην Ιταλία.
false
false
false
MicrosoftInternetExplorer4
Εισαγωγή
της Μετάφρασης
Το
απόγευμα της 12ης Δεκέμβρη 1969, μια βόμβα εκρήγνυται στο
υποκατάστημα της Εθνικής Αγροτικής Τράπεζας που βρίσκεται στην Πλατεία Φοντάνα
του Μιλάνου, με απολογισμό 16 νεκρούς και 88 τραυματίες. Την ίδια μέρα
εκρήγνυνται άλλες τρεις βόμβες στη Ρώμη και στο Μιλάνο. Το ιταλικό κράτος
αποδίδει την τρομοκρατική ενέργεια στους αναρχικούς και διενεργεί πάνω από 80
συλλήψεις. Ο αναρχικός εργάτης σιδηροδρόμων Τζουζέπε Πινέλι συλλαμβάνεται από
την αστυνομία ως ύποπτος και δολοφονείται (“αυτοκτονεί”) τα μεσάνυχτα της 15ης
Δεκεμβρίου με εκπαραθύρωση από τον τρίτο όροφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης του
Μιλάνου. Συλλαμβάνεται επίσης και φυλακίζεται (με βάση την κατασκευασμένη
μαρτυρία ενός οδηγού ταξί) ο αναρχικός Πιέτρο Βαλπρέντα. Αργότερα, οι έρευνες
για τη σφαγή στρέφονται στη νεοφασιστική οργάνωση Ordine
Nuovo. Η πρωτοβάθμια δικαστική απόφαση (23 Φλεβάρη 1979)
καταδικάζει σε ισόβια τον Φράνκο Φρέντα και τον Τζιοβάνι Βεντούρα (μέλη της Ordine
Nuovo), τον Γκουίντο Τζιανεντίνι (μέλος των ιταλικών
μυστικών υπηρεσιών – SID) και τον Marco Pozzan (μέλος
της Ordine
Nuovo και των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών).
Μεταγενέστερες αποφάσεις του Εφετείου και του Ακυρωτικού Δικαστηρίου
απαλλάσσουν τους κατηγορούμενους. Στην τελευταία δίκη (3 Μάη 2005) δε βρίσκεται
κανένας ένοχος.
Μετά
το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, χιλιάδες άνθρωποι αγροτικής προέλευσης άρχισαν
να μεταναστεύουν από τον ιταλικό Νότο για να δουλέψουν ως ανειδίκευτοι εργάτες
στα εργοστάσια των βιομηχανικών κέντρων της Βόρειας Ιταλίας, στο πλαίσιο της
ανοικοδόμησης της χώρας. Δύο δεκαετίες αργότερα, αυτοί οι εργάτες – μαζί με το
νεαρό προλεταριάτο των γιαγαντωμένων πόλεων – θα πυροδοτήσουν την κοινωνική εξέγερση που έγινε
γνωστή ως «Θερμό Φθινόπωρο» του 1969 στην Ιταλία. Το προοίμιο της εξέγερσης
ήταν οι άγριες απεργίες που ξέσπασαν το Μάη του 1969 στο εργοστάσιο της FIAT Mirafiori στο Τορίνο και συνεχίστηκαν τους επόμενους μήνες
στα βιομηχανικά κέντρα της χώρας. Καθώς εκδηλώνεται ένα τεράστιο απεργιακό κύμα
(300,000,000 χαμένες ώρες εργασίας το 1969 – το μεγαλύτερο νούμερο που έχει
καταγραφεί ποτέ), η εξέγερση επεκτείνεται πέρα από τις πύλες των εργοστασίων.
