[πληροφορίες για ασφαλή σύνδεση HTTPS]   [http://gutneffntqonah7l.onion - κρυμμένη υπηρεσία στο δίκτυο Tor]
ειδήσεις | θέματα | δημοσιεύστε | κοινότητα | πληροφορίες | επικοινωνία | υποστήριξη | βοήθεια | rss    

[Athens independent media centre]
Ελληνικά | English

.: ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ :.

επιλέξτε μέσο



Μετάβαση στο άρθρο με αριθμό


Προσπελάστε το αρχείο του IMC-Athens ομαδοποιημένο κατά θεματικές ενότητες


Προσπελάστε τα άρθρα και τις συλλογές πολυμέσων του παλιού IMC-Athens 2005-2006

άρθρα - συλλογές πολυμέσων
.: ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ :.
Απολυσεις 2010
συγκεντρωμένες οι απολύσεις του 2010
.: ΠΑΡΤΕ ΜΕΡΟΣ :.
κοινότητα συμμετέχετε ενεργά στην αντιπληροφόριση

IRC
Άμεση συνεννόηση για τρέχοντα νέα

δημοσιεύστε
ανεβάστε ήχους, βίντεο, εικόνες ή κείμενα, κατευθείαν από τον browser σας

ειδήσεις
μέχρι στιγμής κάλυψη διαδηλώσεων και θεμάτων

επικοινωνία

.: ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ :.
98 FM
1431AM
radio revolt
radio katalipsi
radio radiourgia
105fm
Αυτόνομο Ράδιο Ιωαννίνων
Ραδιοφράγματα
raDiopaRasita!
.: ΑΛΛΑ SITE :.
Contra Info
Διαμοιρασμός οπτικοακουστικού και έντυπου υλικού
Skytal.es
.: ΑΛΛΑ IMC(s) :.

www.indymedia.org

Projects
print
radio
satellite tv

Africa
ambazonia
canarias
estrecho / madiaq
kenya
south africa

Asia
japan
india
korea
philippines

Canada
maritimes
quebec

Europe
abruzzo
alacant
antwerpen
athens
austria
barcelona
belarus
bordeaux
bristol
brussels
bulgaria
calabria
emilia-romagna
estrecho / madiaq
euskal herria
galiza
germany
grenoble
hungary
ireland
istanbul
italy
la plana
liege
liguria
lille
linksunten
lombardia
london
madrid
malta
marseille
nantes
napoli
netherlands
nice
northern england
norway
nottingham
oost-vlaanderen
paris/île-de-france
piemonte
portugal
roma
romania
russia
scotland
sverige
switzerland
torun
toulouse
ukraine

Latin America
argentina
bolivia
chiapas
chile
chile sur
cmi brasil
cmi sucre
colombia
ecuador
mexico
peru
puerto rico
qollasuyu
rosario
santiago
uruguay
venezuela

Oceania
aotearoa
melbourne
perth
sydney

United States
arizona
austin
austin indymedia
baltimore
big muddy
binghamton
boston
buffalo
chicago
colorado
columbus
hawaii
houston
hudson mohawk
los angeles
michigan
philadelphia
rochester
rogue valley
saint louis
saint-petersburg
san diego
san francisco
san francisco bay area
santa cruz, ca
seattle
urbana-champaign
washington dc
western mass
worcester

West Asia
beirut
israel
palestine

Topics
biotech

Process
fbi/legal updates
mailing lists
process & imc docs

συνεισφέρετε νέο άρθρο | στείλτε το άρθρο με e-mail

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες
1396861
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΧΗ
από http://engymo.wordpress.com/ 13:59, Παρασκευή 4 Μαΐου 2012
θεματικές: Μαρξισμός-Λενινισμός

Η αποχική παράδοση της Κομμουνιστικής Αριστεράς

Κατεβάστε το συνημμένο αρχείο: abstntionism.gr.pdf (application/pdf)

 

http://engymo.wordpress.com/

 

 

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΧΗ

 

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

 

