«Κοινές» και Πολιτικές Συμμορίες στην Ιταλία τη Δεκαετία του '70(Α')

από # 19/03/2009 8:19 μμ.

#

Απόσπασμα από το βιβλίο "Η ληστεία τράπεζας" από τις εκδόσεις "Ελευθεριακή Κουλτούρα" (Μέρος Α')

 

Η «πυροβολαρχία» των Γενοβέζων

Emilio Quadrelli

 

Το μικρό περίστροφο είχε ακόμη μια σφαίρα. Θα κατέβει από το αυτοκί­νητο, έστρεφα την κάνη στον κρόταφο και του τίναξα τα μυαλά στον αέ­ρα. Θα πεθάνει χωρίς ούτε έναν στεναγμό, θα ριγήσει για μια στιγμή και μετά θα μείνει ακίνητος για πάντα... Η τελευταία μου κίνηση πριν απο­μακρυνθώ ήταν να κατουρήσω το πτώμα του. Ήταν η τελετή που άξιζε

σε όποιον μαρτύραγε.

Edwart Quadrelli, Σαν ένα άγριο κτήνος

 

Η γενεαλογία

Η γέννηση της συμμορίας των Γενοβέζων ληστών ανάγεται στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 70. Η εμφάνιση της δεν ή­ταν αιφνίδια, αλλά αποτελούσε «φυσιολογική» εξέλιξη των §επ§ της γειτονιάς που γεννήθηκαν την προηγούμενη δεκαετία. Η πα­ρουσία τους, που για μεγάλο διάστημα παραβλεπόταν και στη συνέχεια εντάχθηκε στο καθησυχαστικό πανόραμα του λίγο-πολύ θεσμικού αντιφασισμού, μπορεί να αναχθεί, σε μεγάλο βαθμό, στο πλαίσιο της εξέγερσης του Ιούλη του 1960. Μια παρουσία που, στην πραγματικότητα, εκφράζει, πέρα από τον αντιφασισμό, ένα μίσος και μια «ενστικτώδη» αποστροφή για την αστική κοινωνία και τους καταπιεστικούς της μηχανισμούς. «Ένστικτο» δύσκολα συμβατό με τις «λογικές» επιλογές των κύριων κομμά­των της αριστεράς και των συγγενικών τους συνδικαλιστικών ορ­γανώσεων. Οι gang αυξάνονταν στις εργατικές και προλεταρια­κές γειτονιές και, σε αντιστοιχία με πολιτιστικά μοντέλα μη πα­ραδοσιακά όπως οι Teddy boys και τα Blouson noir, είχαν την αίσθηση του ανήκειν και διέθεταν το χαρακτηριστικό κοινοτικό πνεύμα της γειτονιάς. Παρόμοιες σ' ένα βαθμό με τους παρισι­νούς Apache, αντιπροσωπεύουν μια εργατική νεολαία που βρί­σκεται σε συνεχή σύγκρουση με την επίσημη κοινωνία: μαθη­τευόμενοι, εργάτες, οικοδόμοι, ευκαιριακά απασχολούμενοι στο λιμάνι και στα πλοία, με μια κάποια εξοικείωση με τη μικροπαρανομία. Συμπεριφορά, άλλωστε, ευρέως διαδεδομένη και ηθικά αποδεκτή από μεγάλο μέρος των υποτελών τάξεων της εποχής. Η γέννηση τους και ο τύπος των αδικημάτων τους θα ήταν άδικο και λανθασμένο να θεωρηθεί συγγενής με τον παραδοσιακό υπό­κοσμο. Η συνεχής συγκρουσιακή σχέση με τις δυνάμεις της τά­ξεως, τα «εγκλήματα» εναντίον της αστικής ιδιοκτησίας και η α­ποστροφή για τις κερδοσκοπικές λογικές του παραδοσιακού υπο­κόσμου, είναι τα χαρακτηριστικά που σε μεγάλο βαθμό τις δια­φοροποιούν από τους ανθρώπους του υποκόσμου και που σπα­νίως υπόκεινται στην ιεραρχία της νομιμόφρονης κοινωνίας, η οποία είναι διατεθειμένη να συνεργαστεί με τις δυνάμεις της α­στυνομίας προκειμένου να διατηρηθούν αναλλοίωτες οι ισορρο­πίες.

