Από το νεοφιλελευθερισμό στο φασισμό

από του Ηλία Ιωακείμογλου 01/05/2012 1:38 μμ.

Μετά τη διάψευση των υποσχέσεων της εσωτερικής υποτίμησης, που βρίσκεται σε απόλυτη αποτυχία, αυξανόμενα τμήματα των μικροαστικών μερίδων που προηγουμένως αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως νικητές της αγοράς, διαπιστώνουν ότι «στο τέλος της ημέρας» βρίσκονται στην πλευρά των χαμένων. Για το λόγο αυτό, η πολιτική των Mνημονίων και της εσωτερικής υποτίμησης οδηγεί σε διάρρηξη των κοινωνικών συμμαχιών της προηγούμενης περιόδου και απαξιώνει την ηγεμονική, μέχρι πρότινος, πρόταση του νεοφιλελευθερισμού. Οι μόνοι νικητές της αγοράς που απομένουν πια είναι το σύμπλεγμα του μεγάλου κεφαλαίου με τις τράπεζες.

Από το νεοφιλελευθερισμό στο φασισμό

του Ηλία Ιωακείμογλου

(περιοδικό Κόκκινο, τεύχος 52)

 

Η απόφαση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων να ιδρύσουν στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών στην Ελλάδα σηματοδότησε την είσοδο της χώρας σε μια νέα πολιτική περίοδο. Αποτελεί πλέον κοινό τόπο στους χώρους της κριτικής αντιπολίτευσης ότι βρισκόμαστε ήδη σε διαδικασία επέκτασης της φαιάς πανούκλας. Ο όρος του «εκφασισμού» και οι αναφορές στη δημοκρατία της Βαϊμάρης έχουν εγκατασταθεί πλέον στο λεξιλόγιο και τις αναλύσεις της Αριστεράς.

Ωστόσο, ο εκφασισμός εμφανίζεται, στις αναφορές της Αριστεράς, ως μια ιστορία παράλληλη προς την ιστορία της οικονομικής κρίσης, χωρίς οργανική σχέση με αυτήν. Παραδείγματος χάρη, η ανάδειξη του ζητήματος των στρατοπέδων συγκέντρωσης εμφανίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ ως προεκλογικός ελιγμός των κομμάτων εξουσίας, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για την ιδρυτική πράξη προσχώρησης όλων των καθεστωτικών δυνάμεων σε μια νέα δυναμική πρόταση πολιτικής ηγεμονίας, την πρόταση του φασισμού. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, δηλαδή από τα χρόνια της «ισχυρής Ελλάδας» του Κώστα Σημίτη.

Η μοριακή αντεπανάσταση των ηττημένων της Αγοράς

Στη διάρκεια των ετών 1995-2008 -τα οποία, σε αντίθεση με όσα λέγονται, ήταν περίοδος οικονομικής ανόδου του ελληνικού καπιταλισμού (βλ. στις ετήσιες εκθέσεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ)- πραγματοποιήθηκε μια «μοριακή» αντεπανάσταση του ελληνικού συντηρητισμού. «Μοριακή», επειδή συντελέστηκε στην κλίμακα των ατόμων και των οικογενειών, σιωπηλά και υπόγεια, πριν τα αποτελέσματά της να εμφανιστούν στην πολιτική σκηνή.
Η ανάπτυξη της μοριακής αντεπανάστασης σχετίζεται με την πορεία του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα: Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ο νεοφιλελευθερισμός κυριάρχησε και εγκατέστησε το γυμνό συμφέρον του χρήματος, τον ανταγωνισμό και το ατομικό συμφέρον ως προϋπόθεση της συλλογικής ευημερίας, στη θέση της ιδεολογίας της κοινωνικής αλληλεγγύης και του κοινωνικού κράτους. Ως αποτέλεσμα, στην εποχή της ακμής του νεοφιλελευθερισμού, η κοινωνικοποίηση των ατόμων πραγματοποιόταν μέσα από την Αγορά: Κάθε άτομο, με τα εφόδια που απέκτησε ριχνόταν στην αρένα των αγορών για να αξιοποιήσει το προσωπικό του «κεφάλαιο» (την ατομική του περιουσία και το «ανθρώπινο κεφάλαιό» του, τις προσωπικές του ικανότητες και φιλοδοξίες). Τα άτομα εντάσσονταν στην κοινωνία με βασική αναφορά στην ιδιότητα του κατόχου κεφαλαίου, σε έναν κόσμο όπου όλοι εμφανίζονται ως επενδυτές που πρέπει να αξιοποιήσουν το κεφάλαιό τους: άλλοι πρέπει να αξιοποιήσουν το υλικό κεφάλαιό τους, άλλοι το «ανθρώπινο κεφάλαιό» τους που συνίσταται στις ικανότητές τους προς εργασία, τις γνώσεις και τις δεξιότητες στις οποίες «επένδυσαν».


