Louis Michaelson: Δημοκρατία, Δικτατορία και Κομμουνισμός (1976)

Το προλεταριάτο μπορεί να καταργήσει τον εαυτό του μονάχα πραγματώνοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του μέσω της δικτατορίας του. Αυτή η δικτατορία – με τη σειρά της – πρέπει να πραγματώσει τη δημοκρατία, έτσι ώστε το ανθρώπινο γένος να μπορέσει να καταργήσει τόσο τη δημοκρατία όσο και τη δικτατορία.

Louis Michaelson

Δημοκρατία, Δικτατορία και Κομμουνισμός

(1976)

 

· Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι

Γενάρης 2010

 

 

Δημοκρατία ουσ. (< δήμος + κρατείν): 1. διακυβέρνηση από το λαό, είτε άμεσα είτε μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων· εξουσία των εξουσιαζομένων. 2. χώρα, κράτος, κοινότητα κ.λ.π. με τέτοια διακυβέρνηση. 3. αρχή της πλειοψηφίας.

 

-        από το Νέο Παγκόσμιο Λεξικό Webster

 

 

Πίνακας Περιεχομένων

Πρόλογος

Πολιτική και Ανταλλαγή (Εισαγωγή)                    Θέσεις 1-4

Κεφάλαιο και Κράτος                                         Θέσεις 5-15

Κράτος και Επανάσταση (Aναθεωρημένο)            Θέσεις 16-32

 

 

Πρόλογος

 

Σκοπός αυτού του κειμένου είναι να επιφέρει κάποια τάξη στα θέματα της δημοκρατίας και της δικτατορίας, τα οποία συζητιούνται με συγκεχυμένο τρόπο σήμερα σε αυτό που εκλαμβάνεται ως επαναστατικό κίνημα. Μιλώντας γενικά, αυτή η συζήτηση έχει ξεκινήσει από λανθασμένη βάση – δηλαδή από την ιδεολογία της δημοκρατίας και της δικτατορίας – και όχι από μια εξέταση των ιστορικών δεδομένων που συνδέονται με τις πραγματικές ρίζες και τη λειτουργία αυτών των πολιτικών μορφών. Ειδικότερα, η συζήτηση έχει επισκιαστεί από τις δίδυμες μυστικοποιήσεις του Σταλινισμού και της Σοσιαλδημοκρατίας. Η κλασική υπερ-αριστερά, η οποία αναπτύχθηκε ως αντίδραση στη Σταλινική και τη Σοσιαλδημοκρατική αντεπανάσταση, παρέμεινε ως επί το πλείστον εγκλωβισμένη στον ίδιο πολιτικισμό που χαρακτήριζε τους αντιπάλους της: απέναντι στην αυταρχική διεύθυνση αντέτασσε τη δημοκρατική διεύθυνση, απέναντι στον γραφειοκρατικό Λενινιστικό φετιχισμό του “κόμματος” αντέτασσε ένα φετιχισμό των εργατικών συμβουλίων κ.ο.κ.

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 εμφανίστηκαν κάποιοι θεωρητικοί – ιδίως ο Jean Barrot και οι συνεργάτες του στην ομάδα Le Mouvement Communiste – οι οποίοι επέστρεψαν στην αρχική ανάλυση που αναπτύχθηκε από το Μαρξ στη Γερμανική Ιδεολογία, στα Grundrisse και αλλού, και άρχισαν να χρησιμοποιούν αυτήν την ανάλυση για να ασκήσουν εκ νέου κριτική τόσο στη Σοσιαλδημοκρατική και Σοσιαλιστική παράδοση όσο και στην υπερ-αριστερά. Ειδικότερα, έδωσαν καινούρια δυναμική στη δριμεία κριτική του Μαρξ απέναντι στην “ανοησία εκείνων των σοσιαλιστών...που θέλουν να παραστήσουν το σοσιαλισμό ως πραγμάτωση των ιδεωδών της αστικής δημοκρατίας όπως αυτά διατυπώθηκαν με τη Γαλλική επανάσταση” (Grundrisse, σελ. 248).

 

Χρειάζεται άραγε να επισημάνω ότι αυτή η ανοησία παραμένει σχεδόν καθολική μεταξύ των σύγχρονων “σοσιαλιστών”;

 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί, υπό μία έννοια, συνέχεια και διόρθωση του έργου της ομάδας Le Mouvement Communiste: σίγουρα οφείλει πολλά σε αυτήν, όπως επίσης και στην Κοινωνία του Θεάματος του Guy Debord. Δεν ισχυρίζεται ότι είναι ένα διεξοδικό κείμενο, ενώ το ιστορικό του περιεχόμενο διατηρήθηκε όσο το δυνατό πιο συνοπτικό χάριν συντομίας. Στο πρώτο από τα τρία μέρη, προσπάθησα να συνοψίσω τα επιχειρήματα του Μαρξ σχετικά με τις απαρχές των εννοιών της ελευθερίας και της ισότητας, καθώς επίσης σχετικά με τις επιπτώσεις που έχει η αντίθεση μεταξύ παραγωγής και κυκλοφορίας στην πολιτική ζωή εντός του καπιταλισμού. Στο δεύτερο μέρος, ανέλυσα με κάπως περισσότερες λεπτομέρειες τη σχέση μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας εντός του καπιταλιστικού κράτους στη διάρκεια των τελευταίων τριακοσίων ετών. Στο τρίτο μέρος, προσπάθησα να εφαρμόσω αυτή την ανάλυση σε σχέση με τις ανάγκες του άμεσου και μακροπρόθεσμου μέλλοντος για το κομμουνιστικό κίνημα.

 

Τέλος, πρέπει να πω ότι το κείμενο προϋποθέτει μια γενική εξοικείωση με τη Μαρξιανή θεωρία – ας πούμε, θα πρέπει κάποιος να έχει διαβάσει και να έχει κατανοήσει το Αξία, Τιμή και Κέρδος και το Μανιφέστο. Θα ήταν επίσης βοηθητικό για κάποιον να έχει διαβάσει το κείμενο του Μπαρώ “Καπιταλισμός και Κομμουνισμός” στην Έκλειψη κι Επανεμφάνιση του Κομμουνιστικού Κινήματος – παρά τις ποικίλες διαφωνίες μου με αυτό το κείμενο οι οποίες, για εκείνους που το γνωρίζουν, θα καταστούν φανερές από όσα ακολουθούν[i]. Ταυτόχρονα, το κείμενό μου επαναλαμβάνει – όπως απαιτούν τα επιχειρήματά του – αρκετό στοιχειώδες υλικό το οποίο ελπίζω ότι δε θα αποδειχθεί υπερβολικά κουραστικό για τους αναγνώστες που έχουν ήδη αφομοιώσει το Κεφάλαιο, τα Grundrisse κ.λ.π. Σε στιγμές πλήξης ή απογοήτευσης κατά την ανάγνωση του δοκιμίου, αυτοί οι εκλεπτυσμένοι αναγνώστες θα δειχθούν ίσως περισσότερο επιεικείς αν αναλογιστούν ότι είναι πολύ λίγοι μέχρι σήμερα και πιθανότατα θα παραμείνουν λίγοι στο προσεχές μέλλον.

 

Louis Michaelson

Σεπτέμβρης 1976

 

 

Εισαγωγή: Πολιτική και Ανταλλαγή

 

1

 

Η εμφάνιση της πολιτικής ως οργανωμένης μεσολάβησης μεταξύ κοινωνικής απόφασης και δράσης είναι αδιαχώριστη από την ανάπτυξη της αγοράς, της εμπορευματικής ανταλλαγής. Η πόλη, από την οποία αντλεί το όνομά της η πολιτική, αναπτύχθηκε γύρω από τον τόπο της αγοράς: αλλά ακόμα και πριν από αυτό, καθώς οι “πρωτόγονες” κυνηγετικές, τροφοσυλλεκτικές και αγροτικές κοινότητες συνενώνονταν και ταυτόχρονα διαβρώνονταν από το εμπόριο, καθώς οι τάξεις σχηματίζονταν μαζί με την ανάπτυξη ενός κοινωνικού υπερπροϊόντος, η πολιτική μεσολάβηση άρχισε να γίνεται αναγκαία. Η ανάπτυξη της αγοράς, ως ανάπτυξη της οικονομικής αλληλεπίδρασης μεταξύ διαχωρισμένων παραγωγών, απαιτούσε με τη σειρά της την ανάπτυξη μιας κοσμικής αρχής πέραν της θρησκείας, της φυλής ή της κληρονομικής κάστας. Η ανεμπόδιστη εμπορευματική ανταλλαγή είναι αδύνατη χωρίς την ελευθερία, το δικαίωμα των παραγωγών να διαθέτουν το προϊόν τους προς ίδιον όφελος, και χωρίς την ισότητα, η οποία θέτει τους παραγωγούς σε μια ισότιμη νομική βάση που απαιτείται για την ανταλλαγή εμπορευμάτων ίσης αξίας[1].

 

2

 

Η δημοκρατία, η μορφή της πολιτικής που βασίζεται στην ελευθερία και την ισότητα, καταξιώθηκε με την αστική τάξη. Αρχικά, όπως θα περίμενε ίσως κανείς, το δικαίωμα της ψήφου βασιζόταν στην κατοχή έγγειας ιδιοκτησίας – κάτι που εξακολουθεί να συμβαίνει σε ορισμένα μέρη του κόσμου – αλλά τελικά επεκτάθηκε στις μη ιδιοκτήτριες τάξεις, συχνά μετά από παρατεταμένους και αιματηρούς κοινωνικούς αγώνες. Η σύγχρονη δημοκρατία θεμελιώνεται στο πολιτικό άτομο που, με δεδομένη την καθολικη ψηφοφορία, κατέχει το δικαίωμα να ψηφίζει κόμματα και υποψηφίους που πιστεύει ότι θα αντιπροσωπεύσουν τα συμφέροντά του εντός του Κράτους. Ωστόσο, αυτό το άτομο είναι επίσης ένα οικονομικό άτομο που έχει το δικαίωμα να πουλήσει οτιδήποτε κατέχει στην τρέχουσα τιμή. Στην περίπτωση εκείνων που δεν κατέχουν γη ή άλλα μέσα παραγωγής αλλά κατέχουν μόνο την εργασιακή τους δύναμη, το ζήτημα περιπλέκεται διότι αυτή η εργασιακή δύναμη πρέπει να πουληθεί διαχρονικά και υπό συνθήκες που καθορίζονται από τον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής. Η αποξένωση μεταξύ κοινωνίας και ατόμου, η οποία απορρέει από την εμπορευματική ανταλλαγή, γίνεται ξεκάθαρη καθώς ολοένα περισσότεροι παραγωγοί αναγκάζονται να εκποιήσουν τον έλεγχό τους επί της ίδιας της εργασιακής διαδικασίας, έτσι ώστε το συνδυασμένο προϊόν τους εμφανίζεται απέναντί τους ως ξένη δύναμη που κυριαρχεί σε ολόκληρη την κοινωνία[2].  Επομένως, ενώ η δημοκρατία μπορεί να αναπτυχθεί και όντως αναπτύσσεται μέσα από την αγορά – δηλαδή μέσα από το βασίλειο της κυκλοφορίας – η σχέση του αγοραστή με τον πωλητή της εργασιακής δύναμης εντός της παραγωγής πρέπει να είναι ουσιαστικά δικτατορική.

