Περί δημοσίων υπαλλήλων, Μαρξ και αριστεράς

Τι γίνεται με το "δημόσιο"; Οι απόψεις του Μαρξ και του μετά Μαρξ προφήτη, του κυρίου Μίχα.

[Ο γνωστός κ. Μίχας έγραψε ένα άρθρο για τους δημόσιους υπαλλήλους και, όπως πάντα, αναφέρθηκε στο Μαρξ. Το μπλογκ «Η Λέσχη» σχολίασε το άρθρο και προστέθηκαν και δύο σχόλια επισκεπτών. Επειδή θεωρούμε το σχετικό θέμα αρκετά ενδιαφέρον αναδημοσιεύουμε το άρθρο του Μίχα, την κριτική του από το μπλογκ «Η Λέσχη», καθώς και το ένα από τα δύο σχόλια, μήπως, με τη συζήτηση, βγει κανένα συμπέρασμα σχετικά με το αν ο Μαρξ ήταν υπέρ ή κατά του κράτους, τη στιγμή που οι σημερινοί «μαρξιστές» δείχνουν να είναι υπέρ.]  

Τάκη Μίχα

Μαρξ και Δημόσιοι Υπάλληλοι

Όπως είναι γνωστό η αριστερά στην Ελλάδα καταδικάζει τις περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και γενικότερα το πρόγραμμα λιτότητας. Για την αριστερά έξοδος από την κρίση σημαίνει αυξημένες δημόσιες δαπάνες, νέοι διορισμοί στο δημόσιο (100.000 νέες προσλήψεις σύμφωνα με τον κ.Τσίπρα), δημόσια έργα –γενικά όποιο μέτρο συμβάλλει στην «τόνωση της ζήτησης».

Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι η ολόθερμη συμπαράσταση της μαρξιστικής αριστεράς στην Ελλάδα, στην τάξη των δημοσίων υπαλλήλων και στα προνόμια τους. Όχι απλά δεν πρόκειται να δει κανείς αναφορές για αργομισθίες, διαφθορά, χαμηλή παραγωγικότητα -τα τρία συστατικά στοιχεία της δημοσιοϋπαλληλικής κάστας– από τον χώρο της αριστεράς, αλλά αντίθετα μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι στα ελληνομαρξιστικά σχήματα η τάξη των δημοσίων υπαλλήλων είχε πάρει την επαναστατική σκυτάλη από το προλετάριο.

Όμως παραδόξως για ένα τόσο ιδεολογικοποιημένο χώρο, οπως αυτόν της ελληνικής αριστεράς, σπανίως θα δει κανείς αναφορές είτε στην «Αυγή» είτε στο «Ριζοσπάστη» είτε στην «Ελευθεροτυπία» στον Καρλ Μαρξ ως εμπνευστή αυτών των απόψεων. Γιατί άραγε;

Διότι απλούστατα ο Καρλ Μαρξ έτρεφε την ίδια αλλεργία τόσο προς τις κεινσιανες ανοησίες της «τόνωσης της ζήτησης» όσο και για τον ρόλο των κρατικών υπαλλήλων με αυτήν που τρέφουν οι νεοφιλελεύθεροι διανοητές. Αυτό είναι μια αλήθεια την οποία δεν πρόκειται να αποκαλύψει κανείς ινστρούχτορας του ΚΚΕ ή του Συριζα.

Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στο περίφημο κείμενο του Μαρξ «Η 18η Μπρυμερ του Λουι Βοναπάρτη», στην οποία ο Γερμανός φιλόσοφος αναλύει την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στην Γαλλία τα μέσα του 190υ αιώνα όταν την εξουσία ανέλαβε με πραξικόπημα ο ανιψιός του Ναπολέοντα Λουδοβίκος Βοναπάρτης.

Στο κείμενο αυτό ο Μαρξ ασκεί μια έντονη κριτική της «Ναπολεόντειας Ιδέας» σύμφωνα με την οποία πρέπει να δημιουργείς δημοσιονομικά ελλείμματα για να κάνεις δημόσιες επενδύσεις και διορισμούς στο δημόσιο. Για τον Μαρξ αυτή η πολιτική αποτελεί μια «φάρσα» την οποία σε τελική ανάλυση θα κληθούν να πληρώσουν ακριβά οι φορολογούμενοι: «Ο λαός θα βρει δουλειά! Εγκαίνια δημοσίων έργων!» παρατηρεί σαρκαστικά ο Μαρξ. Για να προσθέσει: «Όμως τα δημόσια έργα αυξάνουν τις υποχρεώσεις των ανθρώπων σε σχέση με τους φόρους».

Σε αντίθεση με τον κ. Τσίπρα ο Μαρξ θεωρούσε απαράδεκτη την ιδέα της προσπάθειας να λυθεί το πρόβλημα της ανεργίας με διορισμούς στο δημόσιο την οποία χαρακτήριζε ως «ευπρεπή ελεημοσύνη»: «Ένας άνεργος πλεονάζων πληθυσμός», έγραφε, «ικετεύει να βρει μια θέση στο δημόσιο ως μια ευπρεπή ελεημοσύνη και προκαλεί την δημιουργία κρατικών θέσεων». Οι διορισμοί στο δημόσιο απλά υλοποιούν το όραμα του Βοναπαρτισμού (και της ΑΔΕΔΥ...): «μια τεράστια γραφειοκρατία, καταστολισμένη και καλοσιτεμένη»

Όμως η υλοποίηση του οράματος της «καταστολισμένης και καλοσιτεμενης» δημοσιοϋπαλληλικής γραφειοκρατίας προκαλεί τεράστια δεινά στον φορολογούμενο: «Οι φόροι» γράφει ο Μαρξ με αδαμάντινη νεοφιλελεύθερη καθαρότητα «αποτελούν την πηγή της ζωής για την γραφειοκρατία, τον στρατό, τους παπάδες, την αυλή-εν συντομία την πηγή ζωής και για όλο τον μηχανισμό της εκτελεστικής εξουσίας. Ισχυρή κυβέρνηση ισοδυναμεί με βαριά φορολογία» .

Όμως ο μεγάλος οικονομολόγος δεν θα σταματήσει εδώ. Προλαβαίνοντας κατά μερικούς αιώνες την Αιν Ραντ και τον Μίλτον Φρίντμαν ο Μαρξ θα διακηρύξει ότι η φορολογία είναι κλοπή: «Οι φόροι» γράφει «ληστεύουν και την τελευταία σταγόνα ιδρώτα από τον χωρικό και τον οδηγούν στην εξαθλίωση». Για τους φορολογούμενους «το μεγάλο και ισχυρό κράτος» που ονειρευθηκαν γενιές κρατιστων από τον γερο-Καραμανλή μέχρι την Αλέκα Παπαρρηγα «έχει καταντήσει ένας βρυκόλακας που ρουφάει το αίμα και το μεδούλι τους»

Για τον κ.Τσίπρα και την κ.Παπαρήγα οι δημόσιοι υπάλληλοι αποτελούν τμήμα του «εργαζόμενου λαού» που μάχεται για τα δικαιώματα του. Όχι όμως για τον Μαρξ. Σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο αποτελούν «ένα τρομερό παρασιτικό σώμα που περικλείει την κοινωνία όπως ο εμβρυικός σάκος που καλύπτει το κεφάλι του βρέφους και κλείνει τους πόρους του». Οι δημόσιοι υπάλληλοι σύμφωνα με τον Μαρξ δεν έχουν κανένα οικονομικό λόγο ύπαρξης αλλά αποτελούν μια «τεχνητή κάστα που συνυπάρχει με τις πραγματικές κοινωνικές τάξεις και για την οποία η διατήρηση του καθεστώτος είναι θέμα αυτοσυντήρησης»

Όπως ο φιλελευθερισμός έτσι και ο Μαρξ έχουν εξορισθεί από την Βουλγάτα της ελληνικής αριστεράς. Όπως αποσιωπούν την ανάλυση της θρησκείας που κάνει ο Μαρξ («όπιο του λαού») προτιμώντας να προσκυνούν την «λαϊκότητα της Ορθοδοξίας», έτσι ακριβώς οι ηγέτες του ΚΚΕ και του Συριζα αποσιωπούν και την ανάλυση του Μαρξ για τους δημόσιους υπαλλήλους («παράσιτα») επιλέγοντας να προσκυνούν την ΓΕΝΟΠ την ΟΛΜΕ την ΑΔΕΔΥ και τις τόσες άλλες οβιδειακες μεταμορφώσεις της «καταστολισμένης και καλοσιτεμενης κάστας»

*“The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte “in Karl Marx Surveys from Exile (Penguin Books 1973)

Κριτική του άρθρου από τη «Λέσχη»

Πυροβολώντας τον Κάρολο: Ο Μαρξισμός στα χέρια της Νέο-Φιλελεύθερης προπαγάνδας

Των Νίκου Πατσόπουλου και Δημήτρη Πούλιου

Ο μανδύας του «διαβασμένου» Τ. Μίχα είναι στη πραγματικότητα απλά ένα κουρέλι. Στη προσπάθεια του να γράψει ένα ακόμη παραλήρημα συντηρητισμού κάνει χοντρές πατάτες, αδικαιολόγητες για ένα ιστορικό και δημοσιογράφο του επιπέδου του. Πάμε να τις δούμε μία μία:

ΠΑΤΑΤΑ ΕΝΑ: Όπως ξέρει κάθε πρωτοετής φοιτητής, συμπεράσματα για το έργο ενός συγγραφέα δε βγάζουμε από ένα και μόνο βιβλίο. Επιπλέον συμπεράσματα από ένα βιβλίο ενός συγγραφέα δε βγάζουμε μόνο από κάποιες μεμονωμένες προτάσεις του βιβλίου, αυτό αποτελεί παραχάραξη ιδεών. Ο Τ. Μίχας εδώ κάνει και τα δύο αυτά λάθη (ας δεχτούμε όχι εσκεμμένα). Το πρόβλημα όμως συνεχίζεται… γεγονός που μας κάνει να συμπεράνουμε ότι μάλλον δε καταλάβαινε τι διάβαζε και εδώ πάμε στη «πατάτα δύο»

ΠΑΤΑΤΑ ΔΥΟ: Ο Τ. Μίχας σαν βασικό δίδαγμα του βιβλίου αναγνωρίζει το εξής: «Στο κείμενο αυτό ο Μαρξ ασκεί μια έντονη κριτική της «Ναπολεόντειας Ιδέας» σύμφωνα με την οποία πρέπει να δημιουργείς δημοσιονομικά ελλείμματα για να κάνεις δημόσιες επενδύσεις και διορισμούς στο δημόσιο»!!!. Ότι να ναι δηλαδή. Προφανώς δε διάβασε την εισαγωγή του Ένγκελς που λέει ότι το βιβλίο είναι «μια σύντομη, επιγραμματική έκθεση που περιέγραφε όλη τη πορεία της γαλλικής ιστορίας ύστερα από τις μέρες του Φλεβάρη» του 1848, μια «δοκιμασία» του «νόμου κίνησης της ιστορίας» που είχε ανακαλύψει ο Μαρξ. Σύμφωνα με τον οποίο:

«όλοι οι ιστορικοί αγώνες, αδιάφορο αν γίνονται στον πολιτικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό ή σε οποιονδήποτε άλλο ιδεολογικό τομέα, δεν είναι πραγματικά παρά ή περισσότερο ή λιγότερο η έκφραση των αγώνων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, και ότι η ύπαρξη των τάξεων αυτών και συνεπώς και οι συγκρούσεις τους, εξάρτιονται με τη σειρά τους, από το βαθμό ανάπτυξης της οικονομικής τους θέσης, από τον τρόπο της παραγωγής και από τον τρόπο της ανταλλαγής τους που απορρέει απ’ αυτόν».