 

Η στροφή

Δεν έγιναν όλα τα μέλη των §3η§ ληστές. Πολλοί επέστρεφαν, περισσότερο από ανάγκη παρά από επιλογή, στον κόσμο της ερ­γασίας και της οικογένειας, διατηρώντας, ωστόσο, έναν διαρκή συναισθηματικό δεσμό με τ' αδέλφια της gang. Άλλοι, ανίκανοι να ενσωματωθούν στον κόσμο της εργασίας, στράφηκαν σε πιο σταθερές παράνομες δραστηριότητες, γλιστρώντας προς μια κα­τάσταση ολοένα και πιο περιθωριακή. Μόνο ένα πολύ μικρό μέ­ρος θα φτιάξει αυτό που τα δικαστικά και πολιτικά χρονικά θα αποκαλέσουν «συμμορία του Marietto Rossi». Ένα είδος «φυσι­κής» επιλογής δημιουργεί τη «συμμορία», μαζεύοντας τα πιο ρι­ζοσπαστικά στοιχεία των διαφόρων §&η§ της πόλης. Επιλογή που, πρέπει να το θυμόμαστε, έχει «ηθικές» και όχι τεχνικές βά­σεις, οι επαγγελματικές ικανότητες της στιγμής είχαν εξ ολοκλή­ρου περιθωριακό ρόλο, ενώ η επαγγελματικότητα και η εξειδί­κευση ήταν αποτέλεσμα προσωπικής εξέλιξης και συλλογικής προσπάθειας. Αρχικά ήταν απλώς νέοι, λίγο πάνω από τα είκο­σι, με μικρό εγκληματικό παρελθόν: κάποια κλοπή, μια μπούκα, κυνηγητό με τις δυνάμεις της τάξεως με κλεμμένα αυτοκίνητα, αναπόφευκτες συμπλοκές στα στέκια των «καλών παιδιών». Η στροφή, η έφοδος στις τράπεζες, τα ταχυδρομεία και τα κοσμη­ματοπωλεία, δεν είναι τίποτ' άλλο από τη λογική κατάληξη της πρόκλησης και του «πολέμου» που τους κήρυξαν από τη στιγμή της γέννησης τους.

Μπορεί να φανεί ότι δίνεται υπερβολική έμφαση στον εμπό­λεμο χαρακτήρα των επιλογών τους, σχεδόν σαν να θέλουμε να βρούμε ένα ίχνο συνείδησης post festum. Τίποτα απ' όλα αυτά. Όμως για πόλεμο πρέπει να μιλήσουμε, που είναι κάτι περισσό­τερο από ένα κίνητρο. Η ληστεία, η πράξη ή, για να χρησιμο­ποιήσουμε τη γλώσσα τους, «να σταθείς στο κούτσουρο», γίνεται ο πυρήνας του ζητήματος, ενώ το χρήμα και η απόλαυση του έ­χουν απολύτως περιθωριακό ρόλο. Κάθε πετυχημένο κόλπο είναι ένα καλό κίνητρο για να σχεδιαστεί το επόμενο, πιθανώς ακόμη πιο τολμηρό και θεαματικό. Τα χτυπήματα ήταν σαφώς ένας σκοπός καθεαυτός, ανεξαρτήτως του οικονομικού τους αποτελέ­σματος. Κατά συνέπεια η λογική κόστους-οφέλους, τυπική του παραδοσιακού υποκόσμου, δεν λήφθηκε ποτέ υπόψη. Οι «σκλη­ροί» περιφρονούσαν τον «κακοποιό» γιατί «τριγυρίζει με τον κώδικα στην τσέπη» και κινείται υπολογίζοντας πάντοτε τις ποι­νικές συνέπειες, τις οποίες θέλει να ελαχιστοποιήσει. Γι' αυτούς, αντιθέτως, ο ποινικός κώδικας είναι το σκιάχτρο που δεν τους τρομάζει. Σ' αυτό το μοντέλο δεν υπάρχει θέση για υπολογισμούς και όχι τυχαία το στυλ ζωής τους συνοψίζεται στην εξής φράση: «πάω τα ρέστα μου». Η φράση εισάγει την τυπική γλώσσα της τύχης («ρέστα» είναι το μέγιστο ποντάρισμα που επιτρέπεται στο πόκερ) στον «πόλεμο» («πάω», σ' αυτή την περίπτωση, σημαίνει φτάνω στα άκρα). Αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε έναν τρόπο δράσης ασυνάρτητο και ανεύθυνο, αλλά την πίστη ότι είναι ανώτεροι από τους μπάτσους. Ένας από τους στόχους τους ήταν η γελοιοποίηση του αντιπάλου, το ανέβασμα της πρό­κλησης σε ολοένα και υψηλότερο επίπεδο και, όπως στο παρελ­θόν προκαλούσαν τις δυνάμεις της τάξεως σε θεαματικές κατα­διώξεις στην πόλη, τώρα επιτίθενται στις ασφαλέστερες και κα­λύτερα προστατευόμενες τράπεζες. Ενέργειες αυτού του τύπου προέβλεπαν τη δυνατότητα χρήσης, όχι μόνο συμβολικής, των ό­πλων, κάτι που η συμμορία δεν αναζητούσε ιδεοληπτικά, αλλά ούτε και απέφευγε.