 

3

 

Ο καπιταλισμός είναι η ανώτερη και πιο αναπτυγμένη μορφή της εμπορευματικής κοινωνίας – δηλαδή της κοινωνίας όπου η κυρίαρχη σχέση ανάμεσα στους παραγωγούς των μέσων διαβίωσης είναι η ανταλλαγή. Στην καπιταλιστική κοινωνία, η αξία – η ισοδυναμία ποσοτήτων σύμφωνα με τον μέσο χρόνο που είναι κοινωνικά αναγκαίος για την παραγωγή τους – κυριαρχεί, με τη μορφή της ανταλλακτικής αξίας, στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπινων όντων και της παραγωγής τους, και επομένως στις σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών ανθρώπινων όντων. Ωστόσο, εντός της καπιταλιστικής παραγωγής η ανταλλαγή ισοδυνάμων – σε αυτή την περίπτωση, η ανταλλαγή ενός ημερομισθίου με την ημερήσια χρήση της εργασιακής δύναμης – συγκαλύπτει την απόσπαση υπεραξίας από την εργασία των παραγωγών. Επομένως, στην καρδιά αυτής της κοινωνίας της ελευθερίας και της ισότητας παραμένει μια πραγματική ανελευθερία και ανισότητα, καθώς η υπεραξία (που μετασχηματίζεται σε κέρδος και επανεπενδύεται ως κεφάλαιο) επεκτείνεται αδυσώπητα, μετατρέποντας ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού σε μισθωτούς εργάτες χωρίς ιδοκτησία. Η δημοκρατία, η οποία αναπτύσσεται μέσα από την κυκλοφορία, επισκιάζεται πάντοτε από τη δικτατορική εξουσία που ασκούν οι φορείς του κεφαλαίου εντός της παραγωγικής διαδικασίας. Όπως ακριβώς το κεφάλαιο είναι η λογική και ιστορική κορύφωση της εμπορευματικής ανταλλαγής, έτσι και η δικτατορία αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα της δημοκρατίας στην καπιταλιστική πολιτική ζωή: και οι δύο βασίζονται – όπως και το ίδιο το κεφάλαιο – στο νόμο της αξίας, στη μεσολάβηση της ανταλλαγής ανάμεσα στους διαχωρισμένους παραγωγούς. Η κομμουνιστική επανάσταση, η οποία αποσκοπεί να συνενώσει τους παραγωγούς ολόκληρου του κόσμου σε μια συνειδητή συνεργασία, πρέπει να θέσει τέρμα στο νόμο της αξίας και στους διαχωρισμούς που απορρέουν από την αξία. Ειδικότερα, πρέπει να καταργήσει το διαχωρισμό των παραγωγών από τα μέσα της κοινωνικής παραγωγής, το διαχωρισμό της “πολιτικής” ζωής από την “κοινωνική” και “οικονομική” ζωή, το διαχωρισμό μεταξύ ειδικού και γενικού συμφέροντος.

 

4

 

Ο στόχος της κομμουνιστικής επανάστασης δεν είναι να κάνει πιο δημοκρατικές τις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις, διότι η δημοκρατία – όπως και η πολιτική εν γένει – απορρέει από το διαχωρισμό και την αντίθεση μεταξύ των ανθρώπινων όντων που διαμεσολαβούνται από την ανταλλαγή. Αντίθετα, ο στόχος της είναι η δημιουργία καινούριων κοινωνικών σχέσεων που θα βασίζονται στην πλήρη και ελεύθερη ανάπτυξη κάθε ατόμου μέσα σε μια παγκόσμια κοινότητα. Όταν πραγματωθεί πλήρως αυτή η κοινότητα, η δημοκρατία και η δικτατορία θα πάψουν να υπάρχουν, διότι τα ανθρώπινα όντα δε θα χρειάζονται πια καμία επίσημη μεσολάβηση μεταξύ των ιδιαίτερων συμφερόντων τους, μεταξύ του ατόμου και της συλλογικότητας, μεταξύ απόφασης και δράσης. Ασφαλώς, από καιρό σε καιρό ίσως θα εξακολουθεί να υπάρχει η ανάγκη της ψηφοφορίας εφόσον μια ομάδα δεν μπορεί να φτάσει σε συμφωνία αναφορικά με κάποια ιδιαίτερη δραστηριότητα. Ωστόσο, αυτό δε θα συμβαίνει επειδή θα υπάρχει κάποια θεμελιώδης σύγκρουση μεταξύ ιδιαίτερων υλικών συμφερόντων, αλλά επειδή η ομάδα θα πρέπει να καταλήξει σε μια απόφαση στη βάση περιορισμένης πληροφόρησης και εντός ενός περιορισμένου χρονικού διαστήματος: η διαφωνία θα αφορά τον καλύτερο τρόπο για την ικανοποίηση ενός πραγματικού γενικού συμφέροντος. Αυτό δεν είναι πια δημοκρατία διότι δεν αποτελεί μια μορφή εξουσίας, διακυβέρνησης (κρατείν), αλλά ένα απλό μέσο έσχατης ανάγκης για τη διευθέτηση μιας διαφωνίας: η πλειοψηφία και η μειοψηφία μοιράζονται την ίδια σχέση με την κοινωνική παραγωγή και δεν έχουν ούτε τα μέσα ούτε την επιθυμία να διεκδικήσουν συλλογική εξουσία επί των υπολοίπων. Δε θα υπάρχει πλέον ζήτημα δημοκρατίας ή δικτατορίας, διότι η κυριαρχία μιας ανθρώπινης ομάδας επί μιας άλλης θα έχει τερματιστεί.

 

 

 

 

 

Κεφάλαιο και Κράτος

 

5

 

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανέλυσαν το αστικό Κράτος ως «υλοποιημένο αφηρημένο γενικό συμφέρον της... κοινωνίας»[3]. Είναι αφηρημένο, διότι στην καπιταλιστική κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικό, συγκεκριμένο γενικό συμφέρον του συνόλου: η κοινωνία παραμένει διαιρεμένη σε τάξεις των οποίων τα συμφέροντα είναι ανταγωνιστικά. Στο 19ο αιώνα, αυτό το γενικό συμφέρον ήταν ακόμα πιο αφηρημένο διότι, εκτός από τις ανταγωνιζόμενες τάξεις, υπήρχαν επίσης διαφορετικά τμήματα στο εσωτερικό κάθε τάξης – π.χ. το βιομηχανικό κεφάλαιο, το εμπορικό κεφάλαιο και το κτηματικό κεφάλαιο βρίσκονταν αντιμέτωπα μεταξύ τους. Ωστόσο, όταν εδραιώθηκε η πραγματική κυριαρχία του κεφαλαίου όχι μόνο επί της άμεσης παραγωγής αλλά επί της κοινωνικής αναπαραγωγής συνολικά, όταν το κεφάλαιο συγκεντρώθηκε στα χέρια των σύγχρονων εταιρειών και του Κράτους, αυτό το Κράτος κατέληξε να αντιπροσωπεύει εμφανώς αυτό που πάντοτε αντιπροσώπευε ουσιαστικά – το συμφέρον όχι ενός καπιταλιστή ή μιας ομάδας καπιταλιστών, αλλά του ίδιου του κεφαλαίου.

 

6

 

Η πολιτική αντιπροσώπευση δεν υπήρχε πάντα. Στο μεσαιωνικό κοινοβούλιο, οι άρχοντες “αντιπροσώπευαν” μονάχα τους εαυτούς τους ως προσωποποίηση της φεουδαρχικής εξουσίας. Με την εμφάνιση της αστικής τάξης και την κυριαρχία της σε ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής ζωής (και επομένως με την εμφάνιση της οικονομίας ως διαχωρισμένου βασιλείου που διέπεται από τους δικούς του νόμους), η ταξική πάλη ανάμεσα στην αριστοκρατία και τις διάφορες άλλες ιδιοκτήτριες τάξεις – συμπεριλαμβανομένης της αστικής τάξης (μεγαλοαστοί γαιοκτήμονες, έμποροι) – έπρεπε επίσης να ενσωματωθεί στο Κράτος. Η ανάπτυξη της πολιτικής αντιπροσώπευσης ως κύριας μορφής διακυβέρνησης σηματοδοτεί την άνοδο της εξουσίας της αστικής τάξης. Αν το αστικό Κράτος αντιπροσωπεύει το αφηρημένο γενικό συμφέρον της κοινωνίας, τα διάφορα κοινοβουλευτικά κόμματα αντιπροσωπεύουν πραγματικά ιδιαίτερα συμφέροντα εντός αυτού του Κράτους (αντιπροσώπευση εντός της αντιπροσώπευσης). Αυτό ισχύει όχι μόνο για τα αστικά κόμματα αλλά επίσης για τα κόμματα της εργατικής τάξης “αφεαυτής” ως παράγοντα της κεφαλαιακής παραγωγής – δηλαδή για τα “Εργατικά” και Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Αυτά τα “Εργατικά” και Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, σε καιρούς ευημερίας, βοηθάνε να διασφαλιστεί το συμφέρον του εθνικού κεφαλαίου συνολικά, καθώς εμποδίζουν τη μέση κοινωνική τιμή της εργασιακής δύναμης να πέσει πολύ κάτω από την αξία της, και έτσι εμποδίζουν την καταστροφή του εργάτη-χήνας που γεννάει τα χρυσά αυγά του κεφαλαίου[4]. Έτσι, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία λειτουργεί ως κυβερνητικός ρυθμιστής επί της αναρχίας της αγοράς (συμπεριλαμβανομένης της αγοράς εργασίας) μαζί με τα εργατικά συνδικάτα, τους εμπορικούς και βιομηχανικούς συνδέσμους κ.λ.π. Ωστόσο, σε περιόδους κρίσης αυτή η ρυθμιστική λειτουργία διαταράσσεται: μια γενική πτώση στο ποσοστό κέρδους αναγκάζει το κεφάλαιο να επιτεθεί στο προλεταριάτο, μειώνοντας τους πραγματικούς μισθούς και αποβάλλοντας ένα μεγάλο ποσοστό εργατών από την παραγωγή. Το Κράτος ως αντιπρόσωπος του κεφαλαίου γίνεται παράγοντας αυτής της επίθεσης και, αν η κρίση είναι αρκετά σοβαρή και παρατεταμένη, το Κράτος πρέπει να πάψει να είναι δημοκρατικό.