Στο κλασικό έργο του «Αντι-Ντύρινγκ» ο Ένγκελς εξήγησε ότι «το σύγχρονο κράτος, όποια κι αν είναι η μορφή του, είναι κατ' ουσίαν ένας καπιταλιστικός μηχανισμός - το  κράτος των καπιταλιστών, η ιδανική ενσάρκωση του συνολικού εθνικού κεφαλαίου". Σχεδόν 4 δεκαετίες αργότερα, η Κομμουνιστική Διεθνής επανέλαβε στο πρώτο της Συνέδριο ότι οι σοσιαλιστές χιλιάδες φορές «εξέφρασαν την ιδέα που διατυπώθηκε από τον Μαρξ και τον Ένγκελς με τη μεγαλύτερη επιστημονική ακρίβεια, ότι δηλαδή η πιο δημοκρατική αστική δημοκρατία δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας μηχανισμός καταστολής της εργατικής τάξης από την αστική τάξη, ένας μηχανισμός καταστολής των εργαζομένων από μια χούφτα καπιταλιστών». Αναφερόμενη στο τραγικό παράδειγμα της Παρισινής Κομμούνας, προσέθετε: «Ο Μαρξ ήταν αυτός που αξιολόγησε καλύτερα την ιστορική σημασία της Κομμούνας. Στην ανάλυσή του αποκάλυψε την εκμεταλλευτική φύση της αστικής δημοκρατίας και του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος υπό τους οποίους οι καταπιεζόμενες τάξεις απολαμβάνουν το δικαίωμα να αποφασίζουν μια φορά στα τόσα χρόνια ποιος εκπρόσωπος των τάξεων των ιδιοκτητών θα ‘εκπροσωπεί και θα καταστέλλει’ τον λαό στο κοινοβούλιο» [1].

 

Η απόφαση για το ποιοι αστοί πολιτικοί θα ποδοπατούν κάθε φορά τις καταπιεζόμενες τάξεις αποτελεί την ουσία της αστικής δημοκρατίας: αυτή είναι η κρυστάλλινη διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε από τους επαναστάτες μαρξιστές για να καθορίσουν μια για πάντα την ευτελή πανοπλία των εκλογών, των αιρετών συνελεύσεων του κοινοβουλίου, κάτι το οποίο η αστική τάξη και οι λακέδες της παρουσιάζουν ως το έσχατο επίτευγμα του πολιτισμού, ως το τελικό σημείο ολόκληρης της ιστορίας της ανθρωπότητας που μόνο φανατικοί αντιδραστικοί ή φοβεροί βάρβαροι θα σκεφτόντουσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση. Πράγματι, οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί και οι μηχανισμοί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεν είναι τίποτα περισσότερο από γρανάζια του καπιταλιστικού κράτους, τα οποία έχουν συναρμολογηθεί, ενισχυθεί και τελειοποιηθεί επί δεκαετίες από την αστική τάξη για να διατηρήσει την ταξική κυριαρχία της και να υπερασπιστεί τον τρόπο παραγωγής του οποίου είναι ο αντιπρόσωπος.

Αρχικώς, μόνο οι αστοί είχαν το νόμιμο δικαίωμα να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή και να ψηφίζουν. Μόνο εκείνοι είχαν δικαίωμα ψήφου, μόνο εκείνοι έπαιρναν μέρος στις δραστηριότητες του κοινοβουλίου, το οποίο αποφάσιζε τον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας. Ήταν σαφές σε όλους ότι αυτοί οι δημοκρατικοί θεσμοί και το κράτος ήταν στην αποκλειστική υπηρεσία των κατόχων ιδιοκτησίας και, συνεπώς, ήταν σαφές στους καταπιεζόμενους ότι η μόνη ελπίδα βρίσκεται στην επαναστατική ανατροπή του. Η άρχουσα τάξη σύντομα πείστηκε ότι αυτή η κατάσταση ήταν πολύ επικίνδυνη. Σιγά-σιγά, και όχι χωρίς ενδοιασμούς, η αστική τάξη επέκτεινε τα πολιτικά δικαιώματα εν γένει και ιδίως το δικαίωμα ψήφου σε ευρύτερα τμήματα, στη μικροαστική τάξη -η οποία χρησίμευσε ως τάξη που χρησίμευε ως παράγοντας ισορροπίας του συστήματος- και, τελικά, στις «επικίνδυνες τάξεις», στους ίδιους τους προλετάριους. Μπόρεσε να το κάνει αυτό ακόμη πιο εύκολα, όταν, ταυτόχρονα, επεκτάθηκε σε όλους τους πολίτες η δυνατότητα να συμμετέχουν στην εκλογή των διαφόρων οργάνων εκπροσώπησης και η πραγματική δύναμη ξέφυγε από τα όργανα αυτά και άρχισε να συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο σε περιορισμένους τομείς του κρατικού μηχανισμού που συνδέονταν με τα δίκτυα των πιο ισχυρών καπιταλιστικών συμφερόντων.

