Robert Cooperstein - Η Κρίση του Ακαθάριστου Εθνικού Θεάματος (1976)

Αυτό που υπάρχει σήμερα δεν είναι τόσο μια κρίση εντός του συστήματος της εμπορευματικής παραγωγής αλλά μάλλον η πρώτη έκδηλη κρίση αυτού του συστήματος που προσπαθεί κατά τρόπο ανέφικτο να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι...Ο καπιταλισμός έχει εισέλθει σε μια εποχή μόνιμης κρίσης, όπου οι περίοδοι στασιμότητας δίνουν τη θέση τους όχι σε περιόδους ευημερίας αλλά σε περιόδους μικρότερης στασιμότητας.

Εισαγωγικό Σημείωμα της Μετάφρασης: Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε το Γενάρη του 1976 στο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια (P.O. Box 950 Berkeley, California 94701). Ο συγγραφέας εκείνη την περίοδο συμμετείχε στο Γραφείο Δημόσιων Μυστικών (Bureau of Public Secrets) μαζί με τους Tita CarriÓn, Isaac Cronin, Dan Hammer, Ken Knabb, Gina Rosenberg και Chris Shutes.

 

Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι

Δεκέμβρης 2010

Robert Cooperstein

Η Κρίση του Ακαθάριστου Εθνικού Θεάματος

(1976)

 

Περίγραμμα

 

Ο αξιοθρήνητος πλούτος των διαχωρισμένων παραγωγών μετατρέπεται με γοργούς ρυθμούς σε δημόσια κοινοτοπία. Αλλά η ευρεία διαμαρτυρία σε σχέση με την ποιοτική φτώχεια της καθημερινής ζωής συνεχίζει να παράγει το θέαμα ως αλλοτριωμένη μορφή των πραγματικών φιλοδοξιών της, έστω και αν αυτές οι φιλοδοξίες στρέφονται συγκεκχυμένα προς τον επαναστατικό μετασχηματισμό των υπάρχουσων συνθηκών. Το θέαμα είναι ευχαρίστως διατεθειμένο να περιορίσει τις παραχωρήσεις του αρκούμενο στην ικανοποίηση της ζήτησης για ποιοτικά προϊόντα και δημοκρατικά βελτιωμένες συνθήκες πραγμοποίησης. Το ζήτημα δεν είναι απλώς ότι το θέαμα αφομοιώνει τη βαθιά δυσφορία εκπληρώνοντας “ψευδο-ανάγκες” με “ψευδο-αγαθά”. Αφήνοντας κατά μέρος κάθε ηθικολογία, τα εμπορεύματα δεν προσφέρουν τόσο την ψευδαίσθηση της πραγματικής ικανοποίησης αλλά μάλλον ικανοποιούν την πραγματική ανάγκη για ψευδαίσθηση. Αυτό είναι το εκ των ων ουκ άνευ της θεαματικής εμπορευματικής κοινωνίας.

Το εμπόρευμα, ως ενότητα ανταλλακτικής αξίας και αξίας χρήσης, δεν ξέφυγε από τη γενική αντιστροφή την οποία δημιούργησε. Μέχρι τον καιρό εκείνο όπου η οικονομία που διαδέχτηκε τον B΄Παγκόσμιο Πόλεμο λειτουργούσε καλά, το εμπόρευμα είχε πετύχει σε μεγάλο βαθμό μια σύνθεση των εσωτερικών ανταγωνιστικών στοιχείων του, στον ανταγωνισμό των οποίων όφειλαν την ύπαρξή τους οι οικονομικές κρίσεις της παλαιότερης εποχής: η χρήση απέκτησε τη μορφή της ανταλλαγής και η ανταλλαγή έγινε το περιεχόμενο της χρήσης. Πετυχαίνοντάς το αυτό, το εμπόρευμα αποσπάστηκε από όλους τους συγκεκριμένους σκοπούς που νομιμοποιούσαν προηγουμένως την κυριαρχία του. Έγινε ένα μέσο που δεν αποσκοπούσε σε τίποτα άλλο παρά μόνο στον εαυτό του ως εμπόρευμα. Σήμερα, η συγκεκριμένη υλική επιβίωση των ανθρώπων αποτελεί σε μεγάλο βαθμό ένα δευτερεύον αποτέλεσμα της θεμελιώδους παραγωγής και κατανάλωσης της αφαίρεσης που χαρακτηρίζει αυτή την εποχή· ιδίως της αφηρημένης κοινότητας, της κοινότητας στην κατανάλωση και για την κατανάλωση εμπορευμάτων. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, το εμπόρευμα ανακαλύπτει εκ νέου την αυτο-αντιφατική φύση του, τη στιγμή ακριβώς που πίστευε ότι την έχει υπερβεί: ως αξία χρήσης, υπόσχεται πάνω από όλα να επιφέρει μια αυθεντική ανθρώπινη κοινότητα· δηλαδή, υπόσχεται το μόνο πράγμα που δεν μπορεί να επιφέρει ως ανταλλακτική αξία. Το εμπόρευμα, που είχε αρχικά περιορίσει την αυτοκριτική του στην ανεπαρκή εκπλήρωση των πραγματικών δυνατοτήτων του και, μέσω μιας τέτοιας αυτοκριτικής, είχε γίνει ο εγγυητής της γενικευμένης υλικής επιβίωσης – όλων εκείνων που θα μπορούσε ποτέ να υποσχεθεί ή να πετύχει – τώρα, εφόσον υπόσχεται το αδύνατο, εμπεριέχει την ίδια την κριτική του ως εμπόρευμα. Ωστόσο, αυτή η κριτική παραμένει ένα δημόσιο μυστικό.

 

Το εμπόρευμα παραμένει το αντικείμενο της συσσώρευσης του κεφαλαίου αλλά θέλει να γίνει το υποκείμενο που ασκεί την επαναστατική κριτική αυτής της διαδικασίας. Αυτό δε συνέβαλε ιδιαίτερα σε μια τέτοια συσσώρευση τα τελευταία χρόνια! Επομένως, αν θέλει κάποιος να είναι ακριβής δεν είναι σωστό να βεβαιώνει μια «επιστροφή» της απλής οικονομικής κρίσης: Αυτό που υπάρχει σήμερα δεν είναι τόσο μια κρίση εντός του συστήματος της εμπορευματικής παραγωγής αλλά μάλλον η πρώτη έκδηλη κρίση αυτού του συστήματος που προσπαθεί κατά τρόπο ανέφικτο να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι. Στην πραγματικότητα, ο καπιταλισμός είναι πρόθυμος να προχωρήσει αρκετά στην πρακτική άσκηση της αυτοκριτικής του – τόσο μακριά όσο είναι αναγκαίο για να αποτρέψει την απειλή να ασκηθεί από κάποιον άλλο μια πιο πρακτική κριτική του καπιταλισμού. Η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από το βαθμό στον οποίο η επαναστατική θεωρία έχει επίγνωση του εαυτού της ως εχθρού της επαναστατικής ιδεολογίας. Επομένως, η κριτική της οικονομικής κρίσης αποσκοπεί να την εκθέσει ως μια επιφανειακή παράπλευρη συνέπεια που ανέχεται απρόθυμα ο καπιταλισμός στην τακτική υποχώρησή του απένναντι στο επναστατικό σχέδιο. Θα ήταν πραγματικά σκανδαλώδες αν τους επιτρέπαμε να παρουσιάζουν ένα απλό σύμπτωμα της περιορισμένης αλλά γενικής επιτυχίας μας ως ουσιώδες στοιχείο της οξυμένης αλλά μονάχα μερικής  αποτυχίας τους.


Ιδεολογία: Ποιοτική Στιγμή της Συσσώρευσης του Κεφαλαίου

 

Η ιστορία της προσπάθειας των καπιταλιστών να συντηρήσουν την ταξική κοινωνία είναι επίσης η ιστορία των προσπαθειών τους να οργανώσουν τη συνοχή των κοινωνικών δομών και της ομόλογης ιδεολογίας τους. Στο πλαίσιο αυτό, η ιδεολογία δεν υπήρξε γενικά ένα αυτόματο ή συμπτωματικό παράπλευρο προϊόν της προσιδιάζουσας υλικής παραγωγής ούτε οι συγκεκριμένες μορφές ιδεολογίας υπήρξαν γραμμικές συνέπειες των ιδιαίτερων τρόπων κοινωνικής παραγωγής. Η ιδεολογία πάντοτε παραγόταν άμεσα και με ποικίλους βαθμούς αυτοσυνείδησης· κάποιες φορές ακολουθούσε την τάση της κοινωνικής ζωής και κάποιες άλλες φορές καθόριζε αυτή την τάση.([1])

 

Η κοινωνία του θεάματος διακρίνεται από τους προηγούμενους τρόπους κοινωνικής οργάνωσης από το γεγονός ότι η ιδεολογία έχει γίνει το βασικό προϊόν της, το μοναδικό προϊόν της που – ακόμα και ως προς τις γενικές αρχές του – δεν έχει κανένα βιώσιμο υποκατάστατο. Το πλαστικό μπορεί να εκτοπίζει το ατσάλι, αλλά όταν η λογική της κοινωνικής αποσύνθεσης αναγκάζει την εξουσία να λειτουργεί με μυστικότητα, τότε η αντικατάσταση της ιδεολογίας από την αστυνομία διατρέχει τον κίνδυνο να τινάξει στον αέρα τα πάντα.

