«Κοινές» και Πολιτικές Συμμορίες στην Ιταλία τη Δεκαετία του '70 (B')

από # 19/03/2009 8:26 μμ.

#

Η ληστεία στην Ιταλία: Από τον ρομαντισμό της δεκαετίας του '60, στη μεταμοντέρνα βία

Franco Berardi (Bifo)

 

Μια μέρα του φθινοπώρου του 1965, ένας ψηλός νεαρός με καστανά μαλλιά μπήκε στην Τράπεζα Εργασίας στην Πιασέντσα, πλησίασε με βήμα κομψό το ταμείο, χαμογέλασε στην ταμία και μετά έστρεψε προς το μέρος της ένα πιστόλι-παιχνίδι. Η δεσποι­νίδα θα λιποθυμήσει από τον φόβο της. Την επόμενη μέρα θα λάβει ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα. Της τα είχε στείλει εκείνος ο νεαρός που είχε προσπαθήσει να τη ληστέψει, αλλά τρόμαξε από τη λιποθυμία της.

Εκείνον τον νεαρό τον έλεγαν Horst Fantazzini. Οι εφημερίδες τον αποκαλούσαν ο «ευγενικός ληστής». Κάποια στιγμή άρχισαν να τον φωνάζουν «Ο κόκκινος ασύλληπτος», γιατί ενώ τον έψα­χνε η αστυνομία σ' ολόκληρη τη βόρειο Ιταλία, συνέχιζε να εμφα­νίζεται κάθε τόσο σε κάποια τράπεζα ή σε κάποιο ταχυδρομείο για να ξαλαφρώσει τα ταμεία, χωρίς ποτέ να πυροβολεί.

Τα πιστόλια που, σπανίως, έδειχνε, ήταν παιχνίδια. Και συ­χνά δεν χρησιμοποιούσε κανένα όπλο, έμπαινε, πλησίαζε το τα­μείο και με την ευγενική φωνή του έλεγε: δώστε μου όλα τα χρή­ματα που έχετε, πρόκειται για ληστεία.

«Πρόκειται για ληστεία», τρεις πειστικές λέξεις. Ένας τύπος εκφοράς που οι σημειολόγοι αποκαλούν «αυτοαναφορικό»: αυτοαναφορική είναι η γλωσσική έκφραση που υλοποιεί μια πρό­θεση απλώς και μόνο επειδή προφέρεται.

Αν είμαι παπάς, αρκεί να πω ότι σας ονομάζω συζύγους και ο νεαρός με τη νεαρά μπορούν να πάνε να πηδηχτούν νομίμως. Κι αν είμαι εκλεγμένος πρόεδρος και πω η συνεδρίαση λύεται, να που όλοι σηκώνονται και φεύγουν. Έτσι κι όταν ο Horst Fantazzini έλεγε πειστικά ότι πρόκειται για ληστεία, τα λεφτά έφευ­γαν χαρούμενα από το χρηματοκιβώτιο, και πήγαιναν στην τσέπη του. Αυτός ευχαριστούσε ευγενικά και αποχωρούσε.

Αναρχικός αγωνιστής από μικρό παιδί, ο Horst πέθανε το 2001, αφού εξέτισε σε διάφορες φυλακές μια μακρά λίστα από καταδίκες: για ληστεία, αλλά και για πετυχημένες και αποτυχη­μένες αποδράσεις, όπως και για τη συμμετοχή του, το 1985, στον αγώνα εναντίον του καθεστώτος της «ειδικής κράτησης», μαζί με μια ομάδα Ερυθροταξιαρχιτών, στο σωφρονιστικό ίδρυμα του Μπαντού ε Κάρος, στη Σαρδηνία.

Έκανε μικρές ληστείες, με λεία μερικές εκατοντάδες χιλιάδες λίρες. Αλλά οι δικαστές του αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τη συ­νέχεια ως προς τη διάπραξη του αδικήματος. Αποτέλεσμα: δε­καετίες πίσω από τα σίδερα, μια ολόκληρη ζωή. Αντέδρασε με απόπειρες δραπέτευσης. Και με τις εξεγέρσεις: αγώνες που βοή­θησαν στο να υπάρξουν ανθρώπινες συνθήκες κράτησης για ό­λους τους κρατούμενους, σε εποχές που η νομοθεσία εκτάκτου ανάγκης κάλυπτε τα πάντα, ακόμη και τις καταχρήσεις της εξου­σίας και τις βιαιότητες της. Ένα βιβλίο, τώρα πια δυσεύρετο, με τίτλο Τώρα πια είναι αργά, αφηγείται την πιο δραματική από τις αποτυχημένες του αποδράσεις, εκείνη της 23ης Ιούλη του 1973, όταν ο Horst προσπάθησε να διαφύγει από την πιεμοντέζικη φυλακή του Φοσάνο.

Η ζωή του Horst ήταν περιπετειώδης από την παιδική του η­λικία.

Ο πατέρας του, ένας αναρχικός αντιφασίστας που λεγόταν ΑΙfonso, αφού φυλακίστηκε από τους φασίστες τη δεκαετία του '20, αλλάζει όνομα, αποφασίζοντας να λέγεται Libero [Ελεύθερος, σ.τ.Μ.] και διαφεύγει καταρχήν στη Γαλλία, για να βρεθεί στη συνέχεια στο Σάαρ, περιοχή που τότε διεκδικούσαν η Γαλλία και η Γερμανία και βρισκόταν υπό τη διοίκηση μιας ειδικής επιτρο­πής του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών. Στο Αντεβκέσελ, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα από το Σααρμπρύκεν, βρήκε δουλειά σαν οικοδόμος. Γνωρίστηκε με την Bertha Heinz, κόρη μεταλλω­ρύχων γερμανικής καταγωγής, την οποία παντρεύτηκε το 1930. Εντάχθηκε σε μια αναρχική ομάδα. Για μερικά χρόνια η ζωή του κυλούσε ήσυχα. Το 1935, όμως, το δημοψήφισμα που προέβλε­παν οι Συμφωνίες των Βερσαλλιών, απέδωσε το Σάαρ στη Γερ­μανία. Στο Βερολίνο οι εθνικοσοσιαλιστές κυβερνούσαν ήδη δύο χρόνια. Για τον Libero άρχισαν οι μπελάδες.

