[πληροφορίες για ασφαλή σύνδεση HTTPS]   [http://gutneffntqonah7l.onion - κρυμμένη υπηρεσία στο δίκτυο Tor]
ειδήσεις | θέματα | δημοσιεύστε | κοινότητα | πληροφορίες | επικοινωνία | υποστήριξη | βοήθεια | rss    

[Athens independent media centre]
Ελληνικά | English

.: ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ :.

επιλέξτε μέσο



Μετάβαση στο άρθρο με αριθμό


Προσπελάστε το αρχείο του IMC-Athens ομαδοποιημένο κατά θεματικές ενότητες


Προσπελάστε τα άρθρα και τις συλλογές πολυμέσων του παλιού IMC-Athens 2005-2006

άρθρα - συλλογές πολυμέσων
.: ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ :.
Απολυσεις 2010
συγκεντρωμένες οι απολύσεις του 2010
.: ΠΑΡΤΕ ΜΕΡΟΣ :.
κοινότητα συμμετέχετε ενεργά στην αντιπληροφόριση

IRC
Άμεση συνεννόηση για τρέχοντα νέα

δημοσιεύστε
ανεβάστε ήχους, βίντεο, εικόνες ή κείμενα, κατευθείαν από τον browser σας

ειδήσεις
μέχρι στιγμής κάλυψη διαδηλώσεων και θεμάτων

επικοινωνία

.: ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ :.
98 FM
1431AM
radio revolt
radio katalipsi
radio radiourgia
105fm
Αυτόνομο Ράδιο Ιωαννίνων
Ραδιοφράγματα
raDiopaRasita!
.: ΑΛΛΑ SITE :.
Contra Info
Διαμοιρασμός οπτικοακουστικού και έντυπου υλικού
Skytal.es
.: ΑΛΛΑ IMC(s) :.

www.indymedia.org

Projects
print
radio
satellite tv

Africa
ambazonia
canarias
estrecho / madiaq
kenya
south africa

Asia
japan
india
korea
philippines

Canada
maritimes
quebec

Europe
abruzzo
alacant
antwerpen
athens
austria
barcelona
belarus
bordeaux
bristol
brussels
bulgaria
calabria
emilia-romagna
estrecho / madiaq
euskal herria
galiza
germany
grenoble
hungary
ireland
istanbul
italy
la plana
liege
liguria
lille
linksunten
lombardia
london
madrid
malta
marseille
nantes
napoli
netherlands
nice
northern england
norway
nottingham
oost-vlaanderen
paris/île-de-france
piemonte
portugal
roma
romania
russia
scotland
sverige
switzerland
torun
toulouse
ukraine

Latin America
argentina
bolivia
chiapas
chile
chile sur
cmi brasil
cmi sucre
colombia
ecuador
mexico
peru
puerto rico
qollasuyu
rosario
santiago
uruguay
venezuela

Oceania
aotearoa
melbourne
perth
sydney

United States
arizona
austin
austin indymedia
baltimore
big muddy
binghamton
boston
buffalo
chicago
colorado
columbus
hawaii
houston
hudson mohawk
los angeles
michigan
philadelphia
rochester
rogue valley
saint louis
saint-petersburg
san diego
san francisco
san francisco bay area
santa cruz, ca
seattle
urbana-champaign
washington dc
western mass
worcester

West Asia
beirut
israel
palestine

Topics
biotech

Process
fbi/legal updates
mailing lists
process & imc docs

συνεισφέρετε νέο άρθρο | στείλτε το άρθρο με e-mail

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες
1451482
Πλευρές της πολιτικής διάστασης (Μεταπολίτευση, ΠΑΣΟΚ, δύο μονομάχοι, αριστερά κλπ)
από ΚΟΕτζής 11:41, Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013
θεματικές: Καμμία θεματική

10 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, γίνεται ένας πρώτος απολογισμός για την εξέλιξη της κοινωνίας, του ελληνικου καπιταλισμού, του φαινομένου ΠΑΣΟΚ που η αριστερά, ακόμα και η εξωκοινοβουλευτική, δεν έλυσε. Η μπροσούρα είναι από τις εκδόσεις Α/συνέχεια, του 1984. Η Α/συνέχεια το 2003 μετεξελίχτηκε στην Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας (ΚΟΕ).

ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗΣ: ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ, ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΠΑΣΟΚ, ΔΥΟ ΜΟΝΟΜΑΧΟΙ, ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ..

 

•  Ποια η σχέση εσωτερικών και εξωτερικών όρων στην εξέλιξη της νεοελληνικής κοινωνίας; Ποιες οι δυνατότητες του ελληνικού καπιταλι­σμού, ποιες οι ιδιομορφίες απ' τις σχέσεις εξάρτησης;

•  Τι αποτέλεσε για την ελληνική κοινωνία η μεταπολίτευση τις 23 Ιούλη '74; Ποιες οι ανάγκες που οδήγησαν σ' αυτήν και κυρίως ποια κατάσταση διαμόρφωσε στην πολιτική ζωή της χώρας;

•  Τι ερμηνείες δίνονται στον κοινωνικό γρίφο, του ΠΑΣΟΚ; Αποτελεί έναν μαρξιστικό τριτοκοσμικό σχηματισμό; Είναι ένα ιδιότυπο ρεφορμι­στικό κόμμα, κόμμα του μικροαστικού σοσιαλισμού; Ή μήπως είναι έκ­φραση ενός αυθεντικού σοσιαλιστικού κινήματος, ένα λαϊκίστικο ποπουλίστικο κίνημα; Είναι ένα αστικό κόμμα που ανήκει όμως στην Αριστερά; Αποτελεί μικρομεσαία διαχείριση του κεφαλαίου; Είναι κόμμα μιας μερί­δας της μεγαλοαστικής τάξης;

•  Αλλαγή - απαλλαγή. ΠΑΣΟΚ και άλλες δημοκρατικές δυνάμεις εναν­τίον της επάρατης δεξιάς. Πραγματικό δίλλημα ή τεχνητό πρόβλημα; Τι σημαίνει προεόρτια πολιτικής κρίσης; Τι κάνουμε τώρα που οι δύο μονο­μάχοι παίρνουν θέσεις μάχης και οι κουστωδίες τους δραστηριοποιούν­ται;

 

Ορισμένες διευκρινήσεις

Η δεκαετία αυτή, παρ' όλο που είναι η πλέον «ομαλή» απ' αυτές που γνώρισε αυτός ο τόπος, είναι πολύ πλούσια από κάθε άποψη. Στο κείμενο αυτό δεν σκοπεύουμε καν να απαριθμήσουμε τα όσα συνέβηκαν. Θα μεί­νουμε σ' αυτά που θεωρούμε βασικότερα, χωρίς ωστόσο να τα εξαντλού­με. Δηλαδή την εξάρτηση σαν σχέση εσωτερικών και διεθνών όρων, τη μεταπολίτευση του '74, το φαινόμενο ΠΑΣΟΚ, την αντιπαράθεση ΠΑΣΟΚ, δημοκρατικών δυνάμεων - Ν.Δ., τη στάση της «Αριστεράς» και τα παρεπόμενα της. Θα τα εξετάσουμε από τη σκοπιά της «ανεξάρτητης πολιτικής γραμμής», της «έκφρασης της κοινωνικής δυναμικής», από τη σκοπιά των προσπαθειών, που έγιναν προς αυτή την κατεύθυνση, οι οποίες -άσχετα από την κατάληξη τους- μας δεσμεύουν γιατί απλούστα­τα η κάλυψη του κενού (που υπήρχε και υπάρχει) δεν πραγματοποιήθηκε από καμιά πολιτική δύναμη.

Στη σχετική βιβλιογραφία, που είναι αρκετά πλούσια, συνηθίζεται μεταξύ των επιστημόνων - διανοουμένων μελετητών να κρίνεται μια εργα­σία από τη μεθοδολογική της αρτιότητα, από την προβολή ενός «συστή­ματος υποθέσεων», που να επιτρέπει την διατύπωση ενός «θεωρητικού υποδείγματος». Μια άποψη παίρνεται λιγότερο ή περισσότερο στα σοβα­ρά, αν είναι μεθοδολογικά δομημένη, αν έχει την πρέπουσα αυστηρότητα, αν κινείται στα πεδία που θέλει να διερευνήσει, να ορίσει.

Αν ψάξουμε όμως την βαθύτερη ουσία πολλών τέτοιων εργασιών, θα παρατηρήσουμε πώς υπάρχει μια κραυγαλέα αναντιστοιχία με τις ανάγκες κάποιου κινήματος. Ο μαρξισμός μετατρέπεται σε ένα εργαλείο βοηθητικό στην «επιστημονική έρευνα». Πολύ περισσότερο έχουμε να κάνουμε με εργασίες χωρίς υποκείμενο, πέρα από το υποκείμενο, όπου η επιστημολο­γική αυστηρότητα γίνεται αυτοσκοπός. Οι αντιπαραθέσεις μοιάζουν να την υπηρετούν. Δεν μιλάμε βέβαια για τις πολιτικές σκοπιμότητες, γιατί τότε τα περισσότερα απ' αυτά που γράφονται έχουν, ίσως λίγη σχέση μ' αυτό που εμείς προσδοκάμε.

Αυτά λέγονται, όχι γιατί το υλικό που αναγκαστικά σ' αυτό προσφεύ­γει ο καθένας δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον (υπάρχουν και οξυδερκείς προ­βληματισμοί και πάμπολα απαραίτητα στοιχεία) αλλά κυρίως για να διευ­κρινιστεί ότι άλλα πράγματα μας πιέζουν, μας ωθούν στην προσπάθεια μας. Δεν ξεχνάμε πώς η θεωρητική δουλειά, το πεδιό της θεωρίας, δεν εί­ναι καφενείο και μπακάλικο. Όμως, «οι σιωπές των θεωρητικών» είναι και ένοχες και πολλές. Μας ωθεί και μας πιέζει η ανάγκη διάνοιξης δρόμου σε ένα περιβάλλον σύνθετο όπου έχουν υπερ-συσσωρευτεί προβλήματα. Και η οικοδόμηση μιας προοπτικής, χωρίς γνώση και θεωρία δεν μπορεί να γί­νει.

Γι' αυτό, τα όσα ακολουθούν, αλλά και γενικά το επίπεδο μας είναι ακόμα μακριά απ' αυτό που λέμε «επαναστατική θεωρία». Όμως, είναι απαραίτητα. Απέναντι στους καθηγητάδες, τις αυθεντίες, τα κέντρα ερευ­νών, τους ειδικούς, τα κομματικά επιτελεία, απέναντι σ' όσους τέλος πάν­των διαιωνίζουν το ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων δεν τρέφουμε καμιά συμπάθεια ή σεβασμό. Γιατί απλούστατα αναπαράγουν με πολύ άσχημο τρόπο τη διάκριση πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μέρος μιας συλλογικής δουλειάς που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1984 και συνεχίζεται. Η προσπάθεια αυτή περιλαμβάνει τρία ζητήματα.

—Ο σύγχρονος κόσμος μέσα από τις έννοιες: ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων, μετάβαση - παλινόρθωση, κρίση - ανασύνθεση του κεφαλαίου. —Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα και το πρόβλημα της εξάρ­τησης. —Ορισμένες πτυχές της πολιτικής διάστασης στη δεκαετία '74-'84.

Τα όσα λοιπόν σημειώνονται σήμερα αποτελούν, ορισμένες πρώτες καταλήξεις που νοιώθουμε την ανάγκη να θέσουμε, να συζητήσουμε, να δοκιμάσουμε, να τροποποιήσουμε. Υπάρχει όμως κι ένας άμεσος λόγος. Είναι μεγάλη η ανάγκη προσανατολισμού των προσπαθειών του κινήμα­τος μπροστά στις εξελίξεις που έρχονται και ιδιαίτερα όσον αφορά τις επι­πτώσεις στους μαζικούς κοινωνικούς χώρους από την κίνηση «αλλαγής -απαλλαγής».

Ο σωστός προσανατολισμός ιδιαίτερα στις αλλαγές φάσεων (στην περίπτωση μας η αναταραχή της αστικής τάξης και η ωρίμανση των όρων  διαπραγμάτευσης ορισμένων συμβολαίων) είναι αναγκαίο να συνδυάζεται με το μόνιμο καθήκον της γενικής προετοιμασίας. Γι' αυτό και θα προσθέσουμε μερικές εκτιμήσεις.

Ένας εικοσάχρονος κύκλος προσπαθειών κι αποπειρών για «μια άλλη Αριστερά», έχει κλείσει αφήνοντας όμως υλικά ίχνη και υλικό προς επε­ξεργασία, τέτοιο που να μην επιτρέπονται τουλάχιστον οι ανιαρές επαναλήψεις. Το αίτημα μιας άλλης Αριστεράς έχει να αναμετρηθεί με την πρό­σφατη έστω ιστορία του, είτε το θέλουμε είτε όχι. Οι σκοπιμότητες της στιγμής και οι υπεκφυγές δεν βοηθούν καθόλου όσους πραγματικά νοιά­ζονται γι' αυτό.

Ας υποθέσουμε πως μας ενδιαφέρει σοβαρά το άνοιγμα ενός νέου κύ­κλου προσπαθειών και αποπειρών που να μας φέρνει πιο κοντά στην «άλ­λη αριστερά». Θα διαπιστώσουμε από την αρχή την ανάγκη «για νέα θεωρία, νέα οργάνωση» και ίσως νοιώσουμε ένα φόβο μέσα στο αρχιπέλαγος των σκόρπιων ιδεών και πραχτικών, στο κλίμα της μεταδιάλυσης και κυρίως των κακοχωνεμένων γνώσεων και αντιλήψεων.

Σ' αυτή την υπόθεση που κάναμε δίνουμε την κατ' αρχήν απάντηση μας. Βρισκόμαστε σε μια εποχή γενικής προετομασίας. Η προετοιμασία αυτή αφορά όλα τα επίπεδα. Στο θεωρητικό επίπεδο περιλαμβάνει:

 —Τη γνώση του σύγχρονου κόσμου (κρίση - ανασύνθεση κεφάλαιο, παγ­κόσμιο ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων, μετάβαση - παλινόρθωση).

 —Διαλεκτική μέθοδος και μαρξισμός.

 —Το «χώνεμα» της πείρας του κομμουνιστικού κινήματος.

Παράλληλα η ανάγκη ανεξάρτητης έκφρασης του ταξικού ανταγωνι­σμού σε διάφορους κοινωνικούς χώρους, επιβάλλει την κάθε φορά συνέ­νωση όσων πρέπει και μπορούν να συνενωθούν, ανιχνεύοντας τα απαραίτητα για το σκοπό αυτό οργανωτικά σχήματα (και όχι ξεκινώντας απ' αυτά).

Έτσι φτάνουμε λοιπόν, στην οικοδόμηση συλλογικοτήτων, στο άπλωμα και στέριωμα ενός διχτύου δραστηριοτήτων.

Υποκείμενα αυτών των δραστηριοτήτων είναι συγκεκριμένοι άνθρω­ποι, που δημιουργούν ορισμένες σχέσεις μεταξύ τους και αποτελούν κάθε φορά —είτε ομολογείται είτε αποκρύβεται— μια στοιχειώδη μάζα οργάνωσης.

Η ανταπόκριση στα θεωρητικά προβλήματα, η παρέμβαση και η στοι­χειώδης μάζα οργάνωσης, ενώ αποτελούν στοιχεία μιας και της αυτής προσπάθειας, την ίδια στιγμή καθορίζονται από αντιθέσεις αναμεταξύ τους. Από τον τρόπο που θα κατανοούνται αυτές οι αντιθέσεις και προ­πάντων από τον τρόπο που θα επιλύονται θα εξαρτηθούν πολλά πράγμα­τα.

Κι επειδή υπάρχει μια τρίχρονη πείρα στο ονομαζόμενο εξωκοινοβουλευτικό χώρο, καλό είναι να σταθούμε σε ορισμένες αρνητικές πλευρές της.

α) Η ουσιαστική αδιαφορία για τα θεωρητικά προβλήματα. Η προτε­ραιότητα της παρέμβασης, που συνοδεύονταν από την έλλειψη της ανά­λυσης και της τοποθέτησης, οδηγεί σήμερα στη μανία για συγκρότηση ποο στηρίζεται σε ιδεολογικές καρικατούρες. Το αίσθημα της αυτάρκειας κάποιων ομάδων απλώς αναπαράγεται με άλλες μορφές.

β) Η μη προβολή θέσεων και απόψεων για συγκεκριμένα ζητήματα, η έλλειψη σαφήνειας και πολιτικής τοποθέτησης, περιόριζε σ' ένα ιδεατά μεσο όρο «όλων μαζί» και άφηνε απερίσπαστες τις διαδικασίες ενσωμάτωσης προς το ΠΑΣΟΚ και το "ΚΚΕεσ." ανάλογα με την περίσταση. Η απάντη­ση στις έτσι διαμορφωμένες καταστάσεις ήταν η παραπέρα «ιδεολογικο-ποίηση» των αντιπαραθέσεων (π.χ. επιτροπή για το στρατό), με αποτέλε­σμα τους αλληλοεκβιασμούς στο όνομα της παρέμβασης και την έλλειψη της αξιοπιστίας που χρειάζονται όλες οι προσπάθειες.,

γ) Ενώ διαψεύστηκαν σχεδόν όλες οι απόψεις που κλαψούριζαν για την αδυναμία δημιουργίας ρηγμάτων —λόγω παντοδυναμίας ΠΑΣΟΚ και εμπέδωσης του εκσυγχρονισμού— υπήρξε σαφής αναντιστοιχία μεταξύ των δυνατοτήτων και ευκαιριών που παρουσιάστηκαν ή δημιουργήθηκαν και του τρόπου - στυλ - μεθόδου που τις χειρίστηκε ο «χώρος» (π.χ. στρα­τός, Εξάρχεια κ.λ.π.).

Ξεκινώντας ακριβώς από τις αρνητικές πλευρές του πρόσφατου παρελθόντος τονίζουμε πως είναι δυνατόν —αν δουλέψουμε με προοπτική για αποτελέσματα, που θα φανούν όχι άμεσα αλλά σε μερικά χρόνια — να φτάσουμε σ' ένα άλλο επίπεδο: την παρέμβαση, και γιατί όχι, την ανεξάρ­τητη πολιτική έκφραση της «άλλης αριστεράς». Κάτω απ' αυτό το πρίσμα, η πλέον έγκυρη «συμμέτοχη» σ' αυτό το εγχείρημα είναι αυτή που επιτυγ­χάνεται διαμέσου της διαμόρφωσης απόψεων για όλα τα σημαντικά θέμα­τα.

Αν ονομάσουμε μετασχηματισμό την διαδικασία που συνενώνει την αντίσταση, την αναζήτηση, την αλλαγή του δυναμικού εκείνου, που άσχε­τα από το τι πίστευε το ίδιο για τον εαυτό του, χρωμάτισε αρκετές φορές με τη δραστηριότητα του την κοινωνία κι όχι μονάχα στη γηραιά Ήπειρο.

Αν η διαδικασία αυτή αντλεί την δύναμη της στον αγώνα ενάντια στην αποσύνθεση της κομμουνιστικής ταυτότητας, στη προσπάθεια για ένα βαθύτερο κοινωνικό ορισμό της αντίθεσης μας στη ζωή όπως διαμορφώνεται σε Δύση κι Ανατολή  

Τέλος αν θέλουμε ν' αναμετρηθούμε αλλά και να δούμε μιαν «άλλη Αριστερά» τότε οφείλουμε να κρίνουμε κάθε συλλογικότητα, ομάδα, δρα­στηριότητα, προσπάθεια από τη σχέση της, την αναφορά της, τη συνει­σφορά της στο μετασχηματισμό.

Αυτό γίνεται προσιτό, μόνο αν είναι κατανοητά τα όρια αυτής της κίνησης π[ου ξεκινάει από το αυθόρμητο για να πάει στο συνειδητό και αφορά όχι μόνο το χώρο αλλά το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας που αναδομείται στη σημερινή της φάση. Η προσπάθεια κατανόησης αυτών των ζητημάτων καθορίζουν το πώς ο καθένας άνθρωπος και οι ομάδες ανθρώ­πων εννοούν τη συλλογικότητα και δημιουργούν ανθρώπους με αριστερή κοινωνική και πολιτική συνείδηση.  

Αυτή η αντίληψη, μας κάνει να βλέπουμε με διαφορετικό μάτι, όλους όσους προσπαθούν, συλλογικά ή ατομικά ν' αντισταθούν ή αντιστάθηκαν έστω και με διαφορετικούς τρόπους στις εναλλαγές που έχει δει αυτός ο τόπος την τελευταία δεκαετία.

Α/συνέχεια Νοέμβρης '84

 

Α. ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΜΙΑ ΣΩΣΤΗ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΑΣΤΑ­ΣΗΣ, ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΟΡΩΝ, ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΕΛΛΑ­ΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΥ ΠΕΡΙΓΥΡΟΥ ΠΟΥ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛ­ΛΕΙ

Έχει καταντήσει συχνό φαινόμενο η απαρίθμηση οικονομικών στοι­χείων ή αναλύσεων για τη συσσώρευση κεφαλαίων, την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού μετά το '60, χωρίς να παίρνονται υπ' όψη οι ιδιομορφίες της ελληνικής περίπτωσης και κυρίως η πολιτική διάσταση που έχουν αυτές οι ιδιομορφίες.

Είναι συχνό επίσης το φαινόμενο, το πρόβλημα της εξάρτησης να αντιμετωπίζεται σαν ένα οικονομικό πρόβλημα.

Ψάχνουμε με αριθμούς - πίνακες - στοιχεία να αποδείξουμε αν υπάρχει εξάρτηση ή όχι, αν είμαστε ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κράτος ή όχι, λησμονώντας πως εξάρτηση δεν σημαίνει αναγκαστικά καθυστέρηση - υπα­νάπτυξη για τον ελληνικό καπιταλισμό.

Ολόκληρη η ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας αποδεικνύει ότι η ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, η ένταση και η όξυνση των σχέσεων εκμετάλλευσης, χαρακτηρίζεται απ' το βάθαιμα των σχέσεων εξάρ­τησης όλο αυτό το διάστημα.                                         

Με τον όρο εξάρτηση δεν εννοούμε ένα σύνολο φυσιολογικών ή αναγκαίων σχέσεων ανταλλαγής, που προκύπτουν απ' τη σταδιακή ενο­ποίηση των επιμέρους αγορών - κεφαλαίων- ούτε τις αντιθέσεις μεταξύ των «πλούσιων» χωρών του Βορρά ή των «φτωχών» χωρών του Νότου, ούτε τέλος ένα πλέγμα σχέσεων που πρέπει να αλλάξει προσανατολι­σμούς προς άλλους οικονομικούς - πολιτικούς ή στρατιωτικούς συνασπι­σμούς.                 