Βέβαια δε διάβασε ούτε τον επίλογο που αναφέρεται ξεκάθαρα ποιες είναι ο «Ναπολεόντειες Ιδέες» (και όχι Ιδέα). Στο όνομα της αποκατάστασης της αλήθειας παραθέτουμε όλα τα αποσπάσματα

«Η ναπολεόντεια μορφή ιδιοκτησίας (δηλαδή η μικρή αγροτική ιδιοκτησία), που στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν προϋπόθεση για την απελευθέρωση και τον πλουτισμό του αγροτικού πληθυσμού, εξελίχθηκε στη διάρκεια αυτού του αγώνα σε νόμο της υποδούλωσης και της εξαθλίωσής του. Και ακριβώς αυτό το νόμο είναι υποχρεωμένος να διατηρεί ο Βοναπάρτης γιατί αποτελεί της πρώτη από τις ‘ναπολεόντειες ιδέες’

«Μα η ισχυρή και με απεριόριστα δικαιώματα κυβέρνηση – και αυτή είναι η δεύτερη ‘ναπολεόντεια ιδέα’ – καλείται να υπερασπιστεί με τη βία την υλική τάξη»

«Μια άλλη ‘ναπολεόντεια ιδέα’ είναι η κυριαρχία των παπάδων»

«Τέλος το αποκορύφωμα των ‘ναπολεόντειων ιδεών’ είναι η υπεροχή του στρατού»

Και ο Μαρξ καταλήγει:

«Βλέπουμε ότι όλες οι ‘ναπολεόντειες ιδέες’ είναι ιδέες του μικρού κλήρου που δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί και που βρίσκεται στη φρεσκάδα της νεότητας του»

Ακόμα δε μπορούμε να καταλάβουμε πως έβγαλε τα συμπεράσματα του ο κ.Μίχας. Παραχάραξη και Προπαγάνδα, τίποτε άλλο.

Βέβαια πρέπει να επισημάνουμε ότι πράγματι αυτά που αναφέρονται στο άρθρο βρίσκονται στο βιβλίο, αλλά είναι κενό γράμμα χωρίς το σύνολο της λογικής του Μαρξ. Τις απόψεις του και τα συμπεράσματα του για το ρόλο και τα εμπόδια της κρατικής διοίκησης θα τα αναπτύξει ξανά δυο δεκαετίες μετά, σε μια άλλη καμπή της ταξικής πάλης στη Γαλλία, την Κομμούνα (και το βιβλίο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία). Διότι όπως θα γράψει μισό αιώνα αργότερο ο Λενιν: «βασική διδασκαλία του Μαρξ είναι η συνόψιση της πείρας που φωτίζεται με βαθιά φιλοσοφική κοσμοθεωρία και πλούσια γνώση της ιστορίας» και αυτή είναι η πραγματική κληρονομία του Μαρξισμού ειδικά στα πλαίσια μελέτης της ιστορίας. Αυτό ο κ.Μίχας το ξεχνάει και για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα προσπαθεί να συγκρίνει τη κρατική διοίκηση της Γαλλίας των μέσων του 19ου με τη δημόσια διοίκηση της Ελλάδας του σήμερα. Κενό γράμμα, αντι-επιστημονικότητα και κίτρινη δημοσιογραφία. Αυτοί είναι οι υποστηρικτές «των Ευρωπαϊστών». Εδώ πάμε στη τρίτη πατάτα…

ΠΑΤΑΤΑ ΤΡΙΑ: Στην αγωνία του να πείσει τον κόσμο ότι οι εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα είναι «παράσιτα» ο Τ. Μίχας κάνει αδικαιολόγητους αναχρονισμούς που τους μπερδεύει με τη διαλεκτική. Για το Μαρξ και τον Ένγκελς, οι δημόσιοι υπάλληλοι του 19ου αιώνα «κατέχοντας τη δημόσια εξουσία και τα δικαιώματα είσπραξης φόρων… στέκουν σαν όργανα της κοινωνίας πάνω από τη κοινωνία». Το ζήτημα αυτό τίθεται εδώ όχι από «απέχθεια για τους δημοσίους υπαλλήλους» όπως υποστηρίζει ο Τ.Μίχας αλλά σε σύνδεση με της γενικότερες αντιλήψεις του Μαρξ για το Κράτος, ζήτημα που σε μεγάλο βαθμό θα λύσει η Κομμούνα το 1871. Τι έκανε όμως η Κομμούνα; Τίποτε άλλο από το να εισάγει «απλά και αυτονόητα δημοκρατικά μέτρα» όπως παρατηρεί ο Λένιν.

«Την πλήρη αιρετότητα, την ανακλητότητα σε οποιαδήποτε στιγμή όλων χωρίς εξαίρεση των δημοσίων λειτουργών, την ελάττωση του μισθούς τους στο συνηθισμένο μισθό ενός εργάτη», αυτά τα μέτρα συμπληρώνει ο Λένιν «συνδυαζόμενα στενότατα με τα συμφέροντα των εργατών και της πλειονότητας των αγροτών, αποτελούν ταυτόχρονα ένα μικρό γεφύρι που οδηγεί από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό».

Αυτά λέει ο Μαρξισμός πάνω κάτω… ο Τ.Μίχας όμως σαν γνήσιος «ιδεολόγος» της κυρίαρχης πολιτικής προφανώς τα παραβλέπει, συγκρίνει άσχετα πράγματα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους απλά για να διχάσει τον σημερινό ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Εξάλλου η προηγούμενη κυβέρνηση Παπανδρέου έχει καταφέρει να πάει πολύ πιο κάτω «από το συνηθισμένο μισθό ενός εργάτη» το μισθό των δημοσίων υπαλλήλων.

Όμως όλα αυτά δεν έχουν πλέον σημασία καθώς οι πραγματικοί άνθρωποί, όσοι εργαζόμενοι δίνουν αυτή τη στιγμή της μάχη για τη ζωή τους και την αξιοπρέπεια (στα κέντρα της ΔΕΗ, στη Χαλυβουργία και αλλού) ξέρουν ότι όλα αυτά είναι κούφια λόγια λιλιπούτιων προπαγανδιστών που όσα λένε δεν έχουν καμιά σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα. Ξέρουν πλέον ότι η επίθεση στο δημόσιο τομέα και η άρση κατακτήσεων οδηγούν σε υποβάθμιση συνολικά της εργατικής τάξης. Ξέρουν ότι τα συμφέροντα αυτών που υποστηρίζουν αυτά είναι ταυτισμένα με μια μικρή μειοψηφία που καταδυναστεύει το τόπο στη προσπάθεια της να σωθεί. Ξέρουν ότι δεν έχουν κανέναν πλέον να τους ακούει, για αυτό είναι λυσσασμένοι. Η ιστορία τους θα μοιάζει όσο περνάει ο καιρός, το αντίθετο του Πίτερ Σίμελ, στην κλασική ιστορία του Καμίσο (όπως θα λέγε και ο Μαρξ).

Στη συμμαχία τους με το διάβολο χάνουν το σώμα τους και μένουν σκιές…

Το δεύτερο σχόλιο :

Μια χαρά τα λέει ο Μίχας - και ο Μαρξ. Οι "αριστεροί", σα γνήσιοι δογματικοί, άκουσαν ότι το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι καλό για τους εργαζόμενους - και πραγματικά, είναι - και έβγαλαν το συμπέρασμα ότι το κράτος , γενικά, είναι κάτι καλό, άρα και το κράτος της δικτατορίας της αστικής τάξης - και τέτοια είναι όλα τα αστικά κράτη, είτε αστική δημοκρατία γράφει το πολίτευμά τους, είτε αστική δικτατορία.

Ξέχασαν, ή, μάλλον, δεν έμαθαν ποτέ, ότι, σύμφωνα με τη διαλεκτική - και την πραγματικότητα - σε διαφορετικές συνθήκες, το ίδιο πράγμα αλλάζει από κακό σε καλό και αντίστροφα. Εκείνο που είναι κακό για τους εργαζόμενους, στον καπιταλισμό - το κράτος - γίνεται καλό, στο σοσιαλισμό.

Για το αστικό κράτος, ο Μαρξ και ο Λένιν ήταν σαφείς : η κρατική μηχανή πρέπει να συντριβεί, δεν πρέπει να μείνει "λίθος επί λίθου". Αυτά, όταν πάρει το προλεταριάτο την εξουσία. Όσο για το τι πρέπει να γίνει όσο βρίσκεται στην εξουσία η αστική τάξη, η απάντηση βρίσκεται πάλι στο Μαρξ : το προλεταριάτο πρέπει να απαιτεί οι κρατικοί υπάλληλοι να είναι υπηρέτες του λαού και όχι αφέντες του, να είναι αιρετοί και ανακλητοί και να πληρώνονται όσο και ένας μέσος εργάτης! Αυτό ακριβώς εφάρμοσε και η Κομμούνα στο Παρίσι το 1872.

Τα ίδια έλεγε για το κράτος ο Μαρξ σχετικά με την Παιδεία – και ο Μίχας έχει γράψει και γι’ αυτό, συγκεντρώνοντας όλο το μίσος της «αριστεράς» : πρώτα-πρώτα, ότι η ανώτατη Παιδεία δεν πρέπει να είναι «δωρεάν» και δεύτερο, το κράτος δεν πρέπει να έχει καμιά ιδεολογική ανάμειξη στο σχολείο – «θα έπρεπε να αποκλειστούν τόσο το κράτος όσο και η εκκλησία από κάθε επιρροή στο σχολείο».

Τι ζητάει η «αριστερά» και πρώτο το ΚΚΕ; Δημόσια εκπαίδευση και μάλιστα υποχρεωτική μέχρι τα 18.