«Ο πατέρας μου», θυμάται ο Horst, «έχασε το καθεστώς του πολιτικού φυγάδα και η ναζιστική αστυνομία άρχισε να τον πα­ρακολουθεί. Εγώ γεννήθηκα στις 4 Μάρτη του 1939 και μου είναι δύσκολο να θυμηθώ εκείνα τα χρόνια. Ο Libero ήταν και δεν ή­ταν μαζί μας. Ερχόταν, έφευγε, ξαναγύριζε. Προς το τέλος του πολέμου, μια μέρα ο μπαμπάς ήταν στο σπίτι. Έφτασε μια ομά­δα της Γκεστάπο. Ο πατέρας μου τo ‘σκασε από το παράθυρο και έτρεξε να κρυφτεί στο δάσος. Ήρθε η κόλαση. Πυροβολισμοί, ριπές πολυβόλου, οι τύποι της Γκεστάπο κάρφωναν τις ξιφολόγ­χες στις δεματιές του σανού. Η μητέρα μου έκλαιγε. Εγώ στεκό­μουν σφιγμένος πάνω της και έτρεμα. Μας χώρισαν βίαια και την απομάκρυναν, αφήνοντας με στους παππούδες μου. Για να με η­ρεμήσει ένας αξιωματικός μου πρόσφερε μια καραμέλα, αλλά εγώ αρνήθηκα να την πάρω. Η μαμά θα επιστρέψει την επομένη στο σπίτι». Ο πόλεμος τελείωσε και η οικογένεια Fantazzini μπο­ρούσε να επιστρέψει στην Μπολώνια.

Αλλά τα μεταπολεμικά χρόνια δεν ήταν εύκολα. «Υπήρχαν παλιοί λογαριασμοί», λέει ο Horst, «τινάζονταν στον αέρα μαγα­ζιά πρώην φασιστών, υπήρχαν νεκροί. Στην Μπολωνίνα γεννή­θηκε ο θρύλος του "ανθρώπου με τη μαύρη κάπα", ένας μυστη­ριώδης εκδικητής που με τη μοτοσυκλέτα, τη νύχτα, πεταγόταν από το σκοτάδι, έβγαζε ένα πολυβόλο από κάτι σαν θήκη που φορούσε στο πλευρό του και άνοιγε πυρ σε κάποιον περαστικό φασίστα». Ανακατεύτηκε ενεργά και ο Libero σ' αυτό το «ξεκαθάρισμα των λογαριασμών». Το 1948 θα κατηγορηθεί για φόνο, τραυματισμό και απόπειρες εναντίον πρώην οπαδών του Μουσολίνι. Θα καταλήξει στη φυλακή. Έναν χρόνο μετά, στη δίκη, θα αθωωθεί και θα αφεθεί ελεύθερος. Έμεινε αναρχικός σ' όλη του τη ζωή. Ακόμη και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 70, οι εφημερίδες θ' ασχοληθούν μαζί του, γιατί έβαλε στον πύργο των Asinelli ένα πανό εναντίον των βομβών του κράτους και υπέρ της απελευθέρωσης του Valprenta. Ο Libero θα πεθάνει το 1985.

Μεγαλωμένος σ' αυτό το κλίμα του αναρχικού ρομαντισμού, ο νεαρός Horst ανέπτυξε ένα πολύ ιδιαίτερο στυλ. Οι ληστείες του δεν υπήρξαν ποτέ βίαιες, αν συναντούσε αντίσταση ήταν έ­τοιμος να φύγει μ' άδεια χέρια. Μια φορά, στη Γένοβα, αποπέμφθηκε από έναν ταμία που, απέναντι στο ξύλινο πιστόλι, θα του πει: «Κοίτα να την κάνεις, όσο έχεις καιρό». Οι ληστείες του ή­ταν της τάξης των διακοσίων-τριακοσίων χιλιάδων λιρών, σε πε­ριφερειακές τράπεζες. Επέλεγε να αποφεύγει, πάντοτε και οπωσ­δήποτε, κάθε μορφής βία. «Δεν ούρλιαζα», αφηγείται ο Horst, «απευθυνόμουν στους ακινητοποιημένους υπαλλήλους με ευγέ­νεια, συχνά αστειευόμενος για να αποδραματοποιήσω την κατά­σταση. Αν υπήρχε κόσμος στην τράπεζα, περίμενα υπομονετικά τη σειρά μου, προσποιούμενος ότι έκανα υπολογισμούς σ' έναν φάκελο, μέχρι ν' αδειάσει η αίθουσα. Τότε πλησίαζα το ταμείο, έβαζα την τσάντα στο γκισέ και, στη αντί για μια συναλλαγματι­κή έβγαζα το πιστόλι. Έλεγα ήσυχα στον ταμία: "Μείνε ήρεμος, δώσε μου τα χρήματα και δεν θα σου συμβεί τίποτα". Συχνά οι άλλοι υπάλληλοι ούτε που καταλάβαιναν ότι γινόταν ληστεία. Θυμάμαι που κάποτε λήστεψα μια τράπεζα στο Ταλιούνο, ανά­μεσα στο Μπέργκαμο και το Ιζέο. Αφού έκανα το κόλπο, έφυγα μ' ένα αυτοκίνητο προς το Ιζέο, αλλά πριν μπω στο χωριό άφησα το αυτοκίνητο σ' ένα γκαράζ, ζήτησα να μου αλλάξουν τα λάδια και να το πλύνουν, και τους είπα ότι θα περάσω να το πάρω αργότερα. Πήρα ένα λεωφορείο και έκανα αντιστρόφως τη δια­δρομή, που ήδη είχα διανύσει για να διαφύγω. Έφτασα στο Τα­λιούνο μπροστά από την τράπεζα που είχα ληστέψει 15 λεπτά πριν. Υπήρχαν καραμπινιέροι και πολύς κόσμος. Ο κόσμος μέσα στο λεωφορείο σχολίαζε το γεγονός και μια κυρία που καθόταν δίπλα μου, μου είπε ότι στον δράστη αξίζει η θανατική ποινή. Συμφώνησα. Φτάνοντας στην αφετηρία στο Μπέργκαμο, πήρα το πούλμαν της γραμμής για το Μιλάνο. Ήμουν ήσυχος: λεωφορεία και πούλμαν δεν σταματούσαν στα μπλόκα».