 

7

 

Σε ολόκληρη την ιστορία του καπιταλισμού, η σχέση μεταξύ δημοκρατικών και δικτατορικών πολιτικών μορφών ήταν παράλληλη με τη σχέση μεταξύ μονοπωλίου και ανταγωνισμού ανάμεσα στα κεφάλαια. Οι απαρχές της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας βρίσκονται στην περίοδο του εντατικού εγχώριου ανταγωνισμού κατά την ανάδυση του βιομηχανικού καπιταλισμού. Η ανοδική φάση αυτής της περιόδου διήρκεσε περίπου από το 1800 μέχρι το 1913. Αλλά αυτή η δημοκρατία κατέστη δυνατή μέσω του μονοπωλιακού μοιράσματος των Αφρικανικών, Ασιατικών και Λατινοαμερικανικών αποικιών μεταξύ των “Μεγάλων Δυνάμεων”. Τα κράτη που δεν είχαν κατορθώσει να κάνουν καλή καπιταλιστική χρήση των αποικιών τους (όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία) ή δεν κατείχαν σημαντικές αποικίες επειδή είχαν σχηματιστεί πολύ αργά (όπως η Ιταλία και η Γερμανία) δεν μπόρεσαν να επιτύχουν μια σταθερή αστική δημοκρατία. Μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο – ο οποίος ήταν αποτέλεσμα της πρώτης μεγάλης ύφεσης της σύγχρονης εποχής – το Γερμανικό και το Ιταλικό κεφάλαιο αδυνατούσαν να αποσπάσουν τα απαραίτητα ποσοστά κερδών ώστε να καταστούν ανταγωνιστικά στην εκ νέου διανεμημένη παγκόσμια αγορά: η Γερμανία, ειδικότερα, λεηλατήθηκε από τις νικηφόρες δυνάμεις της Entente μέσω της Συνθήκης των Βερσαλλιών και των “Πολεμικών Επανορθώσεων’’. Έτσι, αυτές οι χώρες ακολούθησαν τη Ρωσία στην επαναστατική κρίση που διαδέχθηκε την κατάρρευση των οικονομιών τους υπό το βάρος του πολέμου. Δεν ήταν δυνατό για τις εργατικές τάξεις των χωρών αυτών να αναπαραχθούν φυσικά και πνευματικά στο ίδιο επίπεδο με την προπολεμική περίοδο. Κατά συνέπεια, οι αντιπρόσωποί τους – με τη μορφή των Σοσιαλδημοκρατικών εργατικών κομμάτων – στράφηκαν εναντίον τους για να συντρίψουν τις επαναστατικές πρωτοβουλίες τους. Η δημοκρατία – μέσω των συνδικάτων, των κοινοβουλευτικών κομμάτων αλλά και των εργατικών συμβουλίων που είχαν σχηματιστεί κατά τη διάρκεια του μεταπολεμικού μεσοδιαστήματος – χρησίμευσε σαν μέσο για τον αφοπλισμό του προλεταριάτου και τη συντριβή των επαναστατικών μειοψηφιών με τη σιωπηρή συναίνεση μιας σχετικά παθητικής πλειοψηφίας[5]: η δικτατορική στρατιωτική καταστολή βάδισε χέρι-χέρι με τις “ελεύθερες” εκλογές.

 

Ωστόσο, η απλή κατάπνιξη της επανάστασης δεν ήταν αρκετή για τις ανάγκες του Γερμανικού και του Ιταλικού κεφαλαίου. Στις χώρες αυτές, ήταν επίσης επιβεβλημένη η λεηλασία του πληθυσμού, η υπερ-εκμετάλλευση των εργατών ώστε να αποσπαστεί από εκείνους αυτό που δεν μπορούσε να αποσπαστεί από τις αποικίες – η ποσότητα του κεφαλαίου που απαιτούνταν για την ανανεωμένη συσσώρευση. Έτσι, η άνοδος των Φασιστικών και Εθνικοσοσιαλιστικών δικτατοριών στην εξουσία κατέπνιξε τη δημοκρατία εντός των εθνικών συνόρων και ταυτόχρονα προετοίμασε την ιμπεριαλιστική εξάπλωση στην Ευρώπη, η οποία οδήγησε στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο[6]. Μετά τον πόλεμο, το υπόδειγμα που ακολουθήθηκε ήταν βασικά παρόμοιο: η αποκατάσταση της δημοκρατίας στη Δυτική Ευρώπη και στην Ιαπωνία κατέστη δυνατή επιβάλλοντας στον “Τρίτο Κόσμο’’ δικτατορίες, των οποίων οι κτηνωδίες συναγωνίζονται τις χειρότερες “υπερβολές” του Χίτλερ και του Μουσολίνι[7]. Στη Δυτική Ευρώπη, τα επίσημα Κομμουνιστικά κόμματα συναγωνίζονται με τους Σοσιαλδημοκράτες για μια θέση στη διαχείριση της λιτότητας που κατέστη αναγκαία από την ανανέωση της κρίσης· στη Γερμανία, ειδικότερα, το SPD επαναλαμβάνει τις λαμπρές επιδόσεις τής περιόδου 1918-23 με ακόμα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και φινέτσα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Οι ενδυματολογικές υπηρεσίες του Κεφαλαίου επιδιόρθωσαν με θαυμάσιο τρόπο τα δημοκρατικά τους κοστούμια, μολονότι εδώ κι εκεί εξακολουθούν δυστυχώς να  είναι ορατές κάποιες παλιές κηλίδες αίματος.

 

8

 

Στη Ρωσία, η Σοσιαλδημοκρατία αναγκάστηκε – επειδή η χώρα ήταν υπανάπτυκτη – να παίξει έναν κάπως διαφορετικό ρόλο. Χωρίς την ανατροπή του Τσαρικού Κράτους, οι εργάτες δεν είχαν κατορθώσει να κερδίσουν την αντιπροσώπευσή τους ως τάξη εντός του κεφαλαίου. Η Σοσιαλδημοκρατία στη Ρωσία έπρεπε να είναι επαναστατική και, επομένως, τα Ρωσικά Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ανήλθαν στην εξουσία πάνω στο κύμα της κομμουνιστικής εξέγερσης. Η Αριστερή πτέρυγα της  Σοσιαλδημοκρατίας, υπό την ηγεσία του Λένιν, αποσχίστηκε από τη Δεξιά πτέρυγα το 1903 – εξαιτίας όχι θεμελιωδών αλλά τακτικών ζητημάτων, τα οποία δημιουργήθηκαν από την αναγκαιότητα υπόγειας, παράνομης δραστηριότητας για το δημοκρατικό κίνημα[8]. Ωστόσο, καθώς το κομμουνιστικό κύμα άρχισε να αναδύεται σε ολόκληρη την Ευρώπη το 1917, το Μπολσεβίκικο κόμμα έγινε εκφραστής – έστω μερικός και αντιφατικός – των ταξικών σκοπών του προλεταριάτου. Η αποτυχία της Γερμανικής επανάστασης – στην οποία επίσης συνέβαλε – έλυσε την αντιφατική φύση του Μπολσεβίκικου κόμματος υπέρ του κεφαλαίου. Η γραφειοκρατία που είχε σχηματιστεί εξαιτίας του χάους από τη Γερμανική εισβολή και τον εμφύλιο πόλεμο απολιθώθηκε σε μια δικτατορία η οποία συνέτριψε τα υπολείμματα του προλεταριακού κινήματος και προχώρησε στην εφαρμογή μιας εξαναγκαστικής εκβιομηχάνισης, λεηλατώντας την ύπαιθρο και μετατρέποντας σε μισθωτούς εργάτες τους χωρικούς που δεν εκτελούνταν ή δε λιμοκτονούσαν. Στο μεταξύ, αυτή η Ρωσική γραφειοκρατία – μέσω των κομμάτων της Τρίτης Διεθνούς – διευκόλυνε τη συντριβή αυθεντικά κομμουνιστικών πρωτοβουλιών σε ολόκληρο τον κόσμο, ιδίως σε χώρες όπως η Ισπανία και η Γαλλία όπου η αστική τάξη ήταν αποδιοργανωμένη. Μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, η ΕΣΣΔ εγκατέστησε στην Ανατολική Ευρώπη (μέσω του “Κόκκινου” Στρατού, των εγχώριων Σταλινικών κομμάτων και, σε πολλές περιπτώσεις, της πρώην Ναζιστικής αστυνομίας και γραφειοκρατίας) τις “Λαϊκές Δημοκρατίες” – οικονομικές και πολιτικές αποικίες που κυβερνούνταν από ενδιάμεσες (“κομπραδόρικες”) γραφειοκρατίες, οι οποίες πουλούσαν ένα μεγάλο ποσοστό της βιομηχανικής παραγωγής αυτών των χωρών στην ΕΣΣΔ σε τιμές πολύ χαμηλότερες από τις τιμές που επικρατούσαν στην παγκόσμια αγορά. Ωστόσο, η σφοδρότητα με την οποία αυτές οι τοπικές γραφειοκρατίες (και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο Ρωσικός στρατός) κατέστειλαν τα ξεσπάσματα των εργατικών εξεγέρσεων σε εκείνες τις χώρες μαζί με την αυξανόμενη συνοχή αυτών των ξεσπασμάτων και την τάση τους να εγκαταλείψουν κάποια μικροαστικά εθνικιστικά χαρακτηριστικά πιστοποιούν τη διαρκή αδυναμία αυτών των καθεστώτων.


από . 26/01/2010 3:51 πμ.


9

 

Σε χώρες και περιόδους όπου η αστική τάξη είναι πολύ αδύναμη για να πετύχει την ηγεμονία της και, επομένως, να διεξάγει τη βιομηχανική ανάπτυξη, το Κράτος γίνεται ο βασικός παράγοντας της κεφαλαιακής συσσώρευσης. Την εποχή πριν το 1914, αυτή η ανάπτυξη μπορούσε να οδηγήσει στο σχηματισμό μιας σχετικά ισχυρής βιομηχανικής αστικής τάξης, όπως συνέβη στη Γερμανία. Από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και έπειτα, όμως, η ισχύς των Δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων αποδείχτηκε πολύ μεγάλη για να επιτρέψει κάτι τέτοιο. Αυτό που συνέβη, αντίθετα, ήταν μια σειρά εθνικιστικών επαναστάσεων που υποβοηθούνταν συνήθως από τη Ρωσική γραφειοκρατία. Αυτές οι επαναστάσεις – μεταξύ των οποίων η Κινεζική επανάσταση αποτελεί ίσως το καλύτερο παράδειγμα – εμπεριείχαν το μικρό τοπικό προλεταριάτο αλλά καθοδηγούνταν από αγροτικά και μικροαστικά στοιχεία, τα οποία συνενώθηκαν σε ένα γραφειοκρατικό στρατιωτικό κόμμα. Αυτές οι επαναστάσεις εκπλήρωσαν τα περισσότερα από τα καθήκοντα που είχε εκπληρώσει η δημοκρατική βιομηχανική αστική τάξη στη Δύση κατά την ανοδική φάση του καπιταλισμού: πρωταρχική συσσώρευση, μετατροπή μιας οικονομίας που βασιζόταν στην αγροτική παραγωγή μικρής κλίμακας σε μια οικονομία που βασιζόταν στη μισθωτή εργασία τόσο στη βιομηχανία όσο και στη γεωργία. Όπως συμβαίνει και στις αστικές χώρες  σε περιόδους πολέμου, οι αγοραίες σχέσεις μεταξύ των βιομηχανικών επιχειρήσεων καταπνίγονται και τα αγαθά και η εργασιακή δύναμη διανέμονται σύμφωνα με ένα Κρατικό σχέδιο. Η κρίσιμη διαφορά που έχει αυτό το είδος ανάπτυξης σε σχέση με εκείνο που επιβλήθηκε από τις Δυτικές δυνάμεις στο μεγαλύτερο μέρος της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής είναι ότι η υπεραξία που αποσπάται από τον πληθυσμό δε μετακυλίεται έξω από τη χώρα αλλά, αντιθέτως, επανεπενδύεται κυρίως στην εγχώρια βιομηχανική βάση, επιτρέποντας έτσι – και καθιστώντας αναγκαία – μια σημαντική βελτίωση στο βιοτικό επίπεδο του εργαζόμενου πληθυσμού. Σε αυτές τις χώρες, όπως στην ΕΣΣΔ, μόλις η γραφειοκρατία διασφαλίσει την οικονομική και πολιτική ηγεμονία της μπορεί και πρέπει να ανοίξει το εμπόριο με την παγκόσμια αγορά προκειμένου να αποκτήσει βιομηχανικά αγαθά. Μια τέτοια εξέλιξη υποβάλλει, με τη σειρά της, αυτές τις χώρες πληρέστερα και αμεσότερα στο νόμο της αξίας και προσδίδει περαιτέρω καπιταλιστικό περιεχόμενο στην ήδη καπιταλιστική μορφή των σχέσεων παραγωγής.