Αλλά, έχουμε και χειρότερα : Ο Μαρξ και ο Λένιν ζητούσαν – όσο υπάρχει ακόμα καπιταλισμός – την «αντικατάσταση του ταχτικού στρατού και της αστυνομίας με το γενικό εξοπλισμό του λαού», ή το από το «ένοπλο έθνος». Ο Λένιν, αξιοποιώντας την πείρα των ρωσικών επαναστάσεων, το συγκεκριμενοποίησε στην «παλλαϊκή πολιτοφυλακή».

Για τον τομέα της οικονομίας. Ο  Ένγκελς στον «Ουτοπικό και επιστημονικό σοσιαλισμό» είναι κατηγορηματικός : «Μονάχα στην περίπτωση που τα μέσα παραγωγής και κυκλοφορίας, με την ανάπτυξή τους, θα ξεπεράσουν πραγματικά τη δυνατότητα να διευθύνονται από μετοχικές εταιρίες, όταν δηλαδή θα γίνει οικονομικά αναπότρεπτη η κρατικοποίησή τους, μονάχα τότε η κρατικοποίηση αυτή θα είναι μια οικονομική πρόοδος, ένα ακόμα βήμα στο δρόμο για να πάρει η ίδια η κοινωνία στην κατοχή της όλες τις παραγωγικές δυνάμεις, ακόμα κι αν την κρατικοποίηση αυτή την κάνει το σημερινό κράτος».

Έτσι βλέπουμε ότι σε όλους τους τομείς ο Μαρξ και οι μαρξιστές ήταν πάντοτε ενάντια στο αστικό κράτος και ήθελαν να του κόψουν το μακρύ χέρι, σε πλήρη αντίθεση με την «αριστερά», που θεοποιεί το αστικό κράτος.

 


Γιατί αποκαλείς "γνωστό" τον αρχικό αρθρογράφο; Ειλικρινής απορία, συμφωνώ με αυτά που γράφεις κατά τα άλλα.

από αναδημοσιευτής 29/11/2011 2:03 μμ.


Τον έγραψα "γνωστό" γιατί καναδυό φορές είδα να αναφέρεται στο ίντι με καθόλου κολακευτικούς χαρακτηρισμούς και γι' αυτό θεώρησα ότι είναι γνωστός. Πρόκειται για δημοσιογράφο, που χαρακτηρίζεται σα νεοφιλελεύθερος, ο οποίος πολύ συχνά, όμως, αναφέρεται στο Μαρξ και όχι πάντα ανεπιτυχώς. Φυσικά, η "αριστερά" τον έχει στην μπούκα του κανονιού, γιατί, στην περίπτωση αυτή, ισχύει η δεύτερη φράση από τον κλασικό αφορισμό του Όσκαρ Γουάιλντ : Η αντιπάθεια του 19ου αιώνα για το ρεαλισμό, είναι η λύσσα του Κάλιμπαν που βλέπει το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Η αντιπάθεια του 19ου αιώνα για το ρομαντισμό, είναι η λύσσα του Κάλιμπαν που δε βλέπει το πρόσωπό του στον καθρέφτη.

Φυσικά, πολύ πιο γνωστός θα είναι στην «αριστερά», που έχει θάψει βαθιά-βαθιά το μαρξισμό και υιοθετεί σε όλα τα ζητήματα τις απόψεις των μικροαστών διανοούμενων, ιδίως στο θέμα του κράτους, το οποίο θεωρεί σαν τον καλό άγγελο κάθε κατατρεγμένου και καταπιεσμένου. Για την αριστερά της κακιάς ώρας, ο εχθρός είναι το ιδιωτικό κεφάλαιο, που το αντιπαραθέτει στο κράτος, το οποίο, όμως, κράτος, κατά το Μαρξ, είναι ο συλλογικός καπιταλιστής, που αντιπροσωπεύει όλους τους καπιταλιστές σαν τάξη και είναι ότι χειρότερο μπορεί να παραγάγει ο καπιταλισμός. Χώρια που, στην Ελλάδα, το κράτος δεν είναι καν το κράτος ενός αναπτυγμένου καπιταλισμού, δεν είναι ένα κράτος ευρωπαϊκό, σύγχρονο, αλλά μια παρά φύση σύζευξη των κακών του καπιταλιστικού κράτους με όλο τον ανατολικό δεσποτισμό και το ραγιαδισμό, μαζί με τα συνακόλουθα ρουσφέτια και μπαξίσια (και οι δύο λέξεις τούρκικες) της Τουρκοκρατίας.

Σ’ αυτό, λοιπόν, το κράτος, κατά την «αριστερά» πρέπει να παραδοθούν τα πάντα και η εκπαίδευση και η υγεία και οι άνεργοι και τα ασφαλιστικά ταμεία και η επιθεώρηση εργασίας και η δικαστική εξουσία και τα ένοπλα αποσπάσματα του πληθυσμού (στρατός και σώματα ασφάλειας) και οι επιχειρήσεις και, και, και…

Και για να μη βγει κανένας κνιτάκος ουρλιάζοντας «ώστε εσύ θέλεις να παραδοθεί και η υγεία και η παιδεία στο ιδιωτικό κεφάλαιο» θα αναφέρω τις απόψεις του Μαρξ για την Παιδεία και τις απόψεις του Λένιν για την υγεία.

Ο Μαρξ, στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» γράφει :

«Ίση λαϊκή εκπαίδευση». Τι να φαντάζονται μ’ αυτά τα λόγια; Πιστεύουν ότι μπορεί στη σημερινή κοινωνία (και μονάχα με δαύτην έχουν να κάνουν) να είναι η εκπαίδευση ίση για όλες τις τάξεις; Ή ζητάνε να περιοριστούν υποχρεωτικά και οι ανώτερες τάξεις στη λιγοστή εκπαίδευση – του δημοτικού σχολείου – μια που μονάχα αυτό συμβιβάζεται με τις οικονομικές συνθήκες όχι μόνο των μισθωτών εργατών, μα και των αγροτών;

«Γενική υποχρεωτική σχολική φοίτηση. Δωρεάν εκπαίδευση». Το πρώτο υπάρχει ακόμα και στη Γερμανία, το δεύτερο υπάρχει στην Ελβετία και στις ΗΠΑ για τα δημοτικά σχολεία. Αν σε μερικές Πολιτείες της Β. Αμερικής είναι «δωρεάν» και η φοίτηση σε ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα, αυτό σημαίνει πραγματικά μονάχα ότι χορηγούνται στις ανώτερες τάξεις τα εκπαιδευτικά τους έξοδα από το γενικό φορολογικό κορβανά (πουγγί)….

Εντελώς για πέταμα είναι η «δημοτική εκπαίδευση από το κράτος». Άλλο πράγμα είναι ο καθορισμός με γενικό νόμο των μέσων για τα δημοτικά σχολεία, της ειδίκευσης του διδακτικού προσωπικού, των κλάδων διδασκαλίας κλπ. και, όπως γίνεται στις ΗΠΑ, η επίβλεψη με κρατικούς επιθεωρητές της τήρησης όλων αυτών που θεσπίζει ο νόμος και ολότελα άλλο πράγμα είναι η ανακήρυξη του κράτους σε λαϊκό εκπαιδευτή! (Η «αριστερά» με πρώτο και χειρότερο το ΚΚΕ ζητάει αυτό ακριβώς, το κράτος να είναι ο «λαϊκός εκπαιδευτής»!). Μάλλον, θα έπρεπε να αποκλειστούν τόσο το κράτος όσο και η εκκλησία από κάθε επιρροή στο σχολείο. Ειδικά στην πρωσογερμανική αυτοκρατορία (και στην Ελλάδα ακόμα περισσότερο, θα πρόσθετα εγώ) αντίστροφα, το κράτος πρέπει να περάσει από μια τραχιά εκπαίδευση από το λαό.    

 

Ο Λένιν διατυπώνει ως εξής τις διεκδικήσεις των εργατών στο θέμα της υγείας :

Πληρωμή των εξόδων ασφάλισης από τους εργοδότες

Δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Το έργο της ιατρικής περίθαλψης να ανατεθεί σε αυτοδιοικούμενα νοσοκομειακά ταμεία που θα εκλέγονται από τους εργάτες

Έκδοση υγειονομικής νομοθεσίας για την καλυτέρευση των όρων υγιεινής της δουλειάς και περιφρούρηση της ζωής και της υγείας των εργατών σε όλες τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν μισθωτή εργασία, αναθέτοντας την υγειονομική υπηρεσία σε υγειονομική επιθεώρηση που να εκλέγεται από τις εργατικές οργανώσεις.

 

Έχεις ακούσει ποτέ από την «αριστερά» να προβάλλει τέτοιες διεκδικήσεις; Εγώ όχι. Ο λόγος είναι ότι η «αριστερά» δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με το μαρξισμό. Είναι κόμματα και οργανώσεις μικροαστών αντιδραστικών.  

από r 01/12/2011 5:12 μμ.


Αν και αριστερος δεν εχω παρακολουθησει επισημα τις θεσεις του ΚΚΕ στα θεματα που θιγεις.

Τι εννουν με το ιση εκπαιδευση που αναφερεις? Γιατι προφανως πρεπει να αναλυουν την θεση αυτη.

Ρωτω διοτι αν κρατησεις μονο αυτο σαν προταση και οχι το διλημα που παραθετεις εγω θα σκεφτομουν "ιση προσβαση στην καλυτερη δυνατη μορφωση και εκπαιδευση που μπορει να μας προσφερει η σημερινη τεχνολογια, εμπειρια και βιβλιογραφια ανεξαρτητος κοστους"

Δεν ειρωνευομαι, πραγματικα εχω αυτη την απορια. Αν υπαρχει καποιο link με τις θεσεις τους, να μπω να το δω, γιατι πραγματι ειναι ενδιαφερον το θεμα.

από αναδημοσιευτής 03/12/2011 1:47 μμ.


Πρώτα-πρώτα, να κάνω μια διευκρίνιση : το αίτημα για «ίση εκπαίδευση», δεν το πήρα από καμιά θέση του ΚΚΕ. Είναι ένα σημείο από το Πρόγραμμα της Γκότα, που ήταν το πρόγραμμα για το ενιαίο σοσιαλιστικό κόμμα, που προήλθε από τη συνένωση του σοσιαλδημοκρατικού (μαρξιστικού) εργατικού κόμματος με τη λασσαλική Γενική Γερμανική Εργατική Ένωση και ονομάστηκε Πρόγραμμα της Γκότα, από το όνομα της γερμανικής πόλης όπου έγινε το ενωτικό συνέδριο.  Ο Μαρξ έκανε μια συντριπτική κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα, επικρίνοντας δριμύτατα τους συναγωνιστές του για τις απαράδεκτες υποχωρήσεις που έκαναν στους λασαλικούς, κυρίως στο θεωρητικό, αλλά και στον πρακτικό τομέα.

