Μηδενισμός

απόσπασμα από το 13ο κεφάλαιο (Populism and Nihilism) του κλασικού βιβλίου του Franco Venturi: Roots of Revolution

Μηδενισμός

[απόσπασμα από το 13ο κεφάλαιο (Populism and Nihilism) του βιβλίου του Franco Venturi: Roots of Revolution]

[...]

Η απόπειρα δολοφονίας του Τσάρου από τον Καρακοζόφ το 1866[1] συνέβη σε μια στιγμή που το περιοδικό Sovremennik (Σύγχρονος Άνθρωπος) βρισκόταν σε κρίσιμη θέση. Είχε ήδη λάβει δύο «προειδοποιήσεις» από τις αρχές. Μάταια προσπάθησε ο Νεκράσοφ να αποφύγει το τρίτο και μοιραίο χτύπημα· μάταια κατέφυγε σε αποκηρύξεις και συμβιβασμούς. Στις 3 Ιουνίου του 1866 οι εφημερίδες της Αγ. Πετρούπολης δημοσίευσαν την είδηση πως «απαγορεύτηκε η κυκλοφορία των  επιθεωρήσεων Sovremennik και Russkoe Slovo (Ρώσικη Λέξη) κατ' εντολήν της αυτού Μεγαλειότητος, λόγω των επιβλαβέστατων πολιτικών που είχαν ακολουθήσει για κάποιο διάστημα». Αυτός ήταν ο επιτάφιος μια επιθεώρησης, στους αρθρογράφους της οποίας συμπεριλαμβάνονταν συγγραφείς όπως ο Πούσκιν, ο Μπελίνσκυ, ο Νεκράσοφ, ο Τσερνισέφσκι, ο Ντομπρολιούμποφ και ο Σαλτίκοφ-Σέντριν.

Για μια ακόμη φορά, όπως και το 1862, ο «Σύγχρονος Άνθρωπος» είχε την ίδια μοίρα με τη «Ρώσικη Λέξη», το όργανο του Πισάρεφ και του «Μηδενισμού». «Κάθε κόμμα, κάθε υπόθεση έχει και τα τρομερά της παιδιά [γαλλικά στο πρωτότυπο, enfants terribles] έλεγε ο Σαλτίκοφ-Σέντριν, όταν αναφερόταν στους συντάκτες της Ρώσικης Λέξης που ήταν πράγματι τα τρομερά παιδιά  του Ποπουλισμού της δεκαετίας του 1860.

Από διανοητικής απόψεως αντιπροσώπευαν μια θετικιστική και επιστημονική αντίδραση στον φοϋερμπαχιανό "ανθρωπολογισμό"[2] του Τσερνισέφσκι και τον μοραλισμό του Ντρομπρολιούμποφ. Παρόμοιες τάσεις είχαν εμφανιστεί μετά το 1862 ακόμα και στον Σύγχρονο Άνθρωπο. Π.χ. ο Αντόνοβιτς είχε συνδυάσει τη φιλοσοφική παιδεία που είχε λάβει από την Χεγκελιανή Αριστερά με τον υλισμό του Μπύχνερ και του Μόλεσοτ. Ο Βάτσον ισχυριζόταν πως ήταν μαθητής του Κοντ. Ο Buckle είχε γίνει είδωλο για τη νέα γενιά. Αλλά ο Πισάρεφ και οι συνεργάτες του τράβηξαν αυτές τις τάσεις, που συναντιούνταν σε όλη την ευρωπαϊκή κουλτούρα, στα άκρα. Ο αισθητικός «ρεαλισμός» έγινε στα χέρια τους βίαιη απόρριψη της τέχνης· ο «ωφελιμισμός» εξύμνηση των ακριβών επιστημών, το μόνο «χρήσιμο» είδος της ανθρώπινης δραστηριότητας·και ο «διαφωτισμός» εξύμνηση των μορφωμένων τάξεων.

Ο Πισάρεφ βρήκε όνομα για την τάση αυτή, υποδεχόμενος ως εγκώμιο τον όρο «μηδενισμός» που ο Τουργκένιεφ είχε χρησιμοποιήσει σαν προσβολή στο μυθιστόρημά του Πατέρες και γιοι.

Ο όρος δεν ήταν καινούριος. Είχε χρησιμοποιηθεί τον 18ο αιώνα από τον F. Jacobi, τον Jean-Paul Richter και τον Sebastian Mercier. Το 1829 ο ρομαντικός κριτικός Nadezhdin τον είχε χρησιμοποιήσει στη Ρωσία, αν και με μια καθαρά αρνητική έννοια, για να χαρακτηρίσει αυτούς που δεν γνωρίζουν και δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Ο Katkov του έδωσε ένα νέο νόημα, χρησιμοποιώντας τον για να περιγράψει κάποιον που δεν πιστεύει πια σε τίποτα. «Αν κάποιος προσπαθεί να ερμηνεύσει το σύμπαν έχοντας μόνο δύο ακραίες εναλλακτικές επιλογές, είναι ευκολότερο να γίνει μυστικιστής παρά μηδενιστής. Περιβαλλόμαστε παντού από θαύματα». Και έτσι ο όρος όπως χρησιμοποιείτο στην Χεγκελιανή Αριστερά από τον Μπρούνο Μπάουερ και το Στίρνερ άρχιζε να αποκτά μια φιλοσοφική σημασία και μια σημασία ως προς την πολεμική των αντιπαραθέσεων. Αλλά ο Τουργκένιεφ ήταν αυτός που τον έκανε δημοφιλή και τον χρησιμοποίησε για να συνοψίσει τη μαχητική συμπεριφορά και τις ιδέες της νέας γενιάς της δεκαετίας του 1860.

