Λούης Τίκας: Έλληνας συνδικαλιστής στο Κολοράντο

.

post image

Ενας 'Ελληνας ανθρακωρύχος έχει μετατραπεί σε σύμβολο των εργατικών αγώνων στις ΗΠΑ και το μνημείο του στο Κολοράντο κηρύχθηκε επίσημα ως εθνικός ιστορικός τόπος.

Ο Λούης Τίκας έμεινε στην Ιστορία ως ο πρωταγωνιστής μίας μεγάλης απεργίας στα ανθρακωρυχεία, η οποία, έπειτα από μήνες, κατέληξε στη σφαγή του Λάντλοου. Ηταν Δευτέρα του Πάσχα 19 Απριλίου του 1914, όταν η ιδιωτική φρουρά των ορυχείων και η εθνοφυλακή, με μυδραλιοβόλα άνοιξαν πυρ κατά των απεργών που είχαν στρατοπεδεύσει στην κοιλάδα. Από το μακελειό σκοτώθηκαν 50 απεργοί, πολλοί τραυματίστηκαν, ενώ γυναικόπαιδα κάηκαν από τη φωτιά. Ανάμεσα στα θύματα και 17 Ελληνες, μεταξύ αυτών ο Ηλίας Σπαντιδάκης, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Λούη Τίκα από τα Λούτρα Ρεθύμνου.

Η ιστορία έρχεται εκ νέου στο φως από τον ανιψιό του, κ. Γιώργο Σταυρουλάκη, που συμπτωματικά έμαθε λεπτομέρειες για τα γεγονότα της εποχής και ύστερα από εντατική έρευνα κατέγραψε την ιστορία του προγόνου του σε ένα βιβλίο με τίτλο «Λούης Τίκας: Ο ήρωας της ξενιτιάς». Πριν από λίγο καιρό ο κ. Σταυρουλάκης ταξίδεψε στην Αμερική, έφτασε στη μακρινή πόλη Τρινιτάν στο Κολοράντο, όπου διαπίστωσε ότι ο πρόγονός του αποτελεί σημείο αναφοράς.

«Εμεινα έκπληκτος από την τιμή που γίνεται στον ήρωα του εργατικού αγώνα. Εφτασα στην πόλη, όπου υπάρχει ο τάφος του, καθώς και άλλων Ελληνων που σκοτώθηκαν στη σφαγή. Η μνήμη του βρίσκεται εκεί, στον λόφο της Πυθίας. Σε κεντρικό σημείο της πόλης βρίσκεται το μνημείο με το άγαλμά του.

Ακριβώς εκεί υπάρχει ακόμα ένα από τα ορύγματα που έσκαψαν για να προφυλαχθούν τα γυναικόπαιδα που τελικά έκαψε η εθνοφρουρά. Μάλιστα έμαθα ότι το 2009 η αμερικανική κυβέρνηση χαρακτήρισε το μνημείο ως εθνικό ιστορικό τόπο», λέει ο κ. Γιώργος Σταυρουλάκης.

«Επίσης το ιστορικό μουσείο της πόλης έχει αφιερώσει ένα από τα πέντε κτίρια στον Λούη Τίκα και τους συντρόφους του, όπου περιλαμβάνονται φωτογραφική έκθεση, πολλά βιβλία που έχουν γραφεί και υλικό εποχής. Τα συνδικάτα ανθρακωρύχων τιμούν ιδιαίτερα τη θυσία τους, ενώ κάθε καλοκαίρι εκεί λαμβάνει χώρα το συνέδριο των ανθρακωρύχων από όλη την Αμερική».

Η απεργία στα ανθρακωρυχεία ξεκίνησε 13 Σεπτεμβρίου του 1913 με αίτημα ανθρώπινα δικαιώματα και καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Ανάμεσα σε 11.000 απεργούς υπήρχαν και 800 Ελληνες προερχόμενοι κυρίως από την Κρήτη και τη Μυτιλήνη. Επί μήνες άντεξαν στον κρύο καταυλισμό και είχαν να αντιμετωπίσουν μαζί με την ανέχεια, τις παντοδύναμες εταιρείες που είχαν επιστρατεύσει ιδιωτικούς αστυνομικούς και φύλακες.

Ο ηγέτης των απεργών ήταν ένας νέος Κρητικός, που είχε ταξιδέψει στην Αμερική από τη Λούτρα του Ρεθύμνου, είχε πρωτοστατήσει στην απεργία και εμψύχωνε τους εργάτες να συνεχίσουν.

«Ο Λούης Τίκας κατάφερε σε μια δύσκολη εποχή με τις συνθήκες δουλειάς που επικρατούσαν, να ενώσει ανθρακωρύχους από 26 εθνικότητες, που δεν γνώριζαν ούτε την αγγλική γλώσσα», λέει στο Έθνος, ο κ. Γ. Σταυρουλάκης. «Κατάφερε να συνεννοηθεί μαζί τους, αλλά και να τους κάνει να τον πιστέψουν και να τον ακολουθήσουν σε έναν μεγάλο αγώνα».

 

Εικόνες:

από @ 04/02/2012 9:30 μμ.


post image
 
 

Από την Κρήτη στις ΗΠΑ
Το ελληνικό όνομα του Τίκα ήταν Ηλίας Σπαντιδάκης. Γεννήθηκε στα Λουτρά Ρεθύμνου το 1886 και ο πατέρας του ονομαζόταν Αναστάσιος. Το 1906 σε ηλικία 20 ετών μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Πριν φύγει έβγαλε μια φωτογραφία φορώντας την παραδοσιακή κρητική στολή και την άφησε ως ενθύμιο στους συγγενείς του. Δεν επρόκειτο να ξανανταμωθούν.