Το ΚΚΕ προπαγανδίζει αφενός τη «δωρεάν Παιδεία» και την αποκλειστικά δημόσια Παιδεία, την κατάργηση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και φροντιστηρίων και μισεί απεριόριστα την ιδέα για ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Όσο για το ότι δέχεται να κηδεμονεύει το κράτος την Παιδεία και να «εκπαιδεύει το λαό» - κάτι στο οποίο ο Μαρξ ήταν κατηγορηματικά αντίθετος – είναι τόσο γνωστό που κι εσύ ακόμα θα το ξέρεις.

Από την άλλη μεριά, ίσως θα έχεις ακούσει την κατηγορία που εκτοξεύει το ΚΚΕ κατά της Παιδείας ότι είναι «ταξική», ή επιδιώκουν να την κάνουν «ταξική», με διάφορα νομοθετήματα. Εδώ θα χρειαστεί να ανατρέξουμε στο Λένιν, όπου θα πάρεις απάντηση και για το ιδανικό της «ίσης πρόσβασης».

Παραθέτω απόσπασμα από το έργο του Λένιν «Μαργαριτάρια της σχεδιομανίας των ναρόντνικων» (σημείωση δική μου : οι οποίοι μάχονταν το αστικό σχολείο ως «ταξικό», προτιμώντας το σχολείο της κλειστής τάξης, που υπήρχε ως τότε) : «Η ουσία της ταξικής κοινωνίας (συνεπώς και της ταξικής μόρφωσης) συνίσταται στη πλέρια νομική ισότητα, στην πλήρη ισοτιμία όλων των πολιτών, στην πλέρια ισοτιμία και στην προσιτότητα της μόρφωσης για τους πλούσιους. Το σχολείο της κλειστής τάξης (σημ. : δηλαδή, της μεσαιωνικής κάστας) απαιτεί από το μαθητή να ανήκει σε μια ορισμένη προνομιούχα κλειστή τάξη. Το ταξικό σχολείο δε γνωρίζει κλειστές τάξεις, γνωρίζει μόνο πολίτες. Απαιτεί απ-ό όλους τους μαθητές μόνο ένα πράγμα : να πληρώνουν τα δίδακτρα. Το ταξικό σχολείο δεν έχει καθόλου ανάγκη από διαφορετικά προγράμματα για τους πλούσιους και τους φτωχούς, γιατί όσοι δεν έχουν χρήματα για να πληρώσουν τα δίδακτρα, τα έξοδα για τα σχολικά εγχειρίδια, για τη συντήρηση του μαθητή στη διάρκεια όλης της σχολικής περιόδου – δε γίνονται απλώς δεκτοί από το ταξικό σχολείο στη μέση εκπαίδευση. Το ταξικό σχολείο δεν προϋποθέτει καθόλου την ταξική απομόνωση : απεναντίας, σε αντίθεση προς τις κλειστές τάξεις, οι τάξεις (σημ. : της αστικής κοινωνίας) αφήνουν πάντα εντελώς ελεύθερο το πέρασμα μεμονωμένων ατόμων από τη μια τάξη στην άλλη. Το ταξικό σχολείο δεν είναι κλειστό για εκείνον που έχει τα μέσα να σπουδάσει».

 

από αναδημοσιευτής 06/01/2012 2:31 μμ.


Οι σχολιαστές γράφουν ότι ο Μίχας είναι «διαβασμένος» και ότι κάνει «κάνει χοντρές πατάτες, αδικαιολόγητες για ένα ιστορικό και δημοσιογράφο του επιπέδου του». Ας αφήσουμε ότι αυτές οι δύο διαπιστώσεις μαλλιοτραβιούνται («διαβασμένος» απ’ τη μια, επιπέδου απ’ την άλλη) και ας δούμε τις «χοντρές πατάτες».

 

ΠΑΤΑΤΑ ΕΝΑ : Οι σχολιαστές επικρίνουν το Μίχα, που κάνει το ατόπημα να βγάζει συμπεράσματα για το έργο του Μαρξ μόνο από ένα βιβλίο του. Φαίνεται πως οι σχολιαστές έχουν διαβάσει το σύνολο των έργων του Μαρξ, ή σχεδόν και βρήκαν πως διαφωνεί με τα συμπεράσματα του Μίχα. Τότε, όμως, θα έπρεπε να μας υποδείξουν, σε ποιο έργο του ο Μαρξ διατυπώνει διαφορετικές απόψεις. Υποψιάζομαι ότι άδικα θα ψάξει κανένας για να τις βρει. Από την άλλη μεριά, ο Μίχας δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα για το έργο του Μαρξ. Απλά, παραθέτει, από ένα έργο του Μαρξ, ορισμένες απόψεις του Μαρξ για το κράτος και τους δημόσιους υπαλλήλους. Αυτά τα απλά πράγματα δε χρειάζεται να είσαι ούτε καν «πρωτοετής φοιτητής» για να τα καταλάβεις.

Ο Μίχας όμως διέπραξε και άλλο ατόπημα : όχι μόνο πήρε ένα συγκεκριμένο έργο του Μαρξ, που όπως υπονοούν οι σχολιαστές αντιφάσκει με το υπόλοιπο έργο του, (αν και είναι από τα τρία μνημειώδη ιστορικά του έργα), αλλά διάλεξε από αυτό «κάποιες μεμονωμένες προτάσεις» (μάλλον, ατυχείς), που φαίνεται ότι αντιφάσκουν με το γενικό πνεύμα του βιβλίου. Οπότε ο Μίχας «μάλλον δε καταλάβαινε τι διάβαζε και εδώ πάμε στην “πατάτα δύο”». Ας πάμε, λοιπόν, κι εμείς στην «πατάτα δύο».

ΠΑΤΑΤΑ ΔΥΟ: Εδώ, οι σχολιαστές λένε δυο σωστά πράγματα, αλλά που δεν αναιρούν καθόλου αυτά που γράφει ο Μίχας.

α) Ότι οι ναπολεόντειες ιδέες δεν ήταν μία, και β) ότι αυτό που γράφει ο Μίχας δεν περιλαμβανόταν στις «ναπολεόντειες ιδέες» («Ναπολέοντας» εδώ νοείται ο Μεγάλος Ναπολέοντας, θείος του Λουδοβίκου Βοναπάρτη).

Οι σχολιαστές, λοιπόν, βρίσκουν την ευκαιρία να μας απαριθμήσουν τις "ναπολεόντειες ιδέες" (αυτό δε είναι κακό, μόνο που δεν έχει σχέση με το θέμα) και να μας αναφέρουν και άλλα σωστά πράγματα που γράφει ο Ένγκελς στην Εισαγωγή του, που κι αυτά, όμως, είναι άσχετα με το αν ο Μίχας βγάζει σωστά συμπεράσματα από το συγκεκριμένο έργο του Μαρξ, ή όσα γράφει αποτελούν «Παραχάραξη και Προπαγάνδα, τίποτε άλλο».

Όμως, στον ίδιο τον Επίλογο που αναφέρουν οι σχολιαστές, ο Μαρξ, 2 σελίδες πιο κάτω, γράφει για την πολιτική του Λουδοβίκου Βοναπάρτη : «Πρέπει να εξασφαλιστεί εργασία στο λαό. Διατάζονται, λοιπόν, δημόσια έργα. Μα τα δημόσια έργα αυξάνουν τις φορολογικές υποχρεώσεις του λαού».

Ο Μίχας γράφει : «Στο κείμενο αυτό ο Μαρξ ασκεί μια έντονη κριτική της «Ναπολεόντειας Ιδέας» σύμφωνα με την οποία πρέπει να δημιουργείς δημοσιονομικά ελλείμματα για να κάνεις δημόσιες επενδύσεις και διορισμούς στο δημόσιο».

Για τη «ναπολεόντεια ιδέα» τα είπαμε. Για την ουσία της φράσης τώρα : ο Μαρξ μιλάει για «δημόσια έργα», ο Μίχας γράφει «δημόσιες επενδύσεις». Ο Μαρξ λέει ότι «αυξάνουν οι φορολογικές υποχρεώσεις», ο Μίχας γράφει ότι δημιουργούνται «δημοσιονομικά ελλείμματα». Δε νομίζω ότι υπάρχει και μεγάλη διαφορά, ούτε καμιά «παραχάραξη και προπαγάνδα».

Οι σχολιαστές γράφουν για την παραπάνω φράση του Μίχα :«Ο Τ. Μίχας σαν βασικό δίδαγμα του βιβλίου αναγνωρίζει, κλπ….». και τη φιλοδωρούν με 3 θαυμαστικά.

Ο Μίχας, όμως, γράφει : «Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές (το ότι ο Μαρξ «έτρεφε την ίδια αλλεργία» τόσο προς τις κεινσιανες ανοησίες της «τόνωσης της ζήτησης» όσο και για τον «ρόλο των κρατικών υπαλλήλων») στο περίφημο κείμενο του Μαρξ «Η 18η Μπρυμερ του Λουι Βοναπάρτη». Αυτό, βέβαια, δεν είναι καθόλου το ίδιο με αυτό που γράφουν οι σχολιαστές. Άλλο πράγμα το «βασικό δίδαγμα του βιβλίου» και άλλο το ότι κάτι «είναι ιδιαίτερα εμφανές» στο βιβλίο! Θα μου πεις, άλλο να καταγγέλλεις το Μίχα για «παραχάραξη» κειμένου του Μαρξ (ψευδή, φυσικά) και άλλο να παραχαράζεις το κείμενο του Μίχα. Στο κάτω-κάτω, ποιος είναι ο Μίχας; Ένας παλιοφιλελεύθερος, οπότε, σιγά τα ωά! Εμείς, όταν επικαλείται το Μαρξ, θα τον πούμε παραχαράκτη και για να το αποδείξουμε θα παραχαράξουμε αυτά που γράφει (ο σκοπός, ως γνωστόν αγιάζει τα μέσα).

 

Θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει ότι το κείμενο του Μαρξ που παρέθεσα, μιλάει μόνο για τα δημόσια έργα και όχι για τους κρατικούς υπαλλήλους, που είναι και το βασικό θέμα του άρθρου του Μίχα. Ας δούμε, τώρα, και αυτό το σημείο.