Μάλιστα, ο νεοφιλελευθερισμός ισχυρίστηκε ότι από την επιδίωξη του μερικού, ατομικού, ιδιαίτερου συμφέροντος θα προκύψει η γενική ευημερία. Με άλλα λόγια, ήταν μια ηγεμονική πολιτική πρόταση αφού κατόρθωνε να πείθει ότι το ιδιοτελές συμφέρον της επιχειρηματικής τάξης μετουσιώνεται τελικά σε γενικό συμφέρον.
Αυτό ήταν το ισχυρό σημείο του στα πρώτα έτη της κυριαρχίας του, αλλά και το αδύναμο σημείο του όταν οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες που αναπτύχθηκαν εξαιτίας του, κατέστησαν φανερό ότι δεν ήταν μια πολιτική γενικής ευημερίας αλλά μια πολιτική ευημερίας για την άρχουσα τάξη, τους συμμάχους της στη μικροαστική τάξη και κάποια στηρίγματά της στις εργαζόμενες τάξεις.


Η συντηρητική μοριακή αντεπανάσταση στα χρόνια της «ισχυρής Ελλάδας» είχε ως σταθερή υλική βάση τη μόνιμη διάψευση της υπόσχεσης του νεοφιλελευθερισμού ότι θα οδηγούσε σε γενική άνοδο της ευημερίας: Είναι δυσβάσταχτο να σε συνδέει με τους άλλους μόνο η αγορά, δηλαδή το γυμνό ατομικό συμφέρον, όταν είσαι ένας από αυτούς που έχασαν στο παιχνίδι της. Η κυριαρχία του απόλυτου ατομικισμού έγινε αφόρητη για τους «ηττημένους της αγοράς». Από αυτή την τραυματική κοινωνικοποίηση απορρέει η επιστροφή «σε παλιούς χάρτες που καθοδηγούσαν τα άτομα στην ατομική και συλλογική τους ζωή» (κατά την έκφραση του Hobsbawm). Αφού οι ιδεολογίες αλληλεγγύης της Αριστεράς είχαν απαξιωθεί, δεν απέμεναν πολλές επιλογές πέρα από τα γνώριμα και ασφαλή τοπία της θρησκείας που προσφέρει παρηγοριά, του Εέθνους και του αθλητισμού που προσφέρουν ταυτότητα, της οικογένειας, του στρατού και της αστυνομίας που προσφέρουν ασφάλεια. Μοιραία αναβίωσαν τότε οι πιο αντιδραστικές συλλογικές ιδεολογίες.


Η Νέα Δημοκρατία εκπροσώπησε προνομιακά αυτό τον κόσμο, τους «ηττημένους της αγοράς» - και μεμιάς απέκτησε λαϊκή συντηρητική βάση που την οδήγησε στην κυβέρνηση το 2004. Αν όμως η ΝΔ ήταν ο κυριότερος εκπρόσωπος του νέου ελληνικού συντηρητισμού, ο αυθεντικός εκφραστής του ήταν το ΛΑΟΣ.