Η εξέλιξη αυτή έχει φθάσει στο απόγειό της. Στη Γαλλία, από το 1945 οι γυναίκες απέκτησαν δικαίωμα ψήφου. Από το 1980 προστέθηκαν και οι νέοι άνω των 18 ετών (οι οποίοι στο παρελθόν είχαν το δικαίωμα – συγνώμη,  την υποχρέωση - να καταπυροβοληθούν υπερασπιζόμενοι την πατρίδα και την ασφάλεια της αστικής τάξης, αλλά όχι να πάρουν μέρος στην ιερή ψηφοφορία για την ανάδειξη του κοινοβουλίου). Ίσως αύριο να είναι η σειρά των αλλοδαπών εργατών που συχνά υπόκεινται σε συνθήκες δουλείας, αντιμετωπίζονται σαν αντικείμενα, υπόκεινται στην πιο ελεεινή εργασία και στην πιο αδίστακτη εκμετάλλευση, αλλά εξακολουθούν να θεωρούνται πολιτικώς κατώτεροι. Αυτή η κατάσταση πολιτικής κατωτερότητας, που είχε και εξακολουθεί να έχει σημαντική βαρύτητα σε ένα τομέα του εργατικού πληθυσμού, πρέπει να καταπολεμηθεί χωρίς δισταγμό από τους συνειδητοποιημένους προλετάριους, γιατί αν ένα τμήμα της εργατικής τάξης υπόκειται σε μια ειδική και συγκεκριμένη αστική καταπίεση, αποδυναμώνεται ολόκληρη η τάξη. Η πάλη για ίσα δικαιώματα, για ισότητα ενώπιον του αστικού δικαίου αποτελεί, υπό αυτή την έννοια, ένα στοιχειώδες προλεταριακό αίτημα. Θα μπορούσε, όμως, κανείς να πιστέψει ότι αυτά τα δικαιώματα και αυτή η αστική νομιμότητα, τα οποία είναι μόνο μια κωδικοποίηση της καπιταλιστικής κυριαρχίας, είναι δυνατόν να βοηθήσουν να τερματιστεί αυτή η κυριαρχία; Ποιος θα μπορούσε να πιστεύει στα σοβαρά -ιδίως μετά την εμπειρία της εναλλαγής των κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών και των κυβερνήσεων της Δεξιάς και της Αριστεράς, οι οποίες ακολούθησαν βασικά την ίδια αστική πολιτική- ότι το κοινοβούλιο και οι θεσμοί αντιπροσώπευσης είναι πραγματικά η έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, ότι ο  κοινοβουλευτικός και ο εκλογικός δρόμος είναι πραγματικά ο δρόμος για τη χειραφέτηση;

Αν το προλεταριάτο θέλει να αντισταθεί στην εκμετάλλευση, δεν έχει άλλη πραγματική επιλογή από το να γυρίσει την πλάτη του στο δημοκρατικό δρόμο για να ξαναβρεί τα ταξικά του όπλα, να αναλάβει εκ νέου τον απροκάλυπτο αντικαπιταλιστικό αγώνα. Αν θέλει να απελευθερωθεί από τη μισθωτή δουλεία, θα πρέπει να καταργήσει τον καπιταλισμό και να ανατρέψει το καπιταλιστικό κράτος, να καταστρέψει όλα τα θεσμικά του όργανα, ακόμα και τα πιο δημοκρατικά, και να εγκαθιδρύσει τη δική του ταξική εξουσία, τη δικτατορία του προλεταριάτου, που αυτή μονάχα μπορεί να πραγματοποιήσει το βαρύ καθήκον του οικονομικού και κοινωνικού μετασχηματισμού. Η θέση αυτή διακρίνει τους επαναστάτες, τους κομμουνιστές, από τους ρεφορμιστές αντιπάλους της επανάστασης, οι οποίοι δολίως διατείνονται ότι ο καπιταλισμός μπορεί να τροποποιηθεί και να μετασχηματιστεί διαμέσου των δημοκρατικών θεσμών. Η θέση αυτή διέκρινε τη νέα Διεθνή που συστάθηκε σε αντίθεση με την επαίσχυντη προδοσία της Δεύτερης Διεθνούς, η οποία πέρασε σύσσωμη στο στρατόπεδο της αστικής τάξης όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ύστερα από χρόνια ρεφορμιστικής πρακτικής στην οποία ο κοινοβουλευτικός κρετινισμός (ο οποίος είχε ήδη καταγγελθεί από τον Μαρξ ως απειλητικός κίνδυνος) τελικά παγίδευσε με επιτυχία το εργατικό κίνημα.