Οι σχολιαστές της «Λέσχης» αναφέρουν τη φράση του Μαρξ : ««Βλέπουμε ότι όλες οι ‘ναπολεόντειες ιδέες’ είναι ιδέες του μικρού κλήρου που δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί και που βρίσκεται στη φρεσκάδα της νεότητας του». Μόνο που ο Μαρξ ξεκαθαρίζει τη διαφορά της εποχής του Μεγάλου Ναπολέοντα με την εποχή του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (του Βοναπάρτη του Μικρού, κατά τον Ουγκό). Ο μικρός (αγροτικός) κλήρος, δηλαδή ο μικρός αγρότης, στην εποχή του Μεγάλου Ναπολέοντα ήταν στη «φρεσκάδα της νεότητάς του», ενώ στην εποχή του Λ. Βοναπάρτη ήταν στην εποχή των γερατειών του. Αυτό δεν καταλαβαίνουν (;) οι σχολιαστές, γιατί φαίνεται δεν έχουν διαβάσει τη «18η Μπριμέρ», γι’ αυτό και σταματάνε τη φράση του Μαρξ στη μέση. Η φράση τελειώνει ως εξής : «για το μικρό, όμως, κλήρο που έχει ζήσει τη ζωή του οι ιδέες αυτές είναι ένας παραλογισμός».

Αυτή, ακριβώς, είναι η διαφορά των δύο εποχών, όσον αφορά το "μικρό κλήρο", τους (μικρομεσαίους) αγρότες, αυτούς που με τόσο ζήλο υπερασπίζεται το ΚΚΕ και η ΠΑΣΥ. Στην πρώτη εποχή (του Μεγάλου Ναπολέοντα) οι αγρότες ήταν υπέρ της προόδου, γιατί πάσχιζαν να γκρεμίσουν τα φεουδαρχικά δεσμά και να πάρουν τη γη να την καλλιεργήσουν καπιταλιστικά. Στήριξαν το Μ. Ναπολέοντα κι αυτός εδραιωσε την αστική επανάσταση. Στη δεύτερη εποχή (του Λουδοβίκου Βοναπάρτη) οι αγρότες ήταν κατά της προόδου, γι' αυτό και στήριξαν τη δικτατορία του Λ. Βοναπάρτη. ΟΙ "ναπολεόντειες ιδέες" ήταν, πια, ένας παραλογισμός, η ιστορία επαναλαμβανόταν σα φάρσα.

 

Και μετά απ΄πο τη μεγάλη αυτή παρέκβαση, ας δούμε τα σχετικά με το δεύτερο σκέλος της φράσης του Μίχα, που αφορούν το κράτος και τους υπαλλήλους του.

Ο Μαρξ γράφει : «Από την ίδια τη φύση της, η μικροτεμαχισμένη ιδιοκτησία (ο «μικρός κλήρος», που λέγαμε, σημ. δική μου) είναι κατάλληλη για ν’ αποτελέσει τη βάση μιας παντοδύναμης και αναρίθμητης γραφειοκρατίας…. Τέλος, δημιουργεί έναν άνεργο υπερπληθυσμό, που δε βρίσκει θέση ούτε στην ύπαιθρο ούτε στις πόλεις και συνεπώς αναζητεί τις δημοσιοϋπαλληλικές θέσεις σαν ένα είδος τιμητικής ελεημοσύνης (αυτό γράφει ο Μίχας) και προκαλεί τη δημιουργία δημόσιων θέσεων… Και μια τεράστια γραφειοκρατία, καλοντυμένη και καλοθρεμένη, είναι η ‘ναπολεόντεια ιδέα’ που άρεσε περισσότερο στο δεύτερο Βοναπάρτη. Και πώς να μην του αρέσει, αφού είναι αναγκασμένος, δίπλα στις πραγματικές τάξεις της κοινωνίας, να δημιουργήσει μια τεχνητή κάστα, για την οποία η διατήρηση του καθεστώτος του είναι ζήτημα ψωμιού; Γι’ αυτό μια από τις πρώτες οικονομικές πράξεις του ήταν να ανεβάσει πάλι τις αποδοχές των υπαλλήλων στο παλιό τους επίπεδο και να δημιουργήσει καινούριες αργομισθίες (κάθε ομοιότητα με τη σημερινή Ελλάδα είναι τελείως συμπτωματική)».

[Για το Μαρξ, ο δημιουργός, η δύναμη και το στήριγμα του δικτάτορα Λ. Βοναπάρτη ήταν οι μικροί αγρότες. Γράφει : «Ο Βοναπάρτης αντιπροσωπεύει μια τάξη και μάλιστα την πολυαριθμότερη τάξη της γαλλικής κοινωνίας, τους μικρούς χωρικούς... Η πολιτική επιρροή των μικρών αγροτών βρίσκει συνεπώς την τελευταία της έκφραση στην υποταγή της ίδιας της κοινωνίας στην εκτελεστική εξουσία». Το ΚΚΕ καλεί τους μικρούς αγρότες σε «λαϊκή συμμαχία», για την «ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων». Αυτό θα ήταν συνεπές σύνθημα, αν τους καλούσε να απαρνηθούν τη θέση τους σα μικροϊδιοκτήτες και να προσχωρήσουν στην άποψη του προλεταριάτου, δηλαδή, στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Το Μανιφέστο μιλάει ξεκάθαρα : «Αν είναι επαναστατικές (οι μεσαίες τάξεις), είναι σχετικά με το επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο, και τότε δεν υπερασπίζουν τα σημερινά, αλλά τα μελλοντικά τους συμφέροντα, εγκαταλείπουν τη δική τους άποψη για να πάνε με την άποψη του προλεταριάτου». Το ΚΚΕ, όμως, τους υπόσχεται τη διατήρηση της ιδιοκτησίας τους, άρα αντί να τους ζητάει να «εγκαταλείψουν την άποψή τους», εγκαταλείπει το ίδιο τη δική του άποψη και «πάει με την άποψη των μικροϊδιοκτητών».]

Και τέλος, ας δούμε την άποψη του Μαρξ για το κράτος, το οποίο τόσο λατρεύουν οι κρατιστές. Είναι αλήθεια ότι ο Μίχας, σαν αστός δημοσιογράφος, τα βάζει με τα όργανα του κράτους (και τότε θυμάται και το Μαρξ) και όχι με το ίδιο το κράτος. Η διαφορά του από τους σχολιαστές είναι ότι τουλάχιστον τα βάζει με τα όργανα του κράτους (και δεν μπορεί σαν αστός να κάνει και τίποτα άλλο), ενώ οι σχολιαστές δεν τα βάζουν ούτε με τα κρατικά όργανα ούτε με το ίδιο το κράτος. Κι ας μη σκεφτεί κανείς ότι οι «αριστεροί» κρατιστές υποστηρίζουν το εργατικό κράτος, άρα έχουν δίκιο από την άποψη του μαρξισμού, γιατί αυτοί θέλουν την παντοδυναμία του αστικού κράτους (κρατικές επιχειρήσεις, κρατική παιδεία, κρατική υγεία, κρατική επιθεώρηση εργασίας, κρατικά ασφαλιστικά ταμεία, κρατική αστυνομία, κρατικός στρατός, κρατική δικαιοσύνη, όλα κρατικά!).

Τι λέει ο Μαρξ :

«Αυτή η εκτελεστική εξουσία, με την τεράστια γραφειοκρατική και στρατιωτική οργάνωσή της, με τον πλατύ τεχνητό κρατικό της μηχανισμό, με μια στρατιά από μισό εκατομμύριο υπαλλήλους, πλάι σ’ ένα στρατό από άλλο μισό εκατομμύριο, αυτό το φρικιαστικό παρασιτικό σώμα, που τυλίγεται σα δίχτυ γύρω στο σώμα της γαλλικής κοινωνίας και φράζει όλους τους πόρους της, γεννήθηκε στις μέρες της απόλυτης μοναρχίας, τον καιρό της παρακμής του φεουδαρχικού καθεστώτος, και υποβοήθησε την επίσπευση της παρακμής του… Όλες οι ανατροπές (σημ. δική μου : επανάσταση του 1789, Μεγάλος Ναπολέοντας, οι δύο δυναστικές ανατροπές – βουρβώνοι και ορλεανικοί – κοινοβουλευτική δημοκρατία) τελειοποιούσαν αυτή τη μηχανή αντί να την τσακίζουν (υπογράμμιση δική μου). Τα κόμματα που αγωνίζονταν διαδοχικά για την εξουσία θεωρούσαν την απόκτηση αυτού του απέραντου κρατικού οικοδομήματος σαν την κυριότερη λεία του νικητή». Αυτό το «τσάκισμα» του αστικού γραφειοκρατικού μηχανισμού, που το πραγματοποίησε η Κομμούνα του Παρισιού και η επανάσταση του 1917, λείπει εντελώς από το λεξιλόγιο του ΚΚΕ, γιατί ακριβώς το κόμμα αυτό θέλει να «τελειοποιήσει αυτή τη μηχανή», που τη θεωρεί «σαν την κυριότερη λεία του» και στην οποία έχει ήδη τα πόστα του].

Έτσι έχουν τα πράγματα για την «πατάτα 2». Ας περάσουμε τώρα στην

ΠΑΤΑΤΑ ΤΡΙΑ: Οι σχολιαστές μας πληροφορούν ότι ο Μίχας κάνει «αδικαιολόγητους αναχρονισμούς» για να μας πείσει ότι οι «εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα είναι παράσιτα», και «μπερδεύει τους αναχρονισμούς αυτούς με τη διαλεκτική». Το να κάνεις αναχρονισμούς σημαίνει ότι δεν είσαι διαλεκτικός, αλλά δογματικός, που νομίζεις ότι στη σημερινή εποχή ισχύουν τα ίδια που ίσχυαν σε μια παλιότερη. Τι εννοούν μ’ αυτό οι σοφοί και διαλεκτικοί σχολιαστές μας; Απλούστατα, ότι αυτά που έγραφε ο Μαρξ το 1850 δεν ισχύουν σήμερα, δηλαδή, ότι το σημερινό αστικό κράτος και μάλιστα το ελληνικό αστικό κράτος δεν είναι ούτε παρασιτικό, ούτε γραφειοκρατικό, ούτε πληρώνει αργομισθίες, όπως έκανε το κράτος του Λ. Βοναπάρτη, ότι είναι ένα κράτος στην υπηρεσία του λαού και γι’ αυτό είναι κακόβουλος όποιος θέλει να «διχάσει τον σημερινό ιδιωτικό και δημόσιο τομέα». Κι αυτά τα γράφουν ξετσίπωτα σε μια στιγμή που η μπόχα του «δημόσιου τομέα» κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο αποπνικτική με τις συνεχείς αποκαλύψεις για το χαραμοφάικο και παρασιτικό του χαρακτήρα. Τι πρέπει να κάνουν οι μαρξιστές σε μια τέτοια συγκυρία; Αντί να υπερασπίζονται το αστικό κράτος και τους κρατικούς υπαλλήλους, να ζητάνε να τσακιστεί η κρατική μηχανή, να συντριβεί, να μη μείνει «λίθος επί λίθου» από αυτήν και να οικοδομηθεί ένα κράτος τύπου Κομμούνας, με εκλεγμένους και ανακλητούς υπαλλήλους, που να αμείβονται με ένα μέσο εργατικό μισθό. Βέβαια, όλα αυτά τα ενστερνίζονται, υποτίθεται, οι σχολιαστές, αλλά, μόνο θεωρητικά, γιατί, αν θελήσει κανένας, σαν το Μίχα, να μεταφέρει στη σημερινή εποχή την «απέχθεια του Μαρξ για τους δημοσίους υπαλλήλους», αυτός το κάνει για να «διχάσει». Εξάλλου, μας λένε ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς όταν έγραφαν «οι δημόσιοι υπάλληλοι… στέκουν σαν όργανα της κοινωνίας, πάνω από την κοινωνία», δεν εκδήλωναν καμιά «απέχθεια» προς τους δημόσιους υπαλλήλους, αλλά μόνο «απέχθεια» προς το κράτος. Φυσικά, ο μαρξισμός χτυπάει κυρίως τους θεσμούς και λιγότερο τα πρόσωπα που ενσαρκώνουν αυτούς τους θεσμούς, αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι τρέφει και μεγάλη συμπάθεια στα πρόσωπα, που από υπηρέτες της κοινωνίας «στέκουν πάνω από την κοινωνία» και την καταληστεύουν. Ο λαός δεν μπορεί να μη νιώθει τουλάχιστον «απέχθεια» για τα «όργανα αυτά που η κορυφή τους είναι η κρατική εξουσία, που, εξυπηρετώντας τα δικά τους ειδικά συμφέροντα, είχαν με τον καιρό μετατραπεί από υπηρέτες της κοινωνίας σε αφέντες της» (Ένγκελς, Εισαγωγή στον «Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία» του Μαρξ).