 

10

 

Η κυβερνητική ή ρυθμιστική λειτουργία της δημοκρατίας βασίζεται στον τυπικό διαχωρισμό μεταξύ πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Καθώς αυτός ο διαχωρισμός φθίνει και εξαφανίζεται, το ίδιο συμβαίνει και με τη δημοκρατία. Ένα τμήμα της αστικής τάξης μπορεί να ανεχθεί την άνοδο στην εξουσία ενός άλλου τμήματος για μια σύντομη χρονική περίοδο, και η αστική τάξη συνολικά μπορεί να ανεχθεί ακόμα και ένα εργατικό κόμμα στην εξουσία εφόσον οι μείζονες καπιταλιστές διατηρούν τους τίτλους ιδιοκτησίας τους σε σχέση με τα μέσα  της κεφαλαιακής παραγωγής. Αλλά το Κράτος ως μοναδικός διαχειριστής του εθνικού κεφαλαίου δεν μπορεί να ανεχθεί καμία πολιτική αντιπολίτευση, διότι κανένας ξεχωριστός γραφειοκράτης ή ομάδα γραφειοκρατών δεν κατέχει τίτλους ιδιοκτησίας για τα ξεχωριστά μέσα παραγωγής. Όταν η κρατικο-καπιταλιστική γραφειοκρατία εκθρονίζεται πολιτικά, τότε εκθρονίζεται επίσης οικονομικά. Στο εσωτερικό της γραφειοκρατίας είναι δυνατό να διεξάγονται αγώνες, στο πλαίσιο των οποίων οι εργάτες και άλλα τμήματα του πληθυσμού μπορούν ακόμα και να κινητοποιούνται από τις αντιμαχόμενες φράξιες (ένα παράδειγμα εδώ αποτελεί η “Πολιτιστική Επανάσταση” στην Κίνα)· ωστόσο, αν αυτοί οι αγώνες ξεφεύγουν από τους όρους των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων τότε καταστέλλονται με αγριότητα. Οι αντιπρόσωποι των ιδιαίτερων συμφερόντων αναγκάζονται να υποταχθούν στο “γενικό συμφέρον” της κοινωνίας, στο Έθνος, στο Λαό κ.λ.π. – δηλαδή, ουσιαστικά, στο συμφέρον της γραφειοκρατίας.

 

11

 

Η τάση για εθνική συγκέντρωση του κεφαλαίου στα χέρια του Κράτους αντισταθμίζεται συνεχώς από την τάση του κεφαλαίου να διεθνοποιείται, να ρέει από περιοχές χαμηλής κερδοφορίας σε περιοχές υψηλής κερδοφορίας όπως η θερμότητα περνάει από ένα θερμότερο σε ένα ψυχρότερο σώμα. Ο νόμος της αξίας παρεμβάλλεται σαν σφήνα μεταξύ των επιχειρήσεων και τις αναγκάζει να χωριστούν, καταλύοντας έτσι ακόμα και τα καλύτερα καταστρωμένα σχέδια των κρατικών γραφειοκρατιών – έστω και αν αυτές οι γραφειοκρατίες αγωνίζονται για να διαχειριστούν το συμφέρον του εθνικού κεφαλαίου συνολικά (βλ. τις μεταρρυθμίσεις Lierman και Sik στην ΕΣΣΔ και στην Τσεχοσλοβακία). Οι κυβερνήσεις των πιο “υπανάπτυκτων” κρατών αναγκάζονται να ενεργήσουν ως “εκτελεστικές επιτροπές” όχι των δικών τους αστικών τάξεων – οι οποίες είναι αδύναμες ή ανύπαρκετες – αλλά, αντίθετα, των ισχυρών αστικών τάξεων των Ηνωμένων Πολιτειών, της Γερμανίας και της Ιαπωνίας (σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στη Βραζιλία, το Κράτος έχει υποβιβαστεί σε απλή υπηρεσία συλλογής χρεών για λογαριασμό των πολυεθνικών τραπεζών). Σεπτά ιδεολογικά εικονίσματα συντρίβονται, πολιτικές στάσεις αναστρέφονται μέσα σε μια νύχτα: έτσι, ενώ οι επιχειρήσεις στην “κομμουνιστική” Ουγγαρία παίρνουν την άδεια να διεξάγουν ανεξάρτητες επιχειρηματικές συμφωνίες στο εξωτερικό, ο Ρεπουμπλικάνος αντι-κομμουνιστής Νίξον ανοίγει διευρυμένες εμπορικές σχέσεις με την ΕΣΣΔ και ταυτόχρονα δημιουργεί ρίγος στους Αμερικανούς εργάτες παγώνοντας τους μισθούς τους. Το κεφάλαιο υπονομεύει διαρκώς με το ένα χέρι τα εμπόδια που δημιουργεί με το άλλο.

 

12

 

Καθώς η κρίση του κεφαλαίου βαθαίνει, η ανάγκη για δικτατορικά μέτρα εκ μέρους του Κράτους – είτε εκλέγονται οι ηγέτες του είτε όχι – βαδίζει χέρι-χέρι με την ανάγκη για εκδημοκρατισμό ορισμένων όψεων της κοινωνικής ζωής. Το αυξανόμενα στρατιωτικοποιημένο έθνος πρέπει να βρει τα μέσα για να ενσταλλάξει ένα πνεύμα συναδελφικής αλληλεγγύης στα απογοητευμένα απλά μέλη του, καθώς προετοιμάζεται για τις οικονομικές μάχες που θα κορυφωθούν με τον επόμενο παγκόσμιο πόλεμο. Ειδικότερα, οι εργάτες και οι υπόλοιποι προλετάριοι ενθαρρύνονται να αναλάβουν τη δημοκρατική διαχείριση της επιβίωσής τους ως προλετάριοι, ως πραγματικοί ή δυνητικοί παράγοντες της κεφαλαιακής παραγωγής. Αυτό εξυπηρετεί ένα διττό σκοπό: (α) εμποδίζει την ενοποίηση του προλεταριάτου σε τάξη-για-τον-εαυτό-της και εναντίον του κεφαλαίου, καθώς οδηγεί ομάδες προλετάριων να ταυτίζονται με τον “δικό τους” εργασιακό χώρο ή με τη γειτονιά τους· και (β) μειώνει το κόστος για την αναπαραγωγή του προλεταριάτου μειώνοντας το πλήθος των γραφειοκρατών, των επιστατών, των αστυνομικών κ.λ.π. που απαιτούνται γι’ αυτή την αναπαραγωγή. Το κεφάλαιο ουσιαστικά προειδοποιεί το προλεταριάτο: «Αν δεν εφαρμόσεις την ίδια σου την εκμετάλλευση, θα την επιβάλουμε εμείς για σένα». Με τον τρόπο αυτό γίνεται ορατή η ουσία της καπιταλιστικής δημοκρατίας. Σε αυτό το πλαίσιο, εκείνοι που υποστηρίζουν τη “βιομηχανική”, τη “συμμετοχική” ή ακόμα και την “εργατική” δημοκρατία έχουν ολοένα μεγαλύτερες πιθανότητες να είναι είτε συνειδητοί υπηρέτες της σημερινής καπιταλιστικής τάξης είτε ασυνείδητοι υπηρέτες ενός “εξορθολογισμένου” κεφαλαίου – επίδοξοι γραφειοκράτες. Σε κάθε περίπτωση, η δημοκρατία για την οποία μιλάνε μπορεί να είναι μόνο η δημοκρατία της αλλοτρίωσης και της αυτο-άρνησης.

 

13

 

Το σύγχρονο Κράτος δεν είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα μέσο που ρυθμίζει τις αντιφάσεις του νόμου της αξίας. Μερικές φορές διενεργεί αυτή τη ρύθμιση “επιβάλλοντας” το νόμο – διασφαλίζοντας τον ανταγωνισμό και τις εμπορικές συναλλαγές, ελέγχοντας τις τιμές των μονοπωλούμενων εμπορευμάτων, παρέχοντας εγγυήσεις για το δικαίωμα στην απεργία· και κάποιες άλλες φορές, διενεργεί αυτή τη ρύθμιση “παραμερίζοντας” το νόμο – εγκαθιστώντας νομικά μονοπώλια, περιορίζοντας την προσφορά χρήματος, ωθώντας την τιμή της εργασιακής δύναμης να πέσει κάτω από την αξία της. Σε κάθε περίπτωση, εκφράζει το νόμο της αξίας. Η αξία και το Κράτος κινούνται δίπλα-δίπλα – αλλά μονάχα καθώς η εικόνα κάποιου τούς ακολουθεί στον καθρέφτη. Η αξία μεσολαβεί ανάμεσα σε οποιοδήποτε ιδιαίτερο εμπόρευμα και στο σύμπαν των εμπορευμάτων, ενώ το Κράτος μεσολαβεί ανάμεσα σε οποιοδήποτε ιδιαίτερο συμφέρον και σε όλα τα υπόλοιπα συμφέροντα εντός του καπιταλισμού. Αλλά όπως ακριβώς το κεφάλαιο – η αυτο-επεκτεινόμενη αξία – αποσύρεται από την κυκλοφορία μονάχα για να επιστρέψει ως κύριος και αφέντης της κυκλοφορίας, έτσι και το Κράτος – το οποίο υπόκειται στο “γενικό συμφέρον” του ίδιου του κεφαλαίου – έρχεται να κυριαρχήσει στο σύνολο της κοινωνικής ζωής, χρησιμοποιώντας οποιονδήποτε αναγκαίο συνδυασμό δημοκρατίας και δικτατορίας γι’ αυτόν το σκοπό. Καθώς το κεφάλαιο αποδυναμώνεται, το Κράτος έρχεται να το υπηρετήσει – σαν μπαστούνι στα χέρια ενός μοχθηρού γέρου – ως υποστήλωμα αλλά και ως όπλο.