Αν και όλοι, μέσα στη νεοσύστατη Κομμουνιστική Διεθνή, συμφωνούσαν με την καταδίκη της ρεφορμιστικής, δημοκρατικής, εκλογικής και κοινοβουλευτικής οδού, ένα ερώτημα τακτικής παρέμεινε άλυτο: τι στάση πρέπει αυτή να υιοθετήσει επί του πρακτέου σε σχέση με τους δημοκρατικούς θεσμούς αντιπροσώπευσης και με το εκλογικό σύστημα, δεδομένης της επιρροής τους πάνω στις μάζες; Αυτό το ερώτημα το οποίο δεν ανακύπτει σήμερα, δυστυχώς, επί του πρακτέου -αλλά θα ανακύψει εκ νέου στο μέλλον - αποτέλεσε το θέμα μιας ιστορικής συζήτησης, που ίσως οι συμμετέχοντες δεν είχαν αντιληφθεί όλη την σημασία του. Ενενήντα χρόνια αργότερα, και ενώ μοιραίες δημοκρατικές αυταπάτες συνεχίσουν να ανθούν, με το βρωμερό πτώμα της εκλογικής διαδικασίας να βρίσκεται ακόμα στο προσκήνιο -με την πολύτιμη βοήθεια των λεγόμενων επαναστατών- η σημασία αυτής της συζήτησης και των διδαγμάτων για τη δραστηριότητα του μελλοντικού κομμουνιστικού κινήματος δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

 

 

ο αποχισμοσ της κομμουνιστικησ αριστερασ

 

Όταν συζητήθηκε το θέμα ως προς το αν θα χρησιμοποιηθεί το κοινοβούλιο για την καταπολέμηση του κοινοβουλευτισμού, στο πλαίσιο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1920, το ρεύμα μας, η Ιταλική Κομμουνιστική Αριστερά, αγωνίστηκε για την υιοθέτηση της τακτικής της αποχής σε χώρες με μακρά δημοκρατική παράδοση, σε αντίθεση με την τακτική του «επαναστατικού κοινοβουλευτισμού» που υποστηρίχθηκε από τους Μπολσεβίκους.

Όμως, οι εκπρόσωποι της καθεμίας από τις δύο λύσεις παρέμειναν ενωμένοι στο πεδίο των αρχών, που εκφράστηκαν σε μια σταθερή κοινή πλατφόρμα.

Και οι δύο απέκλεισαν, όχι μόνο τη δυνατότητα, που υποστηρίχθηκε από τους ρεφορμιστές, της μετάβασης στον σοσιαλισμό με κοινοβουλευτικά μέσα, αλλά και όλες τις προοπτικές που προέβαλε η αντιμαρξιστική «άκρα Αριστερά», δηλαδή τον εκδημοκρατισμό των αστικών θεσμών ως εφαλτήριο για την προλεταριακή επανάσταση, ενδιάμεσα στάδια ανάμεσα στη δικτατορία της αστικής τάξης και στη δικτατορία του προλεταριάτου, τον σχηματισμό κυβερνήσεων στο πλαίσιο του αστικού κράτους, σύμφυρμα από κοινοβουλευτικούς θεσμούς και όργανα της προλεταριακής εξουσίας.

Και οι δύο διακήρυξαν ότι το μοναδικό και αναγκαίο μέσο για την προλεταριακή χειραφέτηση είναι η βίαιη επανάσταση, η καταστροφή του αστικού κράτους (και, επομένως, του κοινοβουλευτισμού), η δικτατορία του προλεταριάτου με επικεφαλής το επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα, η χρήση ισχύος κατά της πρώην άρχουσας τάξης∙ μέσα τα οποία σηματοδοτούν το τέλος κάθε «δημοκρατίας».

Η συζήτηση μεταξύ των μπολσεβίκων και του ρεύματός μας δεν αφορούσε ζητήματα αρχής, τα οποία όλα τα ρεύματα και τα κόμματα που σήμερα ισχυρίζονται ότι είναι μαρξιστικά έχουν αποκηρύξει. Επρόκειτο για ένα ζήτημα τακτικής που ήταν σχετικά ήσσονος σημασίας σε σύγκριση με αυτές τις αρχές: στο πλαίσιο του κομμουνιστικού αγώνα, ο οποίος είναι τόσο αντιδημοκρατικός όσο και αντικοινοβουλευτικός, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το «βήμα του κοινοβουλίου», «δεδομένου ότι δεν έχουμε τη δύναμη να το καταστρέψουμε», για να κινητοποιήσουμε τις μάζες ενάντια στην αστική τάξη και το πολιτικό της σύστημα;

