ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

“Δε φαντάζονται ότι μια κοινωνία μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αφέντες και υπηρέτες, χωρίς αρχηγούς και στρατιώτες ” ΚΑΤΩ ΟΙ ΑΡΧΗΓΟΙ . J. De jacques


ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ  ΚΑΙ  ΟΡΓΑΝΩΣΗ

 

Οι δημοσιεύσεις αυτές έχουν σαν στόχο ή την πρόθεση να ξανανοίξουν τη συζήτηση σχετικά με την οργάνωση, τον αυθορμητισμό και την συνείδηση. Πιστεύουμε ότι η παρούσα κατάσταση καθιστά επίκαιρη αυτήν τη συζήτηση  από την στιγμή που θέλουμε να βάλλουμε το λιθαράκι για την δημιουργία προοπτικά ενός  πλατιού ελευθεριακού επαναστατικού κινήματος ταυτόχρονα με την αργή αλλά σταθερή ανανέωση του αναρχικού χώρου.

Εκείνο που είναι ενδιαφέρον, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ότι οι νέες καταστάσεις  που προβάλλουν στο προσκήνιο – παράλληλα με τα παλιά προβλήματα – στο μέτρο που γίνονται πια ολοφάνερες στα μάτια χιλιάδων προλετάριων της σημερινής εποχής ορισμένες καταστάσεις, λογουχάρη, ο αποκλεισμός των εφικτών λύσεων μέσα στη αστική καπιταλιστική κοινωνία, η πλήρης αποτυχία του σοβιετικού «κομμουνισμού»  από την άποψη των δεδηλωμένων του στόχων, η συμπαιγνία ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία, τον “προωθημένο φιλελευθερισμό” και μια ορισμένη λανθάνουσα φασιστικοποίηση ρατσιστικοποίηση της κοινωνίας, αναγκά- ζουν ένα ποσοστό του προλεταριάτου των πόλεων (ιδιαίτερα των νέων) και ορισμένα στρώματα των μισθωτών να αντιμετωπίσουν συνολικά το σύστημα (τηρουμένων των αναλογιών), όπως έκανε και το βιομηχανικό προλεταριάτο των πόλεων στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα. Αν σήμερα  σπρώχνονται  εκατοντάδες χιλιάδες καταπιεσμένοι και εκμε- ταλλευόμενοι άνθρωποι στο να διεκδικούν αυτό που ήδη υπάρχει και στον κρετινισμό του κοινοβουλευτισμού, αύριο θα καταλάβουν ότι αυτό το σύστημα δεν επιδέχεται βελτίωση προς το ανθρωπινότερο ούτε καν μεταρρύθμιση, γιατί η αξιακή του αναγωγή βασίζεται στο “ παν μέτρο είναι το χρήμα και το κέρδος ”.

Με αυτήν ακριβώς την έννοια, ανακαλύπτουμε πάλι ορισμένες κριτικές και δράσεις ενάντια στο συνδικαλιστικό οικονομισμό (τραίηντ-γιούνιονς) και κορπορατιβισμό,  κριτικές ενάντια στις δομές κυριαρχίας, στην οικογένεια και την καθημερινή ζωή. Επιπλέον, ορισμένες μορφές αγώνα που κατατείνουν να αυτονομηθούν και να αυτοοργανωθούν έξω από το κατεστημένο συστημικό συνδικαλιστικό πλαίσιο,  όπως και αρκετοί κοινωνικοί αγώνες έξω από την πολιτική διαμεσολάβηση, αλλά και  το σαμποτάζ και ορισμένες μορφές άμυνας, περισσότερο ή λιγότερο παράνομες, ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια.

Οπωσδήποτε, η αντίθεση ανάμεσα στην τάση για οργάνωση και τη μη οργάνωση, ανάμεσα στον αυθορμητισμό, την αυτοθέσμιση και τη θεσμοποίηση, ανάμεσα στο συγκεντρω- τισμό και την ετερονομία  την αποκέντρωση και την αυτονομία, είναι εγγενής στο καπιταλιστικό σύστημα, στην ταξική κοινωνία, όπως και η μόνιμη αντίθεση ανάμεσα στο ρεφορμισμό και την επανάσταση. Είναι αλήθεια αυτό που γράφει ο Μάτικ: “ Όσο θα διαιωνίζονται η ταξική κοινωνία και οι προσπάθειες για την καταστροφή της, θα υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην οργάνωση και τον αυθορμητισμό’’.

Θέλουμε να καταδείξουμε τα διάφορα επίπεδα με βάση τα οποία μπορούμε να προσεγγίσουμε το θέμα της οργάνωσης. Γιατί αλλά ζητήματα θέτει κατά την γνώμη μας η οργάνωση και ο αυθορμητισμός των μαζών ειδικά κατά την εξεγερτική ή επαναστατική διαδικασία, άλλα η ειδική οργάνωση των επαναστατών και εντελώς άλλα πάλι, η εφικτή οργάνωση μιας κοινωνίας χωρίς κυριαρχία και εκμετάλλευση.

Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι βρισκόμαστε σε επαναστατική περίοδο, αλλά δεν είναι κακό να λαμβάνουμε υπόψη μας μερικούς παράγοντες.

    Όπως έχει δείξει η κοινωνική ιστορία (την οποία πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη, αν δεν θέλουμε να μας κλείνει πονηρά το μάτι), είναι ότι στα πλαίσια μιας επανάστασης, η σχέση μεταξύ προγράμματος και πράξης (εξέγερση) παίρνει δραματική οξύτητα. 

Εκεί συναντώνται:

α. Η παλιά κοινωνία, μια κοινωνία που πεθαίνει αλλά ανθίσταται. 

β. Ο αυθορμητισμός των μαζών που επιζητά την οργάνωση μιας νέας κοινωνίας.

γ. Οι επαναστάτες, αυτοί που έχουν μελετήσει και επεξεργαστεί ένα πρόγραμμα μέσα στα σκοτάδια των διώξεων, μέσα από τις ρωγμές του παλιού κόσμου.

      Είναι φανερό ότι από αυτήν την άποψη, δύο είναι τα σημαντικά προβλήματα που εμφανίζονται συνεχώς  κατά την κοινωνική επαναστατική διαδικασία :

α. Το ένα αναφέρεται στη δυνατότητα ύπαρξης μιας κοινωνίας χωρίς καταναγκασμούς, μιας κοινωνικής οργάνωσης, μιας αυτοθέσμισης της κοινωνικής ζωής που θα βασίζεται στην αυτονομία των ατόμων και των κοινοτήτων. Εν προκειμένω μιας αντιεξουσιαστικής  οργάνωσης της κοινωνίας ως ένα όλον.   

β. Το άλλο αναφέρεται στη σχέση που πρέπει να εδραιωθεί στο εσωτερικό της υπάρχουσας κοινωνίας, μιας ταξικής, ιεραρχικής και γραφειοκρατικής κοινωνίας, ανάμεσα στην πλειοψηφία των εκμεταλλευομένων που “πρέπει” να κάνουν την επανάσταση  και τη μειοψηφία των επαναστατών  που ‘’θέλουν’’ να την κάνουν.  Ανάμεσα σ΄ αυτά τα προβλήματα που περιγράψαμε σχηματικά, εμφανίζονται και τα προβλήματα που αναφέρονται στη συνείδηση   της κατάστασης και στο πρόγραμμα για την αλλαγή.

      Ως προς το πρώτο, είναι πια γνωστό ότι οι αναρχικοί επιμένουν πως υπάρχει η δυνατότητα μιας κοινωνικής οργάνωσης χωρίς κυριαρχία και ιεραρχία η οποία θα βασίζεται στις ελεύθερες συμφωνίες μεταξύ των ανθρώπων και στην κοινωνική αλληλεγγύη. Η οργάνωση της ελευθεριακής κοινωνίας είναι ο βασικός πυρήνας της αναρχικής θεωρίας, όπως και η ιδέα ότι αυτή η δυνατότητα υπάρχει εδώ και τώρα, στο παρόν της καθημερινής ζωής και όχι σε ένα υποθετικό μέλλον όπου, χάρη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, θα καταλήξουμε στην εξαφάνιση των τάξεων και στο μαρασμό του κράτους.

Πράγμα που σημαίνει – και αυτό αναφέρεται στο δεύτερο πρόβλημα που τέθηκε προηγουμένως -  ότι στο εσωτερικό  της πάλης των τάξεων (με τη σημερινή ευρύτερη έννοια), έτσι όπως εκδηλώνεται μέσα στο  σημερινό καπιταλιστικό σύστημα και σε συνάρτηση με ένα αντιεξουσιαστικό επαναστατικό πρόγραμμα, η θεωρητική και πρακτική κριτική των σχέσεων εξουσίας (κυριαρχίας) θα πρέπει να γίνεται τόσο με βάση τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την εφικτή οργάνωση των αναρχικών, όσο και με βάση τις σχέσεις ανάμεσα στην πλειοψηφία και την μειοψηφία στο εσωτερικό των διαφόρων κοινωνικών ομάδων που αγωνίζονται ενάντια στο σύστημα.

  “Πρέπει να απαλλαγούμε από το ρομαντισμό. Θέλω να πω: να δούμε τις μάζες  σε προοπτική. Δεν υπάρχει ο ομοιογενής λαός αλλά το πλήθος των ανθρώπων που διαφέρουν μεταξύ τους, που είναι χωρισμένοι σε κατηγορίες. Δεν υπάρχει η επαναστατική θέληση των μαζών αλλά επαναστατικές στιγμές κατά τις οποίες οι μάζες λειτουργούν ως κινητήριος μοχλός’’, γράφει πολύ σωστά από το 1925 κιόλας ο Καμίλο Μπερνέρι. Πώς να οργανωθούμε – ή να μην οργανωθούμε – λοιπόν; Να περιμένουμε πότε θα φτάσει η επαναστατική στιγμή; Να θεωρήσουμε ως συνώνυμα τον αυθορμητισμό της μάζας και την αυτονομία της;

Είναι σαφές ότι για τους αναρχικούς η συνείδηση δεν είναι “εξωγενής” ως προς την τάξη. Δεν υπάρχει καμιά πρωτοποριακή ομάδα που πρέπει να διαφωτίσει και να καθοδηγήσει το προλεταριάτο. Ωστόσο, η συνείδηση αυτή δεν είναι ούτε “ενδογενής”. Είναι αποτέλεσμα της επαναστατικής διαδικασίας. Είναι η επεξεργασία του προγράμματος από μέρους των διαφορετικών  επαναστατικών ομάδων οι οποίες, σε συνάρτηση με την επιμέρους συνείδηση που έχουν για τη διαδικασία, αγωνίζονται με διαφορετικούς τρόπους μέσα στα πλαίσια της ταξικής κοινωνίας. Αυτή η επιμέρους συνείδηση εκφράζεται με τις ιδέες, τις ιδεολογίες, τις θεωρητικές αντιλήψεις. Χάρη σε αυτές συναντώνται, έρχονται σε επαφή, οργανώνονται οι επαναστάτες και όχι μόνο σε σχέση με την ταξική τους θέση. Αλλά, όπως επεσήμανε ο Μπακούνιν, “οι ιδέες μπορούν να επιδράσουν μόνο πάνω στα άτομα. Οι μάζες παραμένουν αδιάφορες ή εχθρικές εφόσον οι ιδέες τους δεν συναντώνται και δεν συνδέονται με τα ίδια τους τα ένστικτα, με τη μοιραία κίνηση που τους επιβάλλεται από την οικονομική τους κατάσταση”.

 Ειδικότερα στις μέρες μας που ο αστισμός αναπαράγεται κάθε δευτερόλεπτο από τα μαζικά μέσα αποβλάκωσης, και η εδραίωση του συστήματος της διαμεσολαβημένης κοινωνικής ζωής φαντάζει ακλόνητη μπορεί να αισθανόμαστε ασφυκτικά περικυκλωμένοι από αυτή την κατάσταση, όμως δεν χρειάζεται να περάσουμε σε άλογες πρακτικές. Αυτό που χρειάζεται είναι η ανασυγκρότηση των επαναστατικών εννοιών ενάντια στην ασυναρτησία, ιδιαίτερα τώρα που οι ελίτ παρουσιάζουν με ένα  κυνικό τρόπο την κρίση του συστήματος ως “δημιουργικό καταστροφισμό”.

Η διαστρέβλωση των εννοιών και του λόγου είναι  μια πολύ παλιά τακτική των διανοούμενων απολογητών των κυρίαρχων τάξεων για να θολώνουν τα νερά και να προκαλούν σύγχυση στους κυριαρχούμενους. Ο Ράουτερ παρατηρούσε από την δεκαετία του 60 κιόλας στο "Η Κατασκευή Υπηκόων" ότι: "όσο ασαφέστερα εκφράζεται κανείς, τόσο περισσότερο μένει κρυμμένο το ψέμα που υπάρχει στον λόγο του...".

 

    Αλλά δεν είναι μόνο το ψέμα που προκύπτει από την αποσύνθεση των εννοιών που προάγουν αναπαράγουν οι απολογητές (θεραπαινίδες) του συστήματος, είναι ο πόλεμος για τη διατήρηση του στάτους της κυριαρχίας, εδώ πολύ σωστά παρατηρεί ο Τόμας Σαζ στο «Ο Πόλεμος των Ορισμών» ότι: «… Ο πόλεμος για τον έλεγχο του κόσμου είναι πόλεμος ορισμών… Ο αγώνας καθορισμού και ελέγχου των νοημάτων είναι αγώνας για επιβίωση… αυτός που πρώτος θα ορίσει το νόημα μιας κατάστασης, επιβάλλει στον άλλον την δική του πραγματικότητα και τον ορίζει, είναι ο νικητής... έτσι κυριαρχεί κι επιβιώνει. Εκείνος που ετεροκαθορίζεται, υποτάσσεται και ίσως ακόμα και εξοντώνεται...»

    Σίγουρα το ζήτημα της οργάνωσης δεν είναι εννοιολογικό, από την άλλη θα επαναλάβουμε με  έναν κουραστικό τρόπο ότι η οργάνωση δεν λύνει όλα τα προβλήματα. Είμαστε της άποψης ότι καλύτερα μη οργανωμένοι παρά άσχημα οργανωμένοι. Όμως μπορούμε να ξεκινήσουμε τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο να οργανώνουμε με σαφήνεια και συνοχή το ποιοι είμαστε και τι θέλουμε.  Γνωρίζουμε  ότι για να περάσουμε σε μια σοβαρή διαδικασία αμφισβήτησης και ανατροπής των αφεντικών και να γκρεμίσουμε την οργάνωση τους το κράτος,  πρώτα από όλα χρειάζεται οι ανατροπείς να έχουνε μεταξύ τους κοινότητα απόψεων, ιδεών και πεποιθήσεων. Από αυτή την κοινότητα εκπορεύονται οι κοινές θελήσεις.  

 

 

από G 09/07/2012 4:06 μμ.


Η ΕΙΔΙΚΗ ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

                              

 

   Απ΄ την πρώτη στιγμή, η οργάνωση αποτελούσε πρόβλημα, γράφει ο Μετρόν στην ιστορία του για το γαλλικό αναρχικό κίνημα. Και είναι αλήθεια ότι, σχεδόν παντού, το θέμα της μορφής και του περιεχομένου της οργάνωσης δίχασε το διεθνές αναρχικό κίνημα. Αν και το πρόβλημα αυτό εμφανίστηκε στη Γαλλία με πολύ μεγαλύτερη οξύτητα απ΄ ότι σε άλλες περιοχές όπου το εργατικό κίνημα ήταν πιο στενά.

* La Lanterne Noire, Revue de Critique Anarchiste, Νο 6-7, Παρίσι, Νοέμβριος 1976. Α

συνδεδεμένο με τον αναρχισμό, όπως λογουχάρη στην Ισπανία, στην Αργεντινή ή την Ιταλία. Γενικά, απ΄ τις απαρχές του κινήματος και την εποχή μετά τη διάσπαση της 1ης Διεθνούς, εμφανίστηκαν δυο τάσεις σχετικά με την οργάνωση – τάσεις που συνεχίζουν να υπάρχουν ακόμη και σήμερα.

    Ως προς την ακραία τους μορφή, οι δυο αυτές τάσεις μπορούν να περιγραφούν ως εξής: για τη μια, ο αναρχισμός είναι σαφώς μη οργανώσιμος, δηλαδή, η οργάνωση των αναρχικών ως αναρχικών δεν μπορεί να προχωρήσει πιο πέρα απ΄ την ομάδα συγγένειας ή τη λίγο πολύ εφήμερη σύνδεση για πολύ συγκεκριμένες περιστάσεις (για την υπεράσπιση των φυλακισμένων, λογουχάρη). Για την άλλη, οι αναρχικοί πρέπει να οργανώνονται σε μιαν ομοσπονδία εθνικών ή περιφερειακών και διεθνών ομάδων ώστε να αντιπαραθέτουν συνεχώς μια συνεκτική δύναμη απέναντι στο κράτος και τις άλλες οργανώσεις που είναι έτοιμες να καταλάβουν την εξουσία και να αποκλείσουν κάθε άλλη εναλλακτική λύση που μπορεί να παρουσιαστεί.

     Αυτή η πρώτη τοποθέτηση ενδέχεται να απορρέει από μια πολύ ‘’οργανωτική’’ αντίληψη για τις μάζες των εργαζομένων και έτσι δεν απαιτεί καμιά ειδική οργανωτική συσπείρωση (στο βαθμό που το εργατικό κίνημα θεωρείται ότι είναι επαναστατικό  ή αναρχικό) και τελικά καταλήγει σε μια κριτική της οργάνωσης που εκτείνεται σε όλους τους τομείς (ειδική ομάδα, συνδικάτο, κτλ.). Η δεύτερη συμπίπτει γενικά με μια οργανωτική τάση σε συνδικαλιστικό επίπεδο αλλά μπορεί να διατυπωθεί ακόμη κι απ΄ τους ατομικιστές. Πράγμα που σημαίνει ότι η κλασική διαίρεση των αναρχικών σε ατομικιστές, αναρχοκομμουνιστές και συνδικαλιστές δε χρησιμεύει απαραίτητα για τη διαφοροποίηση των υποστηρικτών της οργάνωσης – ούτε στον εργατικό χώρο ούτε ειδικά.

     Οι συζητήσεις αυτές που έχουν σήμερα ιστορία ενός αιώνα, δεν μπορούν να θεωρηθούν αφηρημένα ως συζητήσεις ‘’αρχής’’ σχετικά με την οργάνωση αλλά είναι φανερό ότι έχουν άμεση σχέση με το επίπεδο που κατακτά η πάλη των τάξεων σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή, όπως και με την επαναστατική στιγμή και τη διαδικασία ενσωμάτωσης των εν δυνάμει επαναστατικών τάξεων στο σύστημα. Είναι φανερό ότι η ύπαρξη ενός μαζικού και δραστήριου επαναστατικού εργατικού κινήματος άλλοτε μετέθετε συστηματικά το πρόβλημα της οργάνωσης σε ένα άλλο επίπεδο (η περίπτωση της CNT – FAI) και άλλοτε το ελαχιστοποιούσε περίπτωση (FOR A) . (1)

     Όταν οι αστοί ιστορικοί και ιδεολόγοι ασχολούνται με τον αναρχισμό, διαβλέπουν σ΄ αυτήν τη διαρκή συζήτηση, στις αλλαγές του, στη δημιουργία και τη διάλυση των αναρχικών οργανώσεων, μια απόδειξη για το ανέφικτο και το παράλογο του αναρχισμού που, παρά τη θεωρητική του συνοχή, έρχεται σε άμεση αντίθεση με την πραγματικότητα.  Με άλλα λόγια, παίρνουν την ευθύνη για την ‘’ιστορική πραγματικότητα’’, για την ορθολογικότητα του εδραιωμένου λόγου και μας λένε : υπάρχει μια αντίθεση ανάμεσα στη θεωρία και τις αναγκαιότητες της πραγματικότητας.

     Ας δούμε, όμως, το πρόβλημα της οργάνωσης πρώτα γενικά και μετά ειδικά, εδώ και τώρα. Πρώτα απ΄ όλα αν αυτό που επιδιώκουμε είναι η κατάργηση της εκμετάλλευσης, της κυριαρχίας ανθρώπου από άνθρωπο, άρα η κατάργηση της ιδιοκτησίας, της μισθωτής εργασίας και του κράτους (ως προς αυτό, θεωρητικά τουλάχιστον, όλη η κλασική αριστερά συμφωνεί ότι είναι ο τελικός στόχος), τότε η οργάνωση αποτελεί πρόβλημα στο βαθμό που ξαναβρίσκουμε σαφέστατα σ΄ αυτήν τα φαινόμενα του διευθυντισμού, του ηγετισμού, της διευθύνουσας ελίτ, της γραφειοκρατίας. Πράγμα που συνεπάγεται ότι η οργάνωση δεν αποτελεί πρόβλημα για τους αναρχικούς : απλά οι αναρχικοί είναι ευαίσθητοι, λόγω των ιδεών τους και του επαναστατικού τους προγράμματος, απέναντι στα εξουσιαστικά φαινόμενα που αποκαλύπτει η οργάνωση.

 

 

1. Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

 

 

     Ταυτόχρονα, όμως, η οργάνωση ως θεσμοποιημένη και συγκεκριμένη μορφή κοινωνικών σχέσεων είναι μια θετική και δημιουργική απάντηση στις ανάγκες σύνδεσης της ανθρώπινης ζωής.

     Δεν πρόκειται εδώ να επιχειρηματολογήσουμε για τις αρετές της οργάνωσης. Θεωρώ ολοφάνερο ότι η δύναμη των ισχυρών θεμελιώνεται πάνω στην απομόνωση και την αποδιοργάνωση των αδυνάτων. Η δυσκολία δε βρίσκεται στην οργάνωση αλλά στην κυριαρχία, στην εξουσία και τους διαχωρισμούς στους οποίους στηρίζεται : άντρας – γυναίκα, διευθύνων – διευθυνόμενος, χειρωνακτική εργασία – πνευματική εργασία, κτλ.

     ‘’Κατά τη γνώμη μας, η εξουσία όχι μόνο δεν είναι αναγκαία για την κοινωνική οργάνωση αλλά , αντί να την ωφελεί, ζει σε βάρος της παρασιτικά και χρησιμοποιεί τα πλεονεκτήματά της για να ωφελήσει μια συγκεκριμένη τάξη που καταπιέζει και εκμεταλλεύεται τις άλλες… Αυτό πιστεύουμε και γι΄ αυτό είμαστε αναρχικοί, γιατί αν πιστεύαμε ότι δεν μπορεί να υπάρξει οργάνωση χωρίς εξουσία θα ήμαστε εξουσιαστές, γιατί τότε θα προτιμούσαμε την εξουσία, που υποδουλώνει και εξαθλιώνει τη ζωή, από την αποδιοργάνωση που την καθιστά ανέφικτη.’’ (2)

     Επιπλέον, η αυτονομία του ατόμου, η ελευθερία του, είναι προϊόν της συνένωσης, της από κοινού ζωής, της κοινωνίας. Η αντίθεση άτομο – κοινωνία είναι αφηρημένη και δεν έχει νόημα στο βαθμό που το ένα όσο και η άλλη αναπαράγονται αμοιβαία και η ελευθερία είναι κοινωνικό προϊόν. Όπως πολύ σωστά λέει ο Μπακούνιν : η κοινωνική ζωή, οι σχέσεις με τους άλλους, η συλλογική εργασία, είναι μια στιγμή της ελευθερίας του ατόμου. (3)

     Όσοι έχουν την ίδια συνείδηση για την κοινωνική τους κατάσταση και ένα πρόγραμμα για τον καινούργιο κόσμο είναι λογικό και επιθυμητό να ενώνονται, να συντονίζονται για την προπαγάνδα και τη δράση τους και να αναπτύσσουν από κοινού την στρατηγική τους. Μια στρατηγική που θα διαμορφώνεται χάρη στις αμοιβαίες σχέσεις, που δεν θα επιβάλλεται ούτε θα τίθεται a priori από μια θεωρία ολοκληρωμένη και καθορισμένη ως πρόγραμμα το οποίο θα πρέπει να ακολουθηθεί, αλλά θα είναι προϊόν ανθρώπινων σχέσεων και ελεύθερα αποδεκτών και άμεσα τροποποιήσιμων υποχρεώσεων.

     Η εισήγηση των επαναστατικών κομμουνιστικών και αναρχικών ομάδων του Παρισιού, το    1900 (4) , αναφέρει – και συμφωνώ απόλυτα, εφόσον η μορφή  που υιοθετείται ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εκάστοτε εποχής  : ‘’ Αυτό που θέλουμε είναι κάτι που θα μας επιτρέπει να ερχόμαστε σε επαφή μεταξύ μας – οι διάφορες συνοικίες μιας μεγάλης πόλης όπως το Παρίσι, οι διαφορετικές κοινότητες μιας χώρας – κάθε φορά που θα έχουμε αυτή την ανάγκη. Λίγο μας ενδιαφέρει αν κάτι τέτοιο θα ονομάζεται ‘’συμφωνία’’, ‘’συμμαχία’’, ‘’ένωση’’, ‘’ομοσπονδία’’ ή ‘’γραφείο αλληλογραφίας’’.΄΄

     Από την ίδια μας την πείρα, όμως, ξέρουμε ότι μόλις δημιουργηθεί οποιοδήποτε είδος ‘’οργάνωσης’’ – και από διαφορετικές πηγές ανάλογα με την αυστηρότητα ή τη χαλαρότητα της σύνδεσης – παρουσιάζονται τα φαινόμενα του ηγετισμού και της γραφειοκρατίας.

     Θα μπορούσε, λοιπόν, να θεωρηθεί ότι η ανάλυση που κάνει ο Michels λαμβάνει υπόψη μια ιστορική αναγκαιότητα. Και δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από το νόμο, το σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας. Ο Michels γράφει : ‘’ Η δημιουργία ολιγαρχιών μέσα στα πλαίσια πολλών μορφών δημοκρατίας είναι οργανικό φαινόμενο και κατά συνέπεια μια τάση στην οποία μοιραία υποκύπτει κάθε οργάνωση, είτε είναι σοσιαλιστική είτε αναρχική’’. (5)  Και που βρίσκεται η αιτία; Στην ίδια την οργάνωση. ‘’Η οργάνωση είναι η πηγή από την οποία γεννιέται η κυριαρχία των εκλεγμένων πάνω στους εκλογείς, των εντολοδόχων πάνω στους εντολοδότες, των αντιπροσώπων πάνω στους εκλογείς τους. Όποιος μιλάει για οργάνωση, μιλάει για ολιγαρχία’’.     Αυτό το φαινόμενο της ολιγαρχίας που, στο επίπεδο της οργάνωσης, εμφανίζεται σαν ολιγαρχία ή γραφειοκρατία παρουσιάζεται σε αυτό το βιβλίο – κλασικό στο είδος του και αρκετά ενδιαφέρον – σαν στοιχείο οργανικό, δομικό, απαραίτητο για κάθε οργάνωση. Και κάτι τέτοιο σημαίνει: χωρίς αρχηγούς δεν υπάρχει οργάνωση, χωρίς εξουσία δεν υπάρχει κοινωνία.

     Και αυτό ακριβώς αρνείται ο αναρχισμός. Για τους αναρχικούς, οι σχέσεις κυριαρχίας είναι ενδεχόμενες αλλά όχι απαραίτητες. Αποτελούν στοιχείο ενός συγκεκριμένου είδους καταπιεστικής κοινωνίας και εμφανίζονται στην οργάνωση γιατί η οργάνωση ανήκει σ΄ αυτήν την κοινωνία.

     Για να αποφύγουν αυτό το τόσο εμφανές – ή τόσο αισθητό – στην οργάνωση στοιχείο καταναγκασμού, οι ατομικιστές, ή ορισμένοι ατομικιστές, καταφεύγουν στη φιλοσοφία του εγώ (Στίρνερ). Το κείμενο του  Αρμά (6)  είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα : ‘’Αν είσαι ατομικιστής, κάθε ένωση δεν μπορεί να είναι για σένα παρά η τελευταία λύση ελλείψει καλύτερης, αφού όταν συνενώνεσαι χάνεις έστω και λίγο από την ανεξαρτησία σου. Η τελευταία λύση, για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με συγκεκριμένα άτομα, για ένα συγκεκριμένο έργο, χωρίς την οποία το έργο που σε ενδιαφέρει δε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί’’.     Όχι μόνο οι ατομικιστές, αλλά και οι αναρχοκομμουνιστές παλιότερα – γεγονός που επαναλαμβάνεται σήμερα με τα άπορα ορφανά του Μάη – από φόβο για την οργάνωση κατέφευγαν στην ‘’ομάδα συγγένειας’’.

 

2. Η ΟΜΑΔΑ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑΣ

   

 Οπωσδήποτε, η ομάδα συγγένειας δεν αποτελεί εναλλακτική λύση ενάντια στους κινδύνους της οργάνωσης. Η κυριαρχία, που διώχνεται απ΄ την πόρτα, ξαναμπαίνει απ΄ το παράθυρο.

     Οι ομάδες συγγένειας υπήρχαν πάντα στο αναρχικό κίνημα. Μερικές φορές, η ύπαρξή τους ερμηνεύτηκε σαν ένα είδος αμυντικής αντίδρασης ενάντια στις διώξεις που υπέστη το εργατικό κίνημα, λογουχάρη μετά την Κομμούνα, γεγονός που ανάγκασε τους συντρόφους να αναδιοργανωθούν σε κατάσταση ημιπαρανομίας. Σε άλλες περιπτώσεις πάλι, μπορούμε να τις δούμε, όπως είπαμε πριν, σαν μια αντίδραση ενάντια στην ‘’πολιτική’’ δραστηριότητα των κομματικών οργανώσεων που αναπόφευκτα προσανατολίζονται στον αγώνα για την κατάληψη της εξουσίας και τις ίντριγκες. Επιπλέον είναι γεγονός ότι ορισμένες δραστηριότητες προπαγάνδας και ιδεολογικής επεξεργασίας διευκολύνονται χάρη στην ύπαρξη της μικρής ομάδας συγγένειας· ταυτόχρονα, έχουμε το πολύ θετικό γεγονός της από κοινού δραστηριότητας των ατόμων, που συσπειρώνονται τόσο λόγω ενός κοινού επαναστατικού προγράμματος όσο και λόγω ιδιοσυγκρασίας ή συναισθηματισμού.

     Με τα σημερινά δεδομένα, θεωρούμε ότι ο πολλαπλασιασμός αυτών των ομάδων καθώς και των άλλων ομαδικών σχηματισμών, με μεγαλύτερη ή μικρότερη συνέπεια, που βασίζονται όμως στις καθημερινές δραστηριότητες της συνοικίας, του εργοστασίου ή αφορούν την επικοινωνία μεταξύ των ομάδων και των περιοχών, αποτελεί λίγο πολύ ιδανική κατάσταση – αρκεί να υπάρχει ταυτόχρονα ένα κίνημα με επαναστατικό περιεχόμενο τόσο στις τάξεις του προλεταριάτου με την καθεαυτή έννοια του όρου όσο και στα άλλα στρώματα του πληθυσμού. Ο Ζαν Γκραβ έλεγε : ‘’Δεν πιστεύουμε (…) στις ενώσεις, τις ομοσπονδίες, κτλ., σαν κάτι το μακροπρόθεσμο. Για μας η ομάδα πρέπει να δημιουργείται στην πολύ συγκεκριμένη βάση κάποιας χρονικά άμεσης πράξης· όταν πραγματοποιηθεί αυτή η πράξη, η ομάδα αναδιοργανώνεται σε νέες βάσεις, είτε με τα ίδια είτε με νέα μέλη’’.

     Ωστόσο, το θεμελιακό από την άποψη της οργάνωσης είναι ότι το πρόβλημα της κυριαρχίας παραμένει άλυτο.

     Αυτή καθαυτή η δομή της ομάδας συγγένειας, όπως και κάθε πρωτογενούς ομάδας – οικογενειακής ή ιδεολογικής – αναπτύσσει προσωπικούς δεσμούς έντονα φορτισμένους συναισθηματικά – στους οποίους ο έρωτας και το μίσος παίζουν το συνηθισμένο τους κρυφτό – όπου το φαντασιακό περιεχόμενο (ασυνείδητο, απωθημένο) δομείται πάνω στην πατριαρχική κοινωνία.

     Ο αγώνας για την εξουσία στα πλαίσια της ομάδας είναι κάπως αφανής και συνήθως ασυνείδητος. Ο ηγετισμός φαίνεται ότι κεντροθετείται στα προς εκτέλεση καθήκοντα και όλοι οι ανταγωνισμοί έχουν την τάση να παίρνουν ιδεολογική μορφή. Η βιαιότητα, όμως, των συγκρούσεων που ξεσπούν και η συχνότητα που χαρακτηρίζει τη διάλυση αυτών των ομάδων δείχνουν ότι βασίζονται αποκλειστικά σε συναισθηματική βάση.

     Η σχέση άντρας – γυναίκα και η σχέση γονείς – παιδιά, η σεξουαλικότητα και η βιολογική συγγένεια, επιβάλλουν τον αποκλεισμό της γυναίκας και των παιδιών και έτσι παραχωρούν την εξουσία στον πατέρα. Η δομή αυτή δεν είναι αποκλειστικό γνώρισμα της ‘’οικογένειας’’, είναι επίσης η βασική δομή της εξουσίας, της κυριαρχίας, στο επίπεδο του ατομικού ασυνείδητου. Εδραιώνεται συνεχώς μέσα στην κοινωνία και πάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση συγκροτείται το ατομικό ασυνείδητο. Βρίσκουμε στον εξωτερικό κόσμο αυτό που έχουμε μέσα μας. Και το έχουμε μέσα μας γιατί η κοινωνία δομείται ως κοινωνία εδραιώνοντας ως αναγκαία μιαν ενδεχόμενη σχέση : την απαγόρευση της αιμομιξίας, το νόμο, την πατρική εικόνα. Αυτές οι ερμηνείες δεν  αναιρούν τις κοινωνιολογικές, οικονομικές και ιστορικές αιτίες της λειτουργίας της εξουσίας και της γραφειοκρατίας αλλά προσπαθούν να κάνουν τη σύνδεση ή τη συνάρθρωση ανάμεσα στο ασυνείδητο επίπεδο και την ‘’πραγματικότητα’’  έτσι όπως μας παρουσιάζεται και η οποία δεν είναι παρά καθαρά κοινωνικό οικοδόμημα.

     Ο σιδερένιος νόμος της ολιγαρχίας και ο πατρικός νόμος σε κάθε ατομικό πεπρωμένο και στην ιστορία κάθε οργάνωσης αναδομούνται αμοιβαία. Η ομάδα συγγένειας μας δείχνει ξεκάθαρα τη συναισθηματική μήτρα της εξουσίας.

     Οι δυσκολίες κάθε μικρής ομάδας – ακόμη και αναρχικής! – όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται ομόφωνα (δεν υπάρχει πλειοψηφία και μειοψηφία), όπου τα άτομα αγωνίζονται ενάντια στον καταμερισμό της εργασίας και όπου η ανάθεση των υπευθυνοτήτων καθορίζεται από την εκ περιτροπής ανάληψη καθηκόντων – όπως στη δική μας ομάδα λογουχάρη – περιλαμβάνουν επίσης κάποια πλευρά του αγώνα για την εξουσία αν τις αναλύσουμε στο επίπεδο ‘’αυτού που δε λέγεται’’, του ασυνείδητου, αυτού που λείπει για να γίνουν κατανοητά αυτά που συμβαίνουν.

     Σε αυτά τα πλαίσια, ‘’η γυναίκα’’ και ‘’η γνώση’’ – ως αντικείμενα μιας συμβολικής δομής και όχι, φυσικά, αυτή ή εκείνη η γυναίκα, αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη γνώση – είναι τα σημασιοδοτικά στοιχεία μιας ασυνείδητης κατάστασης που είναι βαθιά ριζωμένη στη δομή της εξουσίας και η οποία, με τη σειρά της, επιβάλλει το ριζικό διαχωρισμό ανάμεσα σε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους. Ιδιοκτησία, ζήλια, σεξουαλικότητα, εξουσία, κυριαρχία, όλα αυτά είναι οι διαφορετικοί όροι που, συνδεδεμένοι με διαφορετικό τρόπο ο ένας με τον άλλο, υφαίνουν τον ιστό πάνω στον οποίο αναπαράγεται αδιάκοπα η ταξική κοινωνία.

     Ακόμη και αν οι αναρχικοί έχουν συνείδηση αυτής της κατάστασης, η συνείδηση αυτή δεν μπορεί να είναι παρά μόνο μερική· το αντίθετο θα σήμαινε ότι ξεφεύγουν από την ιστορία: δεν μπορούν να ξεφύγουν ολότελα από τις κοινωνικές συνθήκες που καθορίζει η πάλη των τάξεων, η κατάσταση της γυναίκας και η ασυνείδητη εσωτερίκευση της εξουσίας . (7)

     Παρόλο που αυτή η πλευρά της κυριαρχίας έγινε αντιληπτή από τις απαρχές κιόλας του αναρχικού κινήματος , μόνο σήμερα γίνεται αντιληπτή με όλη τη σημασία της (πράγμα που δεν θα μπορούσε να συμβεί πριν τον Φρόιντ). Κυρίως χάρη στην κριτική της καθημερινής ζωής και ιδιαίτερα χάρη στη δράση των διαφόρων κινημάτων απελευθέρωσης των γυναικών, η βαθύτερη σημασιοδότηση της κυριαρχίας γίνεται πια ολοφάνερη και αρχίζει να αποτελεί μέρος του επαναστατικού προγράμματος.

     Δεν μπορεί να είναι κανείς αναρχικός στη C.N.T. και πατριαρχικός στο σπίτι του. Αυτή η διάσταση των κοινωνικών σχέσεων αναπαράγει την κοινωνική εξουσία. Τώρα, τουλάχιστον, το ξέρουμε.

     Στο πρώτο τεύχος του  La Lanterne Noire, με αφορμή τον κοινωνικό και τεχνικό καταμερισμό  της εργασίας και ειδικότερα το διαχωρισμό διευθυνόντων – διευθυνόμενων, μπορεί κανείς να διαβάσει κάτω από τον τίτλο ‘’Οι Κοινές μας Θέσεις’’ : ‘’Από δω και πέρα, μπορούμε να αγωνιζόμαστε ενάντια σε αυτούς τους καταμερισμούς ακόμα και μέσα στην ομάδα μας, αφού ξέρουμε ότι η λύση δε θα μπορούσε να είναι ούτε ατομικιστική, ούτε του γκρουπούσκουλου, ούτε βολονταριστική. Μολονότι απαραίτητες, οι αλλαγές στο επίπεδο των διαπροσωπικών σχέσεων είναι αναγκαστικά μερικές. Για να γίνει μια αλλαγή σε βάθος, πρέπει να αλλάξουμε ταυτόχρονα το δομικό πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και του κράτους. Με άλλα λόγια, στη σημερινή ιστορική κατάσταση, η Επανάσταση απαιτεί μια συλλογική εξεγερσιακή φάση’’.

     Πιο συγκεκριμένα, πιστεύω ότι δεν έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα στην Ο ρ γ ά ν ω σ η με κεφαλαίο Ο  και την  ο μ ά δ α    σ υ γ γ έ ν ε ι α ς – ακόμη λιγότερο, φυσικά, την αδράνεια, την παθητικότητα, όσο κριτική και στοχαστική και αν είναι, εκείνων που περιμένουν ότι το πραγματικό κίνημα θα τους χτυπήσει την πόρτα – αλλά πρέπει να αποκτήσουμε συνείδηση των προβλημάτων (να διατυπώσουμε την κριτική θεωρία) και να συμμετάσχουμε στις διάφορες οργανωτικές μορφές που μας προσφέρει η κοινωνική κατάσταση σε άμεση σχέση με το επαναστατικό μας πρόγραμμα (αρμονία μέσων και σκοπών).

     Η πολιτική κυριαρχία, το κράτος, δεν επιτρέπει σε κανένα να απαλλαγεί από το είδος των κοινωνικών σχέσεων που επιβάλλει η ύπαρξή της· μπορούμε να αγωνιστούμε ενάντιά της και να περιορίσουμε στο ελάχιστο τις επιπτώσεις της στις σχέσεις μεταξύ συντρόφων, αλλά δεν μπορούμε να την αρνηθούμε στην πράξη και να συνεχίσουμε να ζούμε. Γι΄ αυτό ακριβώς, η καθημερινή ζωή είναι σαφώς ρεφορμιστική. Γι’ αυτό ακριβώς η ‘’διαπαιδαγώγηση’’ δεν είναι κάτι εφικτό. Γι’ αυτό ακριβώς είναι αναγκαία η επαναστατική στιγμή (η συλλογική εξεγερσιακή δράση). Μόνο μέσα από τη δράση, που ο χρόνος της είναι μόνο το παρόν και τίποτε άλλο, μπορεί το επαναστατικό πρόγραμμα να εισχωρήσει στο σύστημα και να μεταβάλλει τα όρια του εφικτού. Να δημιουργήσει, δηλαδή, μιαν άλλη πραγματικότητα.

3. Η  ΕΦΙΚΤΗ  ΟΡΓΑΝΩΣΗ

 

    Για να επανέλθουμε στη βασική πλευρά του όλου προβλήματος, θα πω: η εφικτή οργάνωση για τους αναρχικούς είναι στενά συνδεδεμένη με το βαθμό συνείδησης του εργατικού και αγροτικού κινήματος μέσα στα πλαίσια της πάλης των τάξεων σε μια συγκεκριμένη στιγμή.

     Σήμερα, η κατάσταση στη Γαλλία χαρακτηρίζεται από την αυξανόμενη δυσαρέσκεια διαφόρων στρωμάτων του πληθυσμού και ειδικότερα από την αυξανόμενη εργατική αγωνιστικότητα που συχνά ξεπερνάει τα συνδικαλιστικά πλαίσια.

     Η επιρροή των ρεφορμιστικών συνδικαλιστικών οργανώσεων είναι τεράστια και η λειτουργία ελέγχου που ασκούν στο εσωτερικό του καπιταλιστικού συστήματος γίνεται ολοένα και πιο φανερή. Ωστόσο, θα πρέπει να ακολουθήσουν στο βαθμό που αναπτύσσεται το κίνημα των άγριων απεργιών και δημιουργούνται οι συνθήκες μιας επαναστατικής διαδικασίας. Η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος και ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων, που καταστρέφει την πλασματική και αρνητική ‘’επαναστατική’’ εικόνα των λεγόμενων κομμουνιστικών χωρών, διευκολύνουν τη διαδικασία.

     Αν εξελιχθεί αυτή η κατάσταση, η ύπαρξη επαφής ανάμεσα στις διαφορετικές αναρχικές ομάδες θα είναι ολοένα και πιο αναγκαία για να μπορέσουμε να επέμβουμε με κάποια αποτελεσματικότητα και ταυτόχρονα για να καταστεί εφικτή μια κοινή στρατηγική με βάση την ανταλλαγή των αναλύσεων και των πληροφοριών σχετικά με αυτήν την κοινωνική πραγματικότητα. Κοινή στρατηγική δεν σημαίνει ενιαία ούτε και μοναδική στρατηγική αλλά απλά, κατά τη γνώμη μου, τη δυνατότητα αυτόνομης ανάπτυξης των διαφορετικών ομάδων του αναρχικού κινήματος οι οποίες, παράλληλα, στηρίζονται στην ολότητα του επαναστατικού και αντιεξουσιαστικού κινήματος.

     Συνοψίζοντας όσα είπα μέχρι τώρα, θεωρώ ότι η ειδική οργάνωση σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο δεν επαρκεί τόσο σε σχέση με την πραγματική κατάσταση των διαφόρων ομάδων και ρευμάτων του αναρχισμού όσο και σε σχέση με το βαθμό δόμησης του επαναστατικού κινήματος. Αντίθετα, εκείνο που είναι απαραίτητο είναι η  σ ύ ν δ ε σ η  μεταξύ των ομάδων – γεγονός που θα επιτρέψει την αλληλοενημέρωση ή την ανταλλαγή εμπειριών, και θα δώσει τη δυνατότητα δημιουργίας επιμέρους οργανώσεων με πιο συγκεκριμένους στόχους δράσης ή / και άμυνας.

     Όσο για το βασικό πρόβλημα που εμφανίζεται συνήθως όταν τίθεται το θέμα της κριτικής της οργάνωσης, δηλαδή, το πρόβλημα της εξουσίας, της  κ υ ρ ι α ρ χ ί α ς, η απάντησή μου είναι ξεκάθαρη. Η πολιτική εξουσία και η κυριαρχία τόσο στο επίπεδο του κράτους όσο και του ζευγαριού – καθώς και σε αυτό της ομάδας συγγένειας – αποτελούν στοιχεία της καταπιεστικής κοινωνίας στο σύνολό της. Μέσα στα πλαίσια αυτής ακριβώς της κοινωνίας πρέπει να δημιουργηθεί το επαναστατικό κίνημα που θα την καταστρέψει για να δώσει τη θέση της σε μια νέα κοινωνική εξέλιξη χωρίς οικονομική εκμετάλλευση ούτε και πολιτική κυριαρχία. Μόνο η συλλογική και επαναστατική δράση μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες ενός νέου καθορισμού των κοινωνικών σχέσεων, τις συνθήκες μιας βαθιάς αλλαγής προς την κατεύθυνση της μη εξουσιαστικής κοινωνικής οργάνωσης.

     Η καθημερινή κριτική της εξουσίας θέτει τις βάσεις του επαναστατικού προγράμματος και μεταβάλλει τα  θ ε ω ρ η τ ι κ ά  όρια της ‘’εφικτής συνείδησης’’· αλλά την κοινωνική  κ υ ρ ι α ρ χ ί α πρέπει να την καταπολεμήσουμε στο κοινωνικό επίπεδο, στο επίπεδο του κράτους, και μόνον η ύπαρξη ενός αντιεξουσιαστικού, επαναστατικού, συλλογικού κινήματος που είναι ικανό να οδηγήσει σε μια επαναστατική κατάσταση θα μπορέσει να δημιουργήσει μια άλλη κοινωνία χωρίς αφέντες και δούλους.

     Το εφικτό είδος οργάνωσης των αναρχικών εξαρτάται άμεσα από την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη αυτού του επαναστατικού κινήματος. Αυτή η οργάνωση είναι, επιπλέον, θεμελιακό στοιχείο για τη διαμόρφωση ενός αντιεξουσιαστικού προγράμματος που θα μπορεί να εκφράζεται από το μαζικό κίνημα και να είναι η έκφραση αυτού του μαζικού κινήματος.

     Σε περιόδους υποχώρησης και αδράνειας, το ουτοπικό περιεχόμενο του επαναστατικού προγράμματος καθορίζει την απομόνωση, τον εσωτερισμό και το χιλιασμό των ομάδων, που τόσο συχνά καταγγέλλονται από τους βδελυρούς νεκροθάφτες του αναρχισμού. Αλλά ακόμη και τότε, σε αυτές τις περιόδους που είναι κενές ιστορίας ‘’ενδέχεται να υπάρχουν ορισμένοι που το έργο τους δεν πρόκειται να χαθεί – τίποτα δεν χάνεται σε αυτό τον κόσμο – ακόμα και οι σταγόνες του νερού, όσο αόρατες και αν είναι, φτιάχνουν έναν ωκεανό’’.