Στις ΗΠΑ μετέτρεψε το όνομά του στο αγγλοσαξονικό Λούης Τίκας (Luis Tikas), με το οποίο έμελλε να γραφεί στην ιστορία των συνδικαλιστικών αγώνων. Από το λιμάνι της Νέας Υόρκης πήγε στο Κολοράντο. Εγκαταστάθηκε στο Ντένβερ κι άρχισε να δουλεύει στα χαλυβουργία του Πουέμπλο καμιά τριανταριά μίλια μακριά, με ημερομίσθιο $1,75, για δώδεκα ώρες την ημέρα.
Το 1910 ορκίστηκε Αμερικανός πολίτης και άνοιξε καφενείο στην οδό Μάρκετ του Ντένβερ, μια εργατική γειτονιά που έγινε η τοπική Greektown. Την εποχή εκείνη στο Ντένβερ ζούσαν 240 Έλληνες.Συμπτωματικά, απέναντι απ’ το καφενείο βρίσκονταν τα γραφεία της τοπικής οργάνωσης των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (Wobblies).
Ο Τίκας, είτε έγινε από την αρχή μέλος των Wobblies είτε όχι, ήταν αποφασισμένος να αφομοιωθεί στην καινούρια χώρα. Αρχικά, προσπάθησε να μπει στο αστυνομικό σώμα αλλά απερρίφθη εξαιτίας της εμπλοκής του με τους Wobblies. Υπάρχουν πληροφορίες ότι ήταν επικεφαλής ενός συνδικάτου λούστρων που το 1910 έκαναν απεργία ζητώντας αύξηση 100% (από πέντε σε δέκα σεντς!). Άλλοι λένε πως δούλευε για μια ασφαλιστική εταιρία.
Έτσι κι αλλιώς, ο Λούης Τίκας αναδείχτηκε σε ηγετική μορφή ανάμεσα στους συμπατριώτες του: μιλούσε καλύτερα αγγλικά απ’ οποιονδήποτε άλλον, και έστελνε τα εμβάσματα στην Ελλάδα για λογαριασμό των συμπατριωτών του που δεν ήξεραν πώς να φερθούν στο ταχυδρομείο και στην τράπεζα. Ήταν τζέντλεμαν: οι φωτογραφίες της συλλογής Ντολντ, που υπάρχουν στην πολιτειακή βιβλιοθήκη του Ντένβερ, δείχνουν έναν Αμερικανό πολίτη χωρίς μουστάκι – κάτι ασυνήθιστο για την κρητική κοινότητα – που δεν θα ξεχώριζε από έναν ντόπιο.

Συνδικαλιστής - Ηγέτης
Ο Τίκας δεν ήταν συνειδητός ριζοσπάστης. Οι ενέργειές του ξεκινούσαν από το παραδοσιακό ελληνικό φιλότιμο. Και ο κόσμος γύρω του είχε ανάγκη από φιλότιμο. οι Έλληνες του Κολοράντο βρίσκονταν στο έλεος των εταιριών και των αφεντικών. Την εποχή που ο Λούης Τίκας έφτασε στο Ντένβερ, το μεγάλο αφεντικό ήταν ο Λεωνίδας Σκλήρης, από τη Σπάρτη, ένα είδος εργατοπατέρα που έλεγχε τους Έλληνες εργάτες όχι μόνο στο Κολοράντο αλλά στη Γιούτα και τη Νεβάδα. Τους εύρισκε δουλειά στα ορυχεία με συνθήκες μεσαιωνικές και αμοιβές χειρότερες από των άλλων εθνοτήτων. Οι «Έλληνες του Σκλήρη» εργάζονταν για $1,75 την ημέρα ενώ οι Γερμανοί και οι Ουαλοί έπαιρναν $2,50.
Η κατάσταση στα ορυχεία ήταν όντως μεσαιωνική. Από το 1910 ως το 1913, 618 ανθρακωρύχοι είχαν χάσει τη ζωή τους σε εργατικά ατυχήματα. Τα ημερομίσθια ήταν τόσο χαμηλά ώστε πολλές οικογένειες ικανοποιούνταν με τις «αποζημιώσεις θανάτου» που έφταναν τα εφτακόσια δολάρια (χώρια το φέρετρο των είκοσι δολαρίων). Ανάμεσά τους δούλευαν 350 περίπου Έλληνες. Η δουλειά τους ήταν πολύ σκληρή, με αποτέλεσμα σε δυο χρόνια να υπάρχουν 13 θάνατοι Ελλήνων και πολλοί τραυματισμοί.Επίσης, ήταν κακοπληρωμένη και γινόταν μεγάλη εκμετάλλευση από τις εταιρίες σε βάρος των εργατών. Σπίτια και καταστήματα ανήκαν στην εταιρία των ορυχείων, η οποία κοστολογούσε τη χρήση και τα ψώνια 25 % ακριβότερα από την ελεύθερη αγορά.
Επιλογή άλλη δεν υπήρχε, αφού οι εργάτες ήταν υποχρεωμένοι να κατοικούν και να ψωνίζουν από την εταιρία, η οποία τους πλήρωνε σε κουπόνια ανταλλάξιμα μόνο στα ταμεία των δικών της καταστημάτων. Το 1912, ο Λούης Τίκας εγκατέλειψε το καφενείο. Το Νοέμβριο του 1912 βρισκόταν στα ορυχεία του Φρέντερικ στο Κολοράντο, που ήταν σκλαβοπάζαρα. Στις 19 Νοεμβρίου ήταν επικεφαλής των 63 Ελλήνων που κατέβηκαν σε απεργία.
Τότε αναδείχτηκε η ηγετική κορφή του συνδικαλιστή Τίκα, με αποτέλεσμα να κερδίσει την εμπιστοσύνη των συμπατριωτών του, που αναζητούσαν τρόπους να απαλλαγούν από εργατοπατέρες τύπου «Σκλήρη». Στη διάρκεια αυτής της απεργίας συνέβησαν πολλά: όργιο εγκάθετων, προβοκάτσιες (μπήκε φωτιά στο κτίριο δίπλα στο πηγάδι του ορυχείου), συλλήψεις και φυλακίσεις. Ο Λούης Τίκας δεν ανεχόταν την εκμετάλλευση και την αδικία. Ήρθε σε επαφή με την «Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής» (United Mine Workers of America), άρχισε να περιοδεύει στις ανθρακοφόρες περιοχές του Ντένβερ και του Πουέμπλο και να συγκεντρώνει στατιστικά στοιχεία για ατυχήματα και τραυματισμούς την περίοδο 1912-13. Επίσης, για την πολιτική των εταιριών και τη συμπεριφορά των υπευθύνων. Ενημερώνει πως αν οι συνθήκες δεν αλλάξουν θα ξεκινήσει «βιομηχανικός πόλεμος», όπως τον ονομάζει.
Ο Τίκας σύντομα αποκτά την εμπιστοσύνη των εργαζομένων και εξελίσσεται σε ηγετική μορφή. Ο "Λούης ο Έλληνας" (Louis the Greek) ή ο "Λίο ο Κρητικός" (Leo the Cretan), όπως τον αποκαλούσαν έγινε θρύλος. Όμως, οι εταιρίες που ανήκαν κυρίως στον Τζον Ροκφέλερ δεν υποχωρούν. Τουναντίον καιροφυλακτούν να τον πλήξουν.