Όλες αυτές οι απόψεις έχουν στη βάση τους τη κοινή αποδοχή του διεθνούς καταμερισμού εργασίας (δ.κ.ε.) σαν κάτι το αιώνιο, το αναγκαίο, το νομοτελειακό και «πανανθρώπινα καλό».

Ο δ.κ.ε. σαν όρος, δεν αποδίδει το πραγματικό νόημα των σχέσεων που κρύβονται μέσα σ' αυτόν. Οι σχέσεις αυτές αναπτύσσονται με βάση το νομό της αξίας, μεταφέρουν την υπεραξία που παράγεται και την κατανέμουν στα διάφορα «μέρη» ανάλογα με το βαθμό δύναμης και εξουσίας που αυτά διαθέτουν.

Υπάρχει μια καταπληκτική ταύτιση απόψεων από μεριάς ΠΑΣΟΚ -"ΚΚΕ" - "ΚΚΕ(εσ.)" όσον αφορά την αποδοχή της συμμετοχής ή πρόσδε­σης όλων των χωρών στο δ.κ.ε.

Ο Π. Ρουμελιώτης υφυπουργός σήμερα, στο βιβλίο του «η οικονομι­κή κρίση και ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ» αναφέρει:

«το πρόβλημα είναι να κατορθώσει η ελληνική βιομηχανία, με την κατάλληλη αναδιάρθωσή της, να συμμετάσχει στην παγκόσμια οικο­νομία με ευνοϊκότερους όρους (...) οι διάφορες χώρες θα επιδιώξουν όπως και στο παρελθόν να διατηρήσουν τη διεθνή οικονομική τους θέση ή και να την καλυτερεύσουν (...) κάτω απ' τις συνθήκες αυτές, η Ελλάδα θα πρέπει να καθορίσει τη θέση της στο νέο, παγκόσμιο οίκο "νομικό σύστημα ή να επιδιώξει τη διασφάλιση της εθνικής της ανε­ξαρτησίας μαζί με την ευνοϊκή συμμετοχή της στο σύστημα αυτό (...)». Με βάση αυτά η πολιτική θέση του ΠΑΣΟΚ για την ΕΟΚ, «όχι στην ΕΟΚ - ναι σε μια ειδική συμφωνία» έχει μια καταπληκτική συνέπεια στα 10 χρόνια του ΠΑΣΟΚ, μιας και δεν πρόκειται για τίποτα άλλο παρά για τη δηλωμένη πολιτική έκφραση να καταλάβει η Ελλάδα μια καλύτερη θέση στο σύστημα και ιδιαίτερα στην ΕΟΚ και αυτό διότι, η σύνδεση της ελληνικής οικονομίας με την ευρωπαϊκή οικονομική ένωση ήταν μια αντικειμενική διαδικασία απ' τη δεκαετία του '60 ακόμα, και μ' αυτήν την έννοια δεν θα μπορούσε μια τέτοια στρατηγικού τύπου επιλογή να αναιρεθεί —στις βασικές της τουλάχιστον γραμμές— από οποιοδήποτε κυβερνητικό σχήμα. Οι άλλου τύπου χειρισμοί που υποστηρίζει το Πασόκ δεν αναιρούν αυτόν τον προσανατολισμό της ελληνικής οικονομίας.

Ο Γ. Σαμαράς, θεωρητικός του "ΚΚΕ". στο «κράτος και κεφάλαιο στην Ελλάδα» σημειώνει:

«(...) αν η οικονομική ανεξαρτησία ταυτίζεται με το αποτράβηγμα της χώρας απ' το διεθνή καταμερισμό εργασίας δυσκολεύεται η εθνική ανάπτυξη, διότι αποκόπτεται (η χώρα) απ' το διεθνές επίπεδο προόδου. Η συμμετοχή επομένως στον δ.κ.ε. είναι αντικειμενική ανάγκη. Στη νομοτελειακά αναγκαία διεθνή οικονομική συνεργασία δεν πρέπει να αντιπαρατάσσεται η έννοια της ανεξαρτησίας. Η ουσια­στική οικονομική συνεργασία δεν αποκλείει αλλά προϋποθέτει την "οσο το δυνατόν ευρύτερη ή ορθολογικότερη συμμετοχή στον δ.κ.ε., ώστε το εθνικό οικονομικό συμφέρον να βρίσκει αποτελεσματικότερη πραγμάτωση».

Είναι χαρακτηριστική η προσπάθεια του, να εξωραΐσει το παγκόσμιο καπιταλιστικό - ιμπεριαλιστικό σύστημα, την ανισόμετρη ανάπτυξη των «εθνικών» καπιταλισμών και της διεθνούς εξειδίκευσης που αυτό επιβάλλει. Μ' αυτήν την έννοια καταλαβαίνουμε την αγωνία τους, να συνδεθεί η Ελλάδα πιο στενά με τις «σοσιαλιστικές» χώρες, διαφοροποιώντας έτσι τους προσανατολισμούς της. Και για να μην τους αδικήσουμε παραθέτου­με ένα απόσπασμα απ' το «οικονομική στρατηγική του ιμπεριαλισμού και η Ελλάδα» του Π. Ντούσκου (θεωρητικός κι αυτός του "ΚΚΕ"):

«Ο ιμπεριαλισμός υπακούει σ' αυτή την αντικειμενική νομοτέλεια, του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας στα πλαίσια του οποίου συντελείται η ανταλλαγή των αξιών με βάση το νόμο της αξίας, αλλά προσπαθεί να την ελέγξει και να οδηγήσει τις εξελίξεις σε επιθυμητή μ' αυτόν κατάσταση. Επιδιώκει να φράξει για τις χώρες της σφαίρας επιρροής του το δρόμο για τη σύνδεση τους με τον παγκόσμιο καταμε­ρισμό εργασίας, και τις ωθεί στο μερικό διεθνή και ολοκληρωτικά στρεβλωιιενο καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας».

Τέλος στην ΚΟΘΕΠ τ. 37-38, γράφεται:

«Το ΚΚΕ(εσ,) ζητά μια ριζική αναδιάρθρωση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας (...) για να ενισχυθεί η θέση της χώρας μας στο δ.κ.ε. σε σύγκρουση με τον καταμερισμό που προσπαθούν να επιβάλ­λουν στη χώρα μας οι πολυεθνικές και το ντόπιο πολυεθνικό κεφά­λαιο». Απέναντι σε αυτές τις απόψεις πρέπει να σταθούμε μ' έναν ανταγωνι­στικό τρόπο, διότι καλυτέρευση της θέσης της Ελλάδας στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα σημαίνει συμμετοχή στην αναδιάρθρωση —ανασύν­θεση του κεφαλαίου για να ξεπεράσει την κρίση, για έναν νέο —ποιοτικά και ποσοστικά— τρόπο συσσώρευσης κεφαλαίου που «θα εντείνει την εκμετάλλευση ή καταπίεση στον ένα πόλο, όσο στον άλλο θα σωρεύει πλού­το, αγαθά» (Κ. Μαρξ). Τα δυο σημαντικότερα γεγονότα στο πλανήτη μας από πλευράς της κομμουνιστικής υπόθεσης, η μπολσεβίκικη και η κινέζι­κη επανάσταση καθώς και οι προσπάθειες μετάβασης που ακολούθησαν, έδωσαν ένα πλούτο προσπαθειών επαναστατικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων σε μια κατεύθυνση σταδιακής ρήξης με το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα και όχι βαθύτερης ενσωμάτωσης σ' αυτό. Αυτές οι προσπάθειες δημιούργησαν μεγάλους κλυδωνισμούς στο σύστημα, αποκόβοντας τεράστιες μάζες πληθυσμού κα εκτάσεις γης από τον ενιαίο καπιταλιστικό κό­σμο.

Η ιδιομορφία της Ελλάδας και επομένως της καπιταλιστικής ανάπτυ­ξης συνίσταται στη διαπλοκή της, ιστορικά, πολιτικά, και γεωγραφικά με παγκόσμιες στρατηγικές, παγκόσμια οικονομικοπολιτικά συστήματα μεγάλων δυνάμεων, για τις οποίες η στρατηγική θέση της Ελλάδας έπαιξε αρκετές φορές μεγαλύτερο ρόλο απ' την οικονομική πλευρά του ζητήμα­τος.

Οι αντιπαραθέσεις των πολιτικών κομμάτων δεν περιορίστηκαν ποτέ σε απλές οικονομικά διαφορές και αντιθέσεις. Σχετίζονται σχεδόν πάντα με συμφέροντα ή στόχους ηγεμονικών δυνάμεων.

Δίνεται λίγη, ίσως ελάχιστη σημασία, σ' αυτό που ονομάζουμε δυναμικούς παράγοντες του καθεστώτος και στους δεσμούς που τους συν­δέουν με τις επιδιώξεις διαφόρων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Γι' αυτό και η αυστηρά οικονομική διάσταση μπορεί να οδηγήσει σε κάποιες διαπιστώσεις, και να παραβλέπεται μια δυναμική που σχετίζεται με την κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ της εσωτερικής εξέλιξης και των διεθνών όρων·                                                                

Οι ιδιομορφίες της Ελλάδας που την σημαδεύουν ιστορικά - πολιτικά -γεωγραφικά - οικονομικά σαν ένα ιδιαίτερο υποσύστημα, μπορούν να συνοψιστούν στα:

—Η συγκρότηση του ελληνικού κράτους έγινε με την εγγύηση «μεγάλων δυνάμεων», γεγονός όχι και τόσο συνηθισμένο στην υπό­λοιπη Ευρώπη.

—Αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε μ' έναν γενικό τρόπο «ελληνικός αστισμός» γνώρισε αρκετές λαχτάρες. Το '22 έσπασε τα μούτρα του, το '40-49 είδε τον «χάρο με τα μάτια του», σώθηκε χάρη σε ξένες δυνάμεις.

—Η στρατιωτική θέση της Ελλάδας στο γεωπολιτικοστρατιωτικό χάρτη σαν το «μαλακό υπογάστριο» κοντά σε Ευρώπη - Ασία -Αφρική, σαν ένας μόνιμος δίαυλος προς τις αναπτυσσόμενες χώρες της Μ. Ανατολής ή Ασίας όπου μαίνεται ο ανταγωνισμός του - αμε­ρικάνικου - σοβιετικού - δυτικοευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού.

—32 χρόνια απ' την ίδρυση του ΝΑΤΟ το «ελληνοτουρκικό» αποτελεί μια ανοικτή πληγή. Το «κυπριακό» 34 χρόνια είναι στην καρδιά των εξελίξεων στη χώρα.

—Δεν υπάρχει οικονομικός ανταγωνισμός ιμπεριαλιστικών δυνάμεων; Κάθε άλλο. Η περίοδος Παπάγου ('52-'56 ήταν περίοδος συγκρούσεων του αμερικάνικου κεφαλαίου με το αγγλικό. Χάνουν οι τελευταίοι μια σειρά από θέσεις, επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, τράπεζες, ενώ οι γερμανοί δεν χάνουν σχεδόν τίποτα. Παρά το διώξιμο του Μαρκεζίνη, ο ΟΤΕ, η ΑΕΗ, η Εταρεία Υδάτων, η Εθνική Τράπεζα κι άλλες μικρότερες, είναι το αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Αργότερα ο Μποδοσάκης θα χάσει την Πτολεμαΐδα και θα πάρει άλλα, ενώ η ΔΕΗ θα μετατραπεί σ' αυτό το τερατώδες μονοπώλιο. Απ' αυτές τις συγκρούσεις ωφελημένοι βγαίνουν οι Γάλλοι, που με συμβιβασμούς στις αρχές μπαίνουν στη χημική βιομηχανία, ενώ ο ορυκτός πλούτος αποτέλεσε και αποτελεί —ιδιαίτερα σήμερα— αντι­κείμενο σκληρών ανταγωνισμών ανάμεσα στους πάντες (πετρέλαιο - αλουμίνα, κλπ.).

—Η ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού —κύρια μεταπολεμι­κά— βασίστηκε στις ανάγκες του ξένου πολυεθνικού κεφαλαίου που είχε ανάγκη επέκτασης ή διεύρυνσης των περιθωρίων του για φτηνές πρώτες ύλες - φτηνό εργατικό δυναμικό - νέες αγορές, μ'άλλα λόγια της ανάγκης του για διεθνοποίηση. Έτσι αναπτύχθηκε όλη αυτή την περίοδο ένα σύνολο από δραστηριότητες στο δευτερογενή και τριτογενή τομέα, μια εκβιομηχάνιση της χώρας με παράλληλη υπερδιόγκωση του κρατικού μηχανισμού. Οι δραστηριότητες αυτές —κι αυτό είναι το σημαντικό— αναπτύχθηκαν σε μια μεταπρατική -εμπορομεσιτική βάση, στηρίχθηκαν στη βάση των κενών που δημιουργούσε ο ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστών στην περιοχή (κύρια ο αμερικάνικος και κατά δεύτερο λόγο ο δυτικοευρωπαϊκός και ο σοβετικός σοσιαλιμπεριαλισμός, εκμεταλλεύτηκαν τα κενά αυτά και παράλληλα εξυπηρέτησαν το παιχνίδι των πολυεθνικών στην περιοχή (κλασσική περίπτωση το εφοπλιστικό κεφάλαιο).

—Η εκδήλωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στην περιοχή και οι επιπτώσεις της στην οικονομία της Ελλάδας είναι σημαντικό­τατες. Η κρίση του ανταγωνισμού που αντιμετωπίζουν τα «παραδο­σιακά» βιομηχανικά και αγροτικά προϊόντα της Ελλάδας απ' τα αντίστοιχα των αναπτυσσόμενων χωρών του τρίτου κόσμου, η ανά­πτυξη των νέων τεχνολογιών και των νέων τεχνολογικά προηγμέ­νων τομέων (βιοτεχνολογία - πληροφορική - ρομποτική - γραφειακή - οπλικό σύστημα κ.ά.) στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης και Αμερικής, η παρατεταμένη επενδυτική αποχή και κυρίως οι μηδαμι­νές δυνατότητες μιας ουσιαστικής αναδιάρθρωσης(π.χ. σαν αυτή του Μιττεράν στη βιομηχανία) κ.ά. δημιουργούν για την Ελλάδα αρκετά διαφορετικές καταστάσεις απ' αυτές της υπόλοιπης Ευρώπης.

—Η διαμόρφωση της Ελλάδας σε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των διάφορων ιμπεριαλισμών, η όξυνση του ανταγωνισμού που συνοδεύει την κρίση, οι δεσμοί μεγάλων τμημάτων της μεγαλοαστικής τάξης με τον αμερικανικό ή δυτικοευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό, καθώς και οι εντεινόμενες προσπάθειες σύνδεσης με ορισμένα κομ­μάτια της   μεγαλοαστικής   τάξης,   των   σοβιετικών   σοσιαλιμπεριαλιστών (βιομηχ. πρώτων υλώ ν - πετρέλαια - μεγαλοεισαγωγές κλπ.), αντί να διευρύνουν, στενεύουν ή ελαττώνουν σημαντικά τις δυνατότητες διεύρυνσης των περιθωρίων του ελληνικού καπιτα­λισμού στη σημερινή φάση.

Έχουμε την εντύπωση ότι σήμερα δεν θα πρέπει να υπερτιμήσουμε τις δυνατότητες του ελληνικού καπιταλισμού να διευρύνει τα περιθώρια του. Οι δυνατότητες αυτές είναι ιδιαίτερα περιορισμένες ακριβώς λόγω της αλλη­λοεπίδρασης των ιδιομορφιών αυτών, της αλληλεπίδρασης μεταξύ των εσωτερικών και διεθνών όρων.

Διαφωνούμε με αντιλήψεις ότι ο ελληνικός καπιταλισμός θα ακολου­θήσει τον ίδιο ή ανάλογο δρόμο και θα φτάσει σε ανάλογο επίπεδο με εκεί­νο των ανεπτυγμένων χωρών της Δύσης. Και αυτό όχι γιατί δεν θα το ήθελε η μεγαλοαστική ή η αστική τάξη γενικά της χώρας μας, αλλά γιατί ο ιστορικά διαμορφωμένος ρόλος της είναι να προσπαθεί ν' ακολουθήσει τους προσανατολισμούς των ξένων πολυεθνικών - «μητροπολιτικών» κέν­τρων ώστε να αποκομίσει κάποια ωφέλη, μικρά ή μεγάλα απ' τον ανταγω­νισμό τους.

Οι εκκλήσεις του Παπανδρέου, και όλου του αστικού κόσμου (από ΝΔ έως και το "ΚΚΕ") να «μην μείνουμε έξω απ' την νέα τεχνολογική επανάσταση», να «διευρύνουμε τις αγορές μας με Μ. Ανατολή - Ασία -Ανατολική Ευρώπη», να «εκσυγχρονίσουμε την παραγωγική μας βάση» και άλλα ηχηρά παρόμοια, αντανακλούν με τον καλύτερο τρόπο τις επι­διώξεις αυτές.

Με δύο λόγια ο ελληνικός καπιταλισμός θα προσπαθήσει να κινηθεί στην εξής κατεύθυνση:

Παρακολούθηση των διεθνών προσανατολισμών και τάσεων της

επιχειρούμενης ανασύνθεσης του κεφαλαίου. Προσαρμογή του, διαμέσου νέων δραστηριοτήτων υπεργολαβικών, ως προς το διεθνοποιημένο κεφάλαιο. Προσπάθεια διεύρυνσης των περιθωρίων του σ’αυτό πάντα το πλαίσιο.

Η παραπέρα εμβάθυνση σ' αυτά τα προβλήματα, θα 'φερνε στην επι­φάνεια κι άλλες πλευρές - διαπλοκές με τμήματα του σύγχρονου κόσμου.

Γι' αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία το πόσο παίρνονται υπ' όψη αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που «νοθεύουν» μια ταξική θέση στη συγκεκριμένη κατάσταση.

Η «καθαρούτσικη - επιστημολογική», αυστηρά οικονομική ανάλυση της πραγματικότητας στην Ελλάδα, αντί να μας φέρει πιο κοντά στην πραγματικότητα, πιο κοντά στη διερεύνηση ενός υποκείμενου ανατροπής και των καθηκόντων του, μας απομακρύνει απ' το θέμα.

Το να αντιλαμβάνεσαι τα ελληνοτουρκικά, απλά σαν εκδήλωση της διαπάλης για τις αγορές της Μ. Ανατολής, τις σχέσεις εξάρτησης της Ελλάδας, του τύπου των αντίστοιχων σχέσεων που 'χει η Γερμανία με την Αμερική, το να θεωρείς παντοδύναμα πράγματα το ΠΑΣΟΚ και την «εμπέδωση του εκσυγχρονισμού» και άλλα παρόμοια, σημαίνει τουλάχι­στον ότι είσαι «μακριά νυχτωμένος».

Σημαίνει ότι δεν κατανοείς ή δεν θέλεις να κατανοήσεις τις αλληλεπι­δράσεις των εσωτερικών εξελίξεων με το διεθνή περίγυρο, του υποσυστή­ματος Ελλάδα μέσα σ' αυτό που λέγεται σύγχρονος κόσμος, ή παγκόσμιο σύστημα ενιαίων κοινωνικών σχέσεων.

Στην κατανόηση αυτών των σχέσεων - αλληλεπιδράσεων πρέπει να στραφεί η δραστηριότητα ενός κόσμου, που δεν βολεύεται με τις υπαρ­κτές καταστάσεις - υπαρκτά κόμματα - υπαρκτούς συσχετισμούς -«υπαρκτούς σοσιαλισμούς».

Σήμερα είναι διαδεδομένη μια φλυαρία όλων των αστικών μερίδων και τάσεων για εθνική ανεξαρτησία, αντικατάσταση της μονομερούς εξάρτη­σης από την πολλαπλή εξάρτηση, που ονομάζεται «χαλάρωση» της εξάρ­τησης και άλλα παρόμοια, πίσω από τα οποία κρύβονται οι ανταγωνισμοί μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης για καλύτερη θέση της στο παγκό­σμιο οικονομικό σύστημα. Συγχρόνως παρατηρείται από τα υπολείμματα του χώρου, ο οποίος σημάδεψε μ' ένα τρόπο όσο του επέτρεπαν οι δυνά­μεις του, τα 10 χρόνια της μεταπολιτευτικής πραγματικότητας, μια υποτίμηση κάθε ζητήματος που σχετίζεται με τα αντιιμπεριαλιστικά - αντιεξαρτησιακά καθήκοντα ενός κινήματος (όχι απλά με τη μορφή συμπαρά­στασης σ' άλλους λαούς, π.χ. Σαλβαδόρ - Τουρκία, Πολωνία), διαφορετι­κά απ' αυτά πριν 30-40 χρόνια, γιατί το πρόβλημα της εξάρτησης δεν μπαίνει με τους ίδιους όρους. .Βρισκόμαστε σήμερα σε μια νέα ποιότητα εξάρτησης που η βάση της βρίσκεται στη διεθνοποίηση - πολυεθνικοποίηση του κεφαλαίου, στη μετεγκατάσταση βιομηχανιών και εκβιομηχάνισης «αναπτυσσόμενων» χωρών του τρίτου κόσμου, στην ανάπτυξη νέων τεχνολογικά προηγμένων τομέων, στην ενίσχυση των «εθνικών» ανταγω­νισμών ή φιλοδοξιών από μεριάς των αστικών τάξεων των διαφόρων χωρών κλπ. Αλλαγές, που σε τελευταία ανάλυση, έχουν κάνει πολύπλοκη τη σχέση κεφάλαιο· γεγονός που δικαιολογεί και την εμφάνιση σ' ανατο­λή και δύση και τη σταδιακή κυριαρχία των ιδεολογιών της ανάπτυξης.

Με βάση την παγκόσμια κατάσταση, τη θέση της χώρας μας δίπλα στον αμερικάνικο ή δυτικοευρωπαϊκό παράγοντα, πρέπει να προστεθεί και ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλιστικός παράγοντας με τα δύο πρόσωπα του, το «επαναστατικό» και το πραγματικό. Και επειδή υπάρχουν αυτά τα δύο πρόσωπα η αντίθεση μας πρέπει να πάρει διπλό χαρακτήρα, αποκάλυψη του ρόλου του "ΚΚΕ" και διαχωρισμός των ιδανικών μας απ' την «υπαρκτοσοσιαλιστική» πραγματικότητα.

Όσοι υποστέλλουν την αντιιμπεριαλιστική πάλη σε αντίθεση με μια αφηρημένη αντικαπιταλιστική πάλη, στην ουσία χαρίζουν μάζες, δου­λεύουν για τον εγκλωβισμό των μαζών στο "ΚΚΕ" - "ΚΚΕ(εσ.)" - ΠΑ-ΣΟΚ. Στην πραγματικότητα, αρνούμενοι μια ανεξάρτητη πολιτική γραμ­μή, εύκολα οδηγούνται σε ρεαλισμούς κάθε είδους.

