H κότα γέννησε το αυγό η το αυγό την κότα;

.

1. Πολλοί  σύντροφοι επηρεασμένοι από μια μαρξιστική λογική αναπαράγουν  το σκόπιμο  λάθος των μαρξιστών που λένε ότι η οικονομική – κοινωνική εκμετάλλευση προηγήθηκε της πολίτικης αλλοτρίωσης - καταπίεσης,   ανάγοντας την οικονομία σαν την βάση της κοινωνίας και την πολιτική εξουσία σαν το εποικοδόμημα. Για εμάς δεν υπάρχει διαχωρισμός και όταν ένα επαναστατικό ρεύμα επικαλείται μόνο την οικονομική και όχι και την θεσμική αλλαγή κάνη μισή επανάσταση. Αυτή η παραπλανητική θεώρηση ότι αλλάζοντας μετασχηματίζοντας  της παραγωγικές σχέσης στην κοινωνία αλλάζει και το εποικοδόμημα πολίτικη εξουσία – κράτος και μεταβάλλοντας την υπόθεση της πολιτικής και οικονομικής χειραφέτησης σε στάδια  είχε ολέθρια αποτελέσματα για την υπόθεση του σοσιαλισμού και του κομουνισμού στην ανθρωπότητα και πήγε το κοινωνικό ζήτημα διακόσια χρόνια πίσω.

Ο αναρχικός κομουνισμός στην ουσία πέραν από την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής επιζητεί την ενσωμάτωση της οικονομίας μέσα στην κοινωνική ζωή και όχι από πάνω όπως είναι σήμερα και ιδιαίτερα μέσα από την εμπορευματοποίηση κάθε πτυχής της ανθρώπινης ζωής και της φύσης των πλασματικών αναγκών και του κέρδους. Όμως πριν να είναι οικονομική, η αλλοτρίωση είναι πολιτική. Η εξουσία είναι πριν την εργασία, Η οικονομία είναι παράγωγο της πολιτικής. Η ανάδειξη του κράτους καθορίζει και την εμφάνιση των τάξεων». Στη Χαλδαία  την Αίγυπτο, εδώ και πέντε χιλιάδες  χρόνια, μαζί με το Κράτος, έκανε την εμφάνιση του το καθετί που ξέρουμε και σήμερα: η σύγχρονη πόλη με τους έμπορους της, τους υπαλλήλους της, τους σκλάβους της, τις πόρνες της, τους ιερείς της, τους αστυνομι­κούς της, τους στρατιωτικούς της, και πάνω απ΄ όλους ο ηγεμόνας, ο βασιλιάς ή ο πρίγκιπας, ή ο πρωθυπουργός,  ο οποίος κυβερνά το κράτος διαμέσου της κυβέρνησής του.

Από παλιά για τους αναρχικούς   όρος κομμουνισμός δεν σήμαινε μια μέθοδο αγώνα και πολύ λιγότερο μια συγκεκριμένη μέθοδο συλλογισμού, αλλά ένα κοινωνικό σύστημα βασισμένο στην ολοκληρωτικά ριζοσπαστική αναδιοργάνωση της κοινωνίας, στη βάση της κοινής ιδιοκτησίας του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου, της κοινής απόλαυσης των καρπών της κοινής εργασίας από τα μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας, χωρίς κανείς να μπορεί να οικειοποιείται κάποιο κοινωνικό κεφάλαιο για τον εαυτό του για τα αποκλειστικά του οφέλη και να αποκλείσει ή να βλάψει τους άλλους.  Ο κομμουνισμός πρέπει να συνθέτει την οικονομική-κοινωνική σχέση  μιας κοινωνίας που έχει μετασχηματιστεί μέσω μιας επαναστατικής διαδικασίας, ενώ η αναρχία  είναι το πολιτικό της αποκορύφωμα. Ο ελευθεριακός κομμουνισμός είναι η οικονομική-πολιτική διευθέτηση πάνω στην οποία θα μπορούσε να βασιστεί μια κοινωνία χωρίς κυβέρνηση. Η αυτοοργάνωση-αυτοδιεύθυνσης όλης τις δημόσιας σφαίρας, η   άμεση δημοκρατία αναφορικά με τους τρόπους λήψης των αποφάσεων της ελευθερίας  του λόγου του πράττειν του σκέπτεστε και του συνέρχεσθε  βρίσκουν την κορύφωση τους στην αναρχία,(δηλαδή, στην απουσία κάθε  κυβέρνησης από τα πάνω), ενώ  η ελεύθερη και εθελούσια οργάνωση από τα « κάτω προς τα πάνω» των κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή η αυτοκυβέρνηση είναι ο καλύτερος τρόπος να εφαρμοστεί ο κομμουνισμός. Η  μια κατάσταση είναι, κατά τον αποτελεσματικότερο τρόπο, η εγγύηση τις άλλης και αντιστρόφως. Από εδώ και η συγκεκριμένη διατύπωση του Αναρχικού κομμουνισμού ως ιδανικού και ως κίνητρου για αγώνα.

 

2. Απορρίπτοντας, σε συμφωνία με τις έρευνες του Πιέρ Κλαστρ (μαθητή του Κλωντ Λεβί-Στρως), κάθε προσπάθεια να αποδοθεί η ανάδυση της κυριαρχίας μέσα στην ιστορία σε απλούς οικονομικούς παράγοντες, θέση που υποστηρίζεται τόσο από τη φιλελεύθερη όσο και από τη μαρξιστική σκέψη, ο Μπούκτσιν θεωρεί ότι η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο προηγήθηκε και αποτέλεσε τη βάση της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση: «Δεν είναι η ανάγκη για πλεόνασμα υλικού πλούτου που δημιουργεί τις ιεραρχίες και τις κυρίαρχες τάξεις· αντιθέτως, είναι οι ιεραρχίες και οι κυρίαρχες τάξεις που δημιουργούν τα τεράστια πλεονάσματα του υλικού πλούτου». Η ιεραρχική διάκριση δεν δημιουργήθηκε απλώς από την ανάγκη να ξεπεραστεί το χαμηλό επίπεδο οικονομίας που χαρακτήριζε τις άγριες κοινωνίες: ήταν αντιθέτως «οι ιεραρχίες με βάση την ηλικία και το φύλο και οι ημι-θρησκευτικές και ημι-πολιτικές ανάγκες που δημιούργησαν την εξουσία και εκείνες τις υλικές σχέσεις που προκάλεσαν το σχηματισμό των τάξεων».

Η ανάδυση, μέσα στην εξέλιξη της ανθρώπινης κοινότητας, της ιεραρχίας, δηλαδή των «παραδοσιακών πολιτισμικών και ψυχολογικών συστημάτων της προσταγής και της υπακοής» (η κυριαρχία του ηλικιωμένου πάνω στο νέο, του άνδρα πάνω στη γυναίκα, μίας εθνικής ομάδας πάνω στην άλλη, της πόλης πάνω στην ύπαιθρο, του μυαλού πάνω στο σώμα, μιας επίπεδης εργαλειακής ορθολογικότητας πάνω στο πνεύμα, της κοινωνίας και της τεχνολογίας πάνω στη φύση) είναι λοιπόν προγενέστερη της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις και της συγκρότησης των κρατικών δομών.

Στην πραγματικότητα, η κυριαρχία εδραιώθηκε αρχικά πάνω στις βιολογικές διαφορές που υπήρχαν στις οργανικές κοινωνίες μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας, μεταξύ των ηλικιωμένων και των νέων, καθώς και μεταξύ των εμβρυωδών μορφών επικοινωνίας με το θείο (οι Σαμάνοι) και της υπόλοιπης κοινωνίας. Έτσι, διαμορφώθηκαν οι πρώτες κυρίαρχες κάστες, και αυτές οι κοινωνικές ομάδες εξέφρασαν, κατά την πρωτοϊστορία της ανθρωπότητας, την τριλογία της πρωταρχικής κυριαρχίας, που προοδευτικά, αργότερα, συγκροτήθηκε στις θεσμισμένες καταστάσεις του στρατού, του κράτους και του κλήρου. H προοδευτική παρακμή των αξιών και των πρακτικών της αλληλεγγύης των οργανικών κοινω-νιών συμβάδισε με την αρχή εκείνου που, με μια ρουσωική έκφραση, ο Μπούκτσιν ονόμασε «μακρύ χειμώνα της κυριαρχίας και της καταπίεσης, που κοινώς είναι γνωστός ως πολιτισμός».

Η αποκρυστάλλωση της κυριαρχίας, συνεπώς, κατά τον Μπούκτσιν, δεν έλαβε χώρα μόνο στο υλικό επίπεδο, με τη γέννηση της πόλης, του κράτους, μιας εξουσιαστικής τεχνικής και μιας υψηλά οργανωμένης οικονομίας της αγοράς· η εδραίωση του μονοπωλίου της δύναμης «εκφράστηκε με την εμφάνιση ενός αισθήματος και ενός συνόλου καταπιεστικών αξιών, που οργάνωσαν ψυχολογικά ολόκληρο το βασίλειο της εμπειρίας, κατά μήκος των γραμμών της προσταγής και της υπακοής». Πρόκειται για αυτό που ο Αμερικάνος στοχαστής ονομάζει επιστημολογίες της κυριαρχίας, στις οποίες αφιερώνει κάποιες από τις καλύτερες σελίδες του πιο σημαντικού έργου του, Η Οικολογία της Ελευθερίας , που δεν είναι τυχαίο ότι φέρει τον υπότιτλο Ανάδυση και Αποσύνθεση της ιεραρχίας .

Από τη μια πλευρά, αυτές προώθησαν «την ανάπτυξη της κυριαρχίας και μιας εγωιστικής ηθικής στους κόλπους των κυρίαρχων ομάδων της κοινωνίας»· από την άλλη, «τροφοδότησαν τους κυριαρχούμενους με ένα ψυχικό μηχανισμό βασισμένο πάνω στην έννοια της ενοχής και της παραίτησης». Στην πραγματικότητα, το κράτος «δεν είναι απλά ένα σύνολο εξαναγκαστικών και γραφειοκρατικών θεσμών. Αποτελεί επίσης και μια διανοητική κατάσταση, μια ενσταλαγμένη νοοτροπία που διευθετεί την πραγματικότητα ... Χωρίς ένα υψηλό βαθμό συνεργασίας των κατώτερων τάξεων της κοινωνίας, η εξουσία του θα εξαφανιζόταν».