Η αιματηρή απεργία του Λάντλοου

Τελικά στις 23 Σεπτεμβρίου 1913 ξεκινά η μεγάλη απεργία στην πόλη Λάντλοου (Laddlow ή Ludlow), όπου υπήρχαν 13000 ανθρακωρύχοι. Τα κυριότερα αιτήματα των απεργών του Λάντλοου ήταν τα παρακάτω:Να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα προτιμούσαν οι ίδιοι. Να πηγαίνουν σε όποιον γιατρό επιθυμούσαν και όχι στους γιατρούς της εταιρίας. Να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους. Να καθιερωθεί η οκτάωρη εργασία. Να εφαρμοστούν αυστηρά οι νόμοι της Πολιτείας του Κολοράντο όσον αφορά την ασφάλεια των ορυχείων, να καταργηθεί το script, όπως και το σύστημα φρουρών της εταιρείας που έκανε τους εργατικούς καταυλισμούς να μη διαφέρουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.



Επικεφαλής της απεργίας ήταν ο Τζον Λόζον και ο Λούης Τίκας, που είχε μια ομάδα στήριξης από Κρητικούς, μερικοί από τους οποίους είχαν πάρει μέρος στις απεργίες του Μπίνγκαμ στη Γιούτα.Στις αρχές της απεργίας, η εταιρεία για να την καταπνίξει προέβη σε έξωση των απεργών από τα οικήματα στα οποία τους στέγαζε και προσέλαβε απεργοσπάστες. Οι απεργοί δεν πτοήθηκαν. Έστησαν σκηνές στην περιοχή σε στρατηγικό σημείο, ώστε να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες να μπουν στα ορυχεία.
Τον Οκτώβριο, ο καταυλισμός των απεργών λειτουργούσε σαν πόλη: πεντακόσιοι άνδρες, τριακόσιες πενήντα γυναίκες, τετρακόσια πενήντα παιδιά, ελληνικός φούρνος, ελληνικό καφενείο.Η εταιρεία ζήτησε την παρέμβαση της εθνοφρουράς και ο κυβερνήτης του Κολοράντο συμφώνησε. Οι συγκρούσεις ήταν βιαιότατες. Τότε η οικογένεια Ροκφέλερ υπέβαλε το αίτημα να ντυθούν με στολές της εθνοφρουράς δικά της, έμπιστα πρόσωπα, αποφασισμένα αν χρειαστεί να ρίξουν στο ψαχνό. Ο κυβερνήτης το αποδέχθηκε και αυτό. Αλλά οι απεργοί δεν υποχώρησαν - ακόμη και όταν οι Ροκφέλερ έστειλαν ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο το οποίο έφερε πολυβόλο και οι εθνοφρουροί το αποκαλούσαν Death Special.Ήταν φανερό ότι στις 20 Απριλίου 1914 η εθνοφρουρά θα εισέβαλε και θα εκκένωνε τον καταυλισμό των απεργών. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και οι περισσότεροι κοιμούνταν αφού την προηγούμενη γιόρταζαν το ελληνικό Πάσχα.



Οι πιστολάδες της εταιρίας απαίτησαν από τον Λούη Τίκα να τους παραδώσει δύο Ιταλούς συνδικαλιστές. Ο Τίκας ζήτησε ένταλμα σύλληψης αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε και ο Τίκας αρνήθηκε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.Λίγο αργότερα έπεσε η πρώτη βολή: μερικοί από τους απεργούς ήταν οπλισμένοι. Το Κολοράντο αποτελούσε μέρος της Άγριας Δύσης. Ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Μαίρη Χάρρις, γνωστής και ως Mother Jones, πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από σφαίρες και από ασφυξία, ενώ ένα αγοράκι δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να σώσει το γατάκι του. Σύμφωνα με την Mother Jones οι πιστολάδες είχαν καταναλώσει πολύ ουίσκι από το κοντινό σαλούν και βρίσκονταν σε έξαλλη κατάσταση. Τα επεισόδιο, που αποτελεί μαύρη σελίδα στην ιστορία των ΗΠΑ, ονομάστηκε «σφαγή του Λάντλοου».

Ο θάνατος του Τίκα
Ο Τίκας με απαράμιλλο θάρρος, ζήτησε να δει τον επικεφαλής της εθνοφρουράς, λοχαγό Καρλ Λίντερφελντ (Karl Linderfeld) tikasκρατώντας λευκή σημαία. Οι δυο τους συναντήθηκαν στο λόφο και μίλησαν για λίγο. Έπειτα οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο αξιωματούχος χτύπησε με πρωτοφανή αγριότητα τον Τίκα στο κεφάλι με την καραμπίνα του. Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκα. Οι εθνοφρουροί βάλθηκαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα. Ευθύς αμέσως εισέβαλαν στον καταυλισμό, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον οτιδήποτε κουνιόταν. Έδιωξαν τους απεργούς, σκότωσαν 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών ως 11 ετών, και έκαψαν τις σκηνές τους. Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου και τη νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.