Το Σεπτέμβρη του 1969, οι εργάτες της FIAT
αρνούνται να πληρώσουν εισιτήρια στα λεωφορεία και στα τραμ, ενώ μπαίνουν στα
καταστήματα και ζητάνε μειώσεις των τιμών κατά 30, 40 ή 50%. Καταλαμβάνονται
σπίτια και δημιουργούνται επιτροπές γειτονιών που εφαρμόζουν αυτομειώσεις στα
ενοίκια. Καταλαμβάνονται επίσης κτίρια κυβερνητικών υπηρεσιών, ενώ χιλιάδες
εργάτες συγκεντρώνονται για να κάψουν τους λογαριασμούς τού ηλεκτρικού
ρεύματος. Η κοινωνική εξέγερση μεταφέρεται από τα εργοστάσια και τις εργατικές
συνοικίες στα πανεπιστήμια και σε ολόκληρο το πεδίο των κοινωνικών σχέσεων.
Νεαροί εργάτες διατυπώνουν αιτήματα για υψηλότερες αμοιβές και λιγότερη εργασία.
Δημιουργούνται εργατικές-φοιτητικές συνελεύσεις που διεκδικούν την εγκαθίδρυση
«εργατικής εξουσίας» και αμφισβητούν την ίδια τη φύση της εργασίας. Η κυβέρνηση
και τα εργατικά συνδικάτα είναι ανήμπορα να αντιδράσουν απέναντι στην
προλεταριακή επίθεση.
Η
σφαγή στην πλατεία Φοντάνα το Δεκέμβρη του 1969 αποτελεί την πρώτη κλιμάκωση της
«στρατηγικής της έντασης» που εφάρμοσε το ιταλικό κράτος για την καταστολή του αναδυόμενου
επαναστατικού κινήματος. Μέχρι το 1984, θα πραγματοποιηθεί ένα πλήθος δολοφονικών
βομβιστικών επιθέσεων, τις οποίες οργανώνουν και εκτελούν οι μυστικές υπηρεσίες
σε συνεργασία με παρακρατικές φασιστικές οργανώσεις (Πετεάνο, 31 Μάη 1972: 3
καραμπινιέροι νεκροί και ένας τραυματίας – Αστυνομικό μέγαρο Μιλάνου, 17 Μάη
1973: 4 νεκροί και 46 τραυματίες – Μπρέσια, Piazza della Loggia, 28 Μάη 1974: 8 νεκροί και 103 τραυματίες –
Μπολόνια, San Benedetto Val di
Sambro, τρένο Italicus:
12 νεκροί και 44 τραυματίες – Σιδηροδρομικός σταθμός Μπολόνια, 2 Αυγούστου
1980: 85 νεκροί και 200 τραυματίες – Σιδηροδρομική γραμμή Νάπολη-Μιλάνο, τρένο
‘Rapido 904’, 23 Δεκέμβρη 1984: 16 νεκροί και 180
τραυματίες). Ανήμπορη να αφομοιώσει την κοινωνική εξέγερση, η εξουσία αναγκάζεται
να προσφύγει στην ωμή βία και να επιβάλει μια μόνιμη κατάσταση «έκτακτης
ανάγκης» προκειμένου να εξουδετερώσει τον εσωτερικό εχθρό.