 

14

 

Η δημοκρατία αναπαράγει τη δικτατορία και η δικτατορία αναπαράγει τη δημοκρατία. Αυτή η εξίσωση, όμως, δεν απομακρύνει τις δυσκολίες της σημερινής κατάστασης αλλά, αντίθετα, οδηγεί σε μια κατάσταση ακόμα πιο δύσκολη και συγκεχυμένη. Επομένως, αν κάποιος μεταβάλει τη βάση στην οποία στηρίζονται οι σημερινές πολιτικές σχέσεις, αν κάποιος καταστρέψει τον σημερινό τρόπο παραγωγής, τότε θα καταστρέψει όχι μόνο τη δημοκρατία, τη δικτατορία και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό αλλά επίσης και την ενότητα, τη σύνθεσή τους, την κίνηση του κεφαλαίου που συνιστά την πραγματική ισορροπία δικτατορίας και δημοκρατίας.

 

 

Κράτος και Επανάσταση (Αναθεωρημένο)

 

15

 

Αν η αστική τάξη είναι η τάξη της αντιπροσώπευσης, δηλαδή της διαχωρισμένης εξουσίας, το προλεταριάτο είναι η τάξη της αδύνατης αντιπροσώπευσης. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να αντιπροσωπευθεί επειδή δεν μπορεί να διαχωρίσει την οικονομική από την πολιτική του εξουσία. Είτε το προλεταριάτο συνολικά κατακτά την άμεση και συλλογική δυνατότητα να διευθύνει την κοινωνική παραγωγή είτε κάποιος άλλος κατακτά αυτή τη δυνατότητα: μια γραφειοκρατία, ένα Κράτος-σε-εμβρυακή-κατάσταση, ένας καινούριος αντιπρόσωπος του “γενικού συμφέροντος”. Προκειμένου να χειραφετηθεί, το προλεταριάτο πρέπει να επανοικειοποιηθεί τις κοινωνικές δυνάμεις-του-εαυτού-του, τις οποίες μεταβιβάζει συλλογικά στο κεφάλαιο κάθε μέρα, αναπαράγοντας το κεφάλαιο μέσω της μισθωτής εργασίας και της εμπορευματικής ανταλλαγής εν γένει. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να το κάνει αυτό χωρίς να καταργήσει όλες τις τάξεις – επομένως χωρίς να καταργήσει το αφηρημένο γενικό συμφέρον της κοινωνίας και να δημιουργήσει το μόνο δυνατό πραγματικό γενικό συμφέρον: την πραγμάτωση κάθε ατόμου μέσω της σύμπραξης όλων. Επομένως, για να διατρανώσουν τον εαυτό τους ως άτομα, οι προλετάριοι πρέπει να καταργήσουν το Κράτος.

 

16

 

Το “ταξικό συμφέρον” του προλεταριάτου εμπεριέχει το πραγματικό γενικό συμφέρον του ανθρώπινου είδους όπως ο σπόρος εμπεριέχει τον ανθό. Επειδή αυτό είναι το υπέρτατο συμφέρον και αποκλείει όλα τα άλλα συμφέροντα με τα οποία συγκρούεται, η επιβολή του παίρνει τη μορφή μιας δικτατορίας στο πλαίσιο της οποίας το προλεταριάτο οργανώνεται ως κυρίαρχη τάξη. Ωστόσο, το είδος αυτής της δικτατορίας – που αποτελεί την τελευταία πολιτική επιβολή ταξικής εξουσίας στην ιστορία – είναι μοναδικό. Καταρχήν, οι μισθωτοί εργάτες και όσοι εξαρτώνται από αυτούς, μαζί με τους ανέργους και τους “αέργους” (εκείνους που δεν είναι απλώς διαχωρισμένοι από τα μέσα παραγωγής αλλά είναι αποκλεισμένοι από οποιοδήποτε είδος παραγωγής – τον ανθρώπινο σωρό απορριμμάτων του κεφαλαίου) αποτελούν την τεράστια πλειονότητα του πληθυσμού στις βιομηχανοποιημένες χώρες. Καθώς η δημοκρατία συνεπάγεται την αρχή της πλειοψηφίας, η δικτατορία του προλεταριάτου είναι δημοκρατική ακόμα και με αυτή τη στοιχειώδη έννοια.

 

17

 

Οι συνθήκες της κομμουνιστικής κοινωνίας συσσωρεύονται εντός της καπιταλιστικής κοινωνίας με τη μορφή μιας αναγκαίας ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Ωστόσο, αυτές οι παραγωγικές δυνάμεις – στο βαθμό που αποκτούν υπόσταση με τη μορφή μηχανών κ.λ.π. – διαμορφώνονται από την ορθολογικότητα της κεφαλαιακής συσσώρευσης, καθώς αναπτύσσονται πρωταρχικά με σκοπό να αναπαραγάγουν το κεφάλαιο. Λιγότερο προφανές είναι ίσως ότι το προλεταριάτο, η μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη, φέρει επίσης τη σφραγίδα του κεφαλαίου, της αξίας. Η ενδοτική, στενά εγωιστική χαρακτηροδομή του προλετάριου αποτελεί την εσωτερίκευση της ανταλλακτικής αξίας που έχει στην αγορά εργασίας, την αναγκαία συνθήκη για την πώληση της εργασιακής του δύναμης. Καθώς ο νόμος της αξίας είναι ο νόμος της ασυνείδητης καθολικής συνεργασίας που υποστασιοποιείται στην παγκόσμια αγορά, αναπαράγει αυτή την απουσία συνείδησης επενεργώντας στους ατομικούς προλετάριους. Το προλεταριάτο δεν είναι ακόμα ικανό να αναλάβει την παγκόσμια παραγωγή προς το συμφέρον του: μπορεί να αποκτήσει αυτή την ικανότητα μόνο μέσα από τη διαδικασία της κομμουνιστικής επανάστασης, με την οποία οργανώνεται για να ανατρέψει το κεφάλαιο.

 

 

18

 

Η δικτατορία του προλεταριάτου πρέπει να στραφεί όχι απλώς ενάντια στην καπιταλιστική τάξη και τους υπηρέτες της (στρατό, αστυνομία, μικροαστικά και γραφειοκρατικά υπολείμματα κ.λ.π.) αλλά ενάντια στο ίδιο το κεφάλαιο, ενάντια στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Επομένως, η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η αναγκαστική επιβολή των κομμουνιστικών κοινωνικών σχέσεων (της ελεύθερης ανθρώπινης αυτο-παραγωγής) πέρα από και ενάντια στη μισθωτή εργασία, την επιχείρηση, το Κράτος και – πάνω απ’ όλα – την αξία. Αυτή η επιβολή πραγματοποιείται σε ολόκληρο το έδαφος της καπιταλιστικής κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπινων όντων. Ο αγώνας διεξάγεται τόσο εντός του προλεταριάτου όσο και “έξω” από αυτό: διεξάγεται στο εσωτερικό του κάθε προλετάριου.

 

19

 

Η ολοκλήρωση της μερικής κοινωνικοποίησης της ανθρωπότητας που πραγματοποιείται από το κεφάλαιο μέσω της παγκόσμιας αγοράς είναι το καθήκον του “κατώτερου σταδίου της κομμουνιστικής κοινωνίας”, της μετάβασης από την τυπική στην πραγματική κυριαρχία των παραγωγών επί των μέσων παραγωγής. Καθώς αυτή η κοινωνικοποίηση είναι αναγκαστικά ατελής τη στιγμή της επανάστασης και, επιπλέον, καθώς η χρήσιμη παραγωγή θα έχει επιβραδυνθεί και διαταραχθεί σε σημαντικό βαθμό εξαιτίας της κρίσης από την οποία θα αναδυθεί η επανάσταση, θα χρειαστεί καταρχήν μια αρκετά περίπλοκη δομή λήψης αποφάσεων σε επίπεδο τάξης προκειμένου να συντονιστεί ο μετασχηματισμός: αυτή η δομή θα γίνεται απλούστερη και λιγότερο τυπική καθώς ο κόσμος θα αναδιοργανώνεται σύμφωνα με τις ανάγκες των παραγωγών. Στην ουσία, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο βαθμός στον οποίο η παραγωγή είναι ακόμα μη-κοινωνικοποιημένη, ο βαθμός στον οποίο φέρει ακόμα τη σφραγίδα της ανταλλακτικής αξίας καθορίζει το εύρος του χάσματος ανάμεσα στο ιδιαίτερο συμφέρον και το (ακόμα μη πραγματοποιημένο) οικουμενικό συμφέρον – ενός χάσματος που πρέπει να γεφυρωθεί μέσω της τυπικής οργάνωσης. Διότι, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον κόσμο στον οποίο ζουν, οι προλετάριοι είναι ακόμα “ατελώς κοινωνικοποιημένοι” τη στιγμή που η επανάσταση ξεσπάει μέσα από τον πυρήνα της καπιταλιστικής κοινωνίας – δηλαδή μέσα από τον εαυτό τους. Αυτό ισχύει τόσο αντικειμενικά – εξαιτίας των διαχωρισμών που επιβάλλονται μεταξύ των προλετάριων από την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής – όσο και υποκειμενικά – εξαιτίας εκείνων των πλευρών του προλεταριακού χαρακτήρα που δεν εξαφανίζονται με την προλεταριακή έκρηξη. Επομένως, οι συνθήκες για μια ελεύθερη και οικουμενική ανθρώπινη σύμπραξη δεν υπάρχουν ακόμα πλήρως, και πρέπει να εκπληρωθούν συνειδητά. Αλλά μπορούν να εκπληρωθούν μόνο μέσα από την ίδια τη διαδικασία της σύμπραξης.

 

20

 

Η διαδικασία της σύμπραξης δεν ξεκινά με το ξέσπασμα της επανάστασης. Καθώς οι αντιφατικές τάσεις των παρακμάζουσων καπιταλιστικών σχέσεων διαχωρίζουν κάθε προλετάριο από τους υπόλοιπους και από τον εαυτό τους,  οι προλετάριοι αρχίζουν να δημιουργούν μια αρνητική σύμπραξη, μια σύμπραξη που βασίζεται στην ενεργή (αν όχι πάντα συνειδητή) αντίθεση προς την υπάρχουσα κοινωνία. Αυτή η σύμπραξη εμφανίζεται συχνά αυθόρμητα στην πορεία απεργιών ή ταραχών, όπου οι καπιταλιστικές σχέσεις διαλύονται μερικά και προσωρινά, και όπου μια ανθρώπινη κοινότητα αρχίζει να δημιουργείται. Ωστόσο, χωρίς τη γρήγορη γενίκευση και εμβάθυνση του κινήματος, αυτή η σύμπραξη σύντομα διασπάται και η αφόρητα ευχάριστη ανάμνησή της καταπνίγεται τόσο από την ίδια την πλειονότητα εκείνων που συμμετείχαν σε αυτή όσο και από τις συνειδητές υπηρεσίες του κεφαλαίου. Παρόλα αυτά, καθώς τέτοια επεισόδια γίνονται συχνότερα και διευρύνονται, και καθώς η αθλιότητα της καθημερινής ύπαρξης γίνεται ολοένα λιγότερο υποφερτή, ομάδες προλετάριων τείνουν να σχηματιστούν και να αποκτήσουν μια επαναστατική θεωρία – δηλαδή μια συνείδηση των δικών τους πραγματικά ανθρώπινων αναγκών και δραστηριοτήτων.