Οι επιστημολογίες της κυριαρχίας έφτασαν στο αποκορύφωμά τους, σύμφωνα με τον Μπούκτσιν, κατά το τέλος του 15 ου αιώνα, όταν η εμφάνιση μιας νέας τάξης, της πρωτο-αστικής και εμπορικής, οδήγησε στη διάδοση των σαφώς αντι-αλληλέγγυων αξιών και μιας αυστηρά χρησιμοθηρικής αντίληψης για τη φύση. Έτσι, ο άνθρωπος ήταν «υποχρεωμένος» να καθυποτάξει τη φύση ως κυρίαρχος, προκειμένου να επιτύχει ένα υψηλό στάδιο προόδου και πολιτισμού…».

 

3. «…Ο ισχυρισμός ότι η μοίρα των κοινωνικών δομών καθορίζεται από τους νόμους της λεγόμενης "κοινωνι­κής φυσικής" δεν έχει μεγαλύτερη αξία από τον ισχυρι­σμό εκείνων των πονηρών γυναικών που καμώνονται πως είναι ικανές να διαβάζουν τη μοίρα των ανθρώπων στα φλιτζάνια και στις ανθρώπινες παλάμες. Είναι αλήθεια ότι το ωροσκόπιο διανέμει ρόλους στους λαούς και στα έθνη, αλλά οι προφητικές ικανότητες της πολιτικής και κοινωνικής αστρολογίας δεν έχουν καμία μεγαλύ­τερη αξία από τα προγνωστικά εκείνων που ισχυρίζο­νται ότι είναι ικανοί να διαβάζουν τη μοίρα του ανθρώ­που μέσα στα άστρα. Το γεγονός ότι μία ιστορική θεώρηση μπορεί να πε­ριέχει σημαντικές ιδέες για την ερμηνεία των κοινωνι­κών γεγονότων είναι αδιαμφισβήτητο.

 Εμείς απλώς αντι­τιθέμεθα στον ισχυρισμό ότι η πορεία της ιστορίας υπό­κειται στους ίδιους (ή σε παρόμοιους) νόμους στους οποίους υπόκεινται και τα φυσικά ή μηχανικά γεγονότα. Αυτός ο εσφαλμένος και εντελώς ανυπόστατος ισχυρι­σμός εμπεριέχει και έναν ακόμη κίνδυνο. Από τη στιγμή που έχουμε συνηθίσει να τοποθετούμε στο ίδιο επίπεδο τις αιτίες των φυσικών και των κοινωνικών γεγονότων, είναι φυσικό να τείνουμε προς την αναζήτηση μιας θε­μελιώδους πρώτης αιτίας, που θα αποτελούσε, κατά κά­ποιον τρόπο, το νόμο της κοινωνικής βαρύτητας, ο οποίος θα μας χρησίμευε για τη βασική εξήγηση όλων των ιστορικών γεγονότων. Από τη στιγμή που έχουμε φθά­σει σ' αυτό το σημείο, είναι εύκολο να παραβλέψουμε όλες τις άλλες αιτίες των κοινωνικών δομών καθώς και τις αλληλεπιδράσεις που απορρέουν από αυτές.

Κάθε ανθρώπινη ιδέα που αναφέρεται στη βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών είναι πρωτίστως μία επιθυ­μία που στηρίζεται μόνο στην πιθανότητα. Όταν τίθενται ζητήματα τέτοιου είδους, η επιστήμη φθάνει στα όρια της, διότι κάθε πιθανότητα στηρίζεται μόνο σε υποθέ­σεις που δεν μπορούν να υπολογισθούν, να ζυγισθούν ή να μετρηθούν. Μολονότι είναι αλήθεια ότι η θεμελίω­ση μίας κοσμοαντίληψης, όπως για παράδειγμα ο σο­σιαλισμός, είναι δυνατόν να επικαλείται τα αποτελέσμα­τα της επιστημονικής έρευνας, εν τούτοις δεν είναι δυ­νατό να γίνει η ίδια επιστήμη, διότι η πραγμάτωση των στοχων της δεν εξαρτάται από προκαθορισμένες, ντετερμινιστικές διαδικασίες, όπως συμβαίνει με τα φυσικά φαινόμενα. Δεν υπάρχει νόμος στην ιστορία που να μας δείχνει την πορεία κάθε ανθρώπινης κοινωνικής δρα­στηριότητας. Οποτεδήποτε, μέχρι στιγμής, έγινε προσπά­θεια να αποδειχθεί η ύπαρξη ενός τέτοιου νόμου, καθί­στατο αμέσως εμφανής η παντελής παιδαριώδη αυτής της απόπειρας.

Όσο βαθύτερα ερευνούμε τις επιδράσεις της εξουσιαστικής πολιτικής μέσα στην ιστορία, τόσο περισσότερο καταλήγουμε να είμαστε πεπεισμένοι ότι η "Βούληση για εξουσία" έχει υπάρξει μέχρι σήμερα μία από τις ισχυρότερες κινητήριες δυνάμεις στην ανάπτυξη των μορφών των ανθρώπινων κοινωνιών. Η ιδέα ότι όλα τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα των δεδομένων οικονομικών συνθηκών και ότι είναι εξηγήσιμα μέσω αυτών δεν μπορεί να αντέξει μπροστά σε μία προσεκτική εξέταση.

Το γεγονός ότι οι οικονομικές συνθήκες και οι ιδιαίτερες μορφές της κοινωνικής παραγωγής έχουν διαδραματίσει ένα ρόλο στην εξέλιξη της ανθρωπότητας αναγνωρίζεται από όλους όσους έχουν προσπαθήσει να κατανοήσουν εις βάθος τα διάφορα κοινωνικά φαινόμενα. Αυτό το γεγονός ήταν πολύ καλά γνωστό, προτού ο Μαρξ διατυπώσει τη δική του εξήγηση. Είχε καταδειχθεί μέσα στα γραπτά μιας ολόκληρης σειράς σπουδαίων Γάλλων σοσιαλιστών, όπως ο Σεν Σιμόν, ο Κονσιντεράν, ο Λουί Μπλαν, ο Προυντόν και πολλοί άλλοι, και είναι γνωστό ότι ο Μαρξ κατέληξε στο σοσιαλισμό διαμέσου της μελέτης αυτών ακριβώς των γραπτών. Επιπλέον, η αναγνώριση της σπουδαιότητας και της επίδρασης των οικονομικών συνθηκών πάνω στη δομή της κοινωνικής ζωής βρίσκεται στην ίδια τη φύση του σοσιαλισμού.

Δεν είναι η αποδοχή αυτής της ιστορικής και φιλοσοφικής ιδέας που μας εκπλήσσει μέσα στο μαρξιστικό εξηγητικό μοντέλο, αλλά η δογματική μορφή με την οποία εκφράσθηκε και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της σκέψης του Μαρξ πάνω στον οποίο στήριξε αυτή την ιδέα. Διαβλέπει κανείς, κατά τρόπον αδιαμφισβήτητο, την επίδραση του Χέγκελ, του οποίου ο Μαρξ υπήρξε μαθητής. Κανείς άλλος, εκτός από το "φιλόσοφο του Απολύτου", τον επινοητή των "ιστορικών αναγκαιοτητών" και των "ιστορικών αποστολών", δε θα μπορούσε να μεταδώσει στον Μαρξ μία τέτοια υπέρμετρη αυτοπεποίθηση για τις απόψεις του. Μόνον ο Χέγκελ θα μπορούσε να του έχει εμφυσήσει την πεποίθηση ότι είχε φθάσει στα ίδια τα θεμέλια των "νόμων της κοινωνικής φυσικής", σύμφωνα με τους οποίους όλα τα κοινωνικά φαινόμενα πρέπει να εκλαμβάνονται ως ντετερμινιστική εκδήλωση μίας φύσει αναγκαίας πορείας. Και είναι αλήθεια ότι οι διάδοχοι του Μαρξ συνέκριναν τον "οικονομικό υλισμό" με τις ανακαλύψεις του Κοπέρνικου και του Κέπλερ και ήταν ο ίδιος ο Ένγκελς που ισχυρίσθηκε ότι μέσω της υλιστικής ερμηνείας της ιστορίας ο σοσιαλισμός έγινε επιστημονικός.

Ο κρατικός καπιταλισμός μπορεί να  είναι μία «διέξοδος», από την παρούσα κρίση, αλλά είναι βεβαιότατο ότι δε θα μπορούσε να αποτελέσει το δρόμο προς την κοινωνική ελευθερία. Αντιθέτως, θα βύθιζε τους ανθρώ­πους στο τέλμα μιας δουλείας, που θα περιφρονούσε κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Σε κάθε φυλακή, σε κάθε στρατώνα υπάρχει μία εξασφαλισμένη ισότητα κοινωνι­κών συνθηκών: όλοι έχουν το ίδιο φαγητό, τα ίδια ρού­χα, προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες ή εκτελούν τα ίδια καθήκοντα. Αλλά, ποιος θα υποστήριζε υπεύθυνα ότι μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να αποτελέσει το σκοπό για τον οποίο θα άξιζε να αγωνιστούμε;

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε μία κατάσταση όπου τα μέλη μιας κοινωνικής οργάνωσης καθορίζουν τις τύχες τους, ελέγχουν τις υποθέσεις τους και έχουν το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα της συμμετοχής στη διοίκηση των κοινών υποθέσεων και σε μία άλλη κατάσταση όπου τα μέλη της κοινωνίας δεν είναι παρά όργανα μιας εξωτερικής βούλησης, πάνω στην οποία δεν ασκούν καμία επιρροή. Κάθε στρατιώτης έχει δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά συσσίτια, αλλά δεν επιτρέπεται να έχει δική του κρίση. Υποχρεούται να υπακούει τυφλά στις διαταγές των ανωτέρων του, αποσιωπώντας, εν ανάγκη, τη φωνή της συνειδήσεως του, διότι δεν είναι παρά ένα τμήμα μιας μηχανής που άλλοι θέτουν σε κίνηση.