Το Δεύτερο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς υιοθέτησε τις «Θέσεις» του «επαναστατικού κοινοβουλευτισμού» που παρουσιάστηκαν από τους Μπολσεβίκους. Απορρίπτοντας την προοπτική της κατάκτησης του κοινοβουλίου, αυτές οι «Θέσεις» υποστήριξαν ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να συμμετέχει σ' αυτό ώστε να το καταστρέψει εκ των ένδον. Η οδηγία αυτή -την οποία όλες οι ακροαριστερές ομάδες, όντας βυθισμένες στην ψηφοθηρία, έχουν πλέον ξεχάσει- συνοδεύτηκε από μια σειρά δρακόντειων προϋποθέσεων:

Πρώτον, το επίκεντρο της κομμουνιστικής δραστηριότητας δεν θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι η εκλογική και κοινοβουλευτική δραστηριότητα, μιας και το κοινοβούλιο στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες έχει μετατραπεί οριστικά σε όργανο ψεύδους και εξαπάτησης του προλεταριάτου. Τα βασικά στοιχεία της κομμουνιστικής δράσης πρέπει να ασκούνται εκτός κοινοβουλίου, μέσα στη δράση των μαζών και υπό την ηγεσία του κόμματος, με στόχο την εξέγερση και τον εμφύλιο πόλεμο.

Κατά συνέπεια, η εκλογική και κοινοβουλευτική δραστηριότητα πρέπει να υποτάσσεται αυστηρά στην προετοιμασία της επαναστατικής πάλης της οποίας είναι μόνο επικουρικό και συνοδευτικό μέσο. Οι «Θέσεις» άλλωστε δεν έθεσαν ως απόλυτο κανόνα τη συμμετοχή στις εκλογές και το κοινοβούλιο. Αντιθέτως, υποστήριζαν την ανάγκη να μποϊκοταριστούν σε ορισμένες σαφώς καθορισμένες συνθήκες επαναστατικής ριζοσπαστικοποίησης: οι Μπολσεβίκοι το είχαν κάνει αυτό αρκετές φορές, αρχής γενομένης το 1905 με το μποϊκοτάζ της πρώτης Δούμας που εκχωρήθηκε από τον Τσάρο, με την αποχώρηση από το κοινοβούλιο του Κερένσκι το 1917 και με τη διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης τον Ιανουάριο του 1919, την ημέρα της σύγκλησής της.

Τέλος, οι Μπολσεβίκοι έθεσαν ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του «επαναστατικού κοινοβουλευτισμού» την ύπαρξη γνήσιων κομμουνιστικών κομμάτων που έχουν διασπαστεί εντελώς από όλες τις ρεφορμιστικές ή κεντριστικές τάσεις («επαναστάτες στα λόγια, μεταρρυθμιστές στην πράξη»), τις οποίες δεν θεωρούσαν ως «τάσεις του εργατικού κινήματος» αλλά ως εκπροσώπους του ταξικού εχθρού.

Αυτός ήταν ο επαναστατικός κοινοβουλευτισμός του Λένιν: δεν είχε τίποτα κοινό με την πρακτική των υποτιθέμενων οπαδών της άκρας Αριστεράς, που θέτουν τη συμμετοχή στις εκλογές ως άξονα της δραστηριότητάς τους και προς την οποία αναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειών και των πόρων τους. Οι οποίοι, αντί να αξιοποιούν την ευκαιρία να διαδίδουν επαναστατικές αρχές, κάνουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποτρέψουν τη ρήξη του προλεταριάτου με τον ρεφορμισμό. Και οι οποίοι βλέπουν στη συμμετοχή στην εκλογική μασκαράτα τον τρόπο για την οικοδόμηση ενός προλεταριακού κόμματος από την οπορτουνιστική συγχώνευση ετερογενών ρευμάτων.