Έγινε άμεσα ξεκάθαρο πως η επιλογή του όρου ήταν κακή. Οι «μηδενιστές» περισσότερο από κάθε άλλον, πίστευαν –τυφλά και βίαια– στις δικές τους ιδέες. Η πίστη τους στο θετικισμό και τον υλισμό θα μπορούσε να κατηγορηθεί για φανατισμό, για μια νεανική έλλειψη της έννοιας της κριτικής, αλλά όχι για απάθεια. Ο Σαλτίκοφ-Σεντρίν είχε δίκιο όταν έγραφε πως ήταν μια «λέξη χωρίς κανένα νόημα, λιγότερο κατάλληλη από οποιαδήποτε άλλη για την περιγραφή της νέας γενιάς, στην οποία μπορούσαν να βρεθούν κάθε είδους –ισμοί αλλά σίγουρα όχι ο ‘μηδενισμός’». Θα ήταν εύκολο να παραθέσουμε ένα μακρύ κατάλογο διαμαρτυριών και εξηγήσεων που διατύπωσαν οι ποπουλιστές διάφορων τάσεων και σε διαφορετικές περιόδους για να δείξουμε πόσο λίγο τους ταίριαζε ο όρος που χρησιμοποίησε ο Τουργκένιεφ για να τους χαρακτηρίσει. Ο Αντόνοβιτς θεώρησε απαραίτητο να γράψει μια εκτεταμένη κριτική του μυθιστορήματος Πατέρες και γιοι στο Σύγχρονο Άνθρωπο, η οποία (όπως έχει ορθά σημειωθεί) καταδίκαζε με νομικά επιχειρήματα το συγγραφέα για πλαστογράφηση της πραγματικότητας. Και ακόμη στα κατοπινά χρόνια οι Ρώσοι επαναστάτες εκπλήσσονταν και σοκάρονταν όταν τους αποκαλούσαν «μηδενιστές».

Ωστόσο, ο όρος καθιερώθηκε και διαδόθηκε, ειδικά στη Δύση, όπου έγινε δημοφιλής και χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει την αίσθηση μυστηρίου που περιέβαλλε τους Ρώσους ποπουλιστές και τρομοκράτες. Μια ματιά στις Γαλλικές, Αγγλικές και Ιταλικές εφημερίδες της δεκαετίας του 1870 αρκεί για να φανεί πόσο συχνά χρησιμοποιείτο. Βλέποντας το πόσο συχνά επαναλαμβανόταν η χρήση του όρου αναπόφευκτα υποψιαζόμαστε ότι είχε ξαναπάρει την αρχική του σημασία, και ότι τώρα χρησιμοποιείτο κυρίως για να κρύψει την άγνοια των δημοσιογράφων και των εχθρών της επανάστασης που έγραφαν σχετικά με τα διάφορα ρώσικα κινήματα χωρίς να καταλαβαίνουν ούτε τα ζητήματα που ετίθεντο ούτε το πνεύμα τους.

Προκειμένου να κατανοήσουμε το ρόλο που έπαιξε ο μηδενισμός στην ανάπτυξη του ρώσικου ποπουλισμού, πρέπει να τον θέσουμε ξεκάθαρα μέσα στα ιστορικά του όρια. Αυτή η έκφραση ήταν αρχικά απλώς μια λογοτεχνική μόδα της κριτικής –ένα φάντασμα το οποίο επικαλούντο οι φοβισμένοι φιλελεύθεροι και οι αντιδραστικοί, καθώς έβλεπαν το βαθύ, βίαιο αντίκτυπο των μεταρρυθμίσεων στη νεότερη γενιά των διανοούμενων. Ο όρος έγινε πολιτικό σύνθημα, όταν ο Πισάρεφ τον υιοθέτησε, και δήλωσε πως ο Τουργκένιεφ είχε δωσει μια ακριβή περιγραφή των αισθημάτων της νεότερης υλιστικής γενιάς. Με αυτό ο Πισάρεφ εννοούσε ότι η κύρια λειτουργία της επαναστατικής ιντελιγκέντσια ήταν η κριτική και η αποσταθεροποίηση· ότι τα εμπόδια που έπρεπε να ξεπεραστούν ήταν τόσο μεγάλα που ακόμα και μια καθαρά αρνητική λειτουργία αυτού του είδους θα ήταν επαρκής για να απορροφήσει τη ζωή της γενιάς του.