Ο απόηχος της θυσίας
Μετά τη σφαγή στο Λάντλοου, οι συγκρούσεις των εργατών με την εθνοφρουρά σε όλη την Πολιτεία του Κολοράντο έλαβαν τεράστιες διαστάσεις. Τα συνδικάτα κάλεσαν τους εργάτες να εξοπλιστούν με «όλα τα όπλα και τα πυρομαχικά που μπορούσαν να αποκτήσουν νόμιμα» και άρχισε πραγματικός ανταρτοπόλεμος ανάμεσα στην εθνοφρουρά και στα συνδικάτα που διήρκεσε δέκα ημέρες. Στο περιοδικό «The Masses» ο αρθρογράφος Μαξ Ίστμαν δημοσίευσε ένα κείμενο με τίτλο Ταξικός πόλεμος στο Κολοράντο. Το συνόδευε η εικονογράφηση του επίσης γνωστού ζωγράφου Τζον Φρεντς Σλόαν.Οι συγκρούσεις τερματίστηκαν μόνον όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Γούντρο Γουίλσον έστειλε μονάδες του ομοσπονδιακού στρατού στην περιοχή. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, σκοτώθηκαν συνολικά 69 άτομα. Στον θλιβερό απολογισμό θα πρέπει να προσθέσουμε και τα εξής: 400 απεργοί συνελήφθησαν, 332 από αυτούς παραπέμφθηκαν για φόνο και μόνο ένας, ο Τζον Λόουσον, καταδικάστηκε αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο του Κολοράντο αργότερα τον αθώωσε. Από την εθνοφρουρά παραπέμφθηκαν 22 άτομα - ανάμεσά τους και δέκα αξιωματικοί - και σε μια παρωδία δίκης, που ως τέτοια διδάσκεται σήμερα σε διάφορες πανεπιστημιακές σχολές, αθωώθηκαν όλοι, πλην του λοχαγού Λίντερφελντ, ο οποίος δολοφόνησε τον Τίκα. Όμως, η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν απλή πειθαρχική επίπληξη.Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα γεγονότα του Λάντλοου, διάφοροι μεταρρυθμιστές και σοσιαλιστές οργάνωσαν πικετοφορίες σ’ όλη τη χώρα. Ο συγγραφέας Άπτον Σίνκλαιρ (που αργότερα έγραψε το μυθιστόρημα «King Coal») στήθηκε επί μέρες έξω από τα γραφεία του Ροκφέλερ στη Νέα Υόρκη σε σιωπηλή διαδήλωση.Στο Σικάγο πραγματοποιήθηκε μεγάλη διαδήλωση με πρωτοβουλία της εφημερίδας "Masses". Ο Σίνκλαιρ και ο προοδευτικός δικαστής του Ντένβερ, Μπ. Μπ. Λίντσεϊ, ταξίδεψαν μαζί με γυναίκες απεργών σ’ όλη την Αμερική μιλώντας σε συγκεντρώσεις για την σφαγή του Λάντλοου.

Η μνήμη του Τίκα
Το χρονικό της απεργίας δεν γράφτηκε ποτέ. Είχε σχεδόν ξεχαστεί, ώσπου το 1944 ο τραγουδιστής Γούντι Γκάθρι έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο «The Ludlow Massacre». Το τραγούδι ακουγόταν συχνά στις διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’60.Ο ποιητής Ντέιβιντ Μέισον έγραψε ένα ποιητικό μυθιστόρημα 4.800 στίχων με τίτλο: "Ποιος ήταν ο Λούης Τίκας", όπου περιγράφεται η ζωή του Έλληνα πρωταγωνιστή του αμερικανικού εργατικού κινήματος.Τη ζωή του Τίκα επανέφερε στο προσκήνιο ο ελληνοαμερικανός συγγραφέας Ζήσης Παπανικόλας το 1991 γράφοντας τη βιογραφία του σε ένα βιβλίο.Επίσης, το 2001 ο Αμερικανός τραγουδοποιός Φρανκ Μάνινγκ (Frank Manning) στηριγμένος στις αναμνήσεις του παππού του που συμμετείχε στην απεργία του Λάντλοου, έγραψε το τραγούδι «Λούης Τίκας», που βραβεύτηκε στο διαγωνισμό «Γούντι Γκάθρι». Το τραγούδησε στις ετήσιες εκδηλώσεις που διοργανώνονται στο Λάντλοου από την Ένωση Ανθρακωρύχων και το 2007 το τραγούδησε και στην Ελλάδα. Σήμερα το Λάντλοου είναι μια πόλη-φάντασμα. Στον χώρο της σφαγής, στην περιοχή Τρίνινταντ, έχει στηθεί μεγαλόπρεπες μνημείο από γρανίτη στη μνήμη των θυμάτων. Εκεί υπάρχει και ο τάφος του γενναίου Λούη Τίκα.

Εικόνες:


 

 

Ο Λούις Τίκας, Οι Έλληνες Ανθρακωρύχοι Της Αμερικής Και Η Σφαγή Του Λάντλοου (1914)

 

*δημοσιεύτηκε στο φύλλο 11 της εφημερίδας δρόμου Άπατρις

 

Οι συνθήκες ζωής στην ελλάδα και η μετανάστευση

 

Στις αρχές του 20ού αιώνα ξεκινά το μεγάλο ρεύμα μεταναστών από την ελλάδα, οι οποίοι προσπαθούσαν να ξεφύγουν από την πείνα, την εξαθλίωση και την εκμετάλλευση. Οι περισσότεροι ήταν κυρίως αγρότες που ήταν βυθισμένοι μέσα σε τραγικές συνθήκες: κουρελήδες, ξυπόλυτοι, εξασθενημένοι από την πείνα που ζούσαν μέσα σε τρώγλες. Στην Πελοπόννησο και σε άλλες περιοχές, οι μικροϊδιοκτήτες γεωργοί ήταν στο έλεος των εμπόρων και των τοκογλύφων – ο τόκος, συνολικά σε χρήμα και είδος, έφθανε μέχρι και 80%. Στη Θεσσαλία, όπου επικρατούσαν οι τσιφλικάδες και η μεγάλη ιδιοκτησία, οι αγρότες ζούσαν σε συνθήκες δουλοπάροικου.

 

Έως το 1920 θα μεταναστεύσει περίπου το 8% των κατοίκων της χώρας. Προορισμός ήταν κυρίως η Αμερική και η Αυστραλία. Η μετανάστευση προς το μύθο της “γης της επαγγελίας” αποτελούσε τμήμα μιας παγκόσμιας προλεταριακής ροής, που ενσωματωνόταν στη διαδικασία ανάπτυξης του αμερικάνικου καπιταλισμού. Οι ΗΠΑ διέθεταν τεράστιες εκτάσεις με φαινομενικά απεριόριστες πλουτοπαραγωγικές πηγές. Αυτό που χρειαζόταν ήταν μεγάλος αριθμός από φθηνό εργατικό δυναμικό. Έτσι, ενώ μέχρι το 1880 οι μετανάστες από την Ελλάδα δεν ξεπερνούσαν τους 2000, στα 1917 έφθασαν τους 450.000.