Ανάμεσα στις πολλές ληστείες τράπεζας αξίζει τον κόπο να θυμηθούμε δύο: εκείνη στα κεντρικά γραφεία της ΙΒΙ και εκείνη στην Πασαντόρε, που έγιναν το φθινόπωρο του '76. Αμφότερες συνέβησαν στην καρδιά της Γένοβας, σε μια περιοχή ιδιαιτέρως στρατιωτικοποιημένη, σχετικά κοντά στην έδρα των δυνάμεων της τάξεως και συνεχώς επιτηρούμενη από περιπόλους «εναντίον των ληστειών». Στοιχεία που αποτελούσαν κίνητρο για τη συμμο­ρία. Προς στιγμή η θεαματικότητα της εφόδου στην ΙΒΙ προκά­λεσε πολλές αμφιβολίες μεταξύ των ανακριτικών αρχών σχετικά με την πατρότητα της. Υιοθετώντας μια τεχνική τυπική του αν­τάρτικου πόλεων, μπλόκαραν όλους τους δρόμους πρόσβασης στην πλατεία που βρισκόταν η έδρα της τράπεζας, ενώ για να καλύψουν την υποχώρηση τους έκαψαν ένα φορτηγάκι, αφού πρώτα το τοποθέτησαν οριζόντια στην αρχή του δρόμου που εί­χαν επιλέξει για τη διαφυγή τους. Το επιχειρησιακό μοντέλο προκάλεσε σκέψεις για μια ενέργεια που διέπραξε μια υποτιθέ­μενη οργάνωση κομμουνιστικού αντάρτικου, αλλά και ανησυχίες για μια πιθανή μετεξέλιξη της άλα Τουπαμάρος.

Ακόμη πιο υποδειγματική ήταν η ληστεία στην Πασαντόρε. Όταν εκδηλώθηκε η ληστεία, οι δυνάμεις της αστυνομίας ήταν έτοιμες να επέμβουν, έχοντας στήσει ενέδρα, αλλά έκαναν πίσω φοβούμενοι την ισχύ πυρός που έδειχνε να διαθέτει η συμμορία. Το επεισόδιο θα επιβεβαιώσει εμμέσως τον μύθο ότι ήταν άτρω­τοι. Στην πραγματικότητα, όπως αφηγούνται όλοι οι συμμετέχον­τες: «Δεν κάτσαμε ποτέ στο κούτσουρο».

 