Και η ιδέα αυτή προχώρησε γιατί αυτά τα λόγια ειπώθηκαν σε μια εποχή που οι ελπίδες για μεταρρύθμιση κατέρρεαν και δεν είχε ξεκινήσει κανένα επαναστατικό κίνημα όπου το πάθος των ανθρώπων που ήθελαν να αφοσιωθούν στην υπόθεση του λαού θα μπορούσε να βρει διέξοδο. Επομένως, ο μηδενισμός δεν συνεπαγόταν σκεπτικισμό ή απάθεια αλλά αντιθέτως το ξεπέρασμα της πικρής απογοήτευσης και την επιθυμία να «τραβήξεις τα πράγματα μέχρι το τέλος».

Πολιτικά αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Οι μηδενιστές της Ρώσικης Λέξης έβαζαν την πίστη τους και τις ελπίδες τους κατά κύριο λόγο στον εαυτό τους. Αρνούνταν να πιστέψουν είτε στις άρχουσες τάξεις είτε ακόμα και σε ένα μύθο του «λαού» και των «χωρικών». Η «απελευθέρωση του ατόμου» (δηλ. ο σχηματισμός ανεξάρτητων χαρακτήρων, «που σκέφτονται κριτικά») ήταν πιο σημαντική από την κοινωνική απελευθέρωση. Η τελευταία εκλαμβανόταν κυρίως ως η διάδοση της τεχνικής και επιστημονικής γνώσης. Για να φέρουν σε πέρας ένα τέτοιο έργο διαφωτισμού ήταν απαραίτητο να σχηματίσουν μια τάξη που θα μπορούσε να στοχάζεται για την ύπαρξή της με σύγχρονο επιστημονικό τρόπο και να απαλλαχθεί από το συναισθηματισμό και το ρομαντισμό. Έτσι, οι μηδενιστές τράβηξαν στα άκρα μια όψη της σκέψης του Χέρτσεν και του Τσερνισέφσκι. Έκαναν τον «εγωισμό» θεωρία και εξύμνησαν τον οικονομικό υπολογισμό και την ωφελιμιστική ψυχρότητα. Ήλπιζαν πως αυτές οι ιδιότητες θα μπορούσαν να δώσουν στον άνθρωπο μια ιδέα της ατομικότητάς του και θα τον βοηθούσαν να ξεφύγει από την κοινωνική πειθαρχία και τον κομφορμισμό. «Να αυξηθεί ο αριθμός των ανθρώπων που σκέφτονται: αυτό είναι το άλφα και το ωμέγα της κοινωνικής προόδου», έλεγε ο Πισάρεφ.

Αυτός ο «ρεαλισμός» του έκανε πολλές φορές να αποδέχονται, με όλο τον ενθουσιασμό των προσήλυτων, τις ακραίες συνέπειες της δαρβινικής «πάλης για επιβίωση». Ένας από αυτούς, ο Ζαΐτσεφ προσέλκυσε πάνω του τις επιθέσεις και τις προσβολές όλου του ποπουλιστικού τύπου με τον ισχυρισμό του πως οι έγχρωμες φυλές ήταν γενετικά κατώτερες. Ο Πισάρεφ συχνά εξυμνούσε τους δυνατούς και τους ικανούς, αυτούς που ήξεραν πως να οπλιστούν με τη σύγχρονη επιστημονική γνώση που απαιτείται για τη νίκη στη μάχη.

Όλα αυτά θα μπορούσαν εύκολα να γίνουν η ιδεολογία της νέας ιντελιγκέντσια –της διευθυντικής τάξης των τεχνικών– και συχνά βρίσκουμε αναφορές και εκκλήσεις σε αυτήν την κοινωνική ομάδα στα έργα του Πισάρεφ. Ωστόσο, παρά τον «ρεαλισμό» και τον «εγωισμό» τους, οι συντάκτες της Ρώσικης Λέξης είχαν βαθιά σχέση με το εξισωτικό πνεύμα και την επαναστατική παράδοση του 1848· ένιωθαν βαθιά περιφρόνηση και μίσος για την αστική τάξη, τους ισχυρούς και τους πλούσιους. Η ιδεολογία τους δεν ενσωματώθηκε από τη νέα ελιτ των ορθόδοξων αστών που εκμεταλλεύονταν την κατάσταση που δημιουργούσαν οι μεταρρυθμίσεις. Αντιθέτως, υιοθετήθηκε από το «προλεταριάτο της σκέψης», τη δυσαρεστημένη ιντελιγκέντσια, που είχε επίγνωση πως συνιστούσε το «κριτικά σκεπτόμενο» κομμάτι της ρώσικης κοινωνίας. Ο «ρεαλισμός» του Πισάρεφ της παρείχε ένα αίσθημα υπερηφάνειας και υπεροχής και ενέτεινε την επιθυμία της για αυτονομία και ανεξαρτησία.