   Σε επαναστατικές περιόδους ή όταν, όπως σήμερα, αρχίζει η αναδίπλωση, οι ομάδες ανοίγονται, διευρύνονται και ξανασυνδέονται μέχρι να επανενωθούν, μέσα από τη δράση, με το μαζικό κίνημα. Η απελευθέρωση των εργαζομένων θα είναι έργο των ίδιων των εργαζομένων και η οργάνωση της μελλοντικής κοινωνίας θα είναι έργο των ανθρώπων που θα θελήσουν να τη ζήσουν.      L.L.N. – N. 1976

 

* La Lanterne Noire, Revue de Critique Anarchiste, Νο 6-7, Παρίσι, Νοέμβριος 1976. Α

 

 

Σημειώσεις:

 

 

1) Στην περίπτωση της Ισπανίας, η ‘’ειδική οργάνωση’’ FAI  (Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία) δημιουργήθηκε σαν απάντηση σε μια εσωτερική κατάσταση της CNT  (Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας), και το πρόβλημα που τέθηκε (και εξακολουθεί να τίθεται) είναι η σχέση ανάμεσα στο επαναστατικό μαζικό κίνημα και την ειδική οργάνωση των αναρχικών.

Στην περίπτωση της FORA (Περιφερειακή Εργατική Ομοσπονδία Αργεντινής), που είχε αναρχικό προσανατολισμό και ήταν η ισχυρότερη οργάνωση του εργατικού κινήματος στο πρώτο τέταρτο του αιώνα, η ‘’ειδική οργάνωση’’ σε εθνική κλίμακα (FACA: Αναρχοκομμουνιστική Ομοσπονδία Αργεντινής, αργότερα μετονομάστηκε σε FLA: Ελευθεριακή Ομοσπονδία Αργεντινής) συγκεκριμενοποιήθηκε μόνο μετά την ‘’παρακμή’’ του επαναστατικού εργατικού κινήματος.

 

2)      Errico Malatesta, βλ. περιοδικό LAgitazione, Ανκόνα 1897.

 

3) Αφού δηλώσει πρώτα ότι ‘’η ελευθερία του άλλου δεν είναι με κανένα τρόπο όριο ή άρνηση της ελευθερίας μου, είναι αντίθετα ή αναγκαία συνθήκη και η επιβεβαίωσή της. Δε γίνομαι πραγματικά ελεύθερος παρά μόνο μέσω της ελευθερίας των άλλων…’’, ο Μπακούνιν υποστηρίζει ότι η ελευθερία είναι το ‘’κατ΄ εξοχήν κοινωνικό’’ και ότι ‘’μπορούμε να διακρίνουμε στην ελευθερία τρεις φάσεις ανάπτυξης’’:… η πρώτη, η κατ΄ εξοχήν θετική και κοινωνική, είναι η από μέρους της κοινωνίας ‘’πλήρης ανάπτυξη των ανθρώπινων ικανοτήτων και δυνάμεων’’. Η δεύτερη είναι αρνητική: πρόκειται για την εξέγερση του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία, ενάντια στο κράτος. Η τρίτη φάση είναι η εξέγερση του ατόμου ενάντια ‘’στη φυσική επιρροή της κοινωνίας’’. Ενάντια στα ήθη και τα έθιμα, δηλαδή ενάντια στην εσωτερικευμένη κοινωνία. Συνεπώς, ‘’για να εξεγερθεί ενάντια σε αυτήν την επίδραση που εξασκεί ολότελα φυσικά η κοινωνία πάνω του, ο άνθρωπος πρέπει, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, να εξεγερθεί ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό…’’.               Μ. Μπακούνιν, ‘’Θεός και Κράτος’’, Μετ.: Θέμη Μιχαήλ, Εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1974, σ. 104-106.

Μιλώντας για την τυραννία ο La Boetie λέει: ‘’Τι κακό θα μπορούσε να σας κάνει αν δε συγκαλύπτατε εσείς οι ίδιοι τον κλέφτη που σας ληστεύει, αν δεν είσαστε συνένοχοι του φονιά που σας φονεύει και προδότες του ίδιου σας του εαυτού;’’. Βλ. Le Discours de la servitude volontaire, Payot, Παρίσι 1976, σ.196.   

‘’{ Η επιρροή της κοινωνίας}… περιβάλλει τον άνθρωπο από τη γέννησή του, τον διαπερνά, διεισδύει μέσα του και αποτελεί τη βάση της ατομικής του ύπαρξης. Έτσι που ο καθένας είναι κατά κάποιο τρόπο συνένοχός της ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό, τις περισσότερες φορές χωρίς να το υποπτεύεται.’’ Μ. Μπακούνιν, ‘’Θεός και Κράτος’’, Μετ.: Θ. Μιχαήλ, Εκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1974, σ. 106.

 

 

 

 

 

4) Εισήγηση σχετικά με την αναγκαιότητα μόνιμης συνεργασίας μεταξύ των επαναστατικών κομμουνιστικών και αναρχικών ομάδων. Παρίσι 1900. Inst. Inter. De Sciences Sociales.

 5) Βλ. Μ. Μπρίντον, ‘’Το παράλογο στην Πολιτική’’, Μετ.: Ν. Μπαλή, Εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1974.

 

   6) Ernest Armand, ατομικιστής αναρχικός (1872-1962).

 

  7) ’’Είμαστε επίσης εχθροί της πατριαρχικής και νομικής εξουσίας των συζύγων πάνω στις γυναίκες, των γονέων πάνω στα παιδιά και αυτό επειδή η ιστορία μας διδάσκει ότι ο δεσποτισμός στην οικογένεια είναι το σπέρμα του πολιτικού δεσποτισμού στο ‘’κράτος’’, 1871. Μ Μπακούνιν, ‘’Επιστολή προς τους συντάκτες του Proletaric Italiano’’ Βλ. Oeuvres Completes, τόμος 2, σ. 58.

 

 

 


I. ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΑ ΗΘΗ

 

 Η οικειότητα  και η τυπικότητα

 

 

   Παρά το γεγονός ότι συχνά υπάρχει μια επισημότητα - τυπικότητα στη διεξαγωγή των δημόσιων συνευρέσεων (συγκεντρώσεων, εκδηλώσεων, συναθροίσεων, συνελεύσεων,  κλπ), σπάνια υπάρχει μια «επισημότητα» στη συμπεριφορά των ανθρώπων που τις παρακολουθούν, συμμετέχουν ή τις οργανώνουν,  ενώ πολλές  φορές οι νεόφερτοι πρέπει να κολυμπούν ή να βουλιάζουν στο αρχιπέλαγος των κοινωνικών διαπροσωπικών  επαφών (η τελετουργική οικειότητα πολλών δημοσίων γεγονότων πρέπει σίγουρα να αναλυθεί περισσότερο). Απλά γυρίζοντας τον κύκλο και επιτρέποντας στον καθένα/καθεμιά τις συστάσεις  να πει ποιος/ποια είναι ή προσφωνώντας τους «σύντροφε» ή «συντρόφισσα», δεν καθιστά τα γεγονότα αυτά περισσότερο κοινωνικά.

Οι συστάσεις στην αρχή της μάζωξης ξεχνιούνται εύκολα και το

«σύντροφος», μπορεί επίσης  εύκολα να εκφράσει φιλικότητα όπως και εχθρότητα, μ' ένα ειρωνικό τρόπο όσο και κυνικότητα.

   Το είδος της ζεστασιάς και οικειότητας που δημιουργείται στους  αντισυστημικούς επαναστατικούς κύκλους έχει κάνει πολλά για να υπερνικήσει την αδιαφορία της παραδοσιακής εξουσιαστικής πολιτικής για τα άτομα. Πολλά μπορούν να μαθευτούν από αυτήν την εμπειρία.

   Αλλά η ζεστασιά από μόνη της χωρίς κάποια δόμηση της κοινωνικότητας δεν αρκεί και εμπεριέχει τους δικούς της κινδύνους, αν η οικειότητα γίνει θρησκεία μπορεί να είναι τόσο επιβλαβής στην πραγματική κοινωνικότητα, όσο και η παλιά κομφορμιστική  βικτοριανή η γιαπονεζικη τελετουργία των επισκέψεων. 

Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε την ανάγκη για διαφορετικά είδη προσωπικών σχέσεων βασισμένα σε διαφορετικούς βαθμούς οικειότητας. Αν το άνοιγμα, η ειλικρίνεια και η πλήρης συμμετοχή εκτιμούνται σε βάρος της επιφυλακτικότητας, της απόστασης και της απόκρυψης, και αν τα τελευταία αυτά προσόντα τείνουν να ερμηνευτούν σαν πολιτικά κουσούρια ή εκφράσεις ψυχολογικής ανεπάρκειας,  τότε η δημόσια ζωή υποφέρει.

   Η Τζο Φρήμαν έχει τονίσει στη μπροσούρα της, « Η Τυραννία της απουσίας δομής» (α), ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καθόλου κάποια τελείως αδόμητη ομάδα, και ότι οι ασυγκρότητες ομάδες έχουν μια κρυφή και ανεπίσημη δομή βασισμένη στην «ελίτ» της φιλίας. Οι «ελίτ» αυτές αυτοστρατολογούν μέλη, αυτοδιαιωνίζονται, και τα μέλη τους επιλέγονται πολλές φορές  επειδή κατέχουν προσόντα που μπορεί να είναι άσχετα  με τους πολιτικούς σκοπούς  της ομάδας. Τέτοιες ομάδες επίσης έχουν άτυπους και αδιαφανείς κανόνες για τη  λήψη των αποφάσεων. «Αυτοί που δεν γνωρίζουν τους κανόνες», λέει η Φρήμαν, «και δεν επιλέγονται για μύηση (στην ομάδα) θα παραμείνουν μπερδεμένοι, ή θα υποφέρουν από παρανοϊκές παραισθήσεις ότι κάτι συμβαίνει  έξω από αυτούς για το οποίο γνωρίζουν ελάχιστα». «Η Τυραννία της απουσίας δομής» είναι τόσο επίκαιρη σήμερα, όσο και πριν 35 χρόνια γιατί η προτίμηση για ανεπισημότητα ακόμα επιβιώνει και παρότι έχουν αλλάξει  αρκετά στα  κινήματα από τότε που γράφτηκε η μπροσούρα , οι ιδέες που έχουν απλωθεί από τα κινήματα σ' όλους τους αριστερούς, αναρχικούς, ελευθεριακούς  κύκλους ελάχιστα έχουν παρακολουθήσει αυτές τις μικρές  αλλαγές. «Η Τυραννία της απουσίας δομής» αναδεικνύει ότι μια κάποια δομή είναι αναγκαία στις ελευθεριακές οργανώσεις. Περισσότερη ανεπισημότητα απ' ότι πρέπει οδηγεί σε μη αμεσοδημοκρατικές πρακτικές και την εμφάνιση των «ελίτ της φιλίας» και παράλληλα δυσκολεύει,  μέχρι που αποτρέπει την συμμετοχή νέων μελών.

   Το να πας σε μια μάζωξη και να βρεις αγνώστους  να σου συμπεριφέρονται με πολύ οικειότητα, είναι  πολλές φορές τόσο αποτρεπτικό, όσο το να πηγαίνεις σε μια συγκέντρωση που κυριαρχείται από κανόνες και διαταγές. Οι οργανώσεις και οι συλλογικότητες που έχουν φτιαχτεί για συγκεκριμένους πολιτικοκοινωνικούς σκοπούς πρέπει να αυτοδιευθύνονται σαν δημόσια και όχι σαν ιδιωτικά σώματα. Αν η οικειότητα και η ανεπισημότητα ξεπερνούν ένα ορισμένο βαθμό, δημιουργούν ιδιωτικές  λέσχες.  Συμμετέχουμε σε οργανώσεις όχι μόνο για να επιτύχουμε ένα συγκεκριμένο σκοπό, αλλά είναι και ανθρώπινο να πιάσουμε και φιλίες. Στη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων δε θα έπρεπε να υπάρχουν διαμάχες, αλλά αυτές αναδύονται. Όμως  το ζήτημα είναι πώς αυτές διευθετούνται χωρίς τον κίνδυνο η συλλογικότητα να ολισθήσει  σε εικοτολογία και προσωποπαγές κλειστό σχήμα.

Ο Μάρσαλ Κόλμαν  γράφει σχετικά: (β)

 

  «… Κάποτε δούλευα σ' ένα μικρό κέντρο κοινωνικής δράσης στο Λονδίνο. Υπήρχαν, ακόμα και σ' αυτή τη μικρή οργάνωση, φασαρίες και μερικοί τα βρίσκανε καλύτερα μεταξύ τους από ότι με τους άλλους. Μιας και όλοι ήταν εκεί κύρια για να κάνουν κάποια δουλειά, το γεγονός ότι σε μερικούς δεν άρεσαν οι άλλοι δεν είχε καθόλου σημασία. Μερικοί όμως  ψάχνονταν διαφορετικά. Θεωρούσαν (όχι όλοι)  ότι θα έπρεπε να είναι ανοιχτοί μεταξύ τους για τα συναισθήματα τους και δεν θα έπρεπε να καλύπτουν τις εχθρότητες που παραμόνευαν κάτω απ' την επιφάνεια. Ουσιαστικά ζητούσαν να είναι περισσότερο οικείοι μεταξύ τους και λιγότερο τυπικοί. Τους επηρέασαν όλους να συμμετέχουν σε μακρές συναντήσεις στις οποίες όλα θα τα έβγαζαν στη φόρα. Οι συναντήσεις αυτές ήταν καταστροφικές. Δεν ήταν δυνατόν να θεραπευτούν οι διαφορές γιατί ήταν βασισμένες σε διαφορές προσωπικότητας. Αυτοί που τα περνούσαν ιδιαίτερα άσχημα με τους άλλους, ποτέ δεν θα μπορούσαν να κάνουν κάτι μαζί τους έξω απ' τη δουλειά του κέντρου. Η σχέση τους δεν ήταν στενή και έτσι δεν ήταν σωστό να προσπαθήσουν να ξεδιαλύνουν τις διαφορές τους με «φιλικές» συναντήσεις. Αυτό που τελικά συνέβη είναι ότι οι πικρίες βάθυναν και υπέφερε η δουλειά της οργάνωσης. Η πίεση για οικειότητα ήταν μια προσπάθεια δημιουργίας αυτού που η Σήλα Ροουμπόθομ ονόμασε «Αναγκαστική Ομοφωνία». Εκεί όπου η οικειότητα είναι ακατάλληλη, οπωσδήποτε θα είναι αναγκαστική…».(γ)

   Η οικειότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν τρόπος κυριαρχίας στους άλλους,  ενώ οτιδήποτε διαφοροποιεί τις προσωπικές μας σχέσεις πρέπει να ενθαρρύνεται. Αλλά  μάλλον στις στενές σχέσεις γενικά, έχει δοθεί υπέρμετρο βάρος σε σχέση με το σύνολο των διαπροσωπικών σχέσεων.

   «Παραχωρώντας τόσο μεγάλο ρόλο στην οικειότητα συνεχίζουμε την ίδια διαδικασία που έχει νεκρώσει τη δημόσια ζωή. Οι στενές σχέσεις καταναλώνουν πολύ προσωπική ενέργεια και υπάρχει ένα όριο στον αριθμό των στενών σχέσεων που μπορούμε να βαστάξουμε. Το στρες στη οικειότητα εμπνέεται απ' την επιθυμία να φέρουμε ίδιους ανθρώπους κοντά και να τους κάνουμε πιο φιλικούς μέσα σε ένα όλο και πιο κλειστό κύκλο. Αν οι μόνες δυνατές σχέσεις είναι οι στενές, αν καταναλώσουμε όλη μας την ενέργεια σ' αυτές, οι ευρύτερες σχέσεις θα υποφέρουν και η δημόσια ζωή θα ατροφήσει. Χρειαζόμαστε οικειότητα, αλλά αν επιμένουμε να κάνουμε όλες τις σχέσεις στενές τότε θα πρέπει να υποφέρουμε από τη δημόσια αδιαφορία, το κενό βλέμμα στο σιδηροδρομικό βαγόνι, τη δημόσια σιωπή».

   Ένα πράγμα που απαιτεί η οικειότητα είναι η ειλικρίνεια. Ζούμε μια ανειλικρινή εποχή και αν κάποιος είναι ειλικρινής συγχωρούμε πολλά ελαττώματά του. Π. χ. δείτε τι γίνεται με τους επαγγελματίες πολιτικούς, ένας πολιτικός μπορεί να είναι ανίκανος, ηλίθιος και απληροφόρητος, αλλά ο κόσμος  λέει: «τουλάχιστον είναι ειλικρινής». Νομίζουμε ότι είναι καλύτερο να είσαι ειλικρινής συνέχεια. Ωστόσο μερικές φορές είναι καλύτερο να είσαι λιγότερο ειλικρινής, (δ) (εννοείται, φυσικά, όχι ψεύτης) ιδιαίτερα στις μη στενές σχέσεις, που μπορεί να κατανικηθούν από την υπερβολική ειλικρίνεια. 'Όταν ρωτάς μια γνωριμία σου πως είναι, δε θέλεις απαραίτητα να ξέρεις όλα όσα αισθάνεται εκείνη τη στιγμή. Αν πρόκειται να αναπτυχθεί η δημόσια ζωή, οι άνθρωποι πρέπει να είναι λογικά ευγενικοί μεταξύ τους. Αλλά το να είσαι ευγενικός αποκλείει την τέλεια ειλικρίνεια.

Οι σχέσεις μεταξύ αγνώστων δεν μπορούν να διεξαχθούν με τον ίδιο τρόπο όπως οι σχέσεις μεταξύ οικείων. Αν δεν υπάρχει καμιά απόκρυψη στη σχέση μεταξύ αγνώστων, τότε αυτές είναι στενόχωρες και τυπικές, γιατί όλοι ψάχνουν να πουν το σωστό, ή στενάχωρα στενές, όπως οι εκμυστηρεύσεις ενός πιωμένου.

   Η έλλειψη πραγματικής κοινωνικότητας στη σύγχρονη δημόσια καπιταλιστική ζωή δείχνει τις αδυναμίες των λύσεων. Η ανωνυμία της ζωής στην πόλη ενθαρρύνει τους ανθρώπους να καλυτερεύουν ή να χειροτερεύουν την ποιότητα των προσωπικών σχέσεων τους. 

   Οι κολεκτίβες που είχαν - έχουν δημιουργηθεί για συγκεκριμένες δουλειές, οι καταλήψεις και πολλές φορές τα στέκια – κοινωνικά κέντρα αν και  έχουν επιτύχει πολλά, δεν δημιούργησαν μια αληθινή δημόσια κοινωνικότητα, μια δημόσια σφαίρα, και μετατρέπονται (όχι όλες)  λίγο πολύ σε ιδιωτική σφαίρα. Γράφει ο  Μάρσαλ Κόλμαν: «Ακόμα και τα αυστηρά κοινόβια που αρνούνται κάθε τι το ιδιωτικό στα μέλη τους, (άκουσα για ένα τέτοιο κοινόβιο που έβγαλε όλες τις πόρτες απ' το σπίτι) αγγίζουν μόνο αυτούς που ζουν μέσα.

   Το προσωπικό - πολιτικό δεν θα πρέπει να περιορισθεί στις ιδιωτικές σχέσεις μιας μειονότητας, αλλά θα πρέπει  οι συλλογικότητες να ενδιαφέρονται για το πώς  οι στενές προσωπικές σχέσεις,  εκτός από προσωπικές να  οδηγούν στην αμοιβαιότητα, την  κοινωνικότητα και τη δημόσια ζωή. Αν δεν το κάνουν αυτό, τότε απλά θα δίνουν όλο και μεγαλύτερη προσοχή και χώρο στις ιδιωτικές σχέσεις όλο και λιγότερων ανθρώπων.  Έτσι, μετακινούνται από το κέντρο της πολιτικής- κοινωνικής ζωής στο περιθώριο». Στο τέλος ή που καταντάνε λατρεία των «ελάχιστων εκλεκτών», ή που διαλύονται.

   Μέχρι την πρώτη μεταπολεμική  γενιά, αυτή των πατεράδων μας, διατηρούνταν μια σχέση ισορροπίας μεταξύ της τυπικότητας (ευγένειας) και της ζεστής οικειότητας. Κάποτε οι επαναστάτες και οι εργάτες πήγαιναν με τα καλά τους ρούχα στις συνελεύσεις και τις θεωρούσαν τόσο σημαντικές,  που η διαγραφή τους από αυτές ήταν μια από τις μεγαλύτερες ποινές (άλλα ήθη, θα μας πείτε). Σήμερα έχουμε μεταφέρει το μπαράκι στη συνέλευση! Αφήστε που ο ήχος από τα κινητά τηλέφωνα  έρχεται να κλέψει τον συνελευσιακό χρόνο και η μη συμμετοχή σε αυτές είναι που εκβιάζει την έννοια της συλλογικότητας. Αν όντως μεταφέρουμε τις χαλαρές μας σχέσεις στο δημόσιο χώρο που λέγεται συνέλευση, τότε είτε κάνουμε όλη την ζωή μας σχολαστική διαδικασία είτε εκχυδαΐζουμε τις συλλογικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Αν συμβαίνουν τα προηγούμενα, τότε επιβεβαιώνουμε το κύριο επιχείρημα  των  αφεντικών  για την ιδιώτευση-ιδιωτεία: «Δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο οικογένειες και κράτος»!

     Εμείς όμως ξέρουμε  ότι για να ανατραπούν τα αφεντικά και να γκρεμίσουμε την οργάνωση τους το κράτος,  πρώτα από όλα χρειάζεται οι ανατροπείς να έχουνε μεταξύ τους κοινότητα απόψεων, ιδεών και πεποιθήσεων. Από αυτή την κοινότητα εκπορεύονται οι κοινές θελήσεις.  

                                                         

Γιώργος Μεριζιώτης

από G 10/07/2012 1:41 πμ.


{… Η διαστρέβλωση τον εννοιών και του λόγου είναι  μια πολύ παλιά τακτική των διανοούμενων απολογητών των κυρίαρχων τάξεων για να θολώνουν τα νερά και να προκαλούν σύγχυση στους κυριαρχούμενους (Ο Ράουτερ παρατηρούσε από την δεκαετία του 60 κιόλας στο "Η Κατασκευή Υπηκόων" ότι: "όσο ασαφέστερα εκφράζεται κανείς, τόσο περισσότερο μένει κρυμμένο το ψέμα που υπάρχει στον λόγο του..").

Γίνεται, λοιπόν αναγκαίο να επανεισάγουμε στον καθημερινό μας λόγο τον επαναστατικό “ρομαντισμό”. Να “απόκαθάρουμε” τον επαναστατικό αναρχικό λόγο από τον επιστημονισμό,  την αστική κοινωνιολογία, τη φιλελεύθερη ατομικιστική πολυλογία και να τον εμπλουτίσουμε στο σήμερα. Παραμένοντας  πάντα αθεράπευτα «ρομαντικοί» επαναστάτες, σε μια εποχή που η κοινωνική επανάσταση (ως κοινωνικό «πέρασμα») φαντάζει αδύνατη, συνεχίζουμε να οραματιζόμαστε την επαναστατική προοπτική ως ανοιχτότητα προς την ελευθερία, την κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα.

   Εν ολίγοις, συνεχίζουμε να αρνούμαστε το τέλος της  κοινωνικής ιστορίας.   Για μας, η ζωή αποκτάει νόημα με τον αγώνα για  να είναι κανείς άνθρωπος, σε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και εξουσία. Χωρίς αυτό τον αγώνα, χωρίς την πάλη για την αναρχία, η ζωή είναι άνευ νοήματος.

Η επανεμφάνιση των αναρχικών-ελευθεριακών ιδεών στην Ελλάδα, σχεδόν 70 χρόνια (από τις αρχές του 20ου αιώνα) μετά από τις τελευταίες συγκροτημένες συλλογικές (και εν πολλοίς αποτυχημένες) απόπειρες δημιουργίας αναρχικού κινήματος –αφού επικράτησαν και  κυριάρχησαν οι ολοκληρωτικές ιδέες της δεξιάς, αλλά και της αριστεράς διαχείρισης του κράτους- ήταν ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός που πολλοί θέλησαν στην αρχή να αποκρύψουν ή να αποσιωπήσουν.

Είναι στην νέα περίοδο, αρχής γενομένης από την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 73 ενάντια στην δικτατορία, όπου  μέσα από τις στάχτες της καταστολής αυτής της εξέγερσης δηλώνει ξανά  δημόσια και ανοικτά την παρουσία του και ο αναρχικός- ελευθεριακός λόγος. Αυτό σηματοδοτεί αλλά και νοηματοδοτεί  το  αναρχικό κίνημα και την μετέπειτα πορεία του, μέχρι και σήμερα. 

Τριανταπέντε χρόνια μετά, μέσα από  αδιάλειπτη και συνεχή  παρουσία και δράση, το αναρχικό κίνημα αρχίζει να περνά σιγά -σιγά στην «ενηλικίωση» του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει ιαθεί πλήρως από τις «παιδικές του ασθένειες». Από αυτή την άποψη είμαστε ένα από τα νεότερα κινήματα της Ευρώπης, ένα κίνημα γενιάς.

Σήμερα έχει ξεκινήσει μια νέα κατάσταση, μια εξέλιξη, που εκ των πραγμάτων μας σπρώχνει σε μια συζήτηση στο εσωτερικό του κινήματος. Αυτό το «εκ των πραγμάτων» προέρχεται από τη δυναμική και τη δράση που παράγει αυτό το κίνημα, αλλά και από τις νέες καταστάσεις που προωθεί το κράτος και ο καπιταλισμός. Η ιστορία, όμως, δεν περιμένει τους βραδυπορούντες! Είτε θα μας ξεπεράσει είτε θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στα ζητήματα του καιρού μας δίνοντας προοπτική στο λόγο μας μέσα σε αυτές τις «νέες» συνθήκες «επανίδρυσης» του καπιταλισμού. Αλλά για να απαντήσουμε χρειάζεται να μπούμε σε μια διαδικασία αυτογνωσίας. Ο καθένας από εμάς, αλλά και συνολικά το κίνημα, χρειάζεται να απαντήσει στο ερώτημα που μας τίθεται ακόμα και σε υπαρξιακό επίπεδο: «ποιοι είμαστε , πού πηγαίνουμε και τι θέλουμε». Όπως και το πώς και με ποιους τρόπους από ένα κατακερματισμένο κίνημα διαμαρτυρίας και πολλές φορές περιχαρακωμένης η σεκταριστικής δράσης, θα κατορθώσουμε να θέσουμε το κοινωνικό και πολιτειακό μοντέλο του καπιταλισμού σε ιστορική αμφισβήτηση. Αυτά τα ερωτήματα στέκονται αμείλικτα μπροστά μας. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σημείο καμπής. Ένας κύκλος κλείνει και για να ανοίξει ένας νέος,  όμως για να αρχίσει η πραγματική συζήτηση,  χρειάζεται ο αναρχισμός να ξαναβρεί την προταγματική κοινωνική του φύση.

Ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή είναι η συνειδητοποίηση και η προσπάθεια εξάλειψης μιας σημαντικής  αντίφασης που υφίσταται εντός του κινήματος και που  για μας τους αναρχικούς παίρνει πολλές φορές οριακές διαστάσεις. Το δέον είναι, εφόσον την αναγνωρίζουμε, να καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για την άρση της. Το μη δέον είναι το να την αγνοούμε, αλλά και όταν παρα-δεχόμαστε την ύπαρξη της να μην είμαστε διατεθειμένοι να πράξουμε για την υπέρβασή της.

Ενώ κατανοούμε ότι κουβαλάμε συνήθειες και αντιλήψεις του κόσμου που ζούμε (αλλά και θέλουμε να αλλάξουμε), γνωρίζοντας ότι υπάρχουν ατομικές και συλλογικές ανε-πάρκειες (κανείς τέλειος, όχι με την θρησκευτική έννοια ούτε με την φιλοσοφική τελεολογία), πολλές φορές αναπαράγουμε αυτόν τον κόσμο στο εσωτερικό μας, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αυτό καταντάει την αναρχία αναξιόπιστη και χιμαιρική επιβεβαιώνοντας αυτούς που ισχυρίζονται ότι είναι αδύνατες οι κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων χωρίς ιεραρχία και κυριαρχία.

Το μη δέον είναι, ότι ξέροντας  πως από το κέλυφος της παλιάς κοινωνίας θα γεννηθεί η νέα, δε βρίσκουμε εκείνες τις διαδικασίες και τα συλλογικά εκείνα εργαλεία  για να αποτρέπουμε την αναπαραγωγή αυτών των παλιών συνηθειών στις μεταξύ μας σχέσεις (ιδιαίτερα όταν οι παλιές συνήθειες αναπαράγονται με την μορφή της «άτυπης ιεραρχίας» και των διευθυντηρίων λήψης αποφάσεων που είναι δύσκολο λόγω του ότι είναι «αόρατα» να ελεγχθούν και να εξαλειφθούν).

Το δέον είναι, το να παλεύουμε να ξεπεραστεί, όσο είναι δυνατόν, η συνείδηση της ιεραρχίας-κυριαρχίας και των διακρίσεων-προνομίων μεταξύ των ανθρώπων (ιδιαίτερα στον τρόπο που παίρνουμε και υλοποιούμε τις συλλογικές μας αποφάσεις) και το να μη φοβόμαστε να πειραματιστούμε με νέες πρακτικές, ενάντια στη δύναμη της συνήθειας που παράγει συντηρητισμό.

 Ο αναρχισμός θεωρεί ως μία από τις πρώτιστες αρχές του τη  θέση βάσει της όποιας μόνον ελευθεριακά μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν (και όχι απλώς «θα έπρεπε να χρησιμο-ποιηθούν»), για να οικοδομηθεί με επιτυχία μια ελευθεριακή  κομουνιστική κοινωνία. Αυτή είναι  και η σημασία της άποψης του Μπακούνιν (η οποία θεωρήθηκε σαν ένας παραλογισμός από μερικούς αντιπάλους του), όταν υποστήριζε  ότι «η ελευθερία μπορεί να δημιουργηθεί μόνον από την ελευθερία». Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, το αναρχικό – αντιεξουσιατικό κίνημα πρέπει να είναι ένας μικρόκοσμος της νέας κοινωνίας, η οποία, τοιουτοτρόπως, έρχεται στο φως «δημιουργημένη μέσα στο κέλυφος της παλιάς».

Η νέα ανθρωπότητα δεν μπορεί να δημιουργηθεί για να ζήσει σε μια κοινότητα χωρίς κυριαρχία, εάν καθοδηγείται από  επαναστατικές ελίτ (κάτοχοι του μυστικού της φύσης του  επαναστατικού κινήματος), ή εάν οι δομές των επαναστατικών οργανώσεων είναι διαμορφωμένες με βάση τα μοντέλα  τυπικά ή άτυπα των ιεραρχημένων οργανώσεων της αστικής κοινωνίας.

Οι ελευθεριακές δομές πρέπει, αντιθέτως, να εμπεριέχουν την ανάπτυξη της αυτοσυνείδησης, της υπευθυνότητας, της αυτοδιεύθυνσης, της αυτοπειθαρχίας και της ελεύθερης δραστηριότητας. Η νέα ανθρωπότητα όταν και εφόσον θελήσει να λέγεται νέα πρέπει να δημιουργηθεί  όχι διά μέσου μιας νέας κατάκτησης της εξουσίας, αλλά με τη δημιουργία νέου τύπων ανθρωπίνων κοινωνικών  σχέσεων.

 Ένα δεύτερο βήμα είναι να αφήσουμε κατά μέρος τους ισχυρισμούς ότι «οποιαδήποτε οργάνωση οδηγεί αναπόφευκτα στην ολιγαρχία» (αυτή είναι μια κατάσταση που ταιριάζει καλύτερα στη ζωή της αρκούδας). Στην ανθρώπινη διάσταση δε χρειάζεται να αποδεικνύουμε το αυταπόδεικτο, ότι δηλαδή στη μοναξιά δεν τίθεται ζήτημα ελευθερίας, στη μοναξιά δεν τίθεται ζήτημα ισότητας. Όσο εμείς οι αναρχικοί δεν προτείνουμε μια άλλη εφικτή οργάνωση της κοινωνίας (όχι με την μορφή του σχεδιασμού αλλά με την μορφή της υπέρβασης του υπάρχοντος), όσο εμείς οι αναρχικοί δεν διάγουμε ένα βίο όσο το δυνατόν κοντά στις αρχές μας, αλλά και με το παράδειγμα μας σαν στάση ζωής (άλλωστε για να αλλάξουμε τον κόσμο χρειάζεται να αλλάξουμε και τους εαυτούς μας), τόσο θα διαιωνίζεται στις συνειδήσεις των καταπιεσμένων-εκμεταλλευομένων της σημερινής εποχής  ο ιστορικός ρόλος  της οργάνωσης του καπιταλισμού, το  σύγχρονο εθνικό ή διεθνοποιημένο κράτος, η ιεραρχία και η κυριαρχία σε όλα τα επίπεδα που απορρέουν από αυτό…}

 Ένα κίνημα που αγνοεί ή αποστρέφεται την κοινωνική ιστορία, αλλά και την ιστορικότητά του, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να βρίσκεται διαρκώς στο νησί των λωτοφάγων.     

                                                                                 

                                                                                 Γ. Μεριζιώτης

 

 

από G 10/07/2012 2:05 μμ.


Η οργάνωση Ιστός

«… Αν θέλουμε να επιτελέσουμε κάτι πραγματικά χρήσιμο, η συνεργασία είναι απόλυτα αναγκαία – σήμερα περισσότερο από ποτέ. Αναμφίβολα, η συνένωση πρέπει να είναι τέτοια που να επιτρέπει την πλήρη αυτονομία των ατόμων που συμμετέχουν και η ομοσπονδία πρέπει να σέβεται αυτή την αυτονομία στην περίπτωση των ομάδων. Καλό θα είναι, όμως, να απορρίψουμε την πεποίθηση ότι η έλλειψη οργάνωσης αποτελεί εγγύηση ελευθερίας. Όλα αποδεικνύουν ότι ισχύει το αντίθετο.  Οι κρίσεις από κάποιες πολεμικές μπορεί να δείχνουν ότι υπάρχουν αναρχικοί που απεχθάνονται κάθε είδους οργάνωση. Αλλά στην πραγματικότητα οι πολλές, πάρα πολλές, συζητήσεις για αυτό το θέμα, ακόμα και όταν κρύβονται από γλωσσικές ερωτήσεις ή φαρμακώνονται από προσωπικά ζητήματα, αφορούν τους τρόπους και όχι την πραγματική αρχή της οργάνωσης. Έτσι συμβαίνει όταν αυτοί οι σύντροφοι, που μοιάζουν οι πιο εχθρικοί προς την οργάνωση, θέλουν πραγματικά να κάνουν κάτι να οργανώνονται όπως και εμείς οι υπόλοιποι και συχνά πιο αποτελεσματικά. Το πρόβλημα, επαναλαμβάνω, είναι μόνο στους τρόπους … ».  Ερρίκο Μαλατέστα

 Δε φετιχοποιούμε την οργάνωση, η οργάνωση δεν είναι το παν και δεν επιτρέπει να χαθούν ή να κερδιθούν τα πάντα.  Είμαστε της άποψης, ότι  καλύτερα μη οργανωμένοι παρά άσχημα οργανωμένοι. Όπως  επίσης, ότι όταν μια οργάνωση φτάνει στα όρια της και δεν έχει να δώσει τίποτα πλέον, καλό είναι να διαλύεται για να μην παγώνει στο χρόνο και να γίνεται απολίθωμα. Θα επαναλάβουμε με έναν κουραστικό τρόπο ότι: Οι οργανώσεις μας είναι συλλογικές οντότητες - ζωτικότητες και προπάντων αντιθεσμίσεις, στις οποίες η αναρχία σαν κοινωνική δυνατότητα βιώνεται προς τα μέσα και  επιβεβαιώνεται προς τα έξω  (όσο γίνεται) σε μικρογραφία. Οι οργανώσεις μας,  δεν πρέπει να είναι μόνο λειτουργικά εργαλεία σαν των εξουσιαστών όπου ένα πεφωτισμένο διευθυντήριο τις χρησιμοποιεί   για να καταλάβει την κυβερνητική εξουσία είτε με τις εκλογές είτε με έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα.   

  Οργάνωση σημαίνει και οργανισμός (συνασπισμός κυττάρων). Τι παραπάνω από ομοσπονδία κυττάρων είναι ο οργανισμός του ανθρώπου και των άλλων πλασμάτων; Έτσι βλέπουμε την οργάνωση. Σαν μια φυσική κατάσταση. Οι οργανώσεις που προτείνουν οι αναρχικοί είναι ζωντανοί οργανισμοί, αντιθεσμίσεις, μια ρωγμή μέσα στον ιστορικό χωρόχρονο της κυριαρχίας. Γι΄αυτό είναι δύσκολο για τους αναρχικούς λόγω του  ότι εναντιώνονται στην πραγματικότητα (δηλαδή το κράτος, την κάθετη υπερδομή), να είναι υποχρεωμένοι να ζουν μέσα σε αυτή την πραγματικότητα και παράλληλα να της εναντιώνονται. Από εδώ προκύπτει πολλές φορές η δυσπιστία για την οργάνωση αλλά και  ο φόβος για πειραματισμό, φόβος για τυχόν λάθη, παραλείψεις και αποτυχημένες προσπάθειες.  Εμείς δεν έχουμε να ακολουθήσουμε καμιά πεπατημένη σε σχέση με τους εξουσιαστές και ιδιαίτερα της αριστεράς που αναπαράγουν τις αστικές  κάθετες δομές (το λενινιστικό «κόμμα νέου τύπου») είτε σε χαλαρή είτε σε σφιχτή μορφή στο εσωτερικό τους.   

Η πρόταση μας για την ομοσπονδία (οργάνωση ιστός), θα συζητηθεί πιο αναλυτικά όταν υπάρξουν οι προϋποθέσεις και  φυσικά όταν βρεθούν τα άτομα και οι ομάδες που θα επιδιώξουν κάτι τέτοιο (εμείς εδώ απλώς παραθέτουμε μια πρόταση),

δεν έχουμε παρά να συμφωνήσουμε σ΄αυτό που υποστηρίζανε παλιά κάποιοι σύντροφοι: «… η Οργάνωση, θα πρέπει να απορρέει απ΄ την ενότητα ως προς το σκοπό και τη δράση … …Απ΄ τις ίδιες τις  ομάδες, που συνενώνονται σιγά - σιγά μέσα από τη δράση, πρέπει να ξεπηδήσει η αναρχική ομοσπονδία κι όχι επειδή θα έχει αποφασιστεί η δημιουργία μιας ομάδας επιφορτισμένης να οργανώσει αυτήν την ομοσπονδία…».

Προς το παρόν περιοριζόμαστε σε ένα δυο πράγματα μόνο. Η ομοσπονδία ιστός,   είναι διεύρυνση της αντιθέσμισης στο χωρόχρονο  και παράλληλα  δίκτυο  και συνασπισμός  δράσης.  Μπορεί επίσης να είναι και ένα  εργαστήριο πειραματισμού του πώς μπορούν να λειτουργήσουν στο σήμερα και στην πράξη οι οριζόντιες κυκλικές αντιιεραρχικές δομές  και αρχές λειτουργίας, όπως  και πολλές από τις αναρχικές αρχές σε ένα διευρυμένο σύνολο ανθρώπων και να επαληθευτούν στην πράξη.

Όπως βλέπετε στα  σχήματα 4α, 4β, η οργάνωση ιστός είναι ένα ομόκεντρο, παράλληλο και πολυεπίπεδο σύστημα σχέσεων. Το μόνο κέντρο που έχει, είναι η συμφωνία των κοινών αποφάσεων  και η υλοποίησή τους από αυτούς που έχουν συμφωνήσει. Παράλληλα, όπως βλέπετε, υπάρχουν άπειρες διαδρομές προς όλες τις κατευθύνσεις για τη σύναψη των πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων των ομάδων και των ατόμων μεταξύ τους.                                                           

 Δεν υπάρχει το «από κάτω προς τα πάνω», ούτε το «από πάνω προς τα κάτω», αλλά από το κατώτερο στο ανώτερο, από το μοριακό στο πολυσύνθετο, από το μερικό στο ολικό, από το συνειδητό στο αυθόρμητο και το αντίστροφο. Δεν είναι οριζόντιο γιατί είναι κυκλικό. Δεν είναι η οριζοντικοποίηση του κύκλου. Δεν είναι ούτε το πίσω ούτε το μπροστά. Στην οριζόντια σχέση κάποιος είναι στην αρχή, κάποιος είναι στη μέση και κάποιος είναι πιο μπροστά, ενώ στην κυκλική δεν υπάρχει αρχή, μέση ή τέλος. Η γνώση και η εμπειρία διαμοιράζεται προς όλες τις κατευθύνσεις εκ των πραγμάτων.  Παράλληλα, εμπεριέχει το στοιχείο της αλληλοκάλυψης και της αλληλοσυμπλήρωσης.

 Στρατηγικά, αν καταστραφεί μια διαδρομή υπάρχουν άπειρες άλλες για να πας εκεί ή όπου αλλού θες και δεν είσαι μόνος και εκτεθειμένος. Επίσης, είναι   η οριζόντια κυκλική σχέση αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο και στο κράτος, από τον αγώνα για να είναι κανείς άνθρωπος μέσα σε μια ανθρώπινη κοινωνία.

«… Δεν πρέπει να φοβόμαστε να δανειστούμε, οφείλουμε ό­μως να παραμείνουμε αμετακίνητοι στις ιδέες μας. Πρέπει να δημιουργήσουμε τόπους ελευθεριακού πειραματισμού, όπου θα μπορούμε να ζούμε και να δοκιμάζουμε μορφές αυτοκυβέρνησης και κοινωνικής αλληλεγγύης, λέγοντας όχι στη διδαχή ενός και μόνο μοντέλου, ναι σε πολλά περισσότερα. Πολυσθενείς, πολυκεντρικοί και άκεντροι τόποι, χωρίς ιεραρχίες και γραφειοκρατίες στο εσωτερικό τους, ικανοί να γεννούν καινοτομίες και πολιτιστικές ανατροπές, να είναι δημιουργικοί και χωρίς προκαταλήψεις, αποτελώντας παραδείγματα για το πώς μπορεί να φτιαχτεί και να υπάρξει μια κοινωνία. Στιγμές συλλογικής αυτοκυβέρνησης, ελευθεριακά κοινωνικά κέντρα, ελευθεριακά σχολεία, ελευθεριακοί δήμοι οργανωμένοι από τα κάτω, δυνατότητα για όποιον επιθυμεί να προβεί σε κοινούς πειραματισμούς και οτιδήποτε άλλο έρχεται στο μυαλό που αντιπροσωπεύει και δείχνει την κοινωνία την οποία επιθυμούμε…».

   Θα αφήσουμε σκόπιμα να αιωρείται το αφηρημένο, ανεπεξέργαστο του θέματος. Όχι γιατί είμαστε πιο έξυπνοι και έχουμε κάποια λύση στο τσεπάκι μας, αλλά για να αφεθεί η φαντασία όλων να οργιάσει και να αυτοσχεδιάσει, άλλωστε στην πράξη και στην καθημερινή ζωή επαληθεύονται η διαψεύδονται όλα. Πολλές φορές  λέμε γνωστοί ή άγνωστοι κύκλοι ή στους κύκλους των αναρχικών, δε λέμε στους οριζόντιους αναρχικούς!


 

 

Σημειώσεις

 

1Ποιες είναι οι βασικές αρχές αυτοδιεύθυνσης; Θα τις αναφέρουμε σύντομα.

Αυτοδιεύθυνση σημαίνει εξ΄ ορισμού αυτοκαθορισμός. Αποκλείει τη διεύθυνση άλλων, την κυριαρχία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο.  Αποκλείει, όχι μόνο τη διαρκή  νομική κατοχυρωμένη εξουσία του κράτους με τους καταπιεστικούς θεσμούς, αλλά απαιτεί την κατάργηση της αρχής του κράτους από τις ανεπίσημες ενώσεις του λαού: από τα συνδικάτα, από τους χώρους εργασίας και από τις μυριάδες συσπειρώσεις  και σχέσεις που συγκροτούν την κοινωνία.

Η Αυτοδιεύθυνση, εξ΄ ορισμού, είναι η ιδέα ότι οι εργάτες (όλοι οι εργάτες περιλαμβανομένων των τεχνικών , των μηχανικών, των επιστημόνων, προγραμματιστών, των συντονιστών, όλων), που απασχολούνται με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών μπορούν οι ίδιοι να διευθύνουν και να συντονίζουν αποτελεσματικά την οικονομική ζωή της κοινωνίας. Αυτή η πίστη στηρίζεται σε τρεις αδιαχώριστες αρχές: 1) πίστη στη δημιουργική ικανότητα των μαζών, στον διασυρμένο “κοινό άνθρωπο” και όχι σε μια αριστοκρατική τάξη “ανώτερων”  ανθρώπων, 2) αυτονομία (αυτοκυβέρ- νηση), 3) αποκέντρωση και συντονισμός, με την ελεύθερη συμφωνία του φεντεραλισμού (ομοσπονδιοποίηση). 

 

2) Ενώ έχουμε απομακρυνθεί πολύ από την εποχή της βιομηχανικής αστικής πρωτοσυσσώρευσης κεφαλαίου και την προβληματική της, στην πραγματικότητα όμως δεν την εγκαταλείψαμε ποτέ, γιατί αυτό που έχει σημασία είναι ότι το προλεταριάτο, στον εμπειρικό προσδιορισμό του, από τη μια δεν είχε εκληφθεί μόνο σαν οι χειρώνακτες εργαζόμενοι, οι παραγωγοί, αλλά προπάντων σαν η δυνατή ελευθερία. Από την άλλη οριζόταν αρνητικά για να τονιστεί ότι αποτελεί το αντίθετο της αστικής τάξης. Μέσα σε μια κατάσταση όπου η μεγάλη τάση του σύγχρονου κόσμου είναι - για πρώτη φορά σε τέτοιο μέγεθος στην ιστορία - η πολιτική πόλωση της κοινωνίας σε δύο τάξεις, η αστική τάξη έχει στην κατοχή της τα μέσα παραγωγής και απολαμβάνει από αυτά, ενώ το προλεταριάτο ούτε τα έχει στην κατοχή του, ούτε απολαμβάνει τίποτα. Προτιμούμε να λέμε «έχει στην κατοχή της» και όχι «είναι ιδιοκτήτρια», για να κάνουμε πιο φανερό ότι η νομική ιδιοκτησία είναι ένα ιδεολογικό εποικοδόμημα που μπορεί να αντικατασταθεί από ένα άλλο. Για παράδειγμα με τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τη κομματική - κρατική γραφειοκρατία.

   Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Αντίθετα, τα διαπλέκει, τα εντείνει και το κυριότερο τα μεταθέτει στο χρόνο. Ούτε τα ζητήματα της φτώχιας διευθετεί. Αυξάνει τόσο την σχετική όσο και την πραγματική φτώχια, εν μέσω αφθονίας -εδώ να σημειώσουμε ότι είναι πράξη ελευθερίας το να επιλέξεις να ζεις λιτά, αντίθετα όταν σου το επιβάλλουν είναι πράξη καταναγκασμού- ούτε τα νέα ζητήματα ελευθερίας,  ούτε τα οικολογικά προβλήματα που διογκώνονται και προσπαθούν να μας πείσουν οι ελίτ ότι είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι. Για να επανέλθουμε στο θέμα μας, τα ζητήματα ποιότητας ζωής, και το οικολογικό -  κλιματικό πρόβλημα  είναι άμεσα συνδεμένα με τα κοινωνικά και ταξικά - ζητήματα.