Καμία τυραννία δεν είναι περισσότερο αβάστακτη από εκείνη μιας παντοδύναμης γραφειοκρατίας, που επεμβαίνει σ' όλες τις δραστηριότητες των ανθρώπων και αφήνει πάνω τους το δικό της σημάδι. Όσο πιο απεριόριστη είναι η εξουσία του Κράτους πάνω στη ζωή του ατόμου, τόσο περισσότερο ακρωτηριάζει τις δημιουργικές του ικανότητες και εξασθενίζει τη δύναμη της προσωπικής του βούλησης. Ο κρατικός καπιταλισμός, ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος του γνήσιου σοσιαλισμού, απαιτεί την υποταγή στο Κράτος όλων των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Είναι ο θρίαμβος της μηχανής πάνω στο πνεύμα, η εξορθολογικοποίηση κάθε σκέψης, δράσης και συναισθήματος, σύμφωνα με τις αμετάβλητες νόρμες της εξουσίας, και, συνεπώς, είναι το τέλος κάθε αληθινού πνευματικού πολιτισμού.

Η επικίνδυνη μανία που βλέπει κάθε κοινωνικό φαι­νόμενο μόνον ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα των καπι­ταλιστικών μεθόδων παραγωγής έχει εμφυτεύσει στους ανθρώπους την πεποίθηση ότι όλα τα κοινωνικά γεγο­νότα απορρέουν από μία καθορισμένη αναγκαιότητα και ότι δεν μπορούν να μεταβληθούν. Αυτή η φαταλιστική ιδέα μπορεί να οδηγεί μόνο στην παράλυση της δύνα­μης των ανθρώπων για αντίσταση και, κατά συνέπεια, τους κατευθύνει προς ένα συμβιβασμό με τις δεδομένες συνθήκες, ανεξαρτήτως του πόσο φρικτές και απάνθρω­πες μπορεί να είναι…»  Ρούντολφ Ρόκερ,1928

 


Τάξη και  εξουσία

1. Πολλοί  σύντροφοι επηρεασμένοι από μια μαρξιστική λογική αναπαράγουν  το σκόπιμο  λάθος των μαρξιστών που λένε ότι η οικονομική – κοινωνική εκμετάλλευση προηγήθηκε της πολίτικης αλλοτρίωσης - καταπίεσης,   ανάγοντας την οικονομία σαν την βάση της κοινωνίας και την πολιτική εξουσία σαν το εποικοδόμημα. Για εμάς δεν υπάρχει διαχωρισμός και όταν ένα επαναστατικό ρεύμα επικαλείται μόνο την οικονομική και όχι και την θεσμική αλλαγή κάνη μισή επανάσταση. Αυτή η παραπλανητική θεώρηση ότι αλλάζοντας μετασχηματίζοντας  της παραγωγικές σχέσης στην κοινωνία αλλάζει και το εποικοδόμημα πολίτικη εξουσία – κράτος και μεταβάλλοντας την υπόθεση της πολιτικής και οικονομικής χειραφέτησης σε στάδια  είχε ολέθρια αποτελέσματα για την υπόθεση του σοσιαλισμού και του κομουνισμού στην ανθρωπότητα και πήγε το κοινωνικό ζήτημα διακόσια χρόνια πίσω.

Ο αναρχικός κομουνισμός στην ουσία πέραν από την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής επιζητεί την ενσωμάτωση της οικονομίας μέσα στην κοινωνική ζωή και όχι από πάνω όπως είναι σήμερα και ιδιαίτερα μέσα από την εμπορευματοποίηση κάθε πτυχής της ανθρώπινης ζωής και της φύσης των πλασματικών αναγκών και του κέρδους. Όμως πριν να είναι οικονομική, η αλλοτρίωση είναι πολιτική. Η εξουσία είναι πριν την εργασία, Η οικονομία είναι παράγωγο της πολιτικής. Η ανάδειξη του κράτους καθορίζει και την εμφάνιση των τάξεων». Στη Χαλδαία  την Αίγυπτο, εδώ και πέντε χιλιάδες  χρόνια, μαζί με το Κράτος, έκανε την εμφάνιση του το καθετί που ξέρουμε και σήμερα: η σύγχρονη πόλη με τους έμπορους της, τους υπαλλήλους της, τους σκλάβους της, τις πόρνες της, τους ιερείς της, τους αστυνομι­κούς της, τους στρατιωτικούς της, και πάνω απ΄ όλους ο ηγεμόνας, ο βασιλιάς ή ο πρίγκιπας, ή ο πρωθυπουργός,  ο οποίος κυβερνά το κράτος διαμέσου της κυβέρνησής του.

Από παλιά για τους αναρχικούς   όρος κομμουνισμός δεν σήμαινε μια μέθοδο αγώνα και πολύ λιγότερο μια συγκεκριμένη μέθοδο συλλογισμού, αλλά ένα κοινωνικό σύστημα βασισμένο στην ολοκληρωτικά ριζοσπαστική αναδιοργάνωση της κοινωνίας, στη βάση της κοινής ιδιοκτησίας του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου, της κοινής απόλαυσης των καρπών της κοινής εργασίας από τα μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας, χωρίς κανείς να μπορεί να οικειοποιείται κάποιο κοινωνικό κεφάλαιο για τον εαυτό του για τα αποκλειστικά του οφέλη και να αποκλείσει ή να βλάψει τους άλλους.  Ο κομμουνισμός πρέπει να συνθέτει την οικονομική-κοινωνική σχέση  μιας κοινωνίας που έχει μετασχηματιστεί μέσω μιας επαναστατικής διαδικασίας, ενώ η αναρχία  είναι το πολιτικό της αποκορύφωμα. Ο ελευθεριακός κομμουνισμός είναι η οικονομική-πολιτική διευθέτηση πάνω στην οποία θα μπορούσε να βασιστεί μια κοινωνία χωρίς κυβέρνηση. Η αυτοοργάνωση-αυτοδιεύθυνσης όλης τις δημόσιας σφαίρας, η   άμεση δημοκρατία αναφορικά με τους τρόπους λήψης των αποφάσεων της ελευθερίας  του λόγου του πράττειν του σκέπτεστε και του συνέρχεσθε  βρίσκουν την κορύφωση τους στην αναρχία,(δηλαδή, στην απουσία κάθε  κυβέρνησης από τα πάνω), ενώ  η ελεύθερη και εθελούσια οργάνωση από τα « κάτω προς τα πάνω» των κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή η αυτοκυβέρνηση είναι ο καλύτερος τρόπος να εφαρμοστεί ο κομμουνισμός. Η  μια κατάσταση είναι, κατά τον αποτελεσματικότερο τρόπο, η εγγύηση τις άλλης και αντιστρόφως. Από εδώ και η συγκεκριμένη διατύπωση του Αναρχικού κομμουνισμού ως ιδανικού και ως κίνητρου για αγώνα.

 

2. Απορρίπτοντας, σε συμφωνία με τις έρευνες του Πιέρ Κλαστρ (μαθητή του Κλωντ Λεβί-Στρως), κάθε προσπάθεια να αποδοθεί η ανάδυση της κυριαρχίας μέσα στην ιστορία σε απλούς οικονομικούς παράγοντες, θέση που υποστηρίζεται τόσο από τη φιλελεύθερη όσο και από τη μαρξιστική σκέψη, ο Μπούκτσιν θεωρεί ότι η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο προηγήθηκε και αποτέλεσε τη βάση της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση: «Δεν είναι η ανάγκη για πλεόνασμα υλικού πλούτου που δημιουργεί τις ιεραρχίες και τις κυρίαρχες τάξεις· αντιθέτως, είναι οι ιεραρχίες και οι κυρίαρχες τάξεις που δημιουργούν τα τεράστια πλεονάσματα του υλικού πλούτου». Η ιεραρχική διάκριση δεν δημιουργήθηκε απλώς από την ανάγκη να ξεπεραστεί το χαμηλό επίπεδο οικονομίας που χαρακτήριζε τις άγριες κοινωνίες: ήταν αντιθέτως «οι ιεραρχίες με βάση την ηλικία και το φύλο και οι ημι-θρησκευτικές και ημι-πολιτικές ανάγκες που δημιούργησαν την εξουσία και εκείνες τις υλικές σχέσεις που προκάλεσαν το σχηματισμό των τάξεων».

Η ανάδυση, μέσα στην εξέλιξη της ανθρώπινης κοινότητας, της ιεραρχίας, δηλαδή των «παραδοσιακών πολιτισμικών και ψυχολογικών συστημάτων της προσταγής και της υπακοής» (η κυριαρχία του ηλικιωμένου πάνω στο νέο, του άνδρα πάνω στη γυναίκα, μίας εθνικής ομάδας πάνω στην άλλη, της πόλης πάνω στην ύπαιθρο, του μυαλού πάνω στο σώμα, μιας επίπεδης εργαλειακής ορθολογικότητας πάνω στο πνεύμα, της κοινωνίας και της τεχνολογίας πάνω στη φύση) είναι λοιπόν προγενέστερη της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις και της συγκρότησης των κρατικών δομών.

Στην πραγματικότητα, η κυριαρχία εδραιώθηκε αρχικά πάνω στις βιολογικές διαφορές που υπήρχαν στις οργανικές κοινωνίες μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας, μεταξύ των ηλικιωμένων και των νέων, καθώς και μεταξύ των εμβρυωδών μορφών επικοινωνίας με το θείο (οι Σαμάνοι) και της υπόλοιπης κοινωνίας. Έτσι, διαμορφώθηκαν οι πρώτες κυρίαρχες κάστες, και αυτές οι κοινωνικές ομάδες εξέφρασαν, κατά την πρωτοϊστορία της ανθρωπότητας, την τριλογία της πρωταρχικής κυριαρχίας, που προοδευτικά, αργότερα, συγκροτήθηκε στις θεσμισμένες καταστάσεις του στρατού, του κράτους και του κλήρου. H προοδευτική παρακμή των αξιών και των πρακτικών της αλληλεγγύης των οργανικών κοινω-νιών συμβάδισε με την αρχή εκείνου που, με μια ρουσωική έκφραση, ο Μπούκτσιν ονόμασε «μακρύ χειμώνα της κυριαρχίας και της καταπίεσης, που κοινώς είναι γνωστός ως πολιτισμός».