«Μείνε ήρεμος και δώσε μου τα χρήματα». Έτσι κύλησαν τα πράγματα για χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Horst όχι μόνο κατάφερε να μείνει ασύλληπτος στην Ιταλία, αλλά χτύπησε παραπάνω από μία φορά στη Γερμανία και τη Γαλλία. Μια ήσυ­χη καριέρα ενός μοναχικού ληστή. Που θα τελειώσει με μια τρι­κλοποδιά. Από την τρικλοποδιά ενός χωροφύλακα ο Fantazzini θα πέσει στο έδαφος και θα συλληφθεί στις 27 Ιούλη του 1968, μετά τη ληστεία μιας τράπεζας στο Σαιν Τροπέ. Θ' αρχίσει μια μακρά δικαστική και σωφρονιστική οδύσσεια. Μετά από τέσσερα χρόνια σ' ένα σωφρονιστικό ίδρυμα του Ολτράλπ, ο Horst εκδό­θηκε στην Ιταλία, όπου οι δικαστές της Μπολώνιας αποφάσισαν να τον καταδικάσουν στη μέγιστη προβλεπόμενη ποινή των 11 χρόνων.

Έτσι ο γιος του Libero καταδικάστηκε να εκτίσει μια ποινή την οποία προφανώς θεωρούσε άδικη και γι' αυτό ετοίμασε τη δραπέτευση του. Για πρώτη φορά στη ζωή του προμηθεύτηκε ένα πραγματικό όπλο, ένα Μάουζερ, που κρατούσε κρυμμένο μέχρι την καθορισμένη μέρα της δραπέτευσης: 23 Ιούλη του 1973. Για μια ακόμη φορά θα δράσει μόνος του. Στις 9 το πρωί, με το πι­στόλι στο χέρι, προσπάθησε ν' ανοίξει την πόρτα της εισόδου της φυλακής. Αλλά οι φρουροί αντέδρασαν και ο Horst, για να πάρει τα κλειδιά, πάτησε τη σκανδάλη και τραυμάτισε βαριά τον θυρω­ρό κι έναν βαθμοφόρο. Οι πυροβολισμοί σήμαναν συναγερμό και το σχέδιο τινάχτηκε στον αέρα.

Ο Fantazzini κλειδώθηκε στο διοικητήριο και πήρε ως όμηρο τον υπάλληλο Piccirilo και τον επιλοχία Grasso. Ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις, που κράτησαν ολόκληρη τη μέρα. Ως αντάλ­λαγμα της ζωής των Piccirilo-Grasso, ο Horst ζήτησε μια Τζούλια 2000 για να μπορέσει να διαφύγει. Η ώρα είχε φτάσει 9 το βρά­δυ. Οι δύο όμηροι μπήκαν στο όχημα και για μια στιγμή ο Horst έμεινε έξω από το αυτοκίνητο, στερούμενος της προστασίας των ανθρώπινων ασπίδων του. Άρκεσαν αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα στους πέντε επιλεγμένους σκοπευτές, τοποθετημένους στη στέγη, για να πυροβολήσουν σημαδεύοντας το κεφάλι, το στήθος, τα πόδια. Ο Fantazzini ούρλιαξε, οι σφαίρες τον πέτυχαν. Κόσκινο από τα χτυπήματα, σώθηκε από θαύμα από τους χειρούργους.

Αλλά ο γολγοθάς του δεν είχε τελειώσει. Τον κατέταξαν στους επικίνδυνους κρατουμένους και τον έστειλαν σε φυλακές φρούρια. Την πιο σκληρή εμπειρία την είχε στη Σαρδηνία, πρώτα στην Αζινάρα και μετά στο Νουόρο. Εκεί τον έκλεισαν στην πτέρυγα υψίστης ασφαλείας στο Μπαντού ε Κάρος, με τους ταξιαρχίτες. Μαζί τους, στις 27 Οκτώβρη του 1980, συμμετείχε σε μια εξέγερ­ση εναντίον του καθεστώτος της απομόνωσης και διεκδικώντας το δικαίωμα οι πολιτικοί κρατούμενοι να μείνουν μακριά από τους μαφιόζους μπος. Αιματηρή εξέγερση: αρκετοί δεσμοφύλα­κες τραυματίες, δύο κρατούμενοι νεκροί.