Μια ματιά στη μοίρα των βασικών συντακτών της Ρώσικης Λέξης αρκεί για να δείξει την κατάληξη του δρόμου που ακολούθησαν. Ο Πισάρεφ είχε ήδη μπει στη φυλακή από τον Ιούλιο του 1862 και απελευθερώθηκε μόλις στις 18 Νοεμβρίου του 1866. Έγραψε ένα σημαντικό μέρος από τα άρθρα του μέσα στο φρούριο Πέτρου-Παύλου στο οποίο ήταν φυλακισμένος. Το Φεβρουάριο του 1868 προσπάθησε να βγάλει διαβατήριο χωρίς επιτυχία και στις 4 Ιουλίου το πτώμα του βρέθηκε στη Βαλτική. Πιθανόν είχε αυτοκτονήσει μη μπορώντας να προσαρμοστεί φυσικά και ψυχικά στη ζωή έξω από τη φυλακή. Η κηδεία του στην Αγία Πετρούπολη υπήρξε αφορμή για διαδηλώσεις στις οποίες έγινε εμφανές από που προέρχονταν οι αναγνώστες και οι θαυμαστές του: συγγραφείς, φοιτητές και η «μηδενιστική νεολαία». Απαγορεύτηκαν πολλές ομιλίες με θέμα την «άρνηση της αθανασίας της ψυχής» ή γενικότερα την απόδοση τιμών στη μνήμη του.

Ο Βαρφολεμέι Ζαΐτσεφ ήταν 22 χρονών όταν το 1863 ξεκίνησε να γράφει στη Ρώσικη Λέξη. Ενδιαφερόταν λιγότερο για τις καθαρά διανοητικές πλευρές του μηδενισμού απ' ο,τι ο Πισάρεφ, ο οποίος παρά όλες τις εμπειρίες του για το πολιτικό πάθος που τον παρακινούσε παρέμεινε βασικά καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του ένας άνθρωπος των γραμμάτων. Αντιθέτως ο Ζαΐτσεφ ήταν περισσότερο δημοσιογράφος και ενδιαφερόταν περισσότερο για τα πιο άμεσα ζητήματα. Δεν ήταν τυχαίο που στην εξορία αποκαλούνταν ως ο «ρώσος Rochefort». Τα άρθρα του ήταν καυστικά και συγκεκριμένα –όσο το επέτρεπε η λογοκρισία– και συχνά έπαιρναν την μορφή μικρών φυλλαδίων. Την άνοιξη του 1866 πιάστηκε στο μεγάλο δίχτυ που είχαν ρίξει οι αρχές μετά την απόπειρα του Καρακοζόφ να δολοφονήσει τον Τσάρο. Απελευθερώθηκε μετά από τεσσεράμισι μήνες κράτησης στο φρούριο Πέτρου-Παύλου. Η αστυνομική παρακολούθηση του εντάθηκε και ο λογοκριτής δεν του επέτρεπε πια να δημοσιεύει τίποτα. Και έτσι δεν του είχε μείνει άλλη επιλογή από τη μετανάστευση. Μετά από πολλές δυσκολίες κατάφερε να βγάλει διαβατήριο τον Μάρτιο του 1869. Ήλθε άμεσα σε επαφή με του μπακουνικούς εμιγκρέδες στη Γενεύη και στη συνέχεια μετέβη για ένα διάστημα στο Τορίνο όπου ίδρυσε έναν από τους πρώτους πυρήνες της Διεθνούς. Επέστρεψε στην Ελβετία και έγινε ένας από τους οπαδούς του Μπακούνιν. Έγραφε στο δελτίο Bulletin de la Federation du Jura και στο περιοδικό Kolokol υπό τους Νετσάγιεφ και Ογκάρεφ και αργότερα στο Obshcheye Delo. Πέθανε στην εξορία το 1882.