Οι γυναίκες ληστές

Οι «σκληροί» είναι μια κοινότητα κυρίως ανδρική και στις σχέσεις με τις γυναίκες διαφοροποιούνται σαφώς από το παρα­δοσιακό στυλ των κακοποιών. Όχι μόνο αρνούνται οποιαδήποτε παρασιτική ή εκμεταλλευτική σχέση (η απέχθεια και η περιφρό­νηση για τους μαστροπούς είναι ευρέως γνωστή), αλλά έχουν σχέσεις ισοτιμίας και αξιοπρέπειας με τις γυναίκες που μπαίνουν αυτόνομα στη συμμορία και μοιράζονται το ίδιο στυλ ζωής. Αν ο άνδρας ληστής πεθάνει ή θαφτεί ζωντανός, δεν ραγίζει και πο­λύ η «φυσική» τάξη των πραγμάτων, μπορεί ενίοτε να γίνει λογο­τεχνική και/ή μεντιακή προσωπικότητα. Όμως τη γυναίκα ληστή δεν την οικειοποιούνται ποτέ. Αυτό ισχύει τόσο στην αστική τά­ξη πραγμάτων, όσο και στη φεμινιστική αταξία και συνεπώς ο ρόλος της συνεχώς αγνοείται ή διαστρεβλώνεται. Στην περίπτω­ση μας η γυναικεία συνδρομή δεν ήταν αμελητέα. Οι γυναίκες, που με διάφορους ρόλους σχετίζονταν με τη συμμορία, δεν είναι λίγες. Ανάμεσα τους θα θέλαμε να θυμηθούμε τουλάχιστον δύο: την Flavia και την Luciana (τώρα πια νεκρές και συνεπώς απαλ­λαγμένες από υποτροπές κάθε τύπου). Αμφότερες επεβλήθησαν στα μάτια της ανδρικής κοινότητας όχι τόσο με τη χάρη τους, όσο με τη συμπεριφορά τους και την επίδειξη μιας σαφούς απέ­χθειας για τις παραδοσιακές μορφές της αρσενικής κυριαρχίας: αυτές αποφάσιζαν πώς, πότε και με ποιον θα είναι' ταυτοχρό­νως, ήταν περισσότερο έτοιμες να επιβάλλουν παρά να υπομεί­νουν την υποχρέωση στην πίστη. Τέλος, χωρίς υποκρισίες ή νο­σηρά παιχνιδίσματα, διεκδικούσαν μια αμφισεξουαλικότητα που σε κανέναν δεν επιτρεπόταν να επικρίνει ή να καταστήσει αντι­κείμενο εύκολης ειρωνείας. Μόνο μια φορά ένα μικροκακοποιός τόλμησε να τις ειρωνευτεί και βρέθηκε στα γόνατα μ' ένα τριανταοκτάρι στο στόμα. Μη πλήρως ικανοποιημένη η Flavia τον υ­ποχρέωσε να προσποιηθεί μια πεολειχία. Σε σχέση με τους «α­δελφούς», οι «αδελφές» δεν είχαν περάσει στην νεότητα τους από τις μικρές gang της γειτονιάς. Αστικής καταγωγής η Flavia, δεν είχε μια γραμμική εξέλιξη. Ζώντας σε μια από τις καλύτερες γει­τονιές της πόλης, όπου δεν υπήρχαν gang, συνδέθηκε με μια συμ­μορία των στενοσόκακων και σε λίγο χρόνο έγινε μία από τις πλέον αντιπροσωπευτικές μορφές της. Η Luciana είχε μια πιο «α­πλή» ιστορία, καθώς ανήκε εξ ολοκλήρου σε μια κλασική εργατι­κή γειτονιά. Με σαφείς ηγετικές τάσεις, πρώτευε στην οδήγηση αυτοκινήτων και μηχανών, διασκέδαζε να «αφήνει πίσω τις μαν­τάμ» σε ανελέητες κόντρες και, χρησιμοποιώντας χωρίς πρόβλη­μα αλυσίδες και σιδερογροθιές, δεν έκανε ποτέ πίσω στους τσα­κωμούς. Συνάντησαν στο δρόμο τη συμμορία και υπήρξαν φίλες, συνένοχες, αδελφές και ενίοτε ερωμένες. Περισσότερες από μία φορές είχαν ενεργό ρόλο, χωρίς η συμμετοχή τους να δημιουργεί κάποιο πρόβλημα σ' αυτές ή στους άλλους. Διατηρούσαν για χρόνια το ίδιο στυλ ζωής: συμμετείχαν στις εφόδους, χειρίζονταν τα όπλα, έκλεβαν και οδηγούσαν αυτοκίνητα, κάποτε καλύτερα, κάποτε χειρότερα από τους «αδελφούς». Με την gang μοιράζον­ταν τα πάντα, μέχρι που μπήκε στη ζωή τους η ηρωίνη. Το ναρ­κωτικό δεν ήταν ηθικά συμβατό με το στυλ της ζωής της συμμο­ρίας και γι' αυτό η σχέση έσβησε. Η Flavia αποχώρησε γρήγορα, αφού αναγκάστηκε να υποστεί ότι ανέκαθεν μισούσε: την αλαζο­νεία της θεμιτής και αθέμιτης εξουσίας. Δεν είχε ξεκόψει εντε­λώς, τουλάχιστον σύμφωνα μ' αυτούς που βρέθηκαν κοντά της την τελευταία της περίοδο και η υπερβολική δόση που τη σκότω­σε φάνηκε σαν μια εθελούσια πράξη. Η ηρωίνη έφθειρε την ηθι­κή της (φαίνεται πως είχε υποκύψει σ' έναν από τους αμέτρητους εκβιασμούς στους οποίους υπόκεινται καθημερινά οι «τοξικοί») και αυτό δεν μπορούσε να το ανεχθεί. Η Luciana πέθανε προσ­φάτως από καρκίνο' είχε ξεφύγει από τον εφιάλτη της ηρωίνης και τα έβγαζε κάπως πέρα.