Αυτό όμως δεν ήταν το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας του Fantazzini πριν τη μεταφορά του στην Αλεσάντρια. Το 1989 ο Horst δεν επέστρεψε στη φυλακή μετά από μια άδεια. Τον ξανά­πιασαν και τον κατηγόρησαν για συμμετοχή σε ένοπλη οργάνω­ση: σύμφωνα με τους δικαστές συμμετείχε στην Επαναστατική Δράση, μια τρομοκρατική ομάδα που είχε προβεί σε ληστείες και απαγωγές με σκοπό την αυτοχρηματοδότηση. Μετά την παραβία­ση της άδειας το 1989, οι δικαστές αποφάσισαν ότι η συνολική ποινή για τον Fantazzini για τις ληστείες, τις πετυχημένες και α­ποτυχημένες αποδράσεις και τις εξεγέρσεις, θα έληγε το 2016.

Στη φυλακή ο πρώην «ευγενικός ληστής» έγραψε διηγήματα και ποιήματα. «Μετά από τόσα χρόνια στη φυλακή», έλεγε, «α­πέκτησα την τάση να κλείνομαι στον εαυτό μου. Δεν είναι εύκολο να επιβιώσεις ανάμεσα στον οπορτουνισμό και την εγκαρτέρηση. Καταλήγεις να υψώσεις τείχη ανάμεσα σε σένα και τους άλλους. Μισώ τη θρασύτητα και την υποκρισία. Αλλά όταν έχω να κάνω με άτομα ζωντανά και έντιμα, ανοίγομαι τελείως. Αν παραμένω ακέραιος, το οφείλω στην τύχη που με βοήθησε να έχω πολύ έν­τονες σχέσεις με άτομα που, από έξω, δεν με άφησαν ποτέ να νιώσω την έλλειψη της φιλίας και της αγάπης τους».

Είχα την τύχη να γνωρίσω τον Horst Fantazzini την άνοιξη του 1972. Συνελήφθην από την αστυνομία επειδή κατηγορήθηκα ότι οργάνωσα μια πορεία φοιτητών και εργατών που συγκρούστηκε με την αστυνομία. Ήμουν αγωνιστής του Potere Operaio και μ' έπιασαν λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Giangiacomo Feltrinelli .

Στην μπολωνιέζικη φυλακή του Σαν Τζοβάνι ιν Μόντε ήμουν στο ίδιο κελί με άλλα τρία άτομα, έναν πολιτικό κρατούμενο και δύο ληστές. Ο Horst Fantazzini κρατούνταν σ' ένα κελί δίπλα στο δικό μου. Ήταν ένας άνδρας αρκετά νέος, τότε, και ντυνόταν πάντοτε πολύ κομψά. Θυμάμαι που ήρθε να πιει τον καφέ του στο κελί μου και περάσαμε μαζί καμιά ώρα κατά τη διάρκεια του προαυλισμού. Δεν μιλούσε ποτέ για τις περιπέτειες του ως ληστής και ο τόνος της φωνής του ήταν πάντοτε χαμηλός, σχεδόν ψιθύριζε.

Τη δεκαετία του '70 το στυλ των ληστειών στην Ιταλία άλλαξε ριζικά, με την παρουσία των οργανωμένων συμμοριών, όπως η συμμορία της Comasina, που δρούσε στη βόρειο Ιταλία και είχε ως ηγέτη τον  Rene Vallanzasca, έναν πανέμορφο νεαρό, γνωστό για τις ερωτικές του περιπέτειες.

Επιπλέον η ληστεία έγινε διαδεδομένη πρακτική στους μαχό­μενους σχηματισμούς όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, οι Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες και η Πρώτη Γραμμή. Οι μαχόμενοι σχηματισμοί θεωρούσαν τη ληστεία, πέρα από ένα μέσο χρηματο­δότησης, και μια μορφή παραδειγματικής ενέργειας, προλεταρια­κής απαλλοτρίωσης συνδεδεμένης με τον ένοπλο αγώνα.

Αλλά παρά τη βία και την ένοπλη καταστολή της αστυνομίας, υπήρξε κάποιος που δεν έχασε το κέφι του για πνευματώδεις λη­στείες. Συνέβη την άνοιξη του 1981, με την κατασταλτική παρά­νοια στο αποκορύφωμα της και τις τράπεζες σε πλήρη ετοιμότη­τα λόγω του τρόμου που είχαν προκαλέσει οι ένοπλες ενέργειες των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ένα πρωί, ένας καλοντυμένος άν­δρας γύρω στα σαράντα, μπήκε σε μια γενοβέζικη τράπεζα. Ζή­τησε ευγενικά να μιλήσει με τον διευθυντή. Τον πήγαν σ' ένα γραφείο. Όταν κάθισε στο τραπέζι με τον διευθυντή, είπε απλά: «Είμαι ο κύριος Parodi των Κόκκινων Ταξιαρχιών». Δεν έδειξε όπλο, ούτε απείλησε με βία, αλλά συνέχισε: «Αν μου δώσετε όλα τα χρήματα που έχετε στο χρηματοκιβώτιο, δεν θα συμβεί τίποτα διαφορετικά...». Ο διευθυντής σκέφτηκε γρήγορα. Φοβούμε­νος ότι η τράπεζα θα μπορούσε να περικυκλωθεί και έτσι να προκληθεί σφαγή, του έδωσε όλα τα χρήματα που υπήρχαν στο χρηματοκιβώτιο. Πριν φύγει, ο κύριος Parodi τον ευχαρίστησε και τον συμβούλεψε να μην τηλεφωνήσει στην αστυνομία πριν περάσει μισή ώρα. Ο διευθυντής της τράπεζας ακολούθησε σχο­λαστικά την υπόδειξη και δεν έκανε τίποτα για μισή ώρα, αφό­του ο κύριος Parodi είχε φύγει ήσυχα από την τράπεζα.