Η αποκρυστάλλωση της κυριαρχίας, συνεπώς, κατά τον Μπούκτσιν, δεν έλαβε χώρα μόνο στο υλικό επίπεδο, με τη γέννηση της πόλης, του κράτους, μιας εξουσιαστικής τεχνικής και μιας υψηλά οργανωμένης οικονομίας της αγοράς· η εδραίωση του μονοπωλίου της δύναμης «εκφράστηκε με την εμφάνιση ενός αισθήματος και ενός συνόλου καταπιεστικών αξιών, που οργάνωσαν ψυχολογικά ολόκληρο το βασίλειο της εμπειρίας, κατά μήκος των γραμμών της προσταγής και της υπακοής». Πρόκειται για αυτό που ο Αμερικάνος στοχαστής ονομάζει επιστημολογίες της κυριαρχίας, στις οποίες αφιερώνει κάποιες από τις καλύτερες σελίδες του πιο σημαντικού έργου του, Η Οικολογία της Ελευθερίας , που δεν είναι τυχαίο ότι φέρει τον υπότιτλο Ανάδυση και Αποσύνθεση της ιεραρχίας .

Από τη μια πλευρά, αυτές προώθησαν «την ανάπτυξη της κυριαρχίας και μιας εγωιστικής ηθικής στους κόλπους των κυρίαρχων ομάδων της κοινωνίας»· από την άλλη, «τροφοδότησαν τους κυριαρχούμενους με ένα ψυχικό μηχανισμό βασισμένο πάνω στην έννοια της ενοχής και της παραίτησης». Στην πραγματικότητα, το κράτος «δεν είναι απλά ένα σύνολο εξαναγκαστικών και γραφειοκρατικών θεσμών. Αποτελεί επίσης και μια διανοητική κατάσταση, μια ενσταλαγμένη νοοτροπία που διευθετεί την πραγματικότητα ... Χωρίς ένα υψηλό βαθμό συνεργασίας των κατώτερων τάξεων της κοινωνίας, η εξουσία του θα εξαφανιζόταν».

Οι επιστημολογίες της κυριαρχίας έφτασαν στο αποκορύφωμά τους, σύμφωνα με τον Μπούκτσιν, κατά το τέλος του 15 ου αιώνα, όταν η εμφάνιση μιας νέας τάξης, της πρωτο-αστικής και εμπορικής, οδήγησε στη διάδοση των σαφώς αντι-αλληλέγγυων αξιών και μιας αυστηρά χρησιμοθηρικής αντίληψης για τη φύση. Έτσι, ο άνθρωπος ήταν «υποχρεωμένος» να καθυποτάξει τη φύση ως κυρίαρχος, προκειμένου να επιτύχει ένα υψηλό στάδιο προόδου και πολιτισμού…».

 

3. «…Ο ισχυρισμός ότι η μοίρα των κοινωνικών δομών καθορίζεται από τους νόμους της λεγόμενης "κοινωνι­κής φυσικής" δεν έχει μεγαλύτερη αξία από τον ισχυρι­σμό εκείνων των πονηρών γυναικών που καμώνονται πως είναι ικανές να διαβάζουν τη μοίρα των ανθρώπων στα φλιτζάνια και στις ανθρώπινες παλάμες. Είναι αλήθεια ότι το ωροσκόπιο διανέμει ρόλους στους λαούς και στα έθνη, αλλά οι προφητικές ικανότητες της πολιτικής και κοινωνικής αστρολογίας δεν έχουν καμία μεγαλύ­τερη αξία από τα προγνωστικά εκείνων που ισχυρίζο­νται ότι είναι ικανοί να διαβάζουν τη μοίρα του ανθρώ­που μέσα στα άστρα. Το γεγονός ότι μία ιστορική θεώρηση μπορεί να πε­ριέχει σημαντικές ιδέες για την ερμηνεία των κοινωνι­κών γεγονότων είναι αδιαμφισβήτητο.

 Εμείς απλώς αντι­τιθέμεθα στον ισχυρισμό ότι η πορεία της ιστορίας υπό­κειται στους ίδιους (ή σε παρόμοιους) νόμους στους οποίους υπόκεινται και τα φυσικά ή μηχανικά γεγονότα. Αυτός ο εσφαλμένος και εντελώς ανυπόστατος ισχυρι­σμός εμπεριέχει και έναν ακόμη κίνδυνο. Από τη στιγμή που έχουμε συνηθίσει να τοποθετούμε στο ίδιο επίπεδο τις αιτίες των φυσικών και των κοινωνικών γεγονότων, είναι φυσικό να τείνουμε προς την αναζήτηση μιας θε­μελιώδους πρώτης αιτίας, που θα αποτελούσε, κατά κά­ποιον τρόπο, το νόμο της κοινωνικής βαρύτητας, ο οποίος θα μας χρησίμευε για τη βασική εξήγηση όλων των ιστορικών γεγονότων. Από τη στιγμή που έχουμε φθά­σει σ' αυτό το σημείο, είναι εύκολο να παραβλέψουμε όλες τις άλλες αιτίες των κοινωνικών δομών καθώς και τις αλληλεπιδράσεις που απορρέουν από αυτές.

Κάθε ανθρώπινη ιδέα που αναφέρεται στη βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών είναι πρωτίστως μία επιθυ­μία που στηρίζεται μόνο στην πιθανότητα. Όταν τίθενται ζητήματα τέτοιου είδους, η επιστήμη φθάνει στα όρια της, διότι κάθε πιθανότητα στηρίζεται μόνο σε υποθέ­σεις που δεν μπορούν να υπολογισθούν, να ζυγισθούν ή να μετρηθούν. Μολονότι είναι αλήθεια ότι η θεμελίω­ση μίας κοσμοαντίληψης, όπως για παράδειγμα ο σο­σιαλισμός, είναι δυνατόν να επικαλείται τα αποτελέσμα­τα της επιστημονικής έρευνας, εν τούτοις δεν είναι δυ­νατό να γίνει η ίδια επιστήμη, διότι η πραγμάτωση των στοχων της δεν εξαρτάται από προκαθορισμένες, ντετερμινιστικές διαδικασίες, όπως συμβαίνει με τα φυσικά φαινόμενα. Δεν υπάρχει νόμος στην ιστορία που να μας δείχνει την πορεία κάθε ανθρώπινης κοινωνικής δρα­στηριότητας. Οποτεδήποτε, μέχρι στιγμής, έγινε προσπά­θεια να αποδειχθεί η ύπαρξη ενός τέτοιου νόμου, καθί­στατο αμέσως εμφανής η παντελής παιδαριώδη αυτής της απόπειρας.

Όσο βαθύτερα ερευνούμε τις επιδράσεις της εξουσιαστικής πολιτικής μέσα στην ιστορία, τόσο περισσότερο καταλήγουμε να είμαστε πεπεισμένοι ότι η "Βούληση για εξουσία" έχει υπάρξει μέχρι σήμερα μία από τις ισχυρότερες κινητήριες δυνάμεις στην ανάπτυξη των μορφών των ανθρώπινων κοινωνιών. Η ιδέα ότι όλα τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα των δεδομένων οικονομικών συνθηκών και ότι είναι εξηγήσιμα μέσω αυτών δεν μπορεί να αντέξει μπροστά σε μία προσεκτική εξέταση.

Το γεγονός ότι οι οικονομικές συνθήκες και οι ιδιαίτερες μορφές της κοινωνικής παραγωγής έχουν διαδραματίσει ένα ρόλο στην εξέλιξη της ανθρωπότητας αναγνωρίζεται από όλους όσους έχουν προσπαθήσει να κατανοήσουν εις βάθος τα διάφορα κοινωνικά φαινόμενα. Αυτό το γεγονός ήταν πολύ καλά γνωστό, προτού ο Μαρξ διατυπώσει τη δική του εξήγηση. Είχε καταδειχθεί μέσα στα γραπτά μιας ολόκληρης σειράς σπουδαίων Γάλλων σοσιαλιστών, όπως ο Σεν Σιμόν, ο Κονσιντεράν, ο Λουί Μπλαν, ο Προυντόν και πολλοί άλλοι, και είναι γνωστό ότι ο Μαρξ κατέληξε στο σοσιαλισμό διαμέσου της μελέτης αυτών ακριβώς των γραπτών. Επιπλέον, η αναγνώριση της σπουδαιότητας και της επίδρασης των οικονομικών συνθηκών πάνω στη δομή της κοινωνικής ζωής βρίσκεται στην ίδια τη φύση του σοσιαλισμού.

Δεν είναι η αποδοχή αυτής της ιστορικής και φιλοσοφικής ιδέας που μας εκπλήσσει μέσα στο μαρξιστικό εξηγητικό μοντέλο, αλλά η δογματική μορφή με την οποία εκφράσθηκε και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της σκέψης του Μαρξ πάνω στον οποίο στήριξε αυτή την ιδέα. Διαβλέπει κανείς, κατά τρόπον αδιαμφισβήτητο, την επίδραση του Χέγκελ, του οποίου ο Μαρξ υπήρξε μαθητής. Κανείς άλλος, εκτός από το "φιλόσοφο του Απολύτου", τον επινοητή των "ιστορικών αναγκαιοτητών" και των "ιστορικών αποστολών", δε θα μπορούσε να μεταδώσει στον Μαρξ μία τέτοια υπέρμετρη αυτοπεποίθηση για τις απόψεις του. Μόνον ο Χέγκελ θα μπορούσε να του έχει εμφυσήσει την πεποίθηση ότι είχε φθάσει στα ίδια τα θεμέλια των "νόμων της κοινωνικής φυσικής", σύμφωνα με τους οποίους όλα τα κοινωνικά φαινόμενα πρέπει να εκλαμβάνονται ως ντετερμινιστική εκδήλωση μίας φύσει αναγκαίας πορείας. Και είναι αλήθεια ότι οι διάδοχοι του Μαρξ συνέκριναν τον "οικονομικό υλισμό" με τις ανακαλύψεις του Κοπέρνικου και του Κέπλερ και ήταν ο ίδιος ο Ένγκελς που ισχυρίσθηκε ότι μέσω της υλιστικής ερμηνείας της ιστορίας ο σοσιαλισμός έγινε επιστημονικός.