Ένας άλλος συντάκτης της Ρώσικης Λέξης, ο Νικολάι Βασίλεβιτς Σοκόλοφ έγινε επίσης αναρχικός και μαθητής του Μπακούνιν –ακόμα πιο ολοκληρωτικά από τον Ζαΐτσεφ που πάντοτε διατηρούσε την προσωπική του ματιά. Ο Σοκόλοφ ήταν ένας declasse. To 1858 αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων για να ξεκινήσει τη στρατιωτική καριέρα του στους πολέμους του Καυκάσου· αργότερα εστάλη σε μια διπλωματική αποστολή στο Πεκίνο. Το 1860 επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη όπου επηρεάστηκε κι αυτός από τον κυρίαρχο πνευματικό αναβρασμό. Μετέβη στις Βρυξέλλες για να συναντήσει τον Προυντόν και στη συνέχεια στο Λονδίνο για να δει τον Χέρτσεν. Χάρη στους ναύτες της Κροστάνδης κατάφερε να φέρει μαζί του ένα φορτίο με απαγορευμένα βιβλία. Έγινε φίλος του Obruchev και συνδέθηκε με τον κύκλο του Τσερνισέφσκι. Στη συνέχεια παράτησε τη στρατιωτική του καριέρα και το 1862 έγινε οικονομικός συντάκτης της Ρώσικης Λέξης. Ο Προυντονισμός του συνοδευόταν από ένα βίαιο μίσος για τον καπιταλισμό και όλες τις μορφές εκμετάλλευσης. Πήγε πάλι στο εξωτερικό ανάμεσα στα τέλη του 1863 και τα μέσα του 1865 για να συναντήσει τον Χέρτσεν, τον Ρεκλύ και τους πολωνούς εξόριστους. Όταν επέστρεψε ξανάρχισε να ασχολείται με τη δημοσιογραφία. Μια μέρα διάβασε σε ένα καφέ μια γαλλική εφημερίδα που είχε μια διαφήμιση για το βιβλίο του Valles,  Οι Ανυπότακτοι. Ο τίτλος και ο συγγραφέας του άρεσαν τόσο πολύ που προτού καν το διαβάσει αποφάσισε μαζί με τον Ζαΐτσεφ να δημοσιεύσουν μια μετάφραση. Αλλά όταν ανακάλυψε ότι το βιβλίο δεν ήταν αυτό που περίμενε, το ξανάγραψε μέσα σε πέντε εβδομάδες (πιθανόν από κοινού με τον Ζαΐτσεφ). Όταν ο λογοκριτής το διάβασε, ο Σοκόλοφ συνελήφθη. Αυτό έγινε στις 28 Απριλίου του 1866 σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά την απόπειρα του Καρακοζόφ εναντίον του Τσάρου. Τα βιβλίο περιλάμβανε ακόμα και μια κατά το μάλλον ή ήττον λογοτεχνική υπεράσπιση της βασιλοκτονίας. Εξάλλου, δεν είναι εντελώς απίθανο ότι ο Σοκόλοφ βρισκόταν σε άμεση επαφή με την Οργάνωση του Ισούτιν· πράγμα που παρόλα αυτά η αστυνομία δεν μπόρεσε να αποδείξει αρκούμενη να τον εξορίσει στην διοικητική περιοχή του Αρχαγγέλου και στη συνέχεια, το 1871, να τον μεταφέρει στο Αστραχάν. Ένα χρόνο μετά ο Σοκόλοφ διέφυγε στην Ελβετία όπου έγινε ένα από τα πιο αινιγματικά αλλά και βίαια μέλη της μικρής ομάδας γύρω από τον Μπακούνιν.

Το βιβλιαράκι του με τίτλο Οι Ανυπότακτοι ανατυπώθηκε στη Ζυρίχη. Περιείχε μερικά σύντομα δοκίμια και βιογραφίες τις οποίες είχε συλλέξει για να δείξει ότι οι «ανυπότακτοι» υπήρχαν πάντοτε και ήταν το αλάτι της γης:

 

Ο καθηγητής που πετάει την τήβεννο του· ο αξιωματικός που σκίζει τη στολή του για το κόκκινο πουκάμισο του εθελοντή·ο δικηγόρος που παρατάει τη δουλειά του για να γίνει ηθοποιός· ο ιερέας που γίνεται δημοσιογράφος– όλοι αυτοί είναι ανυπότακτοι . . . Το ίδιο είναι και οι ατάραχοι παράφρονες, οι ενθουσιώδεις εργάτες, οι ηρωικοί λόγιοι.

 

Οι πρώτοι Στωικοί και οι πρώτοι Χριστιανοί ήταν κι αυτοί «ανυπότακτοι» και ακόμα περισσότερο οι πρώτοι ουτοπικοί συγγραφείς –ο Sebastien Mercier, o Brissot, o Linguet και ο Mably. Και ακόμα και στη σύγχρονη εποχή υπάρχουν άνθρωποι που ακολουθούν την αρχή της «απόλυτης άρνησης, της ανεπιφύλακτης ανυποταξίας»: ο Leroux, ο Φουριέ και πάνω από όλους ο Προυντόν, συνιστούσαν «το αρχέτυπο του ανυπότακτου ανθρώπου».

 

Ενώ ο Σοκόλοφ διαμόρφωνε το δικό του είδος ατομικιστικού αναρχισμού, ο Ζαΐτσεφ συνέχιζε να συνοψίζει αυτόν τον επαναστατικό αναβρασμό στην πολιτική του σύλληψη για τις σχέσεις που θα έπρεπε να υπάρχουν ανάμεσα στους επαναστάτες και τις μάζες.

Στρεφόμενος στον Ντομπρολιούμποφ, έλεγε ότι ήταν ο πιο «γνήσιος και ολοκληρωμένος εκπρόσωπος της αγάπης για το λαό». Αλλά ακριβώς για αυτό χαρακτηριζόταν από ένα στοιχείο μυστικισμού, μια λατρεία των αρετών που αποδίδονται στις μάζες. «Αυτό το ιδανικό όραμα τον οδηγούσε συχνά σε λάθη και τον έκανε να περιμένει πάρα πολλά από το λαό». Και ήταν μόλις 1864, αλλά ο Ζαΐτσεφ είχε ήδη εντοπίσει πως το ποπουλιστικό κίνημα της εποχής των μεταρρυθμίσεων ήταν βυθισμένο σε άχρηστες ψευδαισθήσεις.