Για να τελειώνω, θα ήθελα να θυμηθώ ένα επεισόδιο που συ­νέβη στη Νάπολη κατά τη δεκαετία του '90, όταν πλέον είχε δια­δοθεί η τεχνολογία της αυτόματης ανάληψης. Κάποιος είχε την ιδέα (ευφυή πρέπει να ομολογήσω) ν' ανοίξει μια θυρίδα ενός ψεύτικου μηχανήματος αυτόματης ανάληψης. Νοίκιασε ένα μικρό μαγαζί και τοποθέτησε μια οθόνη, ένα πληκτρολόγιο, το κείμενο και όλα αυτά που απαιτεί ένα μηχάνημα αυτόματης α­νάληψης. Μόνο που πίσω από την οθόνη δεν υπήρχε τράπεζα, αλλά κάποιος (δεν μάθαμε ποτέ ποιος) που καθόταν σε καρεκλίτσα. Έφτανε ο πελάτης, έβαζε την κάρτα του στη σχισμή και χτυπούσε τον αριθμό. Αυτός που καθόταν στην καρεκλίτσα κα­τέγραψε τα νούμερα, κρατούσε την κάρτα και έγραφε στην οθό­νη: «Είμαστε στη δυσάρεστη θέση να σας ενημερώσουμε ότι η κάρτα σας είναι ελαττωματική. Σας παρακαλούμε να πάτε αύριο το πρωί στο πιστωτικό σας ίδρυμα προς αντικατάσταση της». Ο πελάτης τσαντιζόταν, έριχνε κατάρες για λίγο και μετά απομα­κρυνόταν προτιθέμενος να πάει το επόμενο πρωί για ν' αντικατα­στήσει τη χαμένη κάρτα. Αφού είχε δεχτεί την επίσκεψη καμιά δεκαριά πελατών, κάποιος έκλεισε το μηχάνημα, απομάκρυνε τα πάντα, σηκώθηκε από την καρεκλίτσα του, βγήκε από το μαγαζί και πήγε σ' ένα μηχάνημα αυτόματης ανάληψης (πραγματικό). Έβαλε την κάρτα, χτύπησε τα νούμερα (που είχε κρατήσει με α­κρίβεια) και πήρε το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσό.

Μια ληστεία χωρίς βία. Μια ναπολιτάνικη φάρσα υψηλής τε­χνολογίας στην αυτοματοποιημένη τράπεζα.

 

 

Μα από πού πυροβολούν;

Μπρουγκέριο, Νοέμβρης 1977

Giantonio Zanetti (Tata)

 

Ο Picchio [Τρυποκάρυδος, σ.τ.Μ.] οδηγούσε νευρικά. Άρχισε να μειώνει ταχύτητα. Κοιτούσε ένα-γύρω, λες και τον είχαν ήδη τσιμ­πήσει. Αυτό δεν ήταν περίεργο για τον Picchio. Ο Picchio έτσι ήταν, τελεία και παύλα. Το περίεργο ήταν που βρισκόταν εκεί, που οδη­γούσε ο ίδιος το αυτοκίνητο ενός πυρήνα απαλλοτριώσεων. Ο Cicocco κάθε τόσο τον στραβοκοιτούσε. Έπρεπε να κάνει κάτι, για να μην συμβεί κανένα κακό. Έτσι άναψε τσιγάρο. Λες και είχε ένα ε­σωτερικό ρολόι, ένα ρολόι νικοτίνης. Πέντε λεπτά αφού είχε καπνί­σει το τελευταίο, μόλις τελείωνε η επίδραση του, άναβε μηχανικά το επόμενο. Κινούνταν νευρικά, νευρικά χαμήλωνε το βλέμμα, νευρικά τακτοποιούσε το μπουφάν του. Κάθε νευρική του κίνηση τραβούσε την προσοχή μου και το βλέμμα μου σταματούσε επίμονα σ' εκείνο το αιχμηρό προφίλ του, με τα πεταχτά μάτια. Μάτια στρογγυλά, με­γάλα, κόκκινα, μάτια που τρόμαζαν.