Ο κρατικός καπιταλισμός μπορεί να  είναι μία «διέξοδος», από την παρούσα κρίση, αλλά είναι βεβαιότατο ότι δε θα μπορούσε να αποτελέσει το δρόμο προς την κοινωνική ελευθερία. Αντιθέτως, θα βύθιζε τους ανθρώ­πους στο τέλμα μιας δουλείας, που θα περιφρονούσε κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Σε κάθε φυλακή, σε κάθε στρατώνα υπάρχει μία εξασφαλισμένη ισότητα κοινωνι­κών συνθηκών: όλοι έχουν το ίδιο φαγητό, τα ίδια ρού­χα, προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες ή εκτελούν τα ίδια καθήκοντα. Αλλά, ποιος θα υποστήριζε υπεύθυνα ότι μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να αποτελέσει το σκοπό για τον οποίο θα άξιζε να αγωνιστούμε;

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε μία κατάσταση όπου τα μέλη μιας κοινωνικής οργάνωσης καθορίζουν τις τύχες τους, ελέγχουν τις υποθέσεις τους και έχουν το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα της συμμετοχής στη διοίκηση των κοινών υποθέσεων και σε μία άλλη κατάσταση όπου τα μέλη της κοινωνίας δεν είναι παρά όργανα μιας εξωτερικής βούλησης, πάνω στην οποία δεν ασκούν καμία επιρροή. Κάθε στρατιώτης έχει δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά συσσίτια, αλλά δεν επιτρέπεται να έχει δική του κρίση. Υποχρεούται να υπακούει τυφλά στις διαταγές των ανωτέρων του, αποσιωπώντας, εν ανάγκη, τη φωνή της συνειδήσεως του, διότι δεν είναι παρά ένα τμήμα μιας μηχανής που άλλοι θέτουν σε κίνηση.

Καμία τυραννία δεν είναι περισσότερο αβάστακτη από εκείνη μιας παντοδύναμης γραφειοκρατίας, που επεμβαίνει σ' όλες τις δραστηριότητες των ανθρώπων και αφήνει πάνω τους το δικό της σημάδι. Όσο πιο απεριόριστη είναι η εξουσία του Κράτους πάνω στη ζωή του ατόμου, τόσο περισσότερο ακρωτηριάζει τις δημιουργικές του ικανότητες και εξασθενίζει τη δύναμη της προσωπικής του βούλησης. Ο κρατικός καπιταλισμός, ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος του γνήσιου σοσιαλισμού, απαιτεί την υποταγή στο Κράτος όλων των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Είναι ο θρίαμβος της μηχανής πάνω στο πνεύμα, η εξορθολογικοποίηση κάθε σκέψης, δράσης και συναισθήματος, σύμφωνα με τις αμετάβλητες νόρμες της εξουσίας, και, συνεπώς, είναι το τέλος κάθε αληθινού πνευματικού πολιτισμού.

Η επικίνδυνη μανία που βλέπει κάθε κοινωνικό φαι­νόμενο μόνον ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα των καπι­ταλιστικών μεθόδων παραγωγής έχει εμφυτεύσει στους ανθρώπους την πεποίθηση ότι όλα τα κοινωνικά γεγο­νότα απορρέουν από μία καθορισμένη αναγκαιότητα και ότι δεν μπορούν να μεταβληθούν. Αυτή η φαταλιστική ιδέα μπορεί να οδηγεί μόνο στην παράλυση της δύνα­μης των ανθρώπων για αντίσταση και, κατά συνέπεια, τους κατευθύνει προς ένα συμβιβασμό με τις δεδομένες συνθήκες, ανεξαρτήτως του πόσο φρικτές και απάνθρω­πες μπορεί να είναι…»  Ρούντολφ Ρόκερ,1928

 

Μια προσθήκη

1. Δεν αντιλαμβανόμαστε  (σαν τους μαρξιστές) τον κομμουνισμό σαν αναγκαιοκρατία και ένα παραγωγήστικο μοντέλο που συνεχώς θα αναπτύσσεται,   η κοινωνία που θέλουμε θα είναι πιο λιτή σε σχέση με τη  κατασπατάληση  των φυσικών πόρων και της ανθρώπινης εργασίας  που προάγει ο καπιταλισμός αλλά αυτή την λιτότητα θα την αποφασίσουμε όλοι μας  ως κοινωνική συνθήκη γι αυτό και θα είναι  μια πράξη ελευθερίας σε αντίθεση με μορφές οικονομικής λιτότητας που προωθεί ο καπιταλισμός και οι πολιτικές ελίτ που τον εκπροσωπούν  σε ορισμένες χώρες (λόγο κρίσης )  και είναι μια πράξη επιβολής.

Μια από της πολλές  αντιφάσεις της σύγχρονης καπιταλιστικής οικονομίας είναι η εξής, ότι ενώ  από την μια το βασικό τους  οικονομικό  δόγμα βασίζετε στη ζήτηση (κατανάλωση ), η το μανιπουλαρισμα της δημιουργώντας μια ψευδή εικόνα αυτάρκειας, η επιβαλλόμενη λιτότητα αυξάνει τόσο τη σχετική όσο και τη πραγματική φτώχια σε συνθήκες αφθονίας (αυξημένης παραγωγικότητας), από την άλλη το μοντέλο της απεριόριστης οικονομικής ανάπτυξης φέρνει την έμβια ζωή σε πλανητική κλίμακα σε οριακό επίπεδο και μπροστά στον κίνδυνο  οικολογικής κατάρρευσης ελλοχεύει ο κίνδυνος  να επιβληθούν  από της πολιτικές ελίτ οικολογικές δικτατορίες .

Μια  νέα εξισωτική  και οικολογικά συνεπής κοινωνία θα αποφασίσει ότι υπάρχουν χιλιάδες προϊόντα – εμπορεύματα άχρηστα και επιζήμια για τον άνθρωπο και την φύση που πρέπει να καταργηθούν όπως υπάρχουν εκατοντάδες άχρηστες εργασίες που καταργώντας τες απελευθερώνεις  άπειρο χρόνο για κοινωνικά και οικολογικά  ωφέλιμη εργασία.

Στην  νεα κοινωνία που θέλουμε οι διαταραγμένες και καταρρέουσες ισορροπίες του φυσικού περιβάλλοντος, απόρροια της απληστίας του κεφαλαιοκρατικού συστήματος για κυριαρχία, επέκταση και κέρδος, αντικαθίστανται από ένα οικονομικο-κοινωνικό σύστημα μη διαταραγμένο από κοινωνικές ανισότητες και γι΄ αυτό οικολογικά ισορροπημένο. Η κυριαρχία απέναντι στην φύση και το περιβάλλον αντικαθίσταται από την κατανόηση της φύσης, την διατήρηση της ισορροπίας και την συνεργατική σχέση μ΄ αυτή.

Στην νεα κοινωνία αντιλαμβανόμαστε την εργασία μέσα από την γενικευμένη κοινωνική αυτοδιεύθνση , ποιες είναι οι βασικές αρχές της αυτοδιεύθυνσης; Θα τις αναφέρουμε εν συντομία: Αυτοδιεύθυνση, σημαίνει εξ΄ ορισμού αυτοκαθορισμός. Αποκλείει τη διεύθυνση άλλων, την κυριαρχία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο.  Αποκλείει, όχι μόνο τη διαρκή  νομική κατοχυρωμένη εξουσία του κράτους με τους καταπιεστικούς θεσμούς, αλλά απαιτεί την κατάργηση της αρχής του κράτους από τις ενώσεις του λαού: από τα συνδικάτα, από τους χώρους εργασίας και από τις μυριάδες συσπειρώσεις  και σχέσεις που συγκροτούν την κοινωνία.

Η Αυτοδιεύθυνση, εξ΄ ορισμού, είναι η ιδέα ότι οι εργάτες (όλοι οι εργάτες περιλαμβανομένων των τεχνικών, των μηχανικών, των επιστημόνων, των προγραμματιστών, των συντονιστών, όλων), που απασχολούνται με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών μπορούν οι ίδιοι να διευθύνουν και να συντονίζουν αποτελεσματικά την οικονομική ζωή της κοινωνίας. Αυτή η πίστη στηρίζεται σε τρεις αδιαχώριστες αρχές: α) πίστη στη δημιουργική ικανότητα των μαζών, στον διασυρμένο “κοινό άνθρωπο” και όχι σε μια αριστοκρατική τάξη “ανώτερων”  ανθρώπων, β) αυτονομία (αυτοκυβέρνηση), γ) αποκέντρωση και συντονισμός, με την ελεύθερη συμφωνία του φεντεραλισμού (ομοσπονδιοποίηση). 

 

2. Παράλληλα ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη να ζει μόνο για το ψωμί (ριζικές ανάγκες) αλλά και από πνευματική τροφή και σε έναν κομουνισμό που δεν εκπληρώνει  και δεν αφήνει ελεύθερο  χώρο  για της πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων, την ατομική δημιουργικότητα, την φαντασία , το παιχνίδι , το ονειρικό στοιχείο και την αισθαντικότητα  ως βασικά συστατικά της δημιουργικότητας δεν μπορεί να σταθεί η  παλιά αλλά και νέα αξιωματική θέση ότι ο κομουνισμός είναι το πέρασμα από το «βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθέριας» . Ένας κομμουνισμός που δεν εκπληρώνει  και δεν πραγματώνει τις πνευματικές ανάγκες είναι κομμουνισμός των στρατοπέδων.

 Η αποπνευματοποίηση - τεχνολογικοποίηση του κόσμου είναι μια κατάσταση πραγμάτων που επιβάλλουν οι σύγχρονες τεχνογραφειοκρατικές και πολιτικές  ελίτ ανάγοντας όλα τα  ανθρώπινα ζητήματα σε τεχνολογικές – τεχνικές λύσεις. Την  τεχνολογία την βλέπουμε σαν δεύτερη φύση του ανθρώπου με την έννοια ότι ο άνθρωπος από τις απαρχές του χρειάστηκε να επινοήσει εξωσωματικά εργαλεία για να επιβιώσει αφού η φύση δεν τον προίκισε με ενδοσωματικά όπλα όπως τα ζώα. Όμως αυτή την τεχνολογία την θέλουμε στην υπηρεσία της απελευθερωμένης κοινωνίας και σε αντιστοιχία με τους περιορισμούς που απορρέουν από την φύση (οικολογικό ζήτημα) και όχι για την ενδυνάμωση και διαιώνιση του καπιταλισμού και των πολιτικιών ελίτ που τον εκπροσωπούν.  