 

Κατά τον 19ο αιώνα – δηλαδή τον αιώνα της ανόδου της αστικής τάξης – η ιδεολογία (ιδίως εκείνη της πολιτικής οικονομίας) διεκπεραίωνε τον διόλου ασήμαντο ρόλο να δικαιολογεί τη βαρβαρότητα της αστικής τάξης στον εαυτό της· αναφορικά με τις μάζες, η αστυνομία αναλάμβανε τον έλεγχο εκεί όπου αποτύγχαναν τα οπιούχα της θρησκείας. Ο Πλούτος των Εθνών σήμαινε – και, τότε, χρειαζόταν απλώς να σημαίνει – τον πλούτο της αστικής τάξης, και αυτό ήταν γνωστό. Η αναπόφευκτη αθλιότητα των μαζών αποδείχτηκε “επιστημονικά” ότι ήταν το αποτέλεσμα της εγγενούς ταξικής κατωτερότητάς τους. Η ιδεολογία και η καπιταλιστική αφθονία παρέμεναν ως κάτι μερικό, ένα προνομιούχο γνώρισμα της αστικής τάξης και των επαγγελματιών λακέδων της. Η πολιτική οικονομία, ως επιστημονική προσπάθεια να γίνει κατανοητή η γοργά μεταβαλλόμενη δομή της κοινωνικής ζωής και ως ηθικοφιλοσοφική προσπάθεια να νομιμοποιηθεί η ταξική κυριαρχία της αστικής τάξης ερχόταν πάντα μετά τα γεγονότα, δηλαδή η ιδεολογία ακολουθούσε την τάση και την ενίσχυε.

 

Η μερική επιτυχία – δηλαδή η αποτυχία – του παλιού εργατικού κινήματος ουσιαστικά ανασκεύασε την ιδεολογία που πρέσβευε ότι η αθλιότητα των μαζών ήταν αναπόφευκτη. Πράγματι, η ίδια η ύπαρξη αυτού του κινήματος ήταν συναρτημένη με το γεγονός ότι η βιομηχανική επανάσταση είχε ήδη καταστρέψει την υλική βάση του “σιδερένιου νόμου των μισθών” ακόμα και ως αξιόπιστης ιδεολογίας – πολύ δε περισσότερο ως επιστημονικής θεωρίας.([i]) Το καθήκον να ανασκευαστεί μια ιδεολογία και να μετασχηματιστεί η κοινωνική πρακτική που χρησιμοποιεί καταπιεστικά αυτή την ιδεολογία δεν εμφανίζεται ποτέ πρακτικά μέχρι τη στιγμή που θα παρουσιαστούν ή τουλάχιστον θα βρίσκονται σε διαδικασία σχηματισμού οι υλικές προϋποθέσεις για την εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος. Η αστική τάξη δε βγήκε αλώβητη από τη νικηφόρα πάλη της με το παλιό εργατικό κίνημα. Καθώς αδυνατούσε πλέον να βεβαιώνει ότι η αθλιότητα των μαζών ήταν αναπόφευκτη, αναγκάστηκε να διακηρύξει ότι η αθλιότητα των μαζών ήταν ανύπαρκτη· και να τοποθετήσει τα χρήματά της εκεί όπου βρίσκονταν προηγουμένως οι κενολογίες της, καθιερώνοντας έτσι τη μαζική αφθονία ως ρητό και πραγματοποιήσιμο στόχο. Ο Πλούτος των Εθνών τώρα σήμαινε – και έπρεπε πια να σημαίνει – τον Πλούτο του Λαού, και αυτό ήταν γνωστό. Τη στιγμή εκείνη διατυπώθηκε για πρώτη φορά (υπόρρητα) το βασικό καθήκον της αστικής τάξης κατά τον 20ο αιώνα: η ποσοτική γενίκευση του πλούτου μέσω της ποιοτικής καταστροφής του. Η γέννηση της ιδεολογίας της καταναλώσιμης απόλαυσης και της Ιδεολογίας υπέρ του Λαού εμπεριέχει το θέαμα σε εμβρυακή μορφή. Η ιδεολογία εξακολουθεί να κατευνάζει την ένοχη συνείδηση της αστικής τάξης αλλά, πλέον, εκτελεί αυτό το καθήκον μέσω της υπόσχεσης ότι η φτώχεια του αστικού πλούτου θα προσφερθεί εν ευθέτω χρόνω σε όλους. Καθώς ο καπιταλισμός και η Σοσιαλδημοκρατία συμφωνούν σε έναν ποσοτικό ορισμό της απόλαυσης, η ιδεολογία της μαζικής παραγωγής και η παραγωγή της μαζικής ιδεολογίας ενώνουν τα χέρια και διεξάγουν έναν παρατεταμένο περίπατο στο δρόμο της ποσότητας, στο τέλος του οποίου το σύγχρονο επαναστατικό σχέδιο ανακαλύπτει τον εαυτό του ως μοναδικό υπέρμαχο της ποιότητας. Ξεκινάει με τον πρακτικό επαναπροσδιορισμό της ίδιας της απόλαυσης.

 

Η ιδεολογία εκδημοκρατίστηκε και έγινε ιδεολογία-για-όλους επειδή ακριβώς δεν μπορούσε πια να γίνεται πιστευτό ότι θα παρέμενε εκουσίως ιδιαίτερο κτήμα και υπηρέτης κανενός· επειδή η αστική τάξη δεν μπορούσε πλέον να κυριαρχεί σε ολόκληρη την κοινωνική ζωή χωρίς να αντιμετωπίζει μια αντιπολίτευση – είτε ρεφορμιστική είτε επαναστατική – στην οποία έπρεπε να απαντήσει. Η κοινωνική συνείδηση και η κοινωνικο-οικονομική ύπαρξη μέσα από την οποία είχε διαμορφωθεί λιγότερο ή περισσότερο αυθόρμητα αυτή η συνείδηση δεν επιτρεπόταν πλέον να αναπτύσσονται τόσο άναρχα όσο στο παρελθόν. Αυτή η συνείδηση έπρεπε να καθοριστεί άμεσα ως κοινωνική ψευδής συνείδηση, όχι για να “αντιστοιχεί” (Μαρξ) ή να “ανταποκρίνεται” (Ένγκελς) ευμενέστερα στην οικονομική βάση αλλά προκειμένου να συνδιαμορφώνει αυτή τη βάση επί ίσοις όροις. Αυτή η ιστορικά αποφασιστική μεταστροφή δε μαρτυρούσε τη δύναμη της αστικής τάξης αλλά την αδυναμία της να αντισταθεί σε μια τέτοια μεταστροφή. Οπωσδήποτε, από αυτή τη στιγμή και μετά η ιδεατή πλευρά – η ποιοτική στιγμή – της διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου είχε πετύχει έναν επαρκή βαθμό σχετικής ανεξαρτησίας που καθιστούσε εφικτό το ενδεχόμενο να εξαρτηθεί η οικονομική διαδικασία από την ιδεατή πλευρά από μια θέση κατωτερότητας.

 

Στη διάρκεια του 20ου αιώνα, αυτή η δυνατότητα πραγματοποιήθηκε σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό. Τα πράγματα έφτασαν σε ένα σημείο ώστε – σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου η ιδεολογία επιδίωκε να ερμηνεύσει και να δικαιολογήσει την κοινωνική πραγματικότητα – η πραγματικότητα πλέον υλοποιεί εξίσου την ημι-αυτόνομη ιδεολογία. Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία, καθώς η εν λόγω ιδεολογία είναι η ιδεολογία της επανάστασης. “Η εργασία του αρνητικού προχωράει κυρίως στο επίπεδο των μορφών προτού μετατραπεί σε ορατό περιεχόμενο” (Ντενβέρ).([2]) Μέσω αυτής της αμφισημίας, η εξουσία είναι ακόμα σε θέση να επενδύει τη μορφή του ιστορικού γίγνεσθαι με το περιεχόμενο της αλλοτρίωσης. Παρόλα αυτά, μια τέτοια επένδυση εκ μέρους της εξουσίας είναι πολύ ριψοκίνδυνη, διότι η ίδια η λογική του ιστορικού γίγνεσθαι την αναγκάζει αδυσώπητα να γίνεται ολοένα πιο ιστορική. Σύντομα, ο καπιταλισμός θα χορηγήσει υπερβολική δόση αρνητικού.


από ΠΧΧ 23/12/2010 3:38 πμ.


Αν η ιδεολογία της επιτυχούς αστικής επανάστασης ακολουθούσε αρχικά την τάση της κοινωνικής ζωής, αργότερα η ιδεολογία της όχι-ακόμα-επιτυχούς προλεταριακής επανάστασης άρχισε να καθορίζει την τάση. Για παράδειγμα, η άποψη η οποία πρεσβεύει ότι η κοινωνία της κατανάλωσης είναι μια απλή συνέπεια της λεγόμενης “παραγωγής-για-τον-εαυτό-της” που χαρακτηρίζει τη σημερινή εποχή και ότι ο φτωχός καταναλωτής είναι ο χειραγωγούμενος υπηρέτης των άπληστων καπιταλιστών ή κάποιου πανταχού παρόντος Κεφαλαίου αντιστρέφει την πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι ότι η ιδεολογία της καταναλώσιμης απόλαυσης βρίσκεται ήδη στο κεφάλι του καθενός, και δεν είναι οι διαφημιστές αυτοί που την έβαλαν εκεί· “...το σύστημα της εμπορευματικής παραγωγής εμπεριέχει έμμεσα τον δικό του καταστασισμό, με τη μορφή μιας ουτοπικής οικονομικής απόλαυσης που καταναλώνεται απεριόριστα και αψεγάδιαστα” (Ντενβέρ). Η προσπάθεια των γραφειοκρατών σε όλες τις χώρες να διευθύνουν την ομαλή λειτουργία της οικονομίας αποσκοπεί να παράσχει ένα υλικό στήριγμα στην ιδεολογία της κατανάλωσης (στη Δύση) ή στην κατανάλωση της ιδεολογίας (στην Ανατολή), η οποία προϋποθέτει μια τέτοια προσπάθεια. Αναμφίβολα το κίνητρο του κέρδους/εξουσίας αποτελεί αυτοσκοπό και προσπαθεί να δημιουργήσει ένα ιδεολογικό κλίμα εναρμονισμένο με τις ανάγκες του, αλλά το εφικτό πεδίο της χειραγώγησης περιορίζεται, σε τελευταία ανάλυση, από την ίδια την ιδεολογία. Η εμπορική διαφήμιση ακολουθεί την τάση και την ενισχύει.

