Ο Κυνισμός του Γάμου των Ομοφυλόφιλων

Άρθρο με αφορμή την ψήφιση στη Βρετανία του νομοσχεδίου που επιτρέπει το γάμο σε ζευγάρια του ίδιου φύλου. http://anarchistnews.org/content/cynicism-gay-marriage αρχική δημοσίευση: http://www.anarchistcommunist.org/5/post/2013/07/the-cynicism-of-gay-marriage.html

“Οι Συντηρητικοί πιστεύουν στις δεσμεύσεις. Η κοινωνία γίνεται πιο δυνατή όταν δίνουμε όρκους και στηρίζουμε ο ένας τον άλλο. Δεν υποστηρίζω το γάμο των ομοφυλόφιλων παρόλο που είμαι Συντηρητικός. Υποστηρίζω το γάμο των ομοφυλόφιλων ακριβώς επειδή είμαι Συντηρητικός” [Ντέιβιντ Κάμερον (1)]. Το αν οι ομοφυλόφιλοι -άνδρες και γυναίκες- μπορούν ή πρέπει να παντρεύονται είναι τώρα στη Βρετανία το βασικό θέμα στις συζητήσεις για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων. Η έγκριση του νομοσχεδίου για το γάμο των ομοφυλόφιλων από τη Βουλή των Λόρδων μοιάζει με αδιαμφισβήτητη νίκη. Επίσης, και σε αντίθεση με τους εντυπωσιακούς τίτλους των εφημερίδων, το συντηρητικό κατεστημένο δείχνει όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το θέμα. Με το συγκεκριμένο μέτρο αναγνωρίζεται τελικά το δικαίωμα γάμου στους ομοφυλόφιλους. Πρόκειται όμως πράγματι για νίκη;

Σε αυτό το άρθρο εξετάζω -ιστορικά αλλά και στο παρόν- τις περιορισμένες δυνατότητες των πολιτικών ενσωμάτωσης που προωθούνται από το κράτος˙ αναλύω τις προβληματικές επιπτώσεις της προώθησης του γάμου των ομοφυλόφιλων, εστιάζοντας την προσοχή μου σε όσους εξαιρούνται από το θεσμό του γάμου˙ και υποστηρίζω μια πολιτική συμμαχιών με εκείνους που δεν ανήκουν στις κυρίαρχες τάξεις, και που οι εμπειρίες τους μας υπενθυμίζουν πόσο ζημιογόνο είναι να αντιμετωπίζεται το κράτος ως ουδέτερο και φιλάνθρωπο.

 

Οι Παγίδες των Συνηθισμένων Πολιτικών Ενσωμάτωσης

Ιστορικά, η παραχώρηση σε “μειονοτικές ομάδες” της δυνατότητας πρόσβασης στα νομικίστικα δικαιώματα έχει ωφελήσει κατά κύριο λόγο μόνον τους πιο προνομιούχους αυτών των ομάδων. Για παράδειγμα, οι νόμοι ενάντια στις διακρίσεις παρέχουν τη δυνατότητα νομικής προσφυγής στα σταθερά απασχολούμενα άτομα με πολύ αυστηρά κριτήρια, κάτι όμως που είναι εξαιρετικά δαπανηρό και έχει περιορισμένα αποτελέσματα. Επίσης, ενώ το κράτος δίνει την εντύπωση όλο και μεγαλύτερης ουδετερότητας, οι τιποτένιοι των διοικητικών υπηρεσιών του -από τους κοινωνικούς λειτουργούς μέχρι τους συνοριοφύλακες- εξακολουθούν να ελέγχουν τη ζωή των κουίρ ατόμων που δεν έχουν τις γνώσεις ή τα μέσα για να προσφύγουν στη δικαιοσύνη στην περίπτωση διακρίσεων ή κακομεταχείρισης. Κατά τον ίδιο τρόπο, η διεκδίκηση της ουδετερότητας του κράτους όσον αφορά την πρόσβαση στη σχολική μάθηση ανεξαρτήτως φυλής και κοινωνικής τάξης, έχει οδηγήσει σε ένα σύστημα όπου το κράτος μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι αθώο ή ότι πρόκειται για τυχαίο συμβάν η εγκατάλειψη εκείνων ακριβώς των σχολείων όπου πηγαίνουν κυρίως άτομα από την εργατική τάξη και έγχρωμα άτομα. Επιχειρηματολογώντας υπέρ των αλλαγών αναφορικά με το γάμο, οι πιο γνωστές ομάδες προώθησης των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων επιτρέπουν στο κράτος να ενισχύσει την ψεύτικη φιλάνθρωπη εικόνα του, παραβλέποντας τα άτομα εκείνα που είναι περισσότερο εκτεθειμένα στο έλεος των πιο καταστρεπτικών διοικητικών μηχανισμών: Τα άτομα δηλαδή που το τελευταίο που τους απασχολεί συνήθως είναι ο γάμος.