Θα θέλαμε να θέσουμε ένα ερώτημα σε όλους μας:

Με δεδομένο ότι το πρόβλημα της εξάρτησης είναι για την Ελλάδα απ' τα σημαντικότερα στρατηγικά προβλήματα, στην προοπτική διαμόρ­φωσης μιας ανεξάρτητης πολιτικής - κοινωνικής παρέμβασης των λαϊκών μαζών, πόσο βάρος έχει στην ανάλυση του καθένα αυτό το ζήτημα, και το βασικότερο τι είδους καθήκοντα, και με ποια ιεράρχηση θα έμπαιναν τα καθήκοντα αυτά;

Για τους λαούς, η ακριβέστερα για τους εργαζομένους είναι τεχνητό πρόβλημα οι σωβινισμοί. οι αντιπαραθέσεις κλπ. Αλλά να που μ' αυτό το «τεχνητό» πρόβλημα ασχολούνται και θα ασχοληθούν όλοι όσοι παλεύουν πραγματικά για τη χειραφέτησή τους. Ποιο είναι το κριτήριο του «τεχνητού» και του «πραγματικού»; Δεν πρόκειται για γενικές αφαιρέ­σεις αλλά για συγκεκριμένη δράση κοινωνικών πολιτικών δυνάμεων και για τα αποτελέσματα αυτής της δράσης που «τεχνητά» προβλήματα τα μετατρέπουν σε «πραγματικά».

Ο πόλεμος ΙΡΑΝ - ΙΡΑΚ μαίνεται, ο σφαγιασμός των Παλαιστινίων και των Κούρδων συνεχίζεται, ο Λίβανος είναι αρκετά «κοντά», τα ελλη­νοτουρκικά αλλά και τα εκστρατευτικά σώματα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων βρίσκονται σε πλήρη ετοιμότητα και δράση, οι πύραυλοι και τα πυρηνικά φυτεύονται παντού. Όλα αυτά δείχνουν ότι δεν είναι δυνατή οποιαδήποτε προοπτική για το κίνημα χωρίς ΘΕΣΗ όσον αφορά τα προβλήματα που συμπυκνώνονται σε τρεις λέξεις: ΕΞΑΡΤΗΣΗ- ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ- ΠΟΛΕΜΟΣ.

Το τρίπτυχο αυτό συγκεντρώνει τις πιο βασικές αντιθέσεις που καθορίζουν την ελληνική πραγματικότητα, διαχωρίζει τις πολιτικές δυνάμεις ως προς τις επιδιώξεις τους, μπορεί να συνενώσει την πλειοψηφία των μαζών. Θα το ξαναπούμε, γιατί καλά είναι να επιμένουμε σ’ αυτό, ότι δηλαδή οι όροι αυτοί έχουν ένα άλλο περιεχόμενο απ’ αυτό που υποδηλώναν 30-40 χρόνια πριν.

Το τρίπτυχο αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί εκλεκτικιστικά υπερ-διογκώνοντας τη μια πλευρά του - υποτιμώντας τις υπόλοιπες και να πιστεύουμε ότι είμαστε «ιιέσα».

Αν μιλάμε για επανάσταση, απορρίπτοντας τις φαιδρότητες περί «καθη­μερινής της έναρξης» ή των καφενοβιακών της σχολιασμών, θα πρέπει να την συνδυάζουμε με κάποια αδιάκοπη προετοιμασία των όρων της. Η προετοιμασία αυτή αφορά μια παρατεταμένη περίοδο από σκληρούς αγώ­νες, επιτυχίες, αποτυχίες, νίκες, υποχωρήσεις, επιθέσεις ή οπισθοχωρή­σεις, που θα διαδέχονται η μια την άλλη, που θα υψώνονται και θα συντρίβονται για να ξαναγυρίσουν με μεγαλύτερη δύναμη ή ορμή. Φαίνονται ίσως λίγο ποιητικά αυτά. Μάλλον, η επανάσταση είναι ποίηση αλλά ιδιαί­τερης μορφής.

Λέει ο Μάο: «η επανάσταση δεν είναι συμπόσιο. Είναι η βίαια κατάργη­ση μιας τάξης από μια άλλη». Κι έκανε τη ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΡΕΙΑ. Όμως κάθε πορεία αρχίζει με ΕΝΑ βήμα.

Η ιστορία έχει δείξει πως επαναστατικές διαδικασίες σημάδεψαν διάφορες κοινωνίες όταν εκδηλώθηκαν σημαντικές διαστάσεις και ανταγωνισμοί στους κόλπους των ιθυνουσών τάξεων. Αυτή η συν­θήκη δεν ήταν αρκετή, αλλά χρειάστηκε η παρεμβολή μιας δύναμης, που από καιρό προετοίμασε τους όρους, οικοδομούσε - στήριζε τις «κόκκινες βάσεις» και εκμεταλλεύτηκε αυτές τις συγκρούσεις, χωρίς να γίνει οργανικό τμήμα τους, παίρνοντας την θέση κάποιας απ' τις αντιμαχόμενες δυνάμεις.                                          

Η ιστορία έχει δείξει πως οι «ουτοπισμοί» αυτοί αποδείχτηκαν -όπου υπήρξε σταθερότητα και επιμονή σ' αυτούς— πολύ πιο ρεαλιστικοί από όλα τα «ρεαλιστικά» προγράμματα ή συνθήματα. Στις σημερινές συνθήκες μονάχα οι τέτοιοι «ουτοπισμοί» μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μεγά­λων κινημάτων μετασχηματισμού αυτού που ονομάζεται δοσμένος πολι­τικός χάρτης ή δοσμένος συσχετισμός δυνάμεων,

ΑΥΤΟ ΙΣΧΥΕΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΠΟΥ ΕΝΕΡΓΟΥΝ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΜΙΚΡΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΠΟΥ Σ' ΑΥΤΑ ΕΚΦΡΑΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΠΕΡΙΠΛΕΓΜΕΝΗ ΜΟΡΦΗ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕ­ΡΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.

 

Β. ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ: Ο ΑΣΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΑΘΟΡΙ­ΣΜΟ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ

Στη δεκαετία του '70 συντελούνται σε ορισμένες χώρες ομαλοποιή­σεις και περάσματα από φασιστικά και δικτατορικά καθεστώτα σε κάποιες μορφές κοινοβουλευτισμού. Στην Ευρώπη έχουμε τα παραδείγματα της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας που αν και παρουσίασαν διαφο­ρές, και ιδιόρρυθμες περιπέτειες στην ομαλοποίηση τους, έχουν σαν κοινό στοιχείο την απόπειρα σταθεροποίησης τέτοιων πλαισίων που να επιτρέ­πουν την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων (λαός στο περιθώ­ριο, «υγιειονομικές ζώνες» για τις επαναστατικές δυνάμεις) και να φροντίζουν ώστε οι αντιθέσεις μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης να μην ξεπερνούν τους «κανόνες τους παιγνιδιού».                             '

Με μια καθυστέρηση, ανάλογες προσαρμογές στη δεκαετία του '80 συμβαίνουν και στην Αργεντινή, μετά τις γνωστές πολεμόχαρες περιπέ­τειες με τους Εγγλέζους. Κάτι προετοιμάζεται στη Χιλή και σε άλλες χώ­ρες (όπως οι Φιλιππίνες).

Σε παλιότερες εποχές τέτοιες ομαλοποιήσεις γίνονταν συνήθως μέσα από βίαιες περιπέτειες. Είτε σε εθνική βάση (λαϊκές εξεγέρσεις, εμφύλιους πολέμους), είτε σ' ευρύτερες περιοχές (συγκρούσεις ανάμεσα σε διάφορα κράτη ή συνασπισμούς κρατών ή ακόμα μέσα σε γενικότερες συρράξεις).

Στη δεκαετία '70-'80 και μέχρι τις μέρες μας, ενώ υπάρχουν εξεγέρσεις ενάντια στα φασιστικά καθεστώτα, τοπικοί πόλεμοι, εξοπλισμοί, υποδαύ­λιση εθνικισμών και σωβινισμών, υπάρχουν και οι ομαλοποιήσεις από διχτατορικά καθεστώτα σε αστικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σταμάτησε και η αντίθετη τάση π.χ. εισβολή στη Γρενάδα.

Το φαινόμενο αυτό έχει τις ιδιομορφίες του από χώρα σε χώρα, και από ήπειρο σε ήπειρο ακριβώς γιατί είναι συνάρτηση της διεθνούς κατάστάσης (των συσχετισμών δύναμης), των ιδιομορφιών που υπάρχουν στην κάθε χώρα (εθνικά ζητήματα, εξάρτηση, υπολείμματα φεουδαρχίας -φυλετικά και θρησκευτικά ζητήματα, στίγματα της αποικιοκρατίας και της νεοαποικιοκρατίας, εκμετάλλευση, ένταση της λαϊκής αντίστασης και πά­λης κλπ.).

Η μεταπολίτευση του '74 που διαδέχτηκε την κατάρρευση της χούν­τας ήταν μία λύση ανάγκης. Ηταν μια λύση ανάγκης, που μαγειρεύτηκε και προωθήθηκε από το σύνολο του πολιτικού κόσμου, καθώς και τους αμερικάνους και δυτικοευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Η κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» δεν θα 'ταν εύκολη για τον αστικό κόσμο. Απαιτούσε, για να έχει βιωσιμότητα, την συγ­κατάθεση όχι μόνο των δυναμικών παραγόντων του καθεστώτος, αλλά και την κάλυψη των μεγάλων δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένης και της σοβιετικής.

Να εκτιμήσει κανείς τη στάση της «Αριστεράς» τότε δεν ήταν και πά­ρα πολύ δύσκολο, μιας κι από χρόνια για μαα τέτοια λύση «αγωνίζονταν» και κάπου εκεί το πήγαινε (αντιδικτατορικός αγώνας κλπ.) με στόχο να διοχετευτεί η ριζοσπαστικότητα του λαού σ' ανώδυνα πλαίσια. Ταχτική που συνεχίστηκε από τότε μέχρι σήμερα σε «διάφορους» τρόπους.

Όμως γιατί φτάσαμε στη μεταπολίτευση;

α) Χρεωκοπησε η πολιτική που ακολούθησε ο αμερικανικός ιμπερια­λισμός στην Ελλάδα, μέσα στα γενικότερα πλαίσια των ταχτικών ήττων της πολιτικής του διεθνώς, στις αρχές της δεκαετίας του '70 (Βιετνάμ, Καμπότζη, κλπ.).

β) Είχαμε έντονη παρεμβολή των δυτικοευρωπαίων ιμπεριαλιστών, συμμάχων αλλά και ανταγωνιστών των αμερικανών.

γ) Παρατηριόταν το αυξημένο ενδιαφέρον και η αισθητή παρουσία του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού στη γύρω περιοχή.

δ) Το πραξίκοπημα Σαμψών στην Κύπρο και η εφαρμογή του σχεδίου Αττίλα.                                                                                       

ε) Η επιστράτευση στην Ελλάδα, που έδειξε καθαρά την πλήρη κατάρ­ρευση και αποδιοργάνωση της Χούντας.

στ) Η λαϊκή πάλη με ορόσημο το Πολυτεχνείο και το λαό εν δυνάμει επικίνδυνο και ιδιαίτερα σε περιόδους επιστράτευσης και εθνικών περιπε­τειών.

Η λύση μεταπολίτευση ήταν το συνδυασμένο αποτέλεσμα των παρα­πάνω καταστάσεων, που προωθήθηκε μέσα από τη συγκεκριμενοποίηση ενός προσωρινού συμβιβασμού ανάμεσα στους αμερικάνους και τους δυτικοευρωπαίους και που πολιτικά εκφράστηκε με την επανενεργοποίηση του παλιού πολιτικού κόσμου (κυβέρνηση «εθνικής-ενότητας»: Καραμανλής, Μαύρος, Πεσμαζόγλου, Μαγκάκης, Τσάτσος, Τσάτσος, Πρωτόππαπας, Κανελόπουλος κλπ.). Επίσης έτυχε επιδοκιμασίας αυτή η επιλο­γή από τη μεριά των σοβιετικών, με την ανάλογη ανάληψη υποχρεώσεων. Για τους τελευταίους, η ύπαρξη αγκυροβολίων τους στο Αιγαίο, η παρου­σία του στόλου τους στην περιοχή, η διακριτική στάση τους στο Κυπρια­κό (όταν όλα ήταν σε πλήρη εξέλιξη) και η παράλληλα εντελώς χλιαρή αντιπολίτευση (;) του "ΚΚΕ" με κύριο σύνθημα το «πάρτε βοήθεια από τη Μόσχα», δείχνουν ότι διευθύνοντας τις δυνατότητες τους, ευνοούν τις νέες συνθήκες και είναι αντίθετοι σε ό,τι μπορεί να διαταράξει αυτήν την εξέλιξη.

Επομένως, η 23 Ιούλη είναι η αρχή ενός «Εθνικού Συμβολαίου», που για να διακηρυχθεί προϋπόθετε κάποιες, ομολογημένες η μη, εγγυήσεις. Σε χώρες σαν την Ελλάδα η ομαλή μετάβαση από μια δικτατορία σε μια «προηγμένη δημοκρατία» είναι δυνατή μόνο μετά από το καθορισμό γενι­κότερων όρων (όπως ο καθορισμός ισορροπίας δυνάμεων στην εδώ περιο­χή, ο καθορισμός και των νέων κανόνων του παιχνιδιού). Αυτά έγιναν αποδεκτά λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας των αμερικάνων να παίξουν το ρόλο που είχαν μέχρι τότε, λόγω του αυξανόμενου ρόλου των Ευρω­παίων (κύρια Γάλλων και Γερμανών), και λόγω της οικονομικά αυξανόμε­νης και πολιτικά ισχυρότερης επιρροής των σοβιετικών. Αν κανείς θεωρεί έξυπνο και διορατικό αστό πολιτικό τον Καραμανλή, μπορεί εύκολα να συμπεράνει, πως χωρίς αυτές τις κατ' αρχήν εγγυήσεις, χωρίς ένα άγραφο «εθνικό συμβόλαιο» δεν θα έμπαινε σε ένα λάκκο με φίδια...

Όμως. αυτές οι εγγυήσεις δεν έφταναν. Χρειαζόταν η απρόσκοπτη αποδοχή του νέου κοινωνικού συμβολαίου από όλο τον οικονομικό κό­σμο. Και φαίνεται ότι στη λύση Καραμανλή είχαν συγκατατεθεί η αναγ­καστεί να συγκατατεθούν όλοι οι δυναμικοί οικονομικοί παράγοντες, βιομήχανοι, εφοπλιστικό κεφάλαιο κλπ.

Με έξυπνες ενέργειες, αποφασιστικότητα και αιφνιδιασμούς ο Καρα­μανλής σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (λίγους μήνες) βάζει τα θεμέ­λια της μεταδικτατορικής δημοκρατίας, εξασφαλίζοντας όχι μόνο τη νομι­μοποίηση της δεξιάς, αλλά και την ηγεμονία της τουλάχιστον μέχρι το '81. Ο ίδιος και ο περίγυρος του κρατούν ένα ιδιαίτερο ρόλο που φαίνεται καθαρότερα μετά το '81. Το κύριο ατού του Καραμανλή δεν ήταν η ευστροφία του, αλλά η ουσιαστική συναίνεση όλου του υπόλοιπου πολιτι­κού - οικονομικού κόσμου, στην αποδοχή των ορίων και πλαισίων, που τους έθετε. Για υπόλοιπα ήταν σχετικά εύκολη δουλειά. Δημιουργείται γύ­ρω από τον Καραμανλή —ή καλύτερα γύρω από το περιβάλλον του— ένα ισορροπιστικό ρυθμιστικό κέντρο, μέσω του οποίου περνάνε, από το '74 και δώθε, όλες οι εξωτερικές και εσωτερικές ρυθμίσεις. Αυτό το ισορροπιστικό κέντρο αντικαθιστά το ρόλο του παλατιού στην πολιτική ζωή του τόπου. Μέσα του συνυπάργουν παραδοσιακοί τρόποι και λεπτές εκσυγ­χρονισμένες μορφές λειτουργίας, με κυρίαρχες τις τελευταίες.

Υπήρξε λοιπόν και ένα εσωτερικό κοινωνικό συμβόλαιο. Καθορίστη­καν τα πλαίσια στα οποία θα κινούνταν, συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι.

Όσον αφορά τη στάση του εξωκοινοβουλευτικού κινήματος, υπήρξαν δύο υποτιμήσεις:

(α) Οι δυνατότητες του λαϊκού κινήματος και οι συγκεκριμένες άρα πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη του. Αλήθεια τι απέγινε όλος ο κόσμος που κόντρα στους πάντες πήρε μέρος στην πορεία στις 15 Νοέμβρη, πριν δηλαδή τις βουλευτικές εκλογές, που σκόπιμα είχαν οριστεί για τις 17; Και μιλάμε για κόσμο της τάξης των 50.000.

 Τι προβληματική αναπτύχθηκε για τη δυναμική αυτού του κόσμου; Τι πρωτοβουλίες  πάρθηκαν για τη δημιουργία κινήματος, που να πηγαίνει πέρα από τη στενή «οικοδόμηση» της κάθε οργάνωσης;

Αγώνες, όμως ακολούθησαν όλη την περίοδο '74-'76, ειδικά στο βιο­μηχανικό προλεταριάτο. Όμως η θεωρία των «τριών κόσμων» και των «των δύο υπερδυνάμεων» ήταν πιο σοβαρά ζητήματα για τις καθοδηγήσεις των τότε οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

(β) Υπήρξε ουσιαστική υποτίμηση του ρόλου των σοβιετικών στις νέες συνθήκες. Οι αντιπαραθέσεις πάνω στο «αν δεξιά = αμερικάνοι η δεξιά = ευρωπαίοι» και ο συναγωνισμός στις αντι-σοσιαλιμπεριαλιστικές κορώ­νες, οδήγησαν σε μία στρεβλή αντίληψη της εσωτερικής εξέλιξης και της σχέσης της με τους διεθνείς όρους. Υπήρχε υποτίμηση των σοβιετικών, άρα και η έλλειψη κάθε εκλαΐκευσης των σοβιετικών, του ρόλου των σοβιετικών αν και ακούγονταν απόψεις του στυλ: «κύριος εχθρός είναι οι δύο υπερδυνάμεις», «κύριοι εμπρηστές του πολέμου οι σοβιετικοί», «κύ­ριοι υποκινητές του τουρκικού επεκτατισμού οι σοβιετικοί». Αυτός ο αλλοιθωρισμός ενίσχυσε σημαντικά τους «σοσιαλφασίστες», που τόσο βροντερά καταγγέλονταν και απογύμνωσε ιδεολογικά - πολιτικά ένα καθόλου αμελητέο ανθρώπινο δυναμικό.

Είπαμε, ότι η μεταπολίτευση ήταν ορόσημο και απαρχή ενός νέου κοι­νωνικού συμβολαίου. Είναι τότε, που καθορίστηκαν τα πλαίσια μέσα στα οποία θα κινιόνταν η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Πέρα από την ουσια­στική αποδοχή των πλαισίων αυτών, που συμπεραίνεται βασικά από την πρακτική στάση κάθε δύναμης, έπρεπε η ασταθής και νεαρά δημοκρατία να δημιουργήσει προϋποθέσεις και για το μέλλον ώστε να διοχετευτεί ο ριζοσπαστισμός των μαζών σε ανώδυνα κοινοβουλευτικά πλαίσια, να τεθούν υγειονομικές ζώνες στους απείθαρχους. Όλο το νομικό-θεσμικό οικοδόμημα της εθνικής κυβέρνησης στην αρχή, αλλά και των κυβερνή­σεων της δεξιάς υπό τον Καραμανλή στη συνέχεια (ν.δ. 108 για φοιτητικούς συλλόγους, νόμος για τις εκλογές, δήλωση 59, Σύνταγμα '75, νόμος 330, νέος 509, ο 774, οι αύρες, τα ΜΑΤ, οι διώξεις που άρχισαν πολύ νωρίς κλπ) σε κάτι τέτοιο αποσκοπούσαν.

Έχει κάποιο ενδιαφέρον να σταθούμε στην περίφημη δήλωση του νό­μου 59/74, γιατί δείχνει και τυπικά κάποια πράγματα. Σύμφωνα με τον 59/74 για να λειτουργήσουν τα κόμματα πρέπει απαραίτητα να κάνουν δήλωση στον εισαγγελέα του Άρειου Πάγου «ότι αι αρχαί του κόμματος αντιτίθενται προς πασαν ενέργειαν αποσκοπούσαν εις τη βιαίαν κατάληψιν της εξουσίας και την ανατροπήν του ελεύθερου δημοκρατικού πολι­τεύματος». Ήταν εύκολο όχι μόνο να μη συμμορφωθεί ένα κόμμα, αλλά να αχρηστέψει αυτόν το νόμο. _Να επιβάλλει άλλους όρους και για τη λει­τουργία των κομμάτων και για τις δημοκρατικές ελευθερίες γενικότερα. Ακόμα να δείξει, πως η νέα αυτή μορφή αντικομμουνισμού δίνει ταυτόχρονα εθνικά πατριωτικά εύσημα σε όλες τις μερίδες της αστικής τάξης και να μη δόσει πλατιά άφεση αμαρτιών στην κατά συνέπεια νομιμοποιη­μένη και αναγεννημένη δεξιά... Ήταν όμως η εποχή του «πάρτε (αλήθεια, ποιοι;) βοήθεια από τη Μόσχα», του «Καραμανλής ή τανκς», της συνεργα­σίας των νεολαιών, συμπεριλαμβανόμενης και της νεαρής τότε ΟΝΝΕΔ (που χαιρέτησε το 1ο Συνέδριο της "ΚΝΕ"...), της «εκμετάλλευσης» τέλος πάντων των «νέων συνθηκών»...

Έτσι, η «Αριστερά» με τις πτέρυγες "ΚΚΕ", "ΚΚΕεσωτ.", έσπευσε να συμμορφωθεί. Πιο χαρακτηριστικά, οι φλωρακικοί υπόγραψαν τη δή­λωση αυτή, χωρίς να αναφέρουν τίποτα στα έντυπα τους και στους οπα­δούς τους. Να τι γράφει η δήλωση Φλωράκη, όπως βρίσκεται κατατεθειμένη στον Άρειο Πάγο.