 

Οι μετανάστες από την ελλάδα στην αμερική

 

Τρεις ήταν οι κύριοι προορισμοί των μεταναστών από την ελλάδα: οι μεγάλες πόλεις του Βορρά, οι βιομηχανικές πόλεις της Νέας Αγγλίας, όπου θα δούλευαν στις βιομηχανίες υφασμάτων και παπουτσιών, και οι Δυτικές Πολιτείες, όπου θα εργάζονταν στα ορυχεία και τις σιδηροδρομικές γραμμές. Οι μετανάστες από την ελλάδα, πέρα από τη σωματική τους ικανότητα, δε διέθεταν κανένα άλλο προσόν ωφέλιμο στον αμερικάνικο καταμερισμό εργασίας. Ήταν αναλφάβητοι, καθώς λίγοι είχαν τελειώσει ακόμη και το δημοτικό. Τα αγγλικά τα έμαθαν ακόμη λιγότεροι, καθώς πρωταρχικός τους σκοπός δεν ήταν να εγκατασταθούν μόνιμα και να ενσωματωθούν στο νέο τους τόπο παρά να δημιουργήσουν κάποιο οικονομικό απόθεμα και να επιστρέψουν πίσω.

 

Προέρχονταν από ένα προβιομηχανικό αγροτικό κόσμο με εντελώς διαφορετικό κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Ήταν νεοφερμένοι σε ένα εντελώς άγνωστο και εχθρικό περιβάλλον, στην καρδιά της αναδυόμενης καπιταλιστικής δύσης. Δεν είχαν ούτε συνείδηση της ταξικής τους θέσης ούτε των δικαιωμάτων τους και κατ’ επέκταση είχαν πλήρη άγνοια προς κάθε έννοια εργατικού αγώνα και συνδικαλιστικής δράσης. Ήταν, κατά συνέπεια, οι κατάλληλοι φορείς εκμετάλλευσης.

 

Προκειμένου να επιβιώσουν, αναγκάζονταν να εργαστούν με τα μικρότερα μεροκάματα, πράγμα που τους έφερνε σε σύγκρουση με παλαιότερες φουρνιές μεταναστών. Η πρακτική αυτή διαπερνούσε βαθιά την αμερικάνικη βιομηχανία των μεταναστών, καθώς οι νεοφερμένοι είτε εκτόπιζαν ως φθηνότερη εργατική δύναμη τους παλαιότερους εργάτες είτε χρησιμοποιούνταν ως απεργοσπάστες εναντίον τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι η πρώτη μεγάλη ομάδα από την ελλάδα που έφτασε στις Δυτικές Πολιτείες, είχε μεταφερθεί από τα ανατολικά, ώστε να χρησιμοποιηθεί σαν απεργοσπαστικός μηχανισμός ενάντια σε μια απεργία ανθρακωρύχων της Γιούτα το 1903.

 

Τα πρακτορεία εργασίας και ο Λεωνίδας Σκληρής

 

Σημαντικό ρόλο στο “αμερικάνικο όνειρο” έπαιξαν και τα πρακτορεία των μεταναστευτικών γραφείων και των ατμοπλοϊκών εταιρειών, που διαφήμιζαν “τον πλούτο και τις ευκαιρίες” που παρουσιάζει η αμερική. Επειδή το ταξίδι απαιτούσε αρκετά χρήματα, μεσολαβούσαν οι πράκτορες που δάνειζαν στους μετανάστες το απαραίτητο κεφάλαιο με τόκο και εχέγγυο είτε την υποθήκευση των κτημάτων τους είτε δεσμεύοντάς τους με συμβόλαια εργασίας και καθιστώντας τους με αυτόν τον τρόπο κυριολεκτικά σκλάβους.

 

Οι πράκτορες εκμεταλλεύονταν τους νεοφερμένους εργάτες που ήξεραν πολύ λίγο τη γλώσσα και τα κατατόπια και τους έβρισκαν δουλειά. Επιπλέον, πληρώνονταν από τις εταιρείες με το κεφάλι, καθώς τις προμήθευαν με φθηνό εργατικό δυναμικό και απεργοσπάστες. Στην πραγματικότητα ήταν μαφιόζοι, από τους οποίους στήθηκε το πρώτο οργανωμένο δίκτυο διακίνησης εργατικού δυναμικού στην αμερική.

 

Την εποχή που ο Λούις Τίκας έφτασε στο Ντένβερ, ο αρχιμαφιόζος που έλεγχε το μεγαλύτερο μέρος των εργατών στους σιδηρόδρομους του Κολοράντο και στα ορυχεία της Γιούτα και της Νεβάδα, ήταν ο Λεωνίδας Σκληρής από τη Σπάρτη. Οι εργάτες από την ελλάδα, που διακινούσε ο Σκληρής, εργάζονταν με 1.75 δολάρια την ημέρα ενώ οι γερμανοί και οι ουαλοί έπαιρναν 2.50. Οι εργάτες κατέβαλαν 10 με 20 δολάρια ώστε να τους βρει μια δουλειά και ένα δολάριο το μήνα για να την κρατήσουν. Επιπρόσθετα, έπρεπε να πληρώνουν ποσά στους μπράβους του Σκληρή σε κάθε οικισμό και να υπομένουν τους εξευτελισμούς. Ο Σκληρής ήταν από τα πιο μισητά πρόσωπα στους μετανάστες.

 

Η ζωή των ανθρακωρύχων

 

Η εξόρυξη άνθρακα ήταν σκληρή και επικίνδυνη εργασία.  Στο Κολοράντο η παραγωγή ελεγχόταν  από τρεις από τις μεγαλύτερες εταιρείες της βιομηχανίας εξόρυξης άνθρακα. Η μεγαλύτερη από αυτές ήταν η Colorado Fuel and Iron Company, που παρήγαγε το 40% της συνολικής ποσότητας και ανήκε στον Τζών Ντ. Ροκφέλλερ. Το 1910, στο απόγειο της βιομηχανίας άνθρακα, εργάζονταν περίπου 16.000 ανθρακωρύχοι, γύρω στο 10% του συνόλου των εργατών της πολιτείας.