Τη δεκαετία του '70, όταν πολιτικοποιήθηκε η “αυτοαποκάλυψη” (“coming out”), το θέμα προωθήθηκε ως έκκληση σε φίλους, γείτονες και συναδέλφους -λόγω του ότι ήταν ψηφοφόροι, και ως και τούτου είχαν δύναμη στα χέρια τους- να αναγνωρίσουν ότι “εμείς” είμαστε παντού, και -κυρίως- ότι “εμείς” είμαστε φυσιολογικοί και μη απειλητικοί. Η αυτοαποκάλυψη ως πολιτική προώθηση του αιτήματος για παγκόσμια αποδοχή της ομοφυλοφιλίας σημαίνει ότι ανακοινώνεις σοκαριστικά νέα που δεν θα έπρεπε να είναι σοκαριστικά, ή ότι αλλάζεις εκ βάθρων τη ζωή του ατόμου στο οποίο ανακοινώνεις τα νέα. Επιπλέον, επειδή αυτή η στρατηγική της αυτοαποκάλυψης ζητούσε από την εξουσία την ενσωμάτωση μέσω της κανονικοποίησης, αφενός μεν υπέθετε ότι πρόθυμα θα τους παραχωρηθεί εξουσία, και αφετέρου απέκλειε όσους ήταν και θα παρέμεναν αποκλεισμένοι από την εξουσία, είτε λόγω άλλων “αντικανονικών” σεξουαλικών πρακτικών, είτε λόγω του χρώματος του δέρματός τους ή της ταξικής θέσης τους.

Οι επιπτώσεις αυτών των αποτυχημένων στρατηγικών είναι ακόμη εμφανείς σε διάφορες κοινωνικές ομάδες. Σημαντικό ποσοστό των ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών παραμένει κοινωνικά αποκλεισμένο. Το 1/5 των ομοφυλόφιλων πιστεύει ότι η αστυνομία θα τους κακομεταχειριστεί αν καταγγείλουν οποιουδήποτε είδους εγκληματική πράξη. Το 90% των ομοφυλόφιλων πιστεύουν ότι θα κριθούν μεροληπτικά αν επιχειρήσουν να υιοθετήσουν παιδιά. Το 1/5 των ομοφυλόφιλων πιστεύει ότι δεν θα συμπεριληφθούν στα προγράμματα κοινωνικής στέγασης. Το 1/3 των νεαρών ομοφυλόφιλων έχει εμπειρίες εκφοβισμού (bullying) απ' το σχολείο, και το 50% των ομοφυλόφιλων πιστεύουν ότι η αναπαράσταση των ομοφυλόφιλων στην τηλεόραση είναι εξωπραγματική (2). Αυτή η απαρίθμηση δεν έχει τέλος και δείχνει ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός υφίσταται, είτε ως απόρροια πραγματικών διακρίσεων, είτε από καταστάσεις που εκλαμβάνονται ως διακρίσεις.

Αν αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίο η ετεροκανονικότητα ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει τα ζητήματα προκαταλήψεων στα πλαίσια της φιλελεύθερης κοινωνίας, βλέπουμε ότι οι “προοδευτικές” λύσεις απλώς εδραιώνουν τα γνωστά προβλήματα. Για παράδειγμα, μια εκτενής κυβερνητική έκθεση από την Υπηρεσία Δημόσιας Διοίκησης (3) αποκαλύπτει μια ανησυχητική αποδοχή της βίας ενάντια στα LGBTQ (4) άτομα, καθώς και την υπομονόμευση των LGBTQ ατόμων αν θελήσουν να αναλάβουν ηγετικούς ρόλους στην πολιτική και κοινωνική ζωή. Οι συμμετέχοντες (που είχαν επιλεγεί από την LGBTQ κοινότητα) συζήτησαν διάφορες καταστάσεις εδραιωμένων ετεροκανονικών διακρίσεων, περιπτώσεις δηλαδή κοινωνικού αποκλεισμού μεταμφιεσμένου σε ενσωμάτωση. Μία από τις συζητήσεις αφορούσε τις συμβουλευτικές επιτροπές της αστυνομίας για τα θέματα των LGBTQ ατόμων, που ενώ υποτίθεται ότι θα απαρτίζονταν κυρίως από μέλη της LGBTQ κοινότητας, τελικά πλειοψηφούσαν οι ετεροσεξουαλικοί αστυνομικοί. Ένα άλλο παράδειγμα ήταν η περίπτωση μιας γυναίκας που συμμετείχε στο εργατικό σωματείο της, και η οποία διαμαρτυρήθηκε λέγοντας: “Έχεις κοινωνικές σχέσεις με κάποιους ανθρώπους, και μετά μαθαίνουν ότι είσαι λεσβία, και νομίζουν ότι έχουν το δικαίωμα να σου κάνουν κάθε είδους προσωπική ερώτηση, την οποία δεν θα έκαναν ποτέ σ' ένα ετεροφυλόφιλο άτομο”. Η έκθεση περιλαμβάνει και άλλα, εξίσου ανησυχητικά παραδείγματα. Η ειρωνεία είναι ότι και η ίδια η έκθεση συνεισφέρει σ' αυτό τον αποκλεισμό, μέσω της διαφοροποίησης των αρνητικών και θετικών αποτελεσμάτων της συμμετοχής των LGBTQ ατόμων στην κοινωνική και πολιτική ζωή. Συνήθη “αρνητικά αποτελέσματα” είναι η κακομεταχείριση, η βία, οι απροκάλυπτες διακρίσεις και η εχθρότητα, ενώ στα “θετικά αποτελέσματα” συμπεριλαμβάνονται η φιλική αποδοχή μετά την αυτοαποκάλυψη, η αυτοπεποίθηση και η “εκμάθηση δεξιοτήτων”. Αντί λοιπόν να τεθούν σε εφαρμογή στρατηγικές για την υπεράσπιση των ατόμων και των κοινοτήτων ενάντια στη βία, για την εξάλειψη της κακομεταχείρισης και την απομάκρυνση των ατόμων με τέτοιου είδους συμπεριφορές από τις κοινότητες και τους θεσμούς, για την κανονικοποίηση της ομοφυλοφιλίας και της μη-δυαδικής ταυτότητας κοινωνικού φύλου, και για την ελεύθερη, ανεπιφύλακτη και πλήρη συμμετοχή των LGBTQ ατόμων σε κάθε επίπεδο, θεωρήθηκε “θετικό αποτέλεσμα” το γεγονός ότι αυτά τα άτομα δεν υπέστησαν βίαιη κακομεταχείριση όταν αυτοαποκαλύφθηκαν. Η μη βίωση απροκάλυπτων διακρίσεων και αποκλεισμού μετά την αυτοαποκάλυψη θα έπρεπε να είναι μια ελάχιστη ένδειξη επιτυχίας και όχι ο ιδανικός στόχος, κι αυτή η περιοριστική άποψη τονίζει κι άλλο το γεγονός ότι η κοινωνία, αλλά και η ίδια η έκθεση, δεν έχουν αντιληφθεί τι απαιτείται για να επιτευχθούν ακόμη και οι πιο βασικές συνθήκες απελευθέρωσης.