***

Η ιδεολογική εξέλιξη είναι η ποιοτική στιγμή της συσσώρευσης του κεφαλαίου, η στιγμή που είναι ουσιωδώς ιστορική. Οι παραγωγικές δυνάμεις από μόνες τους – δηλαδή αν θεωρηθούν μονάχα από τη στενά υλική πλευρά τους – παραμένουν (είτε αυξάνονται είτε παραμένουν στάσιμες ή μειώνονται) στην ίδια ιστορική συμβολή της τυφλής οικονομικής ανάπτυξης· ενώ η σκέψη που ερμηνεύει, δικαιολογεί ή αντιτίθεται ποικιλοτρόπως και, τελικά, καθορίζει αυτή τη διαδικασία, ακολουθεί μια αμετάκλητη διαλεκτική αποδοχής, απόρριψης, πάλης και ανασύνθεσης σε ολοένα πιο προχωρημένες ιστορικά στιγμές επιλογής. Με δυο λόγια, αυτή η σκέψη γίνεται πιο οικουμενική: ξεκινάει προωθώντας την οικονομική ανάπτυξη προς το συμφέρον της μικρής μειονότητας που κυβερνάει το εκκολαπτόμενο κράτος· συνεχίζει για να κυβερνήσει προς το συμφέρον ολόκληρης της αστικής τάξης·και καταλήγει να διακηρύξει ότι η οικονομική ανάπτυξη πρέπει να υπηρετήσει το άμεσο συμφέρον όλων των τάξεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ανήκουν στην κατώτερη τάξη. Ωστόσο, επειδή η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να υπηρετήσει μονάχα το άμεσο συμφέρον της κυρίαρχης τάξης (ή των κυρίαρχων τάξεων), και εφόσον μια τέτοια ανάπτυξη προτιμάει να μη διευθύνεται κατά αντίθετο τρόπο, αυτό το ύστερο στάδιο της οικουμενικοποίησης σηματοδοτεί κατάλληλα τη στιγμή μετά από την οποία η κρατιστική επαναστατική ιδεολογία είτε απότομα (Ρωσία 1917) είτε σταδιακά (ΗΠΑ 1932) παρεμποδίζει τη διαδικασία της καπιταλιστικής ανάπτυξης. (Αυτό με κανένα τρόπο δεν έρχεται σε αντίφαση με το γεγονός ότι μια τέτοια ιδεολογία μπορεί κάποιες φορές να αναζωογονεί προσωρινά τον καπιταλισμό που νοσεί· η κατάλληλη μεταφορά είναι η μεταμόσχευση καρδιάς και η ενδεχόμενη απόρριψή της.) Εκεί όπου αυτή η ιδεολογία επιβλήθηκε γενικά από πάνω προς τα κάτω (όπως συνέβη στο συγκεντρωμένο θέαμα, όπου δεν υπάρχει η υλική βάση ούτε καν για μια μερική πραγμάτωση αυτής της ιδεολογίας), οι συνακόλουθες κοινωνικο-οικονομικές καταστροφές την ανάγκασαν να προβεί σε τακτικές υποχωρήσεις (π.χ. η ΝΕΠ του Λένιν), μολονότι η έλλειψη της πολιτικής δυνατότητας για μια πλήρη παράδοση αναγκάζει αυτή την ιδεολογία να συνεχίζει να εμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη. Εκεί όπου αυτή η ιδεολογία αναδύθηκε γενικά από τις μάζες είτε ρητά είτε ως θεαματική αφομοίωση των επαναστατικών φιλοδοξιών τους (όπως συνέβη στο διάχυτο θέαμα, όπου η υλική βάση μπορεί να παράσχει μια μερική πραγμάτωση αυτής της ιδεολογίας), η οικονομική ανάπτυξη υποχωρεί μπροστά στην ανάπτυξη της επαναστατικής ιδεολογίας. Από αυτή την άποψη, μπορεί κανείς να δει ότι είναι μόνο φαινομενικά παράδοξο το γεγονός ότι κάποιες από τις πιο σύγχρονες επιθέσεις στον καπιταλισμό συνέβησαν σε μέρη όπου το επίπεδο της συσσώρευσης του κεφαλαίου είναι ακόμα σχετικά καθυστερημένο· σε αυτά τα μέρη (ιδίως στην Ανατολική Ευρώπη), η ιδεολογική εξέλιξη προχώρησε μέχρι εκείνο το σημείο όπου το κοινωνικό ζήτημα απλοποιήθηκε ριζικά, καθώς το ερώτημα “χρειάζεται να γίνει επανάσταση;” μετατράπηκε στο ερώτημα “τι είναι η επανάσταση;”

 

Το κοινωνικό ζήτημα απλοποιήθηκε επίσης ριζικά στην υπεραναπτυγμένη Δύση, αλλά με έναν λιγότερο ιστορικό και πιο άμεσο τρόπο. Ο αριθμός με βάση τον οποίο είχε οριστεί η “καλή ζωή” και ο οποίος πάντοτε απειλούσε να υπερβεί την ικανότητα του καπιταλισμού να προσφέρει τα απαιτούμενα αγαθά γίνεται τώρα αντικείμενο επίθεσης όχι μόνο ως προς το μέγεθός του αλλά επίσης ως προς την ίδια την έννοιά του· και, επομένως, γίνεται αντικείμενο επίθεσης από εκείνους για τους οποίους το καλύτερο που μπορεί να κάνει ο καπιταλισμός κατ΄ανάγκη δε θα μπορούσε να είναι αρκετά καλό. Η κίνηση που είχε επεκτείνει την κυριαρχία της παντού σύμφωνα με την αρχή της κατάκτησης διαμέσου της ποσοτικοποίησης διαπιστώνει τώρα ότι πρέπει να κατακτήσει τον εαυτό της και, ως εκ τούτου, να κατακτήσει εκ νέου κατά συνεκδοχή καθετί άλλο, μέσω μιας αυτοποιοτικοποίησης. Με τον τρόπο αυτό ελπίζει να γίνει ο φορέας ενός επαναστατικού μετασχηματισμού· είναι ειρωνικό ότι, με το ξαφνικό ενδιαφέρον του για την “ποιότητα της ζωής”, ο καπιταλισμός καταλήγει να ξεστομίσει αυτό που είχε προσπαθήσει παλιότερα να συγκαλύψει, δηλαδή την έλλειψη απόλαυσης μέσα στην πληθώρα των εμπορευμάτων. Ζητώντας περισσότερη καλή ζωή, το παλιό εργατικό κίνημα ανάγκασε το κεφάλαιο να τοποθετήσει τα χρήματά του εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε η κενόλογη θεωρία που υποστήριζε την ευρύτερη ωφέλεια από τις ελαφρύνσεις των πλουσίων· ζητώντας το μετασχηματισμό της καλής ζωής, το σύγχρονο εργατικό κίνημα ωθεί το θέαμα-κεφάλαιο σε έναν τέτοιο βαθμό συσσώρευσης ώστε να μετατραπεί σε εικόνα – να δώσει στο χρήμα του μια επαναστατική φωνή. Τώρα: όταν το θέαμα ονειρεύεται την πραγματοποίηση του ανέφικτου ονείρου του να γίνει οτιδήποτε άλλο εκτός από τον εαυτό του, η οικονομία – ο ηθοποιός που πρέπει να ενσαρκώσει στην πραγματικότητα αυτόν το ρόλο που είναι αδύνατο να παιχτεί – εκδιώκεται από τη σκηνή. Πρέπει να θυσιάσει τη δική της ανάπτυξη στην αυταπάτη ενός θεάματος που πιστεύει τα δικά του ψέματα.

 

Η αυταπάτη του θεάματος μπόρεσε να γίνει μια τόσο σημαντική υλική δύναμη μονάχα επειδή η επαναστατική διαύγεια άρχισε να επιβάλλεται ως κάτι που έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Τούτο δε σημαίνει με κανένα τρόπο ότι αυτή η αυταπάτη δεν μπορεί να αφομοιώσει αποτελεσματικά· σημαίνει απλώς ότι η εξουσία απαντά στην αμφισβήτηση με τόση περίπου προνοητικότητα όση διαθέτει το πρώτο ημιερπετό που βγαίνει στην όχθη από μια ετοιμοθάνατη αρχέγονη θάλασσα. Ενώ το “πραγματικό κίνημα” ενισχύεται μέσα από την ικανότητά του να επινοήσει συνειδητά εκείνες τις μορφές οργάνωσης που ταιριάζουν καλύτερα στην ανάπτυξη του δικού του περιεχομένου, το κεφάλαιο μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να προσαρμόσει τις λιγότερο ή περισσότερο άκαμπτες μορφές του σε ένα περιεχόμενο που αναγκάζεται να οικειοποιηθεί σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό από το αρνητικό. Χάρη σε αυτή την προσαρμοστικότητα, το κεφάλαιο μπορεί να επεκτείνει την ιστορική ύπαρξή του μέσα σε ένα επιδεινούμενο περιβάλλον, αλλά μονάχα με το κόστος της απομάκρυνσης από το μονοπάτι της δικής του ανάπτυξης. Το κεφάλαιο θα καταδικαστεί όχι επειδή αναπτύσσεται σύμφωνα με τους “αυτοκαταστροφικούς εσωτερικούς νόμους της κίνησής του” αλλά, αντίθετα, επειδή θα εγκαταλείψει αυτούς τους νόμους απέναντι στο πραγματικό κίνημα που καταργεί το βασίλειο των κοινωνικών νόμων κίνησης.