 

Οι εργάτες που δούλευαν στα ορυχεία διέμεναν σε οικισμούς που ανήκαν και ελέγχονταν με φεουδαρχικό τρόπο από την εταιρεία. Πίσω από τις γυαλιστερές διαφημίσεις των περιοδικών κρυβόταν μια μηχανή εκμετάλλευσης, ταπείνωσης και εξαθλίωσης. Ορυχείο και οικισμοί ήταν ουσιαστικά οι δύο τομείς ενός ενιαίου στρατόπεδου εργασίας. Στην εταιρεία ανήκαν τα πάντα: σπίτια, καταστήματα, ταβέρνες, εκκλησίες, πορνεία, νερό, φως. Νόμος ήταν ο κανονισμός λειτουργίας της εταιρείας. Όλη η ζωή στον οικισμό ελεγχόταν από τον αρχηγό και τους ένοπλους μπράβους της ιδιωτικής αστυνομίας. Εμμέσως εποπτευόταν από τους πάστορες, τους κοινωνικούς λειτουργούς, τους ιδιοκτήτες των σαλούν και τους γιατρούς της εταιρείας. Οι εταιρείες εφάρμοζαν τους σχεδιασμούς της κοινωνικής μηχανικής που θα καθοδηγούσαν την ανάπτυξη του αμερικάνικου καπιταλισμού.

 

Οι ανθρακωρύχοι, εργάζονταν πολύ σκληρά, για 12 ώρες την ημέρα κάτω από τη γη και με ελάχιστο φωτισμό. Δεν είχαν σταθερό μεροκάματο αλλά πληρώνονταν ανάλογα με την ποσότητα του κάρβουνου που έβγαζαν. Στο τέλος της βάρδιας οι επιστάτες ζύγιζαν το κάρβουνο και τους πλήρωναν ανάλογα, κλέβοντάς τους ταυτόχρονα στο ζύγι και απαιτώντας να τους δώσουν φόρο υποτέλειας. Για την “νεκρή εργασία” που κατέβαλαν, ώστε να επεκτείνουν τις ράγες των βαγονέτων που μετέφεραν το κάρβουνο ή για να υποστυλώσουν τις οροφές των λαγουμιών, δεν πληρώνονταν τίποτα.

 

Η ζωή των εργατών στις στοές κινδύνευε κάθε στιγμή από εκρήξεις, καταρρεύσεις ή διαρροή γκαζιού, καθώς τα μέτρα ασφάλειας ήταν ελάχιστα και παραβιάζονταν συνειδητά. Το 1907 είχε συμβεί η μεγαλύτερη εργατική τραγωδία των ΗΠΑ, στο ορυχείο Μόνονγκα της Δυτικής Βιρτζίνια, με επίσημα 361 νεκρούς και ανεπίσημα πάνω από 500. Από το 1910 μέχρι το 1913 είχαν χάσει επίσημα τη ζωή τους 618 ανθρακωρύχοι.

 

Η εκμετάλλευση δεν είχε τελειωμό. Οι ανθρακωρύχοι έπρεπε να αγοράζουν οι ίδιοι τα εργαλεία τους, την πυρίτιδα, τα σιδηρουργικά και τις λάμπες. Οι πληρωμές γίνονταν μέσω κουπονιού, του σκριπ, που είχε αξία μόνο μέσα στον οικισμό και περιορισμένα στην γύρω περιοχή. Έτσι, υποχρεώνονταν να πληρώνουν για τα πάντα στην εταιρεία: από την τροφή και τα ρούχα, τον πάστορα και τον γιατρό, μέχρι και το σπίτι που έμεναν. Κάθε εργαζόμενος πλήρωνε μόνο για τροφή και ύπνο 30 δολάρια ενώ δεν έβγαζε πάνω από 2 δολάρια τη μέρα. Στοιβαζόταν μαζί με 25 άλλους σε τέσσερα δωμάτια ενός σπιτιού και η δεξαμενή με το νερό που πλενόταν, ανανεωνόταν μόνο μία φορά τη μέρα. Τα καταστήματα της εταιρείας κοστολογούσαν τα πάντα έως 25% πιο ακριβά απ’ ότι στις πόλεις. Επιπρόσθετα, τα σκριπ εξαγοράζονταν σε δολάρια στο 75% της αξίας τους. Στην πραγματικότητα η εταιρεία έκλεβε πολλαπλά τους εργάτες αφομοιώνοντας τόσο την εργασία όσο και το μεγαλύτερο μέρος του αντίτιμου που τους κατέβαλε.

 

Οι νόμοι για τα ελάχιστα δικαίωμα των εργατών, σταματούσαν στα συρματοπλέγματα γύρω από τους οικισμούς. Αν κάποιος διαμαρτυρόταν απολυόταν αμέσως και πεταγόταν στο δρόμο. Το ίδιο κι αν κάποιος πήγαινε να αγοράσει κάτι από την πόλη κι όχι από τα καταστήματα της εταιρείας. Αν κάποιος ήταν μέλος συνδικάτου του έκαναν από την πρώτη στιγμή τη ζωή δύσκολη και τον εξανάγκαζαν να φύγει. Ταυτόχρονα, ελεγχόταν αυστηρά η κίνηση από και προς τον οικισμό και απαγορευόταν τόσο η είσοδος σε “ύποπτους” όσο και η αποχώρηση των μισθωτών-σκλάβων. Σε όλα αυτά να προστεθούν οι καθημερινοί εξευτελισμοί, οι ταπεινώσεις και οι ρατσιστικές συμπεριφορές απέναντι στους μετανάστες.

 

Την αυξανόμενη δυσαρέσκεια και αντίδραση των ανθρακωρύχων, οι εταιρείες προσπαθούσαν να την αντιμετωπίσουν με την πρόσληψη απεργοσπαστών, κυρίως μεταναστών από το μεξικό, τα βαλκάνια και την ελλάδα. Παράλληλα, εσκεμμένα ανακάτευαν σε κάθε ομάδα βάρδιας, μετανάστες από διαφορετικές εθνικότητες, ώστε να μην μπορούν να συνεννοούνται μεταξύ τους και να οργανώνουν απεργίες.

 

Ο Λούις Τίκας

 

Ο Λούις Τίκας γεννήθηκε το 1886 στο χωριό Λούτρα, έξω από το Ρέθυμνο. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ηλίας Σπαντιδάκης. Η αλλαγή, ο εξαγγλισμός και η σύντμηση του ονόματος αποτελούσε κοινή πρακτική για αρκετούς μετανάστες, ώστε να μπορέσουν να γίνουν αποδεκτοί και να αποφύγουν το ρατσισμό. Το 1906 ο Τίκας ακολουθεί το ρεύμα των υπόλοιπων μεταναστών από την ελλάδα και ταξιδεύει στις ΗΠΑ. Αρχικά πηγαίνει στο Ντένβερ του Κολοράντο και εργάζεται στα χαλυβουργία του Πουέμπλο. Το 1910 ορκίζεται αμερικάνος πολίτης και ανοίγει συνεταιρικά καφενείο στη Μάρκετ Στρητ, μια γειτονιά που συγκεντρώνει τους περισσότερους εργάτες από την Ελλάδα που κατοικούσαν στην περιοχή. Κατά σύμπτωση, απέναντι απ’ το καφενείο του βρίσκονταν τα γραφεία της τοπικής οργάνωσης των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (Industrial Workers of the World ή αλλιώς Wobblies) που δρούσε με αναρχοσυνδικαλιστικές ιδέες. Δεν είναι γνωστό αν έγινε αμέσως ή αργότερα μέλος του συνδικάτου.