«Ως  πρώτος γραμματεύς του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλά­δας και βάσει του ΝΑ 59 23.9.74 δηλώ ότι αι αρχαί του Κόμματος αντιτίθενται προς πάσαν ενέργειαν αποσκοπούσαν εις την βίαϊαν κατάληψιν της εξουσίας ή την ανατροπή του ελεύθερου Δημοκρατι­κού πολιτεύματος.

Η τοιαύτη δήλωσις τελεί υπό την αυτονόητον προϋπόθεσαν και της μη βίας ή απειλής βίας υπό οιουδήποτε εις βάρος του λαού, εφαρμογής πλήρους Δημοκρατίας και σεβασμού της Λαϊκής Κυριαρχίας, προς τα αρχάς των οποίων φρονούμεν ότι η ως άνω διάταξις αντιτίθεται ως θέτουσα τη λειτουργίαν των Κομμάτων υπό περιορισμούς και δι ο επιφυλασσόμεθα όπως εις την μέλλουσαν Βουλήν επιδιώξωμεν την κατάργησή της». Η «μέλλουσα βουλή» μετατράπηκε σε μεγάλη προσδοκία. Οι ελπίδες ενός λαού διοχετεύτηκαν στις «μέλλουσες Βουλές». Και δώστου «αντάρτι­κα» και δώστου «ιστορία», δώστου «αναμνήσεις» και τυμβωρυχία νια να παρουσιαστεί αυτό το "Κ Κ Ε" σαν ο γνήσιος συνεχιστής όλων των αγώ­νων και συγχρόνως να παίζει το ρόλο του «πυροσβέστη» στα κινήματα, να γίνεται προπαγανδιστής και ιδρυτής της θεωρίας του «αριστεροχουντισμού», να καλύπτει τους φασίστες καθηγητές στα ΑΕΙ, ν' αποδέχεται τους εργατοπατέρες στη Γ.Σ.ΕΕ. (Καρακίτσο κλπ.), ν' αδρανοποιεί το λαϊκό παράγοντα, να συμμορφώνεται στους όρους της δεξιάς. Ακομα και για κά­θε αφισσοκόληση έσπευδε να πάρει την άδεια της αστυνομίας. Σε όλες τις απαγορεύσεις συγκεντρώσεων και πορειών συμμορφώθηκε. Και όλα δικαιολογούνταν στο όνομα της «εκμετάλλευσης των νέων συνθηκών» και της μέλλουσας Βουλής. Όχι τυχαία, το κόμμα αυτό χαρακτηρίστηκε «κόμμα της τάξης, του ρόπαλου και των καλών νοικοκυραίων».

Η στάση αυτή ήταν δεδομένη από την αρχή για τα επιτελεία "της αστι­κής τάξης και τον Καραμανλή. Αν στη γειτονική Ιταλία η αστική τάξη ζητούσε όλο και περισσότερες εγγυήσεις από το εκεί κόμμα, ώστε να συγ­κατατεθεί στον «ιστορικό συμβιβασμό», εδώ θάπρεπε το "ΚΚΕ" να δώσει συγκεκριμένες εξετάσεις για να θεωρηθεί «εθνικό κόμμα».

Το ότι τέθηκαν οι όροι ενός κοινωνικού συμβολαίου το '74, σημαίνει ότι σταματάνε οι αντιθέσεις; Δεν συντελείται συσσώρευση αντιθέσεων, που αντικειμενικά ωθούν σε επαναδιαπραγματεύσεις αυτών των πλαισίων;

 Όλη η πορεία, αλλά ιδιαίτερα η προετοιμασία της αλλαγής, το δίδυμο Αντρέας - Καραμανλής και πρόσφατα η παρουσία του μη ελεγχόμενου (όχι στον ίδιο βαθμό τουλάχιστον, όπως με τους Ράλλη, Αβέρωφ) Μητσο­τάκη, δείχνουν ακριβώς το δυναμικό χαρακτήρα των όποιων ισορροπιών.

Κάτι ακόμα για την περίοδο αυτή: Αυτοί που δεν αποδέχτηκαν τα πλαίσια του «εθνικού συμβολαίου» σωστά προσανατολίστηκαν στην καταγγελία του κράτους, που οικοδομούνταν. Όμως, τα συνθήματα «κά­τω το κράτος της Δεξιάς», «όχι στο κράτος της Δεξιάς», που προβλήθηκαν σχετικά έγκαιρα, την εποχή που η συναίνεση των ΠΑΣΟΚ, "ΚΚΕ", "ΚΚΕεσ." ήταν κυρίαρχη (σε αντίθεση με τη μετέπειτα φραστική αντιδεξιά τους δημαγωγία), δεν προσανατολίζονταν σ' ολόκληρο το οικοδόμημα του κοινωνικού συμβολαίου και, όπως ήταν επόμενο, δεν συνοδεύτηκαν από πιο συγκεκριμένες τοποθετήσεις. Το χειρότερο είναι πως σύντομα συγχωνεύτηκαν με τα συνθήματα όπου καταγγέλονταν η τρομοκρατία, ο φασισμός και ο ιμπεριαλισμός («Κάτω η νέα τρομοκρατία», «λαού γροθιά θα φέρει λεφτεριά», «τον φασισμό τσακίζουν αγώνες λαϊκοί» κλπ.). Η μεγαλύτερη όμως ζημιά έγινε όταν αυτό το κίνημα δεν κατάφερε να δια­χωριστεί στα ζητήματα της εσωτερικής πολιτικής από την τότε αντιπολί­τευση πούβαλε πλώρη για την κυβέρνηση, παρά μόνο όταν ήθελε να δείξει την αγωνιστικότητα του. Γεγονός που δείχνει τη ρηχή πολιτική αντίλήψη, τον πραχτικισμό του, την αναντιστοιχία της αγωνιστικότητας του με την καθημερινή κοπιαστική «αθόρυβη» οικοδόμηση μιας άλλης αντίληψης για την αριστερά.

Για την περίοδο που μιλάμε, προβλήθηκε από μεριάς του ΚΚΕ (μ.λ.) η θέση για φασιστικοποίηση. Κατ' αρχήν, όσον αφορά την ουσία, δηλ. τη σιδερόφρακτη αστική δημοκρατία, αυτή όντως ήταν η κύρια τάση στον ευρωπαϊκό κόσμο. Τα πρότυπα της Δ. Γερμανίας ήταν αυτά, που ενέπνευ­σαν όλη την αστική τάξη. Υπήρχε στη χώρα μας, από το '74 και ύστερα, μια συνεχής πραγματικά φασιστικού τύπου, προσπάθεια ώθησης στο περι­θώριο όσων δεν αποδέχονταν τα «εθνικά συμβόλαια». (Ακόμα και σήμερα πολλή φασαρία γίνεται για τον κάψιμο των φακέλλων. Κανείς όμως δεν έθεσε το θέμα της μηχανογράφησης και των μηχανισμών αστυνόμευσης. Ακόμα περισσότερο, κανείς δεν έχει αντίρρηση για το σε ποιους στρέφε­ται η αστυνόμευση αυτή, όταν μάλιστα ο Σκουλαρίκης το έχει δηλώσει καθαρά...) Το πρόβλημα όμως με τον όρο «φασιστικοποίηση» παραμένει, γιατί σαν λέξη-κλειδί κατέχει σημαντική θέση στην πολιτική γραμμή, αλλά και ο τρόπος που αυτή διατυπώθηκε, δεν περιλάμβανε, δεν περιέγρα­φε ορισμένα φαινόμενα, που ζούμε σήμερα. Το σοσιαλδημοκρατικό διά­λειμμα, μέσα από εκτίμηση περί έντασης της φασιστικοποίησης, γινόταν άπιαστο. Η πραγματικότητα κυλούσε, η αλλαγή προετοιμαζόταν μέσα από το δίδυμο Καραμανλή-Παπανδρέου, η αντιδεξιά ρητορική έδινε και έπαιρνε, ο εγκλωβισμός σε όρους - στερεότυπα, ο εγκλωβισμός σε μία έν­τονη και βαθειά κρίση, ο εγκλωβισμός στη διέξοδο της «πολιτικής παρέμ­βασης», όλα αυτά οδήγησαν στον ιδεολογικό αφοπλισμό χιλιάδων αγωνι­στών. Αν σήμερα όμως —λίγοι— μιλάμε για μία δουλειά γενικής προετοι­μασίας δεν το κάνουμε επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, αλλά εί­ναι κάτι που απορρέει από μία γενικότερη εκτίμηση. Η κατάσταση σήμε­ρα, το '84, είναι διαφορετική από ότι το '81, όσον αφορά την υποκειμενική πλευρά. Έχει μεσολαβήσει μία διάλυση. Όσον αφορά όμως την αντικει­μενική, δηλαδή με ποια πράγματα έχεις να αναμετρηθείς, είναι ελάχιστες οι διαφορές. Έτσι, η γενική προετοιμασία είχε και τότε νόημα... Οι συγκε­κριμένες τοποθετήσεις και παρεμβάσεις έπρεπε αυτήν να υπηρετούν.

 

Γ. ΠΑΣΟΚ: ΕΝΑ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩ­ΝΙΑΣ;

 

Όταν το ειδικό βάρος της εργατικής τάξης είναι μικρό και περιο­ρίζεται, είναι μάλλον μοιραίο, για όσους μιλάνε στο όνομα της, να παρακολουθούν αμήχανοι την αδιάκοπη ταλάντευση του ΠΑΣΟΚ, ανάμεσα σε μια ριζοσπαστική μικροαστική έκφραση και σε μια μεγα­λοαστική φιλελεύθερη έκφραση. Κι ενώ η διέξοδος βρίσκονταν και βρίσκεται στην εργατική τάξη, αφομοιώνονται στους όρους που δημιουργεί αυτή η ταλάντευση, δηλαδή η πορεία του ΠΑΣΟΚ.

Τι είναι το ΠΑΣΟΚ; Να ένα ερώτημα που αναγκάζει όσους το απαν­τούν να ξαναγυρνούν στο ερώτημα αρκετές φορές. Ποιος πολιτικός οργα­νισμός έλυσε ικανοποιητικά αυτόν τον γρίφο;

Θάταν αστείο, να πούμε πως πρέπει το θέμα να μελετηθεί σε βάθος. Δέκα χρόνια παρουσίας του ΠΑΣΟΚ, τρία χρόνια διακυβέρνησης της χώρας είναι υπεραρκετά για την επίλυση τέτοιων «γρίφων». Βέβαια, όταν δε μπορεί να δοθεί απάντηση στα προβλήματα, δεν είναι περίεργο το ότι φαίνονται πιο περίπλοκα και η διαδρομή για την επίλυση αυτών των γρί­φων γίνεται πολύ πιο δύσκολη ή οδυνηρή.

Δεν είναι δύσκολη η περιγραφή της πορείας του ΠΑΣΟΚ από την αντιπολίτευση του 13% στο ποσοστό του 48%, η πορεία του τριτοκοσμι­κού ΠΑΣΟΚ στο τεχνοκρατικό κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ και δεν βρίσκεται εκεί η ουσία.

Για το φαινόμενο ΠΑΣΟΚ υπάρχουν οι εξής απόψεις:

—Είναι  κόμμα  μαρξιστικό,  τριτοκοσμικό,  επικίνδυνο  για  τον  τόπο («Δεξιά»).

—Είναι ένα ιδιότυπο ρεφορμιστικό κόμμα, κόμμα του μικροαστικού σοσιαλισμού («ΚΚΕ»). —Είναι ένα αυθεντικό σοσιαλιστικό κίνημα, ένα λαϊκίστικο, ποπουλίστικο κίνημα («ανανεωτικός χώρος»).

—Είναι αστικό κόμμα αλλά και αριστερά.

—Μικροαστικό κόμμα, μικρομεσαία διαχείρηση του κεφαλαίου.

Ο εξωκοινοβουλευτικός χώρος και οι οργανώσεις που τον αποτελού­σαν, δεν έδωσαν σοβαρές αναλύσεις για το ΠΑΣΟΚ, όπως άλλωστε και για όλες τις εσωτερικές εξελίξεις. Από την πιο σοβαρή οργανωτική συγ­κρότηση — το ΚΚΕ (μ-λ) — προβλήθηκαν δύο θέσεις για το ΠΑΣΟΚ. Αρχικά υποστηρίχτηκε πως πρόκειται για μεγαλοαστικό κόμμα κι αργότε­ρα πως είναι έκφραση μεσοαστικών στρωμάτων και κόμμα υπό συνεχή διαμόρφωση.

Το ζήτημα της κοινωνικής έκφρασης ενός κόμματος και το ζήτημα της πολιτικής έκφρασής του, είναι δύο ζητήματα που συνδέονται ανάμεσα τους αλλά και που διαφέρουν ταυτόχρονα. Δεν υπάρξει πάντα σύμπτωση στην κοινωνική έκφραση και στην πολιτική έκφραση.

Στις μέρες μας —και μ' αυτό εννοούμε την ιστορική περίοδο που περ­νάμε— πολλοί ταυτίζουν δυο πράγματα διαφορετικά: ταυτίζουν ένα κόμμα με εργατική σύνθεση με το προλεταριακό κόμμα. Οι ρεβιζιονιστές σ' όλο τον κόσμο καμαρώνουν πως έχουν μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης στα κόμματα τους και γι' αυτό ισχυρίζονται ότι πολιτικά εκφράζουν την εργατική τάξη. Το μόνο όμως που εκφράζουν, στην καλύτερη περί­πτωση, είναι τις διαθέσεις των πιο καθυστερημένων τμημάτων της."

Αντίθετα, κόμματα ή ομάδες που δεν έχουν συγκεντρώσει αρκετά ισχυρά τμήματα της εργατικής τάξης στις γραμμές τους, μπορεί να εκφράζουν πολιτικά την εργατική τάξη. Τα ζητήματα αυτά είναι ξεκάθαρα, από την άποψη της ουσίας του μαρξισμού. Στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ. μεγάλα στρώματα της μεσοαστικής και μικροαστικής τάξης των πόλεων και της υπαίθρου έχουν ενταχθεί στις γραμμές του. Από την αρχή, άλλωστε, ο Α. Παπανδρέου αυτό τον προσανατολισμό θέλησε να δώσει. Κοι­νωνικά το ΠΑΣΟΚ. εκφράζει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κοινω­νικό στρώμα τα ακροαστικά και μικροαστικά στρώματα. Έχει όμως κατορθώσει να δώσει την πολιτική έκφραση της μεσοαστικής και μικροα­στικής τάξης; Δηλ. να υπάρξει στην Ελλάδα με τους προσδιορισμούς του Μαρξ, «κόμμα της μικροαστικής τάξης»; Η ζωή έχει αποδείξει πως στο ΠΑΣΟΚ η βασική του αντίφαση είναι μια αδιάκοπη ταλάντευση ανάμεσα σε μια ριζοσπαστική-μικροαστική έκφραση και σε μια μεγαλοαστική-φιλελεύθερη πολιτική έκφραση. Η ταλάντευση αυτή είναι αποτέλεσμα της σύνδεσης του, με τη «φιλελεύθερη» μεγαλοαστική τάξη. Έτσι, δίπλα στα συνθήματα κατά των Αμερικανών, του ΝΑΤΟ, της ΕΟΚ υπέρ του σοσια­λισμού κλπ., υπάρχουν τοποθετήσεις και συνθήματα υπερθεματισμού του έργου και της προσωπικότητας του Ε. Βενιζέλου, του Γ. Παπανδρέου. Για όσα κακά έχουν συμβεί στον τόπο φταίει μόνο η Δεξιά. Έτσι εξαγιάζεται ο ρόλος της «φιλελεύθερης» μεγαλοαστικής τάξης σ' όλη την πορεία της Ελλάδας από τις αρχές του αιώνα. Υπεύθυνη για τη Μικρασιατική Κατα­στροφή η Δεξιά μονάχα. Υπεύθυνη για τη διχτατορία του Μεταξά μονάχα η Δεξιά. Εθνοπροδοσία στην Κατοχή μονάχα η Δεξιά κλπ.

Η διαστροφή αυτή της ιστορίας δε γίνεται τυχαία από το ΠΑΣΟΚ. Η μεγαλοαστική τάξη στο σύνολο της και η «λαϊκή» πτέρυγα (συντηρητική) και η «φιλελεύθερη» (βενιζελογενής) από κοινού συνέπραξαν στην Μικρα­σιατική Καταστροφή και στην εθνοπροδοσία της Κατοχής. Αλλά και στην περίοδο 1945-49. Παλαιοί και νεώτεροι κομμουνιστοφάγοι βρίσκον­ται σήμερα στο ΠΑΣΟΚ μαζί με πρώην Εαμίτες ή Εδαΐτες ή νέους τεχνο­κράτες διαφόρων κατηγοριών.

Η διπλή στάση του ΠΑΣΟΚ, αντιφατική με όποια μέθοδο κι αν την προσεγγίσουμε, επιβεβαιώνει την άποψη που παρατέθηκε πιο πάνω και περικλείει φυσικά τη δυνατότητα διάσπασης του ΠΑΣΟΚ σε καθορισμέ­νες συνθήκες.

Να αρχίσουμε να βάζουμε μια τάξη. Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, η ουσία δεν βρίσκεται στην ταμπέλλα που θα χαρακτηρίσει το ΠΑΣΟΚ, αλλά στην πολιτική στάση που κρατάει απέναντι του, μιας και πίσω απ' την οποιαδήποτε τοποθέτηση κρύβονται διάφορες πολιτικές σκοπιμότη­τες, έτσι που η μια άποψη να μην αποκλείει κάποια άλλη και να «είμαστε πάντα μέσα».

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι το φαινόμενο ΠΑΣΟΚ έχει να κάνει με τα περίφημα μεσοστρώματα και την έντονη ριζοσπαστικοποίηση που παρα­τηρήθηκε με την κατάρρευση της δικτατορίας. Επειδή όμως και τα δύο αυτά ζητήματατα ένουν τις ρίζες τους σε προηγούμενες περίοδες το ΠΑ­ΣΟΚ δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία.

Είναι φανερό ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είναι κόμμα της εργατικής τάξης, αλλά ούτε και κόμαα της μεγαλοαστικής τάξης, αφού η τελευταΐα στη συντριπτική της πλειοψηφία συσπειρώθηκε στη ΝΔ, ή καλύτερα στο περι­βάλλον Καραμανλή. Παρά την ιστορική καταγωγή του ΠΑΣΟΚ και τις επαφές του με το μεγαλοαστικό περιβάλλον, δεν μπορούμε να ισχυρι­στούμε πως εκφράζει πολιτικά κάποια σημαντική μερίδα της μεγαλοαστι­κής τάξης, αντίθετα, αντιμετωπίζει τη δυσπιστία της.

Δεν είναι όμως ούτε «το κόμμα της μικροαστικής τάξης», παρόλο που ορισμένες τοποθετήσεις και προτάσεις του ΠΑΣΟΚ μπορούν να χαρα­κτηριστούν «μικροαστικές».

Όπως αναφέρθηκε ήδη το φαινόμενο ΠΑΣΟΚ συνδέεται με τον ιδιαί­τερο ρόλο των μεσοστρωμάτων και την έντονη ριζοσπαστικοποίηση μετά τη διχτατορία. Για να αναλυθεί αυτό περισσότερο πρέπει να εξεταστούν οι εξής παράγοντες:

(1) Η πολιτική και οικονομική πραγματικότητα που κληροδότησε ο εμφύλιος πόλεμος, η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη χώρα μας και οι ιδιομορφίες του, οι οξύτατες αντιθέσεις της αστικής τάξης στην περίοδο πριν από το πραξικόπημα, ο «χρυσός αιώνας» του ελληνικού καπιταλι­σμού στη διάρκεια της διχτατορίας που ευνόησε και αυτά τα μεσοστρώματα, ο νέος διεθνής περίγυρος και οι σχετικές ανακατατάξεις.

(2) Με το τέλος του εμφύλιου πολέμου μένει ανοιχτό ένα τεράστιο πρό­βλημα. Η στρατιωτική νίκη του '49 δε συνοδεύτηκε από μια πολιτική σταθεροποίηση. Αυτό έχει να κάνει από τη μια με τις αντιθέσεις που φάνηκαν στα πλαίσια της μέχρι τότε ενωμένης αστικής τάξης και από την άλλη με την αδυναμία ενσωμάτωσης της τεράστιας ΕΑΜικής μάζας. Η αστική τάξη της χώρας μας —παρόλο που είχε ένα παρελθόν διχασμού, που η αιτία του ήταν η εξυπηρέτηση της μιας ή της άλλης ιμπεριαλιστικής δύναμης— ΕΝΩΘΗΚΕ στη διάρκεια της 10ετίας του '40. Όμως με την επαύριο της τελικής νίκης, οι διαιρέσεις και οι αντιθέσεις στους κόλπους της ξέσπασαν ανοιχτα και οδήγησαν σε διαδοχικές κρίσεις.

(3) Το σημαντικότερο όμως πρόβλημα που έπρεπε ν' αντιμετωπιστεί ήταν η χειραγώγηση της αριστερής μάζας, με δεδομένη την ανυπαρξία σοσιαλ­δημοκρατικών κομμάτων και με τους κομμουνιστές εκτός νόμου. Το ιστο­ρικό προηγούμενο του μεσοπολέμου (εγκλωβισμός πλατιών μαζών στην αντιπαράθεση δυο αστικών μερίδων, τους Βενιζελικούς και τους Βασιλικούς) δεν μπορούσε να επαναληφθεί, μιας και η δεκαετία '40-'50 είχε τρο­ποποιήσει σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση με τον πρωταγωνιστικό ρόλο του λαΐκοδημοκρατικού κινήματος.

Έτσι το πρόβλημα του ποιος και σε ποιο τρόπο θα κυριαρχήσει στη μάζα αυτή αποκτά μεγάλη σπουδαιότητα. Ο λαϊκισμός του Παπάγου γύ­ρω από τον «Εθνικό Συναγερμό» αποτελεί μια τέτοια απόπειρα, που όμως φθείρεται γρήγορα απ' το κυπριακό και την αντιπαράθεση άγγλων - αμερι­κάνων. Αυτή την εποχή δημιουργούνται κεντρο-αριστερά κόμματα που έχουν δεσμούς με την αγγλική πολιτική η οποία έχει χάσει τα προηγούμε­να ερείσματα της.

Η αδυναμία ελέγχου της ΕΑΜικής μάζας φαίνεται καθαρά στις εκλογές του '58, όπου σε συνθήκες δυσμενέστατες η ΕΔΑ βγαίνει δεύτερο κόμμα με 24% και 80 βουλευτές —προς κατάπληξη ακόμα και των ηγετών της— ενώ τα κεντρώα κόμματα μόλις κατορθώνουν να εκλέξουν 20 βου­λευτές περίπου.