Κατά την παρουσίαση των επιχειρημάτων τους στο Συνέδριο της Διεθνούς, οι Μπολσεβίκοι ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με την καταπολέμηση των «παιδιάστικων» θέσεων αναρχοσυνδικαλιστικού ή ακροαριστερού τύπου που εμπόδιζαν την ανάπτυξη των νεαρών δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων. Όμως, παρά την πλήρη ορθότητα των αρχών επί των οποίων στηρίχθηκαν και παρ' όλες τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αυτά τα επιχειρήματα ήταν πολύ ανεπαρκή για τις χώρες που είχαν παλιές δημοκρατικές παραδόσεις, όπου η αστική τάξη είχε καταφέρει να παρασύρει το προλεταριάτο στο εκλογικό και κοινοβουλευτικό αδιέξοδο, όταν το ζήτημα ήταν ακριβώς η εγκατάλειψή του. Οι Μπολσεβίκοι, οι οποίοι ήταν εξοικειωμένοι με σκληρή παράνομη δραστηριότητα μέσα σε μια κατάσταση της διττής επανάστασης (δηλαδή μια επανάσταση η οποία ήταν όχι μόνο αντικαπιταλιστική, αλλά και αντιφεουδαρχική, και η οποία, ως εκ τούτου, ήταν μια κατάσταση όπου οι δημοκρατικές διεκδικήσεις είχαν ακόμα ένα επαναστατικό περιεχόμενο) αγωνίστηκαν για να κατανοήσουν την έκταση των κινδύνων του δημοκρατικού οπίου για την ταξική πάλη στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και τις δυσκολίες που είχε το προλεταριάτο για να αποτοξινωθεί από αυτό.

Η Κομμουνιστική Αριστερά δεν αρνήθηκε ότι ο επαναστατικός κοινοβουλευτισμός των Μπολσεβίκων ήταν δικαιολογημένος σε χώρες όπου η αστική επανάσταση δεν είχε ακόμα πραγματοποιηθεί (όπως στην τσαρική Ρωσία, στις αποικίες ή στις καθυστερημένες χώρες): σε αυτές τις χώρες η δημοκρατία, που σηματοδοτεί το τέλος των παλιών φεουδαρχικών δομών, ήταν ένας αστικός επαναστατικός στόχος, ο οποίος, για να επιτευχθεί, απαιτείτο ένοπλη πάλη και το προλεταριάτο έπρεπε να τον υποστηρίξει. Η τακτική του επαναστατικού κοινοβουλευτισμού θα μπορούσε επίσης να αποβεί χρήσιμη για χώρες με νεαρό καπιταλισμό, όταν το κοινοβούλιο ήταν ακόμη το κέντρο της εξουσίας και, εν μέρει, μια αρένα της πάλης των τάξεων. Η συμμετοχή στις εκλογές και στο κοινοβούλιο ήταν ένα μέσο προπαγάνδας και ζύμωσης για την απόσπαση των προλετάριων από την επιρροή των αριστερών αστικών κομμάτων, σε αντίθεση με τις απολίτικες αναρχικές θέσεις, ακόμη και υπό τον κίνδυνο – ο οποίος είχε καταγγελθεί από τον Μαρξ - του να εκπέσει κανείς σε «κοινοβουλευτικό κρετινισμό», δηλαδή να δίνει πολύ μεγάλη σημασία στην κοινοβουλευτική δραστηριότητα.

Από την άλλη μεριά, η νέα φάση που άνοιξε από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο απαιτούσε όλες οι ενέργειες του κόμματος και της εργατικής τάξης να αφιερώνονται στην άμεση προετοιμασία της προλεταριακής επανάστασης. Μια πολύ πιο αυστηρή τακτική ήταν απαραίτητη σε όλες τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες, όπου το κοινοβούλιο και οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα αντεπαναστατικό όπλο έμμεσης άμυνας κατά της προλεταριακής πάλης, μια ισχυρή τροχοπέδη για την επέκταση της επερχόμενης επανάστασης από τη Ρωσία.

Ύστερα από δεκαετίες ελεκτοραλισμού[2] και κοινοβουλευτικού ρεφορμισμού, η αυστηρή επιλογή των επαναστατικών μειοψηφιών ήταν αδύνατη χωρίς την πλήρη ρήξη με την αδράνεια και τους διαταξικούς συμβιβασμούς της αστικής δημοκρατίας καθώς επίσης και με την ελεκτοραλιστική και την κοινοβουλευτική πρακτική, η οποία αποτελεί το πεδίο ενάσκησής της. Αν ήταν απαραίτητο να εμβολιαστεί το νεαρό Κομμουνιστικό Κόμμα κατά της «παιδικής αρρώστιας» του αριστερισμού, ήταν ακόμη σημαντικότερο να εμβολιαστεί ή να απαλλαγεί από τα ψευδοεπαναστατικά ρεύματα τα οποία, ενώ αναγκάστηκαν να βγάζουν μεγαλόστομες επαναστατικές ομιλίες λόγω της ριζοσπαστικοποίησης της εργατικής τάξης, στην πραγματικότητα παρέμειναν σταθερά δέσμια της σοσιαλδημοκρατικής ρεφορμιστικής πρακτικής.