 

Οι αποδράσεις

Σε αντιστοιχία με το στυλ της ζωής που είχαν υιοθετήσει, αν και οι «σκληροί» έμπαιναν στη φυλακή με βαριές καταδίκες, αυ­τό όχι μόνο δεν τους τρόμαζε, αλλά τους ριζοσπαστικοποιούσε έτι περαιτέρω. Για τους «σκληρούς» η σύγκρουση με το σωφρο­νιστικό ίδρυμα δεν ήταν τίποτ' άλλο από τη συνέχεια του πολέ­μου με άλλη μορφή. Βρισκόμαστε περίπου στα μισά της δεκαε­τίας του '70, σε μια ιστορική καμπή που σημαδεύεται από βαθείς κοινωνικούς και πολιτικούς ανταγωνισμούς, με το σωφρονιστικό ίδρυμα να αποκτά μια απίστευτη «κεντρικότητα» σε σχέση με ότι συνιστούσε ελάχιστο καιρό πριν. Σ' αυτή την αλλαγή αποφασι­στικό ρόλο έπαιξαν οι «σκληροί». Σε αντιστοιχία με το στυλ της ζωής τους, οι ληστές καθόρισαν μέσα στη φυλακή μια «διαγωγή» ελάχιστα επιρρεπή στην παραίτηση, στην διαπραγμάτευση και τη διαλλακτικότητα. Μιλούν συχνά για την πολιτικοποίηση των κρατουμένων, αλλά στην πραγματικότητα θα ήταν πιο σωστό αν λέγαμε πως οι πολεμικές πρακτικές των «σκληρών» ήταν αυτές που υποχρέωσαν τους πολιτικούς και τους πολιτικοποιημένους να αποδεχτούν εκείνο το επίπεδο της σύγκρουσης. Για τους λη­στές η φυλακή είναι τα πάντα εκτός από μια πιθανή «κόκκινη βάση» ή ένα «σχολείο της επανάστασης» κι έπειτα, αν κοιτάξου­με τα πράγματα πιο προσεκτικά, θα διαπιστώσουμε ότι οι «σκλη­ροί» δεν είχαν τίποτα να μάθουν. Στην πλειοψηφία των περι­πτώσεων αυτοί ήταν που δίδαξαν τους πολιτικούς. Οι πολεμικές πρακτικές, όπως είδαμε, είναι μία υπαρξιακή επιλογή που δεν χρειάζεται μια ιδεολογική και/ή πολιτική νομιμοποίηση.