Από το 1958 ως το 1961 παρατηρείται ειδικά στην ύπαιθρο αλλά και στις πόλεις ένα όργιο τρομοκρατίας, σαν μια πρώτη απάντηση στον κίν­δυνο της Αριστεράς. Την ίδια περίοδο μπαίνουν οι βάσεις του εκσυγχρονισμού - εξευρωπαϊσμού. Ο Καραμανλής προσανατολίζεται προς την Ευρώπη και βλέπει ευνοϊκά τη δημιουργία κάποιας μορφής δικομματι­σμού.

Ο χειρισμός της αριστερής μάζας τα χρόνια αυτά που δεν είναι πάν­τα εύκολος— περνάει μέσα απ' την Ε.Κ., που η δημιουργία της το ‘61 ξεσήκωσε έναν ενθουσιασμό ειδικά στην ύπαιθρο όπου η τρομοκρατία ήταν ιδιαίτερα έντονη. Σ' αυτό συντέλεσε και η δεξιά πολιτική της ΕΔΑ, που έφτασε μέχρι την ανοιχτή υποστήριξη της ΕΚ. Έτσι στις εκλογές του '61 το 24% της ΕΔΑ γίνεται 11% περίπου, για να καθηλωθεί σ' αυτό το ποσοστό από τότε.

Οι αλλεπάλληλες πολιτικές κρίσεις (εκλογές '63 και '64, φυγή του Καραμανλή στο Παρίσι, παλατιανό πραξικόπημα, Ιουλιανό, αποστασία) οδηγούν στη φασιστική διχτατορία του '67.

Η δικτατορία ευνόησε, εκτός από το μεγάλο κεφάλαιο και το δυνάμωμα ενδιάμεσων στρωμάτων που ενισχύθηκαν σημαντικά από το κύμα των μεταπρατικών κ.ά. δραστηριοτήτων της εποχής εκείνης. Έτσι δυνάμωσε αριθμητικά η μεσαία αστική τάξη. Σ' αυτήν συγκαταλέγονται ορισμένες κατηγορίες επιχειρηματιών, μικρών και μεσαίων βιομηχάνων, ορισμένες κατηγορίες εμπόρων, αντιπροσώπων ελεύθερων επαγγελματιών, καθώς και το διευθυντικό προσωπικό μεγάλων κρατικών και ιδιωτικών επιχειρή­σεων. Η «φιγούρα» του νεόπλουτου πρώην αριστερού είναι πολύ συχνή. Η διαδικασία αυτή συνεχίστηκε και στη μεταπολιτευτική περίοδο. Επίσης αντικειμενικά η επταετία έβγαλε από το προσκήνιο μια σειρά από εκπρο­σώπους του πολιτικού κόσμου (προδιχτατορικά κόμματα, παλάτι κλπ.) και


 
Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες
1451484
συνέχεια..
από ΚΟΕτζής 11:53, Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Κατεβάστε το συνημμένο αρχείο: pleires_tis_politikis_diastasis.doc (application/msword)

την εμφάνιση νέων δυνάμεων.

Η ριζοσπαστικοποίηση συνδέεται με την πορεία του διχτατορικού καθεστώτος, έχει σχέση όμως με μια ορισμένη ιστορική μνήμη, επιρρεάζεται από τα συγκλονιστικά γεγονότα της περιόδου Βιετνάμ, Γαλλικός Μάης, νεανική κουλτούρα (Γούντστοκ κλπ.) και φυσικά πυροδοτείται από το φοιτητικό κίνημα με ορόσημο το Πολυτεχνείο. Παίρνει πολύ μεγαλύ­τερες διαστάσεις όταν 35ρηδες της εποχής βρίσκονται επιστρατευμένοι. Η ριζοσπαστικοποίηση, είναι τέτοια που αγκαλιάζει όλα σχεδόν τα παιδιά της αστικής τάξης. Κι αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί σαν απλό φαινόμενο μόδας.

Είναι φανερό ότι σε πολιτικό επίπεδο η όποια διαδοχή της χούντας εί­χε να αναμετρηθεί με συσσωρευμένα κι άλυτα προβλήματα όχι μόνο της χουντικής περιόδου αλλά και της προηγούμενης. Οι ανακατατάξεις που έγιναν εκφράστηκαν και σε πολιτικό επίπεδο (π.χ. εξαφάνιση των κεν­τρώων κομμάτων με παράλληλη συγχώνευση τους στη Ν.Δ. και σε μικρό­τερο βαθμό στο ΠΑΣΟΚ).

Το ΠΑΣΟΚ λοιπόν αποτελεί έκφραση-απάντηση αυτών των δύο παραγόντων πάντα μέσα στα πλαίσια που όρισε το Εθνικό Συμβόλαιο της μεταπολίτευσης. Ο ριζοσπαστισμός του ΠΑΣΟΚ είναι ο μοναδικός τρόπος για να συγκρατηθεί και να μπει σε ανώδυνα κανάλια κοντοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα η ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών μαζών.

Ακόμα είναι αναγκαίος στη μεσαία αστική τάξη σαν μοχλός που θα .βοηθήσει στην άνοδο της. Η συγκράτηση και η χρησιμοποίηση αυτής της ριζοσπαστικοποίησης μόνο από κάποιο σχηματισμό τύπου ΠΑΣΟΚ, μπο­ρούσε να πραγματοποιηθεί.

Ο πολιτικός εκφραστής κάποιων μερίδων της μεσαίας αστικής τάξης, είναι υποχρεωμένος πρώτο να φανεί ικανός να διαδραματίσει ρόλο διαχει­ριστή, άρα να εξασφαλίσει τουλάχιστον την ανοχή του μεγάλου κεφα­λαίου — δεύτερο να αποδεχτεί το ρόλο του «υπό προθεσμία» διαχειριστή κι όχι του «κυρίαρχου» και αποκλειστικού διαχειριστή —.τρίτο να εξασφα­λίσει στο διάστημα αυτό τους όρους μιας αποκλειστικής διαχείρισης μέσω της εδραίωσης ενός νέου κατεστημένου, που να έχει σοβαρές προσβάσεις στα δυναμικά κέντρα.

Η κρατική μηχανή σ' όλα τα επίπεδα αποτελεί το μοναδικό σοβαρό όπλο - μέσο που μπορεί να πραγματοποιήσει τα προηγούμενα. Ο εκσυγ­χρονισμός της πρέπει από τη μια να καλύπτει τις ουσιαστικές ανάγκες του συνόλου της αστικής τάξης και απ' την άλλη να διατηρεί την επίφαση κά­ποιων λαϊκών αλλαγών.

Χαρακτηριστικά ο Α. Παπανδρέου δήλωσε στο «Βήμα» στις 26-4-81. «Το μόνο που κινδυνεύει από μια άνοδο του ΠΑΣΟΚ είναι η μονοκρατορία της δεξιάς. Τίποτα άλλο. Εκείνο που κινδυνεύει είναι η τσαπατσουλιά, η προχειρότητα, η κερδοσκοπία και θάλεγα χωρίς να είναι σκληρό, η λωποδυσία γενικώς».

 

Θέση Ελλάδας - Λαϊκισμός Τεχνοκρατία

 

Δεν είναι λίγοι οι αστοί πολιτικοί που θα εύχονταν να πολιτεύονταν σε κάποια άλλη περιοχή του κόσμου. Το να πολιτεύεσαι στη χώρα αυτή, στην οποία εκφράζονται με πολύπλοκη μορφή οι περισσότερες από τις αντιθέσεις του σύγχρονου κόσμου, είναι όντως δύσκολο πράγμα. Η γεω­γραφική θέση φάνταζε πάντα· σαν μειονέχτημα και η αναζήτηση μιας ευρωπαϊκής σκεπής δικαιολογούνταν από τη σταθερότητα που θα πρόσδι­δε...

Ορισμένοι δυναμικοί παράγοντες της αστικής τάξης φαίνεται να έχουν άλλη γνώμη: Επειδή οι συσχετισμοί δυνάμεων είναι διαμορφωμένοι, πιστεύουν ή φαίνεται να πιστεύουν πως η σημερινή γεωγραφική θέση της Ελλάδας, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, από μειονέκτημα μπορεί να μετατραπεί σε πλεονέκτημα.

Όλος ο περίφημος «τριτοκοσμισμός», οι θεωρίες «μητρόπολης-περιφέρειας», η «Ελλάδα που ανήκει στους Έλληνες», η «αντίθεση Βορρά - Νότου» είναι ενταγμένα μέσα σε μια λογική εκμετάλλευσης στο έπακρο της θέσης που έχει η Ελλάδα και στη δυνατότητα ελιγμών και αναρριχή­σεων των στρωμάτων αυτών.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου στο πρόσφατο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ είπε στην εισήγηση του:

«Η περιοχή μας είναι μια από τις πιο θερμές και ευαίσθητες της υφηλίου. Αποτελεί τόπο αντιθέσεων και συγκρούσεων γεωπολιτικών στρατηγικών συμφερόντων. (...) Η χώρα μας από τη γεωγραφική μας θέση, αποτελεί ένα συνδετικό κρίκο ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική που έχουν σαν κοινό σημείο ανα­φοράς τη θάλασσα της Μεσογείου. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο χώρα σύνορο, αλλά ταυτόχρονα είναι το κλειδί για το πέρασμα στα Βαλκά­νια, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και τη Νότιο-ανατολική Μεσόγειο και Ευρώπη. Αναμφίβολα η περιοχή μας αποτέλεσε και αποτελεί το παραδοσιακό και προνομιακό σταυροδρόμι συνάντησης, αντιπαράθεσης πολιτικών μα και θρησκευτικών ρευμάτων. Ταυτό­χρονα όμως είναι μια περιοχή μόνιμης σύγκρουσης της γεωπολιτικής στρατηγικής των μεγάλων δυνάμεων στο παρελθόν και των υπερδυνά­μεων σήμερα.             .

Συνυπάρχουν τεράστιες δυνατότητες μα και σοβαροί περιορισμοί στην πορεία μας. Ο σωστός συνδυασμός της τολμηρής αξιοποίησης των δυνατοτήτων και της συνετής γνώσης των περιορισμών, οδηγεί σε ρεαλιστικό αλλά αταλάντευτο σχεδιασμό εξωτερικής πολιτικής, με ολόπλευρες, αδέσμευτες, και πολυδιάστατες πρωτοβουλίες».

Ο κ. Παπανδρέου είναι σαφής. Έτσι γίνονται κατανοητές οι προσαρμογές του στα θέματα ΕΟΚ-ΝΑΤΟ-Βάσεις, σε συνδυασμό με τα ανοίγμα­τα προς ανατολάς (Πολωνικό - τζάμπο - παρουσία σοβιετικών στο συνέ­δριο του κλπ.) και τις αραβικές χώρες. Αυτά βέβαια χωρίς να είναι εντε­λώς καινούργια πράγματα διαφέρουν από το «Ανήκομεν στη Δύση» της Ν.Δ.

Σ' αυτό το σημείο έχει μεγάλη σημασία να παρακολουθήσουμε την κριτική που ασκεί από το ίδιο βήμα ο Α. Παπανδρέου στη «στρατηγική της άρχουσας τάξης της Ελλάδας»:

«Από τις εξελίξεις και από τα γεγονότα φαίνεται ότι η άρχουσα τά­ξη της Ελλάδας έχει έλλειψη σαφήνειας, προγραμματισμού και Εθνικού προσδιορισμού στην στρατηγική της για την αντιμετώπιση των επεκτατικών σχεδίων και πρωτοβουλιών της Τουρκίας.

Στο όνομα κάποιου αόριστου ρεαλισμού και των συμμαχικών δεσμεύσεων και προτροπών οδηγήθηκε μοιραία και βαθμιαία στην αδυναμία αποτροπής προκλήσεων και παράνομων πράξεων, στην αποδοχή τετελεσμένων, στη λογική εφησυχασμού, συμβιβασμών και παραχωρήσεων.

Η λογική των παραχωρήσεων σχετίζεται με την προσκόλληση στο δόγμα «ανήκομεν στη Δύση». Αντικειμενικά μια έτσι διαμορφωμέ­νη στρατηγική οδήγησε ή θα μπορούσε να οδηγεί στην ανοχή της συρ­ρίκνωσης του Ελληνισμού και στην αδυναμία αντίδρασης στην υποθε­τική περίπτωση πρακτικής αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων ή εδαφικού χώρου». Σε ποιους απευθύνεται ο Αντρέας με τα παραπάνω; Φυσικά δεν απευ­θύνεται στην εργατική τάξη, στους μικρομεσαίους, αλλά κριτικάρει μια ορισμένη έκφραση της άρχουσας τάξης, μια στρατηγικής και την έλλειψη κάποιας άλλης. Γιατί ο λόγος αυτός, να μην είναι λόγος και στρατηγική μιας υποψήφιας άρχουσας τάξης; πού ακριβώς επειδή είναι «υποψήφια» οφείλει να πείσει τουλάχιστον την «εθνική βάση του κεφαλαίου» και τους δυναμικούς παράγοντες του ελληνικού καπιταλισμού; Όλους τους παρά­γοντες:

«Σ' αυτή την κρίσιμη για τα εθνικά μας θέματα περίοδο, προβάλλει ως πρωταρχική ανάγκη η διαμόρφωση μιας Εθνικής Στρατηγικής.  Μιας Πατριωτικής Στρατηγικής του ευρύτερου Ελληνισμού που να στηρίζεται στις δυνάμεις του Ελληνισμού της Διασποράς». Τα υπόλοιπα («αξιόμαχο στρατού, άρα δαπάνες, συναδέλφωση λαού και στρατού, εθνική ομοψυχία, έθνος οχυρό») είναι εντελώς φυσιολογικά.   Η κοινωνική διαφοροποίηση, στον αναπτυγμένο καπιταλισμό έχει να δείξει μια μεγάλη ποικιλία ενδιάμεσων στρωμάτων, που κι αυτά διαφορο­ποιούνται σε ανώτερα και κατώτερα, νέα-παλιά, δυναμικά ή μη. Η δυναμι­κή των μεσοστρωμάτων ιδιαίτερα της μεσαίας αστικής τάξης στην προσπάθεια της να γίνει μεγάλη έχουν να επιδείξουν αρκετές συγκρούσεις με τα κάθε φορά «κατεστημένα».          

Έτσι οι τάσεις ανάπτυξης μιας μεσοαστικής τάξης διαπερνούνται από την ταλάντευση ανάμεσα:

—Στην επιδίωξη ανάδειξης της, σαν αστικής τάξης, απαλλαγμένης όμως από εμπόδια που προέρχονται από την κυρίαρχη επιβολή μιας μεγαλοα­στικής ομάδας με ξένη υποστήριξη. Για το εγχείρημα αυτό είναι απαραί­τητη σ' ένα βαθμό η στήριξη (ενσωμάτωση) στις λαϊκές δυνάμεις που αντιμάχονται την τέτοια επιβολή.

—Και στην τελική της υπόσταση δηλαδή στην ανάδειξη της μέσα από κανόνες παιχνιδιού, που απειλούνται από τη λαϊκή παρέμβαση.

Όταν μιλάμε λοιπόν, για μεσαία αστική τάξη δεν πρέπει να την μπερ­δεύουμε με την παραδοσιακή μικροαστική τάξη. Εννοούμε περισσότερο το ανώτερο τμήμα αυτού που ονομάζουν μερικοί «νέα μικροαστική τάξη». Συνεπώς η τεχνοκρατία έχει μια σημαντική θέση και σαφώς μέσα στο ΠΑ­ΣΟΚ παίζει σημαντικό ρόλο.

«Η πορεία των εθνικών μας θεμάτων αλλά και η πρωταρχική μας επιλογή για εθνική ανεξαρτησία αποτελούν βασικό παράγοντα για την αναπτυξιακή μας πορεία. Μια αναπτυξιακή πορεία που σαν στα­θερό στρατηγικό στόχο, δεν μπορεί παρά να έχει την προώθηση, την κατοχύρωση της αυτοδύναμης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυ­ξης. Μια πορεία που δεν σημαίνει αυτάρκεια αλλά συνεχή διεύρυνση της εθνικής ικανότητας, για ποιοτικά διευρυμένη παραγωγή, τεχνο­λογική ανάπτυξη. (...)

Παράλληλα όμως απαιτείται σαν διασφάλιση για την αυτοδύναμη οικονομικής ανάπτυξης η απάντηση στην πρόκληση της τεχνολογι­κής επανάστασης μέσα από την:

•  αξιοποίηση παραγωγικών πόρων και κυρίως του ανθρώπινου δυναμικού

•  προώθηση παιδείας, επιμόρφωση επιστημόνων της χώρας και της διασποράς

•  προσπάθεια για συνδυασμό αύξησης της παραγωγής και της παρα­γωγικότητας και εξασφάλιση υψηλής και ανταγωνιστικής ποιότη­τας».

Τα παραπάνω προσδίδουν έντονα τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά στο ΠΑΣΟΚ και το διαχωρίζουν από τα παραδοσιακά αστικά κόμματα. Τα τεχνοκρατικά συνθήματα του ΠΑΣΟΚ δεν έχουν καμιά σχέση με τα συν­θήματα π.χ. της Ένωσης Κέντρου. Η «Δεξιά», δεν τα είχε τόση ανάγκη μια και εκφράζε παγιωμένες καταστάσεις συνηθισμένες στη μέχρι τότε τεχνολογική ανανέωση. Εξάλλου η προσαρμογή της Ν.Δ. δεν ήταν πάντα αυτή που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Άλλωστε η Ν.Δ. δεν είχε ανάγκη τις ιδιαίτερη κινητοποίηση της τεχνοκρατίας.

Τα ανερχόμενα στρώματα της αστικής τάξης μπορούν εύκολα να ταυ­τιστούν ή να εκφραστούν από τα τεχνοκρατικά πρότυπα.

Και υπάρχουν λογιών-λογιών τεχνοκράτες, επιστήμονες της διασπο­ράς που αναγκάζονται να δοκιμάσουν εδώ την τύχη τους, τεχνοκράτες που πιστεύουν πως το μέλλον ανήκει στο κράτος και παρουσιάζονται σαν ακραιφνείς τριτοκοσμικοί, τεχνοκράτες που γνωρίζοντας πως «η γνώση σημαίνει δύναμη» και οδηγεί στο χρήμα, είναι έτοιμοι να διακηρύξουν την ιερή, εθνική πλέον αποστολή τους για το «καλό του λαού και του τόπου», για την ιστορική συμπόρευσή τους στην «Στρατηγική Ελληνισμού»...

Είπαμε και πριν πως η κρατική μηχανή αποτελεί το πιο αποτελεσματι­κό όργανο για την επίτευξη της στρατηγικής του ΠΑΣΟΚ. Ας δούμε λοι­πόν πως προσδιορίζει τη σχέση ιδιωτικού και δημόσιου τομέα:

«Η συνύπαρξη του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα καθώς και αυτού που ονομάσαμε κοινωνικού ή λαϊκής βάσης δεν είναι απλά εφι­κτή. Είναι η μόνη δυνατότητα για ισόρροπη ανάπτυξη αλλά και για την ικανοποίηση του στόχου που αφορά τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής στη χώρας μας.

Το ζητούμενο, είναι η εναρμόνιση ανάμεσα στους τομείς και η αλληλοσυμπλήρωση και υποστήριξη τους.

Η ιδιωτική πρωτοβουλία θα πρέπει να γνωρίζει ξεκάθαρα τις μεγά­λες δυνατότητες παραγωγικής ανάπτυξης της αλλά και τους «κανό­νες του παιγνιδιού». Το κέρδος στα πλαίσια της ιδιωτικής πρωτο­βουλίας, αποτελεί θεμιτό κίνητρο για την αύξηση της παραγωγής και την κατοχύρωση της ποιότητας. Η αθέμιτη όμως κερδοσκοπία θα παταχθεί όπως και θα ελεγχθεί η ασυδοσία των μονοπωλίων και των ολιγοπωλίων ώστε να προστατευθεί ο ελεύθερος ανταγωνισμός και η δράση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Η επέκταση του Δημόσιου Τομέα προς νέους στρατηγικούς τομείς αλλά και η όλη δράση του σε κλάδους παροχής υπηρεσιών ή παραγωγικών δραστηριοτήτων γίνεται προς την κατεύθυνση της γνήσιας κοινωνικοποίησης. Η ουσιαστική συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των εργαζόμενων, των κοινωνικών φορέων, των καταναλωτών και των τυχόν μετόχων στη χάραξη της στρατηγικής, στη διοίκηση, στον προγραμματισμό και τον έλεγχο των δημόσιων επιχειρήσεων, των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας και των Τραπε­ζών του Δημόσιου Τομέα, διασφαλίζει την εξυπηρέτηση αναπτυ­ξιακών και κοινωνικών στόχων. Παράλληλα, η αποτελεσματική λει­τουργία τους θα προωθείται με τη χρήση ιδιωτικοοικονομικών κριτη­ρίων για την αποδοτικότητα των παραγωγικών δραστηριοτήτων». Τα παραπάνω για να ισχύσουν (αφού ξεπεραστούν λογής λογής εμπό­δια) έχουν ανάγκη από μεγάλη μάζα στελεχών. Η τεχνοκρατική αξιοκρα­τική συγκρότηση και ο εγκλωβισμός τους στην καπιταλιστική ανάπτυξη, είναι όροι που διόλου δεν θίγουν τον καπιταλισμό, αλλά θέτουν με πιο ευέλικτο τρόπο τις σχέσεις κεντρικής πολιτικής εξουσίας και ενδιάμεσων διαχειριστικών βαθμίδων.

Ο βασικός στελεχικός μηχανισμός του ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει ένα μεγάλο ποσοστό τεχνοκρατών, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους δεν ανα­δείχτηκαν από κανένα κίνημα ή μέσα από εσωτερικές κομματικές διαδικα­σίες, αλλά τοποθετήθηκαν σε καίριες θέσεις λόγω της ειδικότητας τους με τον όρο να μην αμφισβητήσουν το πλαίσιο-ΠΑΣΟΚ. Το ειδικό τους βά­ρους όλο και αυξάνεται.

• Η συζήτηση γύρω από το λαϊκισμό έχει αναπτυχθεί αρκετά, ιδιαίτερα από Λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Σημαντική παρουσιάζεται η επίδρα­ση «ανανεωτικών» κύκλων από το έργο του Ε. Λακλάου. Βέβαια οι κατα­λήξεις τους περί «αυθεντικού σοσιαλιστικού κινήματος» ή περί «λαϊκίστι­κου κινήματος» όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ είναι αβάσιμες. Όπως κι όλες οι ερμηνείες που στηρίζονται στον αρχηγικό - χαρισματικό ρόλο του Αντρέα. Βέβαια, όσο δύσκολο είναι να φανταστεί κανείς το ΠΑΣΟΚ χωρίς τον Παπανδρέου άλλο τόσο κάνει λάθος με το να χαρακτηρίζει το ΠΑΣΟΚ αρχηγικό κόμμα.