Ωστόσο, η τακτική του «επαναστατικού κοινοβουλευτισμού» καθιστούσε ακόμα δυσκολότερη τη ρήξη με τον κεντρισμό, αυτόν τον κρυφό ρεφορμισμό. Και το κυριότερο, με την αφιέρωση ενός μέρους των ενεργειών των νεαρών κομμουνιστικών κομμάτων στην εκλογική δραστηριότητα, κινδύνευε να παρεμποδιστεί η δραστηριότητά τους στο εξωκοινοβουλευτικό πεδίο και η προετοιμασία τους για τα καθήκοντα της κορυφαίας επαναστατικής δραστηριότητας. Αυτός ο κίνδυνος ήταν ιδιαίτερα μεγάλος ως προς το ότι αυτά τα κομμουνιστικά κόμματα δεν μπορούσαν να βασιστούν, όπως οι Μπολσεβίκοι, σε μια παράδοση επαναστατικής πάλης και παράνομης δράσης, αλλά έπρεπε να αποκοπούν από μια βαριά ρεφορμιστική παράδοση που υπήρχε μέσα στα κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς της αμιγώς νόμιμης και κοινοβουλευτικής δραστηριότητας.

Η ανάγκη να εξηγηθεί καθαρά και ανυποχώρητα στο προλεταριάτο της Δύσης, που είναι φυλακισμένο στο παραλυτικό δίκτυο των δημοκρατικών θεσμών και διαποτισμένο με ειρηνιστικές αυταπάτες, την πρακτική αδυναμία να επιτευχθεί η  ανατροπή του καπιταλισμού μέσα από εκλογικές, κοινοβουλευτικές και ειρηνικές μεθόδους, δεδομένου ότι τα κομμουνιστικά κόμματα δεν κάνουν χρήση αυτών των μεθόδων, έστω και περιστασιακά και «τακτικά», αλλά επικεντρώνουν όλες τις προσπάθειες προπαγάνδας και ζύμωσης στην επαναστατική ταξική πάλη, καλώντας τους εργάτες να στραφούν μακριά από την εκλογική εκτροπή.

 Έτσι, η αποχή της Κομμουνιστικής Αριστεράς δεν είχε τίποτα κοινό με τη μεταφυσική στάση των «παιδιάστικων» ρευμάτων. Το ρεύμα μας δεν αρνείται τη μη χρησιμοποίηση του κοινοβουλίου για ηθικούς λόγους (δηλ. επειδή «αρνείται να συμβιβαστεί», επειδή φοβάται «να λερώσει τα χέρια του», επειδή «αρνείται από θέση αρχής» τη χρήση νόμιμων μέσων πάλης), από πολιτική αδιαφορία ή από το φόβο των «αρχηγών» για τους οποίους το κοινοβούλιο είναι το πεδίο δράσης. Οι λόγοι οφείλονται στις απαιτήσεις της επαναστατικής προετοιμασίας στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης ιστορικής και υλιστικής ανάλυσης.

 

Το 1920 το ζήτημα θα μπορούσε ακόμα να συζητηθεί. Έκτοτε η ιστορία έχει δείξει ότι η κριτική που έγινε από την Κομμουνιστική Αριστερά ήταν δικαιολογημένη. Από τον επαναστατικό κοινοβουλευτισμό, νοούμενο ως ένα απλό επαναστατικό βήμα, η χρήση του κοινοβουλίου αυξήθηκε ανεπαίσθητα ως προς τη διεξαγωγή της επανάστασης, μετά η χρησιμοποίησή του δικαιολογήθηκε για την υπεράσπιση του αστικού κράτους ενάντια στο φασισμό, και, εν τέλει, φθάσαμε στην «εκ νέου αποτίμηση του ρόλου του κοινοβουλίου» σε αυτό το κράτος!

Φυσικά, ο εκφυλισμός του κομμουνιστικού κινήματος και της Διεθνούς καθορίστηκε από ένα σύνολο παραγόντων πολύ ευρύτερων από την απλή στάση απέναντι στο εκλογικό ζήτημα. Αν αυτός ο εκφυλισμός έγινε δυνατός αυτό οφείλεται στο ότι, κατά πρώτο λόγο, η διαδικασία του σχηματισμού των κομμουνιστικών κομμάτων έγινε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, δηλαδή όχι διαμέσου της αυστηρής επιλογής αλλά διαμέσου της προσχώρησης σε αυτά τα κόμματα ολόκληρων πτερύγων των παλαιών ρεφορμιστικών κομμάτων οι οποίες τα αποδυνάμωσαν εξαρχής, εμποδίζοντας τη ρήξη με τις σοσιαλδημοκρατικές πρακτικές. Το γεγονός ότι η αποχή από τις εκλογές, η «δοκιμή» της ρήξης με τον ρεφορμισμό δεν εφαρμόστηκε, αναμφίβολα συνέβαλε σε αυτή την αποδυνάμωση.