  Στην νέα κοινωνία Η κυριαρχία της επιστήμης και της τεχνολογίας (ως νέα θρησκεία) πάνω στην κοινωνία και οι γνώσεις που παράγονται και που ελέγχονται και καρπώνονται από τις ολιγαρχίες αντικαθίσταται από την ισορροπία μεταξύ " του δέντρου της ανθρώπινης γνώσης" -κοινωνικής εμπειρίας και των επιτευγμάτων της επιστήμης και της τεχνολογίας, στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου και του ατόμου. Παράλληλα η πνευματική και η γνωστική ιδιοκτησία, αντικαθίσταται από τη γνώση και τη δημιουργικότητα σαν κοινωνικά αγαθά και ως τέτοια, ελεύθερα προσβάσιμα σε όλη την κοινωνία.

 

3. Το άτομο μέσα σε αυτή την νέα  κοινωνία που θέλουμε  δεν το αντιλαμβανόμαστε σαν το στάχυ μέσα σε ένα χωράφι από  στάρι, είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι σε αντιλήψεις που ισοπεδώνουν και δεν αναγνωρίζουν την ατομικότητα εξ ονόματι μιας ισοπεδωτικής ισότητας που προωθεί ολοκληρωτικές κοινοτιστικές αντιλήψεις   Και θέλει , ή οι περιγραφές της  προσμοιάζουν ως πρότυπο τις κοινωνίες των μυρμηγκιών ή των μελισσών.

Με τη λέξη ισότητα, δεν εννοούμε την ισοπεδωτική ομοιομορφία, αλλά την ισότητα μέσα από τη διαφορά. Την ισότητα μέσα από την ποικιλομορφία. Την ισότητα όχι των όμοιων, αλλά των ανόμοιων («είμαστε ίσοι γιατί διαφέρουμε»), έτσι όπως υπάρχει και εξελίσσεται  μέσα από τη ποικιλότητα της φύσης και την πολυπλοκότητα της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων. Στην νέα κοινωνία χρειάζεται να υπάρξει μια επανεκτίμηση  των   κοινωνικών  συνθηκών  για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ του ατόμου-«ιδιώτη» και του «συνόλου» –κοινωνίας, ούτως ώστε ούτε το άτομο να καταδυναστεύει και να εκμεταλλεύεται  το σύνολο, ούτε το σύνολο να καταπιέζει και να συνθλίβει  το άτομο.

4. Η αναρχία αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο μέσα από τον δισυπόστατο χαρακτήρα του από τη μια, ο ατομικός-ιδιωτικός και από την άλλη, ο συλλογικός-δημόσιος που πρέπει να εκπληρώνονται και οι δύο και ο ένας να μην ζει εις βάρος του άλλου. Δεν μπορεί να υπάρχει  ατομικότητα χωρίς  κοινωνικότητα  και  κοινωνικότητα χωρίς ατομικότητα.  Γιατί το να μιλάει κανείς για το άτομο ως διαχωρισμένο από τις κοινωνικές του ρίζες και τις κοινωνικές του περιπλοκές είναι τόσο κενό νοήματος, όσο το να μιλάει  κανείς για μια ζωή χωρίς οξυγόνο, για μια κοινωνία άδεια από ανθρώπους άρα και θεσμούς.  Ο εξανθρωπισμός του ανθρώπου πραγματοποιείται μέσω των σχέσεων του με τους άλλους ανθρώπους δηλαδή μέσω της κοινωνίας, γι΄ αυτό ο «νόμος της κοινωνικής αλλαγής είναι ο καλύτερος ανθρώπινος νόμoς». Μ. Μπακούνιν

Ατομικότητα και κοινωνικότητα

{... } Ανάμεσα στις πολιτικές θεωρίες, ο αναρχισμός συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που επεξεργάστηκαν, με τη μεγαλύτερη πληρότητα και αυθεντικότητα, ένα πρόταγμα κοινωνικής μεταβολής προς την κατεύθυνση του κοινοτισμού. Η πιο χαρακτηριστική πλευρά του ελευθεριακού κοινοτισμού πηγάζει από το γεγονός ότι ο αναρχισμός στοχεύει στη δημιουργία μιας κοινωνίας, στην οποία συνυπάρχουν ταυτοχρόνως και η ατομική ελευθερία και η κοινωνική ισότητα, και γι' αυτό προτείνει φιλόδοξα τη διαμόρφωση μιας κοινωνικής οργάνωσης, όπου, για να χρησιμοποιήσουμε τη διάσημη έκφραση του Μπένζαμιν Κονστάν, η ελευθερία των αρχαίων και η ελευθερία των μοντέρνων μπορούν να συνυπάρχουν, δίνοντας τόπο σε μία κοινωνική ισορροπία που δεν έχει ανάγκη καμία θεσμική μορφή καταναγκασμού.

Από αυτήν την άποψη, φαίνεται ιδιαιτέρως ελκυστική η έκφραση που επινοήθηκε, εδώ και μερικά χρόνια, από τον Alain Ritter. Αυτός χρησιμοποίησε, προκειμένου να προσδιορίσει τον κεντρικό αξιολογικό πυρήνα του αναρχισμού, την παράδοξη έκφραση «ατομικιστικός κοινοτισμός». «Ο ανθρωπολογικός τύπος που προτείνεται ως επιθυμητός από τον αναρχισμό», έχει γράψει σε ένα άλλο κείμενο ο Αmedeo Bertolo , «δεν βρίσκεται εξ ολοκλήρου ούτε στο κοινωνικό ούτε στο άτομο, αλλά σε μία συνεχή και ανεπίλυτη ένταση ανάμεσά τους. Εάν κυριαρχεί το κοινωνικό, ακόμα και υπό δημοκρατική μορφή, υπάρχει τυραννία. Εάν κυριαρχεί το άτομο, υπάρχει αποσύνθεση και απώλεια του νοήματος. Η αναρχία είναι ζηλότυπα ατομικιστική, αλλά και γενναιόδωρα κοινοτική. Και έχει πλήρη συνείδηση ότι το άτομο που είναι ανεπανάληπτο είναι αναπόφευκτα και κοινωνικό προϊόν και κοινωνικό υποκείμενο».

Ο αναρχισμός, προτείνοντας τη σαφή πραγμάτωση της αναρχίας, στοχεύοντας δηλαδή στη δημιουργία μιας ελευθεριακής και εξισωτικής κοινωνίας, χωρίς εξουσία, ή όπως θα ήταν πιο σωστό να πούμε χωρίς κυριαρχία, στην οποία οι διαχωρισμένες διαστάσεις του πολιτικού και του οικονομικού ενσωματώνονται μέσα στη διάσταση του κοινωνικού, είναι, ούτως ειπείν, εκ φύσεως προδιατεθειμένος να συλλάβει αυτή την κοινωνία με όρους έντονα κοινοτικούς: προκειμένου σε μια τέτοια οργάνωση η κοινωνική ζωή να μη μεταμορφώνεται σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων, είναι πράγματι απαραίτητο τα άτομα που συγκροτούν αυτή την κοινωνία να μετέχουν στις ίδιες αξίες, να δημιουργούν ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης αναμεταξύ τους και να είναι πρωταγωνιστές στις διαδικασίες λήψεως των αποφάσεων που ρυθμίζουν την κοινωνική ζωή. Εν ολίγοις, για να μπορεί να υπάρξει η αναρχία, είναι απαραίτητο τα άτομα, από τη στιγμή που θα απελευθερωθούν από τους καταναγκαστικούς μηχανισμούς, τους επιβεβλημένους από την κυριαρχία, να δημιουργήσουν μια αλληλέγγυα κοινότητα και να αναπτύξουν την ατομικότητά τους μέσα από μια κοινοτική κατεύθυνση {...} Λάρυ Τιφτ – Ντένις Σάλιβαν

Τελειώνοντας παραθέτω μερικά χορεία από την διακήρυξη της CNT στο συνέδριο της Σαραγόσα την 1η Μάη 1936

{…}  Για να θέσουμε τον ακρογωνιαίο λίθο του οικοδομήματος της δράσης μας πρέπει να προχωρήσουμε έχοντας επίγνωση της αρμονίας που υπάρχει ανάμεσα στα δύο επίπεδα, το ατομικό και το συλλογικό, δίνοντας όλα τα περιθώρια παράλληλης και ανεμπόδιστης ανάπτυξης και στα δύο {…}

{…}  Αποδεχόμαστε προς χάριν της αρμονικής σύνθεσης, την αναγνωρισμένη σημασία του ατομικού. Με αυτή την έννοια ‘’τοποθετούμε’’ την ελευθερία πάνω από κάθε επιβαλλόμενη πειθαρχία. Πρέπει να δημιουργήσουμε τους κατάλληλους θεσμούς, αυτούς που είναι αναγκαίοι από τη ζωή, στρέφοντας προς τα εκεί τις σχέσεις μας. Και αυτό μέσα από την κοινωνικοποίηση του κοινωνικού πλούτου, την κατάκτηση των μέσων παραγωγής, δίνοντας την δυνατότητα σε όλους  να έχουν  το δικαίωμα να πράττουν όπως οι φυσικοί νόμοι ορίζουν επιτακτικά για την επιβίωση, από όπου  και ξεπηδά η αναρχική αρχή της ελεύθερης συμφωνίας για να υπάρξει μέσα στους ανθρώπους η διατήρηση, η συνέχεια της συμφωνίας αυτής {…}

 

{...} Οι Ελευθεριακές Κομμούνες και η λειτουργία τους

Βάθρο της πολιτικής μας έκφρασης είναι οι παρακάτω τρεις έννοιες :

α) Το άτομο, β) η κομμούνα, γ) η ομοσπονδία.