Ο φιλελευθερισμός των νικητών της αγοράς

Ο όρος του φιλελευθερισμού, στη θεωρία τουλάχιστον, δεν περιορίζεται στο πεδίο της οικονομίας, αλλά προσδιορίζει και μια πολιτική κατεύθυνση που ευνοεί την αλλαγή και τη μεταρρύθμιση, την προστασία των πολιτικών ελευθεριών, την ισότητα και την ανοχή των αντίθετων απόψεων, την αποδέσμευση από τον ακραίο εθνικισμό και το ρατσισμό.
Από τη στιγμή που η οικονομική πολιτική του νεοφιλελευθερισμού μπήκε σε ηγεμονική κρίση, ο πολιτικός φιλελευθερισμός επιχείρησε να αποτελέσει την εναλλακτική λύση στον ανερχόμενο νέο ελληνικό συντηρητισμό αντιπαραθέτοντας τις δικές του αξίες (αγορά, ατομικά δικαιώματα, ισότητα ευκαιριών, ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών).


Η υλική βάση για τον πολιτικό φιλελευθερισμό στην Ελλάδα ήταν οι ίδιες οι επιδόσεις του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού: Διότι, εκτός από αυτούς που αναγνώριζαν εαυτούς ως «ηττημένους της αγοράς», υπάρχουν και αυτοί που αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως «νικητές της αγοράς». Ήταν αυτοί που ρίχτηκαν στο παιχνίδι του ανταγωνισμού και κέρδισαν μια άνετη, εύπορη ή έστω ανεκτή, από υλική άποψη, ζωή, στην οποία η διακινδύνευση και η ανασφάλεια επιβραβεύονται με την επαγγελματική επιτυχία και την κοινωνική άνοδο. Μοιραία, ευρέα μικροαστικά στρώματα έτειναν αυθόρμητα στην υιοθέτηση της ιδεολογίας και των αξιών του νεοφιλελευθερισμού, διότι αυτές αντιστοιχούσαν πλέον στην υλική υπόσταση της ύπαρξής τους. Αναπαραγόταν έτσι η υλική βάση της κοινωνικής συμμαχίας μεταξύ των σύγχρονων επιχειρηματικών μερίδων με μεσαία και ανώτερα μικροαστικά στρώματα που αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως «νικητές της αγοράς».

Η διάδοση της φαιάς πανούκλας

Μετά τη διάψευση των υποσχέσεων της εσωτερικής υποτίμησης, που βρίσκεται σε απόλυτη αποτυχία, αυξανόμενα τμήματα των μικροαστικών μερίδων που προηγουμένως αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως νικητές της αγοράς, διαπιστώνουν ότι «στο τέλος της ημέρας» βρίσκονται στην πλευρά των χαμένων.
Για το λόγο αυτό, η πολιτική των Mνημονίων και της εσωτερικής υποτίμησης οδηγεί σε διάρρηξη των κοινωνικών συμμαχιών της προηγούμενης περιόδου και απαξιώνει την ηγεμονική, μέχρι πρότινος, πρόταση του νεοφιλελευθερισμού. Οι μόνοι νικητές της αγοράς που απομένουν πια είναι το σύμπλεγμα του μεγάλου κεφαλαίου με τις τράπεζες.


Προκύπτει από αυτά μια κρίση πολιτικής ηγεμονίας της άρχουσας τάξης, η οποία δεν κατορθώνει πια να διασώσει την συμμαχία της με μεγάλες μερίδες της μικροαστικής τάξης στη βάση του νεοφιλελεύθερου σχεδίου. Η αστική τάξη δεν φαίνεται ικανή να επιβάλει την ηγεμονία της και να συνενώσει υπό την αιγίδα της ούτε τις συμμαχικές προς αυτήν μερίδες της μικροαστικής τάξης ούτε τις μερίδες των εργαζόμενων τάξεων που τη στήριζαν, κάνοντας χρήση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, της νεοφιλελεύθερης υπόσχεσης περί γενικής ευημερίας υπό την προϋπόθεση της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας, της ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας κ.λπ. Πρόκειται για μια κρίση της άρχουσας ιδεολογίας, η οποία έχει εκπέσει στη συνείδηση των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Η λειτουργία, όμως, αυτής της ιδεολογίας είναι να αναπαράγει την υποτέλεια των υποτελών τάξεων. Στο σημείο αυτό ανοίγεται μια διπλή δυνατότητα: της διεκδίκησης της εξουσίας από τις υποτελείς τάξεις ή της υπαγωγής τους σε έναν νέο ηγεμονικό σχέδιο της άρχουσας τάξης.