 

Εκείνοι που αντλούν τις στρατηγικές τους για την προλεταριακή επανάσταση από την πρόσφατη σειρά των επιδεινούμενων οικονομικών δεικτών δεν έχουν καταλάβει ακόμα ότι δεν είναι η οικονομική κρίση αυτή που θα τερματίσει τη ζωή του θεάματος αλλά, αντίθετα, η μάχη ανάμεσα στο βιωμένο θέαμα του μετασχηματισμού και τον βιωμένο μετασχηματισμό του θεάματος είναι εκείνη που οδηγεί, μεταξύ άλλων, σε μια οικονομική κρίση.

 

Η Ανατολή συναντά τη Δύση

 

«Όταν ο καπιταλισμός διευρυνόταν ακόμα, απέρριπτε κάθε είδος κοινωνικής οργάνωσης...Αν αυτό συγκριθεί με τις σημερινές προσπάθειες να εναρμονιστεί μια “σχεδιασμένη οικονομία”...οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι παρακολουθούμε τη συνθηκολόγηση της ταξικής συνείδησης της αστικής τάξης πριν από εκείνη του προλεταριάτου.»

Λούκατς

 

Η παγκόσμια τάση προς τον συγκεντρωτικό οικονομικό σχεδιασμό ανακαλύπτει παντού την απογοητευτική αλήθεια ότι, μολονότι οι αγορές μπορούν να σχεδιαστούν, η ίδια η αγορά αρνείται να εξαλειφθεί από το σχέδιο. Οι σχεδιασμένες αγορές λειτουργούν αποτελεσματικά (από οικονομική σκοπιά) στο βαθμό που οι τυχαία επιλεγμένες μεταβλητές εκ μέρους της εξουσίας προσεγγίζουν εκείνες που θα είχαν προκύψει από τον ανεμπόδιστο συνδυασμό της προσφοράς με τη ζήτηση. Όταν αυτό δε συμβαίνει, τα συμπτώματα είναι οι ελλείψεις ή τα πλεονάσματα αγαθών, οι μαύρες αγορές, οι ουρές αναμονής, η διανομή με δελτία, οι ταραχές κ.λπ. Οι πρωτοπόροι στη θεωρία του κρατικού οικονομικού σχεδιασμού (βλ. το βιβλίο του Lange Για την Οικονομική Θεωρία του Σοσιαλισμού ή την ανάλυση εισροών/εκροών του Leontief) τονίζουν με κυνισμό ότι η βασική πρόθεσή τους είναι να αναπαράγουν τα αποτελέσματα της ανταγωνιστικής αγοράς χωρίς τη δυσάρεστη ορατότητα ή την ενοχλητική αστάθεια των ίδιων των αγορών· από εδώ προκύπτει ένας τελειοποιημένος καπιταλισμός (τελειοποιημένος με τη διπλή έννοια των ελάσσονων τεχνικών και των μείζονων ιδεολογικών βελτιώσεων). Αν ο σχεδιασμός ή/και η παράκαμψη των αγορών σηματοδοτεί μια ιδεολογική προσπάθεια να επαναφομοιωθεί το επαναστατικό σχέδιο μιας συνειδητά καθορισμένης κοινωνικής ύπαρξης, η επιμονή αυτής της κίνησης παρά τις επαναλαμβανόμενες και συχνά καταστροφικές αποτυχίες (από τα πενταετή σχέδια μέχρι τους ελέγχους μισθών και τιμών) δείχνει σε ποιο βαθμό η ανάγκη της αγοράς να αναπτυχθεί με άναρχο τρόπο πρέπει να θυσιαστεί για χάρη αυτής της προσπάθειας. Στη Δύση, θυσιάστηκε για την ανάγκη της εξουσίας να εμφανιστεί ως μη-άναρχη και κοινωνικά ευαίσθητη.([3]) Ωστόσο, μια κίνηση που εκτείνεται σε τόσο μεγάλο βάθος δεν μπορεί να αποδοθεί σε κάτι που είναι, το πολύ-πολύ, μια μισο-συνειδητή ανάγκη για ένα ριζοσπαστικό προσωπείο· οι Δυτικές δυνάμεις πιστεύουν ότι ανακάλυψαν αμιγώς οικονομικούς λόγους που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον παρεμβατισμό μεγάλης κλίμακας – αλλά, από την άλλη μεριά, η αστική ταξική συνείδηση πρέπει να ανακαλύψει αυτούς τους λόγους προκειμένου να μην ανακαλύψει ή να μη δημοσιοποιήσει την ταξική πάλη που καθιστά, στην πραγματικότητα, παρωχημένη τη μη παρεμβατική πολιτική. Στην Ανατολή, κανένας δε νοιάζεται να βρει τρόπους ώστε να φανεί μη-αρχαϊκός. Τα κεντρικά οικονομικά σχέδια εγγυώνται την απόλυτη εξουσία της γραφειοκρατίας, η οποία μόνο σε στιγμές απόλυτης απόγνωσης θα έθετε τον εαυτό της στο έλεος ακόμα και μιας ημιαυτόνομης αγοράς. Οι πιο φωτισμένοι γραφειοκράτες θα κυβερνήσουν εκεί κάποτε. Πάνω από το πτώμα του Μπρέζνιεφ.

 

Η περίφημη “σύγκλιση μεταξύ Ανατολής και Δύσης” δε σηματοδοτεί την οικονομική αποτελεσματικότητα της “μικτής οικονομίας” (ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται αυτή). Είναι μια σύγκλιση από αντίθετες κατευθύνσεις προς τον πιο πραγματοποιήσιμο αυτή τη στιγμή συμβιβασμό ανάμεσα στους δύο εννοιολογικούς πόλους της πολιτικής οικονομίας: την κοινωνία του άναρχου κεφαλαίου και την κοινωνία της επαναστατικής ιδεολογίας. Ως τέτοια, αποτελεί τη λιγότερο άθλια λύση σε αυτό που έχει γίνει για την εξουσία ο χειρότερος δυνατός κόσμος. Η υποχώρηση της έντασης (détente), η οποία παρουσιάζεται ως η τελική λύση για τις δυνάμεις της Ανατολής και της Δύσης απέναντι στην τρομακτική απειλή της εξωτερικής πυρηνικής επίθεσης, παριστάνει ακριβέστερα τις κοινές ιδέες τους ως προς τον τρόπο εξουδετέρωσης της εσωτερικής αντιπολίτευσης απέναντι στην παγκόσμια αρχή της διαχωρισμένης εξουσίας. Ενώ η Πράβντα συνεχίζει να γράφει ανοησίες σχετικά με το επιθανάτιο άλγος του παρακμασμένου καπιταλισμού, οι Ρώσοι οικονομολόγοι παρέχουν συμβουλές στους Δυτικούς ομολόγους τους για τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να χαλιναγωγηθεί ο πληθωρισμός· και ενώ οι ανθρωπιστές της Γερουσίας απαιτούν αυτοδικαίως από το Κρεμλίνο να επεκτείνει τις βασικές πολιτικές ελευθερίες στους Ρώσους πολίτες, η ΙΒΜ πουλάει στη γραφειοκρατία τους υπερσύγχρονους υπολογιστές που χρειάζεται αυτή προκειμένου, έστω, να ατενίσει την αποτελεσματική σταλινοποίηση της Ρωσικής οικονομίας.



 

από ΠΧΧ 23/12/2010 3:44 πμ.


Τρυπώντας την Κεϋνσιανή Φούσκα

 

Η Μεγάλη Ύφεση του 1929, η οποία ξεκίνησε ως ο τελευταίος οικονομικός κύκλος παλαιού τύπου και η οποία συνεχίστηκε ως η πρώτη σύγχρονη οικονομική κρίση, τερματίστηκε κατά τρόπο ώστε να γίνει ο πρόγονος της σημερινής κρίσης της οικονομίας. Σχετικά με τη φυσιογνωμία της, αρκεί να ειπωθεί ότι ο καπιταλισμός βρέθηκε για άλλη μια φορά παγιδευμένος στην εξής δυσεπίλυτη κατάσταση: εξαιτίας της έλλειψης απασχόλησης, οι εργάτες δεν ήταν σε θέση να δημιουργήσουν ένα επαρκές επίπεδο συνολικής ζήτησης ώστε να δικαιολογηθεί οικονομικά η μεγαλύτερη παραγωγή και απασχόληση· ενώ οι καπιταλιστές, ελλείψει μιας επικερδούς αγοράς για τα προϊόντα τους, ήταν απρόθυμοι να δημιουργήσουν ένα επαρκές επίπεδο απασχόλησης και παραγωγής ώστε να αποκαταστήσουν την ανεπαρκή συνολική ζήτηση. Με την επιτυχή αντίστασή του σε μια γενική και επαρκώς μεγάλη μείωση των χρηματικών μισθών, το προλεταριάτο ακύρωσε την παραδοσιακή απάντηση του καπιταλισμού σε ένα τέτοιο αδιέξοδο. Ας τελειώνουμε λοιπόν με τους μαρξιστές οικονομολόγους οι οποίοι, μιλώντας για τις “εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλισμού”, παραλείπουν πάντοτε το προλεταριάτο που βρίσκεται παραπεταμένο στις επιστημονικές αναλύσεις τους και περιμένει στο περιθώριο, έτοιμο να εφορμήσει και να αναλάβει τον έλεγχο όταν έρθει η τελευταία ώρα του κεφαλαίου!([4]) Η ηθικολογική προσπάθειά τους να παρουσιάσουν το προλεταριάτο ως δύσμοιρο θύμα ενός μοχθηρού κεφαλαίου είναι πιο προσβλητική ακόμα και από την ανάλυση του Κέινς, η οποία αναγνωρίζει σωστά το προλεταριάτο ως τον κακό χαρακτήρα του έργου αν και διατηρεί μια σκόπιμη σιωπή σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Το προλεταριάτο ήταν εκείνο που δημιούργησε τη Γενική Θεωρία που διατυπώθηκε από τον Κέινς. Ο Κέινς καταδίκασε το προλεταριάτο να παραμείνει αόρατο υποθέτοντας ότι οι μισθοί παραμένουν άκαμπτοι προς τα κάτω, σαν να ήταν αυτή η ακαμψία ένας νόμος της οικονομικής επιστήμης και όχι μια προλεταριακή κριτική του κόσμου που εκφράζεται από οικονομικούς νόμους.([5]) Στο βαθμό που αποτελεί μια οικονομική θεραπεία, ο Κεϊνσιανισμός δεν είναι παρά η “επιστημονική” υπεράσπιση του πληθωρισμού ως καλύτερης μεθόδου για την επίτευξη της απαιτούμενης μείωσης των πραγματικών μισθών σε σχέση με τις περικοπές των χρηματικών μισθών.([6]) Ο Κέινς παρατηρούσε κυνικά: “Λαμβάνοντας υπόψη την ανθρώπινη φύση και τους θεσμούς μας, μονάχα ένας ανόητος θα προτιμούσε μια εύκαμπτη μισθολογική πολιτική από μια εύκαμπτη νομισματική πολιτική.”