 

Η ενίσχυση του κρατικού θεσμού του γάμου

Ο Ντέιβιντ Κάμερον δεν είναι ιδιαίτερα επιδέξιος όταν προσπαθεί να εξισορροπήσει τις δεξιές οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του με τον “πονόψυχο συντηρητισμό” που διακήρυττε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του. Παρά τις κάποιες προφορικές ενστάσεις μέσα στο κόμμα του, η πλάστιγγα έγειρε τελικά υπέρ του, και ο γάμος των ομοφυλοφίλων ήταν μια εύκολη θυσία προκειμένου να κερδίσει τις ψήφους εκείνων που διαφορετικά θα απομακρύνονταν λόγω της ολοφάνερης μισαλλοδοξίας της πολιτικής των Συντηρητικών. Οι ακαδημαϊκοί αποκάλεσαν αυτή τη στρατηγική “ροζ ξέπλυμα” [“pinkwashing” (5)], υποστηρίζοντας ότι τα συντηρητικά και νεοφιλελεύθερα κράτη χρησιμοποιούν τη στρατηγική της μικρότερης δυνατής κοινωνικής ενσωμάτωσης των ομοφυλόφιλων για να εμφανιστούν ως η φιλελεύθερη εναλλακτική λύση απέναντι σ' έναν σκληρά συντηρητικό πολιτικό αντίπαλο, ή μία σκληρά συντηρητική κοινωνική ομάδα. Αποσιωπώντας τις αδικίες που γίνονται, κερδίζουν την εύνοια μιας ιδιαίτερα προνομιούχου ομάδας ψηφοφόρων και παρατηρητών που, ναι μεν είναι περισσότερο φιλελεύθεροι κοινωνικά, αλλά δεν έχουν προοδευτικές αντιλήψεις (6). Στην περίπτωση του Ισραήλ -το οποίο ήταν ο αρχικός στόχος της δημιουργίας του νεολογισμού “ροζ ξέπλυμα”-, αυτή η στρατηγική συμπεριλαμβάνει την προώθηση μιας ακμάζουσας τουριστικής βιομηχανίας ομοφυλόφιλων, καθώς και την αντιπαραβολή των “προοδευτικών” Ιουδοχριστιανικών αξιών της αποδοχής με τις “οπισθοδρομικές” αντιλήψεις του βίαιου και γεμάτου μίσους Ισλάμ. Στη Βρετανία, η στρατηγική αυτή συμπεριλαμβάνει τη δυνατότητα των ομοφυλόφιλων ατόμων να υιοθετούν, την κατάταξη στο στρατό, τα σύμφωνα συμβίωσης, και την ισότητα όσον αφορά το γάμο. Και στις δύο περιπτώσεις, το “ροζ ξέπλυμα” αποσιωπά τη συστημική κρατική/καπιταλιστική βία με τη μορφή των μέτρων λιτότητας, των επιθετικών στρατιωτικών επεμβάσεων, και των απροκάλυπτων ρατσιστικών διακρίσεων.