Στην κριτική που άσκησε σε ένα βιβλίο για την Ιταλία του 1848, είχε ήδη δηλώσει πως είναι απαραίτητο να δοθεί ένα τέλος στους δημοκρατικούς μύθους. Υπήρχαν χώρες όπως η Γαλλία όπου θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για την ανωτερότητα των εργαζόμενων τάξεων· πράγματι το 1848 οι γάλλοι εργάτες έδειξαν πως ήταν «το αξιότερο κομμάτι του έθνους».

 

Ο γάλλος εργάτης ασχολείται πάντα με τη δική του μοίρα. Προσπαθεί να κατανοήσει το αίνιγμα αυτής της σφίγγας, και δεν παραμελεί καθόλου να αναπτύσσει το πνεύμα του. Αρκεί μόνο να θυμηθούμε ότι οι καλύτεροι άνδρες του 1848 βγήκαν από τις τάξεις των εργατών. Και έτσι είναι φυσικό το γεγονός ότι οι γάλλοι δημοκράτες έχουν το δικαίωμα να καλούν αυτή την τάξη να καταλάβει την εξουσία· είναι πολύ πιο καλλιεργημένη από την αστική τάξη και τους εμπόρους που την κυβερνούσαν μέχρι τώρα.

 

Αλλά δεν ήταν όλες οι χώρες στην ίδια κατάσταση.

 

Δυστυχώς, υπάρχουν χώρες όπου μόνο λίγα μέλη της ανώτερης και της μεσαίας τάξης έχουν φτάσει το επίπεδο του γάλλου εργάτη. Οι υπόλοιποι, δηλ. ο λεγόμενος «λαός» παραμένει σε μια κατάσταση παρόμοια με αυτή των Καφφίρων και των Κούρδων. Πως μπορεί τότε να μιλά κάποιος για δημοκράτες και δημοκρατία;

 

Δεν ήταν αυτή άραγε η κατάσταση των Ιταλών το 1848; Και για να ξεκαθαρίσει σε ποιους πραγματικά αναφέρεται, χαρακτήρισε τους Ναπολιτάνους ως «λευκές αρκούδες στα κεφάλια των οποίων κάθεται ο Βασιλιάς Bomba». Στην πραγματικότητα, η Ρωσία φαίνοταν στον Ζαΐτσεφ ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας χώρας όπου ήταν άχρηστο να έχεις ψευδαισθήσεις για τον λαό. Η πρόοδος θα ερχόταν μόνο από μια μειοψηφία προερχόμενη από την ανώτερη και τη μεσαία τάξη.

Στην πραγματικότητα ο «μηδενισμός» της Ρώσικης Λέξης αποτελεί την πηγή του ρεύματος που έρεε τόσο μέσα στον ρώσικο μπακουνισμό όσο και μέσα στον γιακωβινισμό του Τκάτσεφ. Αν βάλουμε την έμφαση στην ατομική εξέγερση και την προσωπική «ανυποταξία» φτάνουμε στον αναρχισμό· αν από την άλλη μεριά τονίσουμε την πολιτική λειτουργία μιας φωτισμένης και αποφασισμένης μειοψηφίας καταλήγουμε στον γιακωβινισμό και τη θεωρία της επαναστατικής ελίτ. Ο Σοκόλοφ και ο Ζαΐτσεφ έγιναν μπακουνικοί· ο Νετσάγιεφ έκανε μια βίαιη και απλοΐκή προσπάθεια να χωρέσει τον αναρχισμό και το γιακωβινισμό στο ίδιο καλάθι· και ο Τκάτσεφ, του οποίου η πολιτική διαπαιδαγώγηση ολοκληρώθηκε μέσα σε αυτούς τους κύκλους, έφτασε σε συμπεράσματα που ήταν με καθαρότητα και συνέπεια μπλανκιστικά.[3]