 

Η Κεϊνσιανή θεραπεία γίνεται μόνο επιφανειακά κατανοητή ως κυβερνητική διαχείριση της συνολικής ζήτησης, που παίρνει συνήθως τη μορφή μιας τόνωσης της ζήτησης μέσω των μαζικών κυβερνητικών ελλειμματικών δαπανών. Αυτό είναι το μοναδικό επίπεδο κατανόησης που επιτρέπεται στην οικονομική επιστήμη, η οποία δεν μπορεί να προχωρήσει παραπέρα διότι δε διαχωρίζεται από τις επιπτώσεις του Κεϊνσιανισμού, δηλαδή από την επιστημονική ανάπτυξη της οργανωμένης πραγμοποίησης. Σηματοδοτεί έναν ποιοτικό μετασχηματισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας και όχι, όπως πιστεύουν πολλοί κριτικοί, μια απλή μέθοδο νοσηλείας του συστήματος της αλλοτρίωσης. Μπορεί κανείς να μιλήσει ακόμα και για την αξιοσημείωτη συνοχή του, υπό την έννοια ότι οι μέθοδοι και το περιεχόμενό του ταυτίζονται: μεθοδολογικά, θέλει γενικά να δημιουργήσει πληθωριστικά ελλείμματα στον κυβερνητικό προϋπολογισμό προκειμένου να προωθήσει την οικονομική επέκταση παρά τη μαχητικότητα των εργατών· ενώ στο περιεχόμενό του, θέλει να χρησιμοποιήσει αυτά τα ελλείμματα ειδικά για προγράμματα ρεφορμιστικού κατευνασμού που θα αφοπλίσουν μια τέτοια μαχητικότητα.

 

Με άλλα λόγια, οι επίσημες απαιτήσεις για οικονομική επιτυχία ικανοποιούνται πλήρως από το πολιτικά αποτελεσματικό περιεχόμενο, και αντιστρόφως. Επομένως, ο Κεϊνσιανισμός δεν εξηγεί πώς οι κυβερνήσεις μπορούν να ρυθμίσουν την οικονομία αλλά πώς μπορούν να ρυθμίσουν ολόκληρη την κοινωνία – και πώς μπορούν να πληρώσουν γι’ αυτό. Εγκαινιάζει τη σταλινοποίηση του Δυτικού κεφαλαίου. Όπως το θέτει ο Κέϊνς: “Οι επικίνδυνες προδιαθέσεις των ανθρώπων μπορούν να διοχετευθούν σε σχετικά ακίνδυνα κανάλια. Το έργο της μετάλλαξης της ανθρώπινης φύσης δεν πρέπει να συγχέεται με το έργο της διαχείρισής της.” 

 

Είναι ειρωνικό ότι τη στιγμή της δημόσιας αποδοχής του (Νίξον: “Είμαστε όλοι Κεϊνσιανοί τώρα.”), ο Κεϊνσιανισμός ανακάλυψε ότι όλη η αποτελεσματικότητά του βασίζεται στη μυστικότητα της μαγείας του και στη φειδωλή χρήση του. Τα οφέλη του πληθωρισμού σταματάνε όταν η επίγνωση της μη-κανονικότητάς του εκ μέρους του κοινού υπερβαίνει το ρυθμό με τον οποίο τυπώνεται το χρήμα· και η γοητεία του παλιού ρεφορμισμού εξασθενεί καθώς χάνεται η καινοτομικότητά του. Η ίδια η συνοχή του Κεϊνσιανισμού προσδίδει συνοχή στη σύγχρονη επίθεση ενάντια στην πολιτική οικονομία, καθώς αυτή η επίθεση μετατρέπει άμεσα – αλλά συχνότατα μόνο άμεσα και όχι ακόμα ιστορικά – το “κενό ηγεσίας” σε “οικονομική κρίση” και αντιστρόφως.

 ***

Όλες οι συνήθεις ερμηνείες του σημερινού πληθωρισμού περιέχουν ασφαλώς κάποιες όψεις συγκεκριμένης αλήθειας. Η ελικοειδής πορεία μισθών και τιμών, οι μηχανορραφίες που συνδέονται με το Αραβικό πετρέλαιο, οι αυτοεκπληρούμενες προφητείες, τα υπερβολικά ελλείμματα που προκύπτουν από τις κυβερνητικές δαπάνες κ.λπ. παίζουν όλα το ρόλο τους. Αυτό που πρέπει να προστεθεί στη λίστα είναι απλώς η κεντρική πλευρά του πληθωρισμού: το αυξανόμενο κόστος και οι φθίνουσες αποδόσεις της επένδυσης στην επιστημονική πραγμοποίηση. Το ασυγκράτητα αυξανόμενο ποσοστό του Ακαθάριστου Εθνικού Θεάματος που αφιερώνεται σε μαζικά προγράμματα ρεφορμιστικής εξημέρωσης και ιδεολογικής παραμόρφωσης – το οποίο θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί μόνο στη βάση της ικανότητάς του να βελτιώνει ή τουλάχιστον να σταθεροποιεί το γενικό περιβάλλον για την κατασκευή της αλλοτρίωσης – βρέθηκε, αντιθέτως, αντιμέτωπο με μια αναπτυσσόμενη αγριότητα της καθημερινής ζωής. Αυτή η αγριότητα όχι απλώς δημιουργεί μια άμεση απειλή για την οικονομική ευημερία αλλά υπονομεύει την ικανότητα του καπιταλισμού να παράγει εκείνο το πλεόνασμα με το οποίο χρηματοδοτεί τα μακροχρόνια προγράμματα αφομοίωσης. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις, αντιμέτωπες με την άμεση ανάγκη να αυξήσουν την επένδυσή τους στην πραγμοποίηση σε μια χρονική στιγμή όπου οι δυνατότητές τους για μια τέτοια αυξημένη επένδυση είναι ελάχιστες, επέλεξαν να διεξάγουν την ταξική πάλη επί πιστώσει. Οι πιο διορατικοί κοινωνικοί διαχειριστές κατανοούν ότι αυτό που χρειάζεται δεν είναι τόσο να αυξηθεί ο όγκος μιας τέτοιας επένδυσης αλλά μάλλον να βελτιωθεί η ποιότητά της. Η παλιά αρχή που επιδιώκει τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση μιας επένδυσης εφαρμόζεται στην εσωτερική αντιπολίτευση. Ωστόσο, τα ποιοτικά προϊόντα είναι πιο ακριβά. Κανένας από αυτούς που συμμετέχουν στις δεξαμενές σκέψης του θεάματος δεν μπορεί να γνωρίζει πόσο θα κοστίσουν τελικά οι ενέργειες που απαιτούνται ώστε το κάθε άτομο να αυτοδιαχειρίζεται την αλλοτρίωσή του, αλλά όλοι συμφωνούν ότι δε λογαριάζουν το χρήμα. Αντιλαμβάνονται το διακύβευμα με μεγαλύτερη διαύγεια από τους εξαπατημένους αντιπάλους τους, οι οποίοι βλέπουν μόνο πράγματα και τους ρυθμούς πληθωρισμού τους. Ο καπιταλισμός προωθεί τόσο εντατικά την εικόνα τού απολύτως ανύπαρκτου προγράμματός του να “υπερνικήσει τον πληθωρισμό τώρα” – έστω και αν επενδύει σκόπιμα σε έναν νεο-ρεφορμισμό που, αναπόφευκτα, αντιστοιχεί οικονομικά στην αναζωπύρωση του πληθωρισμού – προκειμένου να κερδίσει χρόνο με δανεικά χρήματα έως ότου αρχίσουν να ρέουν τα μερίσματα με τη μορφή μιας εργατικής τάξης που θα αναλάβει η ίδια τις υποχρεώσεις της πραγμοποίησής της. Οι σύγχρονοι πληθωρισμοί εξυφαίνονται απρόθυμα αλλά, παρόλα αυτά, με επιδεξιότητα και με προσεκτικό υπολογισμό του βαθμού στον οποίο οι ομάδες που υποφέρουν δε θα στριγκλίσουν πολύ δυνατά. Προκειμένου να καταστεί ο πληθωρισμός ένα αποτελεσματικό μέσο οικονομικής τόνωσης και να διατηρηθεί το ποσοστό του σε ένα λογικό επίπεδο, το κοινό πρέπει να πειστεί ότι: (1) η σκόπιμη υποτίμηση του νομίσματος δεν είναι σκόπιμη, (2) η κυβέρνηση είναι ένα τραγικό θύμα των οικονομικών μεταβολών, και (3) ο πληθωρισμός θα μετριαστεί. Η πολιτική οικονομία, η παλιά επιστήμη του “αόρατου χεριού” επιστρέφει ως η επιστημονική προσπάθεια να οργανωθεί η μη-ορατότητα του ορατού χεριού.