   Από αυτή την πλευρά, οι υπάλληλοι, οι τεχνικοί, οι μαθητές και οι λούμπεν (τα κατώτερα στρώματα του συστήματος), έχουν την ίδια αντιληπτική στάση, είναι διαθέσιμοι όπως και οι εργάτες.

   Η ενότητα των «λούμπεν» και των «μηχανικών», η σύγχρονη περιθωριακότητα «των φοιτητών χωρίς διπλώματα και των πτυχιούχων χωρίς δουλειά», οι περιθωριοποιημένοι μικρό συνταξιούχοι, οι προλεταριοποιημένοι μικροί αγρότες, ακόμα και οι μετανάστες μπορεί να βρεθούν και να είναι κάποια στιγμή διαθέσιμοι.

   Ενάντια σε μια διαταξική αντίληψη στιρνερικού δεξιόστροφου λόγου που αναπαράγεται τον τελευταίο καιρό στον ελλαδικό αναρχικό χώρο, εμείς προτείνουμε το παρακάτω περίγραμμα που λίγο ως πολύ ισχύει και για την ελληνική κοινωνία χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στις σημερινές συνθήκες δε χρειάζεται μια νέα πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση των  κοινωνικών συνθηκών που διαμορφώνει ο καπιταλισμός, όπου εννοείτε ότι μέσα σε αυτές ζούμε και αγωνιζόμαστε.

   Άλλωστε κάνοντας μια κοινωνική χαρτογράφηση του αναρχικού κινήματος  τη χώρα μας θα δούμε ότι σε μικρογραφία  από αυτές τις τάξις και υπό κατηγορίες αντλούν διαθεσιμότητα οι αναρχικές ιδέες.

   Η διαφορά εμάς των δρώντων αναρχικών με την υπόλοιπη καταπιεσμένη κοινωνία (δηλαδή πάνω από το 80 τις εκατό του πληθυσμού), έγκειται  στο ότι εμείς βρισκόμαστε σε άλλους χρόνους εξεγερτικούς- επαναστατικούς ενώ αυτή όχι. Ένα μεγάλο μέρος του  αγώνας μάς επικεντρώνεται και πρέπει στον σιν- χρονισμό με την καταπιεσμένη κοινωνία όχι προς την μεριά της αδράνειας αλλά προς την μεριά μας της κοινωνικής επανάστασης .  Ώμος όταν δεν συμβαίνει αυτό βρίζουμε τους καταπιεσμένους – εκμεταλλευομένους υπεκφεύγοντας και παρακάμπτοντας την δική μας ευθύνη  και αδυναμία να προτείνουμε κοινωνικά προγράμματα και συνεκτικές κοινωνικές  δομές,  έτσι ανυψωνόμαστε πάνω από την τάξη μας αποκτώντας μια ελιτίστικη αριστοκρατική νοοτροπία. Είμαστε κατηγορηματικά αντίθετη με αυτή την νοοτροπία, είμαστε σάρκα από την σάρκα αυτής της καταπιεσμένης εκμεταλλευομένης κοινωνίας και ότι πάθη αυτή θα πάθουμε και εμείς, κλίνοντας το προλογικό θα αναφερθούμε σε μια σοφή ρύση ενός συντρόφου και ο νοών νοείτω,  « Πιο εύκολα πεθαίνεις για της ιδέες σου παρά ζώντας με αυτές » . 

3 Ο Αλμπέρ Καμί  γράφει: «… Από το κίνημα εξέγερσης γεννιέται, έστω και συγκεχυμένα η συνειδητοποίηση: Η αντίληψη που ξεπροβάλλει ξαφνικά πως μέσα στον άνθρωπο υπάρχει κάτι με το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να ταυτιστεί έστω και προσωρινά. Μέχρι τώρα αυτός ο συνταυτισμός δεν είχε γίνει αντιληπτός. Ο δούλος άντεχε όλες τις υπερβολικά άδικες πράξεις πριν την εξέγερση. Συχνά μάλιστα είχε δεχτεί χωρίς να αντιδράσει διαταγές πιο καταπιεστικές από εκείνη που προκάλεσε την άρνησή του.  Έκανε υπομονή απωθώντας τες ίσως μέσα του αλλά μια και σώπαινε συνέχισε να δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον για τα άμεσα συμφέροντα του παρά για τη συνειδητοποίηση των δικαιωμάτων του. 

   Χάνοντας την υπομονή του, με την ανυπομονησία μπορεί να αρχίσει ένα κίνημα που μπορεί να επεκταθεί σε κάθε τι που αποδεχόταν μέχρι τότε. Αυτή η ορμή δρα σχεδόν πάντα αναδρομικά. Ο σκλάβος τη στιγμή που απορρίπτει την ταπεινωτική διαταγή του αφέντη του απορρίπτει και την ίδια την ιδιότητα του σκλάβου. Το κίνημα εξέγερσης τον οδηγεί πιο πέρα από την απλή άρνηση. Ξεπερνά ακόμη και το όριο που έθετε στον αντίπαλό του ζητώντας τώρα να τον μεταχειρίζονται ως ίσο …».

  Γιώργος Μεριζιώτης

 

Περισσότερα εδώ: http://eleftheriakos.gr/node/353


ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΟΜΑΔΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑΣ

 

 Του Λουίς Μέρθιε Βέγα

 

Τα περισσότερα κείμενα που αναφέρονται στις ομάδες συγγένειας στα πλαίσια του αναρχικού κινήματος  - εννοώ εκείνα που έχουν γραφτεί από αγωνιστές του κινήματος – είναι μάλλον μαρτυρίες παρά θεωρητικοί ορισμοί. Και επειδή οι πραγματικές καταστάσεις είναι απειράριθμες και σπάνια ταυτόσημες, είναι επόμενο τα χαρακτηριστικά που συνήθως προβάλλονται να μην είναι πάντα τα ίδια.  Ας δούμε, όμως, ποια είναι τα κοινά σημεία στα οποία συμπίπτουν πολλοί συγγραφείς – απ΄ αυτούς, τουλάχιστον, που εγώ γνωρίζω – όταν προσπαθούν να ορίσουν τις ομάδες συγγένειας.

Αυτή καθαυτή η ιδέα της συγγένειας δεν έχει διευκρινιστεί εντελώς. Συγγένεια ιδεών ή συγγένεια ιδιοσυγκρασιών ;  Ή αναγκαστικά και τα δύο ; Στους κύκλους των αναρχικών, λέει ο Σεμπαστιάν Φορ1, η λέξη συγγένεια ‘’εκφράζει την τάση που ωθεί τους ανθρώπους να συσπειρώνονται με βάση την ομοιότητα των επιθυμιών, τη συμφωνία ως προς την ιδιοσυγκρασία και τις ιδέες τους.

Και μέσω της ελευθεριακής σκέψης και δράσης, οι αναρχικοί αντιπαραθέτουν τον αυθορμητισμό και την αυτονομία, στοιχεία με βάση τα οποία πραγματοποιούνται αυτές οι προσεγγίσεις και δημιουργούνται αυτές οι ομάδες, στην υποχρεωτική συνοχή και την καταναγκαστική συνένωση που καθορίζονται από το υφιστάμενο κοινωνικό περιβάλλον’’.  Ωστόσο, δεν είναι τόσο ξεκάθαρη αυτή η εξήγηση ‘ γιατί μπορεί να κανείς να αναρωτηθεί : πώς, δηλαδή, ξεφεύγουν οι αναρχικοί από το ‘’υφιστάμενο κοινωνικό περιβάλλον’’ ;

Ο Μάρραιη Μπούκτσιν αναζητά την ιστορική καταγωγή της ομάδας συγγένειας και κατά παράδοξο τρόπο, την ανακαλύπτει σε μια σχετικά πρόσφατη εποχή, στην Ισπανία : ‘’ Η αγγλική έκφραση affinity group αποτελεί μετάφραση του grupo de affinidad, που στην Ισπανία σήμαινε το βασικό οργανωτικό κύτταρο της Ιβηρικής Αναρχικής ομοσπονδίας, του πυρήνα των πιο ιδεαλιστών αγωνιστών της CNT, της μεγάλης αναρχοσυνδικαλιστικής συνομοσπονδίας’’. 2 Ο ορισμός του είναι πολύ πρωτότυπος : ‘’ ένα είδος διευρυμένης οικογένειας, στην οποία οι δεσμοί συγγένειας αντικαθίσταται με τις στενές ανθρώπινες σχέσεις που βασίζονται στις κοινές επαναστατικές ιδέες και στην κοινή επαναστατική πρακτική’’ Εδώ επανεμφανίζεται η συγγένεια των ιδεών, ενώ η συγγένεια ως προς τη συμπεριφορά εκδηλώνεται σαν ‘’ επαναστατικός τρόπος καθημερινής ζωής’’.

Η ομάδα δημιουργεί έναν ελεύθερο χώρο όπου οι επαναστάτες μπορούν να ξαναφτιάξουν τους εαυτούς τους, τόσο ως άτομα όσο και ως κοινωνικά όντα’’. Πράγμα που μας ξαναφέρνει, με μεγαλύτερη ακρίβεια, στις παρατηρήσεις του γερο – Σεμπαστιέν : η ομάδα κατορθώνει να ξεφύγει από το ‘’κοινωνικό περιβάλλον’’. Ο Μπούκτσιν βεβαιώνει ότι μπορεί να συγκρίνει την ομάδα συγγένειας, όπως λειτουργούσε κατά τη δεκαετία του ΄30 στην Ισπανία (τηρουμένων όλων των αναλογιών και λαμβανομένων υπόψη των συγκυριών), με τις μορφές οργάνωσης που υιοθετήθηκαν από τους βορειοαμερικανούς  ‘’ριζοσπάστες’’, ‘’κοινόβια’’, ‘’οικογένειες’’, ‘’κολεκτίβες’’   

Στην περίπτωση των αγωνιστών των Ομόσπονδων Αναρχικών Ομάδων Ιταλίας, η έμφαση δίνεται στις κοινές ιδέες : οι παραδοσιακές ομάδες συγγένειας ‘’έχουν κοινές ιδέες από γενική όσο και ειδική άποψη, μπορούν … να έχουν συνοχή ως προς τις βασικές αρχές του αναρχισμού και να είναι ταυτόχρονα αποτελεσματικές … ως προς τη λήψη των αποφάσεων ‘’ 3 . Ωστόσο, προσθέτουν: ‘’ η ομάδα συγγένειας έχει συγγένεια ως προς τις ιδέες και απαιτεί επίσης και την πλήρη ανάμιξη σε προσωπικό επίπεδο – πράγμα που είναι απαραίτητο αν λάβουμε υπόψη μας ότι η ομάδα δεν είναι μια ‘’επιχείρηση’’ αλλά η από κοινού βίωση των αγώνων και των συγκρούσεων και σαν τέτοια αφορά και απασχολεί μεγάλο μέρος της προσωπικής ζωής του ατόμου’’.  Ξανασυναντάμε εδώ το διπλό χαρακτήρα της ομάδας συγγένειας, αν και οι Ο.Α.Ο. αντιλαμβάνονται αυτή την ομάδα ως το ‘’θεμελιακό οργανωτικό βήμα’’ του αναρχισμού, δηλαδή, ένα βασικό στοιχείο για τη δημιουργία μιας ομοσπονδίας, ενώ ο Μάρραιη Μπούκτσιν λέει : ‘’ (οι ομάδες) μπορούν εύκολα να ομοσπονδοποιηθούν …’’

Μια πρώτη παρατήρηση : οι συγγραφείς αυτοί αντιλαμβάνονται την ομάδα συγγένειας ως φυσική μορφή οργάνωσης και δεν εξετάζουν τα πιθανά μειονεκτήματά της. Ξεκινούν από μια διαπιστωμένη πραγματικότητα και έχουν την τάση ν΄ αποκαλύπτουν σ΄ αυτή μόνο προτερήματα. Δεν τους τίθεται το πρόβλημα να εξετάσουν αν είναι η κοινότητα των ιδεών που χρησιμεύει ως πόλος οργανωτικής συσπείρωσης  ή οι προσωπικές σχέσεις. Αν όμως, το βασικό είναι η κοινότητα των απόψεων, δεν μπορούμε να  καταλάβουμε σε τι διαφέρει – περιοριζόμαστε αποκλειστικά και μόνο στον τρόπο συνένωσης  - μια αναρχική ομάδα από οποιαδήποτε άλλη οργάνωση ιδεολογικού χαρακτήρα. Αν αυτό που κυριαρχεί είναι οι συναισθηματικοί δεσμοί, με βάση μια περισσότερο ή λιγότερο καθαρή ελευθεριακή άποψη, τότε η εσωτερική λειτουργία και ο λόγος ύπαρξης μιας ομάδας θα έχουν πολύ ειδικό χαρακτήρα. 

Πράγματι η αοριστία όσον αφορά την καταγωγή και τους σκοπούς της ομάδας συγγένειας καθορίζει και το διφορούμενο ρόλο της : είναι στοιχείο επέμβασης στην κοινωνία ή αντικοινωνία;  Μέσα στην κοινωνία ή έξω από αυτή ; Ερώτηση που δεν είναι κατ΄ ανάγκη κριτική ούτε και επιθετική, αλλά απλά ζητά περισσότερες διευκρινίσεις.

Ένα δεύτερο στοιχείο για τον ορισμό των ομάδων συγγένειας είναι το μέγεθός τους. Ο Μπούκτσιν λέει : ‘’Κάθε ομάδα συγγένειας σκόπιμα κρατιέται μικρή ώστε να επιτρέπει όσο γίνεται πιο στενές σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της ‘’, και ,’’λόγω των χαρακτηριστικών της η ομάδα συγγένειας έχει την τάση να ενεργεί με τρόπο μοριακό’’. Οι Ομόσπονδες Αναρχικές Ομάδες, λένε;  ‘’… ένας πυρήνας αγωνιστών που είναι αρκετά μικρός ώστε να διασφαλίζεται η ενεργός συμμετοχή όλων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και αρκετά ευρύς για να περιλαμβάνει ποικιλία προσωπικών εμπειριών και αγώνων ‘’. Επίσης :‘’μόνο οι μικροί πυρήνες … μπορεί να είναι συνεπείς και να έχουν συνοχή …’’.

Νέα παρατήρηση και νέο ερώτημα: εφόσον οι ομάδες συγγένειας, για να λειτουργούν καλά, δηλαδή, για να μπορούν τα μέλη τους να συμμετέχουν ουσιαστικά στις αποφάσεις και τις δραστηριότητες, πρέπει να είναι μικρές, να περιλαμβάνουν πολύ μικρό αριθμό μελών – μήπως αυτό συμβαίνει γιατί κάθε πολυμελής οργάνωση εγκυμονεί τους κινδύνους της ιεραρχικοποίησης και της γραφειοκρατικοποίησης; Είναι πιθανό. Τότε, λοιπόν, αυτή η διαπίστωση θα πρέπει να ισχύει για κάθε ‘’λαϊκή’’ οργάνωση και, επομένως, θα έχει πολύ σημαντικές συνέπειες για τον καθορισμό μιας ελευθεριακής τακτικής ή στρατηγικής. Γιατί, τέλος, αν μεταξύ συντρόφων πρέπει να λαμβάνονται όλα τα μέτρα ώστε να αποφεύγεται ο εκφυλισμός κυρίαρχοι / κυριαρχούμενοι, τότε ποιες προφυλάξεις θα πρέπει να λαμβάνονται στις οργανώσεις που συγκεντρώνουν χιλιάδες ανθρώπινα όντα τα οποία δεν υποψιάζονται τους εξουσιαστικούς κινδύνους;

Ο Μπούκτσιν, λογουχάρη, λέει σχετικά με τις ομάδες συγγένειας: ‘’…μπορούν να δημιουργούν προσωρινές επιτροπές δράσης (σαν αυτές των γάλλων φοιτητών και εργατών το 1968) για να συντονίζουν συγκεκριμένους στόχους. Πάνω από όλα, όμως, οι ομάδες συγγένειας είναι ριζωμένες στο λαϊκό κίνημα’’. Ένα λαϊκό κίνημα αδιάφθορο, αθώο; Χωρίς κόμματα, χωρίς συγκεντρωτικά συνδικάτα, χωρίς ηγέτες;

Επομένως, ερχόμαστε στο τρίτο κοινό σημείο των περισσότερων ορισμών: στο ρόλο των ομάδων συγγένειας μέσα στην κοινωνική ζωή. Κατά κάποιον τρόπο, συμπεραίνεται η – ιδεώδης – πρακτική των ομάδων συγγένειας μέσα από την – εξιδανικευμένη – εικόνα των λαϊκών κινημάτων. Σεμπαστιέν Φορ: ‘’…άνθρωποι που ανήκουν στην ίδια τάξη, που συνδέονται αναγκαστικά χάρη στα κοινά τους συμφέροντα, που υφίστανται τους ίδιους εξευτελισμούς, τις ίδιες στερήσεις, που έχουν τις ίδιες ανάγκες, τις ίδιες επιθυμίες, που επομένως διαμορφώνουν σιγά – σιγά την ίδια ιδιοσυγκρασία και την ίδια νοοτροπία, που η καθημερινή τους ύπαρξη καθορίζεται από την υποδούλωση και την ίδια εκμετάλλευση, που τα όνειρά τους, κάθε μέρα και πιο συγκεκριμένα, καταλήγουν στο ίδιο ιδανικό, που πρέπει να αγωνιστούν ενάντια στους ίδιους εχθρούς, που βασανίζονται από τους ίδιους τυράννους, που βλέπουν τους εαυτούς τους να στενάζουν κάτω από το νόμο των ίδιων των αφεντικών και να γίνονται θύματα της απληστίας των ίδιων κερδοσκόπων.

Οι άνθρωποι αυτοί καταλήγουν σιγά – σιγά να σκέφτονται, να αισθάνονται, να θέλουν, να ενεργούν σε συμφωνία και αλληλεγγύη μεταξύ τους, να εκπληρώνουν τα ίδια καθήκοντα, να αναλαμβάνουν τις ίδιες ευθύνες, να κάνουν τον ίδιο αγώνα και να ενώνουν τα πεπρωμένα τους σε τέτοιο σημείο ώστε, τόσο στη νίκη όσο και στην ήττα, η τύχη του καθένα να είναι στενά συνδεδεμένη με την τύχη των υπολοίπων: εκούσια συνοχή, εθελοντική συνένωση με την τύχη των υπολοίπων: εκούσια συνοχή, εθελοντική συνένωση, κοινά αποδεκτή συσπείρωση. Εδώ ακριβώς εκδηλώνεται όλη η δυναμική της συγγένειας που απορρέει από την αναλογία των ιδιοσυγκρασιών, τη συγγένεια των επιθυμιών, τη συμφωνία των ιδεών’’. Ο Μπούκτσιν: ‘’Οι ομάδες συγγένειας θέλουν να λειτουργούν ως καταλύτες μέσα στα πλαίσια του λαϊκού κινήματος…’’.

Οι Ο.Α.Ο. προσφέρουν περισσότερες διευκρινήσεις τόσο ως προς τη σχετικότητα του ‘’αυθόρμητα ελευθεριακού’’ χαρακτήρα των λαϊκών κινημάτων όσο και ως προς τον ιδιαίτερο ρόλο των αναρχικών ομάδων: ‘’το ξέσπασμα των λαϊκών τάσεων για ισότητα και ελευθερία είναι βραχύχρονο φαινόμενο, εκτός και αν αποκτήσει τη δυνατότητα αυτοέκφρασης με αρκετές αυτόνομες οργανώσεις’’ 4. Πιο κάτω: ‘’Οι αναγκαίες υποκειμενικές συνθήκες για μια ελευθεριακή κοινωνική επανάσταση μπορούν σχηματικά να περιγραφούν σαν η μάξιμουμ εφικτή ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη του αναρχικού κινήματος… και της οργανωμένης ελευθεριακής παρουσίας στην κοινωνική σύγκρουση και η μάξιμουμ εφικτή διάδοση της κριτικής επίγνωσης και του εξεγερσιακού πνεύματος ενάντια στην εξουσία’’ 5.

Και έτσι, στις διαφορετικές αυτές ερμηνείες, εντοπίζουμε ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά: η ομάδα συγγένειας είναι βασικό στοιχείο του αναρχικού κινήματος. Η συγγένεια είναι διπλή: ιδέες και δεσμοί συντροφικότητας· συσπειρώνει μικρό αριθμό αγωνιστών· συνδέεται με τα λαϊκά κινήματα χειραφέτησης.

Παρ’ όλες αυτές τις ομοιότητες, όμως, καταλαβαίνουμε ότι οι σημασίες που δίνονται στον όρο είναι διαμετρικά αντίθετες, οι σκοποί διαφορετικοί, οι προοπτικές ανόμοιες. Όλοι παραδέχονται μια πραγματική κατάσταση: την ύπαρξη μιας παράδοσης ομάδων συγγένειας. Και ξεκινούν από αυτή την διαπίστωση για να προσδώσουν στις ομάδες συγγένειας έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, συγκεκριμένους σκοπούς, διαφορετικούς τρόπους λειτουργίας. Εδώ ακριβώς υπάρχει μια ασάφεια που είναι καλό να την ξεκαθαρίσουμε.

 

Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ

 

Η διαχωριστική γραμμή δε φαίνεται να βρίσκεται στις ερμηνείες αλλά, πολύ περισσότερο, στο εσωτερικό της ομάδας συγγένειας. Ανάλογα με το αν χαρακτηρίζεται από μια έντονη εσωτερική ζωή ή από μια δραστηριότητα που, κατά βάση, στρέφεται προς τον εξωτερικό κόσμο, η ομάδα συγγένειας είναι χώρος, καθαυτό κοινωνία, ή όργανο πάλης ενάντια στην υφιστάμενη κοινωνία, με άλλα λόγια: παράγοντας οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνίας.

Θα αναφέρουμε δυο ακραία παραδείγματα: η ομάδα – οικογένεια του Μπούκτσιν έχει ελάχιστη σχέση με την ομάδα ακτιβιστών των Ο.Α.Ο.  Η διαπίστωση αυτή δεν υπονοεί ότι η ομάδα – οικογένεια δεν μπορεί να δράσει προς τα έξω, ούτε ότι η ομάδα ακτιβιστών δεν υφίσταται την επίδραση των προσωπικών σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στα μέλη της.

 

Το σημαντικό είναι να καταλάβουμε ότι έχουν διαφορετικούς λόγους ύπαρξης και αντικειμενικούς στόχους. Ωθώντας την ανάλυσή μας μέχρι τα άκρα, αλλά εξακολουθώντας να αναφερόμαστε σε παρατηρήσιμες εμπειρίες ή συμπεριφορές: η  ομάδα – οικογένεια μπορεί τελικά να ατονήσει σε τέτοιο σημείο ώστε να γίνει ένας χώρος περιστασιακής συνάντησης για ‘’απελευθερωμένα’’ άτομα. Ενώ η ομάδα ακτιβιστών μπορεί κάλλιστα να μετασχηματιστεί σε μικροκόμμα.

Όταν ο Ρισάρ Γκομπέν 6 επιχειρεί να αντιπαραθέσει την έννοια, και την πρακτική, της προπολεμικής αναρχικής ομάδας σε αυτήν του α τ ό μ ο υ  που συμμετέχει στο ‘’ριζοσπαστικό’’ κίνημα της δεκαετίας του 1960, αποσαφηνίζει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πρώτης (κάπως γελοιογραφικά, βέβαια): ‘’Μόνον η  ο μ ά δ α  θεωρείται ως δομή αμφισβήτησης ή εξέγερσης. Στις συνθήκες του μεσοπολεμικού καπιταλισμού, μόνο η  ε π έ μ β α σ η  της ομάδας στην κοινωνία, στην κοινωνική πραγματικότητα, έδειχνε να έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας… Η επανάσταση εθεωρείτο ως γεγονός που αφορούσε το απώτερο μέλλον, αλλά η ομάδα ζούσε μόνο σε σχέση με αυτό το υποτιθέμενο γεγονός… Τόσο λόγω των προκαταλήψεων και των παραδόσεων της όσο και λόγω των  π ρ ο σ ω π ι κ ώ ν σχέσεων των μελών της – στάση απέναντι στις γυναίκες, τα παιδιά, την ομοφυλοφιλία, την ηθική γενικά. Οπωσδήποτε, υπήρχαν και μεμονωμένες εμπειρίες ομαδικής ζωής, ελεύθερης ερωτικής ζωής, κτλ.  Επρόκειτο όμως για περιθωριακές και όχι αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις’’.

 

Ενώ ‘’ο αντιεξουσιαστής επαναστάτης έχει μια αμφισβητησιακή πρακτική ως  ά τ ο μ ο  και σε όλα τα επίπεδα της ζωής του… θ΄ αμφισβητήσει την εξουσία και τις επιθέσεις του αφεντικού ή τις πατριωτικές εκκλήσεις των πολιτικών, συνδικαλιστικών ή πνευματικών αρχηγών. Στο μέτρο που θα συναντήσει άτομα που σκέφτονται και δρουν όπως αυτός (στο σχολείο, στον έρωτα, στη δουλειά, στις διακοπές), θα αισθάνεται λιγότερο την ανάγκη της ομάδας’’. Και καταλήγει: ‘’Γενιές και γενιές αναρχικών θεωρούσαν την επανάσταση κάτι σαν μια μεγάλη γιορταστική βραδιά, σαν ένα αποκαλυπτικό, μοναδικό γεγονός που θα οδηγούσε στην εμφάνιση μιας εντελώς καινούριας κοινωνίας. Η επανάσταση από δω και πέρα, νοείται ως μια σειρά πράξεων άρνησης, ρήξης και αναγκαίας δημιουργίας. Το τελικό γεγονός που θα ανατρέψει την παλιά τάξη πραγμάτων φαίνεται δευτερεύον. Δευτερεύον γιατί το περίβλημα της καταπιεστικής κοινωνίας (το κράτος της, οι αρχές της, οι θεσμοί της) θα σπάσει πολύ φυσικά όταν θα έχει αλλάξει το περιεχόμενό της: το ζήτημα της εξουσίας που ασκείται από τα πάνω προς τα κάτω θα λυθεί με την ανάληψη όλων των εξουσιών από τη βάση’’. Δεν πρόκειται πια για μια μεγάλη γιορταστική βραδιά αλλά για μια εποχή από θριαμβευτικά πρωινά!

 

Ας προσπαθήσουμε να δούμε αν η συμμετοχή σε μια ομάδα, κατά τη δεκαετία του ΄30, σήμαινε και την αποδοχή κάποιων καθαρά αστικών προκαταλήψεων, παραδόσεων και ηθικών συμπεριφορών · θα πρέπει να θυμηθούμε ότι η ανυποταξία, η λιποταξία, η παρανομία, οι αντισυλληπτικές πρακτικές, οι αγώνες στα εργαστήρια και τα εργοστάσια, οι σώμα-με-σώμα συμπλοκές με τους σταλινικούς και τις ακροδεξιές ομάδες κτλ., ήταν στοιχεία της καθημερινής ζωής των αγωνιστών και όχι απλά θέματα στείρων συζητήσεων για κυριακάτικες συγκεντρώσεις. Το σημαντικό σ΄αυτή τη συλλογιστική είναι ότι σήμερα θεωρείται  εφικτό να βιώσει κανείς την αμφισβήτηση ως άτομο και ότι η συσσώρευση των αρνήσεων θα έχει σαν αποτέλεσμα να καταστήσει εντελώς ανίσχυρη την εξουσία.

 

Για άλλη μια φορά, πρόκειται για ένα είδος  θ ε ω ρ η τ ι κ ο π ο ί η σ η ς  μιας συμπεριφοράς. Μιας συμπεριφοράς που είναι πραγματική, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε αυτό των ομάδων- οικογενειών, αλλά μόνο σε περιστασιακές και περιορισμένες συνθήκες: σε  μια ανεκτική κοινωνία με σχετική αφθονία, δηλαδή, σε ορισμένες βιομηχανικές και μεταβιομηχανικές περιοχές του κόσμου. Δεν πρόκειται για το άτομο ή την ομάδα-οικογένεια που αγωνίζεται, επιβάλλεται, και καταβάλει την εξουσία, αλλά για την κοινωνία που επιτρέπει και κατέχει τα μέσα για να επιτρέπει κάτι τέτοιο. (Σε μια χώρα όπως η Γαλλία, όπου η γενική επιστράτευση εθεωρείτο η βάση της εθνικής άμυνας, η λιποταξία ήταν αδίκημα που επέφερε αυστηρότατες ποινές, ακόμη και σε καιρό ειρήνης. Σήμερα, οι νέες συνθήκες μιας ένοπλης σύγκρουσης συντελούν ώστε να είναι εφικτή η διαπραγμάτευση της θέσης των αντιρρησιών συνείδησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο αγώνας των ανυπότακτων και των αντιρρησιών συνείδησης δεν είναι χρήσιμος ή δύσκολος, αλλά ότι η ελευθεριακή τακτική  και στρατηγική δεν μπορούν να αγνοούν την πρακτική λειτουργία της κοινωνίας.)

 

Ακόμη πιο σημαντική είναι η τάση που υπάρχει προς μια κάποια α-κοινωνία· αυτή την αντίληψη και τη συμπεριφορά την ξαναβρίσκουμε σε αρκετές από τις υπάρχουσες ομάδες-οικογένειες. Πρόκειται για την ιδέα και την πρακτική ότι δε χρειάζεται να καταπολεμήσουμε την ιεραρχική και καταπιεστική κοινωνία αλλά να την αγνοήσουμε, να την παρακάμψουμε, να την αποφύγουμε όσο είναι δυνατό. Και έτσι καταλήγουμε εύκολα σε ένα είδος carpe diem, ‘’απεριόριστης απόλαυσης’’, πράγμα που δεν είναι, βέβαια, καθόλου καταδικαστέο, αλλά δε δίνει καμιά απάντηση στα προβλήματα του αγώνα ενάντια σε μια κοινωνία που, τόσο στη Δυτική Ευρώπη όσο και στη Βόρειο Αμερική, δε δίνει την παραμικρή προσοχή σ΄ αυτήν τη μορφή περιθωριοποίησης, υποπροϊόν της κοινωνίας της αφθονίας.

Μόνο όταν η άρνηση δεν είναι υποχώρηση ή φυγή αλλά συνειδητή θέληση για μιαν άλλη κοινωνία και σαφής άρνηση της υπάρχουσας κοινωνίας, μόνο τότε γίνεται ξεκάθαρος ο αγώνας. Αντίληψη που συσκοτίζεται τόσο πολύ ώστε να εξαφανίζεται εντελώς όταν οι συνέπειες της αφθονίας και η εκμετάλλευσή τους επιτρέπουν να γίνεται σύγχυση ανάμεσα στην πάλη ενάντια στην υπάρχουσα κοινωνία – που είναι ικανή να ενσωματώνει όσους της αντιπαρατίθενται και να μετασχηματίζεται χωρίς να οφείλει το παραμικρό στις επαναστατικές επιθέσεις – και σε μια περιφρονητική αλλά ασήμαντη περιθωριοποίηση που δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της σε άλλες περιοχές του κόσμου.

 

Μια άλλη υπερβολή είναι η ομάδα ακτιβιστών που φαντάζεται ότι μπορεί να επηρεάσει ‘’την πορεία της Ιστορίας’’  χάρη σε ένα είδος μακιαβελικής πρακτικής. Θα αναφέρουμε ένα παράδειγμα: η περίεργη νοοτροπία που επικρατούσε στις τάξεις της Ελευθεριακής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας Γαλλίας (F.C.L.), κατά τη δεκαετία του 1950, και η οποία εξέφραζε τη θέληση – και την πρακτική – χειραγώγησης του ελευθεριακού κινήματος από ένα μικρό πυρήνα αγωνιστών οι οποίοι ήταν μάλλον συνένοχοι στις ραδιουργίες παρά σύντροφοι με κοινές και ξεκάθαρες ιδέες.

Τα πρόβλημα, λοιπόν, είναι να δούμε μήπως η συγγένεια μας κάνει τελικά να ξεχνάμε τους λόγους ύπαρξης της ομάδας, όπως και – αντίστοιχα – μήπως η ομαδική δουλειά καταλήγει τελικά σε ένα άλλο είδος παραίτησης.

 

Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

 

Ας  αφήσουμε τους ορισμούς, κλασικούς ή και νεώτερους, και ας δούμε τι συμβαίνει συνήθως στις ίδιες τις ομάδες (οι οποίες ασπάζονται, γενικά, πολύ λίγα από τα θεωρητικά προηγούμενα).

Το μεγαλύτερο μειονέκτημά τους είναι η σχεδόν ακατάσχετη τάση τους να μετατρέπονται σε κλειστή  κοινωνία, δηλαδή, να ξεχνούν πολύ γρήγορα αυτό καθαυτό το λόγο ύπαρξης τους, με άλλα λόγια: την επέμβαση στην κοινωνική σύγκρουση, την προσπάθεια κατανόησης της κοινωνίας και της εποχής ώστε να δρουν με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, την προπαγάνδα. Είναι αλήθεια, βέβαια,  ότι οι ομάδες σπάνια δημιουργούνται με βάση συγκεκριμένους σκοπούς. Το πιο συνηθισμένο είναι η δημιουργία ενός πυρήνα που ‘’θέλει να κάνει κάτι’’ και σιγά-σιγά μετατρέπεται σε ένα είδος οικογένειας όπου εμφανίζονται ένα σωρό προβλήματα προσωπικών σχέσεων, παρόλο που καλύπτονται από υπεράριθμες, ιδεολογικές ή τακτικές, διαφωνίες ή συμμαχίες. Το παράδοξο είναι ότι παρουσιάζεται το φαινόμενο της γραφειοκρατίας. Η ομάδα καταλήγει να ζει κλεισμένη στον εαυτό της, για τον εαυτό της, σεβόμενη ταυτόχρονα ορισμένες τυπικότητες : συμμετοχή στις γενικές καμπάνιες, πώληση και διανομή των εντύπων, συμμετοχή (με την ιδιότητα του παρατηρητή) στα συνέδρια.

 

Η ομάδα αυτή καθαυτή γίνεται το ουσιαστικό και οι εσωτερικές συγκρούσεις γίνονται γρήγορα το επίκεντρο όλων των συναντήσεων, όπως ακριβώς η ίδια η ασθένεια γίνεται το επίκεντρο του ενδιαφέροντος – της ζωής – ορισμένων ασθενών. Αξίζει επίσης να παρατηρήσουμε ότι τα φαινόμενα για τα οποία καταγγέλουμε την κοινωνία κάνουν ξανά την εμφάνισή τους: ο ηγετισμός σε όλες τις μορφές του, η γεροντοκρατία, ο διαχωρισμός σε ομιλούντες και ακούοντες.

 

Σε ένα τεύχος του Lanterne Noire 7 , ένας αρθρογράφος, που φαίνεται ότι έχει μεγάλη πείρα από τη ζωή των ομάδων και τις εξετάζει από τη σκοπιά του ειδικού, υπογραμμίζει: ‘’…η ομάδα συγγένειας δεν αποτελεί εναλλακτική λύση ενάντια στους κινδύνους της οργάνωσης. Η κυριαρχία, που διώχνεται από την πόρτα, ξαναμπαίνει από το παράθυρο’’. Παρακάτω όμως: ‘’… είναι γεγονός ότι ορισμένες δραστηριότητες προπαγάνδας και ιδεολογικής επεξεργασίας διευκολύνονται χάρη στην ύπαρξη της μικρής ομάδας συγγένειας · ταυτόχρονα, έχουμε το πολύ θετικό γεγονός της από κοινού δραστηριότητας των ατόμων που συσπειρώνονται τόσο λόγω ενός κοινού επαναστατικού προγράμματος όσο και λόγω ιδιοσυγκρασίας ή συναισθηματισμού’’. Πρόκειται για διαπίστωση (μόνο τα συγκεκριμένα παραδείγματα θα μπορούσαν να την αποσαφηνίσουν) ή για ευχή;  ΄Η πάλι, για συγκεκριμένη αναφορά σε μια παράδοση που ξέρουμε ότι είναι δύσκολη να αλλάξει;

 

Οι άμεσες παρατηρήσεις που ακολουθούν είναι, στην ουσία, ελάχιστα αρεστές: ‘’… Αυτή καθαυτή η δομή της ομάδας συγγένειας , όπως και κάθε πρωτογενούς ομάδας – οικογενειακής ή ιδεολογικής – αναπτύσσει διαπροσωπικούς δεσμούς έντονα φορτισμένους συναισθηματικά – στους οποίους ο έρωτας και το μίσος παίζουν το συνηθισμένο τους κρυφτό – όπου το φαντασιωσικό περιεχόμενο (ασυνείδητο, απωθημένο) δομείται πάνω στην πατριαρχική κυριαρχία’’. …’’Ο αγώνας για την εξουσία στα πλαίσια της ομάδας είναι κάπως αφανής και συνήθως ασυνείδητος. Ο ηγετισμός φαίνεται ότι κεντροθετείται στα προς εκτέλεση καθήκοντα και όλοι οι ανταγωνισμοί έχουν την τάση να παίρνουν ιδεολογική μορφή. Η βιαιότητα, όμως, των συγκρούσεων που ξεσπούν και η συχνότητα που χαρακτηρίζει τη διάλυση αυτών των ομάδων δείχνουν ότι βασίζονται αποκλειστικά σε συναισθηματική βάση’’.

 

Αυτά όσον αφορά την κατάσταση στο εσωτερικό των ομάδων. Αν εξετάσουμε τη συμπεριφορά της ομάδας σε σχέση με τον έξω κόσμο, θα συναντήσουμε άλλα φαινόμενα. Το πρώτο από αυτά αναφέρεται στη σχεδόν ανυπέρβλητη δυσκολία να διευρυνθεί ο αρχικός πυρήνας: τόσο γιατί, παρά τη δεδηλωμένη επιθυμία για επιδίωξη της διεύρυνσης ή της προσχώρησης νέων μελών, η ίδια η ζωή του πυρήνα προκαλεί την απόρριψη, το φόβο ότι η διεύρυνση θα διαταράξει την ‘’οικειότητα’’ των παλιών μελών, όσο και γιατί έχει γίνει η συγκεκριμένη επιλογή της μη διεύρυνσης.

Το άλλο φαινόμενο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν το οδυνηρό ξύπνημα. Εμφανίζεται όταν τα γεγονότα τοποθετούν την ομάδα μπροστά στην αναγκαιότητα να έλθει σε επαφή με τη συνολική κοινωνία, να λάβει πολύ απλά υπόψη της τις φιλικές ή εχθρικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Τότε αυτή η ανακάλυψη καταστρέφει την ενότητα, την αλληλεγγύη, την εσωτερική συνοχή και ανοίγει το δρόμο σε ένα σωρό παλινδρομήσεις – πολλές φορές συλλογικές, αν αυτό που προέχει είναι η συγγένεια – ή οι προσαρμογές που δεν έχουν σχεδόν καμιά σχέση με τις διακηρυγμένες ιδέες. Η ακτινοβολία της ομάδας δεν έχει την ίδια ένταση με εκείνη της κοινωνίας. Όσο για αυτό που ονομάζεται προδοσία, τις περισσότερες φορές δεν είναι παρά η επιστροφή του αγωνιστή στον εξωτερικό κόσμο, ενός αγωνιστή που είναι τόσο γυμνός και τυφλός όσο και κάθε άλλος άνθρωπος, και επίλεκτο θύμα των εξωτερικών μηχανισμών προπαγάνδας που είναι ικανοί να υπερθεματίζουν ως προς τα μεγάλα ανθρωπιστικά ιδανικά και ταυτόχρονα να στήνουν τις ίδιες αιώνιες παγίδες για τους ηλίθιους.

 

Επιπλέον, ακόμη και όταν τα ίδια τα γεγονότα συμβάλουν στην εμφάνιση ισχυρών ελευθεριακών κινημάτων, που αναδύονται από τις αντιθέσεις μιας πραγματικά αποπνικτικής κοινωνίας, οι ομάδες σπάνια ‘’βρίσκονται μέσα στα πράγματα’’. Συνήθως, ζουν κλεισμένες στον εαυτό τους και όχι σαν μέλη της κοινωνίας που καιροφυλακτούν ενάντιά της. Αυτό έγινε το 1968 και αναμφίβολα το 1977. Στη Γαλλία και στην Ιταλία.

 

ΕΝ ΕΙΔΗ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΟΣ

 

Ας αφήσουμε τις επικρίσεις και τις θρηνολογίες. Ελλείψει ξεκάθαρου ορισμού όσον αφορά το τι είναι τελικά οι ομάδες συγγένειας, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν και δρουν σύμφωνα με τη θέληση των αγωνιστών που τις αποτελούν – αλήθεια που υπάρχει η τάση να ξεχνιέται στις διάφορες πολεμικές που γίνονται με βάση δογματικά επιχειρήματα. Μπορούμε επίσης να υποστηρίξουμε ότι η αξία τους όσον αφορά τον αναρχισμό υπολογίζεται με ηθικά κριτήρια και κριτήρια αποτελεσματικότητας, ακόμη και όταν η έμφαση δίνεται στις ‘’συγγένειες’’. Σε τελευταία ανάλυση, απ΄ τις αναρχικές ομάδες της Βαρκελώνης, κατά τη δεκαετία του ’30, αναδείχθηκαν τόσο αγωνιστές που στάθηκαν στο ύψος των καλύτερων παραδόσεων του αναρχισμού όσο και υπουργοί και συνταγματάρχες. Εξαιτίας αυτών των προηγούμενων, η άκριτη γενίκευση της συναισθηματικής αλληλεγγύης γίνεται ύποπτη. Η συγγένεια μπορεί να θριαμβεύσει σε βάρος των πεποιθήσεων.

   Το καλύτερο είναι να αρχίσει μια προσπάθεια για τη διάλυση της σύγχυσης που δε χρησιμεύει σε κανέναν. Είμαστε απόλυτα δεκτικοί και μερικές φορές ενθουσιώδεις όταν βλέπουμε να δημιουργούνται κοινότητες που επιδιώκουν, μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες των μελών τους, να διαμορφώσουν μια όσο γίνεται πιο ελεύθερη και χειραφετημένη συλλογική ζωή. Στην προκειμένη περίπτωση, αντιμετωπίζουμε ελευθεριακά πειράματα με αναμφισβήτητη αξία. Είναι μορφές αντικοινωνίας στο παρόν, όπου η συμπάθεια, η φιλία και η αλληλεγγύη είναι ουσιαστικοί παράγοντες για τη λειτουργία τους. Τα μέλη τους, σε καμιά περίπτωση, δεν αποκλείονται από τις άλλες μορφές οργάνωσης που έχουν άλλους σκοπούς, μολονότι τίθεται, φυσικά, το πρόβλημα της προτεραιότητας ως προς τις επιλογές και το πρόβλημα της ‘’εξάρτησης’’ που συνεπάγεται η κοινοβιακή ζωή.

Θα πρέπει να ελπίζουμε ότι τα μέλη αυτών των ομάδων θα έχουν ξεκάθαρη αντίληψη όσον αφορά τη νοοτροπία και τη συμπεριφορά τους και ότι καθένας τους θα κατανοεί τη σημασία καθώς και τα όρια του τρόπου ζωής του και των προσπαθειών του.

Όπως και όταν η προτίμηση στρέφεται προς την ομάδα ακτιβιστών, είναι χρήσιμο για όλους να ξέρουν ποιοι είναι οι άμεσοι, καθώς και οι μακροπρόθεσμοι, σκοποί της οργάνωσης. Πρέπει να φροντίσουμε, σε όλες τις περιπτώσεις, να μην συγχέουμε την εκούσια δράση πάνω και μέσα στην κοινωνία με τη θεωρητικοποίηση μιας αντανάκλασης ή ενός υποπροϊόντος αυτής της κοινωνίας.

Παρατήρηση που ισχύει για όλες τις επιτροπές, τις ενώσεις, τις κολεκτίβες και όλων των ειδών τις ομάδες, που δημιουργούνται για να πραγματώσουν κάποιο σκοπό. Κάτι τέτοιο επιτρέπει τη σύγκριση σκοπών και αποτελεσμάτων.

 

Σημειώσεις:

 

  1. Encyclopédie Anarchiste. Βλ. Λήμμα Affinité (συγγένεια).
  2. M. Μπούκτσιν,’Άκου Μαρξιστή!’’ Μετ.:’Όμιλος Βανδάλων Θεσ/κης, Εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1974, σελ. 66-69 (Σημείωση πάνω στα grupos de afinidad ).
  3. Πρόγραμμα των Ομόσπονδων Αναρχικών Ομάδων Ιταλίας, κεφ. : Ομάδες και Ομοσπονδίες.
  4. Πρόγραμμα των Ομόσπονδων Αναρχικών Ομάδων Ιταλίας, κεφ. : Η Ελευθεριακή Επανάσταση.
  5. Στο ίδιο.
  6. Société et Contre-société, Lidrairie Adversaire, Communauté de Travail du CIRA.
  7. ‘’Η Ειδική Αναρχική Οργάνωση’’, La Lanterne Noire Νοέμβριος 1976.

 

από Βασίλης 12/07/2012 1:55 μμ.


ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

   Το παρακάτω κείμενο ασχολείται με το ζήτημα της οργάνωσης των αναρχικών εγχειρημάτων και των αναρχικών γενικότερα.

Ζητήματα που μπορεί να θεωρούνται δεδομένα γιατί έχουν αφεθεί στον χρόνο και δεν έχουν μπει, τουλάχιστον σε μια διαδικασία κριτικής αναλυτικής σκέψης και επαναπροσδιορισμού.

Σήμερα μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί την  έννοια της οργάνωσης του αγώνα ενάντια στην κυριαρχία, με διάφορους τρόπους και περιεχόμενο. Συνέπεια των διαφορετικών αντιμετωπίσεων του ζητήματος αυτού, είναι και η δημιουργία οργανωτικών μοντέλων, που διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους.

Γι’ αυτό θα καταπιαστούμε με το ζήτημα αυτό με έναν τρόπο που θεωρούμε ότι έχει ολική απελευθερωτική κατεύθυνση. Έχουμε την άποψη ότι η αναρχία  δεν είναι μια πολιτική θεωρία, ούτε ένα σύστημα κανόνων όπως οι εξουσιαστικές θεωρίες. Αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να επανεκτιμούμε πράγματα και καταστάσεις ανάλογα με τις εμπειρίες των αγώνων και την γνώση που κατακτιέται.

Δεν προσδοκούμε κάποια πολιτική οργάνωση των αναρχικών, γιατί οι αναρχικοί δεν κάνουν πολιτικό αγώνα, αλλά αντικρατικό. Επειδή η πολιτική είναι μια πρακτική διαχωρισμένη από το σύνολο του κοινωνικού βίου και είναι προϊόν που ασχολείται με τα της πόλης, που είναι ένα ακόμα εξουσιαστικό κατασκεύασμα.   Δεν προτάσσουμε λοιπόν μια καλύτερη διαχείριση του συστήματος καταπίεσης και ελέγχου, αλλά προσδοκούμε τη συνολική καταστροφή του. Επιπλέον, δεν θέλουμε να αναλάβουμε κάποιου είδους διοίκηση των κοινωνιών ή να οργανώσουμε νέες κοινωνίες. Αλλά να ζήσουμε σε ένα απελευθερωμένο κόσμο όπου κάθε κοινότητα ανθρώπων θα ζει όπως θέλει σε αρμονία με τον υπόλοιπο φυσικό κόσμο. Η δικιά μας λοιπόν αναφορά και συνεισφορά στο οργανωτικό ζήτημα, δεν σχετίζεται με κανόνες, προγράμματα, πλατφόρμες και καταστατικά. Αλλά μας απασχολεί η ελεύθερη ένωση και ομαδοποίηση των ατόμων, πάνω στη βάση ελεύθερης συμφωνίας, στην κατεύθυνση της αναρχικής προοπτικής.