Το
κείμενο-προκήρυξη που ακολουθεί γράφτηκε και μοιράστηκε αμέσως μετά τη σφαγή
στην πλατεία Φοντάνα. Συγγραφείς τής προκήρυξης θεωρούνται τα μέλη του ιταλικού
τμήματος της Καταστασιακής Διεθνούς: ο Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι, στην μπροσούρα
του “Περί της Τρομοκρατίας και του Κράτους” που δημοσιεύτηκε τον Απρίλη του
1979, αναφέρει ότι «[σ]τις 19 Δεκέμβρη 1969...κυκλοφόρησε το μανιφέστο μας με
τίτλο Το Ράιχσταγκ καίγεται» και
παραθέτει εκτενή αποσπάσματα από την προκήρυξη. Σε βιβλίο που δημοσιεύτηκε
πρόσφατα και περιλαμβάνει την Αλληλογραφία
του Γκυ Ντεμπόρ υπάρχει ένα γράμμα του Ντεμπόρ προς τον Eduardo Rothe
(μέλος του ιταλικού τμήματος της Καταστασιακής Διεθνούς) με ημερομηνία
αποστολής 3-1-1970, στο οποίο ο Ντεμπόρ αναφέρει μεταξύ άλλων σχετικά με την
προκήρυξη: «Επιδοκιμάζω σε μεγάλο βαθμό τη μελέτη σου για “το θέμα της φωτιάς
στη γερμανική ρομαντική σκέψη”. Πιστεύω ότι είναι ακριβώς αυτό που έπρεπε να
ειπωθεί σε σχέση με αυτό το ζήτημα – λαμβάνοντας υπόψη έναν ή δύο περιορισμούς
που επιβάλλονται δυστυχώς από τις συνθήκες της καθολικής αναφοράς. Τα
συγχαρητήριά μου στον συνεργάτη σου». Η σύζυγος του Ντεμπόρ Alice-Becker
Ho σημειώνει ότι ο «συνεργάτης» είναι ο Puni Cesoni.
Πριονιστήριο
το Χρυσό Χέρι
Φεβρουάριος
2009
Σημείωση
των Συγγραφέων: Η προκήρυξη που αναπαράγεται εδώ, την οποία
μπορούσε κάποιος να βρει στην Πλατεία Φοντάνα και μπροστά από τα μεγαλύτερα
εργοστάσια του Μιλάνου στις 19 Δεκέμβρη 1969 – δηλαδή κατά τη διάρκεια των πιο
έντονων ημερών της καταστολής – αποτελεί ένα μοναδικό παράδειγμα άμεσης και
συνολικής κατανόησης όσων επιβεβαίωσαν δειλά και εν μέρει μετά από μήνες οι πιο
“ακραίοι” αγωνιστές σχετικά με τις βόμβες της 12ης Δεκέμβρη.
Το Ράιχσταγκ Καίγεται;
ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ:
Το
πραγματικό κίνημα του επαναστατικού ιταλικού προλεταριάτου βρίσκεται καθ’ οδόν
προς το σημείο εκείνο που καθιστά αδύνατη – για το ίδιο το προλεταριάτο και για
τους εχθρούς του – κάθε επιστροφή. Καθώς
οι ψευδαισθήσεις σχετικά με τη δυνατότητα επαναφοράς της «κανονικότητας» της
προηγούμενης κατάστασης διαλύονται όλες η μία μετά την άλλη, τα δύο κόμματα
αναγκάζονται να ρισκάρουν το παρόν που αντιστοιχεί στο καθένα από αυτά
προκειμένου να κερδίσουν το αντίστοιχο μέλλον τους.
Αντιμέτωπη
με το αναπτυσσόμενο επαναστατικό κίνημα – παρά τη μεθοδική δράση των εργατικών
συνδικάτων και των γραφειοκρατών τής παλιάς και της νέας “Αριστεράς” με σκοπό
την επαναφομοίωση – η εξουσία αναγκάστηκε να υπαχθεί στην αρμοδιότητα τής
παλιάς κωμωδίας τής τάξης, παίζοντας αυτή τη φορά το διπλό χαρτί της
τρομοκρατίας, σε μια προσπάθεια να ξορκίσει την κατάσταση στην οποία θα
υποχρεωθεί να αποκαλύψει το παιχνίδι της άμεσα στη διαύγεια της επανάστασης.
Οι
αναρχικές επιθέσεις τού 1921, οι απεγνωσμένες ενέργειες αυτών που επιβίωσαν από
την αποτυχία του επαναστατικού κινήματος εκείνης της εποχής, παρείχαν ένα
βολικό πρόσχημα για την εγκαθίδρυση – μέσω του φασισμού – της κατάστασης πολιορκίας σε ολόκληρη την
κοινωνία.