Το βασικό ζήτημα για τους ληστές είναι η απόδραση. Η συμ­περιφορά της ανοιχτής πρόκλησης που είχαν υιοθετήσει από μι­κρά παιδιά και η οποία στη συνέχεια επικεντρώθηκε στις λη­στείες και τις ένοπλες συμπλοκές, φτάνει στο αποκορύφωμα της με την απόδραση. Η απόδραση, όπως και η οργάνωση της, συνι­στούν την καλύτερη απόδειξη του σταθερού δεσμού που χαρα­κτηρίζει τον κόσμο των «σκληρών». Η συμμορία πρωταγωνίστη­σε σε μια από τις πιο θεαματικές αποδράσεις που έγιναν ποτέ στην ιστορία των ιταλικών φυλακών. Τον Οκτώβρη του 1977, τέσσερα μέλη της απελευθέρωσαν τον Cesare Chiti, αφού στην είσοδο του αυτοκινητόδρομου εφόρμησαν στην κλούβα που τον μετέφερε σε μια φυλακή υψηλής ασφαλείας. Κατά τη διάρκεια της απόδρασης ο επικεφαλής της συνοδείας τραυματίστηκε θα­νάσιμα, ενώ στη συνέχεια ο φυλακισμένος και οι δράστες της ε­φόδου θα καταδικαστούν σε ισόβια. Αποδρώντας ο Chiti, ο ο­ποίος κατηγορείτο για μια σειρά ληστείες, διακινδύνευε μια πολύ βαρύτερη καταδίκη, αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε, όπως δεν ένοια­ζε και τους υπόλοιπους, τους οποίους ούτε καν τους καταζητού­σαν. Κανένα οικονομικό η ωφελιμιστικό συμφέρον δεν δικαιολο­γεί την πράξη και μόνο στη φυσική ροπή για πρόκληση, στον στε­νό δεσμό και στην υψηλή ηθική που χαρακτήριζε την gang της γειτονιάς από τη στιγμή της γέννησης της, μπορούμε να αναζη­τήσουμε τους λόγους για τη διεξαγωγή της επιχείρησης. Αξίζει να θυμηθούμε ότι αυτή έγινε από απλά παιδιά της γειτονιάς και όχι από επαγγελματίες κακοποιούς.

 

Στην κοιλιά του κτήνους

Αυτή η ηθική, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '80, έγινε μειοψηφική. Αποφασιστικό ρόλο στην αλλαγή της συμπεριφοράς των «σκληρών» έπαιξαν οι αλλαγές που συνέβησαν στο εσωτερι­κό των ειδικών φυλακών. Το τέλος δεν ήρθε από την ιδιαίτερη σκληρότητα των κυκλωμάτων της ειδικής φυλακής, αλλά έχει δο­μικές και πολιτιστικές αιτίες. Η κυριαρχία του κύκλου της ηρωί­νης στο εξωτερικό και η παντοδυναμία του οργανωμένου εγκλή­ματος στο εσωτερικό, θα βάλουν την επιτύμβια πλάκα των λη­στών.

Με τον ερχομό του 1977, οι ειδικές φυλακές θα «φιλοξενή­σουν» αρκετούς μαχητές του ένοπλου αγώνα και μεγάλο μέρος από τα μέλη των «πυροβολαρχιών» των ληστών. Η προφανής σκληρότητα δεν αιτιολογεί, αλλά ενισχύει τη φυσική απειθαρχία των ληστών μέσα στις φυλακές. Το να βρεθούν μαζί σε συνθήκες ιδιαιτέρως σκληρές, κατέληξε να είναι γι' αυτούς πλεονέκτημα, αν όχι για τίποτ' άλλο, επειδή ήταν πιο εύκολο να υπάρξει αλλη­λοκατανόηση και οργάνωση. Σε αντιστοιχία με το στυλ της ζωής τους δρούσαν σε μια βάση απολύτως εξισωτική και χωρίς οποια­δήποτε γραφειοκρατική δομή. Το οργανωτικό τους μοντέλο θυ­μίζει εκείνο των Γερμανών, διέθεταν έναν στρατιωτικό αρχηγό, αλλά όχι πολιτικό. Οι αποφάσεις παίρνονταν συλλογικά και μό­νο ο ακλόνητος δεσμός της αδελφότητας επέτρεπε να αποφασί­ζουν και να δεσμεύονται για κάποιον άλλο. Στην πράξη^ το πιο άμεσο αποτέλεσμα των ειδικών φυλακών ήταν η διεύρυνση και η ενίσχυση ενός κοινοτικού πλαισίου. Οι διαφορές με τους πολι­τικούς ήταν ανεπαίσθητες. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι ληστές και οι πολιτικοί μοιράστηκαν αγώνες, εξεγέρσεις, απο­δράσεις ή απόπειρες αποδράσεων. Εμπειρίες που ενίσχυσαν και παγίωσαν μια σχέση, η οποία όμως δεν πήγε ποτέ πέρα από τη στρατιωτική ενότητα και την ατομική αναγνώριση. Είναι σπά­νιες, αν όχι μοναδικές, οι περιπτώσεις ληστών που εγκατέλειψαν την «πυροβολαρχία» για να ασπαστούν οποιαδήποτε πολιτική πίστη. Για έναν ληστή, ο πολιτικός μπορούσε να γίνει μέχρι και «αδελφός», αλλά μόνο σε ατομικό επίπεδο. Τον ληστή τον ενδιέ­φερε μόνο η συγκεκριμένη σχέση που είχε με κάποιον άλλο, πάνω σε ποια κείμενα βασιζόταν ή κάτω από ποια σημαία αγωνιζόταν, δεν είχε καμία σημασία. Ενστικτωδώς στην αριστερά και πολιτι­στικά στη δεξιά, αν όχι τίποτ' άλλο λόγω της ισχυρής ροπής προς τον ατομισμό, ο ληστής, μπορεί, το πολύ-πολύ, να συμπαθεί ορι­σμένες μορφές του αναρχισμού τύπου Bonnot χωρίς να περιφρο­νεί, ωστόσο, έναν δεδομένο ριζοσπαστισμό. Η ατομική διάστα­ση, η διάθεση να αγωνιστεί και να υπερασπιστεί έναν άλλο κρα­τούμενο απέναντι στους δεσμοφύλακες, η οργάνωση της απόδρα­σης, πράγματα προφανώς ξένα σε σχέση με μια διαγωγή δικαστι­κά άψογη, είναι οι αξίες που θεωρούσαν αποφασιστικές οι λη­στές. Ένα σενάριο που ξαφνικά αλλάζει.