Ωστόσο, πολλοί αυτοαποκαλούμενοι “προοδευτικοί” ομοφυλόφιλοι πιστεύουν ότι “η πρόοδος είναι αργή”, ότι ο γάμος αποτελεί ένα τεράστιο βήμα προς τα εμπρός για τα “δικαιώματα” των ομοφυλόφιλων, και ότι εάν αυτό μόνο μας προσφέρεται, εφόσον μπορούμε πρέπει να το πάρουμε. Με μια έννοια, μάλιστα, είναι πράγματι ένα βήμα προς τα εμπρός. Οι ομοφυλόφιλοι δεν επιτρεπόταν καν να έχουν ελεύθερες, νόμιμες σχέσεις μέχρι πριν από 46 χρόνια και, συγκριτικά μ' αυτό, τα ίσα δικαιώματα όσον αφορά το γάμο φαίνονται εντυπωσιακά. Επιπλέον, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι, με τη νομιμοποίηση του γάμου των ομοφυλόφιλων, ακόμη και οι ομοφυλόφιλοι της εργατικής τάξης, που δεν έχουν “βγει από την ντουλάπα”, θα δουν τουλάχιστον κάποια αναλαμπή ελπίδας όσον αφορά το μέλλον, και θα αντιληφθούν ότι τα εμπόδια αρχίζουν να ξεπερνιόνται. Παρά τον πατροναριστικό απόηχο του παραπάνω επιχειρήματος, αυτό πράγματι μπορεί να ισχύει, αλλά με κανέναν τρόπο δεν αγγίζει το γεγονός ότι είμαστε ένας ανθρώπινος πληθυσμός μέσα σε μια κοινωνία που έχει οριστεί, διαμορφωθεί και πλασαριστεί ως -κατά κύριο λόγο- ετεροσεξουαλική και ανδρική. Με άλλα λόγια, είτε με γάμο είτε χωρίς γάμο, είτε είναι είτε δεν είναι “ελπιδοφόρο” για τους ομοφυλόφιλους της εργατικής τάξης, εμείς θα συνεχίσουμε να ζούμε σε μια κοινωνία που δεν διασφαλίζει την ισότητά μας. “Η πρόοδος είναι αργή” γιατί το είδος της προόδου που προωθείται δεν στοχεύει στην αμφισβήτηση του πυρήνα της ετεροκανονικής κοινωνίας. Η πρόοδος αυτού του είδους προσπαθεί απλώς να αγκαλιάσει την ετεροκανονικότητα και να αφομοιώσει την κουίρ ταυτότητα στην ετεροσεξουαλική κοινωνία. Η ετεροκανονικότητα όμως ενισχύεται με την ενσωμάτωση ενός μικρού μόνο ποσοστού του περιθωρίου - και μάλιστα, όχι ως μία από τις εκφράσεις της άπειρης (και καθημερινής) πολυπλοκότητας των ανθρώπινων ταυτοτήτων και της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, αλλά ως μια ιδιορρυθμία, στην οποία έχουν χορηγηθεί τα δικά της, ιδιαίτερα και ισότιμα προνόμια και δικαιώματα, κάτω από ένα ειδικό σύνολο προϋποθέσεων τις οποίες έχει ορίσει το κράτος. Συμφωνώντας ότι η ισότητα όσον αφορά το γάμο είναι ένας από τους στόχους μας, ζητήσαμε από τις δυνάμεις της εξουσίας να οργανώσουν τη σεξουαλική ζωή μας.

Ο ίδιος ο γάμος είναι επακόλουθο της θρησκευτικής, πολιτικής και κοινωνικής καταπίεσης, οι οποίες επέβαλλαν τις μονογαμικές, ετεροσεξουαλικές σχέσεις ως κυρίαρχο πρότυπο της σεξουαλικής συμπεριφοράς των ανθρώπων. Στην πορεία της ιστορίας, ο γάμος έχει χρησιμοποιηθεί ως μέσο για τη χειραγώγηση των γυναικών, των σεξουαλικών αποκλίσεων, των σκλάβων, και της εργατικής τάξης. Στην ιστορία της εργατικής τάξης, ο γάμος ήταν και είναι ένα από τα πολλά πολιτικοκοινωνικά εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για να τεθεί στο επίκεντρο η πυρηνική οικογένεια και να παροπλιστούν εναλλακτικές μορφές οικονομικής και κοινωνικής αλληλεγγύης. Μέσω του γάμου επιβλήθηκαν κριτήρια κοσμιότητας, αντιλήψεις περί ωρίμανσης, καθώς και ο διαχωρισμός της δημόσιας από την ιδιωτική ζωή, κάτι που περιόρισε ευθύς εξαρχής την εργασιακή αλληλεγγύη (7). Επομένως, η έκκληση για την καθιέρωση του γάμου των ομοφυλόφιλων αποτελεί μια αμετάκλητη προσφορά στον ετεροκανονικό έλεγχο της κοινωνίας, μια προσπάθεια -συνειδητή ή ασυνείδητη- αφομοίωσης, εκλογίκευσης και κανονικοποίησης της “ομοφυλοφιλικής ταυτότητας” εντός των ορίων της ετεροκανονικής θέασης του κόσμου. Όπως υποστηρίζει η Τζούντιθ Μπάτλερ: “...η έκκληση για πρόσβαση στο θεσμό του γάμου... ενισχύει τη δύναμη του ίδιου του θεσμού, και ενισχύοντας αυτή τη δύναμη, οξύνεται η διάκριση ανάμεσα στις μορφές προσωπικών σχέσεων που έχουν νομιμοποιηθεί από το κράτος και σε εκείνες που δεν έχουν” (8). Ο γάμος των ομοφυλόφιλων αποτελεί μια προβολή τού πώς πρέπει να είναι οι ομοφυλόφιλοι σε μια ετεροκανονική κοινωνία. Αν αυτό το θεωρήσουμε πρόοδο και το επικροτήσουμε, τότε κλοτσάμε τη δύναμή μας να επιτύχουμε μια αληθινή, αυθεντική και ουσιαστική απελευθέρωση. Στην ουσία, εγκαταλείπουμε την ικανότητά μας για αγώνα και παραχωρούμε στο κράτος τούς λόγους της εναντίωσής μας.