Όλα αυτά, δηλαδή, για τη συντριβή της κρατικής μηχανής και για το ρόλο των δημοσίων υπαλλήλων σαν αφεντικών της κοινωνίας, οι σχολιαστές δεν έχουν τίποτα να πουν, μια και αυτά αφορούσαν το 19ο αιώνα. Τώρα, πια, δε χρειάζεται ούτε η «πλήρης αιρετότητα», ούτε η «ανακλητότητα σε οποιαδήποτε στιγμή όλων χωρίς εξαίρεση των δημοσίων λειτουργών», όσο δε για τους μισθούς φρόντισε η προηγούμενη κυβέρνηση Παπανδρέου «έχει καταφέρει να πάει πολύ πιο κάτω ‘από το συνηθισμένο μισθό ενός εργάτη’ το μισθό των δημοσίων υπαλλήλων»(!!!)».

Και αφού, οι κύριοι σχολιαστές μας διδάξουν το μαρξισμό του 21ου αιώνα, μας ξεκαθαρίζουν ότι οι εργάτες «Ξέρουν πλέον ότι η επίθεση στο δημόσιο τομέα και η άρση κατακτήσεων οδηγούν σε υποβάθμιση συνολικά της εργατικής τάξης». Κι αυτές οι «κατακτήσεις» είναι οι πληρωμένες ανύπαρκτες υπερωρίες, τα επιδόματα έγκαιρης προσέλευσης και χρησιμοποίησης του κυλικείου, το σχεδόν δωρεάν ρεύμα των υπαλλήλων της ΔΕΗ και των τηλεφωνημάτων των υπαλλήλων του ΟΤΕ, κλπ., κλπ. Και, φυσικά, δεν πρέπει να θιγούν αυτές οι «κατακτήσεις» γιατί αυτό οδηγεί σε «υποβάθμιση συνολικά της εργατικής τάξης», στην οποία ανήκουν και οι δημόσιοι υπάλληλοι, κατά τους φωστήρες του μαρξισμού του 21ου αιώνα, κ.κ. Νίκο Πατσόπουλο και Δημήτρη Πούλιο.

Τελικά, πραγματικά, κάποιος, σ’ αυτή την ιστορία, έκανε όχι μόνο τρεις, αλλά πολλές «πατάτες» κι αυτός δεν ήταν ο Τ. Μίχας.

 

 

 

από Ράσελ Τζάκομπι 06/01/2012 6:55 μμ.


Η "Αριστερά" από κάποιες απόψεις είναι πιο συντηρητική από τους συντηρητικούς νεοφιλελεύθερους!

Φυσικά ο Μίχας είναι άσχετος με τον μαρξισμό: ο Μαρξ έκανε κριτική στους μεγαλύτερους φιλελεύθερους γιατί επέμεναν να λένε τα ίδια φιλελεύθερα ευχολόγια σε μια εποχή που γιγαντωνόταν ο εφεδρικός στρατός της εργασίας. Αν ο Ανταμ Σμιθ ήταν πλέον παρωχημένος οι σύγχρονοι "φιλελεύθεροι" είναι απολογητές και ηλίθιοι.

Ακόμα και οι αναρχικοί πεφτουν σε παρόμοιες λούμπες. Πολλοί για παράδειγμα βλέπουν με μεγαλύτερη συμπάθεια τον Τσίπρα από τον Μάνο. Από πού κι ως που; Ο Τσίπρας είναι πιο "προοδευτικός" μόνο σε κάποια θέματα, σε κάποια άλλα λιγότερο!

από χαοτικές καταστάσεις (υπέρ της εξουσίας) 06/01/2012 6:59 μμ.


Είμαστε πλέον τόσο χαμηλά στο πηγάδι της παρακμής, που οι λέξεις "Τσίπρας" και "Μάρξ" τακτοποιούνται δίπλα δίπλα, μέσα στην ίδια πρόταση;


κοιτα οακκίτη, και εμεις έχουμε διαβάσει Μαρξ, και ειδικά την 18η Μπρυμαιρ.

Επειδή, όμως, δεν είμαστε νεοφιλελεύθεροι , φασιστοαναλυτές , γνωρίζουμε ότι ο Μαρξ αναφέρεται στην υπαλληλοκρατία ενός μοναρχικού κράτους, με επικεφαλής έναν τυχοδιώκτη, λούμπεν, απόγονο του Ναπολέωντα Βοναπάρτη.

Δεν αναφέρεται σε νοσηλευτές, εργάτες δήμου, οδοκαθαριστές, δασκάλους, υπαλλήλους κρατικών υπηρεσιών και εργάτες κρατικών βιομηχανιών που αποτελούν τους δημοσιους υπαλληλους των αναπτυγμενων καπιταλιστικων κρατων.

αλλά στο συρφετό των εφόρων, των εισαγγελέων, των ρουφιάνων, των παραστρατιωτικών, των νομαρχων, των μπάτσων, των δικαστών, των αξιωματικών, των υπασπιστών, των κυριών της αυλής, και των κλητήρων τους, που στην γαλλία του ναπολέοντατ ου ΙΙ ήταν αναρίθμητοι.

Τα ίδια περί υπαλληλοκρατίας περιγράφει και ο Λένιν όταν αναφέρεται στο τσαρικό κράτος.

Ο Μαρξ στα επίμαχα εδάφια, κάνει παραλληλισμό του ανηψιού Ναπολέοντα με το θειο, δείχνοτας ότι η υπαλληλοκρατια του πρώτου ειχε κάποια προοδευτικά χαρακτηριστικά (π.χ. κάλυπτε οικονομικά ζώνες του γαλλικού κράτους με άθλιο βιοτικό επίπεδο, ειδικά στις αχανεις ακροτικές περιφέρειες) στα χέρια του ανηψιού, όμως, ήταν ένας καταπιεστικός και βάρβαρος μηχανισμός εις βάρος των αγροτών.

άντε εξυπνάκια, πήγαινε σε άλλη παραλία με τα κουβαδάκια σου

από αναδημοσιευτής 10/01/2012 3:48 πμ.


Πρώτα-πρώτα, νομίζω ότι όταν συζητάμε θεωρητικά θέματα θα έπρεπε να αποφεύγονται προσωπικοί χαρακτηρισμοί και αλαζονικό στιλάκι. Αν έχεις να πεις κάτι, πες το με ανθρώπινο ύφος χωρίς υστερικές κραυγές. Καλά, το νεοφιλελεύθερος το προσπερνάω, αλλά το φασίστας πού το στηρίζεις; Εκτός και θεωρείς ότι είναι έννοιες ταυτόσημες. Τότε, θα σε συμβούλευα να διαβάσεις λίγο και τον «Αριστερισμό, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», αφού τη «18η Μπριμέρ» την παίζεις στα δάχτυλα.

Θα ήθελα να πω ότι για το διαχωρισμό που κάνεις είμαι κατ’ αρχή σύμφωνος : άλλο πράγμα ο εφοριακός, άλλο ο μπάτσος, άλλο ο νοσηλευτής, ή ο εργάτης της τάδε δημόσιας επιχείρησης. Μπάτσοι, εφοριακοί, δικαστές, καραβανάδες είναι ο καθαυτό καταπιεστικός μηχανισμός του αστικού κράτους και τα πιο πιστά σκυλιά του. Ίσως να είναι αυτό που λένε, το «στενό δημόσιο», που διαχωρίζεται από τις ΔΕΚΟ και τον «ευρύτερο δημόσιο τομέα». (Και να μην ξεχάσουμε και τους διοικητικούς υπαλλήλους, που είναι αυτό που λέμε «γραφειοκρατία»).

Πέρα, όμως, από τις διαφορές, λόγω του ρόλου που παίζει ο καθένας τους, έχουν το κοινό το ότι είναι όλοι δημόσιοι υπάλληλοι και σαν τέτοιοι έχουν τα γνωστά χαρακτηριστικά : γλείφτες, φυγόπονοι, αναποτελεσματικοί, αρπακτικά του δημόσιου χρήματος και συγχρόνως προνομιούχοι έναντι των αντίστοιχων υπαλλήλων ή εργατών του ιδιωτικού τομέα. Αυτά τα χαρακτηριστικά τους ΕΠΙΒΑΛΛΟΝΤΑΙ από το ίδιο το δημόσιο, που, όντας ένας μηχανισμός καταπίεσης και καθυπόταξης των κατώτερων τάξεων, είναι ένας κήπος που ανθούν όλα τα φαρμακερά λουλούδια της απληστίας, της λούφας, του ωχαδερφισμού και της υπεροψίας απέναντι στο «λαουτζίκο» (αυτό που λέει ο Μαρξ και ο Ένγκελς για «αφεντικά της κοινωνίας»). Στη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών αυτών πολύ μικρό ρόλο παίζουν τα ίδια τα άτομα και ο χαρακτήρας τους. Είναι τέτοια η σήψη του δημόσιου τομέα (ίσως ειδικότερα στην Ελλάδα, που παίρνει βραβείο διαφθοράς), που, αργά ή γρήγορα, και ο πιο αδαμάντινος χαρακτήρας υποκύπτει. Οι εξαιρέσεις είναι τιμητικές, αλλά, σπάνιες. 