Το αυτοκίνητο έκοψε δρόμο και μπήκε στον περιφερειακό. Ήξε­ρα τους δρόμους από τους οποίους περνούσαμε. Το μέρος δεν ήταν πια τόσο μακριά και είχε αρχίσει να μου κόβεται η ανάσα. Η τρά­πεζα ήταν προφυλαγμένη μέσα σ' ένα παράξενο ιδιωτικό παρκινγκ, μια πλατειούλα κλειστή από δύο μπάρες, μια για να μπαίνεις και μια για να βγαίνεις. Στη μια πλευρά βρισκόταν η τράπεζα με μια στοά μπροστά της, ενώ στις άλλες τρεις πλευρές του τετραγώνου, υ­πήρχαν κάποια μαγαζιά. Ένα σκατομέρος. Κι έναν αρχίδη φρουρό έτοιμο για όλα. Πουτάνα Εύα! Κράτησα την αναπνοή μου και κοί­ταξα έξω, αλλά δεν είδα τίποτα το ιδιαίτερο. Μια σειρά μικρών κτι­ρίων, κάποιος περαστικός στον δρόμο, μερικά μαγαζιά, έμοιαζε λες και ήταν όλα επίπεδα, ομοιόμορφα. Τίποτα που να σπάει το γκρι. Όταν κάνεις μια ληστεία έτσι έχουν τα πράγματα. Τα πάντα ισοπε­δώνονται. Όλα πρέπει να είναι υπέρ σου. Είναι από ένστικτο που κάτι σου χτυπάει στο μάτι και σου λέει τι δεν είναι κανονικό, τι δεν κολλάει, τι χτυπάει το καμπανάκι. Αλλιώς τίποτα, όλα επίπεδα, ο­μοιόμορφα, φυσιολογικά. Όταν αντιθέτως έστρεψα το βλέμμα μέσα στο αυτοκίνητο, όλα έμοιαζαν χρωματιστά, αποκτούσαν όγκο, μορ­φές, γωνίες, ήχο. Το πρόβλημα ήταν επικεντρωμένο ολόκληρο εκεί μέσα. Η αλαζονεία του Cicocco, που η ένταση μετασχημάτιζε σε πε­ριφρόνηση και ο Picchio. Ο Picchio ήταν εντάξει, αν δεν έσπαγε το νήμα που τον κρατούσε δεμένο μαζί μας. Έκλεισα τα μάτια και ά­κουσα τον Luca να μιλάει στο πλάι μου. Δεν υπήρχε πρόβλημα. Με­ταξύ εμένα και του Luca δεν υπήρχε ποτέ πρόβλημα. Έτσι ξανάρχι­σα να ανασαίνω κανονικά. Έπρεπε να πάμε, με οποιοδήποτε κό­στος. Χρειαζόμασταν εκείνα τα σκατολεφτά, τα είχαμε απελπιστικά ανάγκη. Άκουσα τον Ευοπ. Πρέπει να πάμε, με οποιοδήποτε κό­στος. Ήταν σκατομέρος; Ο.Κ.! Υπήρχε ένας σκατοάγριος φρουρός; Ο.Κ.! Αλλά υπήρχαν κι ένα σωρό χρήματα και εμείς ήμασταν εκεί αποκλειστικά γι' αυτά.

Ιδού, η πλατειούλα. Την είδαμε και οι τέσσερις ταυτοχρόνως, έτσι όπως εμφανίστηκε από το πουθενά και όλων μας κόπηκε η ανάσα. Η μπάρα της εισόδου σηκώθηκε. Ο.Κ., πάμε καλά, όλα πάνε καλά, Ο.Κ., Ο.Κ. Ο Picchio μπήκε στο παρκινγκ και έψαξε για μια θέση όπου θα μπορούσε να παρκάρει για να κατεβούμε. Έπρεπε να παρ­κάρει με τέτοιον τρόπο, ώστε να είναι έτοιμος να μας καλύψει όταν θα είχε έρθει η ώρα να την κάνουμε. Χρησιμεύει πάντοτε μια κάλυ­ψη, είναι ο κανόνας. Ένα δωδεκάρι οπλοπολυβόλο. Απαραίτητο, δεδομένου ότι αυτό το σκατομέρος είχε καραμπινιέρους. Ο Luca κατέβηκε πρώτος. Μ' ένα 7,65 κι ένα παραμπέλουμ 7,65. Έπρεπε να μπει κατευθείαν στην τράπεζα, πρώτος. Απομακρύνθηκε αφού μου χάρισε ένα μικρό χαμόγελο. Ήταν τσιτωμένος και αποφασισμένος. Κατέβηκε και ο Picchio. Κρατούσε ένα Στεν με δύο γεμιστήρες. Θυ­μωμένος για το μπουφάν που έπρεπε να φοράει. Τον εμπόδιζε, τον ενοχλούσε. Ίσως να προτιμούσε να διασχίσει την πλατειούλα με το πολυβόλο φόρα παρτίδα. Κατέβηκα κι εγώ. Έχω τη μακρύκανη εννιάρα Μπερέτα μου. Περπατώ δίπλα στον Cicocco, μπορώ ν' ακούσω το σφύριγμα του αέρα που του μπαίνει στο λαιμό. Αυτός θα ακινη­τοποιήσει τον άγριο φρουρό. Είναι έτοιμος, ή σχεδόν έτοιμος. Ο Luca έχει ήδη εξαφανιστεί από μπροστά μας. Είναι μέσα στην τρά­πεζα. Από κει και πέρα δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω. Ναι, από κει και πέρα, το ξέρω, το ξέρω καλά, όλα είναι μηχανικά και κινούν­ται τόσο αργά, που λες και επιβραδύνονται συνεχώς.

Ο άγριος φρουρός απομακρύνεται από τον στύλο στον οποίο α­κουμπούσε. Σαν να ήθελε ν' ακολουθήσει τον Luca, τουλάχιστον με το βλέμμα. Ποιος στο διάβολο είναι αυτός στην τράπεζα μου; Δεν του δίνουμε τον χρόνο ούτε να το σκεφτεί. Ο Cicocco είναι πίσω του, του ακινητοποιεί το δεξί χέρι και του κολλάει στο Στεν στην κοιλιά. Ο φρουρός χάνει το χρώμα του, προσπαθεί να μιλήσει, γραπώνεται από τον Cicocco, σχεδόν καταρρέει εκεί μπροστά, λες και του ήρθε κόλπος. Ο Cicocco τον τραβάει, τον σηκώνει, τον σπρώχνει προς την τράπεζα. Δεν ξέρει πια που βρίσκεται, Cicocco. Δεν τον ενδιαφέρει. Μια βρισιά σε διάλεκτο. Τέτοιες στιγμές μόνο αυτές βγαίνουν, τί-ποτ' άλλο. «Μέσα Cicocco, βάλτον μέσα!». Κοιτάζω παντού, ταυτο­χρόνως. Πολύς θόρυβος, πολύς χρόνος, πολύ φασαρία. Βλέπω τζα­μαρίες από τη μια γωνία ως την άλλη της στοάς, βλέπω τζαμαρίες αλλά δεν μπορώ να δω τίποτα απ' ότι υπάρχει μέσα. Και δεν βλέπω και τον Picchio. Πού είναι γαμώτο; Ρίχνω μια τελευταία ματιά: όλα είναι γκρίζα, αλλά ένα γκρίζο ζωντανό, που γυαλίζει. Ορμάω μέσα. «Ακίνητοι, ακίνητοι, όλοι στο πάτωμα!». Ο Luca σφίγγει το πιστόλι. Ο Cicocco έχει ρίξει κάτω τον φρουρό, ακινητοποιημένο. Τα μάτια του έχουν πεταχτεί έξω από τις κόγχες, το βλέμμα του τρομακτικό. Εγώ ασχολούμαι με τον κόσμο: «Όλοι στο πάτωμα, όλοι στο πάτω­μα!». Πρέπει να μείνουν όλοι κάτω, στο πάτωμα. Αλλά δυσκολεύον­ται να το κάνουν, δεν καταλαβαίνουν το λόγο, αλλά αν επρόκειτο να πέσουν σφαίρες, ιησού χριστέ! «Στο πάτωμα, στο πάτωμα!», ουρ­λιάζω. Στο μεταξύ ο Luca σαν κεραυνός περνά από τα ταμεία, γεμί­ζει τις σακούλες και μετά πάει κατευθείαν στον διευθυντή: «Πού είναι τ' άλλα λεφτά; Πού είναι;». Φοβερός ο Luca. «Εκεί, σ' αυτά τα συρτάρια». Ο Luca τα αναποδογυρίζει, τα ψαχουλεύει, βρίσκει, γε­μίζει.