Ο λαϊκισμός —πολύ σχηματικά εφόσον πρόκειται για σύνθετο φαινό­μενο— αποτελεί ένα «ιδεολογικό χωνευτήρι» σκόρπιων έως αντιτιθέμενων ιδεολογικών στοιχείων που στην συνάρθρωση τους, μπορούν να αποτελέ­σουν μια κινητήρια δύναμη διάφορων στρωμάτων και τάξεων. Τα γνήσια λαϊκίστικα κινήματα συγκροτούσαν ένα ιδεολογικό πλέγμα από σκόρπια και ανόμοια ιδεολογικά στοιχεία, αντίθετο προς την κυρίαρχη ιδεολογία και χρησιμοποιούσαν αυτή την «υλική δύναμη» στον αγώνα τους για την εξουσία. Τέτοια κινήματα, που μπορεί να εκφράζουν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα, κυρίως αναπτύχθηκαν όταν η κυρίαρχη τάξη δεν είχε την προηγούμενη συνοχή της και βρίσκονταν σε κρίση.

Στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ μιλάμε για λαϊκίστικα χαρακτηριστικά που σημαδεύονται από τον ασαφή ταξικό προσδιορισμό του («μη προνο­μιούχοι»), τον ιδιαίτερο ρόλο του αρχηγού του («εμπρός Αντρέα για μια Ελλάδα νέα»), τα κατά περίπτωση χρησιμοποιούμενα εθνικιστικά, μαρξίζοντα, τεχνοκρατικά, θρησκευτικά στοιχεία (Ελλάδα και Έλληνες, μητρόπολη-περιφέρεια, πρόκληση της εποχής, παναγία Σουμελά).

Μιλήσαμε για τη ριζοσπαστικοποίηση όπως και για την ανάγκη χειρι­σμού μιας τεράστιας μάζας που θάταν αδύνατο να... ψηφίσει την ΕΔΗΚ του Μαύρου ή του Ζίγδη. Έτσι το ΠΑΣΟΚ αποτελεί και τη «συνέχεια των λαϊκών αγώνων».

«Το ΠΑΣΟΚ συγκροτήθηκε πέρα από την κοινωνική και με την πολιτική και ιδεολογική σύνθεση και με την παράλληλη διαμόρφωση τριών υπαρκτών ρευμάτων στην ελληνική κοινωνία. Αυτά τα τρία ρεύ­ματα που μέσα στη δίνη των 40 τελευταίων χρόνων με έντονες πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες συμπορεύτηκαν, συνεκφράστηκαν, συναγωνίστηκαν και τελικά ΕΝΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ, είναι:

•  Το λαϊκό ρεύμα της Εθνικής και Εαμικής Αντίστασης.

•  Το λαϊκό ρεύμα της μεταεμφυλιακής περιόδου που κορυφώθηκε με τους δύο ανένδοτους της Ε.Κ. και τους ευρύτερους δημοκρατι­κούς αγώνες κάτω από τις σημαίες της ΕΚ και της ΕΔΑ.

•  Το λαϊκό ρεύμα της πολύμορφης αντίστασης ενάντια στη στρατιωτικοφαστική δικτατορία με αποκορύφωμα το Πολυτεχνείο)» (Συνέδριο ΠΑΣΟΚ).

Αυτή η περιγραφή - οδοστρωτήρας δεν μπορεί να συγκαλύψει ένα βασικό πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ -άσχετα αν μέχρι σήμερα παρουσιάζεται σαν πλεονέχτημα— δηλαδή την ανομοιογένεια του. Μέσα στο ΠΑΣΟΚ συνυπάρχουν, μια βάση ριζοσπαστική (που παρά τους αποκλεισμούς δίνει κάποιο παρόν στο συνέδριο, στις ψηφοφορίες), δεσμοί, κυκλώματα, αντι­λήψεις του παραδοσιακού κέντρου, τεχνοκρατικές ελίτ, στοιχεία που έχουν δεσμούς με ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, επιδέξιοι αετονύχηδες, στρατοκράτες, συν ένας Αντρέας με όλο του το παρελθόν...

Τα τρία στοιχεία που επισημάνθηκαν δηλαδή η θέση της χώρας μας, ο τεχνοκρατισμός και ο λαϊκισμός, είναι στοιχεία που επισημαίνονται από όσους κριτικάρουν το ΠΑΣΟΚ. Όμως για λόγους πολιτικής σκοπιμότη­τας απέναντί του, τονίζεται κάποιο απ' αυτά τα στοιχεία έτσι ώστε να συγ­καλύπτεται η φύση του. Για τη "Δεξιά" (μιλάμε συνολικά κι όχι για τις αποχρώσεις) το ΠΑΣΟΚ θυμίζει αριστερά κι αυτό φτάνει. Για την "Αρι­στερά" (παρά τις επιμέρους κριτικές), το ΠΑΣΟΚ είναι δύναμη Αλλαγής, δύναμη με την οποία πρέπει να υπάρξει συμπαράταξη την οποία εμποδί­ζουν τόσο η δεξιά όσο και ο «ηγεμονισμός» του ΠΑΣΟΚ.

Για να συνοψίσουμε: θεωρούμε το ΠΑΣΟΚ αστικό κόμμα, εκφραστή των συμφερόντων ανερχόμενων τμημάτων της μεσαίας αστικής τάξης, που ενώ ευνοήθηκαν και αναπτύχθηκαν σ' όλη την προηγούμενη περίοδο δεν είχαν μια αυτόνομη πολιτική έκφραση. Η άνοδος τους είναι συνάρτη­ση του προσεταιρισμού μιας ριζοσπαστικής λαϊκής μάζας που’χει σχέσεις με το αριστερό κίνημα και της αποδοχής τους (της πολιτικής τους έκφρασης) σαν κάποιο αναγκαίο διαχειριστή του συστήματος από το μεγάλο κεφάλαιο.

Η τρίχρονη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αποτελεί μια τεχνοκρατική -λαϊκιστική απόπειρα διαχείρισης της κρίσης του καπιταλισμού έχοντας εξασφαλίσει την ουσιαστική συναίνεση της Αριστεράς και τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των λαϊκίστικων χαρακτηριστικών σε αντίθεση με τις κλασσικές σοσιαλδημοκρατικές διαχειρίσεις.

Ο εκσυγχρονισμός του ΠΑΣΟΚ συναντιέται με βαθύτερες ανάγκες του κεφαλαίου στην Ελλάδα (τουλάχιστον σημαντικών μερίδων του), χρησιμεύει στην ανέλιξη διάφορων αστικών μερίδων, δημιουργεί την επί­φαση ικανοποίησης των λαϊκών στρωμάτων.

Δεν θεωρούμε πως η τρίχρονη διακυβέρνηση της χώρας από το ΠΑ­ΣΟΚ ανατρέπει την εκτίμηση που διατυπώσαμε, παρά την ενίσχυση σημαντικών δεσμών με τα μεγαλοαστικά στοιχεία και την κάλυψη θέσεων - κλειδιών, για τους εξής δύο λόγους: Η "Δεξιά" και ειδικά το περιβάλλον Καραμανλή φαίνεται να συγκεντρώνει τους βασικότερους παράγοντες της οικονομικής ζωής καθώς και τις διασυνδέσεις με τους ενδιαφερόμε­νους διεθνείς κύκλους. Η εκλογική αυτοδυναμία του ΠΑΣΟΚ δεν είναι και ουσιαστική αυτοδυναμία. Γνωρίζει καλά το περιβάλλον Παπανδρέου πως χωρίς την ουσιαστική συμπαράταξη των "ΚΚΕ" και "ΚΚΕεσ." τίπο­τα δεν θα μπορούσε να κάνει.

Όμως το να παραμείνει έτσι η κατάσταση είναι το λιγότερο πιθανό ενδεχόμενο μιας και η αντιπαράθεση "Δεξιάς" - ΠΑΣΟΚ αποκτά μια οξύ­τητα, πολύ εντονότερη απ' αυτήν του '81. Ενεργοποιούνται δυνάμεις, συγκροτούνται άλλες, γυρίζει καλά η κουτάλα... Τι θα βγάλει λίγοι ξέ­ρουν.

Κατ' αρχήν απορρίπτουμε τους εξής προσδιορισμούς:

Όσους κάνει το ΠΑΣΟΚ για τον εαυτό του.

ΠΑΣΟΚ δύναμη της αριστεράς, αριστερά, αριστερό κόμμα.

ΠΑΣΟΚ μεγαλοαστικό κόμμα.

ΠΑΣΟΚ ιδιότυπο ρεφορμιστικό κόμμα.

ΠΑΣΟΚ μικροαστικό κόμμα, κόμμα των μικρομεσαίων.

Λαϊκίστικο κόμμα - αρχηγικό κόμμα κλπ. Απορρίπτουμε επίσης όλες τις συνθηματολογίες που καλλιεργούν σύγχυση (Αλλαγή κλπ.).

 

Δ. ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΠΑΡΑΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ. Πραγματικό δίλημμα ή τεχνητό πρόβλημα; Τι σημαίνει «προέορτια πολιτικής κρίσης» και κυρίως τι κάνουμε τώρα που οι «μονομάχοι» παίρνουν θέσεις μάχης και οι κουστωδίες τους εκβιάζοντας αλλά και εκβιαζόμενες δραστηριοποιούνται;

Η αλλαγή του '81 ήταν το συνδυασμένο αποτέλεσμα της αποτυχίας της Ν.Δ. σ' όλους τους τομείς, της συστηματικής φθοράς της από την τό­τε αντιπολίτευση και της μεγάλης επιθυμίας πλατιών μαζών να αλλάξει κάτι τέλος πάντων. Απ' όσους ψήφισαν το ΠΑΣΟΚ, ελάχιστοι πίστευαν στα σοβαρά ότι θα προωθηθεί ο «σοσιαλιστικός μετασχηματισμός». Ήθε­λαν —αλλά περίμεναν κιόλας— ορισμένες αλλαγές, να δουν νέα πρόσωπα να δοκιμάζονται, νέες ιδέες και πραχτικές.

Ήταν η μοναδική εναλλακτική λύση στην αδυναμία της Ν.Δ. να δια­χειριστεί την κρίση και στην εντεινόμενη φθορά της. Ήδη από τις εκλο­γές του '77 είχαν φανεί κάποια πράγματα. Η μεταστροφή του συγκροτή­ματος Λαμπράκη, η πίεση πολλών παραγόντων για ένα δίδυμο Καραμαν­λή - Παπανδρέου και η φημολογία για την προεδροποίηση του Καραμαν­λή στη θέση του διακοσμητικού μέχρι τότε Τσάτσου, εκφράζουν την προ­σπάθεια μιας σημαντικής μερίδας της άρχουσας τάξης να βρεθεί ρυθμιστι­κή λύση που να εκφράζει και σε πολιτικό επίπεδο κάποιες εν εξελίξει ανα­κατατάξεις, με απώτερο σκοπό τουλάχιστον έναν δικομματισμό που να επιτρέπει αλλαγές χωρίς κλυδωνισμούς (σήμερα φαίνεται πως ένας δικομ­ματισμός δεν αποκλείει όλους τους κινδύνους, και είναι μάλλον επικίνδυ­νος). Αυτή η ρυθμιστική λύση ήταν η διαδοχή της Ν.Δ. από το ΠΑΣΟΚ με εγγυητή τον Καραμανλή στη θέση του Προέδρου, έτσι ώστε η φθορά που έτσι κι αλλιώς θα χρεωνόταν στη Ν.Δ. να μην οδηγήσει σε καταστά­σεις μη ελεγχόμενες. Γι’ αυτό ο Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ έπρεπε κατά κάποιο τρόπο να «φρονηματιστούν», να «υπευθυνοποιηθούν». Άλλωστε από το 1977 είχε αρχίσει μια τέτοια πορεία. Η επαναδιαπραγμάτευση των όρων του «Εθνικού Συμβολαίου», δηλαδή η διακυβέρνηση από το ΠΑ-ΣΟΚ με τη Ν.Δ. στην αντιπολίτευση, μπορούσε να προωθηθεί μόνο μέσα από το δίδυμο ΠΑΣΟΚ-Καραμανλή. Μιλάμε για μια προσωρινή «ισορρο­πία» που όλες οι πλευρές θα εκμεταλλεύονται για λογαριασμό τους.

Η «Δεξιά» είχε ανάγκη από μια ανάπαυλα που θα την απομάκρυνε από τη λαϊκή δυσαρέσκεια, θα λειτουργούσε εξαγνιστικά αφού θα αντιπολι­τευόταν. Από την άλλη η προεδροποίηση του Καραμανλή αφήνει άλυτα τα προβλήματα της διαδοχής. Απ' την ηγεσία της παρέλασαν ο Ράλλης, ο Αβέρωφ και τώρα ο Μητσοτάκης, αλλά δεν φαίνεται να έχει επιτευχθεί μια σταθερή ισορροπία.

Το ΠΑΣΟΚ εκμεταλλεύτηκε όσο ήταν δυνατό, τη διάθεση του κό­σμου για αλλαγή, την πίστωση χρόνου που του 'δωσαν οι λαϊκές μάζες, τη χρεωκοπία της «δεξιάς», τις αντιθέσεις μέσα στους κόλπους της.

Αρχίζει αμέσως τις προετοιμασίες —μέσα σε ορισμένα πλαίσια— για ένα υπό διαμόρφωση «νέο κατεστημένο», που θα εναντιωνόνταν στο παλιό και θα το αντικαθιστούσε. Η άλωση του κρατικού μηχανισμού, η επάνδρωση με έμπιστους σε θέσεις-κλειδιά, ο προσεταιρισμός κύκλων του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας, είναι αυτά που κάναν τη «Δεξιά» να φωνα­σκεί για «πρασινοφρουρούς», «κατάλυση του κράτους» κλπ.

Σε ορισμένους χώρους εργαζομένων (τρόλεϊ, τράπεζες) παρακολου­θούμε την προσπάθεια δημιουργίας ενός πασοκικού απεργοσπαστικού μηχανισμού.

Όμως, αφού η περίφημη ανάκαμψη δεν ερχόταν, οι οικονομικοί κύ­κλοι δεν είχαν καμιά όρεξη να προσαρμοστούν. Η επενδυτική αποχή γίνε­ται χαρακτηριστική. Τότε είναι που αρχίζουν τα μεγάλα τσαλαβουτήματα του ΠΑΣΟΚ, οι λογής-λογής «πειραματισμοί» του, οι τρομερές επιπο­λαιότητες, οι κραυγαλέοι ερασιτεχνισμοί. Οι ανασχηματισμοί, οι αναδο­μήσεις, οι διορθωτικές πορείες αποτελούν ευκαιριακές και πρόχειρες ενέρ­γειες. Το κύριο προεκλογικό σύνθημα «ο Λαός θέλει - το ΠΑΣΟΚ μπο­ρεί», και ειδικά το «μπορεί», μόνο υπό μορφή ερωτήματος μπορεί να μπαί­νει.

Το ΠΑΣΟΚ είχε στην αρχή κάποια σενάρια. Γνώριζε ότι δεν διαθέτει σημαντικά ερείσματα κι ότι θα δεχόταν σωρεία εκβιασμών, πιέσεων, παραινέσεων καθώς επίσης ότι θά 'πρεπε να εξαναγκάσει τους δυναμικούς παράγοντες ειδικά της οικονομίας (αλλά όχι μόνο αυτούς) σε ανοχή και παραχωρήσεις, κι ότι αυτό θα γινόταν όταν αυτοί θα «πείθονταν» πως δεν γίνεται διαφορετικά. Γι' αυτό έπρεπε να διατηρήσει μια σχετική πρωτο­βουλία κινήσεων, να χρησιμοποιεί μια ηγεμονική γλώσσα και κυρίως να εμφανίζεται σ' ένα βαθμό σαν εκφραστής ενός τεράστιου κινήματος ώστε αν δεν του παραχωρηθούν κάποια πράγματα, η προσφυγή σ' αυτό νάναι αναπόφευκτη. Εδώ εντάσσονται και οι σχέσεις του με το «ΚΚΕ» και το «ΚΚΕεσ.» Αφού χρησιμοποίησε στα πρώτα του βήματα το δεύτερο, θεμε­λίωσε στη συνέχεια το μορατόριουμ με τον Φλωράκη. Ήταν σε γνώση του, πως χωρίς την χρησιμοποίηση αυτής της «αριστεράς» δεν θα ήταν σε θέση να κάνει σχεδόν τίποτα.

Πριν δούμε όμως πώς διαμορφώνεται η κατάσταση μετά τις ευρωε­κλογές, πρέπει να εξετάσουμε πιο προσεχτικά τις σχέσεις ΠΑΣΟΚ και «αριστεράς», γιατί κάτι τέτοιο θα μας βοηθήσει να διευκρινίσουμε από μεριάς μας ορισμένα ζητήματα.

 

ΠΑΣΟΚ και «ΑΡΙΣΤΕΡΑ»

 

Η μέχρι τώρα στάση του ΠΑΣΟΚ καθορίζεται από τρεις παράγοντες: α) μεγάλο μέρος της εκλογικής του βάσης είναι αριστερό και δεν θα μπο­ρούσε να ψηφίσει κάποιο κεντρώο σχήμα β) έχει ανάγκη από τη συνεργα­σία κυρίως με τον Φλωράκη γ) θεωρεί πως η αυτοδυναμία του είναι όρος για τις διαπραγματεύσεις με εσωτερικούς και εξωτερικούς αποφασιστι­κούς κύκλους. Αυτά έχουν γίνει καθαρά και κατανοητά απ' όλους. Οι κατηγορίες και οι αλληλοεκβιασμοί δεν έχουν δημιουργήσει ακόμα «καταστάσεις δίχως επιστροφή» ως προς τις αναμεταξύ τους σχέσεις, παρόλο που φαίνεται πως το μορατόριουμ Παπανδρέου - Φλωράκη περ­νάει δυσκολίες.

Όσον αφορά την «αριστερά», αυτή δηλαδή που με τα δεκανίκια των σοβιετικών διέλυσε το αριστερό κίνημα, διέλυσε τις κομματικές οργανώσεις στην Ελλάδα, μετάτρεψε το 24% της ΕΔΑ σε 11% και ουρά του Κέν­τρου, αφόπλισε πολιτικά και ιδεολογικά τις μαζες πριν από το πραξικόπη­μα στην προσπάθεϊά της να πάρει κάποια ανταλλάγματα από την κυβέρνηση Στεφανόπουλου, διασπάστηκε σε δυο πτέρυγες το '68, κινήθηκεστη γραμμή της «εθνικής ενότητας» σ' όλη τη διάρκεια της χούντας, χαράκτηριζε πρόβοκατόρικη κάθε νύξή για Αμερικάνους - ΝΑΤΟ, πόθησε και χαιρέτησε τη λύση Καραμανλή το '74, αποδέχτηκε πλήρως και συνέδραμε όσο μπορούσε στο μεταπολιτευτικό πλαίσιο, κατέβηκε ενωμένη στις εκλογές_του ‘74 (τόσο ενωμένη όσο και αριστερά), λειτούργησε σαν κυματοθραύστης των λαϊκών αγώνων, επινόησε και λάνσαρε τις θεωρίες της ΕΑΔΕ, της πατριωτικής  "δεξιάς", του αριστεροχουντισμού, ξυλοφόρτωσε όσους είχαν αντίθετη γνώμη, εμπορευματοποίησε αγώνες και ιδανικά, υπαλληλοποίησε και εξάρτησε εκατοντάδες αγωνιστές, έριξε μ' άλλα λόγια γερή άγκυρα σε τούτο το σύστημα, όσον αφορά λοιπόν τούτη την «αριστερά», το όραμα της από παλιά ήταν μια κεντροαριστερή λύση. Προς αυτή την κατεύθυνση ωθούσε και πίεζε. Η «μέλλουσα βουλή», η «εκμετάλ­λευση των νέων συνθηκών» σήμαινε και μονιμοποίηση αυτής της «αριστε­ράς» σαν εθνικού παράγοντα και μετάθεση σ' ένα κεντροαριστερό κοντινό "μέλλον όλων των προσδοκιών. Η σύνεση, ο ρεαλισμός, η προσαρμογή δεν μπορούν να επενδύσουν στην «ουτοπία της επανάστασης» αλλα βασικά στο κεντροαριστερό μέλλον. Αυτός είναι βασικός λόγος που μετατράπηκε το αριστερό κίνημα σε ουρά της Ε.Κ., αυτός είναι ο βασικός λό­γος που το αριστερό κίνημα μπήκε στην «τροχιά της αλλαγής», είτε με την μορφή της υποστήριξης του ΠΑΣΟΚ ανοιχτά, είτε με τη μορφή «αντιπο­λίτευσης» υπό την έννοια της «πραγματικής αλλαγής» των φλωρακικών. (Οι ευθύνες αυτής της κατ’ όνομα μόνο αριστεράς, για τη σύγχιση γύρω από τη φύση του ΠΑΣΟΚ και για τον εγκλωβισμό μαζών στην πολιτική του είναι μεγάλες. Δεν πρόκειται για λάθος, για παράλειψη, για εκδήλωση κάποιας παρέκκλισης. Δεν πρόκειται πολύ περισσότερο για τις ευθύνες των αναθεωρητών όπως διατείνονται οι του «ΚΚΕ», αλλά για συνειδητή σχεδιασμένη κατεύθυνση που ταιριάζει πλήρως στην προσαρμογή αυτής της «αριστεράς», στη μετατροπή της σ' οργανικό στοιχείο του συστήματος κοινωνικών σχέσεων.

Υπάρχει μια ιδιομορφία όσον αφορά το «ΚΚΕ». που δεν αναιρεί τα προηγούμενα. Αυτή έχει τη ρίζα της στα δυο πρόσωπα του σοσιαλιμπεριαλιστικού παράγοντα: το «επαναστατικό» και το πραγματικό. Η αύξηση της επιρροής των ανατολικών δεν γίνεται μόνο μέσω των φιλοσοβιετικών κομμάτων, αλλά και με τη δημιουργία προσβάσεων στη μεγαλοαστική τά­ξη και τη διπλή εκμετάλλευση του ΠΑΣΟΚ σαν κυβερνητικό κόμμα και σαν αριστερό κόμμα με το οποίο διατηρούν διμερείς σχέσεις. Ένα σε κά­ποιο βαθμό αντιπολιτευόμενο «ΚΚΕ»,μια πλήρης υποστήριξη του ΠΑΣΟΚ από σοβιετικούς και άλλους ανατολικούς, μια προώθηση μονιμότε­ρων δεσμών της ανατολής με τη μεγαλοαστική τάξη μέσα από κατάλλη­λους δίαυλους, δεν αποτελούν αλληλοαναιρούμενα αλλά αλληλοσυμπλη­ρούμενα στοιχεία μιας ενιαίας στρατηγικής. Προς το παρόν όμως αυτή η στρατηγική εξυπηρετείται αρκετά καλά από μια κεντροαριστερά λύση τύ­που ΠΑΣΟΚ, όπως αμοιβαία εξυπηρετείται και το «ΚΚΕ» απ' αυτήν. Μό­νο αν εμβαθύνουμε σ' αυτή την ιδιομορφία θα κατανοήσουμε το γιατί κόμματα σαν το «ΚΚΕ» ευνοούσαν κατά περιόδους κάποιες σταθεροποιη­τικές λύσεις (π.χ. Καραμανλής στην Ελλάδα, σαμποτάρισμα της συνεργα­σίας με τους σοσιαλιστές στη Γαλλία πριν από μερικά χρόνια, με παράλ­ληλη υποστήριξη του Ζισκάρ από τους σοβιετικούς κλπ.).