Για τους εργάτες και τους χαμηλόμισθους προλετάριους του δημόσιου τομέα, η θέση τους στο δημόσιο είναι ιδιαίτερα καταστροφική για την ταξική τους συνείδηση. Επειδή ξέρουν καλά ότι αυτή η θέση είναι προνομιακή απέναντι στη θέση των αντίστοιχων συναδέλφων τους του ιδιωτικού τομέα, τους κάνει να μην αισθάνονται αλληλέγγυοι με τους ιδιωτικούς είλωτες και λειτουργεί διασπαστικά, γιατί νιώθουν πως είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι των εργαζομένων. Αυτό για το μαρξισμό είναι το χειρότερο χαρακτηριστικό, πέρα από την καλλιέργεια της συνείδησης του παρασιτισμού.

Αυτό που γράφεις «γνωρίζουμε ότι ο Μαρξ αναφέρεται στην υπαλληλοκρατία ενός μοναρχικού κράτους, με επικεφαλής έναν τυχοδιώκτη, λούμπεν, απόγονο του Ναπολέωντα Βοναπάρτη» είναι μισό σωστό και μισό λάθος. Το σωστό είναι ότι ο Μαρξ «αναφέρεται», φυσικά, στο μοναρχικό κράτος του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, αφού αυτό ήταν το θέμα του έργου του. Εκείνο, όμως, που επίσης «γνωρίζουμε» είναι ότι αυτά που λέει για το κράτος του Λ. Βοναπάρτη, τα λέει, βασικά, για όλα τα αστικά κράτη, είτε μοναρχικά, είτε «δημοκρατικά». Ίσως σε μπερδεύει λιγάκι η έκφραση «μοναρχικό κράτος», που χρησιμοποίησες. Είναι άλλο όμως το «μοναρχικό κράτος» της φεουδαρχίας και άλλο το «μοναρχικό κράτος» του καπιταλισμού. Το μοναρχικό αστικό κράτος μπορεί να είναι πιο διεφθαρμένο, ή λιγότερο διεφθαρμένο από το δημοκρατικό αστικό κράτος με πρόεδρο δημοκρατίας.

Στην Εισαγωγή του Ένγκελς στον «Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία», που ανέφερα στο σχόλιό μου, ξεκαθαρίζεται αυτό το ζήτημα. Παραθέτω ολόκληρη την παράγραφο :

[Ποια ήταν η χαρακτηριστική ιδιομορφία του ως τώρα κράτους ; Για την εξυπηρέτηση των κοινών συμφερόντων η κοινωνία είχε αρχικά δημιουργήσει δικά της όργανα με τον απλό καταμερισμό της δουλειάς. Τα όργανα όμως αυτά που η κορυφή τους είναι η κρατική εξουσία, εξυπηρετώντας τα δικά τους ειδικά συμφέροντα, είχαν με τον καιρό μετατραπεί από υπηρέτες της κοινωνίας σε αφέντες της, όπως το βλέπουμε λ.χ. όχι μόνο στην κληρονομική μοναρχία, μα και στην αστική δημοκρατία (η υπογράμμιση δική μου). Πουθενά οι «πολιτικοί» δεν αποτελούν ένα πιο ξεχωριστό και πιο ισχυρό τμήμα του έθνους, όσο ακριβώς στη Βόρεια Αμερική. Εδώ το καθένα από τα δυο μεγάλα κόμματα, που διαδέχονται το ένα το άλλο στην εξουσία, διευθύνεται με τη σειρά του από ανθρώπους που κάνουν την πολιτική προσοδοφόρα υπόθεση, που κερδοσκοπούν πάνω στις έδρες της νομοθετικής συνέλευσης τόσο της ομοσπονδίας όσο και των ξεχωριστών πολιτειών, ή που ζουν από τη ζύμωση που κάνουν για το κόμμα τους και που όταν το κόμμα τους νικήσει ανταμείβονται με θέσεις.  Είναι γνωστό πως οι αμερικάνοι τριάντα χρόνια τώρα προσπαθούν να αποτινάξουν το ζυγό αυτό που έγινε αφόρητος και πως, παρόλα αυτά, βουλιάζουν όλο και πιο βαθιά μέσα στο βάλτο της διαφθοράς.   

Ακριβώς στην Αμερική μπορούμε να δούμε καλύτερα πώς συντελείται αυτή η ανεξαρτητοποίηση της κρατικής εξουσίας από την κοινωνία που αρχικά ήταν προορισμένη να γίνει απλό όργανό της. Εδώ δεν υπάρχει καμιά δυναστεία, δεν υπάρχουν ευγενείς, ούτε μόνιμος στρατός, εκτός από τους λίγους άντρες για την επίβλεψη των ινδιάνων, δεν υπάρχει ούτε γραφειοκρατία με μόνιμες θέσεις ή με δικαίωμα σύνταξης. Κι όμως έχουμε εδώ δυο μεγάλες συμμορίες από πολιτικούς κερδοσκόπους που παίρνουν διαδοχικά στα χέρια τους την κρατική εξουσία και την εκμεταλλεύονται με τα πιο διεφθαρμένα μέσα και για τους πιο διεφθαρμένους σκοπούς, ενώ το έθνος είναι ανίσχυρο μπροστά στους δυο μεγάλους αυτούς συνασπισμούς των πολιτικών που βρίσκονται δήθεν στην υπηρεσία του, μα που στην πραγματικότητα το εξουσιάζουν και το καταληστεύουν.

Ενάντια σ’ αυτή τη μετατροπή του κράτους και των κρατικών οργάνων από υπηρέτες της κοινωνίας σε αφέντες της, μια μετατροπή που είναι αναπόφευκτη σ’ όλα τα ως τα τώρα κράτη, η Κομμούνα χρησιμοποίησε δυο αλάνθαστα μέτρα. Πρώτα, σ’ όλες τις θέσεις – διοικητικές, δικαστικές και εκπαιδευτικές – έβαλε υπαλλήλους εκλεγμένους με βάση την καθολική ψηφοφορία όλων των ενδιαφερομένων και μάλιστα με το δικαίωμα να ανακαλούν τον αντιπρόσωπό τους οποιαδήποτε στιγμή. Και δεύτερο, πλήρωνε στους υπαλλήλους της, στους ανώτερους και στους κατώτερους, μονάχα το μισθό που έπαιρναν οι άλλοι εργάτες…. Έτσι μπήκε ένα σίγουρο εμπόδιο στη θεσιθηρία και τον αριβισμό…]

Όπως βλέπεις, φίλε μου, ο Ένγκελς αφενός δεν κάνει τόσο αυστηρούς διαχωρισμούς, όπως κάνεις εσύ, μεταξύ  νοσηλευτών, κλπ. από τη μια μεριά και  εφοριακών, εισαγγελέων, κλπ., από την άλλη και αφετέρου θεωρεί πως το κράτος είτε μοναρχικό είναι είτε δημοκρατικό έχει τα ίδια τα χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό πήρε σαν παράδειγμα τη Βόρεια Αμερική, που ήταν το πιο ελεύθερο αστικό κράτος της εποχής.

Και για να σε προλάβω : μη σε παρασύρει η έκφραση του Ένγκελς «ποια ήταν η χαρακτηριστική ιδιομορφία του ως τα τώρα κράτους;» και σκεφτείς ότι ο Ένγκελς είχε υπόψη του μόνο τα φεουδαρχικά κράτη με τους βασιλιάδες τους και όχι και τα αστικά δημοκρατικά. Το «ως τα τώρα» περιλαμβάνει και τα αστικά κράτη, μοναρχικά ή δημοκρατικά, γι’ αυτό φέρνει την Κομμούνα σαν το διαφορετικό κράτος, που θα έβαζε τέρμα στη «μετατροπή των κρατικών οργάνων από υπηρέτες σε αφέντες της κοινωνίας».  

Οπότε, μια και στην Ελλάδα δεν έχουμε ακόμα κράτος τύπου Κομμούνας, δηλαδή, έχουμε κράτος-παράσιτο, πρέπει να είμαστε υπέρ ή κατά αυτού του κράτους και των υπαλλήλων του; 

Για να φανεί ξεκάθαρα ότι ο Μαρξ δε μιλάει μόνο για το κράτος του Λ. Βοναπάρτη, αλλά για ΟΛΑ  ΤΑ ΑΣΤΙΚΑ ΚΡΑΤΗ, θα παραθέσω όλη την αντίστοιχη περικοπή από τη «18η Μπριμέρ» :

«Αυτή η εκτελεστική εξουσία, με την τεράστια γραφειοκρατική και στρατιωτική οργάνωσή της, με τον πλατύ τεχνητό κρατικό της μηχανισμό, με μια στρατιά από μισό εκετομμύριο υπαλλήλους, πλάι σ' ένα στρατό από άλλο μισο εκατομμύριο, αυτό το φρικιαστικό παρασιτικό σώμα, που τυλίγεται σα δίχτυ αράχνης στο σώμα της γαλλικής κοινωνίας και φράζει όλους τους πόρους της, γεννήθηκε στις μέρες της απόλυτης μοναρχίας, τον καιρό της παρακμής του φεουδαρχικού καθεστώτος, και υποβοήθησε την επίσπευση της παρακμής του.Τα φεουδαρχικά προνόμια των γαιοκτημόνων και των πόλεων μετατράπηκαν σε άλλες τόσες αρμοδιότητες της κρατικής εξουσίας, οι φεουδάρχες τιτλούχοι σε έμμισθους υπαλλήλους και το πολύχρωμο δειγματολόγιο των αντιμαχομένων μεσαιωνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων έγινε το διαρυθμισμένο σχέδιο μιας κρατικής εξουσίας, που η εργασία της είναι καταμερισμένη και συγκεντρωμένη σαν σε εργοστάσιο.