 

Γρήγορα ξεχώρισε ανάμεσα στους μετανάστες από την ελλάδα, καθώς ήταν μορφωμένος και μιλούσε τα αγγλικά καλύτερα απ’ οποιονδήποτε. Βοηθούσε τους υπόλοιπους στη συγγραφή και την ανάγνωση της αλληλογραφίας τους, στη συμπλήρωση των εμβασμάτων αλλά και τους συνόδευε στις διάφορες διοικητικές υπηρεσίες και στην τράπεζα.

 

Το 1912 ο Λούις Τίκας εγκατέλειψε το καφενείο. Πηγαίνει στο Κολοράντο, στα ορυχεία του Φρέντερικ τα οποία ήταν στην ουσία κάτεργα. Στις 19 Νοεμβρίου μπαίνει επικεφαλής 63 μεταναστών από την ελλάδα που κατεβαίνουν σε απεργία. Στη διάρκεια αυτής της απεργίας έρχεται αντιμέτωπος με τις σκληρές όψεις του ταξικού πολέμου: όργιο βίας των μπράβων, προβοκάτσιες, συλλήψεις, στημένες δίκες και φυλακίσεις. Ταυτόχρονα όμως ετούτη πρέπει να είναι και η στιγμή που αποφασίζει να πάρει συνειδητά μέρος στον εργατικό αγώνα. Ο Λούις Τίκας δεν ανεχόταν την εκμετάλλευση και την αδικία. Σύντομα έρχεται σε επαφή και με την Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής (United Mine Workers of America).

 

Την περίοδο 1912-13 περιοδεύει σε 14 οικισμούς γύρω από τα ανθρακωρυχεία του Ντένβερ και του Πουέμπλο και συγκεντρώνει στατιστικά στοιχεία τόσο για τα εργατικά ατυχήματα, τις συνθήκες εργασίας και την εκμετάλλευση των εργατών όσο και για την πολιτική των εταιρειών και τη συμπεριφορά των εποπτών. Παράλληλα, οργανώνει τους  τρακόσιους πενήντα ανθρακωρύχους από την ελλάδα για την μεγάλη επικείμενη απεργία. Σύντομα κερδίζει την εμπιστοσύνη των εργατών και εξελίσσεται σε ηγετική μορφή του τοπικού συνδικαλιστικού κινήματος. Η συνδικαλιστική του δράση εντείνεται και ταυτόχρονα συγκεντρώνει το μίσος των αφεντικών: τον Ιανουάριο του 1913 δέχεται ένοπλη επίθεση από ομάδα μπράβων καθώς μπαίνει σε ένα ξενώνα.

 

Η απεργία και η σφαγή του Λάντλου

 

Παρά τις προσπάθειες των εταιρειών να παρεμποδίσουν κάθε οργάνωση αντίδρασης, το συνδικάτο καταφέρνει να οργανώσει μυστικά τους απεργούς και στις 23 Σεπτεμβρίου 1913 ξεσπά στο Λάνλου η μεγάλη απεργία από 1200 ανθρακωρύχους. Το συνδικάτο κατεβάζει 7 αιτήματα: αναγνώριση του συνδικάτου,  εφαρμογή του οκτάωρου εργασίας, δυνατότητα αγορών από οποιοδήποτε κατάστημα, πληρωμή της “νεκρής εργασίας”, αυστηρή εφαρμογή των νόμων της Πολιτείας του Κολοράντο – ασφάλεια των ορυχείων, κατάργηση του σκριπ – και να λάβει τέλος το σύστημα φρούρησης της εταιρείας.

 

Στις αρχές της απεργίας, η εταιρεία, προκειμένου να την καταπνίξει, πέταξε έξω τους απεργούς από τα σπίτια τους και προσέλαβε απεργοσπάστες. Οι απεργοί δεν πτοήθηκαν. Έστησαν σκηνές σε περιοχή που είχε νοικιάσει προνοητικά το συνδικάτο και βρισκόταν σε στρατηγικό σημείο, ώστε να ελέγχουν τις κινήσεις στα ορυχεία και να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες. Αμέσως ο καταυλισμός αρχίζει να οργανώνεται.

 

Η εταιρεία προσέλαβε το Πρακτορείο Ντετέκτιβ Μπάλντγουιν-Φέλτς για την προστασία των απεργοσπαστών αλλά κυρίως για την τρομοκράτηση των απεργών. Το πρακτορείο χρησιμοποιούσε μπράβους και πιστολάδες και είχε τη φήμη της βίαιης καταστολής απεργιών. Έφεραν μαζί τους και τη “νεκροφόρα”, ένα ειδικά θωρακισμένο όχημα από ατσάλι, το οποίο έφερε πολυβόλο όπλο. Τη μέρα προκαλούσαν συνεχώς τους απεργούς και τις νύχτες σάρωναν με δυνατό προβολέα τον καταυλισμό και πυροβολούσαν τυχαία στις σκηνές. Για να προστατευτούν οι απεργοί και οι οικογένειες τους από τις σφαίρες, έσκαψαν και έμεναν σε λάκκους κάτω από τις σκηνές.

 

Καθώς η βία αυξανόταν, ο κυβερνήτης της πολιτείας του Κολοράντο αποφάσισε να καλέσει στα τέλη Οκτώβρη την εθνοφρουρά. Η εθνοφρουρά γρήγορα πήρε το μέρος της εταιρείας, επέβαλε σκληρό καθεστώς ενώ έκανε τα στραβά μάτια στην τρομοκρατία των πληρωμένων μπράβων. Τον Μάρτιο του 1914 η πολιτεία αποφάσισε να αποσύρει την εθνοφρουρά λόγω του κόστους. Τότε ο Ροκφέλλερ προσφέρθηκε να μισθώσει αυτός δικούς του στρατιώτες για την εθνοφρουρά. ‘Έτσι οι μπράβοι του Πρακτορείου Ντετέκτιβ Μπάλντγουιν-Φέλτς φόρεσαν τις στολές της εθνοφρουράς και μπορούσαν πλέον να ασκούν βία και τρομοκρατία κάτω από την επίσημη κάλυψη της Πολιτείας της Καλιφόρνια.