 

21

 

Η κίνηση προς την επαναστατική σύμπραξη περνάει μέσα από μια σύνθετη διαδικασία προόδων και υποχωρήσεων, διαστροφών και κατατεμαχισμών. Μερικές φορές, μπορεί ακόμα και να χρησιμοποιεί προσωρινά ορισμένα όργανα της υπάρχουσας κοινωνίας – όπως είναι τα συνδικάτα, μεταρρυθμιστικές ομάδες ή Αριστερά κόμματα – απλώς επειδή αυτά παρέχουν έναν τόπο συζήτησης ή κοινής δράσης. Αυτές οι αποσπασματικές συμπράξεις, όμως, για να μπορέσουν να διατηρηθούν και να επεκτείνουν την επιρροή και τις προκαταρκτικές συμφωνίες τους, πρέπει αναπόφευκτα να συνδεθούν μεταξύ τους και τελικά να συνενωθούν σε μια ενιαία, λιγότερο ή περισσότερο τυπική οργάνωση. Αυτή η οργάνωση δεν μπορεί να είναι ένα κόμμα με την έννοια ενός σώματος που αποσκοπεί να κατακτήσει την Κρατική εξουσία για τον εαυτό του. Είναι απλούστατα, σε όλα τα στάδια, η οργανωμένη, συνειδητή δραστηριότητα του προλεταριάτου καθώς αυτό διαμορφώνεται ως επαναστατική τάξη. Οπουδήποτε συμβαίνει μια επαναστατική δράση, οπουδήποτε υπάρχει μια ομάδα κομμουνιστών, εκεί υπάρχει το ιστορικό κόμμα του κομμουνισμού. Το οργανωμένο, “επίσημο” κόμμα είναι απλώς η σύγκλιση και το απόσταγμα τέτοιων ομάδων και δράσεων. Αυτή είναι η έννοια με την οποία ο Μαρξ και ο Ένγκελς χρησιμοποίησαν αρχικά τη φράση “το κόμμα μας”.

 

22

 

Η μορφή του κομμουνιστικού κόμματος καθορίζεται από τη λειτουργία του. Για παράδειγμα, αν οι κομμουνιστές αποτελούν μια πολύ μικρή μειοψηφία τότε η δραστηριότητά τους θα περιορίζεται κυρίως στην ανάπτυξη και διάδοση του “προγράμματός” τους (δηλαδή εκείνης της σειράς μέτρων που απαιτούνται για τη δημιουργία ενός νέου κόσμου), στη μετάδοση πληροφοριών και στην παρέμβασή τους σε διάφορες καταστάσεις για να εξηγήσουν τι πιστεύουν ότι συμβαίνει. Σε αυτό το στάδιο, η μορφή της οργάνωσής τους είναι η μικρή, λιγότερο ή περισσότερο προσωρινή σύμπραξη που ομαδοποιείται γύρω από ένα ιδιαίτερο σχέδιο όπως η συλλογική μελέτη, η παραγωγή μιας δημοσίευσης (έντυπης ή ηλεκτρονικής) ή η υλοποίηση κάποιας ανατρεπτικής δράσης στο πλαίσιο μιας ιδιαίτερης κατάστασης. Δεν υπάρχει μεγάλη ανάγκη για δημοκρατία, καθώς η οργάνωση έχει μικρό μέγεθος και είναι ρευστή έως ασταθής, και – σε κάθε περίπτωση – η σχετική υπανάπτυξη του κοινωνικού κινήματος δεν επιτρέπει ούτε απαιτεί ένα πολύ υψηλό επίπεδο πρακτικής συμφωνίας.

 

Ωστόσο, καθώς η κοινωνική αναπαραγωγή περιορίζεται ακόμα περισσότερο και αρχίζει να καταρρέει, και καθώς οι προλετάριοι βρίσκονται αναγκασμένοι να αμφισβητήσουν το Κράτος με μαζικές απεργίες και άλλες δράσεις, οι λειτουργίες του κόμματος γίνονται πιο σύνθετες και η οργάνωσή του γίνεται, αντίστοιχα, πιο συμπαγής. Το κόμμα πρέπει όχι απλώς να επεξεργαστεί το “πρόγραμμά” του αλλά επίσης να βοηθήσει στην αυτοάμυνα ολόκληρης της τάξης, προκειμένου να διατηρήσει – ως αναγκαίες προϋποθέσεις για την κομμουνιστική δημιουργία – τις φυσικές και πνευματικές δυνάμεις του πληθυσμού. Επιπλέον, πρέπει να προετοιμαστεί το ίδιο και να προετοιμάσει την υπόλοιπη τάξη όσο το δυνατόν πληρέστερα για τα οικονομικά και στρατιωτικά καθήκοντα που συνδέονται με την απαλλοτρίωση του κεφαλαίου και την καταστροφή των στρατιωτικών δυνάμεων του Κράτους (βλ. το “Γράμμα προς τη Βαυαρική Σοβιετική Δημοκρατία” που έγραψε ο Λένιν το 1919). Σε χώρες όπου υπάρχει μια λιγότερο ή περισσότερο ανοιχτή δικτατορία, το κόμμα πρέπει να μπορεί να λειτουργήσει παράνομα· εξάλλου, ένα μεγάλο και συνεχώς αυξανόμενο μέρος των λειτουργιών του θα πρέπει να είναι παράνομες ακόμα και στις πιο δημοκρατικές χώρες, καθώς τα Κράτη παντού θα συνεχίσουν να αναπτύσσουν τον αντικομμουνιστικό μηχανισμό τους. Στο μεταξύ, καθώς το κόμμα μεγαλώνει, η ανάγκη για εσωτερική δημοκρατία θα αρχίσει να γίνεται αισθητή. Διαδικασίες όπως η εξουσιοδότηση και η ανάκληση εκπροσώπων στα κεντρικά σώματα, ακόμα και η ψηφοφορία, θα γίνουν αναγκαίες για να εμποδίσουν την ανάπτυξη γραφειοκρατίας και να διασφαλίσουν ότι όλες οι δραστηριότητες είναι κατανοητές και συμφωνούνται από εκείνους που τις διεξάγουν. Αντίθετα, κάποιος που επιμένει στον “αποκεντρωτισμό” ή ακόμα και στο φεντεραλισμό υποκύπτει στον ίδιο οργανωτικό φετιχισμό με τους Λενινιστές – έστω και από την αντίθετη πλευρά. Μια ματιά στην επαναστατική ιστορία (π.χ. στη “Δράση του Μάρτη” το 1921 στη Γερμανία[iι]) δείχνει ότι τόσο ο αυταρχικός συγκεντρωτισμός όσο και ο “ελευθεριακός” αποκεντρωτισμός λειτουργούν περίφημα για την αναπαραγωγή μιας οργάνωσης εφόσον επικρατεί η αντεπανάσταση ή μια σχετική ταξική ειρήνη· αλλά από τη στιγμή που η οργάνωση αναπτύσσεται και ωθείται προς τα εμπρός από εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις που η ίδια εργάστηκε για να απελευθερώσει, η δομή της – είτε είναι αυστηρή είτε χαλαρή – διαλύεται σε αμήχανα θραύσματα. Η οργάνωση του κόμματός μας πρέπει να είναι ταυτόχρονα ανθεκτική και ευέλικτη σαν ένα ιστιοφόρο – το κόμμα πρέπει να είναι ικανό να αδράχνει και να γεμίζει από τους ανέμους της επαναστατικής πρωτοβουλίας που φυσάνε γύρω του και μέσα του. Επιπλέον, αυτό μπορεί να γίνει μονάχα εφόσον η δραστηριότητα του κόμματος είναι αυθεντικά επαναστατική (βλ. Θέση 26).

 

από .. 26/01/2010 4 πμ.


23

 

Σε μια επαναστατική σύμπραξη όπως και οπουδήποτε αλλού, η δημοκρατία δεν εγγυάται τίποτα. Η πλειοψηφία μπορεί εύκολα να κάνει λάθος (ένα παράδειγμα αποτελεί η κατάπνιξη της “Αριστεράς” από τους Λενινιστές κατά τη διάρκεια του Δεύτερου και του Τρίτου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς), οπότε η μειοψηφία μπορεί να αναγκαστεί είτε να συμπλεύσει με το σφάλμα είτε να φύγει από την οργάνωση και να παρακολουθεί ανήμπορη καθώς το σφάλμα οδηγεί στην προβλεπόμενη καταστροφή. Η καλύτερη εγγύηση για τη συνειδητή, ενιαία και – πάνω απ’ όλα – κατάλληλη μεταγενέστερη δραστηριότητα είναι η ευρύτερη δυνατή συζήτηση και ο πειραματισμός ευθύς εξ αρχής. Επίσης, πρέπει να εμποδιστεί ο εκφυλισμός του αναγκαίου καταμερισμού δραστηριοτήτων εντός της οργάνωσης σε διαχωρισμό μεταξύ απόφασης και δράσης, μεταξύ δημιουργικού έργου και ανιαρού έργου (ή, όπως το έθεσε ο Μαρξ, μεταξύ “καθολικής” και “συνεταιριστικής” εργασίας), που αποτελεί ένα από τα προσδιοριστικά γνωρίσματα όλων των ταξικών κοινωνιών. Από τη στιγμή που γενικεύεται – ή, ακόμα περισότερο, θεσμοποιείται – αυτός ο διαχωρισμός, ολόκληρη η δημοκρατία του κόσμου δεν μπορεί να εμποδίσει την οργάνωση να γίνει αντεπαναστατική, διότι η συνδετική της ενέργεια δεν είναι πια η διεύρυνση των ζωντανών επιθυμιών και της δημιουργικότητας των μελών της αλλά η αναπαραγωγή του προλεταριακού χαρακτήρα τους, της υποτακτικότητας και του κατακερματισμού τους μέσω της περίφημης Λενινιστικής “σιδερένιας πειθαρχίας”. Όταν συμβεί κάτι τέτοιο, το καθήκον των κομμουνιστών δεν είναι να προσπαθήσουν να ανακτήσουν τον έλεγχο της οργάνωσης – η οποία εξ ορισμού δεν ανήκει πλέον στο κόμμα του κομμουνισμού – αλλά αντίθετα να την υπονομεύσουν και να την καταστρέψουν.

 

24

 

Πολλές φορές κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα, σε περιόδους κοινωνικής κρίσης, το προλεταριάτο έτεινε λιγότερο ή περισσότερο αυθόρμητα να οργανώνεται σε συνελεύσεις και επιτροπές εκπροσώπων – σοβιέτ, συμβούλια εργατών και στρατιωτών, εργατικές επιτροπές κ.λ.π. Αυτά τα σώματα αποδείχτηκαν σε ποικίλους βαθμούς ικανά να συντονίζουν μαζικές απεργίες, να οργανώνουν την ένοπλη αντίσταση ενάντια στο Κράτος και, ορισμένες φορές, να αναλαμβάνουν τη βασική κοινωνική παραγωγή. Ωστόσο, στο παρελθόν υπήρξαν προσπάθειες από το προλεταριάτο να αναπαραγάγει τον εαυτό του ως τέτοιο σε περιόδους όπου η εξωτερική εξουσία του κεφαλαίου είχε καταρρεύσει, όπως επίσης υπήρξαν πραγματικά επαναστατικές συμπράξεις ως μέσα για την κοινοτικοποίηση της κοινωνίας και την αυτο-κατάργηση του προλεταριάτου. Αυτές οι προσπάθειες παρέμειναν συχνά περιορισμένες στο επίπεδο της επιχείρησης ή της στρατιωτικής μονάδας, ή ακόμα συνενώθηκαν απλώς για να παραδώσουν την εξουσία τους στο ανασυγκροτημένο Κράτος (Γερμανία, 1918).