Η πρώτη γαλλική επανάσταση, έχοντας καθήκον να συντρίψει όλες τις τοπικές, εδαφικές, δημοτικές και επαρχιακές και ανεξάρτητες εξουσίες για να δημιουργήσει την αστική ενότητα του έθνους, ήταν υποχρεωμένη να αναπτύξει εκείνο που είχε αρχίσει η απόλυτη μοναρχία : το συγκεντρωτισμό, ταυτόχρονα,όμως, την έκταση, τις αρμοδιότητες και τους παραστάτες της κυβερνητικής εξουσίας. Ο Ναπολέων τελειοποίησε αυτό τον κρατικό μηχανισμό. Η νομιμόφρονη μοναρχία και η μοναρχία του Ιούλη δεν του προσθέσανε τίποτα άλλο εκτός από ένα μεγαλύτερο καταμερισμό της εργασίας, που αναπτυσσόταν στον ίδιο βαθμό που ο καταμερισμός της εργασίας μέσα στην αστική κοινωνία δημιουργούσε καινούργιες ομάδες συμφερόντων και συνεπώς καινούργιο υλικό για την κρατική διοίκηση. Κάθε κοινό συμφέρον χωρίστηκε αμέσως από την κοινωνία και αντιπαρατέθηκε σ' αυτή σαν ανώτερο, γενικό συμφέρον, αποσπάστηκε από την αυτενέργεια των κοινωνικών μελών και έγινε αντικείμενο κυβερνητικής δραστηριότητας από το γεφύρι, το σχολικό κτίριο και την κοινόχρηστη ιδιοκτησία μιας αγροτικής κοινότητας ίσαμε τους σιδηροδρόμους, τον εθνικό πλούτο και το εθνικό πανεπιστήμιο της Γαλλίας. Τέλος, η κοινοβουλευτική δημοκρατία στην πάλη της ενάντια στην επανάσταση βρέθηκε στην ανάγκη, μαζί με τα καταπιεστικά μέτρα, να ενισχύσει τους πόρους και το συγκεντρωτισμό της κυβερνητικής εξουσίας. Όλες οι ανατροπές τελειοποιούσαν αυτή τη μηχανή αντί να την τσακίζουν. Τα κόμματα που αγωνίζονταν διαδοχικά για την εξουσία θεωρούσαν την απόκτηση αυτού του απέραντου κρατικού οικοδομήματος σαν την κυριότερη λεία του νικητή».      

Από το μακροσκελές αυτό απόσπασμα βγαίνουν 2 συμπεράσματα :

1) Ότι ο Μαρξ δε μιλάει μόνο για την «υπαλληλοκρατία ενός μοναρχικού κράτους», αλλά για την υπαλληλοκρατία 7 μοναρχικών κρατών, που, όμως, ήταν και τα 7 αστικά κράτη και όχι φεουδαρχικά («ο καταμερισμός της εργασίας μέσα στην αστική κοινωνία δημιουργούσε, κλπ. ») καθώς και δύο αστικοδημοκρατικά κράτη (το πρώτο από 1793 έως 1799 και το δεύτερο από 1848 έως 1852, αυτό που ονομάζει ο Μαρξ «κοινοβουλευτική δημοκρατία»).

2) Ο Μαρξ δεν κάνει κανένα διαχωρισμό του καθαρά καταπιεστικού μηχανισμού (στρατού, αστυνομίας, εφορίας, δικαστών) από τον υπόλοιπο κρατικό μηχανισμό, γι’ αυτό μιλάει για «γεφύρια, σχολικά κτίρια… ίσαμε τους σιδηρόδρομους, τον εθνικό πλούτο και το εθνικό πανεπιστήμιο της Γαλλίας». Και αφού τα έκανε αυτά η μοναρχική και αυτοκρατορική (με τους 2 Ναπολέοντες) αστική τάξη, τι έκανε η «κοινοβουλευτική δημοκρατία»; Τι άλλαξε; «Ενίσχυσε τους πόρους και το συγκεντρωτισμό της κυβερνητικής εξουσίας», και αντί «να τσακίσει αυτή τη μηχανή, την τελειοποίησε». Το έργο αυτό το επιτέλεσε η Κομμούνα του Παρισιού.

Εγώ, όμως, θα σου κάνω μια ερώτηση : υποστηρίζεις τα μέτρα της Κομμούνας (αιρετότητα  και ανακλητότητα των δημοσίων υπαλλήλων, αμοιβή τους με εργατικό μισθό); Έτσι για να ξέρουμε από ποια θέση μιλάει ο καθένας.  

 

Γράφεις : «Τα ίδια περί υπαλληλοκρατίας περιγράφει και ο Λένιν όταν αναφέρεται στο τσαρικό κράτος». Δυστυχώς για σένα τα ίδια περί υπαλληλοκρατίας περιγράφει ο Λένιν όταν αναφέρεται στους υπαλλήλους του ρωσικού κράτους, που υπήρχε μετά την ανατροπή του τσάρου, το Φλεβάρη του 1917 μέχρι την επικράτηση των μπολσεβίκων τον Οκτώβρη του 1917. Και μάλιστα μιλάει για όλα τα αστικά κράτη, που ήταν αστικές «δημοκρατίες», όταν έγραφε το «Κράτος και επανάσταση».

Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα :

«Για τη συντήρηση μιας ιδιαίτερης δημόσιας εξουσίας, που στέκει πάνω από την κοινωνία, χρειάζονται φόροι και δημόσια χρέη» (ο Μίχας λέει «δημοσιονομικά ελλείμματα»).

Ακολούθως, αφού αναφέρει απόσπασμα από το έργο του Ένγκελς «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» γράφει :

«Εδώ έχει τεθεί το ζήτημα της προνομιακής θέσης των δημοσίων υπαλλήλων σαν οργάνων της κρατικής εξουσίας».

Ο Λένιν γράφει πιο κάτω :

Στη δημοκρατία – συνεχίζει ο Ένγκελς - ο πλούτος εξασκεί την εξουσία του έμμεσα, μα γι’ αυτό και πιο σίγουρα» και συγκεκριμένα, πρώτο, με την «άμεση εξαγορά των δημοσίων υπαλλήλων (Αμερική) και δεύτερο, με τη «συμμαχία κυβέρνησης και χρηματιστήριου» (Γαλλία και Αμερική).

Σήμερα, σ’ οποιαδήποτε δημοκρατία ο ιμπεριαλισμός και η κυριαρχία των τραπεζών έχουν «αναπτύξει» σε πολύ μεγάλη τέχνη και τους δυο αυτούς τρόπους υπεράσπισης και άσκησης της παντοδυναμίας του πλούτου.

Και ο Λένιν συνεχίζει :

Η συγκεντρωτική κρατική εξουσία, που χαρακτηρίζει την αστική κοινωνία, εμφανίστηκε την εποχή της παρακμής του απολυταρχισμού. Δύο είναι οι πιο χαρακτηριστικοί γι’ αυτή την κρατική μηχανή  θεσμοί : η υπαλληλοκρατία και ο μόνιμος στρατός. Στα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς γίνεται πολλές φορές λόγος για το πώς χιλιάδες νήματα συνδέουν αυτούς τους θεσμούς με την αστική τάξη… Η υπαλληλοκρατία και ο μόνιμος στρατός είναι ένα «παράσιτο» πάνω στο κορμί της αστικής κοινωνίας, παράσιτο, που γεννήθηκε από τις εσωτερικές αντιφάσεις, που σπαράζουν αυτή την κοινωνία, και, συγκεκριμένα, παράσιτο, που «φράζει» τους ζωτικούς πόρους.

 

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Λένιν μιλάει γενικά για την υπαλληλοκρατία της «αστικής κοινωνίας» και όχι ειδικά για την τσαρική υπαλληλοκρατία.   

Μάλλον, λοιπόν, πρέπει να ξαναδιαβάσεις τόσο τη «18η Μπριμέρ», όσο και το «Κράτος και επανάσταση».

Όσο για αυτά που λες για την προοδευτικότητα της υπαλληλοκρατίας, μάλλον κάπου αλλού θα τα διάβασες. Ο Μαρξ λέει απλώς ότι «Από την ίδια τη φύση της, η τεμαχισμένη μικροϊδιοκτησία είναι κατάλληλη για να αποτελέσει τη βάση μιας παντοδύναμης και αναρίθμητης γραφειοκρατίας… Τέλος, δημιουργεί έναν άνεργο υπερπληθυσμό, που δε βρίσκει θέση ούτε στην ύπαιθρο ούτε στις πόλεις και συνεπώς αναζητεί τις δημοσιοϋπαλληλικές θέσεις σαν ένα είδος τιμητικής ελεημοσύνης και προκαλεί τη δημιουργία δημόσιων θέσεων… Και μια τεράστια γραφειοκρατία, καλοντυμένη και καλοθρεμμένη είναι η “ναπολεόντεια ιδέα” που άρεσε περισσότερο από όλες στο δεύτερο Βοναπάρτη».       

Ο Μαρξ ξεκαθαρίζει ότι η γραφειοκρατία αυτή και στα δύο βοναπαρτικά καθεστώτα, του θείου και του ανιψιού, γεννιέται από την «τεμαχισμένη μικροϊδιοκτησία», δηλαδή, το «μικρό αγροτικό κλήρο».  

Ο Μαρξ δε μιλάει πουθενά για προοδευτικό χαρακτήρα της υπαλληλοκρατίας. Λέει απλά (και διαλεκτικά) ότι αυτή η «τεμαχισμένη μικροϊδιοκτησία», που την εποχή του θείου επέτρεψε στους μικρούς αγρότες «να εκμεταλλεύονται  ανενόχλητα τη γη της Γαλλίας» και να «ικανοποιούν το νεανικό πάθος τους για ιδιοκτησία», η ίδια αυτή ιδιοκτησία προκαλούσε, την εποχή του ανιψιού, την «καταστροφή του γάλλου αγρότη».

Λέει χαρακτηριστικά : «Οι υλικές συνθήκες είναι ακριβώς εκείνες που μετέτρεψαν το φεουδαρχικό αγρότη σε μικρό αγρότη και το Ναπολέοντα (το θείο) σε αυτοκράτορα. Δυο γενιές στάθηκαν αρκετές για να δημιουργήσουν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα : την προοδευτική χειροτέρευση της γεωργίας και την προοδευτική καταχρέωση του γεωργού. Η “ναπολεόντεια” μορφή ιδιοκτησίας, που στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν η προϋπόθεση για την απελευθέρωση και τον πλουτισμό του γαλλικού αγροτικού πληθυσμού, εξελίχτηκε στη διάρκεια αυτού του αιώνα σε νόμο της υποδούλωσης και της εξαθλίωσής του».

Και τους δύο Βοναπάρτες τους στήριξαν οι μικροί αγρότες. Ο θείος στηρίχτηκε από τους μικρούς αγρότες, που ήταν προοδευτικοί γιατί ξεπάτωσαν τη φεουδαρχία και ο μικρός κλήρος τους έκανε πλούσιους. Στην εξέλιξη, ο μικρός τους κλήρος τους υπέταξε στο μεγάλο κεφάλαιο. Όπως λέει ο Μαρξ «Ο μικρός κλήρος του αγρότη είναι τώρα το πρόσχημα που επιτρέπει στον κεφαλαιοκράτη να βγάζει κέρδος, τόκο και πρόσοδο από τη γη, ενώ αφήνει στον ίδιο τον αγρότη να κοιτάξει πώς θα μπορέσει να βγάλει το μεροκάματό του». Έτσι, ο μικρός αγρότης που επιμένει να διατηρήσει το μικρό του κλήρο, γίνεται αναπόφευκτα αντιδραστικός και φέρνει στην εξουσία τον ανιψιό, για να κάνει ότι έκανε και ο θείος. Μόνο που τώρα η διατήρηση και ο πλουτισμός του μικρού κλήρου είναι παραλογισμός.    

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License