 

To ζήτημα δεν είναι ότι το κράτος παρουσιάζει απλώς την επίφαση ότι έχει μια στρατηγική για να μειώσει το ρυθμό πληθωρισμού· αυτή η επίφαση είναι η στρατηγική του για να σταθεροποιήσει τον πληθωρισμό στο ποσοστό που εκείνο επιθυμεί. Το πρώτο βήμα του θεάματος για την ανάκτηση του πραγματικού ελέγχου απέναντι σε μια κατάσταση που απειλεί να τεθεί εκτός ελέγχου είναι να την παρουσιάσει σαν να βρίσκεται ήδη υπό έλεγχο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο προωθεί στα μέσα μαζικής επικοινωνίας τη γελοία συζήτηση αν η κρατική πολιτική θα έπρεπε να αποσκοπεί στη μείωση του πληθωρισμού ή στην αύξηση της απασχόλησης (καθώς υποτίθεται ότι υπάρχει μια αντισταθμιστική σχέση ανάμεσα σε αυτούς τους δύο στόχους), λες και το κράτος διαθέτει τα μέσα και την προθυμία να πραγματοποιήσει σε αισθητό βαθμό οποιονδήποτε από αυτούς τους δύο στόχους – έστω και αν αγνοήσει πλήρως τον άλλο. Όταν η δημόσια εμπιστοσύνη προς το κράτος υποχωρεί, οι αφηρημένες δηλώσεις περί ευγενών προθέσεων θέτονται στο επίκεντρο σε σχέση με τις συγκεκριμένες πολιτικές για την πραγματοποίηση αυτών των προθέσεων· αυτό συμβαίνει διότι η αντίστοιχα συγκεκριμένη και δημόσια αποτυχία αυτών των πολιτικών ίσως θα είχε πιο επικίνδυνες συνέπειες για το κράτος έναντι εκείνων των συνεπειών που αναμένονται από μια ηθελημένη πολιτική συγκαλυμμένης αδράνειας. Ωστόσο, όταν τα πράγματα γίνονται αρκετά άσχημα αυτή η αδράνεια παραχωρεί ξαφνικά τη θέση της σε ένα απερίσκεπτο πρόγραμμα κοινωνικού ακτιβισμού, όπως συνέβη όταν το New Deal διαδέχτηκε τον παλιό συντηρητισμό σχεδόν μέσα σε μια νύχτα.([7])

 

Για παράδειγμα, η κυβέρνηση επέλεξε να επιδοτήσει τους ανέργους με το πρόγραμμα του ρεφορμιστικού πληθωρισμού της παρά να ριψοκινδυνεύσει την αποτυχημένη επαναπασχόλησή τους μέσω μιας οικονομικής επέκτασης η οποία, επιπλέον, θα μπορούσε να εκτοξεύσει τον πληθωρισμό στα ύψη. Το περιθώριο των χειρισμών της μεταξύ πληθωρισμού και ανεργίας έχει μειωθεί σημαντικά εξαιτίας της πρωτόγνωρης μαζικής αποστροφής προς την εργασία – ενός φαινομένου που οι οικονομολόγοι προσπαθούν να αποκρύψουν μιλώντας για κάποια ακατανόητη “θεσμική μεταβολή που μετατόπισε την καμπύλη Philips προς τα δεξιά”. Τη δεκαετία του 1930, οι άνεργοι εργάτες που ζητούσαν δουλειά πληρώνονταν για να σκάβουν λάκκους και να τους γεμίζουν· σήμερα, ζητάνε τα χρήματα χωρίς να χρειάζεται να σκάψουν τους λάκκους – και τα παίρνουν. Πολλοί από τους “ανέργους” είναι στην πραγματικότητα εκουσίως απο-απασχολούμενοι και, επομένως, είναι ακόμα πιο διασκεδαστικό να βλέπει κανείς έναν αριστεριστή να αρνείται αυτοδικαίως ότι υπάρχει “μαζική κατάχρηση της πρόνοιας”. Είναι λιγότερο πληθωριστική (αλλά, παρόλα αυτά, πολύ πληθωριστική) η έκδοση νέου χρήματος για τους ανέργους σε σχέση με το σχεδιασμό μιας επέκτασης που, στο τέλος, θα έβρισκε τους περισσότερους από αυτούς να είναι ακόμα άνεργοι. Κάποιοι εργάτες γίνονται ακουσίως άνεργοι εξαιτίας των σποραδικών περιοριστικών μέτρων που απαιτεί ο ρεφορμιστικός πληθωρισμός. Από τη στιγμή που εντάσσονται στους καταλόγους της πρόνοιας, ένας νέος γύρος πληθωρισμού ξεκινάει.

 

Η μαζική αποστροφή προς την εργασία δεν περιορίζεται βέβαια σε εκείνους που έχουν γίνει εκουσίως αποαπασχολούμενοι. Οι οικονομολόγοι που συνήθιζαν να γκρινιάζουν όταν ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας των εργατών επιβραδυνόταν απλώς σε 1% ή 2% ετησίως ατενίζουν σήμερα με καχυποψία μια παραγωγικότητα που μειώνεται κατά 3% ετησίως. Καθώς η παραγωγικότητα αποτελεί, σε φυσικούς όρους, ένα μέτρο των εμπορευμάτων που παράγονται ανά ώρα εγρασιακού χρόνου, η μείωσή της παρέχει αρνητικά και σε πολύ αδρές γραμμές ένα δείκτη της αυξανόμενης αντίστασης των εργατών στους χώρους δουλειάς. Πέρα από τις προφανείς πληθωριστικές επιπτώσεις από μια τέτοια αύξηση του μοναδιαίου εργασιακού κόστους, η μείωση της παραγωγικότητας θέτει ένα καινούριο είδος προβλήματος για τον καπιταλισμό,([8]) το οποίο μπορεί να διατυπωθεί με ποικίλους τρόπους: το παλιό πρόβλημα της πραγματοποίησης της υπεραξίας επαυξάνεται από το πρόβλημα της αρχικής δημιουργίας της. Οι επιπτώσεις που έχει η μειωμένη ζήτηση εργασίας στη δημιουργία ύφεσης επιδεινώνονται από τη μειωμένη ποιότητα της προσφερόμενης εργασίας. Η πρωτογενής ανεπάρκεια της αγοραστικής βούλησης συνενώνεται με μια σύγχρονη ανεπάρκεια της βούλησης να παραχθεί αγοραστική δύναμη. Ο καπιταλισμός, ο οποίος γνώριζε πώς να αφοπλίσει την κριτική των ανισοκατανεμητικών αποτελεσμάτων της εμπορευματικής παραγωγής με τον εκδημοκρατισμό της κατανάλωσης, πρέπει να μάθει τώρα πώς θα αφοπλίσει την αναπτυσσόμενη κριτική του ίδιου του τρόπου της εμπορευματικής παραγωγής με τον εκδημοκρατισμό του τόπου παραγωγής. Η εποχή της μόνιμης οικονομικής κρίσης θα κυριαρχηθεί από τη μακροχρόνια ασυμβατότητα αυτών των δύο στόχων· διότι κάθε προσπάθεια να εγκαθιδρυθεί ο “εργατικός έλεγχος” στην παραγωγή θα μειώσει την οικονομική αποτελεσματικότητα που επέτρεπε στον καπιταλισμό να πειραματίζεται με τη μεταρρύθμιση της κατανάλωσης. Για παράδειγμα, η μεταρρύθμιση της γραμμής συναρμολόγησης θα αυξήσει την τιμή των αυτοκινήτων, η παρακμή της αυτοκινητοβιομηχανίας θα μειώσει τη φορολογική βάση των μη-πληθωριστικών “κοινωνικών δαπανών”, κ.λπ.

 

Η πρόσφατη έκρηξη της οργανωμένης σκανδαλοθηρίας δημιουργεί μια ακόμα απειλή για την οικονομική αποτελεσματικότητα. Το τεράστιο πλήθος των μικροκινημάτων που ενώνονται κάτω από τη σημαία της “οικολογίας” – τα οποία διακρίνονται μεταξύ τους σύμφωνα με το ιδιαίτερο περιβαλλοντικό φετίχ τους – μοιράζονται το ουσιώδες μειονέκτημα ότι ασκούν κριτική στο σύστημα της εμπορευματικής παραγωγής σε επίπεδο συμπτωμάτων, καθώς ζητάνε απλώς να εξαλειφθούν οι (θεαματικά προσδιορισμένες) ανθυγιεινές παράπλευρες επιπτώσεις του· και, ακόμα χειρότερα, δεν αποδίδουν καν τη δέουσα προσοχή στην οικονομική πίεση που είναι σε θέση, παρόλα αυτά, να ασκήσουν στο κέντρο αυτού του συστήματος ως παράπλευρη συνέπεια της περιφερειακής κριτικής τους. Ο καπιταλισμός διαθέτει αναμφίβολα τα τεχνικά μέσα για να μειώσει τη μόλυνση σε ένα “αποδεκτό επίπεδο”, αλλά διαθέτει επίσης τα αναγκαία τεχνικά μέσα για να δημιουργήσει μια αποικία στον πλανήτη Άρη. Καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με το αίτημα των οικολόγων για κάτι που είναι οικονομικά αδύνατο, ο καπιταλισμός βγαίνει να παλέψει στο ιδεολογικό πεδίο – που είναι ξεκάθαρα το αγαπημένο του έδαφος – επιστρατεύοντας ένα καλύτερο θέαμα: εξαπολύει μια μετωπική επίθεση στους περιβαλλοντιστές χρησιμοποιώντας την “ενεργειακή κρίση.” (Γνωρίζει ότι η κοινή γνώμη θα θεωρήσει ως σοβαρότερο ζήτημα τις ουρές αναμονής στα πρατήρια βενζίνης παρά το λιώσιμο των πάγων στην τούνδρα της Αλάσκας.) (Δεν προκαλεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι οι περιβαλλοντιστές χτυπήθηκαν κατακέφαλα από την ενεργειακή κρίση, η οποία αποτελεί σε μεγάλο βαθμό δικό τους δημιούργημα, εξαιτίας της πολυετούς εναντίωσης στον πολλαπλασιασμό των πυρηνικών εργοστασίων, των πετρελαιαγωγών, των υπεράκτιων γεωτρήσεων κ.λπ.: Αυτή είναι η προβλέψιμη μοίρα όλων εκείνων που αφήνουν τις συνέπειες της πρακτικής τους να καθορίζονται από τους αντιπάλους τους.) Καθώς η ύπαρξη μαζικής μόλυνσης προηγείται σε μεγάλο βαθμό της ύπαρξης ενός μαζικού κινήματος εναντίον της, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η αντιπολίτευση απέναντι στη μόλυνση έγινε επίκαιρη κυρίως επειδή η ίδια η αντιπολίτευση βρίσκεται σήμερα παντού· ότι αν ένα τόσο σημαντικό μέρος αυτής της αντιπολίτευσης εντάσσεται στο οικολογικό κίνημα, αυτό συμβαίνει διότι σχεδόν κανένα άλλο κίνημα δε θα μπορούσε να είναι τόσο απόλυτα μη-αντιφατικό (ποιος θα μπορούσε να μιλήσει δημόσια εναντίον του καθαρού αέρα;)· ότι, επομένως, αυτή η αντιπολίτευση παραμένει σε μεγάλο βαθμό αφηρημένη, αναζητώντας ακόμα τόσο τον ακριβή εχθρό της όσο και τα αποτελεσματικά όπλα της. Παρόλα αυτά, ο οικολογισμός μπορεί να αγνοεί τη διαλεκτική αλλά δεν μπορεί να της ξεφύγει. Η ίδια η συγκεκριμένη υπόσταση της αποτυχίας του – είτε με τα ουτοπικά, ανέφικτα αιτήματα που διατυπώνει προς τον καπιταλισμό ως καπιταλισμό είτε με τη διεξαγωγή πρακτικίστικων αγώνων, των οποίων η κενότητα αποκαλύπτεται τη στιγμή της νίκης – τον αναγκάζει είτε να στοχεύσει καλύτερα είτε να εξαφανιστεί.