Ο γάμος των ομοφυλόφιλων εμφανίζει ένα προσωπείο ισότητας και αποκρύπτει τις ανισότητες που υπάρχουν εντός του, όπως λόγου χάρη το ότι η δικαστική επίλυση του γάμου, η δυνατότητα υιοθεσίας, ή η εύρεση οικονομικά ανεκτής στέγασης για τις μονογονεϊκές οικογένειες εξαρτώνται άμεσα από το εισόδημα. Σε ποιον λοιπόν απευθύνεται ο γάμος των ομοφυλόφιλων σε μια εποχή αυστηρής λιτότητας; Από τη νομιμοποίηση των πολιτικών γάμων το 2005, υπάρχει μια αργή πτώση στον αριθμό των ατόμων που νομιμοποιούν πολιτικά τη σχέση τους. Το 2011 έγιναν περίπου 6.000 πολιτικοί γάμοι, σε σύγκριση με το 2006 που είχαν γίνει 11.000 (9). Το γιατί συμβαίνει αυτό δεν φαίνεται να έχει απαντηθεί πραγματικά, ούτε άλλωστε το θέμα έχει συζητηθεί εκτενώς, ενώ τα ΜΜΕ επικεντρώνονται μόνο στις στατιστικές, συμπεριλαμβάνοντας και το απογοητευτικό ποσοστό των συμβιώσεων που έχουν διαλυθεί. Παρόλο που δεν έχει δοθεί κάποια οριστική απάντηση σε ό,τι αφορά τη μείωση του αριθμού των πολιτικών γάμων, θα πρέπει να συζητηθεί και το αν αυτή τη μορφή συμβίωσης θεωρείται οικονομικά ανεκτή. Όσοι την αντέχουν οικονομικά, μάλλον έχουν ήδη δεσμευθεί με πολιτικό γάμο.

Όταν το Stonewall (10) έκανε καμπάνια για να συμπεριλαμβάνονται ερωτήματα για το σεξουαλικό προσανατολισμό στα σύνολα δεδομένων της κυβέρνησης για τη χώρα, επειδή υπάρχουν λίγες πληροφορίες για τον κοινωνικό αποκλεισμό των γκέι, των λεσβιών και των αμφισεξουαλικών ατόμων, η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία ανέφερε ότι όταν δοκίμαζαν το ερώτημα σε άτομα της εργατικής τάξης, τα οποία είχαν προσδιορισθεί ως άτομα χαμηλού εισοδήματος και χωρίς ακαδημαϊκά προσόντα, η απάντησή τους ήταν “προτιμώ να μην πω” (11). Αυτή η απάντηση μπορεί να φαίνεται ανάξια σχολιασμού σε κάποιους. Στην πραγματικότητα, όμως, αν η πλειοψηφία των ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών της εργατικής τάξης προτιμούν να μη γνωστοποιούν το σεξουαλικό προσανατολισμό τους, ο γάμος των ομοφυλόφιλων θα ωφελήσει μόνον τα άτομα εκείνα που έχουν την κοινωνική αποδοχή, είναι ήδη ενσωματωμένα, και αντέχουν το γάμο οικονομικά - που έχουν δηλαδή όλα όσα στερούνται συστηματικά τα άτομα της εργατικής τάξης σε επίπεδο διαπροσωπικών σχέσεων. Ωστόσο, η δημογραφική έρευνα που έγινε “αποδεκτή” ταιριάζει απόλυτα με τις ψηφοθηρικές στρατηγικές των Τόρις, καθώς και με τις προσπάθειές τους να σχεδιάσουν μια κοινωνία που θα κυριαρχείται και θα καθοδηγείται από τις επιχειρήσεις. Οι πρωταθλητές και νικητές που ανήκουν στις “ροζ λίρες” (12) -όπως ο ομοφυλόφιλος επιχειρηματίας και πωρωμένος υποστηρικτής των Τόρις Ivan Massow- είναι εκείνοι που θα τους χρηματοδοτήσουν, και θα δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα αποδοχής στο εσωτερικό της ομοφυλοφιλικής κοινότητας, ή τουλάχιστον μεταξύ εκείνων που οι Τόρις θεωρούν ότι μπορούν να ταιριάξουν στη νοικοκυρεμένα σχεδιασμένη “ενσωμάτωση” της Βρετανίας των Τόρις: Τις λεσβίες και τους γκέι που είναι ήδη καταξιωμένοι επαγγελματικά, ή όσους φιλοδοξούν να αναβαθμίσουν τον πολιτικό γάμο τους κάνοντας έναν αληθινό, γνήσιο γάμο. Και όλα αυτά τη στιγμή που τα κουίρ άτομα της εργατικής τάξης εξακολουθούν να μάχονται ενάντια στο στιγματισμό των ομοφυλοφιλικών σχέσεων και στον κοινωνικό αποκλεισμό, και έχουν να αντιμετωπίσουν τη βαθιά ριζωμένη ετεροκανονική προκατάληψη, τη στηριγμένη στις έμφυλες διακρίσεις βία της διοίκησης των σωφρονιστικών συστημάτων, και τους ρατσιστές, σεξιστές και ομοφοβικούς των ήδη ασύμμετρων συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας και μεταναστευτικής πολιτικής.