Αλλά κάποιος μπορεί να μας πει ότι η κατάσταση είναι διαφορετική από εκείνη υπήρχε τη δεκαετία του ‘20. Προφανώς! Αλλά σε τι διαφέρει;

Δεν υπάρχει πια επαναστατική Διεθνής. Οι αρχές της βίαιης επανάστασης και της δικτατορίας του προλεταριάτου έχουν εγκαταλειφθεί και λησμονηθεί. Η εργατική τάξη έχει μολυνθεί μέχρι το μεδούλι από τη δημοκρατία και τον λεγκαλισμό[3]. Ακόμα και ο καθημερινός αγώνας για την υπεράσπιση επιβίωσης από τις συνέπειες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης έχει επανειλημμένα τορπιλιστεί από τις εκκλήσεις για «διάλογο» και «ταξική συνεργασία».

Έτσι, αν η σημερινή κατάσταση είναι διαφορετική αυτό καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη της ρήξης με τις μεθόδους και τις πρακτικές της αντιπροσωπευτικής και κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Η ανάγκη για αυτή την πλήρη ρήξη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τερματισμό κάθε κοινωνικής ειρήνης, κάθε ταξικής συνεργασίας, κάθε αλληλεγγύης με το έθνος. Εκείνοι που διατείνονται ότι καλούν το προλεταριάτο στην πάλη των τάξεων και μαζί στην εκλογική μασκαράτα, εκείνοι που μιλούν για επανάσταση και, την ίδια ώρα, το καλούν να ψηφίσει μια αριστερή κυβέρνηση ή εναντίον μιας δεξιάς κυβέρνησης απλώς υπονομεύουν τη βάση για την προαγωγή του προλεταριάτου την οποία ισχυρίζονται ότι θέλουν να προωθήσουν.

Αλλά και πάλι οι επικριτές μας μπορεί να αντιτείνουν ότι «η φωνή είναι φωνή βοώντος εν τη ερήμω».

Εμείς απαντάμε ως εξής: αυτή η αντίρρηση προέρχεται από προδότες ή μελλοντικούς προδότες. Ο Λένιν νίκησε τον Οκτώβρη του 1917, επειδή τόλμησε να δηλώσει τον Απρίλιο, ύστερα από τέσσερα χρόνια σκληρού αγώνα ενάντια στο ρεύμα, μέσα στην καρδιά του ιμπεριαλιστικού πολέμου: «καλύτερα να είναι κανείς μόνος, όπως ο Λήμπκνεχτ, γιατί αυτό σημαίνει να είναι με το επαναστατικό προλεταριάτο»[4]. Ασχέτως της απόστασης – η οποία, δίχως αμφιβολία, είναι μεγάλη – που μας χωρίζει από την τελική έκβαση, η προετοιμασία μπορεί να γίνει μόνο με διεξαγωγή ενός αγώνα ενάντια στις ρεφορμιστικές προοπτικές και πρακτικές, χωρίς ταλάντευση και ενάντια στο ρεύμα, και επομένως κατά του ελεκτοραλισμού.

Όποιος και αν είναι ο συσχετισμός δυνάμεων, το δίλημμα παραμένει: ή εκλογική προετοιμασία ή επαναστατική προετοιμασία.

 

 

Πηγή: («Proletarian», Νο. 7, Καλοκαίρι 2011)

 

 

Διεθνές Κομμουνιστικό Κόμμα

 

www.pcint.org

 


[1] βλ. «Θέσεις για την αστική δημοκρατία και τη δικτατορία του προλεταριάτου», οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Πρώτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. 

 

[2] Ελεκτοραλισμός (electoralism) είναι η υπαγωγή της πολιτικής δραστηριότητας στην εκλογική αναμέτρηση ως ο σημαντικότερος απώτερος στόχος ενός κόμματος. (Σ.τ.Μ.)

 

[3] Λεγκαλισμός (legalism) είναι η πλήρης υποταγή στην αστική νομιμότητα. (Σ.τ.Μ.)

[4] Ο Καρλ Λήμπκνεχτ και ο Ότο Ρύλε ήταν οι μοναδικοί βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος που ψήφισαν κατά των πολεμικών δαπανών όταν εξερράγη ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. (Σ.τ.Μ.)

 

http://engymo.wordpress.com/

 

http://engymo.wordpress.com/


 
Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες
Κορυφή της σελίδας