Με βάση κάποια συμπεράσματα που βγαίνουν μέσα από το βίωμα του αγώνα για την ελευθερία, οφείλουμε να επισημαίνουμε και να ξεκαθαρίζουμε τις θέσεις μας. Ώστε να προχωράμε με πιο σίγουρα και απελευθερωτικά βήματα.

ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΟΠΤΙΚΗ

Οι αναρχικοί-ες αγωνιζόμαστε και έχουμε σαν σκοπό την αναρχία, η οποία θα αρχίσει να πραγματώνεται μέσα από την συθέμελη διάλυση του κράτους και του πολιτισμού.  Δεν ανήκει λοιπόν, σ’ ένα κλειστό σύστημα κανόνων ή μια τελειωτική κατάσταση. Οι κοινωνικές δυνάμεις που θα απελευθερωθούν, είναι αυτές που θα δώσουν στον καθένα την ευκαιρία να επιλέξει και να δημιουργήσει μαζί με άλλα άτομα τις δικές τους ελεύθερες ζωές. Να ομαδοποιηθεί ανάλογα με τις επιθυμίες του, σε μια απόλυτη συνύπαρξη με τον φυσικό κόσμο. Χωρίς αυτές να γίνονται καθεστώς. Έτσι θεωρούμε ότι οι αναρχικοί και τα οργανωτικά εγχειρήματα που δημιουργούν, θα πρέπει να λειτουργούν και να αναγνωρίζουν την ύπαρξη τους σαν το πρόπλασμα του απελευθερωμένου  αναρχικού κόσμου που επιθυμούμε να υπάρξει. Γιατί αυτός ο κόσμος θα πρέπει να πραγματώνεται σε εμβρυακό επίπεδο και στο τώρα και να τείνει να εμβολίσει κάθε εξουσιαστική ύπαρξη, σχέση και θεσμό, εξαπλώνοντας τον άνεμο της άγριας και αδέσμευτης ελευθερίας.  

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΠΟΣΟΤΙΚΕΣ ΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΑΖΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ

Ουσιαστικής σημασίας ζήτημα θεωρούμε το γεγονός ότι οι αναρχικοί δεν κάνουν  επικλήσεις σε ποσοστά και ποσοτικότητες. Αυτά βρίσκονται μέσα στη λογική των κομμάτων και της εξουσίας. Αντίθετα, συμμετέχουμε, προωθώντας και διαχέοντας τον αναρχικό λόγο μέσα από την πολύμορφη δράση με σκοπό την ενίσχυση και ώθηση των κοινωνικών αγώνων προς την προοπτική της εξέγερσης, της αδιαλλαξίας και της συνεχούς σύγκρουσης με την εξουσία και τις δομές της, μέχρι την οριστική καταστροφή τους.

Θέλουμε λοιπόν να αναφέρουμε τα εξής σημεία-προβληματικές: Συχνά υποστηρίζεται ότι όσο περισσότερος αριθμός συντρόφων αποτελούν μια οργανωτική δομή τόσο μεγαλύτερη, γνωστότερη, ισχυρότερη και αποτελεσματική είναι απέναντι στην εξουσία. Ακριβώς όμως αυτή η αριθμητική και οργανωτική ψευδαίσθηση αναπαράγει την λογική της εξουσίας και έτσι δεν την καταργεί. Ο αναρχικός αγώνας δεν βρίσκεται και δεν αναπτύσσεται μέσα σε αριθμητικές λογικές, αλλά μέσα από την  ποιοτική ανάδειξη και διάχυση των συνολικών απελευθερωτικών απόψεων και πρακτικών, που εμπεριέχει αυτός. Αλλά και μέσα από την οικειοποίηση τους  στο πεδίο των αγώνων και της καθημερινής ζωής.

Ένα ακόμα επιχείρημα για την υποστήριξη μαζικών μορφών οργάνωσης είναι ότι μέσα από αυτές τις διαδικασίες έρχεται σε επαφή με τις αναρχικές αντιλήψεις ευρύτερος κόσμος. Και όμως, η ολότητα της αναρχικής θεώρησης πολύ εύκολα μπορεί να αλλοιωθεί και να μερικοποιηθεί, μέσα σε τέτοιου τύπου φόρμες, επειδή η ίδια η βιωσιμότητα του «πολυτασικού» εγχειρήματος το επιτάσσει. Έτσι η αναρχική θεώρηση δεν μπορεί να αναπτυχθεί μέσα σ’ αυτές τις φόρμες.

Η ύπαρξη μαζικών δομών και μεγάλων οργανώσεων για λόγους αποτελεσματικότητας, μαζικοποίησης ή ενότητας θεωρούμε ότι είναι αναποτελεσματική στον αγώνα για την ολική απελευθέρωση. Ενώ συνάμα περιορίζει την δυνατότητα για αυτενέργεια και ευελιξία. Η ίδια η μαζική δομή και η φιλοσοφία που διέπει τη λειτουργία της, στηρίζεται πολλές φορές σε συμμαχίες με λοιπές κινηματικές δυνάμεις, ανταγωνιστικές ως προς την προοπτική της απελευθέρωσης και της αναρχίας. Εξολοθρεύοντας έτσι το ολικό αναρχικό απελευθερωτικό πρόταγμα και τα απελευθερωτικά χαρακτηριστικά των αναρχικών απόψεων, προτάσσοντας αόριστους στόχους. Από την άλλη ποιος μας εγγυάται ότι η δημιουργία αντι-δομών, κόντρα στις κρατικές δομές, δεν θα καταφέρει απλά την μετατροπή της κυριαρχίας; Εν κατακλείδι η γραφειοκρατικοποίηση, ο οργανωτικός φετιχισμός, ο έλεγχος, ο ρεφορμισμός μπορούν να κάνουν πολύ εύκολα την εμφάνιση τους μέσα σε τέτοιες συνθήκες μαζικοποίησης.

Δεν αγωνιζόμαστε και δεν οργανωνόμαστε πάνω στη βάση να εγγράψουμε «μέλη» σε επίσημες οργανώσεις. Αυτή είναι η λογική των κομμάτων. Σαν αναρχικοί δεν οργανωνόμαστε πάνω στη βάση των ρόλων που μας έχει προσδώσει η κυριαρχία όπως αυτή του εργάτη, του άνεργου, του πολίτη κτλ. Με αυτή την αντίληψη το μόνο που καταφέρνουμε είναι όχι η άρνηση και καταστροφή των ρόλων ,αλλά η αναπαραγωγή τους που σημαίνει αναπαραγωγή αυτού του εξουσιαστικού κόσμου.

Αντίθετα «εργαζόμαστε» επίμονα και με συνέπεια για την ανάδειξη και διάχυση μέσα στο κοινωνικό χώρο των αναρχικών απόψεων και πρακτικών, με μέσο την πολύμορφη δραστηριοποίηση. Χωρίς να ωραιοποιούμε ή να κάνουμε εκπτώσεις στον λόγο μας για χάρη της κοινωνικής απεύθυνσης. Αναγνωρίζουμε ότι μέσα από την ευρύτερη και διαπλατυσμένη οικειοποίηση των αναρχικών πρακτικών θα μπορέσουν να υπάρξουν ουσιαστικά βήματα προς την καταστροφή του συνόλου της κυριαρχίας και προς τον δρόμο της απελευθέρωσης.

Γιατί λοιπόν θα πρέπει να εμπλεκόμαστε ή ακόμα χειρότερα να δημιουργούμε οργανωτικά μοντέλα που η εμπειρία των αγώνων ενάντια στην κυριαρχία δείχνει ότι διαφέρουν  ελάχιστα με αυτό που πολεμούν;

Μέσα από την ανάλυση της πραγματικότητας αλλά και με σταθερό σημείο αναφοράς την ολική απελευθέρωση, οδηγούμαστε στην ανάδειξη ή απόρριψη μορφών οργάνωσης, ως περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικών προς στο σκοπό αυτόν.  Κάτι τέτοιο μας οδηγεί και στην κριτική προς τις αναρχο-συνδικαλιστικές και ομοσπονδιακές οργανώσεις καθώς και σε άλλου τύπου μαζικών οργανωτικών δομών.

 

 

Η ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΟΜΑΔΟΠΟΙΗΣΗ

Η καταστροφή του κράτους, που θα συνοδεύεται από τη διάλυση της οργάνωσης των πόλεων και της πολύπλοκης τεχνοβιομηχανικής κοινωνίας, θα εξαλείψει την δυνατότητα για έλεγχο από κάποια οργανωτική αρχή επάνω στη ζωή των ανθρώπων (και όχι μόνο). Κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει, εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις, στην δημιουργία πληθώρων και απρόβλεπτων αναρχικών ομαδοποιήσεων και κοινοτικών σχέσεων.

Μέσα από το παραπάνω σκεπτικό θα μπορούσαμε να πούμε ότι η δημιουργία αναρχικών ομάδων έχει να προσφέρει πολλά. Ομάδων και πυρήνων με συγκεκριμένους στόχους, δημιουργημένους επάνω στην επιθυμία για την διάχυση της αναρχίας. Λειτουργώντας μέσα από τη βαθιά κατανόηση και γνωριμία μεταξύ των ατόμων που την αποτελούν.

Χωρίς να κλείνουμε τα μάτια στην χρησιμότητα της ατομικής δραστηριοποίησης, αλλά θεωρώντας ότι από μόνη της αναπτύσσει συγκεκριμένα όρια. Η σύμπραξη και η συλλογικοποίηση των ατόμων θεωρούμε πώς μπορεί συνεισφέρει με περισσότερο δημιουργικό τρόπο στο επίπεδο του αγώνα. Τόσο για το άτομο, όσο και για την ομάδα.

Οι  αναρχικές ομάδες που δεν υπάρχουν στο όνομα της μαζικότητας ή της επίσημης φωνής του ¨κινήματος¨, θεωρούμε ότι  μπορούν να πραγματώσουν πολλά περισσότερα και ουσιαστικότερα πράγματα μέσα στα τεκταινόμενα των αγώνων.

Η συμμετοχή σε από κοινού δραστηριοποιήσεις θα πρέπει να χτίζεται στη βάση της συγγένειας των απόψεων.  Κάνοντας λόγο για  συγγένεια δεν εννοούμε την συναισθηματική σχέση μεταξύ κάποιων συντρόφων, (που είναι και αυτή χρήσιμη) αλλά την βαθιά γνωριμία του άλλου. Το να ξέρουμε πώς σκέφτεται και πως δρα ο άλλος πάνω σε μια σειρά από ζητήματα που τον απασχολούν. Έτσι, η εμβάθυνση της γνωριμίας ξεπερνάει το «προσωπικό» της υπόθεσης και αναζητά την κοινότητα των αντιλήψεων του αναρχικού αγώνα. Είναι μια διαδικασία αέναη και χτίζεται και μέσα από τη δραστηριοποίηση τους σαν ομάδα και την από κοινού αντιμετώπιση της πραγματικότητας.

Η αναρχική ομάδα δημιουργεί πολλές δυνατότητες και ανοίγει πολλά περάσματα για τον απελευθερωτικό σκοπό. Η ανάγκη και επιθυμία συλλογικοποίησης δεν γίνεται με βάση του α ή β  ρόλου που μας έχει δώσει το σύστημα κυριαρχίας ή την μία ή άλλη επιλογή της. Αλλά αντίθετα μέσα από την συνολική άρνηση των ρόλων και την συνολική άρνηση της κυριαρχίας(ανεξαρτήτως επιλογών και χρώματος της). Η αναρχική ομάδα εμπλέκεται μέσα στην ολότητα του αγώνα και επιδιώκει να βρίσκεται παντού, συμβάλλοντας ουσιαστικά και με ξεκάθαρο τρόπο στην εξέλιξη και προώθηση των εξεγερτικών ή μη γεγονότων. Στην προετοιμασία, διάδοση και ανάδειξη ξεκάθαρων αναρχικών απόψεων και πρακτικών, πάνω στην προοπτική της γενίκευσης τους. Μέσα από μια ολική οπτική των πραγμάτων και χωρίς να μερικοποιεί τον λόγο της, ανάλογα τα γεγονότα και τις περιστάσεις.

Με την δημιουργία αναρχικών ομάδων υπάρχει η δυνατότητα αμοιβαίας και ξεκάθαρης συνεργασίας, με σκοπό όχι τη δημιουργία μιας δομής που θα αντικαταστήσει με προγράμματα και καταστατικά την αυτοτέλεια και αυτενέργεια των ομάδων αλλά την συνεργασία με σκοπό την από κοινού ανάλυση και δραστηριοποίηση.

Θεωρούμε λοιπόν ότι η δημιουργία αναρχικών ομάδων ή πυρήνων λειτουργώντας μέσα από μια ολική και πολύμορφη δραστηριοποίηση, είναι το λειτουργικό κύτταρο για την ολική απελευθέρωση.

Σύμπραξη για την αναρχία


ΟΙ ΟΜΑΔΕΣ ΧΟΡΙΣ ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥΣ  *

 

Τζο Φρημαν

 

Οι ‘’ομάδες χωρίς  φόρμα’’, οι ‘’ομάδες χωρίς δομή’’,  όπως ονομάζονται, άρχισαν να διαμορφώνονται όταν το Κίνημα Απελευθέρωσης Γυναικών (ΚΑΓ) παίρνει πια μορφή. Θεωρούνται σαν οι κύριες, αν όχι οι μοναδικές, οργανωτικές μορφές του κινήματος. Πηγή αυτής της ιδέας ήταν μια φυσική αντίδραση ενάντια στην υπερδομημένη κοινωνία, που μέσα της βρεθήκαμε. Αντίδραση ενάντια στη δυνατότητα ελέγχου που αναπόφευκτα αυτή η δομή έδωσε σε άλλους πάνω στις ζωές μας, στην τάση ελιτισμού που έχουν οι αριστερές και παρόμοιες ομάδες, που υποτίθεται ότι πολεμούν αυτή την υπέρ-δόμηση.

Είναι βέβαιο ότι η ιδέα της ‘’ομάδας χωρίς δομή’’ ήταν μια υγιής αντίδραση σε αυτές τις τάσεις. Όμως κατάντησε να γίνει αυτοσκοπός. Παρόλο που η ιδέα έχει εξεταστεί τόσο λίγο όσο ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί πολύ, έχει γίνει ουσιαστικό και αναμφίβολο μέρος της ιδεολογίας του γυναικείου κινήματος. Γιατί από νωρίς καθόρισε για κύριο σκοπό του και βασική μέθοδο τη συνειδητοποίηση. Η ‘’αδιάρθρωτη ομάδα κρούσης’’ ήταν ένα έξοχο μέσο για να πετύχει αυτό το σκοπό.

Το γεγονός ότι η ομάδα ήταν χαλαρή και ‘’ανεπίσημη’’, ενθάρρυνε τη συμμετοχή στη συζήτηση και η συχνά ευχάριστη ατμόσφαιρα υποβοηθούσε την προσωπική επαφή και την γνωριμία. Αν σε τίποτα άλλο πιο δεμένο δεν κατάληγαν αυτές οι ομάδες, δεν είχε καμιά σημασία, μια και ο σκοπός τους δεν επεκτεινόταν πέρα από αυτή την προσωπική γνωριμία.

Τα βασικά προβλήματα παρουσιάστηκαν μόνο όταν διάφορες ομάδες κρούσης εξάντλησαν τα καλά της συνειδητοποίησης και αποφάσισαν ότι ήθελαν να κάνουν και άλλα πράγματα πιο συγκεκριμένα. Σε αυτό το σημείο συνήθως βρίσκανε δυσκολίες γιατί οι περισσότερες ομάδες δεν ήθελαν να αλλάξουν τη διάρθρωσή τους, όταν άλλαζαν τα καθήκοντά τους, να πούμε, που έβαζαν μπροστά.  Οι γυναίκες είχαν εντελώς αποδεχτεί την ιδέα της ‘’αδιαρθρωσίας’’ χωρίς να συνειδητοποιήσουν τα όρια χρησιμοποίησής της. Προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν την ‘’χωρίς δομή’’ ομάδα και την ανεπίσημη, ας πούμε, επαφή για σκοπούς που τα μέσα αυτά ήταν ακατάλληλα,   και αυτό γιατί τυφλά πίστευαν πως οτιδήποτε άλλο δεν μπορεί παρά να είναι καταπιεστικό.

Εάν το κίνημα πρόκειται να προχωρήσει πέρα από αυτά τα στοιχειώδη στάδια εξέλιξης, θα πρέπει να ξεκολλήσει από μερικές προκαταλήψεις του για την οργάνωση και τη δομή. Δεν υπάρχει κανένα σύμφυτο κακό και στα δύο. Και στα δύο μπορεί να γίνει κακή χρήση, αλλά να τα απορρίπτουμε γιατί μόνο τους γίνεται κακή χρήση, είναι σαν να αρνούμαστε στους εαυτούς μας τα απαραίτητα εργαλεία για να εξελιχτούμε περισσότερο. Χρειάζεται, επομένως, να κατανοήσουμε γιατί η έλλειψη δομής δεν μπορεί να δουλέψει, δηλαδή να αποδώσει.

 

Επίσημες και ανεπίσημες δομές

 

Αντίθετα με αυτό που θα θέλαμε να πιστεύουμε, δεν υπάρχει ομάδα χωρίς διάρθρωση. Άνθρωποι, που για κάποιο χρονικό διάστημα σμίγουν και βάζουν οποιοδήποτε στόχο, αναπόφευκτα δημιουργούν μια ομάδα που, οποιαδήποτε και αν είναι η φύση της και όποιος ο στόχος της, οπωσδήποτε θα πάρει μια δομή.

Η δομή αυτή μπορεί να είναι ελαστική, μπορεί να μεταβάλλεται με το χρόνο, μπορεί να μοιράζει τη δουλειά, τη δύναμη και τους πόρους αμερόληπτα ή όχι ανάμεσα στα μέλη της ομάδας. Αλλά θα φτιαχτεί ανεξάρτητα από τις ικανότητες, την προσωπικότητα και τους σκοπούς των ανθρώπων που παίρνουν μέρος. Το ίδιο το γεγονός ότι είμαστε άτομα με διαφορετικά ταλέντα, προδιαθέσεις και υπόβαθρα, κάνει αυτή την κατάσταση αναπόφευκτη. Μονάχα αν αρνηθούμε να έρθουμε σε οποιαδήποτε επαφή και αλληλεπίδραση μπορούμε να πλησιάσουμε την ολοκληρωτική έλλειψη δομής, αλλά αυτή δεν είναι η φύση της ανθρώπινης ομάδας.

Αυτό σημαίνει ότι το να αγωνίζεσαι να φτιάξεις μια ομάδα χωρίς δομή είναι τόσο ‘’χρήσιμο’’ και τόσο απατηλό όσο το να σκοπεύεις σε ένα ‘’αντικειμενικό’’ ρεπορτάζ, μια χωρίς αξίες κοινωνική επιστήμη ή μια ‘’ελεύθερη’’ οικονομία.

Μια ομάδα που κάνει ό,τι θέλει είναι τόσο ρεαλιστική όσο και μια κοινωνία που κάνει ό,τι θέλει. Η ιδέα αυτή χρησιμεύει σαν ένα θολό γυαλί για αυτούς που έχουν τη δύναμη ή την τύχη να εγκαθιδρύουν την αυθαίρετη ηγεμονία τους πάνω στους άλλους. Αυτή η ηγεμονία μπορεί εύκολα να εγκαθιδρυθεί γιατί η ιδέα της ‘’έλλειψης δομής’’ δεν εμποδίζει το σχηματισμό ανεπίσημων δομών· εμποδίζει τον σχηματισμό μονάχα των επίσημων. Κατά τον ίδιο τρόπο η φιλοσοφία της ελεύθερης οικονομίας δεν εμπόδισε τους οικονομικά δυνατούς να εγκαθιδρύσουν τον έλεγχό τους στα ημερομίσθια, στις τιμές και στη διανομή των αγαθών· το μόνο που εμπόδισε ήταν να τα κάνει αυτά η κυβέρνηση. Έτσι, η ‘’έλλειψη δομής’’ καταντάει να είναι ένας τρόπος για να κρύβεται η δύναμη πίσω από μια μάσκα. Και μέσα στο γυναικείο κίνημα, συνήθως πιο πολύ συνηγορούν για αυτή εκείνες που είναι πιο δυνατές (είτε έχουν συνείδηση της δύναμής τους είτε όχι). Όσο η ομάδα είναι ανεπίσημη, οι κανόνες για το πώς παίρνονται οι αποφάσεις είναι γνωστοί μονάχα σε μερικές, και η επίγνωση της δύναμης περιορίζεται σε αυτές που ξέρουν τους κανόνες. Αυτές που δεν ξέρουν τους κανόνες και δεν έχουν διαλεχτεί να μυηθούν σε αυτούς, πρέπει να παραμείνουν σε σύγχυση, ή υποφέρουν από απατηλές ψευδαισθήσεις ότι κάτι συμβαίνει για το οποίο δεν είναι αρκετά ενήμερες.

Η δομή μιας ομάδας πρέπει να είναι σαφής και όχι να υπονοείται, έτσι ώστε να έχει καθεμιά την ευκαιρία να παίρνει μέρος στις δραστηριότητές της. Οι κανόνες για τον τρόπο που παίρνονται οι αποφάσεις πρέπει να είναι ελεύθερα στη διάθεση της καθεμιάς. Και αυτό είναι δυνατό μονάχα αν πάρουν μια σαφή μορφή. Αυτό δεν σημαίνει ότι αναγκαστικά η επισημοποίηση της δομής μιας ομάδας θα εξαλείψει την ανεπίσημη δομή της. Συνήθως δεν την εξουδετερώνει. Εμποδίζει όμως αυτή την ανεπίσημη δομή να ελέγχει τα πράγματα, και προσφέρει μερικά μέσα για να χτυπηθεί.

Η έλλειψη δομής είναι οργανωτικά αδύνατη. Δεν μπορούμε να αποφασίσουμε αν θα έχουμε μια οργανωμένη ομάδα ή όχι, αλλά μονάχα για το αν θα είναι ΕΠΙΣΗΜΑ οργανωμένη. Έτσι λοιπόν, η έκφραση ‘’έλλειψης δομής’’ δεν θα χρησιμοποιηθεί παραπέρα μόνο για να αναφερθεί στην ιδέα που αντιπροσωπεύει. Η λέξη ΑΝΟΡΓΑΝΩΤΗ θα αναφέρεται σε εκείνες τις ομάδες που δεν έχουν οργανωθεί συγκεκριμένα, και κατά ένα ορισμένο τρόπο, ενώ η λέξη ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ θα αναφέρεται σε εκείνες που έχουν.

Μια οργανωμένη ομάδα έχει πάντα μια επίσημη οργανωτική δομή, και μπορεί να έχει και μια ανεπίσημη. Μια ανοργάνωτη ομάδα έχει πάντα μια ανεπίσημη οργανωτική δομή. Αυτή ακριβώς η ανεπίσημη οργανωτική δομή είναι εκείνη η οποία ειδικά στις ανοργάνωτες ομάδες, γίνεται η βάση για τις διάφορες ελίτ (= αυτός που ξεχωρίζει. Εδώ σημαίνει ομάδες που ξεχωρίζουν, που επιβάλλονται).

 

Η φύση του ελιτισμού

 

Η λέξη ‘’ελιτίστρια’’ είναι ίσως η πιο χρησιμοποιημένη στο κίνημα της απελευθέρωσης των γυναικών. Χρησιμοποιείται τόσο συχνά και για τους ίδιους λόγους, όπως η λέξη ‘’μετριοπαθής’’ στη δεκαετία του ’50. Ποτέ δεν χρησιμοποιείται σωστά. Μέσα στο κίνημα, συνήθως, αναφέρεται σε διάφορα άτομα που τα προσωπικά χαρακτηριστικά και οι δραστηριότητές τους μπορεί να διαφέρουν κατά πολύ. Ένα άτομο, σαν άτομο, ποτέ δεν μπορεί να είναι η ‘’ελίτ’’ γιατί η μόνη σωστή εφαρμογή του όρου είναι σε ομάδες. Κανένα άτομο όσο γνωστό και να είναι το ‘’ποιόν’’ του, δεν μπορεί να είναι ‘’ελίτ’’.

Στη σωστή της έννοια, η ελίτ αναφέρεται σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που έχουν τη δύναμη πάνω σε μια άλλη μεγαλύτερη, της οποία είναι μέρος, συνήθως χωρίς άμεση ευθύνη για αυτή τη μεγαλύτερη ομάδα, και συχνά χωρίς οι άλλοι να το ξέρουν ή να συμφωνούν. Κάποια ή κάποιος γίνεται ελιτίστρια ή ελιτιστής με το να είναι μέλος ή να συνηγορεί στην κυριαρχία μιας τέτοιας μικρής ομάδας, άσχετα με το αν αυτό το πρόσωπο είναι πολύ γνωστό ή εντελώς άγνωστο. Το να είναι κάποιος άνθρωπος διάσημος δεν σημαίνει ότι είναι και ελιτιστής (οπαδός της υπεροχής των ξεχωριστών ανθρώπων πάνω στους άλλους ή της δημιουργίας ξεχωριστών ομάδων από εκλεκτούς). Οι πιο ύπουλες ελίτ συνήθως αποτελούνται από ανθρώπους τελείως άγνωστους στο πλατύ κοινό. Οι έξυπνοι ελιτιστές έχουν συνήθως αρκετή επίγνωση, ώστε οι ίδιοι να μην αφήσουν να γίνουν πολύ γνωστοί. Όταν γίνουν γνωστοί, παρακολουθούνται, και η μάσκα που κρύβει τη δύναμή τους είναι έτοιμη να πέσει.

Το ότι οι ελίτ είναι ανεπίσημες δεν σημαίνει ότι είναι και αόρατες. Σε οποιαδήποτε συγκέντρωση μιας μικρής ομάδας, όποιας κόβει το μάτι και ξέρει να ακούει, μπορεί να πει ποιες επηρεάζουν ποιες. Τα μέλη μιας φιλικής ομάδας θα κάνουν περισσότερη παρέα μεταξύ τους παρά με τις υπόλοιπες. Ακούν προσεκτικότερα και διακόπτουν λιγότερο. Επαναλαμβάνουν ο καθένας τα θέματα του άλλου και υποχωρούν φιλικά. Τους ‘’απέξω’’ τείνουν να τους αγνοούν ή να αρπάζονται μαζί τους. Η έγκριση των ‘’απέξω’’ δεν είναι αναγκαία για να παρθεί μια απόφαση. Είναι αναγκαίο, όμως, οι ‘’απέξω’’ να τα έχουν καλά με τους ‘’μέσα’’. Βέβαια, οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι τόσο ακριβείς όσο τις σκιαγράφησα. Πρόκειται για αποχρώσεις αλληλεπίδρασης και όχι προδιαγραφές. Αλά είναι ευδιάκριτες και έχουν τα αποτελέσματά τους. Από τη στιγμή που κάποια ξέρει με ποια πρέπει να ‘’τσεκάρει’’ πριν παρθεί μια απόφαση, και ποιας η έγκριση είναι σφραγίδα αποδοχής, τότε ξέρει ποια έχει την κατάσταση στα χέρια της μέσα στην ομάδα.

Οι ελίτ δεν είναι συνομωσίες. Σπάνια φτιάχνεται μια μικρή ομάδα ανθρώπων που προσπαθεί να επιβληθεί στη μεγαλύτερη για τους δικούς της σκοπούς. Οι ελίτ, δεν είναι τίποτα άλλο από ομάδες φίλων που τυχαίνει επίσης να παίρνουν μέρος στις ίδιες πολιτικές δραστηριότητες. Πιθανότατα θα συνέχιζαν τη φιλία τους ακόμη και αν δεν έπαιρναν μέρος και πιθανότατα θα έπαιρναν μέρος ακόμη και αν δεν συνέχιζαν τη φιλία τους. Είναι ακριβώς η σύμπτωση  αυτών των δύο φαινομένων που δημιουργεί τις ελίτ σε κάθε ομάδα και κάνει δύσκολη τη διάλυσή τους.

Αυτές οι φιλικές ομάδες λειτουργούν σα δίκτυα επικοινωνίας έξω από οποιαδήποτε κανονικά κανάλια  για παρόμοια επικοινωνία που μπορεί να έχει φτιάξει μια ομάδα.  Αν δεν έχουν φτιαχτεί τέτοια κανάλια στην ομάδα, τότε λειτουργούν σαν τα ΜΟΝΑ δίκτυα επικοινωνίας. Οι άνθρωποι που είναι ανακατεμένοι σ΄ αυτά τα δίκτυα έχουν περισσότερη δύναμη στην ομάδα από εκείνους που δεν είναι, επειδή, δε, σαν φίλοι συνήθως έχουν τις ίδιες αξίες και προσανατολίζονται προς τις ίδιες κατευθύνσεις κι επίσης γιατί μιλάνε μεταξύ τους και συμβουλεύονται ο ένας τον άλλο όταν πρέπει να παρθούν κοινές αποφάσεις. Και σπάνια υπάρχει ομάδα που δεν διαμορφώνει ανάλογα δίκτυα επικοινωνίας διά μέσου των φίλων που δημιουργούνται σ΄ αυτή.

Μερικές ομάδες ανάλογα με το μέγεθος τους, μπορεί να έχουν περισσότερα από ένα τέτοια ανεπίσημα δίκτυα επικοινωνίας. Μπορεί ακόμα τα δίκτυα αυτά να συμπίπτουν. Όταν υπάρχει μόνο ένα τέτοιο δίκτυο αποτελεί την ελίτ μιας κατά τα άλλα ανοργάνωτης ομάδας, είτε αυτοί που παίρνουν μέρος θέλουν να είναι ελιτιστές είτε όχι.  Αν είναι το μόνο δίκτυο σε μια οργανωμένη ομάδα, τότε μπορεί να είναι ή να μην είναι ελίτ, ανάλογα με τη σύνθεση και τη φύση της επίσημης οργανωτικής δομής. Αν υπάρχουν δύο ή περισσότερα τέτοια δίκτυα φίλων μπορεί να συναγωνίζονται για το ποιο θα πάρει τη δύναμη μέσα στην ομάδα, δημιουργώντας έτσι φράξιες ή μπορεί ένα από όλα ν΄ αποφασίσει με τη θέλησή του να εγκαταλείψει το συναγωνισμό αφήνοντας έτσι το άλλο ή τα άλλα να είναι η ελίτ.   Σε μια οργανωμένη ομάδα, δύο ή περισσότερα τέτοια φιλικά δίκτυα, συναγωνίζονται συνήθως μεταξύ τους για το ποιο θα έχει την ισχύ. Συχνά αυτή είναι η πιο υγιής κατάσταση, γιατί τα υπόλοιπα μέλη είναι σε θέση να διαλέξουν κάποιον από τους συναγωνιστές και να έχουν απαιτήσεις από την ομάδα στην οποία προσωρινά υπακούουν.

Μια και οι διάφορες ομάδες του κινήματος δεν έχουν αποφασίσει σταθερά για το ποια θα ασκεί εξουσία μέσα σ΄ αυτές χρησιμοποιούνται πολλά διαφορετικά κριτήρια μέσα στο χώρο. ΄΄Όπως έχει αλλάξει το κίνημα με το πέρασμα του χρόνου, ο γάμος έχει σχεδόν πάψει να είναι ένα γενικό κριτήριο για να πάρει κάποια αποτελεσματικά μέρος αν και όλες οι ανεπίσημες ελίτ ακόμη βάζουν κριτήρια με τα οποία μπορούν να γίνουν μέλη μόνο γυναίκες που έχουν ορισμένα υλικά ή προσωπικά χαρακτηριστικά. Αρκετά συχνά αυτά τα κριτήρια περιλαμβάνουν το να έρχεται κάποια από τη μεσαία τάξη (παρόλη τη ρητορική γύρω από την εργατική τάξη), το να είναι κάποια παντρεμένη, το να μην είναι παντρεμένη, αλλά, να ζει με κάποιον, το να είναι ή να προσποιείται ότι είναι λεσβία, να είναι ανάμεσα στα 20 – 30, να΄ χει τελειώσει ή να έχει παρακολουθήσει κάποια σχολή, να χιπίζει ή να μην χιπίζει και τόσο, να έχει κάποια πολιτική γραμμή  ή να ταυτίζεται με τους ‘’ριζοσπαστικούς’’, να΄ χει ορισμένα ‘’θηλυκά’’ χαρακτηριστικά στην προσωπικότητά της : π.χ. να είναι ‘’ευχάριστη’’, να ντύνεται σωστά (είτε στο παραδοσιακό ή στο αντιπαραδοσιακό στυλ) κλπ. Υπάρχουν ακόμη, μερικά χαρακτηριστικά που σχεδόν πάντα χαρακτηρίζουν κάποια σαν παρεκτρεπόμενη (από τη γραμμή) και που δεν θα έπρεπε να έχουν οι άλλες σχέση μαζί της. Αυτά περιλαμβάνουν : να είναι κάποια σε μεγάλη ηλικία, να δουλεύει κανονικά (ειδικά αν είναι αφιερωμένη σε μια καριέρα), να μην είναι ‘’ευχάριστη’’, και να είναι ομολογημένα μοναχή (δηλαδή, ούτε ενεργά ετερόφυλη ούτε ομοφυλόφιλη.

Και άλλα κριτήρια θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν, αλλά τα θέματα είναι κοινά σε όλα. Οι χαρακτηριστικές προϋποθέσεις για να πάρει κάποια μέρος στις ανεπίσημες ελίτ του κινήματος, κι έτσι να ασκήσει εξουσία, έχουν να κάνουν με το κοινωνικό περιβάλλον από το οποίο προέρχεται, την προσωπικότητά της ή τον καταμερισμό του χρόνου. Δεν συμπεριλαμβάνουν την ικανότητα, την αφοσίωση στο φεμινιστικό κίνημα, ταλέντα ή τη μεγάλη προσφορά. Τα πρώτα είναι κριτήρια που βάζει κάποια για να αποφασίσει ποιες θα είναι οι φίλες της. Τα δεύτερα είναι κριτήρια που θα πρέπει να βάζει κάθε κίνημα ή οργάνωση αν πρόκειται   να έχει πολιτικά αποτελέσματα.

Μολονότι αυτή η διχοτόμηση της διαδικασίας σχηματισμού ελίτ μέσα στις μικρές ομάδες περιείχε πολύ κριτικές απόψεις, αυτό δεν έγινε πιστεύονται ότι αυτές οι ανεπίσημες δομές είναι αναπόφευκτα κακές – απλώς είναι αναπόφευκτες. Όλες οι ομάδες δημιουργούν ανεπίσημες δομές σαν αποτέλεσμα των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στα μέλη και τέτοιες ανεπίσημες δομές μπορούν να κάνουν πολύ χρήσιμα πράγματα. Μόνο αυτές οι ανεπίσημες ομάδες κυβερνώνται εντελώς από αυτές. Όταν οι ανεπίσημες δομές συνδέονται με έναν μύθο ‘’αδιαρθρωσίας’’ τότε δεν μπορεί να γίνει καμιά προσπάθεια να μπουν όρια στη χρήση δύναμης, που πια παίρνει μια δικιά της ιδιότροπη   μορφή.

Αυτό έχει δυο δυνητικά αρνητικές συνέπειες που πρέπει να ξέρουμε. Η πρώτη είναι ότι η ανεπίσημη δομή της λήψης αποφάσεων θα είναι σαν σε μια ‘’αδελφότητα’’, όπου ακούνε τις άλλες επειδή τους αρέσουν κι όχι επειδή λένε σημαντικά πράγματα.  Εδώ, όσο το κίνημα δεν κάνει σημαντικά πράγματα αυτό δεν πολυπειράζει. Αλλά, για να μη σταματήσει η ανάπτυξή του σ΄ αυτό το προκαταρκτικό στάδιο, αυτή η τάση πρέπει να αλλαχθεί. Η δεύτερη είναι ότι οι ανεπίσημες δομές δεν έχουν καμιά υποχρέωση να είναι υπεύθυνες απέναντι στην ομάδα γενικά. Τη δύναμή τους δεν τους την έδωσε κανείς και άρα κανείς δεν τους την παίρνει πίσω. Η επιρροή τους δεν βασίζεται σε αυτά που κάνουν για την ομάδα, άρα δεν μπορούν να επηρεαστούν άμεσα από αυτήν. Αυτό δε σημαίνει αναγκαστικά ότι οι ανεπίσημες είναι ανεύθυνες. Εκείνες που τις απασχολεί να κρατήσουν την επιρροή τους στην ομάδα, συνήθως θα προσπαθούν να είναι υπεύθυνες. Η ομάδα απλώς δεν μπορεί να αναγκάσει κάποια να πάρει μια τέτοια υπευθυνότητα ‘ εξαρτάται από τα συμφέροντα της ελίτ.  

 

Το σύστημα των αστέρων

 

Η ιδέα επίσημων οργανωτικών δομών έχει δημιουργήσει το σύστημα των ‘’αστέρων’’.  Ζούμε σε μια κοινωνία που περιμένει από τις πολιτικές ομάδες να παίρνουν αποφάσεις και να επιλέγουν ανθρώπους που θα μεταφέρουν αυτές τις αποφάσεις στο πλατύ κοινό. Ο τύπος και το κοινό δεν έχουν μάθει να ακούν σοβαρά κάθε γυναίκα σαν γυναίκα, θέλουν να ξέρουν πως αισθάνεται η ομάδα.  Τρεις τεχνικές έχουν αναπτυχθεί για να ακούγεται η  μαζική γνώμη της ομάδας : η ψήφος και το δημοψήφισμα, το ερωτηματολόγιο σφυγμομέτρησης κοινής γνώμης και η επιλογή της ομάδας ομιλητών σε συγκεντρώσεις. 

Το κίνημα απελευθέρωσης των γυναικών δεν έχει χρησιμοποιήσει καμιά από αυτές  για να επικοινωνήσει με το κοινό. Ούτε το κίνημα σα σύνολο, ούτε και οι περισσότερες από την πληθώρα των ομάδων μέσα σ΄ αυτό έχουν καθιερώσει κάποιο μέσο για να εξηγήσουν τη θέση τους σε διάφορα θέματα. Το κοινό έχει μάθει στο μεταξύ να ψάχνει για ομιλητές.

Αν και το κίνημα δεν έχει διαλέξει συνειδητά ομιλητές, έχει εντούτοις ξεπετάξει πολλές γυναίκες που για διάφορους λόγους έχουν γίνει γνωστές στο κοινό. Οι γυναίκες αυτές δεν αντιπροσωπεύουν καμιά συγκεκριμένη ομάδα ή καθιερωμένη γνώμη κι αυτό το ξέρουν και συνήθως το λένε. Αλλά αφού δεν υπάρχουν ούτε επίσημοι ομιλητές ούτε κανένα σώμα που να παίρνει αποφάσεις και απ΄ όπου θα μπορούσε ο τύπος να παίρνει συνέντευξη, ας πούμε, όταν θέλει να ξέρει τη θέση του κινήματος σε κάποιο θέμα, καταλήγει να παίρνει αυθαίρετα αυτές τις γυναίκες σαν ομιλητές.  Έτσι, είτε το θέλουν είτε όχι αυτές και το κίνημα, οι γυναίκες που το κοινό διακρίνει και μαθαίνει παίρνουν το ρόλο του ομιλητή από σπόντα.

Αυτός είναι και ένας λόγος που πολλές φορές αισθάνεται κανείς κάποια συμπάθεια να πούμε γι΄ αυτές που παίρνουν την ετικέτα ‘’αστέρας’’. Οι γυναίκες δυσφορούν απέναντί τους όταν ο τύπος συμπεραίνει ότι μιλάνε εκ μέρους του κινήματος, γιατί ακριβώς εν είχαν επιλεγεί από τις γυναίκες του κινήματος για να αντιπροσωπεύουν τις θέσεις του. Έτσι, η εχθρική αντίδραση στο σύστημα των ‘’αστέρων’’, τελικά ενθαρρύνει εκείνο το είδος της ατομικιστικής ανευθυνότητας που το κίνημα καταδικάζει. Ξεκόβοντας και απομακρύνοντας μια αδελφή σαν ‘’αστέρι’’, το κίνημα χάνει οποιονδήποτε έλεγχο που θα μπορούσε να είχε πάνω στο πρόσωπο, το οποίο μετά είναι ελεύθερο να κάνει όλες τις ατομικιστικές ‘’αμαρτίες’’ για τις οποίες είχε κατηγορηθεί.

 

Πολιτική ανικανότητα

 

Οι ομάδες που δεν έχουν επίσημες οργανωτικές δομές μπορεί να είναι πολύ αποτελεσματικές στο να κάνουν τις γυναίκες να μιλάνε για τη ζωή τους, όμως δεν είναι ικανές να κάνουν πράγματα στην πράξη. Εκτός και αν αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας τους, οι ομάδες ‘’κολλάνε’’ σε σημείο που να κουράζεται ο κόσμος από τα λόγια και να θέλει να κάνει κάτι παραπέρα. Επειδή το πλατύτερο κίνημα στις περισσότερες πόλεις είναι τόσο ανοργάνωτο όσο και οι μικρές ομάδες, δεν είναι αποτελεσματικότερο από τις μικρές ομάδες χωριστά σε συγκεκριμένα καθήκοντα. Η ανεπίσημη δομή σπάνια είναι τόσο κοντά ή έχει αρκετή επαφή με τον κόσμο, ώστε να είναι σε θέση να ενεργεί αποτελεσματικά. Έτσι, το κίνημα δημιουργεί πολλή κίνηση και λίγα αποτελέσματα.  Δυστυχώς, οι συνέπειες όλης αυτής της κίνησης δεν είναι τόσο αβλαβείς όσο τα΄ αποτελέσματα και το θύμα τους είναι το ίδιο το κίνημα.

Μερικές ομάδες το΄χουν ρίξει στην  τοπική δράση κι αυτές είναι εκείνες κυρίως που δεν έχουν πολύ κόσμο και δουλεύουν σε μικρή κλίμακα. Αυτή η μορφή όμως περιορίζει τη δράση του κινήματος σε τοπικό επίπεδο και δε μπορεί να αναπτυχθεί σε επαρχιακό ή εθνικό επίπεδο. Ακόμα, για να λειτουργούν καλά οι ομάδες πρέπει να ελαττωθούν αριθμητικά σ΄ εκείνη την ανεπίσημη ομάδα φίλων που ξεκίνησαν τη δουλειά στην αρχή. Αυτό αποκλείει πολλές γυναίκες στο να πάρουν μέρος. Όσο ο μόνος τρόπος για να πάρουν οι γυναίκες μέρος στο κίνημα παραμένει το να γίνουν μέλη μιας μικρής ομάδας, εκείνες που δεν είναι πολύ κοινωνικές βρίσκονται σε καθαρά μειονεκτική θέση. Όσο οι φιλικές ομάδες είναι το κύριο μέσο για τη δραστηριότητα της οργάνωσης, ο ελιτισμός θεσμοποιείται.

Για εκείνες τις ομάδες που δεν μπορούν να βρουν κάποια τοπική δράση για να αφιερωθούν, το γεγονός και μόνο που δεν διαλύονται γίνεται ο λόγος που παραμένουν μαζί. Όταν μια ομάδα δεν έχει κανένα συγκεκριμένο καθήκον ( και τέτοιο είναι και η συνειδητοποίηση ), ο κόσμος μέσα σ΄ αυτή με τη σειρά του συγκεντρώνει την ενέργειά του στο να ελέγχει τις άλλες στην ομάδα. Αυτό δε γίνεται και τόσο με την κακή πρόθεση να κάνουν τις άλλες ό,τι θέλουν ( αν και καμιά φορά γίνεται ), όσο επειδή δεν έχουν να κάνουν τίποτα καλύτερο με τα ταλέντα τους. Άνθρωποι ικανοί με αρκετό χρόνο στη διάθεσή τους και με την ανάγκη να δώσουν κάποια δικαιολογία για το γεγονός ό,τι είναι μαζί, συγκεντρώνουν τις προσπάθειες τους στον προσωπικό έλεγχο και περνάνε την ώρα τους κριτικάροντας τις προσωπικότητες των άλλων μελών της ομάδας.

Η μέρα περνάει με καυγάδες και ‘’παιχνίδια’’ προσωπικής δύναμης μέσα στην ομάδα. Όταν μια ομάδα είναι απασχολημένη με κάποιο συγκεκριμένο καθήκον, τα μέλη μαθαίνουν να τα πηγαίνουν καλά μεταξύ τους και αν υποτάσσουν τις προσωπικές αντιπάθειες για χάρη των μεγαλύτερων στόχων. Υπάρχουν όρια στην εσωτερική παρόρμηση να αναπλάθουμε κάθε πρόσωπο ανάλογα με τη δικιά μας ιδέα για το πώς θα έπρεπε να είναι.

Το τέλος της διαδικασίας συνειδητοποίησης και η έλλειψη δομών αφήνει τα μέλη στο κενό και δεν ξέρουν πού ούτε πώς να πάνε.  Οι γυναίκες του κινήματος είτε στρέφονται προς τους εαυτούς τους και τις αδελφές τους ή ψάχνουν για εναλλακτικές δραστηριότητες. Λίγες, όμως, εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν. Μερικές γυναίκες, απλά, κάνουν αυτό που θέλουν. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλο βαθμό ατομικής δημιουργικότητας, αρκετή από την οποία είναι χρήσιμη για το κίνημα, αυτή, όμως, δεν είναι βιώσιμη εναλλακτική λύση για τις περισσότερες γυναίκες και σίγουρα δεν δημιουργεί ένα πνεύμα συνεργασίας στις προσπάθειες της ομάδας. Άλλες γυναίκες φεύγουν τελείως, από το κίνημα, γιατί από τη μια δε θέλουν να αναπτύξουν κάποιο ατομικό σχέδιο και από την άλλη δεν έχουν βρει τρόπο να ανακαλύψουν, να αρχίσουν ή να πάρουν μέρος σε σχέδια της ομάδας που τις ενδιαφέρουν.

Πολλές στρέφονται προς άλλες πολιτικές οργανώσεις για να τους δώσουν το είδος της οργανωμένης αποτελεσματικής δραστηριότητας που δε βρήκαν στο γυναικείο κίνημα. Έτσι, εκείνες οι πολιτικές οργανώσεις που βλέπουν την απελευθέρωση της γυναίκας σαν ένα μόνο θέμα ανάμεσα σε όλα τ΄ άλλα, βρίσκουν στο κίνημα ένα τεράστιο έδαφος για να στρατολογούν καινούρια μέλη. Δεν είναι ανάγκη να κάνει κανείς εισοδισμό σ΄ αυτές τις οργανώσεις (αν και αυτό δεν αποκλείεται ). Η επιθυμία για μια πολιτική δραστηριότητα με νόημα, που έχει γεννηθεί στις γυναίκες με το να γίνουν μέλη του κινήματος απελευθέρωσης των γυναικών, είναι αρκετή για να τις κάνει να γίνουν μέλη άλλων οργανώσεων. Το ίδιο τους το κίνημα δεν τους δίνει διεξόδους για τις καινούριες τους ιδέες και ενέργειες.