Φτάνει, πρέπει να φύγουμε. Το χρονόμετρο που έχω στο κεφάλι μου έχει σταματήσει. Τα τέσσερα λεπτά πέρασαν. Ο κόσμος είναι στο πάτωμα, ο φρουρός δεμένος, τα λεφτά τα πήραμε. Αρκεί, έξω. Αρ­κεί, πάμε, δρόμο, δρόμο. Ο Luca πηδάει προς την πλευρά μας, τα­χύτατος, βάζει τις σακούλες κάτω από το αντιανεμικό, στην άκρη το πιστόλι και βγαίνει. Στρίβει αριστερά, προς το σημείο όπου πρέ­πει να είναι ο Picchio με το αυτοκίνητο. Αμέσως μετά βγαίνω εγώ, στο μεταξύ ο Cicocco ξεστομίζει τις τελευταίες απειλές. Δρόμο, δρό­μο, στρίβω αριστερά, έχω τον Luca μπροστά μου στα τρία μέτρα. Μ' έχει πιάσει φρενίτιδα. Έγινε! Όλα πήγαν καλά, δεν συνέβη τίποτα. Σφίγγω τις γάμπες για ν' αρχίσω ένα μικρό τρέξιμο, ένα μικρό τρέ­ξιμο σχεδόν από ικανοποίηση και οι γάμπες αρχίζουν να πονάνε. Ένας διαπεραστικός πόνος και μια φοβερή ομοβροντία. Χριστέ! Πυροβολούν! Οι καραμπινιέροι! Ενώ πέφτω καταφέρνω να γυρίσω, μόλις που προλαβαίνω να δω τον Cicocco που είχε πάρει κι αυτός τη δική μου κατεύθυνση. Ακούω μια φοβερή ομοβροντία και τον βλέπω να πέφτει με το κεφάλι μπροστά, σαν μια αόρατη μάζα να τον χτύπησε στον λαιμό. Είμαι χάμω, αλλά κοιτάζω προς τα πίσω μήπως και ξαναμπώ στην τράπεζα. Βλέπω μπροστά μου τον Luca που πήγε πίσω από μια κολόνα της στοάς μόλις άκουσε τον πρώτο πυροβολισμό. «Από πού πυροβολούν, το χριστό τους;». Είναι μια ερώτηση απελπισίας. Μια στιγμή μετά τον βλέπω να βγαίνει από την κολόνα και γονατιστός ν' αδειάζει όλο τον γεμιστήρα στην κατεύθυνση απ' όπου έρχονται οι πυροβολισμοί. «Είναι νεκρός, είναι νε­κρός!». Δεν μιλάμε εμείς, αλλά οι σκέψεις μας ουρλιάζουν τόσο δυ­νατά, που μπορείς να τις ακούσεις. Ο Luca τραβιέται και πάλι πίσω από την κολόνα. Δεν πρέπει να υπάρξει ούτε μία στιγμή ανακωχής. Ξεπροβάλλω από την καβάτζα μου και αρχίζω αμέσως να πυροβολώ κι εγώ. Μπάσταρδοι, πουτάνας γιοί! Δεν πρέπει να υπάρξει ούτε μια στιγμή ανακωχής. Ο Cicocco, ο Cicocco είναι εκεί, νεκρός! Μπάσταρδοι! Τελειώνω τις σφαίρες μου και γυρίζω στην καβάντζα μου. Τα πόδια μου βαριά, αλλά για μια στιγμή τα νιώθω. Για τα υπόλοι­πα δεν νιώθω τίποτα, μόνο πυροβολισμοί και μεγάλη σύγχυση. Μπάσταρδοι! Luca, πρέπει να φύγουμε. Να φύγουμε γρήγορα, πριν φτάσουν κι άλλοι. Να την κάνουμε και οι τρεις. Λέω τρεις. Ο Cicocco δεν πιάνεται. Δεν υπάρχει. «Πάω να τον πάρω!» φωνάζω. Στρέφομαι στον Luca και ακούω τον ήχο από τον γεμάτο γεμιστήρα που μπαίνει στη θέση του. «Πήγαινε!», μου φωνάζει και την ίδια στιγμή βγαίνει από την κολόνα και αρχίζει να πυροβολεί και με τα δυο του χέρια. Κόλαση. Κρότοι, φωνές παντού. Πέφτω στο έδαφος και σέρ­νομαι προς τον Cicocco. Είναι ζωντανός. «Είναι ζωντανός!», λέω δυνατά. Είμαι τόσο χαρούμενος που σχεδόν μού ‘ρχεται να γελάσω. Με κυριεύει μια τρομερή δύναμη. Ο πόνος στα πόδια εξαφανίζεται αστραπιαία. Αρχίζω να τον τραβάω προς την κολόνα που βρίσκεται ο Luca. Ο Cicocco βοηθάει με τον τρόπο του, φτύνει, τραυλίζει κάτι που δεν καταλαβαίνω, δεν μπορεί στην ουσία να κινηθεί, αλλά είναι ζωντανός. Ο Luca πυροβολεί ακόμη κι όταν και οι τρεις βρισκόμα­στε πίσω από την κολόνα. Σταματά ξαφνικά. Είμαστε εκεί και οι τρεις. Ζωντανοί και οι τρεις. Κοιταζόμαστε, εγώ και ο Luca. Θα τραβούσαμε τον Cicocco ακόμη κι αν ήταν νεκρός. Δεν θα τον αφή­ναμε εκεί με τίποτα στον κόσμο. Ήταν μια πράξη απαλλοτρίωσης και εμείς είμαστε σύντροφοι. Ο Cicocco έπιασε αυτό που έγινε. Ξέρει τι είναι αυτό που μόλις κάναμε εγώ και ο Luca. Το ξέρει. Φτύνει, αιμορραγεί, πονάει. Δεν νιώθει τίποτα, δεν καταλαβαίνει τίποτα, δεν βλέπει τίποτα, αλλά το ξέρει. «Καταραμένοι μπάσταρδοι! Από πού πυροβολούν; Πόσοι είναι;». Έπειτα, μετά από ένα λεπτό σιγής: «Γαμώτο, μα πού είναι ο Bat;». «Σε καλύπτω!», φωνάζω στον Luca, που βγαίνει από την προστασία της κολόνας και κατευθύνεται προς το κέντρο της πλατειούλας. Έχω γονατίσει, κρατώ τον Cicocco στη­ριγμένο στην κολόνα. Στρέφομαι προς την τράπεζα και ρίχνω κανά δυο σφαίρες προς την κατεύθυνση των καραμπινιέρων. Να ο Picchio. «Την παναγία σου Picchio, έλα εδώ!». Έντρομος, φτάνει ο Picchio με το αυτοκίνητο. Ο Luca κάθεται μπροστά ενώ εγώ βάζω αστραπια­ία τον Cicocco στην πίσω θέση, τον ξαπλώνω ενώ ο Picchio ξεκινά αμέσως. Ξαφνικά, απόλυτη σιωπή. Δεν πυροβολούν πλέον. Ο Picchio τα έχει χάσει εντελώς, δεν ξέρει ούτε πώς τον λένε, αλλά κάπως τα καταφέρνει να περάσει την μπάρα της εξόδου. Είμαστε έξω. Και οι τέσσερις. Είμαστε ζωντανοί. Γεμάτοι αίματα, με τα πιστόλια να καίνε, αλλά στο δρόμο της διαφυγής.