Τα κόμματα της «Αριστεράς» έχουν πάρει διαζύγιο από τη στάση αρχών προ πολλού γι' αυτό και οι χαμαιλεοντισμοί τους είναι συχνοί. Η αποδοχή του ρόλου του ΠΑΣΟΚ, η προσαρμογή στη συνθηματολογία της «αλλαγής» ήταν και είναι βασική τους επιλογή. Οι διαφοροποιήσεις αφορούν κυρίως τη διατήρηση της οντότητας τους άρα τη διαπραγματευ­τική τους δύναμη. Ο εγκλωβισμός των λαϊκών δυνάμεων δεν γίνεται μόνο με ιδεολογήματα.

Η στάση του «ΚΚΕ» απέναντι στο ΠΑΣΟΚ είναι χαρακτηριστική. Βεβαιώνει πως «αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ» και μιλάει για μια «πραγματική αλλαγή». Πρόσφατα υπάρχει μια διαφοροποίηση («η αλλαγή για το ΠΑΣΟΚ τελείωσε», Φλωράκης, Φεστιβάλ «ΚΝΕ») που όμως δεν αιφνιδιάζει κανέναν.

Στο ενδέκατο συνέδριο μπορεί κανείς να βρει όλες τις πιθανές διατυπώσεις και να δικαιολογήσει κάθε στάση. Σε καμία όμως περίπτωση δεν αποκλείεται μια συμπαράταξη με το ΠΑΣΟΚ στα πλαίσια μιας «αντιμονοπωλιακής δημοκρατικής αλλαγής». Η έλλειψη σαφήνειας στα ντοκουμέν­τα έχει να κάνει με την ελαστική δυνατότητα όλων των στάσεων απέναντι στο ΠΑΣΟΚ (γραμμή λάστιχο). (Μην ξεχνάμε πως υπήρχαν απόψεις για έντονο διαχωρισμό από το ΠΑΣΟΚ π.χ. Φαράκος, που όμως εναρμονίστηκαν πλήρως στο πνεύμα των σοβιετικών αντιπροσώπων και μετατράπηκαν στην «κρυστάλλινη» γραμμή του 11ου Συνεδρίου).

Ας δούμε μερικά ενδεικτικά αποσπάσματα από τα ντοκουμέντα.

α. Τα συμπεράσματα που αφορούν το ΠΑΣΟΚ:

«Σε τι συμπεράσματα, σύντροφοι, μπορούμε να φτάσουμε με τα \ σημερινά δεδομένα;

Καταρχήν στο ότι το ΠΑΣΟΚ έχει περιορίσει την πολιτική του στα πλαίσια μιας εναλλαγής.

__ Ότι ακόμα αποτελεί ένα ιδιότυπο ρεφορμιστικό κόμμα. Ιδιότυπο από τις κοινωνικές του βάσεις, την προέλευση του, τη δομή του, από την πολιτική του και γενικότερα από μια σειρά άλλες ιδιομορφίες της ελληνικής πραγματικότητας.

Ότι χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, από την ύπαρξη διαφορετι­κών ακόμα και αντίθετων τάσεων στις γραμμές του. Τάσεων, που κυμαίνονται από τις αστικές-κεντρογενείς, τις τεχνοκρατικές και ρεφορμιστικές, που κυριαρχούν σήμερα στον καθορισμό της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, ως τις ριζοσπαστικές που, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, τείνουν σε μια ρήξη με το σύστημα κυριαρχίας των μονοπωλίων και της ξένης εξάρτησης.

 Επίσης έχουμε υπογραμμίσει ότι στενεύουν τα περιθώρια, λόγω και της δομής του ΠΑΣΟΚ, να κυριαρχήσουν οι ριζοσπαστικές του τάσεις και να φέρουν μια συνολική μετατόπιση του σ' ένα δρόμο  πραγματικής αλλαγής.

 Απ' αυτό βέβαια δεν βγαίνει αυτόματα το συμπέρασμα ότι πρέπει να αποκλείσουμε οριστικά και αμετάκλητα και κάτω από οποιεσδή­ποτε συγκυρίες μια τέτοια μετατόπιση.

Εμείς ποτέ δεν είπαμε ότι το ΠΑΣΟΚ από μόνο του μπορεί να φέ­ρει μια πραγματική αλλαγή, ακόμα και όταν αυτό είχε έντονο ριζο­σπαστισμό. Πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να το πούμε σήμερα με τις εξελίξεις στην πολιτική και στη φυσιογνωμία του.

Εμείς σύντροφοι ταχθήκαμε αποφασιστικά ενάντια στην αντίληψη της αυτοδυναμίας. Αυτό εκφράζει και το σύνθημα μας «αλλαγή δεν γί­νεται χωρίς το ΚΚΕ». Αυτό εκφράζει και η πρόταση μας για μια δημοκρατική κυβέρνηση που θα στηρίζεται σε όλες τις δυνάμεις που ενδιαφέρονται για την αλλαγή.

Γνωρίζουμε ότι κόμματα τέτοιου τύπου, όταν βαδίζουν μόνα τους, εξαντλούν γρήγορα τις προωθητικές τους δυνατότητες και εγκλωβίζονται στα πλαίσια του συστήματος».                            

β. Όμως η σχέση «ΚΚΕ»-ΠΑΣΟΚ έχει ιστορία:

«Στο όνομα της αλλαγής οι εργαζόμενοι, οι λαϊκές μάζες μπήκαν σε μαζική κινητοποίηση. Στο όνομα της αλλαγής το ΚΚΕ, αλλά και το ΠΑΣΟΚ, παρά τις άλλες διαφορές τους, αντιπάλεψαν τα χρόνια αυτά την αντιλαϊκή, αυταρχική και ατλαντική πολιτική της «Ν. Δημο­κρατίας». 

Τα συνθήματα «Αλλαγή», « Έξω από το ΝΑ ΤΟ», « Έξω οι βάσεις»,  «Όχι στην ασυδοσία των μονοπωλίων», «Όχι στην ΕΟΚ των μονο­πωλίων», γραμμένα με κόκκινα και πράσινα γράμματα, βρίσκονται ακόμα στους τοίχους σε όλη την Ελλάδα»

γ._Υπάρχει όμως και η στρατηγική της άρχουσας τάξης που...

«Η άρχουσα τάξη προσπαθεί να εγκλωβίσει το_ΠΑΣΟΚ σ' ένα πείραμα όψιμου αστικού εκσυγχρονισμού. Βάζει ουσιαστικά την κυβέρνηση να φορτωσε τα βάρη της οικονομικής κρίσης μονό­πλευρα στους εργαζόμενους.

Επιδιώκει να αποκλείσει μια πολιτική συνεργασίας με τις πιο οργανωμένες και συνεπείς δυνάμεις της αλλαγής, τις δυνάμεις του ΚΚΕ. Να περιορίσει το ρολό και την επιρροή του. Να ενθαρρύνει αντικομμουνιστικούς προσανατολισμούς μέσα στο κυβερνητικό κόμμα»

 δ. Έτσι η κυβερνητική γραμμή...

«Οι νέες δυσκολίες συνδέονται με την πολιτική του ΠΑΣΟΚ που, ενώ προηγούμενα διακήρρυσε την αλλαγή σε αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, τώρα περιορίζεται σε ορισμένες μεταρυθμίσεις στα πλαίσια του συστήματος.

Αυτή η πολιτική του κυβερνητικού κόμματος, όχι μόνο δεν μπο­ρεί να φέρει μια πραγματική αλλαγή στη ζωή του τόπου, αλλά αν τελικά «περάσει» στο κίνημα της αλλαγής θα μπορούσε να το οδηγήσει σε μια ρεφορμιστική οπισθοχώρηση.

Η κυβέρνηση με την ως τώρα πολιτική της και τον τρόπο που ασκεί την πολιτική αυτή δεν συμβάλλει στη δημιουργία ευνοϊκότε­ρου συσχετισμού δυνάμεων για μια πραγματική αλλαγή και δυσκολεύει ουσιαστικά την πορεία αυτή.                  

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η πρόσφατη πολιτική επι­λογή της ηγεσίας τοο ΠΑΣΟΚ για τη ματαίωση της συνεργασιας των προοδευτικών δυνάμεων  στις δημοτικές εκλογές, παρά το γεγονός ότι το Κόμμα μας έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια και υποχώρηση για να υπάρξει αυτή η συνεργασία.

Η ταχτική αυτή αδυνατίζει το μέτωπο των προοδευτικών δυνά­μεων, προσφέρει αντικειμενικά υπηρεσία στα γενικότερα σχέδια της άρχουσας τάξης. Ζημιώνει την υπόθεση της αλλαγής και τελικα το ίδιο το ΠΑΣΟΚ».

Ε.Αντιπολίτευση ναι, αλλά...

«Γϊ' αυτό ούτε οι υπαναχωρήσεις της κυβέονησηζ. ούτε ο ηγεμονι­σμός και οι προκλήσεις του ΠΑΣΟΚ πρέπει να μας παρασέρνουν σε αρνητικές στάσεις ή σε βιαστικές και συναισθηματικές αντιδοάαεκ ποο θα μας ξέκοβαν απ' αυτές τις δυνάμεις». |

στ.Ποιος είπε ότι δεν θέλουμε τη συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ;

«Γι' αυτό μπορούμε να πούμε ότι «λυδία λίθος» για την οριστική κατάληξη του ΠΑΣΟΚ θα είναι η στάση του απέναντι στο πρόβλημα της συνεργασίας με τις δυνάμεις της αλλαγής, η στάση του απέναντι στο ΚΚΕ».

Τα ντοκουμέντα αναφέρουν και άλλα πράγματα, κυρίως για τον τρόπο άσκησης αυτής της πολιτικής. Ίσως λοιπόν κατηγορηθούμε για εκλεκτι­κό διάβασμα των υλικών. Όμως αλήθεια είναι ικανοποιημένα τα μέλη και οι οπαδοί του κόμματος αυτού από το βαθμό σαφήνειας των θέσεων τους; Αντισταθμίζει έστω και λίγο η «λυδία λίθος» και η δεξιό τατη πραχτική στήριξης του ΠΑΣΟΚ από το «ΚΚΕ» τον υποτιθέμενο εκλεκτικισμό μας;

Από το «ΚΚΕεσ.» και τον «ανανεωτικό χώρο» γενικότερα εκτιμιόταν πως:

"η ενίσχυση των θετικών του στοιχείων και η υπερνίκηση των αρνητικών, θα συνέβαλλε στην προώθηση της ενότητας και στην ανάπτυξη του δημοκρατικού και αριστερού κινήματος» (από τις θέσεις της Κ.Ε. του εσ. για το 2ο συνέδριο, Γενάρης - Φλεβάρης '78)

 Η όλη στάση του απέναντι στο ΠΑΣΟΚ ήταν σαν επρόκειτο για γνήσια αριστερή και δημοκρατική δύναμη. Άλλαξε μήπως αυτή η στάση; Άλλαξαν μήπως οι εκτιμήσεις για το ΠΑΣΟΚ μετά την ανάληψη της δια­κυβέρνησης της χώρας; Το πιο πρόσφατο ντοκουμέντο είναι αυτό του 3ου Συνεδρίου.

«Το ΠΑΣΟΚ αναδείχθηκε στη διάρκεια της Ίετίας στο μεγαλύτερο φορέα των αντιδεξιών, ριζοσπαστικών και αριστερών τάσεων που συνέκλιναν στο λαϊκό ρεύμα της αλλαγής (...) Επιδιώκει να εμφανιστεί με φρασεολογία και πρακτική αντιφατική σαν πολιτικός εκπρόσωπος ενός ευρύτατου φάσματος κοινωνικών δυνάμεων από την εργατική τάξη και άλλες λαϊκές δυνάμεις μέχρι και το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο. Υποτιμά μ' αυτόν τον τρόπο τον πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης στη διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού (...)

Διαπνέεται από μια αντιφατική ιδεολογία που εκδηλώνεται πολύ καθαρά στην αστάθεια, την ασυνέπεια, τον φραστικό ριζοσπαστισμό, ιδεολογία που χρωματίζει και διαμορφώνει με διαφορετικό κατά πολιτική φάση τρόπο τις τρέχουσες πολιτικές του επιλογές. Δηλώνει ότι βλέπει τον μαρξισμό αποκλειστικά σαν «επιστημονική μέθοδο» απογυμνώνοντας τον από την ταξική πάλη και την επαναστατική πνοή της εργατικής τάξης (...)

Το ΠΑΣΟΚ έχει σοβαρό μέρος ευθύνης γιατί στα μεταπολιτευτικά χρόνια, έως και σήμερα, δεν έχουν ακόμα εξασφαλιστεί ορισμένες αποφασιστικής σημασίας υποκειμενικές προϋποθέσεις για μια σταθε­ρή πορεία προς το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοι­νωνίας». Τα πράγματα γίνονται πολύ πιο καθαρά όταν αναφέρονται στο «συνασπισμό κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεως;»:

«α) Στη νέα ιστορική φάση διαφαίνονται στον ορίζοντα σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις. Σ' αυτή τη μεταβατική περίοδο οι προσπάθειες μας πρέπει να τείνουν στη μετατροπή της εκλογικής πλειοψηφίας σε κοινωνικοπολιτική δύναμη αλλαγής, ικανή να οδηγήσει στους βαθιούς μετασχηματισμούς που έχει ανάγκη ο τόπος μας.                                      

β) (...) Ο βασικός πολιτικός πυρήνας αυτού_του συνασπισμού δεν μπορεί παρά να είναι η ενότητα των αριστερών δυνάμεων των κομμουνιστών και σοσιαλιστών στη βάση του δημοκρατικού δρόμου για ένα σοσιαλισμό με δημοκρατια και ελευθερία (...)

δ) Σοβαρά εμπόδιά για την προώθηση της ιδέας ενός τέτοιου συνασπισμού στις σημερινές συνθήκες αποτελούν: η αρνητική στάση του ΠΑΣΟΚ σ' αυτήν την ιδέα και οι τάσεις του να χειραγωγήσει το μαζι­κό κίνημα, η απόρριψη από το δογμ. ΚΚ του δημοκρατικού δρόμου και κάθε είδους συμμαχίας που δεν ελέγχει, η μικρή ακόμα δύναμη της κομμουνιστικής ανανέωσης. Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν είναι δυνατές σήμερα, συνεργασίες κομμάτων, μόνιμου χαρακτήρα».       

Οι κριτικές προς το ΠΑΣΟΚ για αντιφατικότητες, για αρχηγικό χαρα­κτήρα και ηγεμονισμό, είναι απόλυτα κατανοητές για όποιον θέλει να κρί­νει κι όχι να βρει μια στέγη στον «πλουραλισμό» του «ΚΚΕεσ.» Και αφού το θέμα μας γενικά στρέφεται γύρω από μια δεκαετία ας θυμίσουμε μια λεπτομέρεια. Στο πρώτο διάστημα της μεταπολίτευσης (αλλά και την περίοδο της χούντας) ο κόσμος τοποθετιόταν στη βάση της πολιτικής γραμμής ενός κόμματος ή μιας οργάνωσης. Αν ορισμένοι αργά κατάλα­βαν, γιατί έτσι ήθελαν, ότι πέρα από το μαύρο και το άσπρο υπάρχουν κι άλλα χρώματα, πάλι δεν σημαίνει πως το μαύρο και το άσπρο εξαφανίστη­καν. Η ψυχολογία της ήττας μπορεί να γεννά πολλών ειδών κυνισμούς και διάφορες συναθροίσεις γύρω από το εσ. Επιμένουμε πως το νήμα βρί­σκεται στην πολιτική γραμμή...

Αυτές είναι οι εκτιμήσεις λοιπόν μέσα από επίσημα κείμενα των αρι­στερών εταίρων του μπλοκ της Αλλαγής, για τον πρωταγωνιστή, το ΠΑ­ΣΟΚ. Η διαστρέβλωση της πραγματικότητας είναι κατάφωρη και υποδει­κνύεται από συγκεκριμένες σκοπιμότητες αλλά και στρατηγικές.

Οι αντιπολιτευτικές κορώνες θα εντείνονται όσο πλησιάζουν εκλογι­κές αναμετρήσεις χωρίς όμως να αποκλείονται ενδεχόμενα συνεργασίας. Το ΠΑΣΟΚ έχει οριστεί με τέτοιο τρόπο ώστε τα ενδεχόμενα νάναι πάντα πιθανά. Η φύση της αντιπαράθεσης ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. είναι κι αυτή ορισμένη με τέτοιο τρόπο ώστε η επιλογή νάναι καθαρή κι εύκολη όταν τα διλήμματα τεθούν με οξυμένη ένταση.

Αξίζει να ειπωθούν, δυό λόγια μονάχα, για κάποιες άλλες απόψεις που υπάρχουν πέρα από αυτές των δυνάμεων που μετέχουν ενεργά, στο πολι­τικό παιχνίδι.

Από τους κύκλους της «Β' Πανελλαδικής» (εκτός από ελάχιστες εξαι­ρέσεις) κυριάρχησε η θέση της παντοδυναμίας του ΠΑΣΟΚ, της εμπέδω­σης του εκσυγχρονισμού. Χαρακτήριζαν το ΠΑΣΟΚ σαν αστικό κόμμα (χωρίς καμιά ανάλυση), την κυβερνητική του πολιτική σαν «τομή μέσα στη συνέχεια», και παράλληλα το τοποθετούσαν στο χώρο της Αριστεράς. Της Αριστεράς που δεν αντιλήφθηκε, δεν κατάλαβε, μ' αποτέλεσμα σήμε­ρα να «διατελεί εις κατάστασιν χρονιάς κρίσης». «Το ΠΑΣΟΚ κατοχυρώνεται σαν αριστερά, παρά την κεντρώα καταγωγή του, όχι μόνο γιατί δηλώνει το ίδιο Αριστερά, αλλά κυρίως γιατί υιοθετεί όλους τους βασικούς άξονες του παραδοσιακού αριστερού οράματος για την αλλαγή» (Γ. Μηλιός, Θέσεις Νο 1). Είναι δε τόση η «εμπέδωση και κυριαρχία του αστισμού» που το μόνο που μπορεί να γίνει είναι η «επιστημολογική κάθαρση» των μαρξιστικών κατηγοριών. Φυσικά όταν τα διλήμματα οξυνθούν, όταν το ΠΑΣΟΚ δεν «κρατεί γερά» τότε τι θα κάνουμε; Θ' αφήσουμε τους βάρβα­ρους να περάσουν; Η υποστήριξη του ΠΑΣΟΚ είναι φυσικό επόμενο.

Η «Ρήξη» ακολούθησε μια σημαντική προσαρμογή. Ανακάλυψε το «μικρομεσαίο» πνεύμα των διάφορων παρεών. Για να δώσει δείγματα της απόστασης της απ' τις παρέες, χαρακτηρίζει το ΠΑΣΟΚ σαν μικροαστικό - μικρομεσαίο κόμμα που διαχειρίζεται το κεφάλαιο. Δηλώνει πάντα πως ενδιαφέρεται για μια «επαναστατική απάντηση» που θάναι «απάντηση στα ίδια τα αδιέξοδα του εκσυγχρονισμού». Όμως κάνει μερικές εκτιμήσεις που χρειάζονται προσοχή.

«Η απόπειρα εκσυγχρονισμού του ΠΑΣΟΚ αποτελεί το τελευταίο όριο της, απ' τα «αριστερά» της αστικής τάξης, απάντηση γι' αυτό το αίτημα του ελληνικού καπιταλισμού. Πέρα από το ΠΑΣΟΚ υπάρχει μόνο η ανοιχτή αντιδραστική απάντηση στην κρίση ή η επαναστατική έξοδος. (...)

Ένα δεύτερο σημείο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, είναι το γεγονός ότι σήμερα ο χώρος της "αμφισβήτησης", ο χώρος της λεγόμενης "επαναστατι­κής αριστεράς" βρίσκεται σε τόσο βαθειά κρίση, ώστε να μοιάζει κάπως παράταιρο να καταπιανόμαστε με οποιαδήποτε υποθετική επαναστατική διέξοδο και την κρίση σ' αυτές τις συνθήκες» (Γ. Καραμπελιάς «Μικρομε­σαία Δημοκρατία»).

Δεν χρειάζεται πολλή φαιά ουσία για να κατανοηθούν οι επιφυλάξεις της «Ρήξης» για πολιτικές αιχμές απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, η άρνηση της να καταγγείλλει την «αγορά του αιώνα», το εθνικιστικό κατρακύλισμα στο κυπριακό όπου η κριτική προς το ΠΑΣΟΚ αφορά τη «δειλία» που επιδει­κνύει. Κάθε αποφασιστική στάση του ΠΑΣΟΚ θα συναντούσε την εύνοια της «Ρήξης». Φαίνεται όμως πως το ΠΑΣΟΚ έχει άλλες σκοτούρες και δεν δίνει σημασία...

Από ορισμένους κύκλους (π.χ. ΟΣΕ) το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζεται σαν αστικό κόμμα που έχει αναλάβει τη διαχείριση της κρίσης, μάλλον σαν το μοναδικό αστικό κόμμα. Η «δεξιά» είναι ένα «ψόφιο άλογο» και δεν υπάρ­χει ρεβανσισμός της δεξιάς. Η γραμμή του κινήματος πρέπει να συνίστα­ται στο αποφασιστικό κτύπημα της Πασοκικής πολιτικής, γιατί έτσι απαν­τάμε σ' όλες τις αστικές πολιτικές. Τα καθήκοντα είναι παλιά: αγώνας ενάντια στον πούρο καπιταλισμό. Τα περί εξάρτησης, ιμπεριαλισμού, βά­σεων μυρίζουν πολύ λαϊκοδημοκρατία. Η στάση απέναντι στην αντιπαρά­θεση ΠΑΣΟΚ - Ν.Δ. φαίνεται λίγο να τους απασχολεί. Η σεχταριστική, κοντόθωρη πολιτική γραμμή τους δεν μπορεί παρά να υπονομεύει τις υπαρκτές δυνατότητες παρέμβασης, ν' απομονώνει κάθε αγωνιστική στιγ­μή από τον κοινωνικό περίγυρο.