 

Συμμαχίες με στόχο τις δυνατότητες αλλαγών

Τα άτομα λοιπόν της εργατικής τάξης είναι ήδη αποκλεισμένα από πολλούς θεσμούς της άρχουσας τάξης, λόγω της απουσίας προνομίων όπως ο πλούτος. Είναι αποκλεισμένα λόγου χάρη από τη δυνατότητα κληρονομιάς μέσω του γάμου, κάτι ωστόσο στο οποίο θα ήθελαν να έχουν πρόσβαση οι εδραιωμένες οργανώσεις για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων. Κατά συνέπεια, οι παρεμβάσεις στο όνομα όσων δηλώνουν γενικώς “ομοφυλόφιλοι” λύνουν μόνον το πρόβλημα εκείνων που η πρόσβασή τους στους θεσμούς της άρχουσας τάξης εμποδίζεται αποκλειστικά από τη σεξουαλικότητά τους ή από τη σχέση τους με άτομα του ίδιου φύλου και δεν αντιμετωπίζουν τα πολλαπλά εμπόδια που βιώνουν όσοι/ες υφίστανται διατεμνόμενες καταπιέσεις εξαιτίας της φυλής τους, της τάξης τους, της θέσης τους ως μετανάστες/στριες, του φύλου τους, της έμφυλης έκφρασής τους, αλλά και εξαιτίας πάμπολλων άλλων ταυτοτήτων ή θέσεων. Το να αγνοούμε αυτούς τους αποκλεισμούς, ακόμη και “κατά λάθος”, είναι πιο ζημιογόνο απ' όσο θέλουν να πιστεύουμε οι οργανώσεις για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων. Το θέμα δεν είναι ότι πρόκειται απλώς μια μάχη για το γάμο, αλλά το ότι παραβλέπεται ταυτόχρονα η πιο χειροπιαστή και επιβλαβής βία που ασκείται καθημερινά πάνω στους κουίρ και μη-κουίρ πληθυσμούς λόγω του αποκλεισμού τους από τις δομές του κράτους. Το κίνημα για την απελευθέρωση των κουίρ δεν πρέπει να χάσει τις συμμαχίες του με εκείνους των οποίων η πρόσβαση σε μια υποφερτή ζωή -όπως το θέτει η Τζούντιθ Μπάτλερ-, ή στις ευκαιρίες της ζωής -όπως το ορίζει ο Dean Spade-, καθορίζεται ξανά και ξανά από κρατικούς θεσμούς, οι οποίοι ιστορικά έχουν δομηθεί με βάση τις διακρίσεις, και στο παρόν δομούνται και με βάση την εμφάνιση της νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Πιέζοντας τον δήθεν ουδέτερο και φιλάνθρωπο κρατικό μηχανισμό να αναγνωρίσει το γάμο, ενισχύουμε την εξουσία του θεσμού του γάμου πάνω στην ιδιωτική μας ζωή, και κόβουμε τους δεσμούς αλληλεγγύης μας με όσους κρατάει ακόμη αποκλεισμένους η βία του κράτους. Ο Dean Spade, γράφοντας για το συστημικό αποκλεισμό των τρανσεξουαλικών ατόμων και για τη βία των κρατικών διοικητικών μηχανισμών -παρά τις όποιες πρόσφατες “βελτιώσεις” όσον αφορά τους νόμους ενάντια στις διακρίσεις-, υποστηρίζει ότι: “...συστήματα όπως τα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας και τα προγράμματα στέγασης, το ποινικό σύστημα και το σύστημα επιβολής της μεταναστευτικής πολιτικής, καθώς και τα προγράμματα φροντίδας της υγείας, τα οποία στοχεύουν στην παράταση του ορίου ζωής με βάση ουδέτερα και τυποποιημένα κριτήρια, είναι στην πραγματικότητα εστίες ιδιαίτερα τραυματικών εμπειριών. Αντί να φανταζόμαστε ότι ο νόμος ή η κυβέρνηση προστατεύουν τα τρανσεξουαλικά άτομα απ' αυτούς που τους επιτίθενται σωματικά ή που κάνουν διακρίσεις σε βάρος τους, διαπιστώνουμε ότι τα ίδια τα διοικητικά συστήματα, που καθορίζουν ποιους πληθυσμούς θα στηρίζει και θα προστατεύει ο υπάρχων νόμος, αποτελούν για τα τρανσεξουαλικά άτομα τις βασικότερες πηγές άγχους και βίας” (11).