Η
ιταλική αστική τάξη – μολονότι ανίκανη – έχει ενισχυθεί από τα μαθήματα του
παρελθόντος. Δε χρειάζεται να αισθανθεί σε μεγάλο βαθμό το φόβο απέναντι στο
επαναστατικό κίνημα ούτε χρειάζεται να περιμένει τη δύναμη που μπορεί να της
παρασχεθεί μονάχα με την ήττα του επαναστατικού κινήματος για να απελευθερωθεί
από τις δημοκρατικές αυταπάτες της. Σήμερα, η ιταλική αστική τάξη δεν περιμένει
ούτε καν χρειάζεται τα λάθη των παλιών
αναρχικών ώστε να βρει ένα πρόσχημα για την πολιτική εκπλήρωση της
ολοκληρωτικής πραγματικότητάς της, αλλά επιδιώκει να δημιουργήσει η ίδια αυτό
το πρόσχημα εμπλέκοντας τους νέους αναρχικούς σε ένα αστυνομικό σενάριο ή
χειραγωγώντας τους πιο αφελείς από αυτούς σε μια χονδροειδή προβοκάτσια. Οι
αναρχικοί παρέχουν πραγματικά το καλύτερο ατού στο οποίο μπορεί να προσφύγει η
εξουσία για τις ανάγκες της: ο θεαματικός “εξτρεμισμός” τους – ως διαχωρισμένη
και ιδεολογική εικόνα τού πραγματικού κινήματος – τούς εμποδίζει να φτάσουν τον
πραγματικό εξτρεμισμό του κινήματος.
Η
ΒΟΜΒΑ ΣΤΟ ΜΙΛΑΝΟ ΕΞΕΡΡΑΓΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ, με σκοπό αφενός να πληγώσει
τις λιγότερο ριζοσπαστικοποιημένες κατηγορίες ώστε να συμμαχήσουν με την
εξουσία, και αφετέρου να καταστήσει πιο άκαμπτο το στρατιωτικό προσωπικό της
αστικής τάξης για το κυνήγι μαγισσών: δεν ήταν τυχαίο ότι επιφυλάχθηκε μια
σφαγή για τους αγρότες (στην Εθνική Αγροτική Τράπεζα) αλλά μονάχα φόβος για
τους αστούς (στην Εμπορική Τράπεζα). Οι επιπτώσεις – άμεσες και έμμεσες – αυτών
των εξοργιστικών πράξεων ταυτίζονται με τα επιδιωκόμενα αποτελέσματά τους.
Στο
παρελθόν, η τρομοκρατική δράση – ως πρωτόγονη και νηπιακή εκδήλωση της
επαναστατικής βίας σε οπισθοδρομικές καταστάσεις ή ως βία που χάθηκε στο πεδίο
των ανεπιτυχών επαναστάσεων – ήταν πάντα μια δράση μερικής άρνησης και, ακριβώς
γι’ αυτό το λόγο, ήταν αφομοιωμένη εκ των προτέρων: επρόκειτο για την άρνηση
της πολιτικής στο πεδίο της ίδιας της πολιτικής. Στη σημερινή κατάσταση,
αντίθετα, η ίδια η εξουσία, καθώς τείνει προς την ολοκληρωτική επικύρωσή της,
βρίσκεται αντιμέτωπη με την άνοδο ενός νέου επαναστατικού κινήματος και εκφράζει
με αυτόν τον θεαματικό τρόπο την κατάλληλη τρομοκρατική άρνησή της.
Σε
μια εποχή όπου αναγεννάται το κίνημα που καταργεί κάθε εξουσία διαχωρισμένη από
τα άτομα, η ίδια η εξουσία είναι υποχρεωμένη να ανακαλύψει και πάλι – σε σχέση
με τη συνειδητή πράξη – ότι καθετί που δε σκοτώνει την καθιστά πιο αδύναμη.