     Μέσα στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων που θα δομούνται από το ένα άκρο της χερσονήσου ως το άλλο η διεύθυνση θα είναι καθολικού τύπου με κοινωνικό χαρακτήρα.

     Η βάση αυτής της διεύθυνσης θα είναι ασφαλώς η κομμούνα. Αυτές οι κομμούνες θα είναι αυτόνομες και ομοσπονδιακές, εθνικά και τοπικά, για τη σύνδεση ανάμεσα στα γενικά αντικειμενικά χαρακτηριστικά τους.

     Το δικαίωμα της αυτονομίας, δεν θα αποκλείει τα καθήκοντα που απορρέουν από τη συλλογική συμβίωση, όταν θα υπάρχουν εκτιμήσεις που θα γίνονται αποδεκτές στα γενικά τους σημεία. Με αυτό τον τρόπο και η κομμούνα των καταναλωτών – εθελοντική στη βάση της και χωρίς περιορισμό – θα αναγκαστεί να σεβαστεί εκείνα ακριβώς τα γενικά σημεία αναφοράς, που αργότερα θα συμφωνούνται από το σύνολο με το διάλογο. 

     Αντίθετα, άλλες κομμούνες που ακολουθούν άλλο τρόπο συμβίωσης, χωρίς να έχουν ιδιαίτερες σχέσεις με την παραγωγή, όπως αυτές των φυσιολατρών ή των γυμνιστών θα απολαμβάνουν και αυτές το δικαίωμα της αυτοδιαχείρισης ( αποδεχόμενες μερικούς γενικούς συμβιβασμούς ).

     Επειδή αυτού του τύπου οι κομμούνες δεν μπορούν μόνες τους να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους θα εκλέγουν αντιπροσώπους που θα παρευρίσκονται στα συνέδρια της Ιβηρικής Συνομοσπονδίας Ελευθεριακών Αυτόνομων Κοινοτήτων (κομμούνων) και θα μπορούν να κλείνουν συμφωνίες οικονομικού χαρακτήρα με τις υπόλοιπες κομμούνες αγροτικές ή εργοστασιακές. {...}

{...} Οι παραγωγοί στην Ελευθεριακή Κομμουνιστική κοινωνία δε θα  διαχωρίζονται σε χειρώνακτες και σε πνεύματος, γιατί οι μεν θα γίνονται ότι είναι και  οι δε’  θα είναι ελεύθερη η πρόσβαση στην επιστήμη και την τέχνη, γιατί ο χρόνος απασχόλησης με αυτές θα ανήκει στο άτομο και όχι στην κοινωνία, που θα είναι χειραφετημένο να κανονίζει και την άλλη του δραστηριότητα ως παραγωγού. Υπάρχουν πνευματικές ανάγκες  παράλληλα με τις υλικές που σε μια κοινωνία που τις ικανοποιεί και επιτρέπει τη χειραφέτηση του ατόμου, εκδηλώνονται εντονότερες. Όπως η εξέλιξη είναι μια συνεχής γραμμή, αν και όχι πάντα ευθεία, πρέπει πάντα να παίρνει πρωτοβουλίες που κάνουν τη ζωή του ευκολότερη και μπορεί να συντηρήσει τους γονείς του, τους δικούς του και τον εαυτό του.

Οι ασχολίες με τη συντήρηση, τη δημιουργία (λογοτεχνία, επιστήμη κ.ά.)  την έκφραση σε μια κοινωνία που βασίζεται πάνω στην ελεύθερη έκφραση των ανθρώπινων εκδηλώσεων της ζωής, δε μπορούν να πνίγονται  προς χάρη καμιάς υλικής σκοπιμότητας, δεν πρόκειται να τις χτυπήσει όπως γίνεται τώρα, αν όχι αντίθετα θα τις ενισχύσει και θα τις καλλιεργήσει πάνω στο σκεπτικό ότι ο άνθρωπος δε ζει μόνο με ψωμί και σιχαίνεται την ανθρωπότητα που ζει μόνο μ΄ αυτό. Δεν είναι λογικό να πιστεύουμε ότι στην δική μας κοινωνία οι άνθρωποι θα διακατέχονται από επιθυμίες επεκτατισμού.

Οι αυτόνομες ελευθεριακές κομμούνες θα ορίζουν μέρες γενικής αναψυχής, που θα αποφασίζουν οι συνελεύσεις, επίσης θα καθορίζουν συμβολικές ημερομηνίες για τη φύση και την ιστορία. Επίσης θα διαθέτουν καθημερινά ώρες για θέατρο, σινεμά ή άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις που θα προσφέρουν διασκέδαση και ψυχαγωγία στο λαό {... }

 

H αξιακή μας άρνηση

 

Μια κοινωνία όπου κυριαρχείται από  αλλοτριωμένες  κοινωνικές - ταξικές  σχέσεις που επιβάλει η εκάστοτε πολιτική-οικονομική ελίτ μέσω του κράτους (δηλαδή της «νομιμοποιημένης» δομικής βίας), μεταξύ  εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου, διευθυντή και διευθυνόμενου,  κυβερνήτη και κυβερνώμενου δεν θα είναι ποτέ αληθινά δίκαιη, ούτε θα είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Μια κοινωνία  διχαστικά πολωμένη μεταξύ φτώχειας και πλούτου, μεταξύ αυτών που δίνουν εντολές και αυτών που εκτελούν δεν θα είναι ποτέ οικολογικά ισορροπημένη, γιατί η κυριαρχία απέναντι στην φύση έχει τις ρίζες της στην κυριαρχία ανθρώπου από άνθρωπο. Η οικολογική ισορροπία  προϋποθέτει την κοινωνική αρμονία.  Γ.Μ

«…Η ελευθερία χωρίς σοσιαλισμό είναι προνόμιο και αδικία και ο σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία είναι υποδούλωση και βαρβαρότητα…».  «...Είμαστε επίσης εχθροί της πατριαρχικής και νομικής εξουσίας των συζύγων πάνω στις γυναίκες, των γονέων πάνω στα παιδιά και αυτό επειδή η ιστορία μας διδάσκει ότι ο δεσποτισμός στην οικογένεια είναι το σπέρμα του πολιτικού δεσποτισμού στο κράτος…», Μιχαήλ Μπακούνιν 1875

«… Ο αναρχισμός, επιπλήττει τον φιλελευθερισμό ως ένα μερικό δόγμα της ελευθερίας και τον σοσιαλισμό ως ένα μερικό δόγμα της ισότητας. Η μερικότητα συνίσταται στο ότι αυτά τα δύο δόγματα προτίθενται να πραγματώσουν τις αρχές τους μέσω της προσωρινής εξάρτησης των δύο αξιών, με την έννοια ότι πρώτα πραγματώνεται η μία και μετά η άλλη, ενώ ο αναρχισμός θεωρεί ότι μόνο στην ταυτόχρονη πραγμάτωση τους έγκειται η επιτυχία τους…» Νίκο Μπέρτι 1994

 

Σημείωση:

Όλα τα χωρία αυτού του κειμένου μπήκαν  για να καταδείξουν την σημασία που δίνει ο αναρχισμός, τόσο στο ατομικό όσο και στο συλλογικό, τόσο στα ζητήματα τον βασικών αναγκών του ανθρώπου,  όσο και στα ζητήματα της ελευθέριας.

Επειδή αναπτύσσεται μια συζήτηση στο εσωτερικό του αναρχικού χώρου τον τελευταίο καιρό για το πρόταγμα του (κάτι που  γίνεται σε διασυλλογικό επίπεδο πρώτη φορά) υπάρχει ο κίνδυνος  να απαντήσουμε στο ατομικισμό και στον μηδενισμό με προταγματικές αντιλήψεις κοινωνιστικού  περιεχομένου έξω από το αναρχικό αξιακό.

Όπως υπάρχει ο κίνδυνος  ξεπεράσματος του αφορμαλισμού, να φετιχοποιήσουμε την οργάνωση και να προτείνουμε οργανωτικά σχήματα εργαλειακα δύσκαμπτα και στο τέλος ή γραφειοκρατικά ή «σφραγίδες». Το ζήτημα της οργάνωσης για εμάς  δεν είναι ένα ζήτημα εφάπαξ και, προπάντων,   δεν είναι στατικό . Η οργάνωση κτίζεται  λιθαράκι – λιθαράκι, είναι ένα οργανικό δυναμικό φαινόμενο που εμπεριέχει πρωτίστως το στοιχείο της συνεχούς βελτίωσης, τόσο τη μορφή, όσο και στο περιεχόμενο.


Από τη νεαρή ηλικία που αποκτά συνείδηση ο άνθρωπος άτομο αντιλαμβάνεται τα δεσμά του και τη φύση του, τα όρια του δηλαδή. Αυτή την λέξη ελευθερία την αντιλαμβάνεται μέσα από την γνώση του περιορισμού της από την ίδια τη φύση, και τη φύση του. Αντιλαμβάνεται το θάνατο και τα δεσμά της υλικής του υπόστασης. Η μόνη διέξοδος από αυτή την υλική φυλακή του ατόμου είναι η υπερφυσική. Η σύγχυση που προάγεται στην συνείδηση του ατόμου ότι υπάρχει διέξοδος από το φυσικό του κελί, τον χρόνο. Αυτό είναι το προϊόν που πουλάει και η κάθε θρησκεία, το εισιτήριο της ελευθερίας. Άρα ελευθερία στο άτομο μόνο μέσω της υπερφυσικής μπορούμε να αποδώσουμε. Μπορούμε όμως να μιλάμε για την μέγιστη δυνατή ελευθερία του ατόμου μέσα στην κοινωνία.