Εγώ και ο Cicocco τη βγάλαμε καθαρή. Δυο σφαίρες μπήκαν και βγήκαν χωρίς να προκαλέσουν σοβαρή ζημιά. Η δική μου στη φτέρ­να και η δική του στην αριστερή μυϊκή χώρα, μεταξύ ώμου και λαι­μού. Ήμασταν υποχρεωμένοι ν' αλλάξουμε τη διαδρομή διαφυγής, δεδομένου ότι είχαμε δύο τραυματίες, να φτάσουμε στη μητρόπολη και να μείνουμε όλοι μαζί. Έπρεπε να κρύψουμε το αίμα, τα όπλα, τα χρήματα και τον πόνο. Είχαμε πολλά πράγματα να μοιραστούμε. Αλλά επιτέλους στο Μιλάνο θα βρεθούμε στις γειτονιές μας και θα μπορέσουμε να ξαποστάσουμε σε μια σίγουρη βάση.

Θ' ανακαλύψουμε μετά ότι δεν ήταν οι καραμπινιέροι που μας πυροβολούσαν, αλλά ένας πιστός φρουρός που βρισκόταν σ' ένα μα­γαζί στην πλατειούλα και είχε δει την κίνηση του Cicocco. Ήθελε να βρεθεί σε πλεονεκτική θέση και περίμενε να βγούμε. Μέτρησε τρεις, ούτε αυτός είχε δει τον Picchio, ούτε ο Picchio τον είχε δει, ευτυχώς. Ήλπιζε να μας καθαρίσει όλους, ο μαλάκας!

Ακόμα και τώρα, όταν πάω στο βουνό, η γάμπα μου με ενοχλεί, με τραβάει, όπως λέμε στα μέρη μου. Και όταν πάω με τον Luca και με βλέπει να σταματάω και να χαϊδεύω τη φτέρνα, κάθε φορά στα­ματά μαζί μου και περιμένει να μου περάσει η κράμπα. Την ίδια στιγμή προσπαθεί να ξεχάσει τις μνήμες.

Στην αρχή σκεπτόμουν ότι αν ο Cicocco είχε πεθάνει σ' εκείνη την απαλλοτρίωση, πολλά πράγματα θα είχαν γίνει αλλιώς. Έπειτα, αντιθέτως, με το πέρασμα των χρόνων, κατάλαβα ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να μας ξαλαφρώσει από το βάρος της προδοσίας μας.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

Τίτλος:

Δημιουργός:

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License