Η ηγεμονική αδυναμία παίρνει, επιπλέον, τη μορφή της ρήξης του δεσμού εκπροσωπούντες-εκπροσωπούμενοι, δηλαδή τη μορφή μιας κρίσης κομματικής εκπροσώπησης.
Τι απομένει, λοιπόν, στο άρχον συγκρότημα; Ποιο ηγεμονικό σχέδιο; Αυτή τη στιγμή ο ανερχόμενος φασισμός είναι η μοναδική ηγεμονική πρόταση στον ορίζοντα της εξουσίας. Είναι ήδη φανερό ότι η φασιστική πρόταση μπορεί να συνενώσει σε μια νέα ταξική συμμαχία που θα στηρίζεται στο μίσος για το μετανάστη, στον εθνικισμό και την επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες της αστυνομίας, του στρατού, της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, της μηδενικής ανοχής και της καταδίωξης των αδυνάμων, μια σειρά κοινωνικών τάξεων, μερίδων τάξεων και κοινωνικών ομάδων: από το τραπεζικό κεφάλαιο, τους μεγάλους και μικρούς κεφαλαιοκράτες, τους επαγγελματίες της ιδεολογίας, τους οικονομολόγους, δημοσιογράφους, έως τους άνεργους και τους εξαθλιωμένους συνταξιούχους, τα φασίζοντα στελέχη των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, τους θρησκόληπτους και τους μπράβους, και τόσους άλλους.


Η πορεία του άρχοντος συγκροτήματος προς το φασισμό έχει ήδη αρχίσει: Η απόφαση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων να ιδρύσουν στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών είναι η ιδρυτική πράξη προσχώρησης όλων των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων σε μια διαδικασία γενικευμένου εκφασισμού. Είναι η προσχώρηση σε ένα ηγεμονικό πολιτικό σχέδιο που φαίνεται, σήμερα, ως το μόνο αποτελεσματικό για την άρχουσα τάξη και τους συμμάχους της. Η προσχώρηση αυτή συνοδεύεται με την εγκατάλειψη του πολιτικού φιλελευθερισμού. Οι πρώην φιλελεύθεροι «διανοούμενοι» και δημοσιογράφοι, το ιδεολογικό προσωπικό της ισχυρής Ελλάδας του νεοφιλελευθερισμού, συντάσσονται στις γραμμές του φασισμού και ως νέοι Γκέμπελς ασκούν την τέχνη της αντιστροφής: Για να αποκρύψουν τον φασισμό που οι ίδιοι έχουν αφομοιώσει, οι νεοφιλελεύθεροι που έγιναν φασίστες, καταγγέλλουν την Αριστερά σαν αντιδημοκρατική δύναμη.


Εάν ισχύουν αυτά, μοιραία, το μοναδικό εμπόδιο που μπορεί να συναντήσει στο δρόμο της η διαδικασία του εκφασισμού θα είναι στο εξής η Αριστερά και οι άλλες αντικαθεστωτικές δυνάμεις. Με ποιο ηγεμονικό σχέδιο, άραγε, θα μπορέσουμε να τους σταματήσουμε; Με ποιες συμμαχίες; Με τι μέσα; Αυτό δεν μπορούμε να το δούμε με ευκρίνεια προς το παρόν. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο δρόμος του φασισμού προς την εξουσία δεν θα είναι βασιλικός.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

Τίτλος:

Δημιουργός:

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License