 

Επομένως, η ανάγκη για ένα οργανωμένο κόμμα κομμουνιστών δεν τερματίζεται με τη δημιουργία ταξικών οργάνων όπως είναι τα συμβούλια. Αντίθετα, σε εκείνο το σημείο – και ιδίως σε στιγμές δισταγμού ή σύγχυσης – θα έχει αποφασιστική σημασία η συνεκτική δράση των κομμουνιστών. Στο εσωτερικό αυτών των οργάνων, οι κομμουνιστές θα πρέπει να επιχειρηματολογούν σε όλα τα επίπεδα με σαφήνεια: υπέρ του συντονισμού, της στρατηγικής, της δημιουργίας πολιτοφυλακών, υπέρ της άμεσης ανάληψης όλων των μέσων χρήσιμης παραγωγής και επικοινωνίας προκειμένου να στηριχθεί η επανάσταση και να υπονομευθεί η στρατιωτική ισχύς του Κράτους, υπέρ της διεθνούς επέκτασης του κινήματος και υπέρ του “προγράμματός” τους εν γένει.

 

 

 

25

 

Στο βαθμό που οι υπόλοιποι προλετάριοι ενεργούν σε συμφωνία με τους κομμουνιστές – και στο βαθμό που οι κομμουνιστές είναι κανοί να μετασχηματίζουν τη θεωρία και την πρακτική τους σε συμφωνία με τις δημιουργικές καινοτομίες του ευρύτερου κινήματος – τα τυπικά όρια του κόμματος διαλύονται ήδη, διότι το προλεταριάτο επικυρώνεται πραγματικά ως υποκείμενο, ως η τάξη του κομμουνισμού. Το κομμουνιστικό κόμμα – όπως ακριβώς και το προλεταριάτο, του οποίου αποτελεί την πιο αναπτυγμένη και συνειδητή έκφαση σε κάθε δεδομένη στιγμή – οργανώνεται ακριβώς για να καταργήσει τον εαυτό του. Όπως ακριβώς το προλεταριάτο μπορεί να καταργήσει τον εαυτό του μονάχα κοινοτικοποιώντας την κοινωνία, καταργώντας τις προηγούμενες συνθήκες της ύπαρξής του ως τάξης, έτσι και το κομμουνιστικό κόμμα μπορεί να καταργήσει τον εαυτό του μονάχα καταργώντας τις συνθήκες της ύπαρξής του ως διαχωρισμένης οργάνωσης, καθιστώντας τους σκοπούς του κοινούς.

 

26

 

Ας ειπωθεί μια για πάντα: η επιδίωξη του κομμουνιστικού κινήματος δεν είναι η ανατροπή του κεφαλαίου και η κοινοτικοποίηση της κοινωνίας ως αυτοσκοποί αλλά, απλούστατα, μονάχα για χάρη της ανθρώπινης χειραφέτησης, για την ελεύθερη και χαρμόσυνη πραγμάτωση όλων των ιστορικά αναπτυγμένων δυνατοτήτων του είδους. Επομένως, τόσο το μέσο όσο και ο σκοπός του κομμουνιστικού κόμματος είναι ο μετασχηματισμός των μελών του σε πραγματικά κοινωνικά άτομα, σε ανθρώπινα όντα που αναπτύσσουν και εξασκούν τις δημιουργικές δυνατότητες του εαυτού τους μετασχηματίζοντας τον κόσμο. Η χρήση του καταναγκασμού για να επιβληθούν οι σκοποί του κόμματος είτε εντός του κόμματος είτε ενάντια στους άλλους προλετάριους έρχεται, επομένως, σε άμεση αντίθεση με αυτόν το σκοπό. Το κόμμα μπορεί και πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια στην αντεπανάσταση, και αυτή η υπεράσπιση συμπεριλαμβάνει την εκδίωξη των αποστατών ή των προβοκατόρων – αλλά δεν μπορεί να κάνει τους άλλους κομμουνιστές παρά τη θέλησή τους ούτε μπορεί να επιδιώκει να διευθύνει τη δραστηριότητα των άλλων. Το κόμμα μπορεί να διατυπώνει τις προοπτικές του και να επιτίθεται στην ιδεολογία και στην αυταρχική εξάρτηση σε κάθε κατάσταση όπου αυτό είναι δυνατό· αλλά με καμία άλλη έννοια δεν μπορεί να ενεργεί για την τάξη ως σύνολο – ειδάλλως θα βρεθεί απομονωμένο από την τάξη και θα διατρέξει τον κίνδυνο να συντριβεί από το Κράτος, όπως συνέβη με την εξέγερση των Σπαρτακιστών το 1918 στο Βερολίνο. Επομένως, το κόμμα υπόκειται επίσης σε ένα είδος δημοκρατίας έναντι της υπόλοιπης τάξης: η αποτυχία της πλειοψηφίας να προχωρήσει στη διαδικασία της κοινοτικοποίησης θα συνιστούσε μια “ψήφο” της οποίας η παραγνώριση θα έβαζε σε κίνδυνο το κόμμα. Σε μια τέτοια κατάσταση, το κόμμα θα αναγκαζόταν να υποχωρήσει και να προσπαθήσει να ξαναδημιουργήσει τις υποκειμενικές συνθήκες της επανάστασης σε ένα υψηλότερο και ευρύτερο επίπεδο. Στην αντίθετη περίπτωση, είτε θα καταστρεφόταν είτε θα αναγκαζόταν να βρεθεί στη θέση να αναλάβει την Κρατική εξουσία επ’ αυτού που τελικά θα γινόταν ένα συγκεντροποιημένο εθνικό κεφάλαιο· θα υπέφερε τη μοίρα των Μπολσεβίκων.

 

27

 

Τα ανθρώπινα όντα – προλετάριοι ή άλλοι – δεν αποτελούν απλές ενσαρκώσεις αφηρημένων “ιστορικών δυνάμεων”. Είναι τα υποκείμενα της ιστορίας, και οι όροι της υποκειμενικότητάς τους είναι ιστορικά καθορισμένοι, «δίνονται και μεταβιβάζονται από το παρελθόν». Επιπλέον, εμπεριέχουν τις αντιφάσεις και τους περιορισμούς τόσο της δικής τους εποχής όσο και όλης της προηγούμενης ανθρώπινης εξέλιξης. Επομένως, δεν μπορεί κανείς να περιμένει ότι οι αντιδραστικές, μη-κοινωνικοποιημένες και άρα μη-ατομικοποιημένες πλευρές των προλετάριων – δηλαδή ο χαρακτήρας τους ως τέτοιος – θα εξαφανιστούν σε μια νύχτα, όπως ακριβώς δεν μπορεί κανείς να εξαλείψει τις αντιφάσεις ανάμεσα στα πραγματικά ιδιαίτερα συμφέροντα μονάχα με ευχολόγια. Εξίσου ανόητο θα ήταν να φανταστεί κανείς ότι η σημερινή φυσική διάταξη της κοινωνίας, η οποία έχει διαμορφωθεί επιμελώς από το κεφάλαιο, θα μπορούσε να μετασχηματιστεί με ένα κούνημα των δαχτύλων στον πραγματωμένο κόσμο της ποίησης που θα δημιουργήσει η κομμουνιστική κοινωνία. Είναι αλήθεια ότι η επανάσταση αποτελεί επιβεβαίωση μιας συλλογικής ανάγκης, αλλά αυτή η ανάγκη είναι επίσης η ανάγκη της ελευθερίας. Το ανθρώπινο είδος πρέπει να γίνει αφέντης του εαυτού του, της παραγωγής του, ή αλλιώς να αφανιστεί. Αυτή η διαφέντευση του εαυτού, αυτή η ελευθερία συνεπάγεται τη συλλογική επικύρωση και ανακάλυψη από κάθε προλετάριο της ατομικής ανάγκης, της ανάγκης των κοινωνικών ατόμων. Η διαδικασία της σύμπραξης είναι η διαδικασία επίλυσης των αντιφάσεων ανάμεσα στις ατομικές ανάγκες, ανάμεσα στα ιδιαίτερα συμφέροντα, και η εναρμόνισή τους σε ένα πραγματικό γενικό συμφέρον. Και ακριβώς επειδή υπάρχουν αντιφάσεις, επειδή η συλλογική ανάγκη δεν είναι ένα σύνολο αιώνιων εντολών που χαράσσονται με φλεγόμενα γράμματα για να τις βλέπουν όλοι και να υπακούνε σε αυτές – για το λόγο αυτό, τόσο η δημοκρατία όσο και η δικτατορία αποτελούν αδιαχώριστες πλευρές της κομμουνιστικής επανάστασης. Είναι εξίσου βέβαιο ότι η εκδήλωση συγκρούσεων ανάμεσα σε ιδιαίτερα συμφέροντα “εσωτερικά” προς το προλεταριάτο (η πάλη των μειοψηφιών και των πλειοψηφιών) θα καταστήσει αναγκαία τη συλλογική συζήτηση και απόφαση, όσο και ότι η εκδήλωση των άλλων, των “εξωτερικών” συμφερόντων – με τη μορφή των υπηρετών του κεφαλαίου – θα καταστήσει αναγκαία τη βίαιη καταστολή.

 

28

 

Το σύγχρονο Κράτος αναπτύχθηκε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα των αντιφάσεων ανάμεσα στα ιδιαίτερα συμφέροντα της ταξικής κοινωνίας. Εκεί όπου ο συμβιβασμός ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα δεν μπορούσε να επιτευχθεί με δημοκρατικά μέσα, κάποιο από αυτά τα συμφέροντα καταπνιγόταν με δικτατορικά μέσα. Ωστόσο, όπως ακριβώς η δημοκρατία του Κράτους ήταν πάντοτε αντιπροσωπευτική δημοκρατία, δημοκρατία της αντιπροσώπευσης και, επομένως, συχνά ήταν μια απλή αναπαράσταση της δημοκρατίας, έτσι και το Κράτος ως αντιπρόσωπος του ανύπαρκτου γενικού συμφέροντος συγκάλυπτε και διαιώνιζε τη δικτατορία του πιο ισχυρού ιδιαίτερου συμφέροντος. Αντίθετα, το προλεταριάτο ούτε αντιπροσωπεύει ούτε αντιπροσωπεύεται. Δεν μπορεί να επιβληθεί ως κυρίαρχη τάξη χωρίς ταυτόχρονα να καταργήσει κάθε αντιπροσώπευση· δεν μπορεί να καταργήσει τον εαυτό του χωρίς να εκπληρώσει τις συνθήκες για μια ελεύθερη, αταξική ανθρώπινη σύμπραξη, χωρίς να δημιουργήσει ένα γενικό συμφέρον για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η δικτατορία του είναι πλειοψηφική: η δημοκρατία του είναι άμεση, χωρίς αντιπροσώπευση. Ούτε η δημοκρατική ούτε η δικτατορική πλευρά αυτής της διαδικασίας θεσμοποιείται: πρόκειται απλώς για στιγμιαίες, προσωρινές απαντήσεις σε μεταβαλλόμενες ανάγκες. Επομένως, η ταξική κυριαρχία του προλεταριάτου περιγράφεται καλύτερα ως αντι-Κράτος.