[1] (σ.τ.μ) Ο Καρακοζόφ ήταν μέλος της Οργάνωσης του Ισούτιν που ήταν εξάδελφός του, και μάλιστα του στενότερου κύκλου της, που ονομαζόταν Κόλαση. Σύμφωνα με το μέλος της, Τσερκέζοφ, τα μέλη της Οργάνωσης ήταν φοιτητές που είχαν πειστεί ότι η ενασχόληση με τις σπουδές ήταν άχρηστη γιατί οι άνθρωποι που αφιερώνονταν σε αυτές κατέληγαν, είτε το ήθελαν είτε όχι να γίνουν «στρατηγοί της κουλτούρας». Έτσι, επιδίωξαν να απαλλαχθούν από μια τέτοια τάση αφιερώνοντας τον εαυτό τους στο λαό. Αυτή ήταν άλλωστε και η ρίζα του σχίσματος ανάμεσα στους επαναστάτες Ποπουλιστές, στους οποίους συγκαταλέγεται και η Οργάνωση, και τους Μηδενιστές που εμπνέονταν από τον Πισάρεφ. Τα μέλη της ομάδας εμφορούνταν από την ιδέα της αυτοθυσίας, καθώς ζούσαν ασκητικά όντας αφιερωμένοι στην υπόθεση της απελευθέρωσης του λαού. Οι δραστηριότητες της Οργάνωσης ήταν κυρίως επικεντρωμένες στη δημιουργία συνεργατικών, φιλικών εταιριών και σχολείων για τους εργάτες, τους τεχνίτες και τους φοιτητές σύμφωνα με τις αρχές που είχε χαράξει ο Τσερνισέφσκι στο βασικό έργο του «Τι να κάνουμε;». Ταυτόχρονα, προσπαθούσαν να ωθήσουν τους εργάτες στα εργοστάσια να οργανωθούν και να απαιτήσουν την αναμόρφωση των εργοστασίων σύμφωνα με τις αρχές των συνεργατικών. Ωστόσο, πίσω από τις απόπειρες αυτές κρυβόταν η επιδίωξη της στρατολόγησης μαχητών για τη δημιουργία μιας επαναστατικής δύναμης, ακόμα και με μακιαβελικές μεθόδους. Η ομάδα του Ισούτιν αντιτίθετο επίσης σε οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική απόπειρα καθώς θεωρούσε το φιλελευθερισμό ως τον πιο θανάσιμο εχθρό του «συλλογικού τρόπου ζωής των Ρώσων χωρικών». Πιστεύοντας ότι η επανάσταση των χωρικών θα ξέσπαγε από στιγμή σε στιγμή –μέσα σε 5 χρόνια, έλεγαν συνήθως– επέλεξαν την πρακτική της τρομοκρατίας με απώτερο στόχο τη δολοφονία του Τσάρου που θα αποτελούσε το έναυσμα για την κοινωνική επανάσταση ή τουλάχιστον θα ανάγκαζε την κυβέρνηση να κάνει σημαντικές παραχωρήσεις στους χωρικούς. Ο τύπος της τρομοκρατίας που ενστερνίζονταν ήταν ένα μείγμα επαναστατικού μακιαβελισμού και ακραίου ποπουλισμού. Μέσα στην Οργάνωση αναπτύχθηκε στις αρχές του 1864 ένας ακόμη μυστικότερος πυρήνας που ονομάστηκε Κόλαση. Ο πυρήνας αυτός αποτελείτο από φοιτητές που ζούσαν κοινοβιακά, ήταν μυστικός ακόμα και μέσα στην ίδια την Οργάνωση έχοντας ως στόχο να την επιβλέπει και την καθοδηγεί. Τα μέλη του στενότερου αυτού κύκλου είχαν ως στόχο να εισχωρήσουν μέσα σε άλλες μυστικές οργανώσεις για να τις κατευθύνουν και να τις ελέγχουν. Αν ένα μέλος της έκανε κάποιο σφάλμα θα το πλήρωνε με τη ζωή του. Βασικός στόχος του πυρήνα αυτού ήταν επίσης η άσκηση τρομοκρατίας ενάντια στα μέλη της κυβέρνησης και τους γαιοκτήμονες. Οι υποψήφιοι δολοφόνοι θα έριχναν κλήρο για την επιλογή αυτού που θα έκανε την απόπειρα. Το άτομο που θα επιλεγόταν θα αποκοπτόταν από τους συντρόφους του και θα ακολουθούσε έναν τρόπο ζωής που δεν θα ταίριαζε σε έναν επαναστάτη. Θα γινόταν μέθυσος, θα έκανε φίλους στους πιο αμφιλεγόμενους κύκλους, θα γινόταν ακόμη και καταδότης. Τη μέρα της δολοφονίας θα χρησιμοποιούσε χημικά για να παραμορφώσει τα χαρακτηριστικά του, ώστε να μην τον αναγνώριζαν, και θα είχε πάνω του ένα μανιφέστο που θα εξηγούσε τους λόγους της πράξης του. Όταν θα διέπραττε τη δολοφονία θα αυτοκτονούσε με δηλητήριο και ένα άλλο μέλος της Κόλασης θα επιλεγόταν για να συνεχίσει το έργο του. Ο πυρήνας αυτός θα συνέχιζε τη δραστηριότητά του ακόμα και μετά το ξέσπασμα της επανάστασης με στόχο να διευθύνει μυστικά τις πολιτικές δυνάμεις που θα συμμετείχαν στον αγώνα και να εμποδίσει τη δράση επικίνδυνων ηγετών. Παρόλα αυτά ο στενότερος πυρήνας της Κόλασης δεν κατάφερνε πάντα να επιβληθεί στην Οργάνωση. Οι περισσότεροι από τους οπαδούς του Ισούτιν δεν ήταν εξτρεμιστές και πίστευαν περισσότερο στην ανυποχώρητη προπαγάνδα και τη δημιουργία σχολείων και συνεργατικών παρά στην τρομοκρατία. Έτσι, η Οργάνωση ταλανιζόταν από συνεχείς διαμάχες και συγκρούσεις που έφταναν μέχρι του σημείου να σχεδιάζονται δολοφονίες των διαφωνούντων και από τις δύο πλευρές. Ο ίδιος ο Καρακοζόφ ήταν μέλος της Κόλασης και αρχικά κύριες δραστηριότητες του ήταν η εκπαίδευση και η προπαγάνδα. Τον Απρίλη του 1866 η κακή του υγεία συνδυασμένη από στερήσεις και φτώχεια τον ώθησε να αποπειραθεί να δολοφονήσει τον Τσάρο Αλέξανδρο B΄. Η απόπειρα αυτή σήμανε την αρχή μιας περιόδου οξείας καταστολής που ονομάστηκε «Λευκός Τρόμος». Ο ίδιος ο Καρακοζόφ καταδικάστηκε σε θάνατο δια απαγχονισμού, ποινή η οποία εκτελέστηκε τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου, αφού είχε υποβληθεί σε φρικτά βασανιστήρια τα οποία τον είχαν οδηγήσει στην τρέλα.