Οι γυναίκες εκείνες που γίνονται μέλη  άλλων πολιτικών οργανώσεων, ενώ συγχρόνως παραμένουν στο κίνημα απελευθέρωσης των γυναικών ή που γίνονται μέλη του κινήματος ενώ παραμένουν μέλη άλλων πολιτικών οργανώσεων, γίνονται με τον καιρό ο σκελετός για καινούριες ανεπίσημες δομές. Αυτά τα δίκτυα φιλίας βασίζονται στις κοινές πολιτικές ιδέες έξω από τις φεμινιστικές περισσότερο, παρά στα χαρακτηριστικά που συζητήσαμε προηγούμενα.  Σε πολλά σημεία, όμως, το δίκτυο δουλεύει κατά τον ίδιο τρόπο. Λόγω του ότι οι γυναίκες έχουν κοινές αξίες, ιδέες και πολιτικές ιδεολογίες, γίνονται κι αυτές ανεπίσημες, απρογραμμάτιστες, μη εκλεγμένες ανεύθυνες ελίτ – είτε το ήθελαν είτε όχι.

Οι παλιές ανεπίσημες ελίτ που είχαν δημιουργηθεί πριν μέσα σε διαφορετικές ομάδες του κινήματος, συχνά αντιλαμβάνονται αυτές τις καινούριες ανεπίσημες ελίτ σαν απειλές. Αυτή είναι σωστή αντίληψη. Παρόμοια δίκτυα με πολιτικό προσανατολισμό σπάνια είναι πρόθυμα να είναι απλώς ‘’αδελφότητες’’, όπως ήταν πολλά από τα παλιά και θέλουν να προσηλυτίσουν τις άλλες στις φεμινιστικές αλλά και πολιτικές τους ιδέες. Αυτό, βέβαια, είναι φυσικό. Όμως η συνέπειες που έχει για την απελευθέρωση των γυναικών δεν έχουν ποτέ συζητηθεί όσο πρέπει. Οι παλιές ελίτ σπάνια είναι πρόθυμες να φέρουν στο φως τέτοιες αντιγνωμίες, γιατί έτσι θα έπρεπε να βγάλουν στη φόρα τη φύση της ανεπίσημης δομής της ομάδας. 

Πολλές από αυτές τις ανεπίσημες ελίτ κρύβονταν κάτω από την παντιέρα του αντιελιτισμού και της ανοργανωσιάς. Για να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό με κάποια άλλη ανεπίσημη δομή, θα έπρεπε να γίνουν γνωστές κι αυτή η πιθανότητα έχει πολλές επικίνδυνες συνέπειες. Για να κρατήσουν, λοιπόν, τη δύναμή τους, είναι πιο εύκολο να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό των άλλων ανεπίσημων ομάδων με μέσα όπως : κατηγορώντας τους για κομμουνιστές, ρεφορμιστές, λεσβίες ή μη λεσβίες. Η μόνη εναλλακτική λύση είναι να δομηθεί επίσημα η ομάδα κατά τέτοιο τρόπο ώστε η αρχική δύναμη να θεσμοποιηθεί. Αυτό δεν είναι ,βέβαια, πάντα δυνατό. Αν οι ανεπίσημες ελίτ ήταν καλά οργανωμένες και είχαν εξασκήσει την ισχύ τους σε αρκετά μεγάλο βαθμό στο παρελθόν, ο σκοπός αυτός είναι πραγματοποιήσιμος. Ιστορικά, οι ομάδες αυτές ήταν πολιτικά αρκετά αποτελεσματικές, μια και η στεγανότητα της ανεπίσημης δομής αποδείχθηκε καλό υποκατάστατο για την επίσημη δομή.

Το να οργανωθούν επίσημα, δεν πολυαλλάζει τον τρόπο λειτουργίας τους αν και η θεσμοποίηση της δομής της δύναμης, την κάνει ανοικτή σε επίσημη πρόκληση. Ακριβώς εκείνες οι ομάδες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη οργάνωσης είναι συχνά οι λιγότερο ικανές να τη δημιουργήσουν. Οι ανεπίσημες δομές τους δεν έχουν και τόσο καλά διαμορφωθεί και η προσκόλληση στην ιδεολογία της ‘’έλλειψης επίσημων οργανωτικών δομών’’ , τις κάνει απρόθυμες να αλλάξουν τακτική.

Όσο πιο ανοργάνωτη είναι μια ομάδα τόσο περισσότερη έλλειψη ανεπίσημων δομών έχει. Όσο πιο πολύ προσκολλείται στην ιδεολογία της ‘’ανοργανωσιάς’’, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να ελέγχεται από κάποια ομάδα πολιτικών συντρόφων.  

Μια και το κίνημα σαν σύνολο είναι τόσο ανοργάνωτο όσο οι περισσότερες από τις ομάδες που το αποτελούν, είναι το ίδιο ευαίσθητο σε άμεσες επιδράσεις. Αλλά το φαινόμενο εκδηλώνεται διαφορετικά. Σε τοπικό επίπεδο οι περισσότερες ομάδες μπορούν να λειτουργούν αυτόνομα, αλλά οι μόνες ομάδες που μπορούν να οργανώσουν μια δραστηριότητα σε εθνική κλίμακα είναι εκείνες που είναι οργανωμένες σε ολόκληρη τη χώρα. Έτσι είναι συχνά οι οργανωμένες φεμινιστικές οργανώσεις που δίνουν κατευθύνσεις σε εθνική κλίμακα και αυτές οι κατευθύνσεις αποφασίζονται ανάλογα με τις προτεραιότητες αυτών των οργανώσεων.

Ομάδες όπως η Εθνική Οργάνωση Γυναικών (ΕΟΓ) και η ένωση δράσης για την ισότητα των γυναικών (ΕΔΙΓ) και μερικές γυναικείες οργανώσεις της παραδοσιακής αριστεράς είναι οι μόνες ικανές να στήσουν μια εθνική καμπάνια. Η πληθώρα των ανοργάνωτων ομάδων για τη γυναικεία απελευθέρωση μπορούν να υποστηρίζουν ή όχι τις εθνικές καμπάνιες, αλλά από την άλλη είναι ανίκανες να στήσουν τις δικές τους. Έτσι, λοιπόν, τα μέλη τους γίνονται οι στρατιές κάτω από την αρχηγία των οργανωμένων οργανώσεων. Δεν έχουν τρόπο να αποφασίζουν ούτε και για ποιοι θα είναι οι στόχοι που έχουν προτεραιότητα.

Όσο περισσότερο ανοργάνωτο είναι ένα κίνημα, τόσο λιγότερο μπορεί να ελέγχει τις κατευθύνσεις προς τις οποίες αναπτύσσεται και τις πολιτικές δραστηριότητες που ασχολείται. Αυτό δε σημαίνει πώς δεν διαδίδονται οι ιδέες του. Αν δεχτεί ένα κάποιο ενδιαφέρον από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι κοινωνικές συνθήκες είναι κατάλληλες, οι ιδέες θα έχουν πλατιά διάδοση. Αλλά η διάδοση των ιδεών δε σημαίνει ότι εφαρμόζονται. Σημαίνει μονάχα ότι γίνεται κουβέντα γι΄ αυτές. Έτσι όσο μπορούν να εφαρμόζονται από τα άτομα, τόσο αυτά μπορούν να ενεργούν σύμφωνα μ΄ αυτές. Όσο χρειάζεται συντονισμένη πολιτική δύναμη για να εφαρμοστούν, δε θα εφαρμόζονται.

Όσο το κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών παραμένει προσκολλημένο σε μια μορφή οργάνωσης που δίνει έμφαση στις μικρές, αδρανείς ομάδες συζήτησης μεταξύ φίλων, τα χειρότερα προβλήματα της έλλειψης οργανωτικών δομών δε θα γίνουν αισθητά. Αλλά αυτό το είδος οργάνωσης έχει τα όριά του. Είναι πολιτικά ανεπαρκές, περιοριστικό και κάνει διακρίσεις κατά των γυναικών εκείνων που δεν είναι ή που δεν μπορούν να μπουν μέσα στα φιλικά δίκτυα. Αυτές που δεν ταιριάζουν σε ότι ήδη υπάρχει λόγω κοινωνικής τάξης, ράτσας, απασχόλησης, επειδή είναι ή δεν είναι μητέρες ή παντρεμένες ή λόγω προσωπικότητας, θα αποθαρρυνθούν αναπόφευκτα από το να προσπαθήσουν να πάρουν μέρος. Αυτές που ταιριάζουν θα αναπτύξουν κεκτημένα δικαιώματα για να κρατήσουν τα πράγματα όπως είναι.   

                                                                     

Σημείωση:

* Πρωτοδημοσιεύτηκε με τον τίτλο «Η Τυραννία της απουσίας δομής», Κίνγκστον ΗΠΑ, από την Ένωση Αναρχικών Εργατών το 1975. Στα ελληνικά δημοσιεύτηκε το 1984, στο περιοδικό «Κείμενα», ενώ με τον τίτλο «Οι ομάδες χωρίς δομή και τα όρια τους», αναδημοσιεύτηκε από την Πρωτοβουλία Αναρχικών Πειραιά στην μπροσούρα «Το Ζήτημα της Οργάνωσης», το 2006.

 

Παραθέτουμε απόσπασμα από το βιβλίο του MurrayBookchin«Κοινωνικός Αναρχισμός ή LifeStyle Αναρχισμός: Ένα αγεφύρωτο χάσμα»:

{…} Αν η ατομική «αυτονομία» προέχει οποιασδήποτε στράτευσης σε μια «συλλογικότητα», δεν υπάρχει οποιαδήποτε βάση για έναν κοινωνικά θεσπισμένο συντονισμό λήψης αποφάσεων ή ακόμη και διοικητικό συντονισμό. Το κάθε άτομο, που περιέχεται στη δική του «αυτονομία» είναι ελεύθερο να κάνει ότι θέλει – προφανώς, ακολουθώντας την παλιά φιλελεύθερη φόρμουλα, αν δεν εμποδίζει την «αυτονομία» των άλλων. Ακόμη και η δημοκρατική λήψη αποφάσεων απορρίπτεται ως εξουσιαστική. «Η δημοκρατική διακυβέρνηση παραμένει διακυβέρνηση» προειδοποιεί η Brown. «Ενώ επιτρέπει μεγαλύτερη συμμετοχή των ατόμων στην κυβέρνηση απ’ ότι επιτρέπεται στη μοναρχία ή στην ολοκληρωτική δικτατορία, αφορά εγγενώς ακόμη την καταπίεση των βουλήσεων κάποιων ανθρώπων. Αυτό έρχεται ξεκάθαρα σε ρήξη με το υπαρξιακό άτομο, που πρέπει να διατηρήσει την ακεραιότητα της βούλησής του ώστε να είναι υπαρξιακά ελεύθερο». Όντως, τόσο υπερβατολογικά ιερή είναι η βούληση του αυτόνομου ατόμου, κατά την άποψη της Brown που παραθέτει επιδοκιμάζοντας τον ισχυρισμό του PeterMarshall ότι, σύμφωνα με τις αναρχικές αρχές, «η πλειοψηφία δεν έχει πλέον δικαίωμα να επιβάλλεται στη μειοψηφία, ακόμη και στην μειοψηφία του ενός, παρά η μειοψηφία στην πλειοψηφία».

Υποτιμώντας τις ορθολογικές, διαμεσολαβητικές από το λόγο και άμεσο-δημοκρατικές διαδικασίες για τη συλλογική λήψη αποφάσεων ως «επιβολή» και «διακυβέρνηση», επιβραβεύει το δικαίωμα μιας μειοψηφίας ενός ηγεμονικού εγώ να απορρίπτει την απόφαση της πλειοψηφίας. Αλλά το γεγονός παραμένει ότι μία ελεύθερη κοινωνία είτε θα είναι δημοκρατική ή δεν θα επιτευχθεί καθόλου. Στην ίδια την υπαρξιακή κατάσταση, αν θέλετε, μιας αναρχικής κοινωνίας – μια άμεση ελευθεριακή δημοκρατία – οι αποφάσεις θα παίρνονταν σίγουρα ακολουθώντας μια ανοιχτή συζήτηση. Έπειτα η μειοψηφία που θα καταψηφίζονταν – ακόμη και η μειοψηφία του ενός – θα είχε όσες ευκαιρίες ήθελε να αντιπαραθέσει επιχειρήματα για να προσπαθήσει να αλλάξει αυτή την απόφαση. Η λήψη αποφάσεων με ομοφωνία, από την άλλη μεριά, καθιστά αδύνατο ένα συνεχιζόμενο διάλογο – την πολύ σημαντική διαδικασία της συνεχούς ανταλλαγής απόψεων, της διαφωνίας, της πρόκλησης και της αντί-πρόκλησης, χωρίς τις οποίες η κοινωνική καθώς και η ατομική δημιουργικότητα θα ήταν αδύνατες.

Το να λειτουργείς στη βάση της ομοφωνίας, αν σημαίνει κάτι για τη σημαίνουσα λήψη αποφάσεων είναι το εξής: είτε θα χειραγωγηθεί από μία μειοψηφία είτε θα καταρρεύσει εντελώς. Και οι αποφάσεις που παίρνονται ενσωματώνουν το χαμηλότερο κοινό παρανομαστή απόψεων και συγκροτούν το ελάχιστο δημιουργικό επίπεδο συμφωνίας. Μιλώ εδώ μέσα από μακρές και επίπονες διαδικασίες με τη χρήση της ομοφωνίας στην ClamshellAlliance της δεκαετίας του 1970. Ακριβώς τη στιγμή που το ημι-αναρχικό αντί-πυρηνικό κίνημα ήταν στην ακμή του, με χιλιάδες ακτιβιστές, καταστράφηκε μέσα από τη χειραγώγηση της ομοφωνίας από μία μειοψηφία. Η «τυραννία της απουσίας δομών» που η ομόφωνη λήψη αποφάσεων επέτρεψε σε κάποιους λίγους που ήταν καλά οργανωμένοι να ελέγξουν τους δυσκίνητους, αποθεσμοποιημένους και ευρέως ανοργάνωτους πολλούς μέσα στο κίνημα.

Η εμμονή για την επίτευξη της ομοφωνίας εμπόδιζε την ανταλλαγή απόψεων και τη δημιουργική τόνωση της συζήτησης, μέσα από ιδέες που θα μπορούσαν να αποφέρουν νέες προοπτικές για εξέλιξη. Σε οποιαδήποτε κοινότητα, ο διάλογος – και τα αντιφρονούντα άτομα – εμποδίζουν την κοινότητα να μένει στάσιμη. Υποτιμητικές λέξεις όπως «επιβάλλομαι» και «κυριαρχώ» κανονικά αναφέρονται στη σιωπή των διαφωνούντων, όχι στην εφαρμογή της δημοκρατίας. ειρωνικά θα έλεγα, ότι είναι η ομόφωνη «γενική βούληση» που θα μπορούσε, κατά την αξιομνημόνευτη φράση του Ρουσσώ από το Κοινωνικό Συμβόλαιο, «να εξαναγκάσει τους ανθρώπους να είναι ελεύθεροι»

 

 

από G 14/07/2012 1:26 μμ.


ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ  ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

 

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή

 

“ Ένα κίνημα που αγνοεί ή αποστρέφεται την κοινωνική ιστορία, αλλά και την ιστορικότητά του, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να βρίσκεται διαρκώς στο νησί των λωτοφάγων ”.   Γ. Μ

 

 Αναμφίβολα, οι περισσότεροι θεωρητικοί  (εννοούνται εδώ οι γνωστότεροι από τους πρωτεργάτες του κοινωνικού αναρχισμού, ο Μπακούνιν, ο Κροπότκιν, ο Μαλατέστα, κ.α.) υπήρξαν θερμοί υποστηρικτές της οργάνωσης. Αποδέχτηκαν την έννοια οργάνωση, την εισηγήθηκαν στους συντρόφους τους και την εφάρμοσαν και οι ίδιοι.

Όσον αφορά τον Μπακούνιν, αρκεί να μάθουμε τις δραστηριότητές του στα πλαίσια της 1ης Διεθνούς, να γνωρίσουμε τις βασικές αρχές της Συμμαχίας, που ο ίδιος συνέβαλε στη δημιουργία της και συνέταξε το πρόγραμμά της, ή να ανατρέξουμε σε οποιοδήποτε από τα γραπτά του για να πειστούμε για τις αντιλήψεις του και να αναγνωρίσουμε το καθαρά οργανωτικό του πνεύμα. Θα επανέλθουμε.

   Ο Μαλατέστα υπήρξε όχι μόνον ο πνευματικός κληρονόμος και ο πιστότερος συνεχιστής του Μπακούνιν αλλά και από τους αναρχικούς θεωρητικούς (όλων των εποχών και όλων των χωρών) αυτός που εργάστηκε ακούραστα για να υπερασπίσει και να διαδώσει τις βασικές αρχές της οργάνωσης. Αρκεί να απαριθμήσουμε τις πολλαπλές δραστηριότητές του ή να παραθέσουμε ορισμένα αποσπάσματα από τα γραπτά του σχετικά με το θέμα.

Διετέλεσε ιδρυτικό μέλος της Ιταλικής Ομοσπονδίας, τμήματος της Διεθνούς (1872). Την ίδια χρονιά συμμετέχει στο Συνέδριο του Σαιντ-Ιμιέ (ιδρυτική πράξη του οργανωμένου κοινωνικού αναρχισμού), αγωνίζεται δραστήρια μαζί με τον Μπακούνιν στα πλαίσια της Συμμαχίας, συμμετέχει στο Συνέδριο του ιταλικού τμήματος (στη Μπολόνια, 1873) και στο παράνομο αναρχικό Συνέδριο της Φλωρεντίας (1876). Στη διάρκεια αυτού του Συνεδρίου, έγινε μια πρώτη επεξεργασία του λεγόμενου κομμουνιστικού αναρχισμού. Τον ίδιο χρόνο, συμμετέχει στο 6ο Συνέδριο της αντιεξουσιαστικής Διεθνούς που έγινε στη Βέρνη και οργανώνει το Συνέδριο των Επαναστατών – Σοσιαλιστών στο Λονδίνο, το 1881 (εδώ, μαζί με τον Κροπότκιν, ορίζεται μέλος της τριμελούς γραμματείας). Ο Μαλατέστα έγραψε στη συνέχεια το ‘’Πρόγραμμα της Διεθνούς Εργατικής Ένωσης’’ (1884) και ένα δεύτερο οργανωτικό πρόγραμμα γνωστό σαν ‘’Μανιφέστο της Νίκαιας’’ (1889). Οργανωτής του Επαναστατικού Συνεδρίου του Capolago  (1891) στο οποίο προέδρευσε, και συντάκτης ενός τρίτου προγράμματος που υιοθετήθηκε από αυτό το συνέδριο, έκανε επίσης μια μεγάλη περιοδεία προπαγανδιστικής δράσης στην Ισπανία (τέλος του 1891–αρχές του 1892) που συνέβαλε στην ενίσχυση του οργανωτικού προσανατολισμού του ισπανικού κινήματος. Τον βρίσκουμε ακόμη μεταξύ των πιο δραστήριων οργανωτών του Σοσιαλιστικού Συνεδρίου του Λονδίνου (1896). Όπου ολοκληρώνεται η οριστική διάσπαση μεταξύ των αναρχικών και των εξουσιαστών σοσιαλιστών. Στη συνέχεια, παίρνει μέρος στο Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο του Άμστερνταμ (1907) όπου παίζει σημαντικό ρόλο, έπειτα στο πρώτο Συνέδριο της Αναρχικής Ένωσης Ιταλίας (1920) της οποίας το πρόγραμμα συνέταξε. Συμμετέχει επίσης στη Διεθνή Συνδιάσκεψη του 1922 στην Ελβετία, για τα 50 χρόνια από το Συνέδριο του Σαιντ-Ιμιέ, κτλ, κτλ. Ο Μαλατέστα ήταν πάντα παρών όταν το κίνημα αντιμετώπιζε το πρόβλημα της οργάνωσης και την πρακτική του λύση.

Aπ΄ τα πολυάριθμα άρθρα για την οργάνωση που έγραψε ο Μαλατέστα,  θα αναφέρω μόνο ορισμένα σαν παράδειγμα : ‘’L΄ organizzazione’’,  δημοσιεύτηκε στα τεύχη 13,  14  και 15,  (Ιούνιος 1897) του περιοδικού ‘’L΄ agitazione’’ και αναδημοσιεύτηκε από τον Λουίτζι Φάμπρι  (Μοντεβιδέο,1950)   αναφέρω επίσης : ‘’organizzatori e antiorganizzatori’’ και ‘’organizzazione’’,  που δημοσιεύτηκαν το πρώτο στην Umanita Nova (1922) και το δεύτερο στο IL Risveglio (1929) . Tτα κείμενα αυτά περιλαμβάνονται στο  ‘’Scribi Scelti’’  (Νάπολη,  1947 σελ. 288 – 292.

Παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα :

‘’ Θεωρούμε ότι η οργάνωση, δηλαδή, η ένωση για την πραγμάτωση ενός συγκεκριμένου σκοπού,  είναι αναγκαία για την κοινωνική ζωή.  Ο απομονωμένος άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει ακόμη και στην κατάσταση της αγριότητας ‘’

‘’ Αλλά,  θα μας πει κάποιος,  η οργάνωση προϋποθέτει την υποχρέωση συντονισμού των πράξεών μας με τις πράξεις των άλλων,  πράγμα που σημαίνει έναν περιορισμό της ελευθερίας και της πρωτοβουλίας μας.   Κατά τη δική μας γνώμη,  εκείνο που καταστρέφει την ελευθερία και καθιστά ανέφικτη την πρωτοβουλία είναι η απομόνωση.  Η ελευθερία δεν είναι αφηρημένο δικαίωμα αλλά η δυνατότητα δράσης,  πράγμα που ισχύει τόσο για μας τους ίδιους όσο και για τα άτομα που αποτελούν την κοινωνία.  Μόνο με τη συνεργασία μπορεί ο άνθρωπος ν΄ αναπτύξει τη δραστηριότητά του,  το πνεύμα πρωτοβουλίας.’’ …

‘’ Είναι φανερό : η οργάνωση σημαίνει τον συντονισμό των δυνάμεων  προς έναν κοινό σκοπό και την υποχρέωση όσων δέχονται να οργανωθούν να μη δρουν ενάντια σ΄ αυτό το σκοπό.  Όταν, όμως, πρόκειται για άτομα της ίδιας οργάνωσης,  η αμοιβαία υποχρέωση είναι επωφελής για όλους. ‘’ …

Όσο για το συγγραφέα της ‘’Αλληλοβοήθειας’’,  χρειάζεται να ανατρέξουμε σε κείμενα όταν όλοι ξέρουν ότι ο Κροπότκιν,  όπως και ο Μπακούνιν άλλωστε,  έθετε την αλληλεγγύη πάνω απ΄ την    ελευθερία και βάσισε την αναρχική φιλοσοφία και ηθική στην αρχή της κοινωνικότητας ;  Ο Ζαν Γκραβ  και η Μαρία Γκόλντσμιθ,  πιο γνωστή ως Μαρία Κορν,  που ανήκαν και οι δύο στην τάση του Κροπότκιν,  εξέφρασαν πολλές φορές,  με πολύ συγκεκριμένο τρόπο,  τη σκέψη του – βλ. λόγου χάρη : ‘’Οργάνωση,  πρωτοβουλία  και συνοχή’’ ,  εισήγηση του Ζαν Γκραβ στο Διεθνές Συνέδριο του 1900,  το οποίο απαγορεύτηκε από τη Γαλλική κυβέρνηση. 1   Αυτή η τοποθέτηση για το πρόβλημα της οργάνωσης εκφράζεται με σαφήνεια στην απόφαση της συνδιάσκεψης του 1906,  στην οποία πήρε μέρος κι ο Κροπότκιν :

‘’ Οι αναρχικοί κομμουνιστές, όπως και οι σύντροφοί τους της Δυτικής Ευρώπης, απορρίπτουν κάθε μορφή ιεραρχικής οργάνωσης που ταιριάζει στους εξουσιαστές σοσιαλιστές και προτείνουν να δημιουργηθεί στους κύκλους τους ένα άλλο είδος οργάνωσης που θα βασίζεται στην ελεύθερη συμφωνία ανάμεσα στις ανεξάρτητες ομάδες’’. 2

Και η Μαρία Κορν γράφει στην εισήγηση,  που χρησίμευσε ως βάση για τη λήψη αυτής της απόφασης : … ‘’η επιθυμία για την πλήρη ανάπτυξη του ανθρώπινου υποκειμένου μας ωθεί προς την τελειότερη μορφή κοινωνικής αλληλεγγύης.  Δεν είμαστε κομμουνιστές παρόλο που είμαστε αναρχικοί,  αλλά ακριβώς γιατί είμαστε αναρχικοί ‘’.

Αυτή η τοποθέτηση υπέρ της αρχής της οργάνωσης αποδεικνύεται σαφώς μέσα από τη μακρόχρονη συλλογική πείρα, αποκρυσταλλώνεται σε πολλά ‘’καταστατικά’’,  ‘’προγράμματα’’,  ‘’συμφωνίες ένωσης’’ κτλ

Η απόφαση του διεθνούς αναρχικού συνεδρίου του Άμστερνταμ (26-31 Αυγούστου,  1907) είναι ξεκάθαρη ως προς τη συλλογική διακήρυξή της :

 

H ΟΡΓΑΝΩΣΗ

 

«… Οι αναρχικοί που συγκεντρώθηκαν στο Άμστερνταμ στις 27 Αυγούστου 1907,  επειδή θεωρούν ότι η ιδέα της αναρχίας και η αρχή της οργάνωσης,  χωρίς καθόλου να είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους όπως υποστηριζόταν άλλοτε, συμπληρώνουν και διασαφηνίζουν η μια την άλλη, αφού αυτή καθαυτή η αρχή της αναρχίας βασίζεται στην ελεύθερη οργάνωση των παραγωγών,

‘’… επειδή θεωρούν ότι η ατομική δράση όσο σημαντική κι αν είναι, δε θα μπορούσε να αναπληρώσει την έλλειψη συλλογικής δράσης,  όπως και η συλλογική δράση δε θα μπορούσε να αναπληρώσει την ατομική δράση… ‘’

‘’… ότι η οργάνωση των αγωνιστών θα εξασφαλίσει την παραπέρα ανάπτυξη της προπαγάνδας και δε μπορεί παρά να επιταχύνει τη διάδοση των ιδεών του επαναστατικού φεντεραλισμού στην εργατική τάξη…”

“… ότι η εργατική οργάνωση, που βασίζεται στην ταυτότητα των συμφερόντων, δεν αποκλείει την οργάνωση που βασίζεται στην ταυτότητα των επιθυμιών και των ιδεών…”

 

 ‘’…πιστεύουν ότι οι σύντροφοι απ΄ όλες τις χώρες πρέπει να θέσουν στην ημερήσια διάταξη της δράσης τους τη δημιουργία αναρχικών ομάδων και την ομοσπονδιοποίηση των ομάδων που υπάρχουν…”

‘’… Η Αναρχική Ομοσπονδία είναι μία ένωση ομάδων και ατόμων, όπου κανείς δε μπορεί να επιβάλλει τη θέληση του ή να περιορίσει την πρωτοβουλία των άλλων.  Όσο αφορά τη σημερινή κοινωνία, θέτει ως συγκεκριμένο στόχο της να μεταβάλλει όλες τις ηθικές και οικονομικές συνθήκες.  Μ΄ αυτήν την έννοια, διακηρύσσει την αναγκαιότητα του αγώνα με όλα τα κατάλληλα μέσα …»  3

    Ο κοινωνικός αναρχισμός είναι, λοιπόν, υπέρ της οργάνωσης. Αλλά ποιο είδος οργάνωσης διαλέγει ;

Τέσσερα είναι τα είδη οργάνωσης που εφαρμόστηκαν από τους αναρχικούς :

 

1) η συνδικαλιστική οργάνωση.

2) η οργάνωση σύνθεσης.

3) η οργάνωση των ομάδων συγγένειας.

4) η οργάνωση που έχει ως βάση ένα συγκεκριμένο    

    πρόγραμμα.

 

 

1. Η ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

 

   Η 1η  Διεθνής θεωρείται εργατική οργάνωση αλλά δεν ήταν συνδικαλιστική οργάνωση με τη συγκεκριμένη έννοια του όρου. Πράγματι, τα μέλη της, αρχίζοντας από το Μαρξ και τον Μπακούνιν, δεν ήταν όλοι εργάτες.  Η Μπακουνική πτέρυγα αντιλαμβανόταν  τη διεθνή σα μια εργατική ένωση με επαγγελματικό χαρακτήρα και της απέδιδε το ρόλο της αληθινής συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Μετά το συνέδριο της Χάγης, όπου διαγράφηκαν ο Μπακούνιν και οι φίλοι του δημιουργήθηκε η διάδοχη διεθνής οργάνωση (Σαιντ Ιμιέ,  1872) που κι αυτή θεωρήθηκε εργατική και συνδικαλιστική. Στην πραγματικότητα όμως, ήταν μάλλον ιδεολογική οργάνωση, αφού δημιουργήθηκε βασικά από αντιεξουσιαστές σοσιαλιστές. 4

   Η ενεργός συμμετοχή κάποιων Γάλλων αναρχικών στο συνδικαλιστικό κίνημα, προς το τέλος του περασμένου αιώνα, προσδίνει σ΄ αυτό ολοφάνερα επαναστατική και αντιεξουσιαστική κατεύθυνση. Έτσι γεννήθηκε ο επαναστατικός συνδικαλισμός. Σύμφωνα με ορισμένους δεν ήταν παρά μια μέθοδος οργάνωσης και πάλης της εργατικής τάξης. Άλλοι, όμως, αντιλαμβάνονταν τον επαναστατικό συνδικαλισμό σαν ένα κίνημα ιδεολογικά ανεξάρτητο,  αυτάρκες : ένα είδος ‘’καθαρού συνδικαλισμού’’.  Ωστόσο, αρκετοί αναρχικοί φοβούμενοι το  ‘’συντηρητικό’’ και βαθιά οπορτουνιστικό χαρακτήρα των εργατικών διεκδικήσεων έμειναν αδιάφοροι και αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στο συνδικαλιστικό κίνημα.

   Στην Ισπανία, όπου οι αναρχικοί δημιούργησαν ένα ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα με ελευθεριακό προσανατολισμό (χωρίς να απορρίπτουν, ωστόσο, την ανεξάρτητη οργάνωση με ιδεολογική βάση),  το κίνημα απέκτησε βαθιές ρίζες και πήρε μεγάλη έκταση.

Σ΄ άλλες χώρες, όπως η Αργεντινή π.χ., οι αναρχικοί (παραμένοντας πιστοί στο πνεύμα της Διεθνούς και εξακολουθώντας να αποδέχονται τις αρχές που διακηρύχθηκαν στο συνέδριο του Σαιντ Ιμιέ) δημιούργησαν ένα άλλο είδος ‘’καθαρού συνδικαλισμού’’.  Θεωρούσαν τη F.O.R.A ταυτόχρονα συνδικαλιστική οργάνωση και αναρχική ομοσπονδία. Πράγμα που καθιστούσε άχρηστη ακόμη και επιζήμια, την ύπαρξη ενός αναρχικού κινήματος με αποκλειστικά ιδεολογική βάση.

 
2. Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΥΝΘΕΣΗΣ

 

  

   Στο διάστημα ανάμεσα στους δυο παγκόσμιους πολέμους, ο Σεμπάστιαν Φόρ πρότεινε και υπερασπίστηκε τη ‘’σύνθεση’’, δηλαδή, μια οργάνωση που πρέπει να συγκεντρώνει τους αναρχικούς όλων των τάσεων: κομμουνιστές, συνδικαλιστές και ατομικιστές 5. Η ιδέα αυτή είχε, εκείνη την εποχή, τόσο θερμούς υποστηρικτές όσο και φανατικούς αντιπάλους. Ελάχιστες πρωτοβουλίες προς αυτήν την κατεύθυνση στέφθηκαν με επιτυχία. Η σημερινή Γαλλική Αναρχική Ομοσπονδία μας δίνει μια εικόνα και το τελευταίο παράδειγμα της εφαρμογής αυτής της άποψης.

   Η γνώμη μου για αυτήν τη μέθοδο αναρχικής οργάνωσης ταυτίζεται με τη γνώμη του Μαλατέστα: ‘’Πολύ θα θέλαμε βέβαια να μπορούσαμε να προχωρήσουμε όλοι μαζί και να ενώσουμε όλες τις δυνάμεις του αναρχισμού σε ένα πανίσχυρο κίνημα, αλλά δεν πιστεύουμε ότι έχουν σταθερότητα οι οργανώσεις που δομούνται με βάση ένα σωρό παραχωρήσεις και αποσιωπήσεις, οργανώσεις όπου δεν υπάρχει συμφωνία ανάμεσα στα μέλη, ούτε και πραγματική συμπάθεια. Είναι καλύτερα να μείνουμε διασπασμένοι παρά να ενωθούμε σε λάθος βάση…’’

    Η ‘’σύνθεση’’ θα μπορούσε να έχει μεγάλη αξία αν ήταν μια σύνθεση στο επίπεδο των βασικών αρχών και ιδεών. Ευτυχώς, αυτού του είδους η ‘’σύνθεση’’ αρχίζει πια να πραγματώνεται με άξονα την κυριότερη τάση του αναρχισμού: τον ελευθεριακό κομμουνισμό.

   Τι είναι ο πραγματικός αναρχικός ατομικισμός αν όχι η προσωπική προσπάθεια πνευματικής και ηθικής εξύψωσης, η επιθυμία για απόλυτη ελευθερία, για ολοκληρωμένη ανάπτυξη του ατόμου, ενώ παράλληλα γίνονται σεβαστά οι ανάλογες επιθυμίες και τα δικαιώματα του άλλου; Τι είναι ο επαναστατικός ή ελευθεριακός συνδικαλισμός της εποχής μας αν όχι η μέθοδος οργάνωσης και άμεσης πάλης των εργαζομένων που αρνούνται επίμονα και ανυποχώρητα τα αφεντικά και το κράτος, την εκμετάλλευση και την καταπίεση του ανθρώπου, παραγωγού όλων των αγαθών που εξασφαλίζουν τη ζωή της κοινωνίας; Τι είναι ο κομμουνισμός αν όχι αυτά καθαυτά τα δικαιώματα του ατόμου που ενώνεται με τα άλλα άτομα μέσα σε συνθήκες ελευθερίας και αμοιβαίου σεβασμού, που οργανώνεται σήμερα για να αμυνθεί ενάντια στα αφεντικά και αύριο για να οικοδομήσει την οικονομία πάνω στη βάση της κοινωνικής αλληλεγγύης; Τι είναι ο κομμουνισμός αν όχι η πιο πλατιά εφαρμογή της δικαιοσύνης που πραγματώνεται μέσα στην ισότητα και την ελευθερία; Αυτές δεν είναι, άλλωστε, οι ιδιαιτερότητες των τριών τάσεων του αναρχισμού οι οποίες, κατά τη γνώμη μας, αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά του ελευθεριακού κομμουνισμού, που από δω και πέρα θα μπορούσε να ονομάζεται απλά αναρχισμός;

 
3. Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑΣ

 

   Οι ομάδες συγγένειας, ή ομάδες που βασίζονται στην εξειδίκευση των καθηκόντων που πρέπει να εκπληρωθούν, είναι η πιο παλιά, η περισσότερο εφαρμοσμένη μορφή οργάνωσης και όπως αποδείχτηκε τελικά, είχαν πάντα τα καλύτερα αποτελέσματα. Η υιοθέτηση μιας από τις προηγούμενες μορφές οργάνωσης ή η γενίκευση μιας τέταρτης μορφής, που θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια, σε καμιά περίπτωση δεν αναιρούν την εγκυρότητα και την αναμφισβήτητη χρησιμότητα των ομάδων συγγένειας όσον αφορά την προπαγάνδιση των ιδεών μας, ούτε και αποκλείουν την ύπαρξή τους, τόσο μέσα στα πλαίσια ενός δομημένου κινήματος όσο και έξω από αυτό το κίνημα, ως αδελφικών σχηματισμών.

   Ωστόσο, οι ομάδες συγγένειας (ακόμη και αν κατόρθωναν να συγκροτηθούν σε ένα ομοσπονδιοποιημένο σύνολο σε εθνικό ή διεθνικό επίπεδο, πράγμα που φαίνεται μάλλον απίθανο αφού η συγγένεια σχεδόν ποτέ δεν ξεπερνάει τα όρια ενός περιορισμένου κύκλου) δε θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν σαν βάση για ένα οργανωμένο κίνημα που αποσκοπεί, πέρα από την απλή διάδοση των ιδεών, στην ανασυγκρότηση της κοινωνίας σε όλους τους τομείς.

 
4. Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΩΣ ΒΑΣΗ ΕΝΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
 

   Φτάνουμε, τέλος, στην τέταρτη μορφή αναρχικής οργάνωσης. Πρόκειται για την οργάνωση που δομείται και δρα με βάση ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πρόγραμμα. Δεν πρόκειται για καμιά καινοτομία. Χάρη στην εφαρμογή της γεννήθηκε ο οργανωμένος αναρχισμός. Ορισμένοι, ωστόσο, βασιζόμενοι σε ένα άκαμπτο, και σχεδόν ακατανόητο σύνολο προκαταλήψεων ‘’αναρχικής καθαρότητας’’, τη θεωρούν ως ύπουλη εισβολή αντιλήψεων ξένων προς τον αναρχισμό: πολιτικών, εξουσιαστικών και (μετά την επικράτηση του μπολσεβικισμού) μπολσεβίκικων.

   Αυτός καθαυτός ο όρος ‘’πρόγραμμα’’ εμφανίζεται σαν να μην έχει καμιά θέση μέσα στο ‘’ναό’’ της αναρχικής καθαρότητας.

Είναι λοιπόν αναγκαίο (πριν ασχοληθούμε εκτενέστερα με αυτή τη μέθοδο οργάνωσης) να ανασκευάσουμε αυτές τις προκαταλήψεις που όχι μόνο εμποδίζουν την παραπέρα ανάπτυξη του μοναδικού σοσιαλιστικού ιδεώδους το οποίο εξακολουθεί να διατηρεί την εγκυρότητα του, αλλά και εμπεριέχουν τον κίνδυνο εγκλωβισμού των δυνάμεων μας και περιορισμού των δυνατοτήτων επέμβασης ενός κινήματος το οποίο συγκεντρώνει όλο και πιο πολύ την προσοχή του κόσμου ύστερα από την αποκάλυψη του εκτρωματικού χαρακτήρα των μαρξιστικών ‘’παραδείσων’’.

 

 

5. ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ – ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΑ – ΠΛΑΤΦΟΡΜΕΣ

 

   Η επιθυμία να διευκρινιστούν και να διατυπωθούν με απλή, σαφή και κατανοητή μορφή οι σκοποί, τα συγκεκριμένα καθήκοντα που ορίζονται από το κίνημα, να προσδιοριστούν τα μέσα που θα επιτρέψουν την πραγμάτωση αυτού του έργου, οι κανόνες που διέπουν τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οργάνωσης, οι αμοιβαίες υποχρεώσεις, η σύναψη σχέσεων βάσει συμφωνίας ή η ελεύθερη συμφωνία όπως θα έλεγαν ο Προυντόν και ο Κροπότκιν, ή ακόμη και η ύπαρξη ‘’μιας διακήρυξης αρχών’’ (που θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τα δεδομένα της εποχής), όλα αυτά είναι ασυμβίβαστα με τις ‘’ιερές’’ αρχές του αναρχισμού;

   Χωρίς να θέλουμε να υμνολογήσουμε άκριτα το έργο των προδρόμων  (του αναρχισμού), ας δούμε πρώτα από όλα την τοποθέτηση του Μπακούνιν ως προς το θέμα αυτό:

Ο Μπακούνιν αρχίζει με την ίδρυση (από κοινού με τους στενότερους φίλους του) της περίφημης ‘’Συμμαχίας’’ και με την επεξεργασία μιας σειράς ‘’προγραμμάτων’’ και ‘’καταστατικών’’ για τα διάφορα τμήματα αυτής της ‘’Συμμαχίας’’. Αυτά τα ‘’προγράμματα’’ και τα ‘’καταστατικά’’ παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες γιατί, στην ουσία, είναι επεξεργασμένα με βάση το ίδιο μοντέλο. Ωστόσο, αντανακλούν τις κοινές απόψεις του κύκλου των ανθρώπων που αποτελούσαν τη ‘’Συμμαχία’’ τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στις διάφορες χώρες στις οποίες είχαν διεισδύσει οι φεντεραλιστικές και ελευθεριακές ιδέες. Ας δούμε, λογουχάρη, το ‘’Πρόγραμμα της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας’’ του ισπανικού τμήματος, που καταρτίστηκε χωρίς την άμεση συμμετοχή του Μπακούνιν.

   Το Πρόγραμμα και το Καταστατικό, ενώ καταρτίσθηκαν και εγκρίθηκαν το 1869 ή το 1870, για συνωμοτικούς λόγους, δημοσιεύτηκαν αργότερα, το 1872. Έφεραν τις υπογραφές  των J. Garcia   Viňas, Pedro  Gaya, Charles Alerini, A. Marine, Gabriel Albages, J. Jaime Balasch, Miguel Batle, F. Albages, A. Pellicer, R. Farga Pellicer.

Το πρόγραμμα της ‘’Συμμαχίας της ‘’Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας’’ περιλαμβάνει τα πέντε παρακάτω σημεία:

 

I.  H Συμμαχία επιδιώκει, πάνω απ΄ όλα την πλήρη και οριστική κατάργηση όλων των τάξεων και την οικονομική και κοινωνική ισότητα όλων των ατόμων – και των δύο φύλων. Για να επιτευχθεί η πραγμάτωση αυτού του σκοπού, η Συμμαχία επιδιώκει την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και του κληρονομικού δικαιώματος ώστε στο μέλλον, κάθε άνθρωπος να απολαμβάνει τους καρπούς της εργασίας του  · και αφού συμφωνώντας με τις αποφάσεις του συνεδρίου των Βρυξελλών και της Βασιλείας, η γη και τα εργαλεία δουλειάς, καθώς και κάθε είδους κεφάλαιο, θα είναι συλλογική ιδιοκτησία της κοινωνίας, δε θα μπορούν να χρησιμοποιούνται παρά μόνο από τους εργαζόμενους, δηλαδή, από τις αγροτικές και βιομηχανικές ενώσεις.

 

II.  Η Συμμαχία επιδιώκει για τα παιδιά και των δύο φύλων, και μάλιστα από την πρώτη στιγμή της γέννησής τους, την ισότητα όσον αφορά τα μέσα ανάπτυξης, δηλαδή, διατροφή, μάθηση και εκπαίδευση σ΄ όλες τις βαθμίδες της επιστήμης,  της βιομηχανίας και των τεχνών.  Η συμμαχία είναι πεπεισμένη ότι η ισότητα αυτή, οικονομική και κοινωνική στην αρχή, θα γίνει στη συνέχεια, πνευματική, με αποτέλεσμα να εξαφανιστούν όλες οι τεχνητές ανισότητες, ιστορικά προϊόντα μιας κοινωνικής οργάνωσης τόσο υποκριτικής όσο και άδικης.

 

III. Όντας ενάντια σε κάθε δεσποτισμό, η συμμαχία δεν αποδέχεται καμιά μορφή κράτους. Απορρίπτει κάθε επαναστατική δράση που δεν έχει σαν άμεσο αντικειμενικό στόχο το θρίαμβο της υπόθεσης των εργατών ενάντια στο κεφάλαιο, γιατί η Συμμαχία επιδιώκει (…) την εδραίωση της παγκόσμιας ένωσης των ελεύθερων αγροτικών και βιομηχανικών ενώσεων.

IV.  Θεωρώντας ότι το κοινωνικό ζήτημα δε μπορεί να επιλυθεί οριστικά και ουσιαστικά παρά μόνο στη βάση της διεθνούς αλληλεγγύης των εργατών όλων των χωρών, η Συμμαχία αρνείται κάθε δράση που βασίζεται στον πατριωτισμό και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα έθνη.

 

VΗ Συμμαχία είναι άθεη.  Επιδιώκει την κατάργηση όλων των θρησκειών. Την αντικατάσταση της πίστης με την επιστήμη και της δικαιοσύνης του Θεού με την ανθρώπινη δικαιοσύνη. ‘’

Όσο για το καταστατικό,  δεν είναι παρά μια ελεύθερη συμφωνία, μια τυπική αμοιβαία δέσμευση ανάμεσα στα μέλη της οργάνωσης τα  οποία θέλουν να υλοποιήσουν το πρόγραμμα της Συμμαχίας.  Λόγω του παραδειγματικού χαρακτήρα του και επειδή πρόκειται για κείμενο που συμβάλλει στην κατανόηση των δραστηριοτήτων του Μπακούνιν σε διεθνές επίπεδο, αξίζει να το παραθέσουμε (…) .

 

1. Η Συμμαχία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας απαρτίζεται από μέλη της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων. Έχει ως αντικειμενικό της στόχο την προπαγάνδιση και  ανάπτυξη των αρχών του προγράμματός της, καθώς και τη μελέτη και πρακτική εφαρμογή όλων των μέσων που μπορούν να συμβάλλουν στην άμεση και απόλυτη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

 

2.  Για να έχει καλύτερα αποτελέσματα η δράση της και για να μη θέτει σε κίνδυνο την καλή λειτουργία της οργάνωσης, η συμμαχία θα είναι οπωσδήποτε συνωμοτική .

 

3.  Τα νέα μέλη θα γίνονται δεκτά ύστερα από πρόταση ενός παλιού μέλους. Θα ορίζεται μια επιτροπή που θα αναλαμβάνει τη λεπτομερειακή εξέταση του υποψήφιου μέλους. Το νέο μέλος θα πρέπει να γίνει δεκτό από την πλειοψηφία των μελών, αφού πρώτα ληφθεί υπόψη η έκθεση της επιτροπής.  

 

4.  Κανένα μέλος δε μπορεί να γίνει δεκτό αν προηγουμένως δεν αποδεχτεί ειλικρινά και απόλυτα τις αρχές του προγράμματος και δεν υποσχεθεί ότι θα προπαγανδίσει ένθερμα στο περιβάλλον του ( τόσο με το παράδειγμά του, όσο και με το λόγο) αυτές τις βασικές αρχές.

 

5.  Η Συμμαχία πρέπει να επαγρυπνεί ώστε η τοπική εργατική ομοσπονδία να μην πάρει αντιδραστική ή αντεπαναστατική κατεύθυνση.

 

6.  Η Συμμαχία πρέπει να οργανώνει, τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, γενική συνέλευση των μελών της. 

 

7.  Σε κάθε συνέλευση θα ορίζεται ένας πρόεδρος και ένας γραμματέας. Ο πρώτος για όσο διαρκεί η συνέλευση, ο δεύτερος θα διατηρεί τα καθήκοντα του για το διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα σε δυο συνελεύσεις και θα παρουσιάζει τον απολογισμό της δράσης του στην επόμενη συνέλευση. Τα πρακτικά και οι αποφάσεις θα κατατίθενται στον τόπο της συνέλευσης.

 

8.  Πρέπει να υπάρχει απόλυτη αλληλεγγύη ανάμεσα στα μέλη της συμμαχίας και οι αποφάσεις που λαμβάνονται  από την πλειοψηφία είναι δεσμευτικές για όλους. 6

 

9.  Η πλειοψηφία των μελών (βλ σημ. 6) μπορεί χωρίς παραπέρα εξηγήσεις να διαγράφει οποιοδήποτε μέλος (στα ισπανικά, το κείμενο αντί ‘’διαγράφει’’, λέει ‘’να διαχωρίζει τη θέση της από …’’)

 

10.  Κάθε μέλος της Συμμαχίας, στις δύσκολες στιγμές της ζωής του, δικαιούται την αδελφική προστασία όλων των συντρόφων του.