 


 


 


από ΠΧΧ 23/12/2010 3:50 πμ.


Επίλογος

 

Οι οικονομολόγοι που ανήγγειλαν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 τον τερματισμό των οικονομικών κύκλων είχαν δίκιο (παρά τα σημερινά φαινόμενα). Ο καπιταλισμός έχει εισέλθει σε μια εποχή μόνιμης κρίσης, όπου οι περίοδοι στασιμότητας δίνουν τη θέση τους όχι σε περιόδους ευημερίας αλλά σε περιόδους μικρότερης στασιμότητας· η Αγγλία υπήρξε πρωτοπόρος από αυτή την άποψη. Οι συντηρητικοί που ονειρεύονται να επιστρέψουν στις υγιείς αρχές της οικονομικής επιστήμης (ελεύθερο εμπόριο, ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί κ.λπ.) δεν μπορούν να αντικρούσουν το επιχείρημα των φιλελευθέρων ότι ο πολιτικός κόσμος στον οποίο λειτούργησαν αποτελεσματικά αυτές οι αρχές δεν μπορεί να υπάρξει πλέον· ενώ οι επικεφαλής μεταξύ των φιλελευθέρων μπορούν μονάχα να ονειρεύονται έναν οποιονδήποτε άλλο κόσμο εκτός από τον πραγματικό, καθώς αυτός ο κόσμος αποδεικνύει αδιάσειστα ότι ο “σοσιαλισμός” που ενστερνίζονται είναι οικονομικά αβάσιμος. Σε μια στιγμή πανικού, ο James Tobin συνόψισε την τελευταία λέξη των φιλελευθέρων στην οικονομική επιστήμη: “Αν θέλουμε πραγματικά να χαλιναγωγήσουμε τον πληθωρισμό, δε θα πρέπει να τρομάζουμε από τη χρήση μερικών υπολογιστών”. Λιγότερο απερίσκεπτος, ο πραγματιστής Simone Clemhout αποσαφήνισε το ζήτημα ως εξής: “Χρειαζόμαστε κάποιο είδος δράσης ώστε να δώσουμε στους ανθρώπους την εντύπωση ότι κάτι γίνεται.” (Μπορεί κανείς να περιμένει πολλά από αυτούς που προτείνουν ως λύση για την ανεργία τη συνεχή αναθεώρηση προς τα πάνω του ποσοστού ανεργίας που ορίζει το “φυσικό ποσοστό απασχόλησης.”) Σε στιγμές όπου τίποτα δε φαίνεται να δουλεύει, το θέαμα καταφεύγει στις δυνάμεις εξορκισμού που διαθέτει· αυτό ορίζει αρνητικά το σχέδιό μας ως την απομυστικοποίηση των εξορκισμών της εξουσίας.

 

Σημειώσεις του Συγγραφέα

Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 /* Style Definitions */ table.MsoNormalTable {mso-style-name:"Table Normal"; mso-tstyle-rowband-size:0; mso-tstyle-colband-size:0; mso-style-noshow:yes; mso-style-parent:""; mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt; mso-para-margin:0cm; mso-para-margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:10.0pt; font-family:"Times New Roman"; mso-ansi-language:#0400; mso-fareast-language:#0400; mso-bidi-language:#0400;}

[1] Διαλεκτικοί υλιστές, προσέξτε: Αν ο Μαρξ μπορούσε να βεβαιώνει το 1859 ότι η κοινωνική ύπαρξη των ανθρώπων καθορίζει τη συνείδησή τους και όχι το αντίστροφο, αν μπορούσε να μιλάει για τις ιδεολογικές υπερδομές που αντιστοιχούν απλώς στις σχέσεις παραγωγής, αυτό συνέβαινε διότι ταύτιζε ακόμα το προλεταριάτο με την αστική τάξη ως προς τις κυρίως αντικειμενικές προϋποθέσεις της επανάστασης. Στην πραγματικότητα, το προλεταριάτο είναι η τάξη που πρέπει να επαναστατικοποιήσει συνειδητά την κοινωνική ύπαρξή της, πρέπει να μετασχηματίσει τους ίδιους τους όρους της συνείδησής της και πρέπει να γνωρίζει ότι το κάνει. Ωστόσο, εδώ πραγματευόμαστε ένα καταστασιακό κίνημα όχι καθώς αυτό αναπύσσεται πάνω στα δικά του θεμέλια αλλά, αντίθετα, καθώς αναδύεται μέσα από τη θεαματική κοινωνία· ένα κίνημα το οποίο, επομένως, είναι σημαδεμένο ολόπλευρα – θεωρητικά και πρακτικά – από τα ιδεολογικά κατάλοιπα της παλιάς κοινωνίας μέσα από την οποία αναδύεται. Η ταξική πάλη εκδηλώνεται στο εσωτερικό κάθε ατόμου ως η αντιφατική διαδικασία της προσπάθειας που καταβάλλει ή δεν καταβάλλει για να κατανοήσει, μέσω της πράξης, τη δική του εμπλοκή σε αυτή την πάλη.  Η αποτελεσματική πάλη ενάντια στο θέαμα ξεκινάει με την επίγνωση ότι το θέαμα αποτελεί την διαλεκτικά υλοποιημένη ιδεολογία.

 

[2] Βλ. Ντανιέλ Ντενβέρ, Θεωρία της Αθλιότητας / Αθλιότητα της Θεωρίας (διαθέσιμο από εμένα στην αγγλική μετάφραση).

 

[3] Με αυτό δεν αγνοώ την κοινότοπη ύπαρξη ιδιαίτερων ομάδων συμφερόντων που επιδιώκουν κρατικές ρυθμίσεις προς όφελός τους, η οποία από μόνη της δεν έχει καμία σχέση με την αφομοίωση. Ωστόσο, τα κράτη επικαλύπτουν ολοένα περισσότερο αυτή την αρχαϊκή ποικιλία συνθηκολογήσεων έναντι των ατομικών κεφαλαίων με ένα σύγχρονο περίβλημα “κοινωνικής ευαισθησίας”, και αυτή η υποκρισία τεινει αυτοδικαίως να γίνει ορμητική (π.χ. η εξαγορά κάποιου ιδιαίτερου χρεοκοπημένου κεφαλαίου παρουσιάζεται ως διάσωση μερικών εκατοντάδων εργατών από την ανεργία). Επιπλέον, νέοι τύποι ειδικών ομάδων συμφερόντων – “κοινωνικά ευαίσθητες” ομάδες όπως είναι οι οργανισμοί προστασίας του καταναλωτή, οι περιβαλλοντιστές κ.ά. – επιδιώκουν επίσης κρατικές ρυθμίσεις (συνήθως ενάντια στα συμφέροντα παλιών ομάδων) με τρόπο άμεσα αφομοιωτικό.

 

[4] Ο κύριος Jean Barrot, συνοψίζοντας με προσήνεια τη θεωρία του για το προλεταριάτο σε λίγες μόνο λέξεις, παρέχει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα  αυτού του είδους επαναστατικής καταισχύνης: “...οι εργάτες επιτίθενται στο κεφάλαιο μόνο όταν αυτό επιτίθεται σε εκείνους εξαιτίας των εσωτερικών προβλημάτων του (πτώση του ποσοστού κέρδους κ.λπ.)” (Έκλειψη και Επανεμφάνιση του Κομμουνιστικού Κινήματος). Με ένα τέτοιο ξεκάθαρα αντι-καταστασιακό σημείο αφετηρίας, είναι φυσικό να πιστεύει ότι η Κ.Δ. δεν “κατανοεί το κεφάλαιο”. O Jacques Camatte (στην Περιπλάνηση της Ανθρωπότητας) αναλαμβάνει το σφαγιασμό του Μαρξ από το σημείο ακριβώς όπου τον αφήνει ο Barrot: καθώς δεν ικανοποιείται από τη στατική διαιώνιση των κατηγοριών της καπιταλιστικής ύπαρξης εκ μέρους του Barrot, ο Camatte προχωράει παραπέρα για να ενισχύσει αυτή τη διαιώνιση. Σχηματικά: “Το ζήτημα δεν είναι ότι όλα σήμερα είναι ίδια με το παρελθόν, αλλά ότι όλα σήμερα μοιάζουν ακόμα περισσότερο με το παρελθόν.” Καθώς με τη λογική της αστικής σκοπιάς του μπορεί μονάχα να ελπίζει ότι θα διορθώσει την α-ιστορική αντίληψη του κεφαλαίου εκ μέρους όλων των άλλων, με την ίδια λογική πρέπει πραγματικά να αναγορευτεί σε διαφημιστικό πράκτορα του ψευδο-ιστορικού τυχοδιωκτισμού του σύγχρονου κεφαλαίου. “To προλεταριάτο παύει να είναι η τάξη που αρνείται...Το ζήτημα δεν είναι να αναμασήσουμε τις συζητήσεις και να επιστρέψουμε στον Μαρξ...Αυτό που παρουσίασε ως κομμουνιστικό σχέδιο πραγματοποιήθηκε από το κεφάλαιο...Η επαναστατική λύση δεν μπορεί να βρεθεί στο πλαίσιο μιας διαλεκτικής των παραγωγικών δυνάμεων, όπου το άτομο θα αποτελούσε στοιχείο της αντίφασης.”