[2] (σ.τ.μ) Φιλοσοφική αντίληψη που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο σαν ένα βιολογικό ον, ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Ο ανθρωπολογισμός, ακριβώς επειδή εξετάζει τον άνθρωπο αποκλειστικά ως βιολογική μονάδα, είναι αντίθετος με τη δυϊστική αντίληψη, που κυριαρχεί σε πολλές φιλοσοφικές θεωρίες και υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος δεν χωρίζεται σε δύο εντελώς διαφορετικές ουσίες, την ύλη και το πνεύμα, αλλά αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο. Οι απόψεις του ανθρωπολογισμού βρίσκονται πλησιέστερα στον υλισμό. Στη σύγχρονη φιλοσοφία ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ανθρωπολογισμού ήταν ο Γερμανός φιλόσοφος Φόυερμπαχ.

[3] Ο Kozmin στο άρθρο του Το σχίσμα ανάμεσα στους μηδενιστές. Ένα επεισόδιο στην ιστορία της ρώσικης κοινωνικής σκέψης της δεκαετίας του 1860 διεξάγει μια εκτενή μελέτη της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο Σύγχρονο Άνθρωπο και τη Ρώσικη Λέξη ανάμεσα στο 1863 και το 1865. Ο Ντοστογιέφσκι αποκάλεσε αυτή την αντιπαράθεση ως «σχίσμα ανάμεσα στους μηδενιστές». Ο Kozmin σωστά επισημαίνει την προ-μπλανκιστική τάση που διακρίνεται στις θέσεις της Ρώσικης Λέξης· ωστόσο τείνει να την αποδώσει κυρίως στον Πισάρεφ, ενώ εγώ θεωρώ πως είναι πιο συνειδητή και σαφής στους συνεργάτες του, και πάνω απ' όλα στον Ζαΐτσεφ. Το άρθρο του Πισάρεφ, Οι μέλισσες στο οποίο βασίζεται ο Kozmin για να στηρίξει το επιχείρημα του είναι σε μεγάλο βαθμό λογοκλοπή από τον συγγραφέα Karl Vogt.

Αρχεία:

από translator 13/07/2010 3:39 πμ.


Στόχος της παραπάνω μετάφρασης είναι η γνωριμία των συμμετεχόντων στο indy με το πραγματικό πολιτικό ρεύμα του ρώσικου μηδενισμού, προκειμένου να διαλυθούν ορισμένες προκαταλήψεις και να μπορεί οποιαδήποτε συζήτηση να γίνεται σε πραγματική βάση. Από το περιεχόμενο του κειμένου, μπορεί πιστεύω να φανεί πως το ιστορικό ρεύμα του ρώσικου μηδενισμού, έχει πολύ μικρή σχέση με όσους σήμερα το επικαλούνται.

Ένα ακόμα άρθρο που έχει δημοσιευτεί για το ίδιο θέμα βρίσκεται στη διεύθυνση:

http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1143595

από ΚΚΕ 23/07/2010 8:52 πμ.


Πολύ καλό το άρθρο και με πολλές πληροφορίες. Παρόλα αυτά σταματάει ακριβώς εκεί που τα ρεύματα του Ρώσικου μηδενισμού, όπως και το αντίστχοιχο μικροαστικό ρεύμα του ναροτνικισμού, άρχισαν να φθίνουν, και κεφάλι στο επαναστατικό κίνημα της Ρωσίας άρχισε να παίρνει ο μαρξισμός, που ηγεμόνευσε οριστικά από τα τέλη της δεκαετίας του 1890 και έπειτα. Απουσιάζει δηλαδή μια ανάλυση στο γιατί έγινε αυτό.

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License