Με τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '80 η σύνθεση των ει­δικών φυλακών άλλαξε. Ο αριθμός των πολιτικών κρατούμενων αυξήθηκε πολύ, η ένταξη σ' ένα οργανωτικό σχήμα υπερτερεί του σεβασμού για τις παγιωμένες ατομικές σχέσεις. Συγχρόνως, τα μέλη του οργανωμένου εγκλήματος μεταφέρονται μαζικά στις ει­δικές φυλακές. Η φυλακή παύει να είναι ένα δίκτυο βιογραφιών και μετατρέπεται σ' ένα είδος «γραφειοκρατικού κοινοβουλίου». Οι ατομικότητες δεν μετρούν πλέον. Αυτό ισχύει για τους μαχη­τές του ένοπλου αγώνα, ολοένα και περισσότερο αφοσιωμένους στην υπεράσπιση εκείνης της ιδιαίτερης «μορφής-κόμμα», αλλά ισχύει ακόμη περισσότερο για τα μέλη του οργανωμένου εγκλή­ματος. Είναι αυτή την περίοδο που εκδηλώνεται η προσπάθεια, πιο συγκεκριμένα από την Νέα Καμόρα οργανωμένη από τον Cutolo, ηγεμονίας ολόκληρου του κυκλώματος των ειδικών φυ­λακών. Οι διάφορες «πυροβολαρχίες» των ληστών αποψιλώνον­ται, μέλη τους συνεργάζονται σε ατομική βάση, οι οργανώσεις, ή ακόμη και τα απλά δίκτυα, εξουδετερώνται, προκειμένου να επιβληθεί αυτό το σχέδιο της ηγεμονίας. Παραδειγματική είναι σε σχέση μ' αυτό η δολοφονία του Francis Turatello, που συνέβη το 1981 στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Νουόρο. Η στρατη­γική αυτή θα έχει περιορισμένη επιτυχία. Δεν ήταν πολλοί οι «σκληροί» που μαγεύτηκαν από τις καμορίστικες σειρήνες ή τις ανάλογες οργανώσεις. Πιο συγκεκριμένα, η συμμορία των Γενο­βέζων δεν φαίνεται να μολύνθηκε ούτε στο ελάχιστο. Μη μόλυν­ση, όμως, δεν σημαίνει και απουσία κλίματος. Η αλλαγή των ε­σωτερικών συσχετισμών δύναμης στις φυλακές, σε κάθε περίπτω­ση, επεφύλασσε στους «σκληρούς» έναν εζ- ολοκλήρου δευτε­ρεύοντα ρόλο. Η εποποιία τους τώρα πια έφτανε στη δύση της. Στο εξωτερικό πιστοποιήθηκε από την πτώση μεγάλου μέρους των παρανόμων στον κύκλο της ηρωίνης και τον κατακερματισμό εκείνου του κοινωνικού υπεδάφους στο οποίο είχε δημιουργηθεί.