Η ισχύς του θεσμού του γάμου εξασθενεί παντού γύρω μας από τις πράξεις ανθρώπων με τους οποίους πρέπει να συμμαχήσουν τα κουίρ άτομα - αυτών δηλαδή που γνωρίζουν και οι ίδιοι τι σημαίνει να είσαι συστημικά αποκλεισμένος από τους κυρίαρχους ορισμούς του κανονικού. Με την πρόσβαση των γυναικών στις υπηρεσίες αντιμετώπισης της οικογενειακής βίας και την εργασιακή απασχόληση, τα ποσοστά των διαζυγίων έχουν εκτιναχτεί στα ύψη. Σε μια εποχή λιτότητας, οι άνθρωποι της εργατικής τάξης σχηματίζουν όλο και συχνότερα μονογονεϊκές οικογένειες και βασίζονται στις συγγενικές υποστηρικτικές δομές, κάτι που απομακρύνει το θεσμό του γάμου από την κεντρική θέση του όσον αφορά την εγχώρια παραγωγή και την οικονομική εξασφάλιση. Οι μεταναστευτικοί νόμοι στηρίζουν την πολυγαμία στην περίπτωση των πλούσιων επιχειρηματικών που έχουν οικογένειες με πολλές συζύγους, ενώ ταυτόχρονα επιτίθενται σφοδρά στους γάμους με απροσδιόριστη νομιμοποίηση, εντείνοντας τους ελέγχους και αυξάνοντας τις εργασιακές και μορφωτικές απαιτήσεις στην περίπτωση εκείνων που παντρεύονται ακριβώς πριν κάνουν αίτηση εισόδου στη χώρα. Ο Spade γράφει: “...τα αιτήματα για νομική ισότητα φανερώνουν τη συστημική αδικία, και δεν αποτελούν γιατριά”. Πρέπει να αντισταθούμε “αντιμετωπίζοντας ευθέως τις τραυματικές καταστάσεις που βιώνουν τα τρανσεξουαλικά (και τα κουίρ) άτομα στα χέρια βίαιων συστημάτων που έχουν δομηθεί στηριζόμενα στον ίδιο το νόμο - όχι όμως απαιτώντας αναγνώριση και ενσωμάτωση σε αυτά τα συστήματα, αλλά μαχόμενοι για τη διάλυσή τους και στηρίζοντας παράλληλα τα άτομα που είναι περισσότερο εκτεθειμένα σε τραυματικές εμπειρίες” (14). Η Μπάτλερ υποστηρίζει ότι: “η συμμαχία των γκέι και των λεσβιών με αυτούς τους ανθρώπους -και κάτω απ' αυτές τις συνθήκες- διακόπτεται από την έκκληση για νομιμοποίηση του γάμου. Αυτοί που επιθυμούν το γάμο ταυτίζονται, όχι μόνο με εκείνους που έχουν κερδίσει τις ευλογίες του κράτους, αλλά και με αυτό καθαυτό το κράτος. Επομένως, η έκκληση αυτή αφενός ενισχύει τη δύναμη του κράτους, και αφετέρου αποδέχεται το κράτος ως απαραίτητο χώρο για την ίδια τη δημοκρατικοποίηση... Κατά συνέπεια, η προσπάθεια πρόσβασης σε συγκεκριμένα δικαιώματα και δικαιοδοσίες που διασφαλίζονται από το γάμο, μέσω της έκκλησης για πρόσβαση στον ίδιο το θεσμό, δεν λαμβάνει υπόψη της την εναλλακτική λύση: Την απαίτηση για αποσύνδεση αυτών ακριβώς των δικαιωμάτων και των δικαιοδοσιών από το θεσμό του γάμου” (15).