 

Στις 20 Απριλίου 1914, μια μέρα μετά τον εορτασμό του Πάσχα, ένοπλες ομάδες της εθνοφυλακής ενισχυμένες από μπράβους του Πρακτορείου πήραν θέσεις έξω από τον καταυλισμό. Σύντομα ξέσπασε η μάχη που κρατά όλη τη μέρα. Οι περισσότεροι απεργοί καταφέρνουν να διαφύγουν στους γύρω λόφους και σε ένα διερχόμενο τρένο. Στις 7 το απόγευμα οι άνδρες της εθνοφυλακής εισβάλουν στον καταυλισμό, πυρπολούν τις σκηνές, πυροβολούν όποιον βρουν και επιδίδονται σε πλιάτσικο.

 

Ο Λούις Τίκας πηγαίνει άοπλος να ζητήσει κατάπαυση του πυρός καθώς διαφαίνεται μεγάλη σφαγή των απεργών.  Πριν ξεκινήσει η διαπραγμάτευση, δύο εθνοφρουροί τον ακινητοποιούν ενώ ο λοχαγός Λίντερφεντ σπάει το κοντάκι της καραμπίνας του στο κεφάλι του. Όπως είναι πεσμένος, τον πυροβολούν τρεις φορές στην πλάτη ώστε να μπορέσουν να δικαιολογηθούν αργότερα ότι πυροβολήθηκε ενώ είχε συλληφθεί και προσπάθησε να διαφύγει. Εκείνη τη μέρα σκοτώθηκαν συνολικά 19 άτομα, ανάμεσα τους και δύο γυναίκες και έντεκα παιδιά. Στους απεργούς επέτρεψαν να επιστρέψουν στον καταυλισμό μόνο μετά από τρεις μέρες ενώ τα πτώματα παρέμεναν άταφα. Στην κηδεία του Τίκας, την νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες ανθρακωρύχων.

 

Γενικευμένη σύγκρουση και το τέλος της απεργίας

 

Μόλις διαδόθηκαν τα νέα της σφαγής, όλες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις στο Κολοράντο κάλεσαν σε ένοπλη γενικευμένη σύγκρουση και μάχες ξέσπασαν σε διάφορες περιοχές, που διήρκεσαν δέκα μέρες. Γύρω στους 1000 εργάτες εξαπέλυσαν επιθέσεις διαδοχικά σε όλα τα ορυχεία, εκδιώχνοντας ή σκοτώνοντας τους φρουρούς και πυρπολώντας τα κτίρια. Οι μάχες αποτέλεσαν την βιαιότερη εργατική σύγκρουση στις ΗΠΑ και σταμάτησαν μόνο όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Γουίλσον κατέβασε το στρατό. Διαδηλώσεις διαμαρτυρίας έγιναν σε πολλές πόλεις, ενώ στο Σικάγο πραγματοποιήθηκε μεγάλη διαδήλωση με πρωτοβουλία της εφημερίδας Masses.

 

Τον Ιούλιο του 1914, ομάδα αναρχικών στη Νέα Υόρκη  οργάνωσε σχέδιο βομβιστικής επίθεσης ενάντιων του σπιτιού του Ροκφέλλερ.  Το σχέδιο το είχε οργανώσει ο Α. Μπέρκμαν μαζί με μέλη του Κέντρου Φερρέρ (Ferrer Center) και της Ομάδας Μπρέσι (Bresci Group). Όμως τη μέρα της επίθεσης η βόμβα εξερράγη πρόωρα, γκρεμίζοντας το διαμέρισμα που την συναρμολόγησαν και διαμελίζοντας τρεις αναρχικούς.

 

Η απεργία σε όλα τα ορυχεία έληξε στις 10 Δεκέμβρη 1914, καθώς η Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής είχε ξεμείνει από χρήματα. Τα αιτήματα της απεργίας δεν έγιναν δεκτά και οι απεργοί αντικαταστάθηκαν από άλλους μη-συνδικαλισμένους ανθρακωρύχους. Παρ’ όλα αυτά η απεργία επέφερε κάποιες ελάχιστες βελτιώσεις στις συνθήκες που επικρατούσαν στα ανθρακωρυχεία.

 

Τα γεγονότα του Λάντλοου είχαν σχεδόν ξεχαστεί ώσπου ο Γούντυ Γκάρθυ έγραψε το 1944 ένα τραγούδι με τίτλο «Ludlow Massacre». Η επίσημη ιστορία συνεχίζει να αγνοεί την απεργία και τη σφαγή επιδεικτικά.

 

κύριες πηγές:

 

Papanikolas, Zeese – Αμοιρολόιτος, Ο Λούις Τίκας και η σφαγή στο Λάντλοου, Κατάρτι, 2002

Σταυρουλάκης, Γιώργος – Λούις Τίκας, ο ήρωας της ξενιτιάς, Αθήνα, 1998.

Wikipedia, Ludlow massacre

 

~Κοσμάς

 

 

* το καλοκαίρι του 2009 στήθηκε η προτομή του Λούις Τίκας στο λιμάνι του ρεθύμνου από τον σύλλογο ελληνοαμερικάνων κρητών, σε τελετή που μετείχε όλη η τοπική γλίτσα. Δεν εκπλήσσει που η κυριαρχία προσπαθεί να αφομοιώσει μέρος των αγώνων, μετατρέποντας τον δολοφονημένο εργάτη αγωνιστή σε εθνικό κεφάλαιο, τον τόπο γέννησης του σε έμβλημα, την προλεταριακή του αλληλεγγύη σε ηρωισμό ενώ αποσιωπά ενσυνείδητα τις αναρχοσυνδικαλιστικές του εφορμήσεις.

 

Αναφορά στην Απεργία του Λάντλοου με παράθεση πολλών σχετικών φωτογραφιών γίνεται στον ιστότοπο Passage to Ellis (http://www.passagetoellis.gr), έναν ιστότοπο αφιερωμένο στη μετανάστευση Μανιατών στην Αμερική στις αρχές του 20ου αιώνα.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License