 

11.  Για την εξασφάλιση των χρημάτων που είναι απαραίτητα για τη δράση την οποία προτείνει η Συμμαχία κάθε μέλος προσφέρει εβδομαδιαία συνδρομή : μισό ρεάλι.

 

12.  Για όσα  δεν προβλέπονται σ΄ αυτό το καταστατικό, θα εξετάζεται η πρακτική που είναι η πιο κατάλληλη γι΄ αυτού του είδους την ένωση.

 

13.  Κάθε τροποποίηση αυτού του καταστατικού θα πρέπει θα πρέπει να εγκριθεί από τα 2/3 τουλάχιστον των μελών. (βλ. σημ. 6)

 

   Δεν έχουμε τη δυνατότητα να αναδημοσιεύουμε, ούτε και να σχολιάσουμε εδώ, όλα τα προγράμματα που συντάχθηκαν στα πλαίσια του αναρχικού κινήματος, απ΄ την εποχή του Μπακούνιν – από τότε, δηλαδή, που τέθηκαν  οι βάσεις του οργανωμένου κοινωνικού αναρχισμού – μέχρι σήμερα.  Επισημαίνουμε, ωστόσο, δύο κείμενα που παρέμειναν σχεδόν άγνωστα στη Δύση μια και δημοσιεύτηκαν στα ρωσικά.  Το ένα είναι : ‘’Το πρόγραμμα μας’’, που υπογράφεται από τον Μπακούνιν και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ‘’Ναρόντνογιε Ντιέλο’’ (Νο 1, Γενεύη, Σεπτ. 1869, σελ. 6-7).  Το άλλο είναι το πρόγραμμα του σλαβικού τμήματος της Συμμαχίας, που εκδόθηκε στη Ζυρίχη και συντάχτηκε απ΄ τον ίδιο.  Το ‘’πρόγραμμα’’ αυτό αναδημοσιεύτηκε ως παράρτημα στο ‘’Κρατισμός και Αναρχία’’, το μόνο έργα του Μπακούνιν που γράφτηκε και εκδόθηκε στα ρωσικά (Ζυρίχη, 1873).    

 

   Αυτός ο τρόπος παρουσίασης (με τη μορφή προγράμματος), των βασικών αρχών, των σκοπών, των μέσων πάλης και των τρόπων λειτουργίας της αναρχικής οργάνωσης εφαρμόστηκε σε πάρα πολλές χώρες – σύμφωνα με το αρχικό παράδειγμα της Συμμαχίας. Το ρωσικό κίνημα γνώρισε κατά καιρούς δώδεκα περίπου προγράμματα και πλατφόρμες που δημοσιεύτηκαν σε διάφορα έντυπα  ( ‘’Νατσάλο’’, Νο 1, 1878 – ‘’Ζέμια ί Βόλια’’,Νο1, 1878 – ‘’Τσόρνι Πρέντελ’’, Νο1, 1880 κ.ά. ) Μετά την επανάσταση, οι ιστορικοί ανακάλυψαν στα αρχεία της ρώσικης αστυνομίας, το κείμενο ενός τέτοιου προγράμματος, που είχε συνταχθεί απ΄ τον Κροπότκιν πριν συλληφθεί.  Αυτό το εντελώς άγνωστο στους αναρχικούς της Δύσης πρόγραμμα,  εκδόθηκε στα ρωσικά κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια.  Το 1917 – 18 στους κύκλους των Ρώσων αναρχικών, κυκλοφορούσε ευρύτατα ένα σχέδιο ‘’προγράμματος’’ της Ρωσικής Αναρχοσυνδικαλιστικής Ομοσπονδίας, που είχε συνταχθεί από μια ομάδα γνωστών αγωνιστών  όπως ο Γκ. Μαξίμωφ και ο Ρ.  Ρόκερ.  Εκδόθηκε πολύ αργότερα όταν ο Μαξίμωφ, έφυγε από τη Ρωσία και κατέφυγε στη Δυτική Ευρώπη και ύστερα στις ΗΠΑ.  Το 1926, δημοσιεύτηκε η περιβόητη πλατφόρμα των Αρσίνωφ – Μάχνο.  Το κείμενο αυτό προκάλεσε συζητήσεις και φοβερές διαμάχες.  Ορισμένοι Ρώσοι αναρχικοί,   εξόριστοι στην Αργεντινή,  απάντησαν στην Πλατφόρμα δημοσιεύοντας ένα άλλο πρόγραμμα.  7

 

Ο Μαλατέστα από την άλλη συνέταξε τρία ‘’προγράμματα’’ που εκδόθηκαν, άλλα παράνομα κι άλλα νόμιμα, κατά τον περασμένο αιώνα ( 1884, 1889, 1891 ).  Η τελευταία και σημαντικότερη προσπάθειά του προς αυτή την κατεύθυνση, ήταν το πρόγραμμα της Αναρχικής Ένωσης Ιταλίας, που εγκρίθηκε από το Συνέδριο της Μπολόνια, τον Ιούλιο του 1920.Το κείμενο αυτού του προγράμματος είναι αρκετά γνωστό (δημοσιεύεται στις επόμενες σελίδες). Παραθέτουμε στη συνέχεια ένα απόσπασμα από κάποιο άρθρο του Μαλατέστα στο οποίο εκφράζεται με σαφήνεια η άποψή του σχετικά με την αναγκαιότητα του προγράμματος.  

 

   Απαντώντας σ΄ ορισμένους συντρόφους οι οποίοι πρόβαλαν το επιχείρημα ότι ‘’οι ιδέες αναπτύσσονται και αλλάζουν συνεχώς’’   και ότι ’’ένα πρόγραμμα ενδέχεται να είναι καλό σήμερα, αλλά σίγουρα θα είναι ξεπερασμένο αύριο’’ ,

ο Μαλατέστα είπε (χωρίς η απάντησή του να σημαίνει ότι υποστηρίζει το αναλλοίωτο των ιδεών και την αιώνια εγκυρότητα των προγραμμάτων – η δράση του είναι απόδειξη για το αντίθετο) : 

‘’Κάτι τέτοιο θα ήταν αλήθεια, αν επρόκειτο για σοφούς που αναζητούν την αλήθεια χωρίς να ενδιαφέρονται για την πρακτική εφαρμογή των ανακαλύψεων τους.  Οι μαθηματικοί, οι χημικοί, οι ψυχολόγοι, οι κοινωνιολόγοι μπορούν να πουν ότι δεν έχουν πρόγραμμα ή ότι το μόνο πρόγραμμα που έχουν είναι να αναζητούν την αλήθεια : θέλουν να μάθουν,  δε θέλουν να κάνουν κάτι.  Αλλά ο αναρχισμός και ο σοσιαλισμός δεν είναι επιστήμες : είναι προτάσεις, προσχέδια κοινωνικής οργάνωσης, που οι αναρχικοί και οι σοσιαλιστές θέλουν να τα θέσουν σ΄ εφαρμογή. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο, χρειάζεται να προσπαθήσουν να τα διατυπώσουν με συγκεκριμένα προγράμματα ‘’.  

 

 

Σημειώσεις:

 

1) Το 1900, με τις εισηγήσεις που έγιναν σε αυτό το συνέδριο, ‘εμφανίστηκαν δύο τάσεις… αυτή των ESRI (Διεθνιστών Επαναστατών Σοσιαλιστών Φοιτητών), που υποστήριξε τη δημιουργία μιας Διεθνούς Επαναστατικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, και εκείνη του Jean Grave, που υποστήριξε την απλή σύνθεση για τη διευκόλυνση της αμοιβαίας ενημέρωσης’’ (βλ. Chronologie des Internationales  Libertaires, 1864-1914, Roland Bardy, Documents No2, έκδοση της ORA, Παρίσι 1974).

 

   Το 1902, με ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο Les Temps Nouneaur, ο Jean Grave επαναλαμβάνει  την άρνησή του για ένα συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης: ‘’προς τι όλες αυτές οι διαμαρτυρίες; Ότι δηλαδή, οι αναρχικοί δεν έχουν συνοχή, ότι δρουν λίγο στην τύχη, χωρίς κανενός είδους σύνδεση, χάνοντας έτσι αρκετές από τις δυνάμεις τους ελλείψει της αναγκαίας σταθερότητας για να δώσουν συνέχεια στη δράση τους.

Είναι αλήθεια ότι, πολύ συχνά, οι ομάδες και τα άτομα αγωνίζονται δίχως να επιδιώκουν τον συντονισμό της δράσης τους με τη δράση των άλλων που αγωνίζονται παράλληλα για τον ίδιο σκοπό. 

   Είναι επίσης αλήθεια ότι οι αναρχικοί, φαινομενικά, δεν έχουν συνοχή, ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν μεγάλη δυσκολία να βρουν τους συντρόφους που χρειάζονται. Δεν πιστεύω όμως πως κάτι τέτοιο είναι τόσο μεγάλο κακό.  Η μέθοδος των εξουσιαστικών κομμάτων είναι ακριβώς να αποφασίζουν διά διατάγματος τη συνένωση, την ομοσπονδία, δημιουργώντας ένα σωρό οργανώσεις που έχουν σαν σκοπό να εξασφαλίζουν αυτή τη συνένωση και την ενότητα ως προς τους στόχους. Οι αναρχικοί είναι αδιάλλακτοι πολέμιοι αυτού του τρόπου οργάνωσης, θεωρούν πολύ πιο φυσικό ν΄ αρχίσουν να αγωνίζονται ο καθένας απ΄ την πλευρά του…’’      

 

   Προτείνει, ωστόσο, τη δημιουργία μιας χαλαρής και ρεαλιστικής οργανωτικής δομής, όπου : ‘’… η Οργάνωση, θα πρέπει να απορρέει απ΄ την ενότητα ως προς το σκοπό και τη δράση … Απ΄ τις ίδιες τις  Ομάδες, που συνενώνονται σιγά - σιγά μέσα από τη δράση, πρέπει να ξεπηδήσει η αναρχική

ομοσπονδία κι όχι επειδή θα έχει αποφασιστεί η δημιουργία μιας ομάδας επιφορτισμένης να οργανώσει αυτήν την ομοσπονδία.

       

     2) Παραθέτουμε ένα εκτενέστερο απόσπασμα αυτής της απόφασης :‘’ Οι ρώσοι αναρχικοί- κομμουνιστές, όπως και οι σύντροφοί τους της Δυτ. Ευρώπης, απορρίπτου  κάθε μορφή ιεραρχικής οργάνωσης που ταιριάζει στους εξουσιαστές σοσιαλιστές και προτείνουν να δημιουργηθεί στους κύκλους τους ένα άλλο είδος οργάνωσης που θα βασίζεται στην ελεύθερη συμφωνία ανάμεσα στις ανεξάρτητες ομάδες. ‘’ Η στενή σύνδεση μεταξύ όλων των μελών κάθε ομάδας είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη και την επιτυχία αυτού του είδους της οργάνωσης. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο, είναι πιο χρήσιμο να υπάρχουν στις πόλεις και τις ευρύτερες περιοχές πολλές μικρές ομάδες, συνδεμένες σε μια ομοσπονδία, παρά σε μια μόνο μεγάλη ομάδα. ‘’ Οι ομάδες, ακόμη και όταν αναλαμβάνουν πολύ ειδικά καθήκοντα, δε μπορούν ποτέ να λειτουργούν σαν επιτροπές, εφόσον οι αποφάσεις δεν είναι υποχρεωτικές για τις άλλες ομάδες που δεν τις εγκρίνουν. ‘’ Η καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες δε μπορεί να επιτευχθεί με τη μεσολάβηση διαφόρων μόνιμων επιτροπών, που εκλέγονται εκ των προτέρων για να χειριστούν τις δραστηριότητες της ομοσπονδίας. Αυτές οι επιτροπές έχουν την τάση να γίνονται

      (και πολύ γρήγορα γίνονται), όπως και όλες οι κυβερνήσεις, εμπόδιο για την παραπέρα ανάπτυξη. ‘’ Η καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες μπορεί να επιτευχθεί - όπως αποδεικνύει η πείρα – με διάφορες ειδικές συνδιασκέψεις … που συγκαλούνται περιοδικά, σε καθορισμένες χρονικές στιγμές ή όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, για τη βαθύτερη μελέτη των προβλημάτων που θέτει η ζωή. Οι εκπρόσωποι των ομάδων εξουσιοδοτούνται για ένα συγκεκριμένο καθήκον και είναι άμεσα ανακλητοί.

     Οι αποφάσεις των συνελεύσεων δεν είναι υποχρεωτικές για τις ομάδες. Αυτές οι τελευταίες μπορούν να τις αποδεχτούν ή να τις απορρίψουν τελείως. (…)

          ‘’Πώς να αποφασίζουμε όταν προκύπτουν διαφωνίες ;  Όχι, φυσικά, με βάση τη πλειοψηφία. Οι αριθμοί δεν έχουν καμιά σημασία για μας : όντας πάντοτε μειοψηφία (αυτή είναι πάντα η μοίρα των επαναστατών), γνωρίζουμε καλά την αξία της αριθμητικής υπεροχής και κατά συνέπεια δεν πιστεύουμε ότι μια απόφαση είναι σωστή απλά και μόνο επειδή πήρε 11 ψήφους έναντι 10.  Η ομάδα πρέπει να αποφασίζει για κάθε πρόβλημα ομόφωνα. Αν το πρόβλημα είναι τόσο σημαντικό ώστε να μην επικρατεί τελικά καμιά γνώμη, θα ήταν ασυγχώρητο να καταφύγουμε στην καθαρά μηχανική πίεση των αριθμών   :υπάρχει κι άλλη λύση , η λύση της διάσπασης. ‘’  Η λαμβανόμενη απόφαση είναι υποχρεωτική για κείνους που την προτείνουν και για όσους την αποδέχονται ή την εγκρίνουν εθελοντικά. (…) ‘’ Αποφάσεις της Συνδιάσκεψης των Ρώσων  αναρχικών – κομμουνιστών, 1906’’, ύστερα από εισήγηση της Μαρίας Κορν και του Κροπότκιν. Δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα ‘’ Ψωμί κι ελευθερία’’, Νο 1, 30 Οκτωβρίου 1906.  

 

3)  Τον Αύγουστο του 1907, στα πλαίσια Διεθνούς συνεδρίου του Άμστερνταμ, συζητήθηκε διεξοδικά το θέμα ‘’ Αναρχισμός και οργάνωση ‘’. Δύο ήταν οι τάσεις που συγκρούστηκαν σχετικά μ΄ αυτό το θέμα : από τη μια η τάση των αναρχοκομμουνιστών, που έκανε την επιλογή της ειδικής αναρχικής οργάνωσης, και από την άλλη, η μειοψηφούσα τάση των ατομικιστών,που αρνήθηκαν αυτή καθαυτή την αρχή της οργάνωσης.

 

   Ο Amedee Dunois (πρώτη παρέμβαση μετά την αρχική εισήγηση), άσκησε οξεία κριτική εναντίον ενός είδους αναρχισμού που ‘με τις συνεχείς εκκλήσεις του για την αναμόρφωση του ατόμου, εμφανίζεται σαν η ανανεωμένη μορφή του παλιού αστικού ατομικισμού’’. Ανέλυσε την ανάπτυξη του αναρχικού κομμουνισμού, που γεννήθηκε ‘’απ΄ την Διεθνή, δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, από το ίδιο το εργατικό κίνημα ‘’. Υποστήριξε ότι αυτός ‘’ο αναρχισμός  δεν είναι ατομικιστικός, είναι φεντεραλιστικός, και συνδικαλιστικός’’. Πρώτα απ΄ όλα ένα κομμάτι του επαναστατικού σοσιαλισμού.

Εισηγούμενος τη συσπείρωση των αναρχικών, πιο συγκεκριμένα: ‘’ όσων ανήκουν στην τάση μας η οποία δε διαχωρίζεται απ΄ τον αναρχισμό του προλεταριάτου’’ , κατέληξε ως εξής : Αυτό το αναρχικό κίνημα θα ξεπηδήσει απ΄ την κοινή μας δράση, απ΄ την συνδυασμένη και συντονισμένη δράση μας. Θα πρέπει να προσθέσουμε πως η αναρχική οργάνωση δε θα έχει την αξίωση να συνενώσει όλα τα στοιχεία που επικαλούνται, πολλές φορές λαθεμένα, την ιδέα της αναρχίας. Θα αρκεστεί να συσπειρώσει γύρω από ένα πρόγραμμα δράσης τους συντρόφους που αποδέχονται τις βασικές αρχές μας και επιθυμούν να συνεργαστούν μαζί μας’’.

  

   Ο Croiset, εκ μέρους της ατομικιστικής τάσης που πήρε μέρος σε αυτό το συνέδριο, απάντησε στην προηγούμενη τοποθέτηση ως εξής : εγώ, εγώ, εγώ…και μετά όλοι οι άλλοι! Η οργάνωση έχει σαν μοιραίο αποτέλεσμα, σχεδόν πάντα, να περιορίζει την ελευθερία του ατόμου. Επομένως, ο αναρχισμός αντιτίθεται σε κάθε σύστημα μόνιμης οργάνωσης’’. Συνδυάζοντας τη συζήτηση περί οργάνωσης, με την αναρχική δράση στα πλαίσια του εργατικού  κινήματος, ο Georges Thonar επέμεινε και έδωσε έμφαση στην πρόταση περί άμεσης δράσης : ‘’Να οργανωθούμε, όχι μόνο για την προπαγάνδα, αλλά και πάνω απ΄ όλα, για την ΑΜΕΣΗ ΔΡΑΣΗ ‘’.

   Ο Ερρίκο Μαλατέστα έκλεισε τη συζήτηση με μια μακρά παρέμβαση υπέρ της οργάνωσης. ‘’ Αν θέλουμε να επιτελέσουμε κάτι πραγματικά χρήσιμο, η συνεργασία είναι απόλυτα αναγκαία σήμερα περισσότερο από ποτέ. Αναμφίβολα, η συνένωση πρέπει να είναι τέτοια που να επιτρέπει την πλήρη αυτονομία των ατόμων που συμμετέχουν και η ομοσπονδία πρέπει να σέβεται αυτή την αυτονομία στην περίπτωση των ομάδων. Καλό θα είναι, όμως, να απορρίψουμε την πεποίθηση ότι η έλλειψη οργάνωσης αποτελεί εγγύηση ελευθερίας. Όλα αποδεικνύουν ότι ισχύει το αντίθετο. ‘’.

       Τελικά η εισήγηση Dunois υπέρ της οργάνωσης υιοθετήθηκε ως απόφαση του συνεδρίου. Απόσπασμα αυτής της απόφασης είναι το παραπάνω.

 

 4)   Παραθέτουμε απόσπασμα της απόφασης του συνεδρίου του Σαιντ Ιμιέ που έγινε το1872. Αναφέρεται στη ‘’Φύση της πολιτικής δράσης του προλεταριάτου’’. Θεωρώντας ότι το να θέλει κανείς να επιβάλλει στο προλεταριάτο μια γραμμή συμπεριφοράς ή ένα ενιαίο πολιτικό πρόγραμμα ως μόνη οδό η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κοινωνική του χειραφέτηση είναι μια αξίωση τόσο παράλογη όσο και  αντιδραστική.

     

    ‘’ Ότι οι βλέψεις του προλεταριάτου δεν μπορούν να έχουν ως αντικείμενο παρά μόνο τη θεμελίωση μιας απόλυτα ελεύθερης οργάνωσης και μιας απόλυτα ελεύθερης ομοσπονδίας, που θα βασίζονται στην εργασία και στην ισότητα όλων και θα είναι εντελώς ανεξάρτητες από κάθε πολιτική κυβέρνηση, και ότι αυτή η οργάνωση και αυτή η ομοσπονδία δε μπορούν να είναι παρά το αποτέλεσμα της αυθόρμητης δράσης του ίδιου του προλεταριάτου, των εργατικών ενώσεων και των αυτόνομων κοινοτήτων. ‘’θεωρώντας ότι κάθε πολιτική οργάνωση δε μπορεί παρά να είναι η οργάνωση της κυριαρχίας προς όφελος των τάξεων και σε βάρος των μαζών, και ότι το προλεταριάτο αν θελήσει να καταλάβει την πολιτική εξουσία, θα γίνει κι αυτό μια κυρίαρχη και εκμεταλλεύτρια τάξη’’

Το συνέδριο του Σαιντ Ιμιέ, δηλώνει :

«… α. Η καταστροφή κάθε πολιτικής εξουσίας είναι το πρώτο καθήκον του προλεταριάτου

    β. Κάθε οργάνωση που καταλαμβάνει την πολιτική εξουσία, ακόμη και αν ονομάζεται προσωρινή και επαναστατική, για να εξασφαλίσει αυτή την καταστροφή, δε μπορεί να είναι παρά μια απάτη, και θα είναι τόσο επικίνδυνη για το προλεταριάτο, όσο και οι κυβερνήσεις που υπάρχουν σήμερα

  γ. Αρνούμενοι κάθε συμβιβασμό για να επιτύχουν την πραγματοποίηση της κοινωνικής επανάστασης, οι προλετάριοι όλων των χωρών πρέπει να θεμελιώσουν, έξω από τα πλαίσια κάθε αστικής πολιτικής, την αλληλεγγύη της επαναστατικής δράσης…»

  Πέντε χρόνια αργότερα, το Σεπτέμβριο του 1877, στο συνέδριο του Βερβιέ (το τελευταίο της αντιεξουσιαστικής διεθνούς) εγκρίθηκε μια απόφαση σχετικά με ‘’ τις τάσεις της παράγωγης από την άποψη της ιδιοκτησίας’’ : ‘’ … το συνέδριο θεωρεί ως αναγκαιότητα την πραγμάτωση της συλλογικής ιδιοκτησίας, δηλαδή, την ανάληψη της κατοχής του κοινωνικού κεφαλαίου από τις ομάδες των εργαζομένων.

   Το συνέδριο θεωρεί επιπλέον ότι μια σοσιαλιστική οργάνωση, για να είναι πραγματικά σοσιαλιστική, πρέπει να μην αντιλαμβάνεται την αρχή της συλλογικής ιδιοκτησίας ως ιδανικό που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στο μέλλον, αλλά να την περιλάβει στα άμεσα προγράμματά της και τις καθημερινές εκδηλώσεις της’’ . Στην απόφαση σχετικά με ‘’τη στάση του προλεταριάτου απέναντι στα πολιτικά κόμματα’’, διασαφηνίζεται ότι ‘’ στην πραγματικότητα η υπάρχουσα κοινωνία, δε διαιρείται σε πολιτικά κόμματα…αλλά, αντίθετα, σε οικονομικές καταστάσεις εκμεταλλευτής και εκμεταλλευόμενος, εργάτης και αφεντικό, μισθωτός και καπιταλιστής. …επιπλέον,

ο ανταγωνισμός που υπάρχει μεταξύ αυτών των κατηγοριών δε μπορεί να εξαλειφθεί χάρη στη θέληση οποιασδήποτε κυβέρνησης ή εξουσίας, αλλά μόνο χάρη στις συντονισμένες προσπάθειες όλων όσων υφίσταται την εκμετάλλευση ενάντια στους εκμεταλλευτές τους   … ‘’και δίνεται έμφαση στην αναγκαιότητα της οργάνωσης των εργαζομένων η οποία θα πρέπει να θέτει ως σκοπό της την κατάργηση της μισθωτής εργασίας ‘’.

 

 5.  Η ‘’οργάνωση σύνθεσης’’, προτάθηκε από τον Sebestien Faure το 1928, σε μια εποχή αρκετά προβληματική για το γαλλικό αναρχικό κίνημα, σαν απάντηση στις απόψεις της ‘’Οργανωτικής πλατφόρμας’’ των ρώσων αναρχικών. Με αφετηρία τη διαπίστωση για το διασκορπισμό των δυνάμεων                                                 αναρχικών και την ασθενική συμμετοχή τους στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων  ‘’…πρέπει να τεθεί το ερώτημα : πώς γίνεται και τα τελευταία χρόνια κυρίως, ιδιαίτερα στη Γαλλία, η ύπαρξη αυτών των τριών αναρχικών τάσεων (συνδικαλιστές, κομμουνιστές, ατομικιστές), αντί να έχει ενισχύσει το ελευθεριακό κίνημα, είχε σαν αποτέλεσμα να το εξασθενήσει; … αυτή η εξασθένιση της αναρχικής σκέψης και δράσης  … οφείλεται βασικά στην ανελέητη σύγκρουση μεταξύ των τάσεων, στον  ανοιχτό, μανιακό, αμείλικτο πόλεμο ανάμεσά τους …’’, το κείμενο του Faure προσδιορίζει την ‘’αναρχική σύνθεση’’ ως την ιδεώδη   οργανωτική μορφή που μπορεί να συνενώσει τις τρεις βασικές τάσεις του αναρχισμού : ‘’ … τα τρία αυτά ρεύματα καλούνται να συνδυαστούν με σκοπό να ανασυστήσουν … όσο γίνεται πιο γρήγορα την τεράστια οικογένεια που διασπάστηκε  λόγω των  περιστάσεων’’.

    Στην έκκληση για συσπείρωση όλων των ελευθεριακών  αγωνιστών, η οποία  αποτελεί συνέχεια της μπροσούρας για την αναρχική σύνθεση, ο Faure  διευκρινίζει : «Υπάρχει χώρος για όλους. Τόσο για να διαλέξει κανείς την τοποθέτησή του όσο και για να συνδυάζονται ή να συντονίζονται οι κοινές προσπάθειες ! Αντικαπιταλιστής, αντικρατιστής, αντικοινοβουλευτικός, πολέμιος των θρησκειών, αντιμιλιταριστής : δηλαδή, δε μπορεί κανείς να είναι αναρχικός αν είναι ένα από όλα αυτά ; Πρέπει να είναι όλα αυτά μαζί ; »

         

 6. Όταν διάβασε αυτό το κείμενο ο Μπακούνιν έγραψε σχετικά στον Morago : ‘’Πρέπει να γίνει η πρόταση και να συζητηθεί ότι καμιά ομάδα ή συσπείρωση, ομάδων δε θα δέχεται στο μέλλον νέα μέλη παρά μόνο ύστερα από απόφαση που θα λαμβάνεται ομόφωνα και ποτέ με βάση την πλειοψηφία’’…. Η πρόταση αυτή αφορούσε τις διαδικασίες διαγραφής ή προσχώρησης νέων μελών, σε συνθήκες διώξεων και παρανομίας, και δεν αφορούσε τους τρόπους λήψης των αποφάσεων.

 

 7. Η ‘’Οργανωτική πλατφόρμα της Γενικής Ένωσης Αναρχικών ‘’ ,προσχέδιο, της ομάδας των εξόριστων Ρώσων αναρχικών ‘’Ντιέλο Τρούντα’’ – που αρχικά την αποτελούσαν ο Πιότρ Αρσίνοφ, ο Νέστωρ Μάχνο ο Βαλέφσκι, ο Λίνσκι, η Ίντα Μετ – δημοσιεύτηκε το 1926, στο Παρίσι, στα ρωσικά και στα γαλλικά. Γραμμένη μέσα στο κλίμα της ήττας, που έζησαν οι Ρώσοι αναρχικοί μετά την άνοδο των μπολσεβίκων στην εξουσία και την αμείλικτη συντριβή της εξέγερσης της Κροστάνδης και της μαχνοβτσίνας της Ουκρανίας, κάτω από τις λόγχες του κομμουνιστικού κόμματος, η πλατφόρμα αυτή διαπιστώνει κατ΄ αρχήν : ‘’είναι πολύ σημαντικό ότι, παρά τη δύναμη και τον αναμφισβήτητα θετικό χαρακτήρα των ελευθεριακών ιδεών, παρά τη διαύγεια και την ακεραιότητα των αναρχικών θέσεων όσον αφορά την κοινωνική επανάσταση και τέλος, παρά τον ηρωισμό και τις αμέτρητες θυσίες των αναρχικών στον αγώνα για τον ελευθεριακό κομμουνισμό, το αναρχικό κίνημα εξακολουθεί να είναι αδύνατο …’’, αυτή η κατάσταση του επαναστατικού αναρχισμού … δε μπορεί να χαρακτηριστεί παρά μόνο σαν κατάσταση χρόνιας και γενικής αποδιοργάνωσης’’. 

   Για να προχωρήσει στην πρόταση : ‘’η μόνη μέθοδος που μπορεί να επιφέρει την επίλυση του προβλήματος της γενικής οργάνωσης, είναι η συσπείρωση των δραστήριων αγωνιστών του αναρχισμού με βάση πολύ συγκεκριμένες θέσεις. θεωρητικές,  τακτικές και οργανωτικές, δηλαδή, με βάση ένα απόλυτα ομοιογενές πρόγραμμα. (Δες‘’ Η Οργανωτική Πλατφόρμα των Ελευθεριακών Κομμουνιστών ‘’, εκδ. Άρδην, Μάρτιος 2004). Δύο από τις πιο γνωστές κριτικές ενάντια σ΄ αυτή την Πλατφόρμα είναι το κείμενο του Ερρίκο Μαλατέστα, ‘’ Η Αναρχική Οργάνωση’’ και η απάντηση του Camillo Berneri, ‘’ Ο Αναρχισμός των Πλατφορμιστών ‘

 

Περισσότερα εδώ:http://eleftheriakos.gr/node/265


Μερικές σκέψης για την οργάνωση

 Αναφέρουμε εδώ δυο ιστορικά παραδείγματα όχι μόνο γιατί συμφωνούμε αλλά και για να καταδείξουμε την διαχρονικότητα αυτών των προβληματισμών που τηρουμένων των ιστορικο- κοινωνικών και γνωσιολογικών αναλογιών ισχύουν μέχρι σήμερα. Κατανοώντας ότι συζητώντας για οργάνωση, να ξέρουμε ότι αυτή η συζήτηση δεν είναι καινούργια.  Έχει επαναληφθεί χιλιάδες φορές στο παρελθόν από τους επαναστάτες. Χωρίς να θέλουμε να θυσιάσουμε το παρόν σε αυτό το παρελθόν και ξέροντας ότι χωρίς οργάνωση δεν μπορεί να υπάρξει ούτε η στοιχειώδης κοινωνική ζωή, πρέπει να μας απασχολεί πώς η πυραμοειδή οργάνωση σχεδόν όλης της κοινωνικής ζωής έχει αντέξει μέσα στον χρόνο, που από την προϊστορία έχει φτάσει μέχρι σήμερα στην λεγομένη εποχή του μεταμοντερνισμού. Η πυραμίδα είναι παντού, και μια  σοβαρή ρηγμάτωσή της  είναι η ισχυρή αναρχική οργάνωση. Τότε  μόνο το κράτος (δηλαδή η μεγαπυραμίδα), θα δούμε αν πραγματικά θα ανεχτεί τον δυισμό.

Το να αντιγράψουμε αυτές τις φόρμες στη σημερινή εποχή, σίγουρα θα αποδειχθεί αν όχι χυδαία εκδοχή, σίγουρα όμως καρικατούρα. Αλλά να παραδειγματιστούμε για να δημιουργήσουμε στις σημερινές συνθήκες το «μεγάλο συνδικάτο της ζωής», αυτό μας χρειάζεται. Πλατιές μαζικές (από το πολλοί μαζί), κινήσεις με αντιεξουσιαστικό – ελευθεριακό χαρακτήρα. Άλλωστε οι αναρχικοί – αντιεξουσιαστές λίγο πολύ με τέσσερα θέματα – ζητήματα, καταπιάστηκαν ως προς το πρόταγμά τους:

α. με την παιδαγωγική με όλη την ευρύτητά της (από ατομική βελτίωση και καλλιέργεια του εαυτού, μέχρι και εμπειρίες με αντι- αυταρχικούς, συμμετοχικούς τρόπους μάθησης , ελευθεριακά σχολεία, κτλ)

 β. με τον κοινοτισμό – κομουναλισμό με κορύφωση την ομοσπονδία και συνομοσπονδία.

γ. Με  τους συνεταιρισμούς παραγωγών – καταναλωτών και τον εθελοντικό αντιαυταρχικό κολεκτιβισμό.

 δ. με τον επαναστατικό συνδικαλισμό ή αναρχοσυνδικαλισμό.

     Μέχρι τότε,   τίποτα δεν πρέπει να μας εμποδίζει να πειραματιστούμε. Άλλωστε  οι νέες κοινωνικές φόρμες περιμένουν αυτούς που θα τις δημιουργήσουν!       

   «…Το 1902, με ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο Les Temps Nouneaur, ο Jean Grave επαναλαμβάνει  την άρνησή του για ένα συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης: «… προς τι όλες αυτές οι διαμαρτυρίες; Ότι δηλαδή, οι αναρχικοί δεν έχουν συνοχή, ότι δρουν λίγο στην τύχη, χωρίς κανενός είδους σύνδεση, χάνοντας έτσι αρκετές από τις δυνάμεις τους ελλείψει της αναγκαίας σταθερότητας για να δώσουν συνέχεια στη δράση τους. Είναι αλήθεια ότι, πολύ συχνά, οι ομάδες και τα άτομα αγωνίζονται δίχως να επιδιώκουν τον συντονισμό της δράσης τους με τη δράση των άλλων που αγωνίζονται παράλληλα για τον ίδιο σκοπό.  Είναι επίσης αλήθεια ότι οι αναρχικοί, φαινομενικά, δεν έχουν συνοχή, ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν μεγάλη δυσκολία να βρουν τους συντρόφους που χρειάζονται…». Προτείνει, τη δημιουργία μιας χαλαρής και ρεαλιστικής οργανωτικής δομής. Κάτι που έγινε δεκτό από την Συνδιάσκεψη των Ρώσων  αναρχικών – κομμουνιστών το 1906. Παραθέτουμε  εδώ ένα μικρό απόσπασμα αυτής της απόφασης :

α) Οι Ρώσοι αναρχικοί - κομμουνιστές, όπως και οι σύντροφοί τους της Δυτ. Ευρώπης, απορρίπτουν κάθε μορφή ιεραρχικής οργάνωσης που ταιριάζει στους εξουσιαστές σοσιαλιστές και προτείνουν να δημιουργηθεί στους κύκλους τους ένα άλλο είδος οργάνωσης που θα βασίζεται στην ελεύθερη συμφωνία ανάμεσα στις ανεξάρτητες ομάδες.

β) Η στενή σύνδεση μεταξύ όλων των μελών κάθε ομάδας είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη και την επιτυχία αυτού του είδους της οργάνωσης. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο, είναι πιο χρήσιμο να υπάρχουν στις πόλεις και τις ευρύτερες περιοχές πολλές μικρές ομάδες, συνδεμένες σε μια ομοσπονδία,  παρά σε μια μόνο μεγάλη ομάδα.

γ) Οι ομάδες, ακόμη και όταν αναλαμβάνουν πολύ ειδικά καθήκοντα, δε μπορούν ποτέ να λειτουργούν σαν επιτροπές, εφόσον οι αποφάσεις δεν είναι υποχρεωτικές για τις άλλες ομάδες που δεν τις εγκρίνουν.

δ) Η καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες δε μπορεί να επιτευχθεί με τη μεσολάβηση διαφόρων μόνιμων επιτροπών, που εκλέγονται εκ των προτέρων για να χειριστούν τις δραστηριότητες της ομοσπονδίας. Αυτές οι επιτροπές έχουν την τάση να γίνονται ( και πολύ γρήγορα γίνονται), όπως και όλες οι κυβερνήσεις, εμπόδιο για την παραπέρα ανάπτυξη.

ε) Η καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες μπορεί να επιτευχθεί - όπως αποδεικνύει η πείρα – με διάφορες ειδικές συνδιασκέψεις  … που συγκαλούνται περιοδικά, σε καθορισμένες χρονικές στιγμές ή όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, για τη βαθύτερη μελέτη των προβλημάτων που θέτει η ζωή. Οι εκπρόσωποι των ομάδων εξουσιοδοτούνται για ένα συγκεκριμένο καθήκον και είναι άμεσα ανακλητοί. Οι αποφάσεις των συνελεύσεων δεν είναι υποχρεωτικές για τις ομάδες. Αυτές οι τελευταίες μπορούν να τις αποδεχτούν ή να τις απορρίψουν τελείως…».

  Επίσης τον Αύγουστο του 1907, στα πλαίσια Διεθνούς συνεδρίου του Άμστερνταμ, συζητήθηκε διεξοδικά τα θέμα «Αναρχισμός και οργάνωση». Δύο ήταν οι τάσεις που συγκρούστηκαν σχετικά μ΄ αυτό το θέμα : από τη μια η τάση των αναρχοκομμουνιστών, που έκανε την επιλογή της ειδικής αναρχικής οργάνωσης, και από την άλλη, η μειοψηφούσα τάση των ατομικιστών, που αρνήθηκαν αυτή καθαυτή την αρχή της οργάνωσης.

 Ο Amedee Dunois (πρώτη παρέμβαση μετά την αρχική εισήγηση), άσκησε οξεία κριτική εναντίον ενός είδους αναρχισμού που «με τις συνεχείς εκκλήσεις του για την αναμόρφωση του ατόμου, εμφανίζεται σαν η ανανεωμένη μορφή του παλιού αστικού ατομικισμού». Ανέλυσε την ανάπτυξη του αναρχικού κομμουνισμού, που γεννήθηκε «απ΄ την Διεθνή, δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, από το ίδιο το εργατικό κίνημα ». Υποστήριξε ότι αυτός « ο αναρχισμός  δεν είναι ατομικιστικός, είναι φεντεραλιστικός και συνδικαλιστικός πρώτα απ΄ όλα ένα κομμάτι του επαναστατικού σοσιαλισμού». Εισηγούμενος τη συσπείρωση των αναρχικών, πιο συγκεκριμένα:  «όσων ανήκουν στην τάση μας η οποία δε διαχωρίζεται απ΄ τον αναρχισμό του προλεταριάτου», κατέληξε ως εξής : «Αυτό το αναρχικό κίνημα θα ξεπηδήσει απ΄την κοινή μας δράση, απ΄ την συνδυασμένη και συντονισμένη δράση μας. Θα πρέπει να προσθέσουμε η αναρχική οργάνωση δε θα έχει την αξίωση να συνενώσει όλα τα στοιχεία που επικαλούνται, πολλές φορές λαθεμένα, την ιδέα της αναρχίας. Θα αρκεστεί να συσπειρώσει γύρω από ένα πρόγραμμα δράσης τους συντρόφους που αποδέχονται τις βασικές αρχές μας και επιθυμούν να συνεργαστούν μαζί μας».

 

Ο Κόλλιν Γουώντ γράφει σχετικά (να υπενθυμίσουμε ότι αναφέρεται σε ιδική επαναστατική οργάνωση και όχι σε κοινωνικές δομές, παράλληλα δεν συμφωνούμε πλήρως με αυτό το μοτίβο).  «… ο καθένας μπορεί να δει ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο είδη οργάνωσης. Υπάρχει εκείνο το είδος που σου επιβάλλουν, εκείνο που διευθύνεται από πάνω κι υπάρχει και το άλλο είδος οργάνωσης που διευθύνεται από κάτω, που δεν μπορεί να σου επιβάλουν να κάνεις κάτι με το ζόρι και γι΄ αυτό είσαι ελεύθερος να προσχωρήσεις ή ελεύθερος να παραμείνεις μόνος σου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αναρχικοί είναι άνθρωποι που θέλουν να μεταμορφώσουν όλες τις μορφές της ανθρώπινης οργάνωσης σ' εκείνο το είδος της καθαρά εθελοντικής  αντι-ιεραρχικής ένωσης που μπορούν οι άνθρωποι να εγκαταλείψουν και να δημιουργήσουν κάτι δικό τους, αν δεν τους αρέσει. Κάνοντας μία ανασκόπηση εκείνου του επιφανειακού άλλα χρήσιμου μικρού βιβλίου, «ο Νόμος του Πάρκισον», επιχείρησα κάποτε να διατυπώσω τέσσερις «κανόνες» πάνω στους όποιους πρέπει να βασίζεται μία αναρχική θεωρία για την οργάνωση  και ότι πρέπει να είναι:

 Ι) Εθελοντική 2) Λειτουργική 3) Προσωρινή και 4) Μικρή.

Πρέπει να είναι εθελοντική για ευνόητους λόγους. Δεν έχει κανένα νόημα να υποστηρίζουμε την ελευθερία και την ευθύνη του ατόμου, αν πρόκειται να υποστηρίξουμε οργανώσεις στις όποιες η ιδιότητα του μέλους βασίζεται μόνο σε υποχρεώσεις. Πρέπει να είναι λειτουργική για λόγους που είναι εξίσου ευνόητοι, άλλα δεν παρατηρούνται πάντα. Υπάρχει μία τάση να υπάρχουν οργανώσεις δίχως μία αυθεντική λειτουργία ή που έχουν εκπληρώσει τους σκοπούς τους. Πρέπει να είναι προσωρινή γιατί η μονιμότητα είναι ακριβώς ένας από εκείνους τους παράγοντες που σκληραίνουν τις αρτηρίες μιας οργάνωσης, δημιουργώντας ένα κατεστημένο συμφέρον που εξασφαλίζει την επιβίωση της, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ηγετών της μάλλον, παρά της εξυπηρέτησης των δήθεν σκοπών της.

   Πρέπει να είναι μικρή, επειδή ακριβώς στις μικρές ομάδες, όπου η εστίαση των μελών είναι άμεση, οι γραφειοκρατικές κι οι ιεραρχικές τάσεις που υποβόσκουν σε κάθε οργάνωση, έχουν τη μικρότερη πιθανότητα ν' αναπτυχθούν.

   Αλλά απ' αυτό το τελευταίο σημείο είναι που αρχίζουν οι δυσκολίες μας. Αν πάρουμε σαν δεδομένο ότι μία μικρή ομάδα μπορεί να λειτουργήσει αναρχικά, εξακολουθούμε μολοντούτο, αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα όλων εκείνων των κοινωνικών λειτουργιών για τις οποίες είναι απαραίτητη η οργάνωση, αλλά που τη χρειάζονται σε μία πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.

   Λοιπόν θα μπορούσαμε ίσως ν' απαντήσουμε: «Αν οι μεγάλες οργανώσεις είναι απαραίτητες, μην υπολογίζετε σε μας. θα τα καταφέρουμε όσο μπορούμε δίχως αυτές». Εντάξει, μπορούμε να το πούμε, άλλα αν προπαγανδίζουμε τον αναρχισμό σα μία κοινωνική φιλοσοφία, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη κι όχι ν' αποφεύγουμε τα κοινωνικά γεγονότα. Είναι καλύτερα να πούμε: «Ας βρούμε τρόπους με τους οποίους οι μεγάλης έκτασης λειτουργίες μπορούν να διαιρεθούν σε λειτουργίες που μπορούν να οργανωθούν από μικρές λειτουργικές ομάδες κι ύστερα ας συνδέσουμε αυτές τις ομάδες μ' ένα ομοσπονδιακό τρόπο». Αυτό μας οδηγεί στη θεώρηση μιας αναρχικής ομοσπονδιακής θεωρίας. Τώρα εξετάζοντας πώς οραματίζονταν την οργάνωση μιας μελλοντικής κοινωνίας οι «κλασσικοί» αναρχικοί, βλέπουμε ότι την σκέπτονταν απ' την άποψη δύο ειδών κοινωνικών θεσμών:

1) Της εδαφικής μονάδος ή κομμούνας (commune): μία Γαλλική λέξη που θα μπορούσατε να θεωρήσετε σαν ισοδύναμη με τη λέξη κοινότητα  ή τη Ρωσική λέξη σοβιέτ, με το αρχικό της νόημα, αλλά που επίσης έχει προεκτάσεις στους αρχαίους θεσμούς του χωριού, που αναφέρονταν στην καλλιέργεια της γης από κοινού.

2) Του συνδικάτου: μία άλλη Γαλλική λέξη αντλημένη απ' την ορολογία του εργατικού συνδικαλισμού. Το συνδικάτο ή εργατικό συμβούλιο σα μονάδα της βιομηχανικής οργάνωσης. Αυτά θεωρήθηκαν σα μικρές τοπικές μονάδες που θα συνδέονταν ανάμεσα τους ομοσπονδιακά για την αντιμετώπιση των μεγαλύτερων προβλημάτων της ζωής, ενώ κάθε κομμούνα και κάθε συνδικάτο θα διατηρούσαν την αυτονομία τους, καθώς η πρώτη θα ομοσπονδοποιούνταν περιφερειακά και το δεύτερο βιομηχανικά…» Ο Προυντόν, ο Κροπότκιν, ο Μπακούνιν αφιέρωσαν μεγάλη προσοχή στην ομοσπονδιακή αρχή κι εμείς γνωρίζουμε λίγα  σχετικά με τους παράγοντες που συντελούν στην αποτυχία ή την επιτυχία των ομοσπονδιών.  

 

«Χρησιμοποιώντας τον όρο ομοσπονδία», παρατηρεί ο Τζώρτζ Γοόντκοκ στη βιογραφία του για τον Προυντόν, «ο Προυντόν δεν εννοεί μια παγκόσμια κυβέρνηση ή μία ομοσπονδία κρατών. Για αυτόν η αρχή της συνομοσπονδίας αρχίζει απ' το πιο απλό επίπεδο της κοινωνίας. Τα διοικητικά όργανα είναι τοπικά και βρίσκονται όσο το δυνατό περισσότερο κάτω απ' τον άμεσο έλεγχο του λαού. Πάνω απ' αυτό το πρωτογενές επίπεδο, η συνομοσπονδιακή οργάνωση γίνεται προοδευτικά περισσότερο ένα όργανο συντονισμού των περιφερειών, παρά ένα διοικητικό όργανο κι η Ευρώπη μία συνομοσπονδία των συνομοσπονδιών, στην οποία το συμφέρον της πιο μικρής επαρχίας θα έχει την  ίδια έκφραση με τα συμφέρον της πιο μεγάλη  αφού όλες οι υποθέσεις θα ρυθμίζονται με αμοιβαία συμφωνία, συμβόλαιο και διαιτησία…».

 

 

 

από Rosa Luser Burg 18/08/2012 10:36 πμ.


Για να φέρω στη συζήτηση και κάτι ακόμα που ειναι ίσως σημαντικό για την μεταφορά στην πράξη όλων όσων ειπώθηκαν πιο πανω,  στη μικροκλίμακα μιας τοπικής συνέλευσης, σας θέτω τα εξής ερωτήματα:

1. Θα ήταν χρήσιμη η σύνταξη ενος λειτουργικού καταστατικού μιας συνέλευσης (π.χ. ο τρόπος διεξαγωγής και ψήφισης των προτάσεων μιας  τοπικής συνέλευσης), με βάση τις ιδιατερότητες της κάθε περιοχής, ή ενα ενιαίο καταστατικό μετά την συζήτηση και την επικύρωση του, απο τη  γενική συνέλευση; 

2.Οι συνελεύσεις θα γίνονται με σκοπό την όσο το δυνατό μεγαλύτερη συμμετοχή των δημοτών-κατοίκων της περιοχής ή θα ειναι "μόνο για λίγους" που θα  έχουν ιδεολογική συγγένεια με αυτστηρούς όρους;

3. Οι δράσεις της τοπικής συνέλευσης θα υπόκεινται στην αποδοχή και έγκριση της γενικής συνέλευσης;

4. Οι αποδέκτες των απαιτήσεων των συνελεύσεων θα είναι πρώτα οι θεσμοποιημένοι σύλλογοι πολιτών, ή η θεσμοθετημένη πολιτική εξουσία σε επίπεδο Δήμου. Ο αποδέκτης των αιτημάτων θα είναι το επίσημο κράτος σε κεντρικό επίπεδο, ή η τοπική και περιφερειακή αυτοδιοίκηση, με τους οποίους θα επιδιώκεται κάθε φορά η διαπραγμάτευση;

5. Σε επίπεδο επιμέρους πολιτικών γαι την υγεία, παιδεία, κοινωνική πρόνοια, διάθεση πηγών ενέργειας, θα διαμορφώνεται κάθε φορά μια πρόταση που θα προκύπτει απο τις συγκυρίες των προβλημάτων της εκάστοτε κοινότητας, ή θα υπάρχει μια περιγραφή των πολιτικών δράσης σε κάθε τομέα μέσα πάντα στα ιδεολογικά πλαίσια και με γνώμονα την ελευθεριακή οργάνωση της ελληνικής κοινωνίας;  

από GⒶraZero 18/08/2012 11:54 πμ.