Απ' όσα είπαμε για την «Αριστερά» και τη στάση της απέναντι στο ΠΑΣΟΚ έμμεσα υποστηρίξαμε πως:

Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι αριστερά, ούτε ένα ιδιότυπο κόμμα που «Λυδία λίθος» πρέπει νάναι η στάση μας απέναντί του. Στην προσπάθεια του να στεριώσει το «νέο κατεστημένο» θ' αναμετρηθεί σοβαρά με το παλιό, αυτό που εκφράζεται κυρίως από τη Ν.Δ. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται σε μια γραμμή που να επιδιώκει κάποια συνεργασία μαζί του, αλλά η διαρκής αποκάλυψη της φύσης του, η αποκάλυψη του περιεχόμενου της αντιπα­ράθεσης ΠΑΣΟΚ - Δεξιάς.

Αυτά δεν εκφράζονται με το δίλλημα ΠΑΣΟΚ ή Αριστερά, όπως δια­τυπώνεται από τους κύκλους του «Πολίτη» (κυρίως Ελεφάντης). Κι αυτό, γιατί παρά την αποκάλυψη που σε κάποιο βαθμό θα γίνεται στο ΠΑΣΟΚ, το άλλος σκέλος, η «Αριστερά», και μάλιστα η «ανανεωτική» της πτέρυγα δεν δέχεται διορθώσεις.

Αυτά μπορούν να εκφραστούν μόνο στη βάση μιας ΘΕΣΗΣ συνολι­κής για τα όσα διαδραματίζονται, με την προώθηση όλων των διεργασιών που θα αποδεσμεύουν από τα υπάρχοντα πλαίσια, με τη συναίσθηση της ανάγκης μιας άλλης, «απροσάρμοστης» αριστεράς που θαναι κοντά στα προβλήματα χωρίς ν' αφομοιώνεται από το μέσο «αριστερό» όρο, και όχι τόσο μακριά ώστε να τείνει στην ανυπαρξία... Και φυσικά θα κριθούν από τις «ενδιάμεσες» τοποθετήσεις και στοχοθεσία που θα εμπεριέχουν τη ΘΕΣΗ, θα την αναδεικνύουν και δεν θ' απομακρύνονται από αυτή.

 

Ας μιλήσουμε λοιπόν για την αναταραχή της αστικής τάξης.

 

Οι ευρωεκλογές αυτές, που το αποτέλεσμα τους δεν τροφοδότησε πανηγυρισμούς αλλά περίσκεψη και περισυλλογή ίσως κι ανησυχία σ' όσους πόνταραν στην παντοδυναμία του ΠΑΣΟΚ και ανησυχούσαν για τους Τούρκους και την Κύπρο (κι αυτά μόνο τις εργάσιμες) έθεσαν κά­ποια συγκεκριμένα προβλήματα και διλήμματα.

Δεν δεχόμαστε πως η οξύτητα στην αντιπαράθεση «Δεξιάς» και ΠΑ­ΣΟΚ, ήταν τεχνητή, ήταν εκλογικό τέχνασμα. Είναι άλλο να λες ότι χρη­σιμοποιήθηκε και οξύνθηκε για ψηφοθηρική εκμετάλλευση κι άλλο να μιλάς για τεχνητή πόλωση όπως έκανε η «Αριστερά» που ένιωθε να συν­θλίβεται μέσα στο δίλημμα «ΠΑΣΟΚ ή Δεξιά».

Η άνοδος της «Δεξιάς» στους δικηγόρους, στους γιατρούς, στα Πανε­πιστήμια και στα γυμνάσια και κυρίως η συσπείρωση μιας κοινωνικής βά­σης και η κινητοποίηση της (κατά τα «αριστερά» πρότυπα) σε περιόδους ηγετικής κρίσης, δεν είναι στοιχεία συγκυριακά. Εκφράζουν ορισμένες βαθύτερες διεργασίες: οι οποίες αφορούν μια κοινωνική συντηρητικοποίηση που εκφράζεται σε περιόδους κρίσης και ανασφάλειας και διοχε­τεύεται ιδεολογικά - ψυχολογικά σ' έναν ρεβανσισμό (απαλλαγή, θα ξαναρθούμε, θα αποκατασταθούμε, έχουμε μεγάλες λίστες, χούντα είναι θα περάσει κλπ.).

Από την άλλη η κατηγορία των «μη προνομιούχων» αστών θέλει το τίμημα του όποιου εκσυγχρονισμού να το πληρώσουν οι «προνομιούχοι» αστοί με αλλαγές καταστάσεων, θεσμών, συσχετισμών και γενικά με μια αναδιάρθρωση της «ηγέτιδας τάξης». Οι συμφωνίες από τα πάνω άρχισαν να παραβιάζονται. Η δυναμική της κρίσης έσπρωχνε σε χειρισμούς από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ μέσα σ' ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρί­ζεται (και στο οικονομικο-κοινωνικό και στο πολιτικό πεδίο), από ανα­συνθέσεις που έθιγαν την κυρίαρχη θέση των «προνομιούχων αστών», προς όφελος των «μη προνομιούχων αστών».

Έτσι μόνο εξηγείται η εφ' όλης της ύλης, αντιπαράθεση, έτσι και το κατέβασμα στο πεζοδρόμιο βιομηχάνων, εμπόρων, μεγαλοαεριτζήδων και ενός μεγάλου μέρους των μικρομεσαίων «μη προνομιούχων» αστών που η αντιφατικότητα και η «μη λειτουργικότητα» της πασοκικής εξουσίας έρι­χνε στο πλευρό των αντιπάλων.

Η διαφορά του προεκλογικού κλίματος των ευρωεκλογών από το αντίστοιχο των εκλογών, του '81 είναι χαρακτηριστική και μπορεί να ερμηνευτεί απ' την αναταραχή της αστικής τάξης.

Το αποτέλεσμα αυτό καθ' αυτό δίνει λαβή για διαφορετικές ερμηνείες. Σε σχέση με τις άλλες σοσιαλδημοκρατικές απόπειρες διαχείρισης της κρίσης, το ΠΑΣΟΚ δεν παρουσίασε μεγάλη φθορά. Υπήρξαν όμως σαφείς προειδοποιήσεις. Η Δεξιά κι η ακροδεξιά παρουσίασαν μια αισθη­τή άνοδο, αλλά το κλίμα που είχαν καλλιεργήσει για συντριβή του ΠΑ­ΣΟΚ τους εμπόδισε να την εκμεταλλευτούν. Το «ΚΚΕ» διατηρήθηκε στα ποσοστά του αν και παρατηρήθηκε μια ελαφρά πτώση του στα μεγάλα κέντρα. Κυρίως ενοχλήθηκε απ' την επιτυχία των «αναθεωρητών» που με μπόλικο «κλάμα η κυρία», (ο Κύρκος) θεωρούν το αποτέλεσμα τους «μια μεγάλη ελπίδα». Γι' αυτό στο φεστιβάλ της «Αυγής» μέσα στην μπόλικη «φαντασία κι ορμή» έφτιαξαν κι ένα ομοίωμα της Βουλής...

Η συζήτηση φούντωσε αμέσως στους πασοκικούς χώρους (κυβερνη­τικά και μη στελέχη) για την πορεία που θάπρεπε ν' ακολουθηθεί. Δύο ήταν οι κύριες κατευθύνσεις, πέρα από τις αποχρώσεις: α) χρειάζεται μια διορθωτική πορεία που ν' αποφεύγει ακρότητες και να πείθει τις κεντρογενείς δυνάμεις και β) σε περίοδο κρίσης δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια από μια προς τ' «αριστερά» τολμηρή πορεία.

Την ίδια περίοδο η «Δεξιά» αναλώνεται στη διαδικασία της αντικατά­στασης του Αβέρωφ, το «ΚΚΕ» μελετά γι' αρκετό διάστημα τ' αποτελέ­σματα (καθυστέρησε σημαντικά η Κ.Ε. να βγάλει συμπεράσματα), το «εσωτερικό» καβαλά το καλάμι κι «ορμά για νέες μάζες».

Πολλές πλευρές, πτέρυγες δεξιών κύκλων, Καραμανλής, συγκρότημα Λαμπράκη, συμφωνούν —από διαφορετικές αφετηρίες ορμώμενοι— ότι εί­ναι καταστροφική η οξύτητα και συνιστούν «ήπιο κλίμα». Φαίνεται πως δεν είναι ακόμα ώριμες οι συνθήκες για κάποια κεντροδεξιά λύση και άρα χρειάζεται αναμονή.

Ας δούμε όμως τον ενδοπασοκικό προβληματισμό. Ο συμβουλάτορας Α. Στρατής σε κυριακάτικο «Βήμα» σ' άρθρο με τίτλο «τα τέσσερα συμπε­ράσματα των εκλογών» υποστηρίζει τα εξής:

Συμπέρασμα 1ο: Το ΠΑΣΟΚ σε δύσκολες συνθήκες άντεξε.

Συμπέρασμα 2ο: Διαλύθηκε ο μύθος της πριμοδότησης του ΠΑΣΟΚ από την παραδοσιακή Αριστερά.

 Συμπέρασμα 3ο: «Υπήρξαν μικρές διαρροές προς τα δεξιά και προς τ' αρι­στερά. Όμως ο κύριος όγκος της βάσης του ΠΑΣΟΚ παρέμεινε πιστός κι έδωσε τη συναίνεση του στη συγκεκριμένη υλοποίηση των διακηρύξεων. Απομένει να πειστούν και οι περιθωριακοί αντιρρησίες ή να επιλεγεί μια διορθωτική πορεία με στόχο τη χρυσή τομή ανάμεσα στις δύο κεντρόφυγες τάσεις.»

Συμπέρασμα 4ο: «Αν οι εκλογές της Κυριακής ήταν και τυπικά εθνικές εκλογές, θα είχαμε την εικόνα μιας Αριστεράς που θα ενομιμοποιείτο, από άποψη εκλογικών αποτελεσμάτων, να παίζει ουσιαστικό ρόλο στις άμεσες πολιτικές εξελίξεις. Το θέμα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και είναι συναρτημένο με όποια εκτίμηση μπορεί να κάνει κανείς για τον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων, για την εξωτερική θέση της χώ­ρας και για τον βαθμό αντοχής των θεσμών της νεαρής μας Δημοκρα­τίας. Φυσικά η διατήρηση και η διεύρυνση της εκλογικής αυτοδυνα­μίας του ΠΑΣΟΚ κατά τις προσεχείς βουλευτικές εκλογές, του 1985, απαντά στο πρόβλημα και απαλλάσσει τον πολιτικό χάρτη της χώρας από παράγοντα που μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες πάνω στην ομα­λή πορεία των πολιτικών πραγμάτων.»

Κι ο Σωτήρης Κωστόπουλος γ.γ. τύπου και πληροφοριών γράφει στα ΝΕΑ:

«Ένα τέτοιο άνοιγμα πρέπει να στοχεύει στην ενσωμάτωση κεν­τρώων πολιτικών στελεχών που διακρίνονται για τη βαθιά δημοκρα­τική τους συνείδηση, την αγωνιστική τους πορεία και προσφορά στην πολιτική ζωή και γενικότερα στον τόπο μας και εκείνων των μικρών τμημάτων του εκλογικού σώματος που ασπάζονται τις προοδευτικές ριζοσπαστικές ιδέες.

Σκόπιμο είναι επίσης, να ακολουθείται μια ρεαλιστική πολιτική απέναντι στους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, η οποία να λαμβάνει υπόψη της, κάθε φορά, τις συγκεκριμένες συνθήκες χωρίς να αναιρεί το βαθύτερο στόχο.

Το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο πρέπει να δώσει την εικόνα αλλά και ν' ακο­λουθήσει μια σαφή πολιτική, που θα 'χει σα στόχο την προτεραιότητα της αναβάθμισης των πολιτικών αντιπαραθέσεων και την εξυγίανση της πλουραλιστικής δημοκρατικής μας ζωής.» Κι' ο πάλαι ποτέ εξωκοινοβουλευτικός: Στ. Λυγερός γράφει στην «Ελευθεροτυπία»:

«Είναι αλήθεια πώς οι ριζοσπαστικές αλλαγές είναι ένα παιχνίδι που πρέπει να το παίξει κανείς σωστά για να το κερδίσει. Γιατί πάντα προκαλούν σκληρές αντιδράσεις που μεταφράζονται σε πολιτικό κό­στος. Όμως το ΠΑΣΟΚ δεν έχει άλλη επιλογή. Αν περιοριστεί σε μια διαχείριση της κρίσης μέσα από οριακές αλλαγές, είναι καταδικασμέ­νο να εισπράξει διπλή φθορά και να συρρικνωθεί.

Πρώτον, γιατί διανύουμε περίοδο βαθιάς και παρατεταμένης κρί­σης και δεν υπάρχουν περιθώρια να εξαγοραστεί για πολύ η ύφεση στο μέτωπο των ταξικών αντιπαραθέσεων.

Δεύτερον, γιατί το μεγάλο κεφάλαιο και τα παρασιτικά αστικά στρώματα δεν έχουν κανένα λόγο να εμπιστεύονται το ΠΑΣΟΚ και τα σχέδια του για νοικοκύρεμα.

Τρίτον, γιατί μια τέτοια πολιτική μοιραία θα απογοητεύσει και θα αποσυνθέσει το σημερινό ρευστό και συχνά αντιφατικό κοινωνικό μπλοκ που στηρίζει την Αλλαγή.»

Όλοι σήμερα ξέρουμε ότι ακολουθήθηκε η διορθωτική κεντρώα από­χρωση που ενισχύθηκε και με το κατ' αρχήν σταμάτημα της εκλογολογίας, μετά την επιστροφή του Παπανδρέου από την Ελούντα και την περιορισμένη αναδόμηση, σε μια προσπάθεια κατευνασμού κάποιων οικο­νομικών κύκλων, την ενίσχυση της Κρητικής αντιπροσώπευσης λόγω «ψηλού» κ.λ.π.

Η εκλογή του Μητσοτάκη ανησύχησε αρκετά τον Παπανδρέου. Η επιλογή του Μητσοτάκη είναι μια προσωρινή λύση ή ποντάρουν σ' αυτόν ουσιαστικά ορισμένοι κύκλοι; Κι' αν συμβαίνουν ταυτόχρονα και τα δύο ή το ένα απ' τα δύο, έτσι και δοθεί χρόνος στο Μητσοτάκη μήπως και δημιουργήσει ζημιές; Τότε έχουμε το λόγο στην έκθεση της Θεσσαλονί­κης που κάθε άλλο παρά αυθόρμητο ξέσπασμα ήταν, την αποστασιολογία και την αιφνίδια αναζωπύρωση της διεξαγωγής πρόωρων εκλογών. Ο Παπανδρέου γυρίζει κι' όλα μοιάζουν έτοιμα για εκλογές. Μια συνάντηση με τον Καραμανλή και ο πρωθυπουργός με δήλωση του ανακοινώνει πώς «επιθυμεί να θέσει τέρμα στην εκλογολογία». Αρχίζει η προεδρολογία... Το συγκρότημα παίρνει διακριτικές αποστάσεις από το ΠΑΣΟΚ αλλά θέ­λει την αυτοδυναμία του. Το '85 έτσι κι αλλιώς θα γίνουν βουλευτικές εκλογές και θα εκλεγεί ο νέος πρόεδρος της δημοκρατίας. Το κρυφτούλι δίνει και παίρνει. Οι εκβιασμοί γίνονται απ' όλους και προς όλους. Σκάνε «βόμβες» τύπου Φωτήλα. Οι άσσοι βγαίνουν απ' το μανίκι και καίγονται άχρηστα χαρτιά. Οι Τσάτσοι ελεύθεροι. Σκάνδαλο Πόποτα - Λιντοβόη. Και τι άλλο έχουν να δουν τα μάτια μας...

Είναι δύσκολο να διακρίνουμε πάντα την ουσία που υπάρχει στο βά­θος και να μην παρασυρόμαστε από κάποια έστω ηχηρά γεγονότα όπως με πρωτοβουλία του Καραμανλή η ιστορική χειραψία Παπανδρέου -Μητσοτάκη στο αεροδρόμιο. «Έπρεπε, υπάρχουν θέματα» θα δηλώσει ο Καραμανλής. Πρωτοσέλιδο οι εφημερίδες, ντόρος, φασαρία. Θάχουμε ήπιο κλίμα από δώ και μπρος; Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι των εφημερίδων και ο Μπούτος, «αριστερή» πτέρυγα της Ν.Δ., υποστηριχτής του ήπιου κλίματος, άνθρωπος του περιβάλλοντος Καραμανλή, καταθέτει επερώτηση στο Ευρωκοινοβούλιο σχετικά με τη συμφωνία Ελλάδας -Λιβύης. «Εθνική μειοδοσία» χαρακτηρίζει το ΠΑΣΟΚ την ενέργεια την οποία ο προσεκτικός μέχρι τώρα Μητσοτάκης καλύπτει πλήρως...

Όλα αυτά δεν είναι κάποιες απλές εκδηλώσεις αλλά πρόκειται για την ωρίμανση των όρων για την επαναδιαπραγμάτευση του συμβολαίου του '74-'75. Κανένας από τους τότε όρους κι' ο αναμεταξύ τους συσχετισμός δεν παρέμεινε ίδιος. Η αστική τάξη βρίσκεται σ' αναταραχή. Μπορούμε να μιλάμε για προεόρτια μιας πολιτικής κρίσης.

Η δοκιμασία του ΠΑΣΟΚ, η ανασύνταξη της Ν.Δ., ο ρυθμιστικός (και σε ποιο βαθμό;) ρόλος του Καραμανλή, τα υπόλοιπα κόμματα της «αλλαγής» που τώρα θα αντιπολιτευτούν, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρό­πος για να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο, συνθέτουν ένα πολιτικό σκηνικό πάνω σε μια συγκεκριμένη οικονομικοκοινωνική πραγματικότητα.

Το ερώτημα της δυνατότητας κάποιας παρεμβολής του λαϊκού παρά­γοντα, χωρίς να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, κάποιας από τις παραπάνω δυνάμεις, φαίνεται να βαραίνει σε κάποιους σκόρπιους κύ­κλους. Αυτό όμως συναντιέται αντικειμενικά με τη δυσαρέσκεια μελών και οπαδών του ΠΑΣΟΚ, του «ΚΚΕ» και του «ΚΚΕεσωτ.», ενώ παράλ­ληλα η θετική απάντηση στο ερώτημα μπορεί να δώσει διέξοδο σε λιμνά­ζουσες καταστάσεις, και σε στοιχειακές αντιδράσεις, που εκδηλώνονται σε νεολαιίστικους χώρους.

Λέμε πώς το ΠΑΣΟΚ ακολούθησε τη «διορθωτική πορεία». Δεν θα έχουμε εκλογές το '84. Όμως, μπροστά σε όλα τα ενδεχόμενα πρέπει να  προετοιμαζόμαστε. Τυχόν ανανέωση του «συμβολαίου με το λαό» θα σημάνει σκληρή γραμμή λιτότητας στο εσωτερικό. (Οι προεκλογικές παροχές δεν πρέπει να μας αποπροσανατολίζουν). Το χτύπημα των απερ­γών στο Σύνταγμα, οι απολύσεις, οι δηλώσεις του Γιαννόπουλου για τα εργατικά θέματα, η άσκηση σε «κινητό στόχο» στα Εξάρχεια, το νομοσχέ­διο για την αφισσοκόληση προετοιμάζουν κάποιες καταστάσεις. Και μη ξεχνάμε πώς συνήθως αντιγράφουμε τη Γαλλία κατά την τελευταία δεκαε­τία...

Δεν πρέπει να αποκλείουμε διάφορους τυχοδιωκτισμούς και «παλληκαρισμούς» των «μη προνομιούχων» αστών για χάρη της εδραίωσης τους και κυρίως τις καταστάσεις που θα προκύψουν από αυτούς.

Το ενδεχόμενο της επανόδου της «Δεξιάς» δεν το συζητά κανείς, ούτε το σκέφτεται κάν. Όμως είναι ένα ενδεχόμενο που δεν πρέπει να απο­κλείεται.

Η ανάπτυξη αγώνων και η ανεξάρτητη γραμμή που θα στηρίζεται σε συγκεκριμένες πραγματικότητες αποτελούν τη μοναδική διέξοδο.

 Οι τεράστιες δυσκολίες αποτελούν μονάχα την μια πλευρά των πραγ­μάτων, χωρίς να ξεχνάμε τη φάση που περνάει το επαναστατικό κίνημα, —φάση γενικής προετοιμασίας— οφείλουμε να πασχίζουμε για την επαφή και σύνδεση των απόψεων μας με τις υπάρχουσες καταστάσεις προσπαθώντας να παρέμβουμε σε κάποιες πλευρές τους.

Η αναμέτρηση ΠΑΣΟΚ - Ν.Δ. λοιπόν δεν μπορεί να μας αφήνει αδιάφόρους. Το ότι δεν είμαστε αδιάφοροι δεν σημαίνει οποιαδήποτε υποστήριξη του ΠΑΣΟΚ, ούτε ταύτιση με την αντιπολίτευση της λεγόμενης αριστεράς, ούτε σχετίζεται με την αδιαφορία ή την καφενοβιακή αντιμετώπιση του «χώρου», που θα κληθεί να διαλέξει μεταξύ ΠΑΣΟΚ και «Εσωτερικού» για άλλη μια φορά. Σημαίνει παρέμβαση στη βάση της γενικής θέσης και προσπάθεια ανάδειξης της μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε χώρου, αλλά και της πολιτικής σκηνής. Σημαίνει και ταχτικές τοποθετή­σεις.

Στη συγκεκριμένη περίοδο έχουμε κάθε λόγο να εμβαθύνουμε στην πολιτική κατάσταση, να θέσουμε ορισμένες προϋποθέσεις για την ποιότη­τα και την ποσότητα, να συμβάλλουμε με τον τρόπο μας στην ανάπτυξη κομμουνιστικού κινήματος.

ΚΑΙ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΠΟTE ΠΩΣ Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΑΝ­ΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΕΙ ΠΑΝΤΑ ΜΙΑ ΑΚΡΑΙΑ ΘΕΣΗ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΓΙΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥΣ ΜΕΣΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΠΟΥ ΞΕΧΕΙΛΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞH ΜAΣ ΚΑΙ ΥΦΑΙΝΟΥΝ ΝΕΕΣ ΑΛΥΣΙΔΕΣ. ΜΙΑ ΑΚΡΑIΑ ΘΕΣΗ ΠΟΥ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΟΜΩΣ ΣΕ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ.


 
Κορυφή της σελίδας