 

29

 

Μολονότι η μορφή της αντι-Κρατικής διαδικασίας σύμπραξης δεν μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων με ακρίβεια, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η σχέση της με τα σοβιέτ και τα εργοστασιακά συμβούλια του 1917-23 θα είναι περίπου η ίδια με τη σχέση που έχει η σημερινή καπιταλιστική κοινωνία με την κοινωνία εκείνης της εποχής. Με άλλα λόγια, θα αντανακλά την ολοκλήρωση της μετάβασης από την τυπική στην πραγματική κυριαρχία του κεφαλαίου. Αυτή τη φορά δε θα αναδυθεί από πόλεις οι οποίες θα περιβάλλονται από μια αγροτική και μικροαστική ύπαιθρο, δε θα αναδυθεί από μια καπιταλιστική βιομηχανία που θα περιβάλλεται από προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής και κατανάλωσης. Αντίθετα, η βάση της θα είναι οι πόλεις που αποτελούν γιγαντιαία εργοστάσια αναπαραγωγής στα οποία η κοινωνική επιβίωση έχει σχεδόν πλήρως βιομηχανοποιηθεί, συλλογικοποιηθεί, και γύρω από τα οποία οι αγρότες έχουν γίνει μειοψηφία. Αντί να αποτελεί μια πολιτική ομοσπονδία οργανισμών που συνέρχονται στους εργασιακούς χώρους, θα αναπτυχθεί και θα λειτουργεί ως ενιαίος κοινωνικός οργανισμός που θα περιέχει “κύτταρα” τα οποία θα διεξάγουν διαφορετικά καθήκοντα – παραγωγικά, διανεμητικά, στρατιωτικά κ.λ.π. Όπως συμβαίνει και με έναν βιολογικό οργανισμό, ο μετασχηματισμός σε κυτταρικό επίπεδο θα είναι πολύ γρήγορος, ουσιαστικά συνεχής, ενώ η συνολική δομή – από τη στιγμή που θα εδραιωθεί – θα αλλάζει με πιο αργούς ρυθμούς. Ακριβέστερα, η σύνθεση των κυττάρων σε συγκεκριμένες παραγωγικές μονάδες ή γειτονιές θα βρίσκεται σε συνεχή ροή, καθώς οι παλιές ζώνες κατοικίας, τα παλιά εργοστάσια, τα παλιά σχολεία κ.λ.π. θα αντικαθίστανται από νέες δομές και όργανα που εξυπηρετούν καλύτερα τις ανάγκες της κοινότητας, και καθώς τα υπολείμματα των παλιών μη-προλεταριακών τάξεων θα απορροφούνται στη σύμπραξη των παραγωγών, την Κομμούνα. Στο μεταξύ, η αναδιοργάνωση της παραγωγής σε παγκόσμιο επίπεδο, η κατάργηση της πείνας και της στέρησης, θα οδηγήσει στη δημιουργία τεράστιων νέων δικτύων επικοινωνίας, διανομής αγαθών και επεξεργασίας δεδομένων. Επομένως, η σύνθεση κάθε περιφερειακού, ηπειρωτικού ή παγκόσμιου συντονιστικού σώματος – καθώς επίσης η δομή και η ακριβής λειτουργία του – θα εναλλάσσεται και θα τροποποιείται με πιο αργούς ρυθμούς. Γενικά, η μορφή του αντι-Κράτους θα αντανακλά τα καθήκοντα της κοινοτικοποίησης και θα μεταβάλλεται καθώς εκπληρώνονται αυτά τα καθήκοντα. Ωστόσο, η μορφή αυτή πρέπει πάντα να είναι τέτοια ώστε να μη συνεπάγεται μια ανανεωμένη αλλοτρίωση (απο-οικειοποίηση) των κοινωνικών δυνάμεων-του-εαυτού, τις οποίες μόλις πήρε πίσω το προλεταριάτο ανατρέποντας τη μισθωτή σχέση και το Κράτος. Κατά συνέπεια, πρέπει ευθύς εξαρχής να επιδιώκει να επιτρέψει την πλήρη συμμετοχή κάθε ατόμου στο σχεδιασμό της παγκόσμιας κοινωνικής αναπαραγωγής. Αυτό δε σημαίνει ότι όλοι θα αφιερώνουν  το σύνολο του χρόνου τους στο σχεδιασμό και στη λήψη αποφάσεων, αλλά ότι το καθήκον όλων των εξειδικευμένων σχεδιαστικών σωμάτων σε κάθε δεδομένη περίπτωση θα είναι να περιγράψουν τις εφικτές εναλλακτικές επιλογές στους εμπλεκομένους, σύμφωνα με τις γενικά εκφρασμένες ανάγκες ολόκληρου του πληθυσμού.

 

30

 

Ας μη λαθέψει κανείς. Το ζήτημα εδώ δεν είναι να “υποστηριχθεί” η δημοκρατία ούτε να “υποστηριχθεί” η δικτατορία. Όταν εμφανίζεται η ανάγκη για ψηφοφορία, για την ανάκληση ενός εκπροσώπου ή για δημοκρατικές διαδικασίες εν γένει (ή, ομοίως, όταν εμφανίζεται η ανάγκη για  την άσκηση οργανωμένης βίας), πρόκειται για κάτι περισσότερο από ένα σημάδι ότι ο παλιός κόσμος διατρανώνεται εκ νέου – είτε ως αντικειμενική σύγκρουση ανάμεσα σε ιδιαίτερα στιγμιαία συμφέροντα είτε ως διατήρηση της καπιταλιστικής χαρακτηροδομής. Η μορφή δεν είναι ποτέ κάτι παραπάνω από την έκφραση ενός περιεχομένου – και, σε αυτή την περίπτωση, η δημοκρατία είναι η έκφραση της αντίφασης ανάμεσα στην ανάγκη να δημιουργηθεί μια παγκόσμια κοινότητα πραγματωμένων ανθρώπινων όντων και στα εμπόδια που στέκονται απέναντι σε αυτή την ανάγκη τόσο στην ευρύτερη κοινωνία όσο και εντός του ατόμου. Είναι η έκφραση του αγώνα που διεξάγει η υποκειμενικότητα για να δημιουργήσει το δικό της σύμπαν.

 

31

 

Η άμεση δημοκρατία του κομμουνιστικού κόμματος – και αργότερα των παραγωγών που συμπράττουν – είναι η δημοκρατία που διεξάγει μια πορεία προς την υπέρβαση του εαυτού της. Στο βαθμό που αποτελεί μια μεσολάβηση ανάμεσα στα στιγμιαία συμφέροντα ιδιαίτερων ομάδων ή ατόμων, παραμένει πολιτική. Ωστόσο, είναι ταυτόχρονα αντι-πολιτική, καθώς (α) είναι το μέσο με το οποίο ένα πραγματικό κοινό συμφέρον ανακαλύπτεται, καθίσταται συγκεκριμένο και εκφράζεται πρακτικά, και (β) είναι το μέσο με το οποίο οι υλικές αντιφάσεις – οι οποίες την καθιστούν καταρχήν αναγκαία – διαλύονται μια για πάντα.

 

32

 

Το προλεταριάτο μπορεί να καταργήσει τον εαυτό του μονάχα πραγματώνοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του μέσω της δικτατορίας του. Αυτή η δικτατορία – με τη σειρά της – πρέπει να πραγματώσει τη δημοκρατία, έτσι ώστε το ανθρώπινο γένος να μπορέσει να καταργήσει τόσο τη δημοκρατία όσο και τη δικτατορία.

 

 

Ο Tweedledum και ο Tweedledee

Συμφώνησαν να μονομαχήσουν

Γιατί ο Tweedledum είπε ότι ο Tweedledee

Είχε χαλάσει την ωραία, καινούρια κουδουνίστρα του.

 

Εκείνη τη στιγμή κατέβηκε πετώντας μια τεράστια κουρούνα

Μαύρη σαν βαρέλι με πίσσα

Που φόβισε τόσο πολύ τους ήρωες

Ώστε ξέχασαν τον καυγά τους.

 

- Lewis Carroll, Μέσα από τον Καθρέφτη


Σημειώσεις του Συγγραφέα


[1]  Βλ. Grundrisse, σελ. 241-45.


[2] Βλ. Grundrisse, σελ. 197. Επίσης, βλ. “Η Αλλοτριωμένη Εργασία” στο βιβλίο Η Αντίληψη του Ανθρώπου στον Μαρξ , που εκδόθηκε από τον Erich Fromm (Ungar, New York, 1961), σελ. 93-109.

[3] Βλ. Η Γερμανική Ιδεολογία, Μέρος 1ο.

[4] Μεγάλο μέρος του “ανθρωπισμού” των κυρίαρχων τάξεων είναι δυνατό να εξηγηθεί με αυτόν τον τρόπο. Μπορεί κανείς να θυμηθεί την ανήσυχη παρατήρηση του Robert McNamara το 1973 ότι «με τους σημερινούς ρυθμούς, η επόμενη γενιά Βραζιλιάνων δε θα είναι σε θέση να εργαστεί».


[5] Βλ. Canne Meier, Οι Ρίζες του Κινήματος των Εργατικών Συμβουλίων στη Γερμανία, WorkersVoice (1973). Επίσης, βλ. Barrot & Anthier, Η Κομμουνιστική Αριστερά στη Γερμανία, 1918-21 (Payot, Paris – 1976).


[6] Βλ. Daniel Guerin, Φασισμός και Μεγάλη Επιχείρηση (Pathfinder Press, New York -1973).


[7] Βλ. Άουσβιτς ή Το Μεγάλο Άλλοθι (Le Mouvement communiste, Paris - 1975). Επίσης, πολυάριθμες αναφορές στο Βορειοαμερικανικό Συνέδριο για τη Λατινική Αμερική (NACLA) και στον ημερήσιο τύπο.


[8] Βλ. Λένιν, Τι να Κάνουμε.


Σημειώσεις της Μετάφρασης


(i) Για μια αρκετά διεξοδική κριτική στην ανάλυση του Μπαρώ, βλ. Louis Michaelson, Κομμουνισμός, Οργάνωση και Συνείδηση (1974). To κείμενο μπορεί να βρεθεί εδώ:

http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1073079 

 

(ii) Η “Δράση του Μάρτη” (Märzaktion) ήταν μια ένοπλη εξέγερση που ξέσπασε το Μάρτη του 1921 στη Γερμανία με πρωτοβουλία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD), το οποίο προσπάθησε να εφαρμόσει τη “θεωρία της επίθεσης” που κήρυτταν τότε πολλά μέλη της Κομιντέρν. Στην εξέγερση – η οποία απέτυχε, καθώς δεν υποστηρίχθηκε ενεργά από την πλειοψηφία των εργατών – συμμετείχε επίσης το Ενοποιημένο Κομμουνιστικό Κόμμα (VKPD), ένα μεγάλο τμήμα του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος (KAPD), καθώς επίσης και οι ένοπλες ομάδες που καθοδηγούνταν από τον Max Hölz.


Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License