Βρήκες κυρία Λουζερ άλλο ένα σημείο να πετάξεις τη διαφήμιση της μαλακοιστοσελίδας σου πάλι.   Τι σχέση έχουν αυτά που γράφεις, η ιστοσελίδα που μας πουλάς με την αναρχία και την οργάνωση;  Για να μη χάνουν κι άλλοι το χρόνο τους απο περιέργεια να δουν τη σελίδα σας παραθέτω ένα χυμώδες κομματάκι.

• Ο ρόλος των Συμβουλίων
Ο αρχηγός του κάθε κύκλου θα συμμετέχει και στο Συμβούλιο της Βουλής του κάθε Δήμου. Το κάθε Συμβούλιο θα αποτελείται απο 100 αρχηγούς, θα εκπροσωπούνται ......  - με τους αρχηγούς των κύκλων.

Ο κάθε γεωγραφικός χώρος σε επίπεδο Νομού θα περιλαμβάνει 1000 κύκλους, άρα κάθε Νομός θα εκπροσωπείται απο 1000 Συμβούλους Νομού, που θα επιλέγονται με κλήρο και θα εκτελούν τα καθήκοντά τους παράλληλα -για την ίδια χρονική περίοδο- με τους αρχηγούς της Βουλής του κάθε Δήμου.

Ο κάθε γεωγραφικός χώρος σε επίπεδο Περιφέρειας θα περιλαμβάνει 10.000 κύκλους, άρα κάθε Περιφέρεια θα εκπροσωπείται απο 10000 Συμβούλους Περιφέρειας, που θα επιλέγονται με κλήρο και θα εκτελούν τα καθήκοντά τους παράλληλα -για την ίδια χρονική περίοδο- με τους αρχηγούς της Βουλής του κάθε Νομού και της κάθε Βουλής του Δήμου.

Ο κάθε γεωγραφικός χώρος σε επίπεδο Επικράτειας θα περιλαμβάνει 100.000 κύκλους, άρα κάθε Περιφέρεια θα εκπροσωπείται απο 100.000 Συμβούλους Επικράτειας,.........της κάθε Βουλής του Δήμου.

 

Πόσο να φτάσει η ανοχή με την "προς τρίτους" συμπεριφορά κάποιων ύπουλων της αριστεράς που προσποιούνται τον/την αγαθή/ο και αλλάζουν συνέχεια το περιτύλιγμα και το καμουφλάζ του κρατισμού και της εξουσίας, της ανάθεσης και της εκπροσώπησης;

Εδώ βλέπΑΜΕ και σεβόμασταν τον χώρο που έφτιαξαν 1-2-3 άνθρωποι να συγκεντρώσουν και να παρέχουν κάποια βασικά κείμενα περί οργάνωσης και της αναρχίας.  Σαν προϋπόθεση για όλα αυτά είναι η μηδενική ανοχή στην ύπαρξη εξουσίας και μάλιστα κεντρικής στη μορφή κράτους, της ανάθεσης και της εκπροσώπησης του οποιουδήποτε από τον οποιοδήποτε. 

Φαντάσου μια συζήτηση από άθεους και υλιστές να χώνεσαι και να μιλάς για φαντάσματα και για τα πνεύματα των αγίων. 

Πάρτε αγκαζέ και το Φωτόπουλο και τους ιεροκήρυκες του και "στο καλό"!

Δεν έχω το ίδιο πρόβλημα με άλλους Μαρξιστές ανοικτά κρατιστές (ΚΚ ... μ-λ κλπ)  που υπερασπίζουν την θέση τους για την αναγκαιότητα κράτους.  Με τους γλοιώδης μικροπωλητές που βαφτίζουν την κουράδα πότε chocolate mousse και πότε πουτίγκα για να πουλήσουν έχω.

 

από Rosa Luser Burg 19/08/2012 8:40 μμ.


 

Σε βλέπω πολύ εξοργισμένο , μια μαλακισμένη άποψη εξέφρασα κι εγώ η Λούζερ. Υπάρχουν  και  πιο καθαρές ιδέες και πιο ξεκάθαρες απο τις αναρχοσοσιαλκομουνιστικές σαλάτες που φτιάχνω εγω στο κεφάλι μου, τόσα χρόνια που με ξέρω. Ίσως καλύτερα να τις κράταγα για τον εαυτό μου...αλλά θα ήθελα μαι απάντηση και απο αυτόν στον οποίο απεύθυνα την τοποθέτησή μου, το συγγραφέα του κεντρικού άρθρου και απο τον Βασίλη, που εξαιτίας τους παρακινήθηκα να κάνω τη σχετική διαφήμιση του σκατοσάϊτ μου. 

 

 

από ενας στόκος 20/08/2012 9:23 πμ.


Αφιερωμένο στον συνάνθρωπο GarΑzero για την προώθηση του διαλόγου

(Απόσπασμα απο την συζήτηση ' Να διώξουμε τον τυχοδιωκτισμό')

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε

από G 13:14, Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε, όπως ο Λαντάουερ, ότι πρέπει να οργανωθούμε όχι στα πλαίσια του κράτους αλλά έξω απ’ αυτό, χωρίς κράτος –παράλληλα προς το κράτος. Οφείλουμε να συνειδητοποιή­σουμε ότι η πραγμάτωση των ιδεών, της οργάνωσης και του πάθους για την αναρχία, είναι, και ανέκαθεν υπήρξε, επίκαιρη, υπάρχοντας παράλληλα προς το κράτος… Πρέπει να γίνει συνείδηση στον καθένα ότι εμείς είμαστε το «κράτος» και θα συνεχίσουμε να είμαστε μέχρι να δημιουργήσουμε τους θεσμούς τις κοινωνικές, αλλά και διαπροσωπικές σχέσεις εκείνες που θα συνθέτουν μια δίκαιη α-κρατική κοινωνία.

Ο Λαντάουερ γράφει: «Το κράτος είναι μια κατάσταση, μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ ανθρώπων, ένας τρόπος ανθρώπινης συμπεριφοράς· το καταστρέφουμε συνάπτοντας άλλες σχέσεις, συμπεριφερόμενοι διαφορετικά. Οι άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι ο ένας με τον άλλον στα πλαίσια μιας «στατικής» σχέσης που καθιστά ανα­γκαίο το καθεστώς του κρατικού καταναγκασμού και αντιπρο­σωπεύεται από αυτό και μέσα σε αυτό. Συνεπώς, το καθεστώς μπορεί να ξεπεραστεί μόνο στον βαθμό που αυτή η σχέση μεταξύ των ανθρώπων θα αντικατασταθεί από κάποια άλλη.

Αυτή η άλλη σχέση είναι οι Άνθρωποι. Είναι ένας δεσμός μεταξύ των ανθρώπων που ήδη υπάρχει, μόνο που δεν έχει ακόμη αποκτήσει σάρκα και οστά, δεν έχει ακόμη εξελιχθεί σε ανώτερο οργανισμό. Στον βαθμό που οι άνθρωποι, βάσει της προόδου της παραγωγής και της διανομής, ανακαλύπτουν ότι πλησιάζουν ο ένας τον άλλον ως άνθρωποι και αναπτύσσονται μαζί σαν ένας οργανισμός με αναρίθμητα όργανα και μέλη, ο σοσιαλισμός, που τώρα ζει μόνο στον νου και στις επιθυμίες μοναχικών, ατομικοποιημένων ανθρώπων, θα γίνει πραγμα-τικό­τητα όχι μέσα στο κράτος αλλά έξω απ’ αυτό, χωρίς το κράτος, και αυτό σημαίνει παράλληλα προς το κράτος. Το ότι «οι άνθρωποι βρίσκονται μαζί», δεν σημαίνει ότι γεννιέται κάτι και­νούργιο, αλλά ότι αποκτά σάρκα και οστά και ανα-συστήνεται κάτι που υπήρχε πάντα –η κοινότητα, που στην πραγματικότητα υπάρχει παράλληλα προς το κράτος, αν και θαμμένη και αφη­μένη στην τύχη της.

Κάποια μέρα θα καταλάβουν όλοι ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι μια εντελώς καινούργια επινόηση, αλλά η ανακάλυψη ενός πράγματος που υπήρχε πάντοτε, ενός πράγμα­τος που αναπτύχθηκε. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η υλοποίηση του σοσιαλισμού είναι πάντα εφικτή, αν την επιθυμεί ένας ικα­νός αριθμός ανθρώπων. Η υλοποίησή του δεν εξαρτάται από το επίπεδο της τεχνολογίας, αν και όταν ο σοσιαλισμός γίνει πρά-ξη, θα είναι φυσικά διαφορετικός, θα ξεκινήσει και θα εξε-λιχθεί διαφορετικά, σύμφωνα με την ανάπτυξη της τεχνο-λογίας· εξαρ­τάται από τους ανθρώπους και την διάθεσή τους. Ο σοσιαλισμός κάθε εποχή είναι και εφικτός και ανέφικτος. Είναι εφικτός όταν υπάρχουν οι κατάλληλοι άνθρωποι που να τον θέλουν και να τον πραγματοποιήσουν, και ανέφικτος όταν οι άνθρωποι είτε δεν τον θέλουν ή απλώς φαντάζονται ότι τον θέλουν, δεν είναι όμως ικα­νοί να τον πραγματοποιήσουν…».

από G 21/08/2012 9:33 μμ.



0 στόχος αυτού του νήματος ήταν να συγκεντρώσω θέσης και κείμενα γύρο από το ζήτημα της οργάνωσης και όχι της εικοτολογίες του καθενός .

Σο βάλε αν θες θεματική στο νήμα

από G 21/08/2012 10:08 μμ.


Especifismo

Μια αναρχική ομάδα των ΗΠΑ εξηγεί τι είναι το Especifismo

Το Especifismo (σ.τ.μ.: Από το ισπανικό ρήμα especificar, στα αγγλικά specify. Εννοεί κάτι το ειδικό. Στο εξής θα αναφέρεται έτσι στο ισπανικό. Εννοεί εδώ την ειδική αναρχική οργάνωση) είναι μια αυτοπεριγραφή που χρησιμοποιείται σήμερα από έναν αριθμό αναρχικών ομάδων στη Νότια Αμερική. Η οργάνωση και η δράση των ομάδων αυτών είναι παρόμοιες με την οργάνωση και δράση των ομάδων από την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική οι οποίες χαρακτηρίζονται ως «πλατφορμιστικές», αλλά, αν και γνωρίζουν την «Πλατφόρμα», έφτασαν στα συμπεράσματα αυτά μέσω της δικής τους οργανωτικής εμπειρίας.

Η νοτιοαμερικάνικη αναρχική πρακτική
για τη δημιουργία λαϊκών κινημάτων
και ειδικών αναρχικών οργανώσεων

Σήμερα, σε όλο τον κόσμο, η αναρχική συμμετοχή στα μαζικά κινήματα καθώς και η ανάπτυξη ειδικών αναρχικών οργανώσεων βρίσκεται σε άνοδο. Αυτή η τάση βοηθά στο να ξαναγίνει ο αναρχισμός μια δυναμική πολιτική δύναμη στο εσωτερικό των κινημάτων. Κάτω απ’ αυτό το φως, το Especifismo, μια έννοια που γεννήθηκε μέσα από μια 50χρονη σχεδόν εμπειρία αναρχικών δραστηριοτήτων στη Νότια Αμερική, κερδίζει έδαφος σε παγκόσμια κλίμακα. Αν και μερικές από τις ιδέες του Especifismo είναι ήδη γνωστές σε πολλούς αναρχικούς, το Especifismo αποτελεί μια αυθεντική συμβολή στην αναρχική σκέψη.

Αν και είναι περισσότερο μια πρακτική παρά μια αναπτυγμένη ιδεολογία, η πρώτη οργάνωση η οποία προώθησε την έννοια του Especifismo ήταν η Federaccion Anarquista Uruguaya (FAU – Αναρχική Ομοσπονδία Ουρουγουάης) που ιδρύθηκε το 1956 από αναρχικούς αγωνιστές που ενστερνίστηκαν την ιδέα μιας ειδικής αναρχικής οργάνωσης. Επιζώντας από τη δικτατορία στην Ουρουγουάη, η FAU επιχείρησε στα μέσα της δεκαετίας του '80 να δημιουργήσει επαφές και να επηρεάσει τους νοτιοαμερικάνους αναρχικούς επαναστάτες. Η δουλειά αυτή της FAU βοήθησε σημαντικά στην ίδρυση της Federacao Anarquista Gaucha (FAG – Αναρχική Ομοσπονδία Gaucha), της Federacao Anarquista Cabocla (FACA – Αναρχική Ομοσπονδία Cabocla) και της Federacao Anarquista Rίο de Janeiro (FARJ - Αναρχική Ομοσπονδία Ρίο ντε Τζανέϊρο) στη Βραζιλία καθώς και της οργάνωσης Auca (Επαναστάτης) στην Αργεντινή.

Αν και οι βασικές έννοιές του θα εξηγηθούν περαιτέρω σε αυτό το άρθρο, το Especifismo μπορεί να συνοψιστεί σε τρία σύντομα σημεία τα οποία είναι:
1) Η ανάγκη για ειδική αναρχική οργάνωση συγκροτημένης στη βάση της ενότητας ιδεών και πρακτικής (praxis).
2) Η χρήση της ειδικής αναρχικής οργάνωσης στη θεωρητικοποίηση και ανάπτυξη στρατηγικών για πολιτική και οργανωτική δουλειά.
3) Η ενεργός συμμετοχή και οικοδόμηση των αυτόνομων και λαϊκών κοινωνικών κινημάτων, ονομαζόμενων «κοινωνική παρέμβαση».

Η ιστορική πλευρά

Αν και ήρθαν στο προσκήνιο μόνο του λατινοαμερικάνικου αναρχισμού τις τελευταίες δεκαετίες, οι ιδέες που είναι έμφυτες με το Especifismo αγγίζουν ένα ιστορικό νήμα που ενώνει το αναρχικό κίνημα διεθνώς. Το πιο γνωστό νήμα είναι το πλατφορμιστικό ρεύμα το οποίο άρχισε με την έκδοση της «Οργανωτικής Πλατφόρμας των Ελευθεριακών Κομμουνιστών», ντοκουμέντο που γράφτηκε το 1926 από τον πρώην ηγέτη των αγροτών Νέστωρα Μάχνο, την Ίντα Μεττ και άλλους αγωνιστές της ομάδας «Dielo Trouda» («Εργατική Υπόθεση») γύρω από την ομώνυμη εφημερίδα. Εξόριστοι από τη Ρώσικη Επανάσταση, οι της «Dielo Trouda» επέκριναν το αναρχικό κίνημα για την έλλειψη οργάνωσης που επέτρεψε στο μπολσεβικισμό να μετατρέψει τους Σοβιετικούς εργαζόμενους σε όργανα μιας μονοκομματικής κυριαρχίας. Ως εναλλακτική λύση, πρότειναν μια «Γενική Ένωση Αναρχικών», βασισμένη στον αναρχοκομμουνισμό και τη «θεωρητική και τακτική ενότητα».

Άλλες εμφανίσεις παρόμοιων ιδεών περιλαμβάνουν τον «Οργανωτικό Δυϊσμό» («Organisational Dualism») για τον οποίο γίνεται λόγος σε ιστορικά ντοκουμέντα του ιταλικού αναρχικού κινήματος στη δεκαετία του '20. Ο όρος αυτός αναφέρεται στην ταυτόχρονη ύπαρξη και δράση της αναρχικής πολιτικής οργάνωσης και αυτής των αναρχικών αγωνιστών μέσα στο εργατικό κίνημα.
Στην Ισπανία, συγκροτήθηκε η ομάδα «Φίλοι του Ντουρρούτι» για να αντιταχθεί στη βαθμιαία αντιστροφή της Ισπανικής Επανάστασης του 1936. Στην μπροσούρα της ομάδας, με τίτλο «Towards a Fresh New Revolution» («Προς μια φρέσκια νέα επανάσταση» - σ.τ.μ.: στα ελληνικά περιλαμβάνεται στο βιβλίο Ρούντολφ Ρόκερ, CNT-FAI κ.ά.,

Ο Ισπανικός «Εμφύλιος» Πόλεμος. Ανατομία της Ισπανικής Επανάστασης, Εκδ. «Ελεύθερος Τύπος», Αθήνα 1996, σελ. 233-289), υιοθετήθηκαν μερικές από τις ιδέες της «Πλατφόρμας» ως κριτική στο βαθμιαίο ρεφορμισμό και τις τάσεις συνεργασίας των CNT-FAI. Επίσης, σημαντικές και με επιρροή στο κινέζικο αναρχικό κίνημα οργανώσεις στη δεκαετία του 1910, όπως η Wuzhengfu-Gongchan Zhuyi Tongshi Che (Σύνδεσμος Αναρχοκομμουνιστικών Συντρόφων), υποστήριξαν παρόμοιες ιδέες. Ενώ αυτά τα διαφορετικά ρεύματα έχουν όλα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που αναπτύχθηκαν από τα κινήματα και των χωρών στις οποίες δημιουργήθηκαν, τα ενώνει όλα ένα κοινό νήμα που διασχίζει τις εποχές και τις ηπείρους.

Το Especifismo λεπτομερώς

Με το να αναδεικνύεται η ανάγκη για μια ειδική αναρχική οργάνωση που συγκροτείται γύρω από μια ενότητα ιδεών και πρακτικών, οι Especifistas δηλώνoουν την εγγενή αντίρρησή τους στην ιδέα μιας οργάνωσης σύνθεσης των επαναστατών ή των πολλαπλάσιων ρευμάτων (τάσεων) των αναρχικών που ενώνονται γενικά και αόριστα. Ενώ, από ό,τι ξέρουμε έως τώρα, οι κριτικές αυτές δεν έχουν διαμορφωθεί από τους νοτιοαμερικάνους Especifistas, οι βορειοαμερικανικοί αναρχικοί έχουν δει μέσα από την εμπειρία τους ότι στην οργάνωση σύνθεσης υπάρχει έλλειψη οποιασδήποτε συνεκτικότητας λόγω των πολλαπλών, αντιφατικών πολιτικών τάσεων. Συχνά, η βασική συμφωνία μεταξύ των μελών της κάθε ομάδας βασίζεται σε έναν τόσο ασαφή προσδιορισμό που αφήνει ελάχιστα περιθώρια για κοινή δράση ή προχωρημένη πολιτική συζήτηση μεταξύ των συντρόφων.

Χωρίς μια στρατηγική που να προέρχεται από μια κοινή πολιτική συμφωνία, οι επαναστατικές οργανώσεις είναι αναγκασμένες να είναι μια υπόθεση απλής αντίδρασης (reactivism) ενάντια στις συνεχείς εκδηλώσεις κοινωνικής καταπίεσης και αδικίας ή/και ένας κύκλος άκαρπων ενεργειών που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά, χωρίς κάποια ανάλυση ή κατανόηση των συνεπειών.

Ιδιαίτερη έμφαση που δίνεται από το ρεύμα Especifismo στο ρόλο της οργάνωσης (ή της αναρχικής ομοσπονδίας γενικότερα) που έχει συγκροτηθεί στη βάσει κοινής πολιτικής, ως χώρου ανάπτυξης κοινής στρατηγικής και αντανάκλασή της στις ομάδες που οργανώνουν την εργασία αυτή. Στηριζόμενη από τη συλλογική υπευθυνότητα όσον αφορά τα οργανωτικά σχέδια και την όλη εργασία, οικοδομείται μια εμπιστοσύνη ανάμεσα στα μέλη και τις ομάδες που επιτρέπει μια βαθιά συζήτηση υψηλού επιπέδου για τις ενέργειές τους. Αυτό επιτρέπει να γίνει μια συλλογική ανάλυση, η οποία πρέπει να αντανακλάται και να βασίζεται συνεχώς στα διδάγματα που βγαίνουν και στις εκάστοτε περιστάσεις.

Το τελευταίο σημείο-κλειδί του Especifismo είναι η ιδέα της «κοινωνικής παρέμβασης». Προήλθε, αρχικά, από την πεποίθηση ότι οι ομάδες και τάξεις των καταπιεσμένων είναι τα πιο επαναστατικά κομμάτια της κοινωνίας και ότι ο σπόρος του μελλοντικού επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας βρίσκεται ήδη σε αυτές τις ομάδες και τάξεις. Η κοινωνική παρέμβαση εκλαμβάνεται ως συμμετοχή των αναρχικών στους καθημερινούς αγώνες των καταπιεσμένων και των εργαζόμενων τάξεων, όχι ως εκστρατείες του ενός και μόνο ζητήματος (single issue campaigns), αλλά λαϊκά κινήματα που να αγωνίζονται για να καλυτερεύσουν τη θέση τους, αντιστεκόμενα στις επιθέσεις κράτους και καπιταλισμού, όπως εργατικά κινήματα βάσης, κοινότητες μεταναστών που απαιτούν νομιμοποίηση, οργανώσεις γειτονιάς που αντιστέκονται ενάντια στη βιαιότητα και τις δολοφονίες της αστυνομίας, φοιτητές που προέρχονται από την εργατική τάξη και παλεύουν ενάντια σε αυξήσεις διδάκτρων ή περικοπές κονδυλίων για την εκπαίδευση ή φτωχούς και ανέργους που μάχονται τις εξώσεις και περικοπές υπηρεσιών.

Παραδείγματα τέτοιων κοινωνικών παρεμβάσεων από την FAG, είναι η δουλειά που κάνει η Ομοσπονδία αυτή με τις επιτροπές γειτονιάς σε κωμοπόλεις και χωριά (που ονομάζονται Επιτροπές Λαϊκής Αντίστασης), κάνοντας συμμαχίες με μέλη της βάσης οργανώσεων άκληρων εργατών γης, όπως το MST (σ.τ.μ.: Κίνημα των Χωρίς Γη. Λαϊκή οργάνωση της Βραζιλίας μη ιδιοκτητών αγροτών και εργατών γης που καταλαμβάνουν κτήματα και τα καλλιεργούν συλλογικά), καθώς και μεταξύ των συλλεκτών απορριμμάτων και ανακυκλούμενων προϊόντων. Λόγω των υψηλών ποσοστών προσωρινής απασχόλησης, υποαπασχόλησης και ανεργίας στη Βραζιλία, μια σημαντική μερίδα της εργατικής τάξης δεν επιζεί πρωτίστως μέσα από τη μισθωτή εργασία, αλλά, μάλλον, από μια άλλη δραστηριότητα στα πλαίσια μιας άτυπης οικονομίας, όπως περιστασιακή απασχόληση ως οικοδόμοι, πλανόδιοι πωλητές και συλλέκτες απορριμμάτων και ανακυκλούμενων προϊόντων.

Μετά από αρκετά χρόνια παρέμβασης, η FAG έχει αποκτήσει μια ισχυρή σχέση με τους συλλέκτες απορριμμάτων των πόλεων, τους αποκαλούμενους catadores. Τα μέλη της FAG έχουν υποστηρίξει αυτές τις ομάδες στη συγκρότηση της δικής τους οργάνωσης που δραστηριοποιείται για να κινητοποιήσει τους συλλέκτες των απορριμμάτων στη βάση των ενδιαφερόντων τους σε πανεθνική κλίμακα και να συγκεντρώσει χρήματα για τη συγκρότηση μιας συλλογικά λειτουργούσας εταιρίας (κάτι σαν εταιρίας λαϊκής βάσης) χρήσης και εκμετάλλευσης ανακυκλούμενων προϊόντων κ.λπ..

Με την αλληλεπίδραση των ιδεών του Especifismo επιδιώκεται η μη επιβολή των ιδεών ή η μετατροπή των κινημάτων αυτών σε «αναρχικά», αλλά η προώθηση των αναρχικών ιδεών, κάτι που αποτελεί τη φυσική τους τάση στο να αυτοοργανώνονται και να αγωνίζονται μαχητικά για τα ενδιαφέροντά της. Το Especifismo θεωρεί ότι τα κοινωνικά κινήματα θα φθάσουν στη λογική της δημιουργίας της επανάστασης, όχι όταν φτάσουν ως σύνολο στο σημείο να γίνουν συνειδητά αναρχικά κινήματα, αλλά όταν φτάσουν ως σύνολο - ή μια η συντριπτική πλειοψηφία τους - στη συνειδητοποίηση της δικής τους «εξουσίας» (s.t.m.Q power στο αγγλικό κείμενο) και της εξάσκησής της στην καθημερινή τους ζωή με έναν τρόπο με τον οποίο να έχουν συνειδητά υιοθετήσει τις ιδέες του αναρχισμού.

από στόκος 2 22/08/2012 2:32 μμ.


Απόσπασμα

"Το Especifismo θεωρεί ότι τα κοινωνικά κινήματα θα φθάσουν στη λογική της δημιουργίας της επανάστασης, όχι όταν φτάσουν ως σύνολο στο σημείο να γίνουν συνειδητά αναρχικά κινήματα, αλλά όταν φτάσουν ως σύνολο - ή μια η συντριπτική πλειοψηφία τους - στη συνειδητοποίηση της δικής τους «εξουσίας» (s.t.m.Q power στο αγγλικό κείμενο) και της εξάσκησής της στην καθημερινή τους ζωή με έναν τρόπο με τον οποίο να έχουν συνειδητά υιοθετήσει τις ιδέες του αναρχισμού".

Γιατί πάνατ η συνταγή πρέπι να είναι ξενόφερτη; Κι αν ειναι ιδανική και υπόσχεται την καλύτερη φραντζόλα που φτιάχτηκε ποτέ στην ιστιορία, δεν θα βρούμε ποτέ τα υλικά για να τη φτιάξουμε. Αυτό μου θυμίζει κάτι σαν τα αδιέξοδα ψυχαναγκαστικά παραμύθια του Άντερσεν, όπου η μάγισσα στέλνει να της φέρουν κάτι κακόμοιρα εύπιστα παιδάκια, ουρά κομμένη πράσινη με ρόζ μπιμπιλόνια ξέροντας οτι ποτέ δε θα τα βρούν να της τα φγέρουν)...

Αλήθεια γιατί πολεμήθηκε τόσο αλύπητα η πρωτοβουλία των ατενίστας; Η παραπάνω παράγραφος ενέχει όλη τη φιλοσοφία του εγχειρήματος, κατά την ταπεινή μου γνώμη !

 

από Γιατί δεν καταλαβαίνω τη σκοπιμότητα 22/08/2012 7:43 μμ.


Πώς γίνεται σε μια συζήτηση με τον τίτλο "αναρχισμός και οργάνωση" να μας ρωτάς τι κάνουν και τι δεν κάνουν οι...ατενίστας;


 

Η ιδέα της επαν-οικειοποίησης των δημόσιων χώρων ήταν μια πρωτοβουλία του αναρχικού χώρου ή ηταν εμπνευσμένο εγχείρημα απο την αναρχική ιδεολογία; Επειδή εγω πίστευα οτι είναι το δεύτερο και οτι κάποιες ομάδες κυρίως νέων δώσαν συμβολικά το έναυσμα στην κοινωνία να σκεφτεί οτι ο δημόσιος αχικά χώρος του ανήκει και οτι δεν ειναι πεδίο άσκηση  πολιτικών μικροεργολαβιών, εώρούσα μέχρι σήμερα αυτήν την πρωτοβουλία μια μικρή αλλά σημαντική σηματοδότηση της άσκησης της οργανωμένης  βούλησης των πολιτών  σε επίπεδο γειτονιάς, ή της συνεργασίας των πολιτών σε επίπεδο κοινού σκοπού, την πιο πετυχημένη δράση με διαδραστική επιρροή στον απλό φυλακισμένο στην μίζερη ιδιοτέλειά του πολίτη, απο τη μια, και πολιτική απειλή για τους πολιτικάντηδες τοπικούς άρχοντες που μαστιγώνουν με τα αντιαισθητικά δημόσια έργα και πάρεργα τη καθημερινή  ζωή των ανθρώπων ...οι οποίοι ξυπνώντας απο το λήθαργο θα ενεργοποιούνταν στην συμμετοχή , με απώτερο στόχο την απόλυτη κατάργηση της αντιπροσώπευσής του απο την τοπική αυτοδιο΄κηση (κάθε 4 χρόνια) αλλά απο την τοπική συνέλευση ερχόμενη σε σύγκρουση αρχικά με την τοπική εξουσία.

Εχω την εντύπωση οτι αυτή η ιστορία "αρπάχτηκε" απο τον φιλανθρωπικό ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΙ (δε βλέπω τηλεόραση) και ακοιλωθηκε εντελώς το νόημα και το μήνυμα της όλης προσπάθειας, με αποτέλεσμα την απολιτικοποίησή  της απο τα πανέξυπνα γεράκια της δημοσιογραφίας. Θα ήθελα να μάθω γιατί χάθηκε αυτή  η ευκαιρία και δεν αξιοποιήθηκε απο τον αναρχικό χώρο (ίσως αυτή να ειναι η μόνη απορία μου - όχι σκοπιμότητα) ενω είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας αυθόρμητης απο τα κάτω παρακίνησης για ατομική συμμετοχή και αυτονομημένη δράση στην  κοινότητα;

Ούτως ή άλλως θεωρώ ότι  ήταν ενα πολύ καλό παράδειγμα για την εφαρμογή στην πράξη μιας δράσης απελευθερωτικής σε μικροκλίμακα, που θα μπορούσε σαν δράση  ίσως  να επεκταθεί και σε περιφερειακό επίπεδο  (π.χ αυτονόμηση περιοχών  απο την κεντρική εξουσία στον τομέα της παραγωγής ενέργειας με μηδενικο κόστος για τον καταναλωτή κ.α)

από γιατί (;) 26/08/2012 1:43 πμ.


...να μένω τόσα χρόνια που με ξέρω... με την ετύπωση οτι οταν πάει κάτι να γίνει και να ξυπνήσει ο κόσμος κάποιος καπελώνει, φιμώνει, συκοφαντεί, αποδοκιμάζει, χλευάζει, υποβιβάζει την όποια  πρωτοβουλία, σκέψη  ή δράση που κρίνεται ως κάπως φιλική προς τον μικροαστό άρα και επικίνδυνη για την καθεστηκία τάξη και τα  καθιερωμένα επαναστατικά οράματα... ειναι ψυχολογιό το πρόβλημα, π.χ αίσθηση απώλειας ταυτότητας και ρόλου στα γνωστά δεδομένα όρια της λογικής των 5 μέτρων; Ή μήπως ζούμε σε εναν γυάλινο κόσμο , που ακόμα κι αυτοί που ζουν απέξω την πάτησαν γιατί τους κρύψαν το σφυρί και δεν μπορούν ούτε κι αυτοί να σπάσουν το γυαλί;

από για την όλη φάση 26/08/2012 12:39 μμ.


από G 26/08/2012 11:23 μμ.


Το ξανά λέω και ας γίνομαι κουραστικός. Αυτό το νήμα άνοιξε για να συγκεντρώσει κείμενα και από απόψεις γύρω από το ζήτημα της οργάνωσης του αναρχικού  κινήματος.

Δεν διερωτάται κανείς ότι στην μεγάλη πορεία του χώρου της Αθήνα στις 4 φλεβαρη που παραβρεθήκαν πάνω από 4.οοο άτομα πόσοι από αυτούς είναι σε συλλογικότητες και εγχειρήματα; Τρακόσοι – τετρακόσοι ; και αυτό είναι το πρόβλημα

από ψάχνοντας το γιατί 27/08/2012 1:32 πμ.


Εσύ έχεις αναρωτηθεί ποτέ σου γιατί δε θέλουμε να συμμετέχουμε σε διαδικασίες και κατεβαίνουμε μόνο στις πορείες;

από Κ 27/08/2012 1:52 πμ.


Μήπως γιατί η δέσμευση μιας ουσιαστικότερης και σοβαρότερης συμμετοχής είναι κομμάτι δυσκολότερη απ΄ότι μια πορεία ;

Απορία. Γιατί μιλάς στον πληθυντικό ;

από Ρόζα Λούζερ Μπούργκ 30/08/2012 10:18 μμ.


είναι η δέσμευση απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό, γιατί ο καθένας απο εμάς ειναι μόνος του, πορεύεται μόνος του ακόμα και συμμετέχοντας σε μια πορεία, έτσι τις αντιλαμβάνομαι τις  πορείες των αναρχικών ως σήμερα, ο καθένας υποτάσει τον εαυτό του στη θέλησή του να αλλάξει τον κόσμο, εκθέτει στα δικά του μάτια του τον εαυτό του και αυτη ειναι  η κορυφαία πράξη δέσμευσης... και απολογισμού, η συνθήκη της συμμετοχής  στη μέθεξη του αγώνα έστω και για μια στιγμή στην ιστορία ειναι ίσως η κορυφαία επαναστατική εμπειρία για το αναρχικό κίνημα ιστορικά, κάτι που δεν προέκυψε απαραίτητα μέσα απο μια διαδικασία ίσως, αλλά απο το ξεπέρασμα του φόβου να εκθέσει ο καθένας τον εαυτό του στα μάτια του άλλου...  Το ξεπέρασμα του φόβου τησ απώλειας του αυτεξούσιου τησ φύσης του αναρχικού ατόμου, άρα και του αναρχικού κινήματος, ίσως να είναι το μονοπάτι που πρέπει να περάσει ο καθένας μόνος του αλλά με την ίδια επιθυμία ή καλύτερα με ενα κοινό στόχο: να συναντηθεί με τους συντρόφους-συνοδοιπόρους του  στο ίδιο ξέφωτο την ίδια χρονική στιγμή στην ιστορία...

 

 

από τεο 31/08/2012 9:32 πμ.


Στην θεωρητική συζήτηση θα έβαζα και κάτι πρακτικό.Υπάρχει το παράδειγμα του σοσιαλιστικου κόμματος της Μεγάλης Βρεττανίας που από το 1904 είναι οργανωμένο χωρίς αρχηγούς οριζόντια(http://www.worldsocialism.org/spgb/).Aν και δεν είναι αναρχική οργάνωση οι σκοποί του είναι πολύ κοντά στον αναρχισμό(Παγκόσμια ανατροπή του καπιταλισμού, κατάργηση κράτους,αταξική κοινωνία κοινοκτημοσύνης χωρίς στάδια κλπ).Το συνθημά τους είναι only sheeps have leaders (μονο τα πρόβατα έχουν αρχηγούς) και έχουν οργανώσεις και υποστηρικτές σε όλο τον πλανήτη.

Υπάρχει λοιπόν παράδειγμα για το πως μπορεί να οργανωθεί κάποια συλλογικότητα χωρίς αρχηγούς και ιεραρχία.

από G 31/08/2012 5:01 μμ.


Δεν ξέρω το παράδειγμα σου πρώτη φορά μαθαίνω γι αυτό , πες  μου κατεβαίνουν και στης εκλογές αυτοί οι σοσιαλιστές;

Πάντως έχουμε εκατοντάδες παραδείγματα τόσο ιστορικά όσο και σύγχρονα για το πώς οργανώνονται οι αναρχικοί.

Αυτοί οι σοσιαλιστές που αναφέρεις σίγουρα θα  έχουν επηρεαστεί από τους αναρχικούς

από Tεο 31/08/2012 9:42 μμ.


Ναι κατεβαινουν.Εχουν παρει απο την σοσιαλδημοκρατια την συμμετοχη στις εκλογες ,απο τον αναρχισμο το οραμα για την μελλουσα κοινωνια(Ειναι επισης ντεφαιτιστες δεν πηγαν να πολεμησουν ουτε στον Α ουτε στον Β παγκοσμιο) και απο τον ορθοδοξο μαρξισμο το ..κομμα.

Δεν υποστηριζουν μεταρρυθμισεις και δεν θελουν να παρουν την κυβερνηση.Πιστευουν οτι η παγκοσμια σοσιαλιστικη κοινωνια θα ερθει αν οι σοσιαλιστες γινουν συντριπτικη κοινωνικη  πλειοψηφεια .Στις εκλογες δεν κατεβαινουν με υποσχεσεις αλλα μονο με το οραμα για την σοσιαλιστικη κοινωνια.Λενε μαλιστα στους ψηφοφορους μην μας ψηφισετε αν δεν συμφωνειτε με το πως θελουμε εμεις την κοινωνια! 

Υπαρχουν κειμενα τους στα ελληνικα εδω

http://www.worldsocialism.org/othlang.php#gre

Συντροφε g πιστευω οτι για να μην τα πολυλογουμε και κουραζουμε με σεντονια αυτο το κειμενο σου δινει περιπου τι πιστευουν

 

http://www.worldsocialism.org/noneng/gre2.php

Επειδη τα εχω μεταφρασει εγω που δεν ειμαι και καθηγητης αν ξερεις αγγλικα δες και τα πρωτοτυπα.

Αυτα...

από G 01/09/2012 4:38 μμ.


Του Γιώργου Μεριζιώτη

 

* Το κείμενο αυτό διαβάστηκε με αφορμή την βιβλιοπαρουσίαση  στην διήμερη  εκδήλωση για το ζήτημα της οργάνωσης του αναρχικού κινήματος που έγινε στης 3 Μάρτη 2012, Ε.Μ.Π.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

“Δε φαντάζονται ότι μια κοινωνία μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αφέντες και υπηρέτες,
χωρίς αρχηγούς και στρατιώτες ”  ΚΑΤΩ ΟΙ ΑΡΧΗΓΟΙ .

J. De jacques

Οι δημοσιεύσεις αυτές έχουν σαν στόχο ή την πρόθεση να ξανανοίξουν τη συζήτηση σχετικά με την οργάνωση, τον αυθορμητισμό και την συνείδηση. Πιστεύουμε ότι η παρούσα κατάσταση καθιστά επίκαιρη αυτήν τη συζήτηση από την στιγμή που θέλουμε να βάλλουμε το λιθαράκι για την δημιουργία προοπτικά ενός πλατιού ελευθεριακού επαναστατικού κινήματος[5] ταυτόχρονα με την αργή αλλά σταθερή ανανέωση του αναρχικού χώρου.

Εκείνο που είναι ενδιαφέρον, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ότι οι νέες καταστάσεις που προβάλλουν στο προσκήνιο – παράλληλα με τα παλιά προβλήματα – στο μέτρο που γίνονται πια ολοφάνερες στα μάτια χιλιάδων προλετάριων της σημερινής εποχής ορισμένες καταστάσεις, λογουχάρη, ο αποκλεισμός των εφικτών λύσεων μέσα στη αστική καπιταλιστική κοινωνία, η πλήρης αποτυχία του σοβιετικού «κομμουνισμού» από την άποψη των δεδηλωμένων του στόχων, η συμπαιγνία ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία, τον “προωθημένο φιλελευθερισμό” και μια ορισμένη λανθάνουσα φασιστικοποίηση ρατσιστικοποίηση της κοινωνίας, αναγκάζουν ένα ποσοστό του προλεταριάτου των πόλεων (ιδιαίτερα των νέων) και ορισμένα στρώματα των μισθωτών να αντιμετωπίσουν συνολικά το σύστημα (τηρουμένων των αναλογιών), όπως έκανε και το βιομηχανικό προλεταριάτο των πόλεων στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα.

Αν σήμερα σπρώχνονται εκατοντάδες χιλιάδες καταπιεσμένοι και εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι στο να διεκδικούν αυτό που ήδη υπάρχει και στον κρετινισμό του κοινοβουλευτισμού, αύριο θα καταλάβουν ότι αυτό το σύστημα δεν επιδέχεται βελτίωση προς το ανθρωπινότερο ούτε καν μεταρρύθμιση, γιατί η αξιακή του αναγωγή βασίζεται στο “ παν μέτρο είναι το χρήμα και το κέρδος ”.
 

Με αυτήν ακριβώς την έννοια, ανακαλύπτουμε πάλι ορισμένες κριτικές και δράσεις ενάντια στο συνδικαλιστικό οικονομισμό (τραίηντ-γιούνιονς) και κορπορατιβισμό, κριτικές ενάντια στις δομές κυριαρχίας, στην οικογένεια και την καθημερινή ζωή. Επιπλέον, ορισμένες μορφές αγώνα που κατατείνουν να αυτονομηθούν και να αυτοοργανωθούν έξω από το κατεστημένο συστημικό συνδικαλιστικό πλαίσιο, όπως και αρκετοί κοινωνικοί αγώνες έξω από την πολιτική διαμεσολάβηση, αλλά και το σαμποτάζ και ορισμένες μορφές άμυνας, περισσότερο ή λιγότερο παράνομες, ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια.

Οπωσδήποτε, η αντίθεση ανάμεσα στην τάση για οργάνωση και τη μη οργάνωση, ανάμεσα στον αυθορμητισμό, την αυτοθέσμιση και τη θεσμοποίηση, ανάμεσα στο συγκεντρω- τισμό και την ετερονομία την αποκέντρωση και την αυτονομία, είναι εγγενής στο καπιταλιστικό σύστημα, στην ταξική κοινωνία, όπως και η μόνιμη αντίθεση ανάμεσα στο ρεφορμισμό και την επανάσταση. Είναι αλήθεια αυτό που γράφει ο Μάτικ: “ Όσο θα διαιωνίζονται η ταξική κοινωνία και οι προσπάθειες για την καταστροφή της, θα υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην οργάνωση και τον αυθορμητισμό’’.

Σε αυτή την συλλογή θέλουμε να καταδείξουμε τα διάφορα επίπεδα με βάση τα οποία μπορούμε να προσεγγίσουμε το θέμα της οργάνωσης. Γιατί αλλά ζητήματα θέτει κατά την γνώμη μας η οργάνωση και ο αυθορμητισμός των μαζών ειδικά κατά την εξεγερτική ή επαναστατική διαδικασία, άλλα η ειδική οργάνωση των επαναστατών και εντελώς άλλα πάλι, η εφικτή οργάνωση μιας κοινωνίας χωρίς κυριαρχία και εκμετάλλευση.

Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι βρισκόμαστε σε επαναστατική περίοδο, αλλά δεν είναι κακό να λαμβάνουμε υπόψη μας μερικούς παράγοντες.

Όπως έχει δείξει η κοινωνική ιστορία (την οποία πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη, αν δεν θέλουμε να μας κλείνει πονηρά το μάτι), είναι ότι στα πλαίσια μιας επανάστασης, η σχέση μεταξύ προγράμματος και πράξης (εξέγερση) παίρνει δραματική οξύτητα.

Εκεί συναντώνται:

α. Η παλιά κοινωνία, μια κοινωνία που πεθαίνει αλλά ανθίσταται.

β. Ο αυθορμητισμός των μαζών που επιζητά την οργάνωση μιας νέας κοινωνίας.

γ. Οι επαναστάτες, αυτοί που έχουν μελετήσει και επεξεργαστεί ένα πρόγραμμα μέσα στα σκοτάδια των διώξεων, μέσα από τις ρωγμές του παλιού κόσμου.

Είναι φανερό ότι από αυτήν την άποψη, δύο είναι τα σημαντικά προβλήματα που εμφανίζονται συνεχώς κατά την κοινωνική επαναστατική διαδικασία :

α. Το ένα αναφέρεται στη δυνατότητα ύπαρξης μιας κοινωνίας χωρίς καταναγκασμούς, μιας κοινωνικής οργάνωσης, μιας αυτοθέσμισης της κοινωνικής ζωής που θα βασίζεται στην αυτονομία των ατόμων και των κοινοτήτων. Εν προκειμένω μιας αντιεξουσιαστικής οργάνωσης της κοινωνίας ως ένα όλον.

β. Το άλλο αναφέρεται στη σχέση που πρέπει να εδραιωθεί στο εσωτερικό της υπάρχουσας κοινωνίας, μιας ταξικής, ιεραρχικής και γραφειοκρατικής κοινωνίας, ανάμεσα στην πλειοψηφία των εκμεταλλευομένων που “πρέπει” να κάνουν την επανάσταση και τη μειοψηφία των επαναστατών που ‘’θέλουν’’ να την κάνουν. Ανάμεσα σ΄ αυτά τα προβλήματα που περιγράψαμε σχηματικά, εμφανίζονται και τα προβλήματα που αναφέρονται στη συνείδηση της κατάστασης και στο πρόγραμμα για την αλλαγή.

Ως προς το πρώτο, είναι πια γνωστό ότι οι αναρχικοί επιμένουν πως υπάρχει η δυνατότητα μιας κοινωνικής οργάνωσης χωρίς κυριαρχία και ιεραρχία η οποία θα βασίζεται στις ελεύθερες συμφωνίες μεταξύ των ανθρώπων και στην κοινωνική αλληλεγγύη. Η οργάνωση της ελευθεριακής κοινωνίας είναι ο βασικός πυρήνας της αναρχικής θεωρίας, όπως και η ιδέα ότι αυτή η δυνατότητα υπάρχει εδώ και τώρα, στο παρόν της καθημερινής ζωής και όχι σε ένα υποθετικό μέλλον όπου, χάρη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, θα καταλήξουμε στην εξαφάνιση των τάξεων και στο μαρασμό του κράτους.

Πράγμα που σημαίνει – και αυτό αναφέρεται στο δεύτερο πρόβλημα που τέθηκε προηγουμένως - ότι στο εσωτερικό της πάλης των τάξεων (με τη σημερινή ευρύτερη έννοια), έτσι όπως εκδηλώνεται μέσα στο σημερινό καπιταλιστικό σύστημα και σε συνάρτηση με ένα αντιεξουσιαστικό επαναστατικό πρόγραμμα, η θεωρητική και πρακτική κριτική των σχέσεων εξουσίας (κυριαρχίας) θα πρέπει να γίνεται τόσο με βάση τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την εφικτή οργάνωση των αναρχικών, όσο και με βάση τις σχέσεις ανάμεσα στην πλειοψηφία και την μειοψηφία στο εσωτερικό των διαφόρων κοινωνικών ομάδων[6] που αγωνίζονται ενάντια στο σύστημα.