Αντί λοιπόν τα κουίρ άτομα να ζητούν τα δικαιώματα που προσφέρει ο γάμος από τη θέση ενός μειονοτικού πληθυσμού εντός των ορίων μιας κυρίαρχης άρχουσας τάξης που αποτελείται κυρίως από λευκούς, πρέπει να απορρίψουν αυτή την εδραιωμένη αντίληψη της αποδοχής, επιλέγοντας μια πολιτική συμμαχιών με εκείνους που αντιλαμβάνονται τη ζημιά που κάνει η κρατική διοικητική εξουσία. Η φύση της καταπίεσης των LGBTQ ατόμων έχει πολλές αποχρώσεις και είναι πολυσύνθετη. Ωστόσο, αν επιθυμούμε πράγματι να δούμε μια αλλαγή που να ξεπερνάει την ετεροκανονικότητα, δεν μπορούμε να στηριζόμαστε στους θεσμούς που υπάρχουν εντός της ετεροκανονικότητας, ή που παίζουν με βάση τους κανόνες της. Ο γάμος, η Βουλή, και οι ομάδες πίεσης (lobby groups) είναι τελικά όλα αναποτελεσματικά για την επίτευξη της απελευθέρωσής μας, ακόμη κι αν βρίσκονται θεωρητικά στο σωστό δρόμο. Τα πανό μας πρέπει να γράφουν: “Οι σεξουαλικότητές μας, οι ταυτότητές μας είναι τα πάντα και τίποτε, και δεν σας αφορούν”. Δεν χρειαζόμαστε τον κόσμο τους, αλλά και δεν τον θέλουμε! Αυτό ακριβώς πρέπει να εκφράζουμε και να πράττουμε, επιλέγοντας μια προσέγγιση που θα μάχεται ενάντια στις διακρίσεις και την καταπίεση, και θα είναι αρκετά ριζοσπαστική ώστε να μπορεί να οραματιστεί έναν κόσμο πέρα από την ετεροκανονικότητα. Μια προσέγγιση που θα αναγνωρίζει την ολέθρια δράση της ετεροκανονικότητας και τον ύπουλο τρόπο με τον οποίο έχει μεταφερθεί η καταπίεσή της σε κάθε πτυχή της ζωής μας - από την απροκάλυπτη φύση της ομοφοβικής και τρανσφοβικής βίας, μέχρι το διακριτικό τρόπο με τον οποίο τα κουίρ άτομα προσπαθούν να κατευνάσουν την ετεροκανονικότητα, ή να αγκαλιάσουν καταπιεστικούς ετεροσεξουαλικούς θεσμούς όπως ο γάμος. Η απελευθέρωση μπορεί να έρθει μόνο μέσα από μια διαδικασία αυτοοργάνωσης, επανεκπαίδευσης των ανθρώπων, μάχιμης αντιμετώπισης των διακρίσεων, και δυναμικής εμφάνισής μας στην κοινωνία, όπου θα έχουμε τη συλλογικά αλληλέγγυα ορμή, το χώρο και την αυτοπεποίθηση να αντιμετωπίσουμε ευθέως αυτό ακριβώς που είναι η αδικία: Μια κατασκευή, που απαιτεί μια ενσυνείδητη κοινότητα, προετοιμασμένη να αμφισβητήσει τα θεμέλια αυτής της κατασκευής και τις πιο κρυφές μορφές με τις οποίες καταπιέζει, και όχι απλώς τις πιο επιφανειακές εκδηλώσεις της.

JM

 

 

  1. www.newyorker.com/online/blogs/johncassidy/2012/05/david-cameron

  2. www.stonewall.org.uk/documents/servesyouright.pdf

  3. www.homeoffice.gov.uk/publications/equalities/research/barriers-p

  4. Lesbian, Gay, Bisexual, Transexual, Queer. (σ.τ.μ.)

  5. Πρόκειται για μια στρατηγική σκοπιμοτήτων, η οποία συγκαλύπτει τις συνεχιζόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πίσω από μια εικόνα νεωτερικότητας. (σ.τ.μ.)

  6. Mikdashi, Maya, “Gay Rights as Human Rights: Pinkwashing Homonationalism”.

  7. Palmer Thompson, Edward, “The Making of the English Working Class”, pp 419-425.

  8. Butler, Judith, “Competing Universalities” (2000), στο “The Judith Butler Reader”.

  9. www.ons.gov.uk/ons/.../ard-pt145-civil-partnerships.pdf

  10. Κοινωφελές ίδρυμα για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, που είναι η πιο γνωστή οργάνωση ομοφυλόφιλων στη Βρετανία. (σ.τ.μ.)

  11. www.stonewall.org.uk/what_we_do/research_and_policy/2880.asp

  12. Έκφραση που δηλώνει την οικονομική ισχύ κάποιων ομοφυλοφιλικών κύκλων. (σ.τ.μ.)

  13. Spade, Dean, “Normal Life: Administrative Violence, Critical Trans Politics, and the Limits of Law”.

  14. Spade, Dean, “Normal Life: Administrative Violence, Critical Trans Politics, and the Limits of Law”.

  15. Butler, Judith, “Competing Universalities” (2000), στο “The Judith Butler Reader”.

 

 

 

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License