Αλλά η ιταλική αστική τάξη είναι η πιο αξιοθρήνητη στην Ευρώπη. Καθώς είναι
ανίκανη σήμερα να πραγματώσει τον
ενεργό τρόμο της εναντίον του προλεταριάτου, δεν της απομένει τίποτα άλλο εκτός
από την προσπάθεια να επικοινωνήσει στην πλειονότητα του πληθυσμού τον δικό της
παθητικό τρόμο, το φόβο της απέναντι στο προλεταριάτο.
Ανίσχυρη
και αδέξια στην προσπάθειά της να εμποδίσει με αυτόν τον τρόπο την ανάπτυξη του
επαναστατικού κινήματος και, ταυτόχρονα, να δημιουργήσει τεχνητά μια δύναμη την
οποία δεν κατέχει, η ιταλική αστική τάξη ρισκάρει να χάσει και τις δύο αυτές
δυνατότητες μονομιάς. Έτσι, οι πιο προχωρημένες φατρίες της εξουσίας
(εσωτερικές ή παράλληλες, κυβερνητικές ή αντιπολιτευόμενες) χρειάστηκε να
εξαπατήσουν τον εαυτό τους. Η υπερβολική αδυναμία φέρνει την ιταλική αστική
τάξη πίσω στο πεδίο τής αστυνομικής υπερβολής· αρχίζει να καταλαβαίνει ότι ο
μόνος δρόμος για να βγει από μια αγωνία δίχως τέλος βαδίζει χέρι-χέρι με τον κίνδυνο
να δοθεί ένα άμεσο τέλος στην αγωνία της.
Έτσι,
η εξουσία πρέπει να παίξει από την αρχή το τελευταίο πολιτικό χαρτί που της
απομένει πριν από τον εμφύλιο πόλεμο ή πριν από ένα πραξικόπημα για το οποίο
είναι ανίκανη: το διπλό χαρτί της ψευδούς “αναρχικής απειλής” (για τη δεξιά)
και της ψευδούς “φασιστικής απειλής” (για την αριστερά), με σκοπό να συγκαλύψει
και να καταστήσει δυνατή την επίθεσή της ενάντια στον αληθινό κίνδυνο – δηλαδή
ενάντια στο προλεταριάτο. Επιπλέον, η δράση με την οποία η αστική τάξη
προσπαθεί σήμερα να ξορκίσει τον εμφύλιο πόλεμο είναι στην πραγματικότητα η
πρώτη πράξη της στον εμφύλιο πόλεμο εναντίον του προλεταριάτου. Για το
προλεταριάτο, το ζήτημα δεν είναι να αποφύγει ή να ξεκινήσει αυτόν τον εμφύλιο
πόλεμο αλλά να τον κερδίσει.
Και
το προλεταριάτο πρέπει από δω και στο εξής να κατανοήσει ότι δεν μπορεί να
κερδίσει με τη χρήση της μερικής βίας, αλλά με την καθολική αυτοδιεύθυνση της επαναστατικής βίας και με τον γενικό
εξοπλισμό των εργατών που οργανώνονται στα Εργατικά Συμβούλια. Το προλεταριάτο
γνωρίζει από τώρα και στο εξής ότι πρέπει να αποκρούσει κατηγορηματικά, μέσω
της επανάστασης, τόσο την ιδεολογία της βίας όσο και τη βία της ιδεολογίας.
Σύντροφοι:
Μην επιτρέψετε στους εαυτούς σας να σταματήσουν εδώ. Η εξουσία και οι σύμμαχοί
της φοβούνται ότι θα χάσουν τα πάντα· δεν πρέπει να τους φοβόμαστε και, κυρίως,
δεν πρέπει να φοβόμαστε τους εαυτούς μας: «Δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε εκτός
από τις αλυσίδες μας, και έχουμε έναν ολόκληρο κόσμο να κερδίσουμε».
Ζήτω
η απόλυτη εξουσία των Εργατικών Συμβουλίων!
Οι Φίλοι της Διεθνούς.
|