 

Προτείνω το κείμενο με τίτλο “Η Αναπαραγωγή της Καθημερινής Ζωής / Η Καθημερινή Ζωή της Αναπαραγωγής” ως κριτική στο Black and Red (P.O. Box 9546, Detroit, Michigan, 48202), τον αγγλόφωνο εκδότη αυτών των δύο κειμένων και άλλων του ίδιου είδους.

 

[5] Θα ήταν πολύ αφελές να φουσκώσει κανείς αυτή την “έμπρακτη κριτική” σε κάποιο είδος “επαναστατικής επίθεσης” ενάντια στον καπιταλισμό. Εντούτοις, θα ήταν εξίσου αφελές να την απορρίψει ως “απλό ρεφορμισμό”· η άμεση άρνηση του παραδοσιακού μηχανισμού της οικονομικής αυτορύθμισης αποτελούσε ήδη μια άρνηση της κοινωνίας που βασιζόταν σε αυτόν το μηχανισμό.

 

[6] Είναι πολύ διασκεδαστικό να ακούει κανείς έναν Κεϊνσιανό να περιγράφει πώς μια “μακροοικονομική ισορροπία μπορεί να συνυπάρχει με ακούσια ανεργία στην αγορά εργασίας” (εκτός από Μαρξιστές όπως ο Πωλ Μάττικ, οι οποίοι προσπαθούν να εκτελέσουν την ίδια αγγαρεία). Προφανώς, αν επιτρέπεται η μείωση των μισθών τότε η αγορά εργασίας πρέπει αναπόφευκτα να εκκαθαρίζεται (προσφορά, ζήτηση κ.λπ.). Αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο συνήθιζαν να τελειώνουν οι οικονομικοί κύκλοι. Πιστεύει κανένας ότι το 1929 η αυτορυθμιζόμενη αγορά απλώς ανασηκώθηκε και προχώρησε σε απεργία; Δεν πρέπει να εκπλήσσεται κανένας από το γεγονός ότι η Γενική Θεωρία ήταν μια ανοησία, το θέαμα της οικονομικής θεωρίας. Οι κομπογιαννίτες σαν τον Κέινς αποδοκιμάστηκαν από τους κλασικούς οικονομολόγους, τους οποίους ο Κέινς ισχυρίστηκε ότι διόρθωσε. Αυτοί οι οικονομολόγοι γνώριζαν πώς να αντιμετωπίσουν τους μερκαντιλιστές και τους φτηνούς δημαγωγούς. Η σαρωτική ακαδημαϊκή και πολιτική επιτυχία του Κεϊνσιανισμού δε θεμελιώνεται στην αποτελεσματική ανασκευή των κλασικών οικονομολόγων (οι οποίοι καταλάβαιναν πολύ καλά τις συνέπειες από τις ακαμψίες των αγορών) αλλά στην ψευδή συνείδηση μιας εποχής η οποία φοβόταν τις συνέπειες που θα αντιμετώπιζε αν ενεργούσε με βάση τα συμπεράσματα των κλασικών οικονομολόγων: τον ανοιχτό πόλεμο ενάντια στην τάξη που υπονόμευε τον κόσμο του οικονομικού νόμου. Η επιτυχία της μεταπολεμικής θεαματικής εμπορευματικής κοινωνίας δε θεμελιώθηκε στη βελτίωση της οικονομικής επιστήμης αλλά στην ισχύ του ψεύδους της και στο ψεύδος της ισχύος της.

 

Ο Κεϊνσιανισμός δεν ήταν το έργο ενός φωτισμένου αστού οικονομολόγου ή θεωρητικού των κοινωνικων επιστημών. Ο Κέϊνς εξέφρασε απλώς καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο τον υπόρρητο Κεϊνσιανισμό της εποχής. Πριν ακόμα δημοσιευθεί η Γενική Θεωρία, η Γερμανία του Χίτλερ την είχε χρησιμοποιήσει για να ξεπεράσει τη δική της Μεγάλη Ύφεση. Και η Αμερική υιοθέτησε αυτές τις τεχνικές όχι επειδή είχε αναγνωρίσει την επιστημονική εγκυρότητά τους αλλά επειδή τις χρειαζόταν προκειμένου να εξοπλιστεί για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. (Είναι γνωστό ότι ο Κέινς δεν κατάφερε να πείσει τον Ρούζβελτ  για τη λειτουργικότητα αυτών των τεχνικών· το New Deal ως πρόγραμμα επιστημονικού φετιχισμού που εφαρμόστηκε από τον Ρούζβελτ είναι ένας Κεϊνσιανισμός ανεξάρτητης προέλευσης, ο οποίος διακρίνεται από τον πραγματικό εξαιτίας της μερικής και μονόπλευρης εφαρμογής του κυρίως στο αμιγώς ιδεολογικό πεδίο και όχι στο πεδίο της τεχνικής οικονομικής διαχείρισης.)

 

[7] Αυτή η μορφή ασυνέχειας στην κρατική πολιτική, η οποία απορρέει σε τελική ανάλυση από την ίδια τη φύση του ανταγωνισμού ανάμεσα στις διαχωρισμένες εξουσίες εντός της πολιτικής σφαίρας, προσδίδει στην εξουσία την τάση να διαχωριστεί από τις προϋποθέσεις της δικής της σταθερής χρονικής συνέχειας. Οι διάφοροι προσωρινοί διαχειριστές της εξουσίας ασκούν γενικά την εξουσία σύμφωνα με τη βραχυχρόνια ανάγκη τους να διατηρηθούν οι ίδιοι σε αυτή και όχι σύμφωνα με τις μακροχρόνιες ανάγκες της ίδιας της εξουσίας, ελπίζοντας πάντα ότι η ιστορική έκρηξη θα συμβεί όταν θα βρίσκεται κάποιος άλλος στη θέση του οδηγού. Παραδείγματα: Η δημόσια καταδίκη του Στάλιν από τον Χρουστσώφ, η Κεϊνσιανή πληθωριστική θεραπεία, η επανάσταση της 25ης Απριλίου [1974] του φασίστα Σπίνολα, το διακύβευμα που τίθεται σήμερα σε σχέση με την ενθάρρυνση της γενικευμένης αυτοδιεύθυνσης της αλλοτρίωσης.

 

[8] Θέτει επίσης, στις σύγχρονες συνθήκες, ένα πολύ παλιό είδος προβλήματος για το προλεταριάτο, δηλαδή το πρόβλημα της σχέσης του με τη δική του πρακτική. Οι απομονωμένες, αυθόρμητες ενέργειες αντίστασης στους χώρους εργασίας (συμπεριλαμαβανομένης της συστηματικής απουσίας από τη δουλειά) μπορούν προσωρινά να παίξουν έναν σημαντικό ρόλο για την υπονόμευση του συστήματος της εμπορευματικής παραγωγής, εφόσον είναι επαρκώς διαδεδομένες. Αλλά ως τέτοιες, αυτές οι ενέργειες αντίστασης δεν εκλαμβάνουν τον εαυτό τους ως στρατηγικές ή ως αντικειμενικά στρατηγικές ενέργειες και, επομένως, δεν μπορούν να μάθουν πώς θα μετατραπούν σε μια πιο στρατηγική αντιπολίτευση προς τον καπιταλισμό. Στο τέλος, ο καπιταλισμός είτε εξαλείφει άμεσα αυτές τις εστίες αντίστασης είτε (στην περίπτωση που είναι ασυνήθιστα χρόνιες, παραδειγματικές ή πολυάριθμες) προσπαθεί με πανουργία να αφοπλίσει την κριτική τους παρουσιάζοντάς τις σαν να έχουν ένα αφοπλιστικά αφοπλισμένο αντικείμενο κριτικής. Τη στιγμή εκείνη, αν οι ταραχοποιοί δε συντονίσουν τις κινήσεις τους στη βάση των πιο συγκεκριμένα ριζοσπαστικών δυνατοτήτων τους, θα αναγκαστούν στην καλύτερη περίπτωση να συνεχίσουν όπως πριν – κάτω από ακόμα δυσκολότερες συνθήκες – και στη χειρότερη περίπτωση να παρακολουθήσουν απλώς τον αργό θάνατο της αναστάτωσης που προκάλεσαν. Αυτό ισχύει τόσο για τους ατομικούς εργάτες όσο και για τις απομονωμένες ομάδες εργατών.


Σημείωση της Μετάφρασης

  [i] Ο “σιδερένιος νόμος των μισθών” είναι μια οικονομική θεωρία που διατυπώθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και υποστήριζε ότι οι πραγματικοί μισθοί τείνουν πάντα, στη μακροχρόνια περίοδο, προς το ελάχιστο επίπεδο που απαιτείται για την επιβίωση των εργατών .

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License