 

Επίλογος

Σήμερα, από την ιστορία τους έχουν απομείνει ελάχιστα ή μπορεί και τίποτα. Κάποιοι αποχώρησαν εντελώς από την ενεργό δράση, άλλοι είναι νεκροί ή εκτίουν πολύχρονες καθείρξεις, υπο­κείμενοι ακόμη και σήμερα στο ειδικό καθεστώς φυλάκισης για αδικήματα (αποδράσεις, εξεγέρσεις, κ.ο.κ.) που διέπραξαν κατά τη δεκαετία του '80. Η gang διατήρησε, με κάποιες εξαιρέσεις, ακέραιο το ηθικό πλαίσιο της νιότης της και ενίοτε και το πνεύμα της πρόκλησης. Αλλά ο χρόνος είναι σκληρός και η τραγωδία του χθες μεταβάλλεται σε φάρσα του σήμερα. Στις αρχές του περα­σμένου καλοκαιριού, ένα από τα μέλη της συμμορίας πήρε μια μικρή άδεια για λόγους σπουδών. Τέλειωσε το λύκειο στη φυλα­κή και μετά άρχισε να πηγαίνει στο πανεπιστήμιο. Εκμεταλλευό­μενος τις ακαδημαϊκές του υποχρεώσεις, δραπέτευσε. Η φυγοδικία, που κράτησε κανά δυο μήνες, δεν σημαδεύτηκε από ιδιαίτε­ρα επεισόδια. Τη στιγμή της σύλληψης, που συνέβη κατά τρόπο εντελώς ανώδυνο, είχε διαπράξει δύο ληστείες ταπεινές, τουλά­χιστον σε σχέση με τους κανόνες της συμμορίας. Γύρω του κι­νούνταν μορφές της νιότης του, αυτοί που δεν είχαν ποτέ παρεκ­κλίνει και ζούσαν από νόμιμες και παράνομες μικροδουλειές. Αυτό το τέλος φωτογραφίζει ακριβώς ότι έχει απομείνει σήμερα από τους «σκληρούς» και από εκείνον τον κόσμο. Ξένοι σε σχέση με τη λογική της πολιτικής οικονομίας, πέρα από οποιαδήποτε κριτική της, αντιπροσωπεύουν την ιστορία του χθες.

Σε σχέση με τον κόσμο της νομιμότητας, η παρανομία γνώρισε μια διαδικασία κοινωνικο-οικονομικής πόλωσης, στην οποία οι «σκληροί» βρέθηκαν, προφανώς, στην πλευρά των αποκλεισμέ­νων. Στα ψηλά, παγιωμένη και ηγεμονική, η παράνομη οικονο­μία των υπηρεσιών προμήθευε, ερχόμενη συχνά σε συμφωνία με το πλαίσιο της νομιμότητας, τα παράνομα αγαθά και τις παροχές που χρειάζεται η νόμιμη κοινωνία' στα χαμηλά, κατακάθονται οι λεγόμενες ληστρικές δραστηριότητες που, αν τις εξετάσουμε προσεκτικά, διαπιστώνουμε ότι συνιστούν μικροτεχνάσματα που χρησιμοποιεί, για την επιβίωση του, εκείνο το τμήμα του πληθυ­σμού το οποίο δεν διαθέτει μια κάποια κοινωνική βαρύτητα. Η παρουσία των «σκληρών», ακόμη ζωντανή στη μνήμη της πόλης (ή τουλάχιστον σ' ένα μέρος της), είναι ένα έπος χωρίς προηγού­μενο εκείνων των παλιών λαϊκών γειτονιών και μιας εργατικής τάξης υπερήφανης και μαχητικής. Παιδιά, νόμιμα ή όχι, εκείνης της πραγματικότητας, μοιράστηκαν τη δύναμη, την ηγεμονία, την παρακμή και την ήττα.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

Τίτλος:

Δημιουργός:

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License