“Πρέπει να απαλλαγούμε από το ρομαντισμό. Θέλω να πω: να δούμε τις μάζες σε προοπτική. Δεν υπάρχει ο ομοιογενής λαός αλλά το πλήθος των ανθρώπων που διαφέρουν μεταξύ τους, που είναι χωρισμένοι σε κατηγορίες. Δεν υπάρχει η επαναστατική θέληση των μαζών αλλά επαναστατικές στιγμές κατά τις οποίες οι μάζες λειτουργούν ως κινητήριος μοχλός’’, γράφει πολύ σωστά από το 1925 κιόλας ο Καμίλο Μπερνέρι. Πώς να οργανωθούμε – ή να μην οργανωθούμε – λοιπόν; Να περιμένουμε πότε θα φτάσει η επαναστατική στιγμή; Να θεωρήσουμε ως συνώνυμα τον αυθορμητισμό της μάζας και την αυτονομία της;

Είναι σαφές ότι για τους αναρχικούς η συνείδηση δεν είναι “εξωγενής” ως προς την τάξη. Δεν υπάρχει καμιά πρωτοποριακή ομάδα που πρέπει να διαφωτίσει και να καθοδηγήσει το προλεταριάτο. Ωστόσο, η συνείδηση αυτή δεν είναι ούτε “ενδογενής”. Είναι αποτέλεσμα της επαναστατικής διαδικασίας. Είναι η επεξεργασία του προγράμματος από μέρους των διαφορετικών επαναστατικών ομάδων οι οποίες, σε συνάρτηση με την επιμέρους συνείδηση που έχουν για τη διαδικασία, αγωνίζονται με διαφορετικούς τρόπους μέσα στα πλαίσια της ταξικής κοινωνίας. Αυτή η επιμέρους συνείδηση εκφράζεται με τις ιδέες, τις ιδεολογίες, τις θεωρητικές αντιλήψεις. Χάρη σε αυτές συναντώνται, έρχονται σε επαφή, οργανώνονται οι επαναστάτες και όχι μόνο σε σχέση με την ταξική τους θέση. Αλλά, όπως επεσήμανε ο Μπακούνιν, “οι ιδέες μπορούν να επιδράσουν μόνο πάνω στα άτομα. Οι μάζες παραμένουν αδιάφορες ή εχθρικές εφόσον οι ιδέες τους δεν συναντώνται και δεν συνδέονται με τα ίδια τους τα ένστικτα, με τη μοιραία κίνηση που τους επιβάλλεται από την οικονομική τους κατάσταση”.

Ειδικότερα στις μέρες μας που ο αστισμός αναπαράγεται κάθε δευτερόλεπτο από τα μαζικά μέσα αποβλάκωσης, και η εδραίωση του συστήματος της διαμεσολαβημένης κοινωνικής ζωής φαντάζει ακλόνητη μπορεί να αισθανόμαστε ασφυκτικά περικυκλωμένοι από αυτή την κατάσταση, όμως δεν χρειάζεται να περάσουμε σε άλογες πρακτικές. Αυτό που χρειάζεται είναι η ανασυγκρότηση των επαναστατικών εννοιών ενάντια στην ασυναρτησία, ιδιαίτερα τώρα που οι ελίτ παρουσιάζουν με ένα κυνικό τρόπο την κρίση του συστήματος ως “δημιουργικό καταστροφισμό”.

Η διαστρέβλωση των εννοιών και του λόγου είναι μια πολύ παλιά τακτική των διανοούμενων απολογητών των κυρίαρχων τάξεων για να θολώνουν τα νερά και να προκαλούν σύγχυση στους κυριαρχούμενους. Ο Ράουτερ παρατηρούσε από την δεκαετία του 60 κιόλας στο "Η Κατασκευή Υπηκόων" ότι: "όσο ασαφέστερα εκφράζεται κανείς, τόσο περισσότερο μένει κρυμμένο το ψέμα που υπάρχει στον λόγο του...".



Αλλά δεν είναι μόνο το ψέμα που προκύπτει από την αποσύνθεση των εννοιών που προάγουν αναπαράγουν οι απολογητές (θεραπαινίδες) του συστήματος, είναι ο πόλεμος για τη διατήρηση του στάτους της κυριαρχίας, εδώ πολύ σωστά παρατηρεί ο Τόμας Σαζ στο «Ο Πόλεμος των Ορισμών» ότι: «… Ο πόλεμος για τον έλεγχο του κόσμου είναι πόλεμος ορισμών… Ο αγώνας καθορισμού και ελέγχου των νοημάτων είναι αγώνας για επιβίωση… αυτός που πρώτος θα ορίσει το νόημα μιας κατάστασης, επιβάλλει στον άλλον την δική του πραγματικότητα και τον ορίζει, είναι ο νικητής... έτσι κυριαρχεί κι επιβιώνει. Εκείνος που ετεροκαθορίζεται, υποτάσσεται και ίσως ακόμα και εξοντώνεται...»

Σίγουρα το ζήτημα της οργάνωσης δεν είναι εννοιολογικό, από την άλλη θα επαναλάβουμε με έναν κουραστικό τρόπο ότι η οργάνωση δεν λύνει όλα τα προβλήματα. Είμαστε της άποψης ότι καλύτερα μη οργανωμένοι παρά άσχημα οργανωμένοι. Όμως μπορούμε να ξεκινήσουμε τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο να οργανώνουμε με σαφήνεια και συνοχή το ποιοι είμαστε και τι θέλουμε. Γνωρίζουμε ότι για να περάσουμε σε μια σοβαρή διαδικασία αμφισβήτησης και ανατροπής των αφεντικών και να γκρεμίσουμε την οργάνωση τους το κράτος, πρώτα από όλα χρειάζεται οι ανατροπείς να έχουνε μεταξύ τους κοινότητα απόψεων, ιδεών και πεποιθήσεων. Από αυτή την κοινότητα εκπορεύονται οι κοινές θελήσεις.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 

2) Υπάρχουν κι άλλα παραδείγματα οργάνωσης σε έκτακτες συνθήκες. Άλλα μεγαλύτερης και άλλα μικρότερης εμβέλειας. Όπως πχ, στη Γαλλία, Ρωσία, Ουκρανία, Ιταλία, Αργεντινή, Χιλή, κλπ. Αναφέρουμε το παράδειγμα της Ισπανίας για τη μαζικότητα και την ευρηματικότητά της. Όσον αναφορά τις αναρχικές φάλαγγες αναφέρουμε τη σιδερένια, χωρίς να υποτιμούμε τις άλλες όπως τις φάλαγγες Ντουρρούτι, Ασκάσο, κλπ. Αυτή η μπροσούρα δεν έχει σα στόχο να ιστοριογραφίσει αλλά να παρουσιάσει μερικές στιγμές του κοινωνικού αγώνα και να καταδείξει το γεγονός ότι αφού υπήρξαν αυτού του είδους οι συσσωματώσεις, είναι δυνατόν να υπάρξει τέτοιου είδους οργάνωση της κοινωνίας από τα κάτω αρκεί να το θελήσει η ίδια η κοινωνία.

Όσο γι΄αυτούς που λένε ότι οι αναρχικοί ηττήθηκαν στην Ισπανία, τους απαντάμε ότι δεν ηττηθήκαμε εμείς αλλά οι καταπιεσμένη εκμεταλλευόμενη κοινωνία, για τον απλούστατο, όσο και ουσιώδη, λόγο ότι οι αναρχικοί δεν θέλησαν -ούτε θέλουν- να διοικήσουν και να κυβερνήσουν. Όσο θα υπάρχουν η πολιτική και οικονομική κυριαρχία, αλλά και το παράγωγο της η ιεραρχία, τόσο θα υπάρχει και η αναρχία. Μετά βλέπουμε!



3) Βλ. και στην μπροσούρα: «Ανωνύμου, Διαμαρτυρία ενώπιον των ελευθεριακών του παρόντος και του μέλλοντος για τους συμβιβασμούς του 1937», εκδ. μικρός Ελεύθερος Τύπος.



4) Οι αναρχικές φάλαγγες (κολόνες) μιμούνταν τη λοξή φάλαγγα των Θηβαίων, στο εξής σημείο: άτομα με φιλικές και συναισθηματικές σχέσεις αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των φαλαγγών, δηλαδή, τις δεκαρχίες. Μία δεκαρχία αποτελούνταν από δέκα άτομα. Μία εκατονταρχία ήταν δέκα δεκαρχίες. Μία φάλαγγα αποτελούνταν από τριάντα εκατονταρχίες, συνδεμένες οριζόντια και ομοσπονδιακά μεταξύ τους. Οι καθολικοί ακροδεξιοί φασίστες χρησιμοποίησαν αυτή την ονομασία στους δικούς τους ένοπλους σχηματισμούς (όπως οι φαλαγγιστές του Φράνκο ή αργότερα οι ακροδεξιοί χριστιανοί φαλαγγίτες του Λιβάνου), αλλά αυτό είχε να κάνει με τη λεγόμενη «πέμπτη φάλαγγα», δηλαδή με ομάδες δήθεν ανεξέλεγκτες που πραγματοποιούσαν εκκαθαρίσεις στα μετόπισθεν, κάτι σαν τα δικά μας τάγματα ασφαλείας και τους χίτες.



5) Δεν είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι οι καταπιεζόμενοι – εκμεταλλευόμενοι της σημερινής εποχής, θα ακολουθήσουν τον έναν ή τον άλλο δρόμο.

Εκείνο, όμως, που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι, ότι χωρίς πλατιές μαζικές ελευθεριακές, αντιιεραρχικές, αντισυγκενρωτικές οργανώσεις, χωρίς λαϊκά αντιθεσμικά όργανα, χωρίς συνοχή θεωρίας και πράξης δεν μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο αγώνας. Ή που θα είναι αγώνας απελευθερωτικός ή που δε θα είναι!

Καθώς δεν μπορεί να υπάρξει ελευθεριακη-αντιιεραρχική κοινωνία χωρίς ελευθεριακούς-αντιεξουσιαστές, και καθώς αυτοί δημιουργούνται μόνο από την ορθολογική συζήτηση και κατανόηση των αγώνων, εκείνοι που ήδη αντιπαρατίθενται στο κράτος και την ταξική κυριαρχία οφείλουν να υποστηρίξουν και να βοηθήσουν θετικά και πρακτικά αυτές τις διαδικασίες και τους αγώνες .

Σ΄ αυτή την κατεύθυνση, είναι αναγκαία η δημιουργία ελευθεριακών συλλογικοτήτων δράσης (συμβούλια γειτονιάς, επιτροπές κατοίκων, συνεργατικές δράσεις, αυτόνομα συνδικάτα, πολιτιστικά στέκια, εργασιακά συμβούλια, σύλλογοι νέων και φοιτητών, οικολογικές ομάδες και οργανώσεις, οικοκοινότητες, κτλ), που μπορούν να μετατραπούν σε όργανα αποδόμησης του κρατικού και κομματικού ελέγχου και ρήξης με την υπάρχουσα κατάσταση.

Αυτά τα όργανα αποδόμησης, σε οριζόντια διασύνδεση, συνεργασία και συντονισμό, τόσο για τα ιδιαιτέρα, τα τοπικά, όσο και για τα γενικότερα προβλήματα και ενδιαφέροντα τους, πρέπει να εμπεριέχουν ξέχωρα από το μερικό και το ολικό ζήτημα ανατροπής, μέσα από τη σύνδεση της καθημερινότητας με τα υπαρκτά προβλήματα που δημιουργεί αυτή η κοινωνία της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και της μόλυνσης, σε μια διαδικασία αναπόσπαστη από την υπόθεση της συνολικής ρήξης και ανατροπής της κεφαλαιο-κρατικής κοινωνίας.

Αυτές οι αυτοθεσμίσεις χρειάζεται να δημιουργούν το δικό τους πρότυπο ζωής, τη δική τους «εσωτερική» ζωή με τις δικές τους ανθρώπινες σχέσεις που είναι ενάντια στην αλλοτρίωση και ενάντια στην αποξένωση, όπου ο κάθε αγωνιστής, αλλά και ο καθένας καταπιεσμένος άνθρωπος, θα πρέπει να βρίσκει ζεστασιά, κατανόηση, αγάπη, θαλπωρή και αλληλεγγύη. Αυτές οι αυτοθεσμίσεις, αυτοί οι συλλογικοί οργανισμοί μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν την «αντι- κοινωνία» μας, το πρόπλασμα για την μετάβαση στην νέα κοινωνική ζωή.

6) Ένα παράδειγμα που μας έρχεται στον νου και μπορεί να αποτελέσει οδηγό στην πρακτική μας είναι το εξής: κανένας δεν εμπόδισε τον Ντουρρούτι και τον Ασκάσο να είναι μέλη της αναρχικής ομοσπονδίας FAI και μέλη με ταυτότητα της αναρχο συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας CNT και να αυτοπειθαρχούν με τις αποφάσεις της. Ενώ από την άλλη δημιούργησαν και συμμετείχαν στην ειδική αναρχική συλλογικότητα Los Solidarios.

από G 01/09/2012 6:12 μμ.


Κατεβάστε το βιβλίο «το ζήτημα της οργάνωσης» σε μορφή PDF από εδώ: http://eleftheriakos.gr/node/265

 


I. ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΑ ΗΘΗ
 
Η οικειότητα και η τυπικότητα

 

Παρά το γεγονός ότι συχνά υπάρχει μια επισημότητα - τυπικότητα στη διεξαγωγή των δημόσιων συνευρέσεων (συγκεντρώσεων, εκδηλώσεων, συναθροίσεων, συνελεύσεων, κλπ), σπάνια υπάρχει μια «επισημότητα» στη συμπεριφορά των ανθρώπων που τις παρακολουθούν, συμμετέχουν ή τις οργανώνουν, ενώ πολλές φορές οι νεόφερτοι πρέπει να κολυμπούν ή να βουλιάζουν στο αρχιπέλαγος των κοινωνικών διαπροσωπικών επαφών (η τελετουργική οικειότητα πολλών δημοσίων γεγονότων πρέπει σίγουρα να αναλυθεί περισσότερο). Απλά γυρίζοντας τον κύκλο και επιτρέποντας στον καθένα/καθεμιά τις συστάσεις να πει ποιος/ποια είναι ή προσφωνώντας τους «σύντροφε» ή «συντρόφισσα», δεν καθιστά τα γεγονότα αυτά περισσότερο κοινωνικά.
 
 Οι συστάσεις στην αρχή της μάζωξης ξεχνιούνται εύκολα και το «σύντροφος», μπορεί επίσης εύκολα να εκφράσει φιλικότητα όπως και εχθρότητα, μ' ένα ειρωνικό τρόπο όσο και κυνικότητα.
Το είδος της ζεστασιάς και οικειότητας που δημιουργείται στους αντισυστημικούς επαναστατικούς κύκλους έχει κάνει πολλά για να υπερνικήσει την αδιαφορία της παραδοσιακής εξουσιαστικής πολιτικής για τα άτομα. Πολλά μπορούν να μαθευτούν από αυτήν την εμπειρία. Αλλά η ζεστασιά από μόνη της χωρίς κάποια δόμηση της κοινωνικότητας δεν αρκεί και εμπεριέχει τους δικούς της κινδύνους, αν η οικειότητα γίνει θρησκεία μπορεί να είναι τόσο επιβλαβής στην πραγματική κοινωνικότητα, όσο και η παλιά κομφορμιστική βικτοριανή η γιαπονεζικη τελετουργία των επισκέψεων.
 
Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε την ανάγκη για διαφορετικά είδη προσωπικών σχέσεων βασισμένα σε διαφορετικούς βαθμούς οικειότητας. Αν το άνοιγμα, η ειλικρίνεια και η πλήρης συμμετοχή εκτιμούνται σε βάρος της επιφυλακτικότητας, της απόστασης και της απόκρυψης, και αν τα τελευταία αυτά προσόντα τείνουν να ερμηνευτούν σαν πολιτικά κουσούρια ή εκφράσεις ψυχολογικής ανεπάρκειας, τότε η δημόσια ζωή υποφέρει.
 
Η Τζο Φρήμαν έχει τονίσει στη μπροσούρα της, « Η Τυραννία της απουσίας δομής» (α), ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καθόλου κάποια τελείως αδόμητη ομάδα, και ότι οι ασυγκρότητες ομάδες έχουν μια κρυφή και ανεπίσημη δομή βασισμένη στην «ελίτ» της φιλίας. Οι «ελίτ» αυτές αυτοστρατολογούν μέλη, αυτοδιαιωνίζονται, και τα μέλη τους επιλέγονται πολλές φορές επειδή κατέχουν προσόντα που μπορεί να είναι άσχετα με τους πολιτικούς σκοπούς της ομάδας. Τέτοιες ομάδες επίσης έχουν άτυπους και αδιαφανείς κανόνες για τη λήψη των αποφάσεων. «Αυτοί που δεν γνωρίζουν τους κανόνες», λέει η Φρήμαν, «και δεν επιλέγονται για μύηση (στην ομάδα) θα παραμείνουν μπερδεμένοι, ή θα υποφέρουν από παρανοϊκές παραισθήσεις ότι κάτι συμβαίνει έξω από αυτούς για το οποίο γνωρίζουν ελάχιστα».
 
«Η Τυραννία της απουσίας δομής» είναι τόσο επίκαιρη σήμερα, όσο και πριν 35 χρόνια γιατί η προτίμηση για ανεπισημότητα ακόμα επιβιώνει και παρότι έχουν αλλάξει αρκετά στα κινήματα από τότε που γράφτηκε η μπροσούρα , οι ιδέες που έχουν απλωθεί από τα κινήματα σ' όλους τους αριστερούς, αναρχικούς, ελευθεριακούς κύκλους ελάχιστα έχουν παρακολουθήσει αυτές τις μικρές αλλαγές.
 
«Η Τυραννία της απουσίας δομής» αναδεικνύει ότι μια κάποια δομή είναι αναγκαία στις ελευθεριακές οργανώσεις. Περισσότερη ανεπισημότητα απ' ότι πρέπει οδηγεί σε μη αμεσοδημοκρατικές πρακτικές και την εμφάνιση των «ελίτ της φιλίας» και παράλληλα δυσκολεύει, μέχρι που αποτρέπει την συμμετοχή νέων μελών.
 
Το να πας σε μια μάζωξη και να βρεις αγνώστους να σου συμπεριφέρονται με πολύ οικειότητα, είναι πολλές φορές τόσο αποτρεπτικό, όσο το να πηγαίνεις σε μια συγκέντρωση που κυριαρχείται από κανόνες και διαταγές. Οι οργανώσεις και οι συλλογικότητες που έχουν φτιαχτεί για συγκεκριμένους πολιτικοκοινωνικούς σκοπούς πρέπει να αυτοδιευθύνονται σαν δημόσια και όχι σαν ιδιωτικά σώματα.
Αν η οικειότητα και η ανεπισημότητα ξεπερνούν ένα ορισμένο βαθμό, δημιουργούν ιδιωτικές λέσχες. Συμμετέχουμε σε οργανώσεις όχι μόνο για να επιτύχουμε ένα συγκεκριμένο σκοπό, αλλά είναι και ανθρώπινο να πιάσουμε και φιλίες. Στη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων δε θα έπρεπε να υπάρχουν διαμάχες, αλλά αυτές αναδύονται. Όμως το ζήτημα είναι πώς αυτές διευθετούνται χωρίς τον κίνδυνο η συλλογικότητα να ολισθήσει σε εικοτολογία και προσωποπαγές κλειστό σχήμα.
 
Ο Μάρσαλ Κόλμαν γράφει σχετικά: (β)
 
«… Κάποτε δούλευα σ' ένα μικρό κέντρο κοινωνικής δράσης στο Λονδίνο. Υπήρχαν, ακόμα και σ' αυτή τη μικρή οργάνωση, φασαρίες και μερικοί τα βρίσκανε καλύτερα μεταξύ τους από ότι με τους άλλους. Μιας και όλοι ήταν εκεί κύρια για να κάνουν κάποια δουλειά, το γεγονός ότι σε μερικούς δεν άρεσαν οι άλλοι δεν είχε καθόλου σημασία. Μερικοί όμως ψάχνονταν διαφορετικά. Θεωρούσαν (όχι όλοι) ότι θα έπρεπε να είναι ανοιχτοί μεταξύ τους για τα συναισθήματα τους και δεν θα έπρεπε να καλύπτουν τις εχθρότητες που παραμόνευαν κάτω απ' την επιφάνεια. Ουσιαστικά ζητούσαν να είναι περισσότερο οικείοι μεταξύ τους και λιγότερο τυπικοί. Τους επηρέασαν όλους να συμμετέχουν σε μακρές συναντήσεις στις οποίες όλα θα τα έβγαζαν στη φόρα. Οι συναντήσεις αυτές ήταν καταστροφικές.
 
Δεν ήταν δυνατόν να θεραπευτούν οι διαφορές γιατί ήταν βασισμένες σε διαφορές προσωπικότητας. Αυτοί που τα περνούσαν ιδιαίτερα άσχημα με τους άλλους, ποτέ δεν θα μπορούσαν να κάνουν κάτι μαζί τους έξω απ' τη δουλειά του κέντρου. Η σχέση τους δεν ήταν στενή και έτσι δεν ήταν σωστό να προσπαθήσουν να ξεδιαλύνουν τις διαφορές τους με «φιλικές» συναντήσεις. Αυτό που τελικά συνέβη είναι ότι οι πικρίες βάθυναν και υπέφερε η δουλειά της οργάνωσης. Η πίεση για οικειότητα ήταν μια προσπάθεια δημιουργίας αυτού που η Σήλα Ροουμπόθομ ονόμασε «Αναγκαστική Ομοφωνία». Εκεί όπου η οικειότητα είναι ακατάλληλη, οπωσδήποτε θα είναι αναγκαστική…».(γ)
 
Η οικειότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν τρόπος κυριαρχίας στους άλλους, ενώ οτιδήποτε διαφοροποιεί τις προσωπικές μας σχέσεις πρέπει να ενθαρρύνεται. Αλλά μάλλον στις στενές σχέσεις γενικά, έχει δοθεί υπέρμετρο βάρος σε σχέση με το σύνολο των διαπροσωπικών σχέσεων.
«Παραχωρώντας τόσο μεγάλο ρόλο στην οικειότητα συνεχίζουμε την ίδια διαδικασία που έχει νεκρώσει τη δημόσια ζωή.
 
Οι στενές σχέσεις καταναλώνουν πολύ προσωπική ενέργεια και υπάρχει ένα όριο στον αριθμό των στενών σχέσεων που μπορούμε να βαστάξουμε. Το στρες στη οικειότητα εμπνέεται απ' την επιθυμία να φέρουμε ίδιους ανθρώπους κοντά και να τους κάνουμε πιο φιλικούς μέσα σε ένα όλο και πιο κλειστό κύκλο. Αν οι μόνες δυνατές σχέσεις είναι οι στενές, αν καταναλώσουμε όλη μας την ενέργεια σ' αυτές, οι ευρύτερες σχέσεις θα υποφέρουν και η δημόσια ζωή θα ατροφήσει. Χρειαζόμαστε οικειότητα, αλλά αν επιμένουμε να κάνουμε όλες τις σχέσεις στενές τότε θα πρέπει να υποφέρουμε από τη δημόσια αδιαφορία, το κενό βλέμμα στο σιδηροδρομικό βαγόνι, τη δημόσια σιωπή».
 
Ένα πράγμα που απαιτεί η οικειότητα είναι η ειλικρίνεια. Ζούμε μια ανειλικρινή εποχή και αν κάποιος είναι ειλικρινής συγχωρούμε πολλά ελαττώματά του. Π. χ. δείτε τι γίνεται με τους επαγγελματίες πολιτικούς, ένας πολιτικός μπορεί να είναι ανίκανος, ηλίθιος και απληροφόρητος, αλλά ο κόσμος λέει: «τουλάχιστον είναι ειλικρινής». Νομίζουμε ότι είναι καλύτερο να είσαι ειλικρινής συνέχεια. Ωστόσο μερικές φορές είναι καλύτερο να είσαι λιγότερο ειλικρινής, (δ) (εννοείται, φυσικά, όχι ψεύτης) ιδιαίτερα στις μη στενές σχέσεις, που μπορεί να κατανικηθούν από την υπερβολική ειλικρίνεια.
 
'Όταν ρωτάς μια γνωριμία σου πως είναι, δε θέλεις απαραίτητα να ξέρεις όλα όσα αισθάνεται εκείνη τη στιγμή. Αν πρόκειται να αναπτυχθεί η δημόσια ζωή, οι άνθρωποι πρέπει να είναι λογικά ευγενικοί μεταξύ τους. Αλλά το να είσαι ευγενικός αποκλείει την τέλεια ειλικρίνεια.
Οι σχέσεις μεταξύ αγνώστων δεν μπορούν να διεξαχθούν με τον ίδιο τρόπο όπως οι σχέσεις μεταξύ οικείων. Αν δεν υπάρχει καμιά απόκρυψη στη σχέση μεταξύ αγνώστων, τότε αυτές είναι στενόχωρες και τυπικές, γιατί όλοι ψάχνουν να πουν το σωστό, ή στενάχωρα στενές, όπως οι εκμυστηρεύσεις ενός πιωμένου.
 
Η έλλειψη πραγματικής κοινωνικότητας στη σύγχρονη δημόσια καπιταλιστική ζωή δείχνει τις αδυναμίες των λύσεων. Η ανωνυμία της ζωής στην πόλη ενθαρρύνει τους ανθρώπους να καλυτερεύουν ή να χειροτερεύουν την ποιότητα των προσωπικών σχέσεων τους.
 
Οι κολεκτίβες που είχαν - έχουν δημιουργηθεί για συγκεκριμένες δουλειές, οι καταλήψεις και πολλές φορές τα στέκια – κοινωνικά κέντρα αν και έχουν επιτύχει πολλά, δεν δημιούργησαν μια αληθινή δημόσια κοινωνικότητα, μια δημόσια σφαίρα, και μετατρέπονται (όχι όλες) λίγο πολύ σε ιδιωτική σφαίρα. Γράφει ο Μάρσαλ Κόλμαν: «Ακόμα και τα αυστηρά κοινόβια που αρνούνται κάθε τι το ιδιωτικό στα μέλη τους, (άκουσα για ένα τέτοιο κοινόβιο που έβγαλε όλες τις πόρτες απ' το σπίτι) αγγίζουν μόνο αυτούς που ζουν μέσα.
 
Το προσωπικό - πολιτικό δεν θα πρέπει να περιορισθεί στις ιδιωτικές σχέσεις μιας μειονότητας, αλλά θα πρέπει οι συλλογικότητες να ενδιαφέρονται για το πώς οι στενές προσωπικές σχέσεις, εκτός από προσωπικές να οδηγούν στην αμοιβαιότητα, την κοινωνικότητα και τη δημόσια ζωή. Αν δεν το κάνουν αυτό, τότε απλά θα δίνουν όλο και μεγαλύτερη προσοχή και χώρο στις ιδιωτικές σχέσεις όλο και λιγότερων ανθρώπων. Έτσι, μετακινούνται από το κέντρο της πολιτικής- κοινωνικής ζωής στο περιθώριο». Στο τέλος ή που καταντάνε λατρεία των «ελάχιστων εκλεκτών», ή που διαλύονται.
 
Μέχρι την πρώτη μεταπολεμική γενιά, αυτή των πατεράδων μας, διατηρούνταν μια σχέση ισορροπίας μεταξύ της τυπικότητας (ευγένειας) και της ζεστής οικειότητας. Κάποτε οι επαναστάτες και οι εργάτες πήγαιναν με τα καλά τους ρούχα στις συνελεύσεις και τις θεωρούσαν τόσο σημαντικές, που η διαγραφή τους από αυτές ήταν μια από τις μεγαλύτερες ποινές (άλλα ήθη, θα μας πείτε). Σήμερα έχουμε μεταφέρει το μπαράκι στη συνέλευση! Αφήστε που ο ήχος από τα κινητά τηλέφωνα έρχεται να κλέψει τον συνελευσιακό χρόνο και η μη συμμετοχή σε αυτές είναι που εκβιάζει την έννοια της συλλογικότητας.
 
Αν όντως μεταφέρουμε τις χαλαρές μας σχέσεις στο δημόσιο χώρο που λέγεται συνέλευση, τότε είτε κάνουμε όλη την ζωή μας σχολαστική διαδικασία είτε εκχυδαΐζουμε τις συλλογικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Αν συμβαίνουν τα προηγούμενα, τότε επιβεβαιώνουμε το κύριο επιχείρημα των αφεντικών για την ιδιώτευση-ιδιωτεία: «Δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο οικογένειες και κράτος»!
 Εμείς όμως ξέρουμε ότι για να ανατραπούν τα αφεντικά και να γκρεμίσουμε την οργάνωση τους το κράτος, πρώτα από όλα χρειάζεται οι ανατροπείς να έχουνε μεταξύ τους κοινότητα απόψεων, ιδεών και πεποιθήσεων. Από αυτή την κοινότητα εκπορεύονται οι κοινές θελήσεις.
 
Πειραιάς, Δραπετσώνα Μάιος 2009
 
 
* Αυτές οι σκέψης αποτελούν αποσπάσματα μις συνολικότερης εργασίας που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα με τον τίτλο ,“Κυριαρχία - ιεραρχία και οι δρόμοι της ελευθερίας”, (δημόσια και ιδιωτική σφαίρα συγκροτήσεων)
 
 
 
Σημειώσεις:
 
α) Πρωτοδημοσιεύτηκε με τον τίτλο «Η Τυραννία της απουσίας δομής», Κίνγκστον ΗΠΑ, από την Ένωση Αναρχικών Εργατών το 1975. Στα ελληνικά δημοσιεύτηκε το 1984, στο περιοδικό «Κείμενα», ενώ με τον τίτλο «Οι ομάδες χωρίς δομή και τα όρια τους», δημοσιεύτηκε από την Πρωτοβουλία Αναρχικών Πειραιά στην μπροσούρα «Το Ζήτημα της Οργάνωσης», το 2006.
 
β) Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από την μελέτη του Μάρσαλ Κόλμαν, «Πολιτική και Προσωπική Ζωή», εκδόσεις «Κομμούνα».
 
γ) Βλέπε: «Πέρα από τον κατακερματισμό», των Σήλα Ροουμπόθαμ, Λην Σήγκαλ και Χίλαρι Γουαινράιτ, εκδόσεις «Θεωρία».
 
δ) Με κάποιες λέξεις μπορεί να παρεξηγηθούμε, θα θέλαμε να δείτε το όλο νόημα του κειμένου, γιατί πολλές φορές η γλώσσα είναι περιοριστική και δεν φτάνει για να περιγράψει μια κατάσταση αφήνοντας διφορούμενες εντυπώσεις.

 

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

( Σκέψεις πάνω στο ζήτημα της οργάνωσης )

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
 
Ιχνηλατώντας τα κινηματικά ήθη
Αρχές της αμεσοδημοκρατικής δομής
Ιδεοσχήματα
Η εσωτερική οργάνωση και λειτουργιά των ομάδων 
Μερικές διαδικασίες ρουτίνας
Η τοπική και κοινωνική παρέμβαση
Οι σχέσεις των ομάδων μεταξύ τους
Επιθέματα


Σύνθεση, σύνταξη κειμένων: Γιώργος Μεριζιώτης.
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟ «ΚΟΣΜΟΣ» *

* Φόρος τιμής στην αναρχική ομάδα «Κόσμος» που έδρασε ινκόγκνιτο στα μεταλλεία του Λαυρίου, στα τέλη του 19 αιώνα, (βλέπε Λαυρεωτικά) και συνέβαλε στις νικηφόρες απεργίες των μεταλλωρύχων, όπου το κράτος και τα αφεντικά τις αιματοκύλισαν αλλά οι εργάτες έδωσαν την απάντηση τους.
 

Κατεβάστε όλη την μπροσούρα από εδώ: http://www.anarxeio.gr/contents/view/organosh-kai-agonas-gia-thn-anarxia
 

από G 27/01/2013 4:21 μμ.


{…} Αναφέρουμε εδώ δυο ιστορικά παραδείγματα όχι μόνο γιατί συμφωνούμε αλλά και για να καταδείξουμε την διαχρονικότητα αυτών των προβληματισμών που τηρουμένων των ιστορικο- κοινωνικών και γνωσιολογικών αναλογιών ισχύουν μέχρι σήμερα. Κατανοώντας ότι συζητώντας για οργάνωση, να ξέρουμε ότι αυτή η συζήτηση δεν είναι καινούργια.  Έχει επαναληφθεί χιλιάδες φορές στο παρελθόν από τους επαναστάτες. Χωρίς να θέλουμε να θυσιάσουμε το παρόν σε αυτό το παρελθόν και ξέροντας ότι χωρίς οργάνωση δεν μπορεί να υπάρξει ούτε η στοιχειώδης κοινωνική ζωή, πρέπει να μας απασχολεί πώς η πυραμοειδή οργάνωση σχεδόν όλης της κοινωνικής ζωής έχει αντέξει μέσα στον χρόνο, που από την προϊστορία έχει φτάσει μέχρι σήμερα στην λεγομένη εποχή του μεταμοντερνισμού. Η πυραμίδα είναι παντού, και μια  σοβαρή ρηγμάτωσή της  είναι η ισχυρή αναρχική οργάνωση. Τότε  μόνο το κράτος (δηλαδή η μεγαπυραμίδα), θα δούμε αν πραγματικά θα ανεχτεί τον δυισμό.

Το να αντιγράψουμε αυτές τις φόρμες στη σημερινή εποχή, σίγουρα θα αποδειχθεί αν όχι χυδαία εκδοχή, σίγουρα όμως καρικατούρα. Αλλά να παραδειγματιστούμε για να δημιουργήσουμε στις σημερινές συνθήκες το «μεγάλο συνδικάτο της ζωής», αυτό μας χρειάζεται. Πλατιές μαζικές (από το πολλοί μαζί), κινήσεις με αντιεξουσιαστικό – ελευθεριακό χαρακτήρα. Άλλωστε οι αναρχικοί – αντιεξουσιαστές λίγο πολύ με τέσσερα θέματα – ζητήματα, καταπιάστηκαν ως προς το πρόταγμά τους:

α. με την παιδαγωγική με όλη την ευρύτητά της (από ατομική βελτίωση και καλλιέργεια του εαυτού, μέχρι και εμπειρίες με αντι- αυταρχικούς, συμμετοχικούς τρόπους μάθησης , ελευθεριακά σχολεία, κτλ)

 β. με τον κοινοτισμό – κομουναλισμό με κορύφωση την ομοσπονδία και συνομοσπονδία.

γ. Με  τους συνεταιρισμούς παραγωγών – καταναλωτών και τον εθελοντικό αντιαυταρχικό κολεκτιβισμό.

 δ. με τον επαναστατικό συνδικαλισμό ή αναρχοσυνδικαλισμό.

   

 Μέχρι τότε,   τίποτα δεν πρέπει να μας εμποδίζει να πειραματιστούμε. Άλλωστε  οι νέες κοινωνικές φόρμες περιμένουν αυτούς που θα τις δημιουργήσουν!       

 

  «…Το 1902, με ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο Les Temps Nouneaur, ο Jean Grave επαναλαμβάνει  την άρνησή του για ένα συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης: «… προς τι όλες αυτές οι διαμαρτυρίες; Ότι δηλαδή, οι αναρχικοί δεν έχουν συνοχή, ότι δρουν λίγο στην τύχη, χωρίς κανενός είδους σύνδεση, χάνοντας έτσι αρκετές από τις δυνάμεις τους ελλείψει της αναγκαίας σταθερότητας για να δώσουν συνέχεια στη δράση τους. Είναι αλήθεια ότι, πολύ συχνά, οι ομάδες και τα άτομα αγωνίζονται δίχως να επιδιώκουν τον συντονισμό της δράσης τους με τη δράση των άλλων που αγωνίζονται παράλληλα για τον ίδιο σκοπό.  Είναι επίσης αλήθεια ότι οι αναρχικοί, φαινομενικά, δεν έχουν συνοχή, ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν μεγάλη δυσκολία να βρουν τους συντρόφους που χρειάζονται…». Προτείνει, τη δημιουργία μιας χαλαρής και ρεαλιστικής οργανωτικής δομής. Κάτι που έγινε δεκτό από την Συνδιάσκεψη των Ρώσων  αναρχικών – κομμουνιστών το 1906. Παραθέτουμε  εδώ ένα μικρό απόσπασμα αυτής της απόφασης :

α) Οι Ρώσοι αναρχικοί - κομμουνιστές, όπως και οι σύντροφοί τους της Δυτ. Ευρώπης, απορρίπτουν κάθε μορφή ιεραρχικής οργάνωσης που ταιριάζει στους εξουσιαστές σοσιαλιστές και προτείνουν να δημιουργηθεί στους κύκλους τους ένα άλλο είδος οργάνωσης που θα βασίζεται στην ελεύθερη συμφωνία ανάμεσα στις ανεξάρτητες ομάδες.

β) Η στενή σύνδεση μεταξύ όλων των μελών κάθε ομάδας είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη και την επιτυχία αυτού του είδους της οργάνωσης. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο, είναι πιο χρήσιμο να υπάρχουν στις πόλεις και τις ευρύτερες περιοχές πολλές μικρές ομάδες, συνδεμένες σε μια ομοσπονδία,  παρά σε μια μόνο μεγάλη ομάδα.

γ) Οι ομάδες, ακόμη και όταν αναλαμβάνουν πολύ ειδικά καθήκοντα, δε μπορούν ποτέ να λειτουργούν σαν επιτροπές, εφόσον οι αποφάσεις δεν είναι υποχρεωτικές για τις άλλες ομάδες που δεν τις εγκρίνουν.

δ) Η καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες δε μπορεί να επιτευχθεί με τη μεσολάβηση διαφόρων μόνιμων επιτροπών, που εκλέγονται εκ των προτέρων για να χειριστούν τις δραστηριότητες της ομοσπονδίας. Αυτές οι επιτροπές έχουν την τάση να γίνονται ( και πολύ γρήγορα γίνονται), όπως και όλες οι κυβερνήσεις, εμπόδιο για την παραπέρα ανάπτυξη.

ε) Η καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες μπορεί να επιτευχθεί - όπως αποδεικνύει η πείρα – με διάφορες ειδικές συνδιασκέψεις  … που συγκαλούνται περιοδικά, σε καθορισμένες χρονικές στιγμές ή όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, για τη βαθύτερη μελέτη των προβλημάτων που θέτει η ζωή. Οι εκπρόσωποι των ομάδων εξουσιοδοτούνται για ένα συγκεκριμένο καθήκον και είναι άμεσα ανακλητοί. Οι αποφάσεις των συνελεύσεων δεν είναι υποχρεωτικές για τις ομάδες. Αυτές οι τελευταίες μπορούν να τις αποδεχτούν ή να τις απορρίψουν τελείως…».

  Επίσης τον Αύγουστο του 1907, στα πλαίσια Διεθνούς συνεδρίου του Άμστερνταμ, συζητήθηκε διεξοδικά τα θέμα «Αναρχισμός και οργάνωση». Δύο ήταν οι τάσεις που συγκρούστηκαν σχετικά μ΄ αυτό το θέμα : από τη μια η τάση των αναρχοκομμουνιστών, που έκανε την επιλογή της ειδικής αναρχικής οργάνωσης, και από την άλλη, η μειοψηφούσα τάση των ατομικιστών, που αρνήθηκαν αυτή καθαυτή την αρχή της οργάνωσης.

 Ο Amedee Dunois (πρώτη παρέμβαση μετά την αρχική εισήγηση), άσκησε οξεία κριτική εναντίον ενός είδους αναρχισμού που «με τις συνεχείς εκκλήσεις του για την αναμόρφωση του ατόμου, εμφανίζεται σαν η ανανεωμένη μορφή του παλιού αστικού ατομικισμού». Ανέλυσε την ανάπτυξη του αναρχικού κομμουνισμού, που γεννήθηκε «απ΄ την Διεθνή, δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, από το ίδιο το εργατικό κίνημα ». Υποστήριξε ότι αυτός « ο αναρχισμός  δεν είναι ατομικιστικός, είναι φεντεραλιστικός και συνδικαλιστικός πρώτα απ΄ όλα ένα κομμάτι του επαναστατικού σοσιαλισμού». Εισηγούμενος τη συσπείρωση των αναρχικών, πιο συγκεκριμένα:  «όσων ανήκουν στην τάση μας η οποία δε διαχωρίζεται απ΄ τον αναρχισμό του προλεταριάτου», κατέληξε ως εξής : «Αυτό το αναρχικό κίνημα θα ξεπηδήσει απ΄την κοινή μας δράση, απ΄ την συνδυασμένη και συντονισμένη δράση μας. Θα πρέπει να προσθέσουμε η αναρχική οργάνωση δε θα έχει την αξίωση να συνενώσει όλα τα στοιχεία που επικαλούνται, πολλές φορές λαθεμένα, την ιδέα της αναρχίας. Θα αρκεστεί να συσπειρώσει γύρω από ένα πρόγραμμα δράσης τους συντρόφους που αποδέχονται τις βασικές αρχές μας και επιθυμούν να συνεργαστούν μαζί μας».

Ο Κόλλιν Γουώντ γράφει σχετικά (να υπενθυμίσουμε ότι αναφέρεται σε ιδική επαναστατική οργάνωση και όχι σε κοινωνικές δομές, παράλληλα δεν συμφωνούμε πλήρως με αυτό το μοτίβο).  «… ο καθένας μπορεί να δει ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο είδη οργάνωσης. Υπάρχει εκείνο το είδος που σου επιβάλλουν, εκείνο που διευθύνεται από πάνω κι υπάρχει και το άλλο είδος οργάνωσης που διευθύνεται από κάτω, που δεν μπορεί να σου επιβάλουν να κάνεις κάτι με το ζόρι και γι΄ αυτό είσαι ελεύθερος να προσχωρήσεις ή ελεύθερος να παραμείνεις μόνος σου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αναρχικοί είναι άνθρωποι που θέλουν να μεταμορφώσουν όλες τις μορφές της ανθρώπινης οργάνωσης σ' εκείνο το είδος της καθαρά εθελοντικής  αντι-ιεραρχικής ένωσης που μπορούν οι άνθρωποι να εγκαταλείψουν και να δημιουργήσουν κάτι δικό τους, αν δεν τους αρέσει. Κάνοντας μία ανασκόπηση εκείνου του επιφανειακού άλλα χρήσιμου μικρού βιβλίου, «ο Νόμος του Πάρκισον», επιχείρησα κάποτε να διατυπώσω τέσσερις «κανόνες» πάνω στους όποιους πρέπει να βασίζεται μία αναρχική θεωρία για την οργάνωση  και ότι πρέπει να είναι:

 Ι) Εθελοντική 2) Λειτουργική 3) Προσωρινή και 4) Μικρή.

 

Πρέπει να είναι εθελοντική για ευνόητους λόγους. Δεν έχει κανένα νόημα να υποστηρίζουμε την ελευθερία και την ευθύνη του ατόμου, αν πρόκειται να υποστηρίξουμε οργανώσεις στις όποιες η ιδιότητα του μέλους βασίζεται μόνο σε υποχρεώσεις. Πρέπει να είναι λειτουργική για λόγους που είναι εξίσου ευνόητοι, άλλα δεν παρατηρούνται πάντα. Υπάρχει μία τάση να υπάρχουν οργανώσεις δίχως μία αυθεντική λειτουργία ή που έχουν εκπληρώσει τους σκοπούς τους. Πρέπει να είναι προσωρινή γιατί η μονιμότητα είναι ακριβώς ένας από εκείνους τους παράγοντες που σκληραίνουν τις αρτηρίες μιας οργάνωσης, δημιουργώντας ένα κατεστημένο συμφέρον που εξασφαλίζει την επιβίωση της, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ηγετών της μάλλον, παρά της εξυπηρέτησης των δήθεν σκοπών της.

   Πρέπει να είναι μικρή, επειδή ακριβώς στις μικρές ομάδες, όπου η εστίαση των μελών είναι άμεση, οι γραφειοκρατικές κι οι ιεραρχικές τάσεις που υποβόσκουν σε κάθε οργάνωση, έχουν τη μικρότερη πιθανότητα ν' αναπτυχθούν.

   Αλλά απ' αυτό το τελευταίο σημείο είναι που αρχίζουν οι δυσκολίες μας. Αν πάρουμε σαν δεδομένο ότι μία μικρή ομάδα μπορεί να λειτουργήσει αναρχικά, εξακολουθούμε μολοντούτο, αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα όλων εκείνων των κοινωνικών λειτουργιών για τις οποίες είναι απαραίτητη η οργάνωση, αλλά που τη χρειάζονται σε μία πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.

   Λοιπόν θα μπορούσαμε ίσως ν' απαντήσουμε: «Αν οι μεγάλες οργανώσεις είναι απαραίτητες, μην υπολογίζετε σε μας. θα τα καταφέρουμε όσο μπορούμε δίχως αυτές». Εντάξει, μπορούμε να το πούμε, άλλα αν προπαγανδίζουμε τον αναρχισμό σα μία κοινωνική φιλοσοφία, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη κι όχι ν' αποφεύγουμε τα κοινωνικά γεγονότα. Είναι καλύτερα να πούμε: «Ας βρούμε τρόπους με τους οποίους οι μεγάλης έκτασης λειτουργίες μπορούν να διαιρεθούν σε λειτουργίες που μπορούν να οργανωθούν από μικρές λειτουργικές ομάδες κι ύστερα ας συνδέσουμε αυτές τις ομάδες μ' ένα ομοσπονδιακό τρόπο». Αυτό μας οδηγεί στη θεώρηση μιας αναρχικής ομοσπονδιακής θεωρίας. Τώρα εξετάζοντας πώς οραματίζονταν την οργάνωση μιας μελλοντικής κοινωνίας οι «κλασσικοί» αναρχικοί, βλέπουμε ότι την σκέπτονταν απ' την άποψη δύο ειδών κοινωνικών θεσμών:

1) Της εδαφικής μονάδος ή κομμούνας (commune): μία Γαλλική λέξη που θα μπορούσατε να θεωρήσετε σαν ισοδύναμη με τη λέξη κοινότητα  ή τη Ρωσική λέξη σοβιέτ, με το αρχικό της νόημα, αλλά που επίσης έχει προεκτάσεις στους αρχαίους θεσμούς του χωριού, που αναφέρονταν στην καλλιέργεια της γης από κοινού.

2) Του συνδικάτου: μία άλλη Γαλλική λέξη αντλημένη απ' την ορολογία του εργατικού συνδικαλισμού. Το συνδικάτο ή εργατικό συμβούλιο σα μονάδα της βιομηχανικής οργάνωσης. Αυτά θεωρήθηκαν σα μικρές τοπικές μονάδες που θα συνδέονταν ανάμεσα τους ομοσπονδιακά για την αντιμετώπιση των μεγαλύτερων προβλημάτων της ζωής, ενώ κάθε κομμούνα και κάθε συνδικάτο θα διατηρούσαν την αυτονομία τους, καθώς η πρώτη θα ομοσπονδοποιούνταν περιφερειακά και το δεύτερο βιομηχανικά…» Ο Προυντόν, ο Κροπότκιν, ο Μπακούνιν αφιέρωσαν μεγάλη προσοχή στην ομοσπονδιακή αρχή κι εμείς γνωρίζουμε λίγα  σχετικά με τους παράγοντες που συντελούν στην αποτυχία ή την επιτυχία των ομοσπονδιών.  

   «Χρησιμοποιώντας τον όρο ομοσπονδία», παρατηρεί ο Τζώρτζ Γοόντκοκ στη βιογραφία του για τον Προυντόν, «ο Προυντόν δεν εννοεί μια παγκόσμια κυβέρνηση ή μία ομοσπονδία κρατών. Για αυτόν η αρχή της συνομοσπονδίας αρχίζει απ' το πιο απλό επίπεδο της κοινωνίας. Τα διοικητικά όργανα είναι τοπικά και βρίσκονται όσο το δυνατό περισσότερο κάτω απ' τον άμεσο έλεγχο του λαού. Πάνω απ' αυτό το πρωτογενές επίπεδο, η συνομοσπονδιακή οργάνωση γίνεται προοδευτικά περισσότερο ένα όργανο συντονισμού των περιφερειών, παρά ένα διοικητικό όργανο κι η Ευρώπη μία συνομοσπονδία των συνομοσπονδιών, στην οποία το συμφέρον της πιο μικρής επαρχίας θα έχει την  ίδια έκφραση με τα συμφέρον της πιο μεγάλη  αφού όλες οι υποθέσεις θα ρυθμίζονται με αμοιβαία συμφωνία, συμβόλαιο και διαιτησία…».{…}

 

 

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License