Κάποιος θα μας πει ότι και η ανθρωπότητα σαν σύνολο έχει τα ίδια όρια αφού ο πλανήτης σε κάποια στιγμή θα καταστραφεί και δεν θα υπάρξει ζωή εκτός κι αν μαζικά μπορεί να μετοικίσει σε ένα νεότερο πλανήτη. Ναι, αλλά αυτή η συνείδηση, η συλλογική, και επειδή η χρονική στιγμή αυτή την εκτιμούμε σαν πολύ αργότερα από το σήμερα, δε μας δημιουργεί αίσθηση και φόβο ώστε να επηρεάζει την ελευθερία μας, σαν είδος. Δεν μας απασχολεί και τόσο ο συλλογικός μας θάνατος. (βέβαια τελευταία έχουμε αρχίσει να προκαλούμε και αυτά τα όρια)

Άρα η ελευθερία μπορεί να υπάρξει σε συλλογικό επίπεδο που δεν μπορεί να υπάρξει για τον θνητό άνθρωπο άτομο. Και αυτή τη συλλογική ελευθερία τη λέμε αναρχία, την λέμε αταξική κοινωνία, και ο μόνος τρόπος για να υπάρξει αυτή η κοινωνία με ελευθερία είναι μέσα από την οργάνωση. Κάθε έλλειμμα οργάνωσης δημιουργεί ανισοτιμία. Η οριζόντια ισότιμη οργάνωση της κοινωνίας που θα εμπεριέχει όλους και θα παρέχει την ισότιμη δυνατότητα συμμετοχής σε όλους θα είναι ο μέγιστος βαθμός ελευθερίας και της κοινωνίας και του ατόμου.

Η ισότητα που αναφέρεις είναι παραπλανητική γιατί είναι όρος που ανάγεται κυρίως στην μαθηματική ορολογία και παραπλανεί. Η ισοτιμία είναι όρος που τον ορίζουμε μη μαθηματικά, πολιτικά, και κοινωνιολογικά αν θες. Η ισοτιμία έχει να κάνει με ανθρώπινες σχέσεις ανθρώπων που φυσικά και υλικά δεν είναι ακριβώς ίσοι, αλλά μέσω της οργάνωσης είναι ισότιμοι. Η ισοτιμία δεν μπορεί να προέρθει από τη φύση, είναι δημιούργημα του ανθρώπου. Είναι μια δύσκολη ισορροπία που είναι αδιανόητο να επιτευχθεί τυχαία και μέσα από φυσική σύμπτωση. Χρειάζεται την διαρκή επαγρύπνηση και την παρέμβαση του ανθρώπου με τον σκοπό αυτό για να επιτευχθεί.

Άρα ποιός ο λόγος να μας απασχολεί και να χρειάζεται να ασχοληθούμε με αυτή την υπερφυσική αξία του ελεύθερου ατόμου; Αν το άτομο δεν αισθάνεται ελεύθερο μέσα σε μια ελεύθερη κοινωνία ισότιμων ανθρώπων ας κάνει πρόταση στη συνέλευση της κοινότητας του για το πως μπορεί να βελτιωθεί η κατάσταση του χωρίς αυτό να γίνεται εις βάρος άλλων ατόμων, να την συζητήσουμε. Μπορεί και να έχει δίκιο, να μας πείσει να αλλάξουμε κάτι, να συμφωνήσουμε, και να αποφασίσουμε κάτι διαφορετικό. Σίγουρα η διαδικασία θα πρέπει να εμπεριέχει τη δυνατότητα μιας τέτοιας παρέμβασης.

Ελευθερία είναι η συμμετοχή στις συνελεύσεις, η δυνατότητα να συζητάμε και έπειτα να αποφασίζουμε. Είναι μια συλλογική ελευθερία που έχουμε κατακτήσει. Μπορούμε να αποφασίζουμε τον τρόπο ζωής μας. Κανένας δεν σκέφτεται για εμάς. Η συλλογική διακυβέρνηση σκέφτεται αλλά δεν αποφασίζει από μόνη της. Η υπέρτατη αρχή είναι η συνέλευση.
Απ'τα μικρά Ζαπατίστικα σχολεία της ελευθερίας (2013).

από G 01/12/2013 6:56 μμ.


Normal 0 false false false EN-US X-NONE X-NONE MicrosoftInternetExplorer4

/* Style Definitions */ table.MsoNormalTable {mso-style-name:"Κανονικός πίνακας"; mso-tstyle-rowband-size:0; mso-tstyle-colband-size:0; mso-style-noshow:yes; mso-style-priority:99; mso-style-qformat:yes; mso-style-parent:""; mso-padding-alt:0in 5.4pt 0in 5.4pt; mso-para-margin:0in; mso-para-margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:11.0pt; font-family:"Calibri","sans-serif"; mso-ascii-font-family:Calibri; mso-ascii-theme-font:minor-latin; mso-fareast-font-family:"Times New Roman"; mso-fareast-theme-font:minor-fareast; mso-hansi-font-family:Calibri; mso-hansi-theme-font:minor-latin; mso-bidi-font-family:"Times New Roman"; mso-bidi-theme-font:minor-bidi;}

Σύντροφε  στα περισσότερα που λες συμφωνώ, όμως  η ένια της διαφορετικότητας είναι σύμφυτη και με την φύση και με την ανθρώπινη ιδιότητα. Η διαφορικότητα  είναι πλούτος σε αναντιστοιχία με την ομοιομορφία που προάγει ο καπιταλισμός . Η ατομική διαφορετικότητα  σε  συστοιχία με την κοινωνικότητα εμπλουτίζει αυτή την κοινωνικότητα , είναι άλλης τάξης ζήτημα η διαφορετικότητα και άλλης τάξης ζήτημα η διάσπαση της κοινότητας που μπορεί να  έχει ολέθριες συνέπιες . Η διάσπαση δεν έχει να κάνει με την διαφωνία που εμπλουτίζει την συζήτηση. Λέω σχετικά με την ελευθερία

Για την αναρχία η ελευθερία1 αποτελεί μια σχετική και  όχι μια απόλυτη  έννοια, αφού τείνει να διευρύνει τα όριά της και να επηρεάζει πλατύτερους κύκλους ανθρώπων με διάφορους τρόπους. Yποστηρίζει ότι δεν μπορεί να  υπάρξει πραγματική ατομική ελευθερία για όλους,  όταν δεν υπάρχει κοινωνική και πολιτική ισότητα και δεν μπορεί  να  υπάρξει αυτή η ισότητα, όταν δεν υπάρχει  κοινωνική και ατομική ελευθερία. Οι κοινωνικές ελευθερίες είναι το άθροισμα των ατομικών ελευθεριών μέσα από την σχέση των πολιτικά και κοινωνικά ίσων ατόμων. Γι αυτό όσο υπάρχουν εκμεταλλευτές

και εκμεταλλευόμενοι, διευθυντές και διευθυνόμενοι, κυβερνήτες και κυβερνούμενοι, κυρίαρχοι της φύσης και κυριαρχούμενη φύση, δεν είμαστε αληθινά ελεύθεροι.

     Οι ατομικές ελευθερίες, δεν αποτελούν μια αφηρημένη ιδεαλιστική φιλοσοφική ερμηνεία, αλλά τη ζωτική συγκεκρι-μένη δυνατότητα κάθε ατόμου να αναπτύξει  πλέρια και ανεμπόδιστα όλες τις ικανότητες και τα ταλέντα με τα οποία  τo έχει  προικίσει η φύση και να τα καλλιεργήσει  προς όφελος δικό του αλλά και της κοινωνίας .

     Κατά αυτόν τον τρόπο δεν υπάρχει θετική ή αρνητική έννοια της ελευθερίας, αλλά η απαλλαγμένη από εξωτερικούς παράγοντες, όπως θεϊκούς («θεία βούληση»), φυσικούς («ο νόμος του ισχυρότερου»), ή κοινωνικούς υπαγορευμένους  από μια διαστρεβλωμένη «γενική  βούληση», που είναι  η βούληση των κυρίαρχων. Η ελευθερία  του άλλου δεν είναι με κανέναν τρόπο όριο ή άρνηση της ελευθερίας μου, (εκεί που σταματάει η δική μου ελευθερία αρχίζει του άλλου). Είναι αντίθετα η αναγκαία συνθήκη και η επιβεβαίωση της. Δε γίνομαι πραγματικά ελεύθερος παρά μόνο μέσω της ελευθερίας των άλλων.

 

Βλεπε : "ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΥ"

 

 

 

από G 02/12/2013 1:31 μμ.


 

Και μια ετυμολογική ένια της ελευθερίας

Η λέξη ελευθερία προέρχεται ετυμολογικά από το πρόθεμα έψιλον (ε-) και την σανσκριτική ρίζα "λεύθ" που σημαίνει αυξάνω, αναπτύσσομαι. Από την ίδια ρίζα προέρχεται ο μέλλοντας του ελλειπτικού ρήματος έρχομαι, ελεύσομαι, που έχει και τη σημασία του ανεβαίνω, εισχωρώ. Επομένως ελευθερία σημαίνει ανεμπόδιστη ανάπτυξη, αύξηση,  ανύψωση, διείσδυση.

 

Υγ. Για την ισοτιμία που αναφέρεις πρόσεξε τη λίγο, γιατί είναι περιοριστική και αναφέρετε περισσότερο σε οικονομικούς  όρους , η ισότητα δεν πρέπει να έχει μόνο μια οικονομική αλλά πρωτίστως πολιτική σημασία.

 

 

από @Romeos 08/12/2013 2:19 μμ.


Καθως μελετουσα το νημα, διαπιστωσα οτι το site του Ελευθεριακου δεν ειναι προσβασιμο, υπαρχει θεμα?


Toυ John Clark

 

Στη διεξαχθείσα ανάμεσα στο 1860 και στο 1870 συζήτηση μεταξύ του Μαρξ και του Μπακούνιν αποκαλύφθηκαν δύο διαφορετικές ερμηνείες της κοινωνικής αλλαγής, της φύσης της κυριαρχίας και των συνθηκών για την απελευθέρωση του ανθρώπου. Μολονότι η διαφωνία είχε τις βάσεις της σε θεμελιώδεις θεωρητικές διαφορές, που είναι ακόμη και σήμερα σημαντικές, η διαμάχη απασχόλησε για πολύ καιρό μόνον τους ιστορικούς, οι οποίοι είχαν καταλάβει την σπουδαία σημασία της. Αυτή η διαμάχη ήταν και η πρώτη αιτία, πραγματικά, για τη διάλυση της Πρώτης Διεθνούς και αργότερα σφράγισε τούς δύο πόλους του διεθνούς κινήματος των εργαζομένων.

Εν τω μεταξύ, και ενώ τόσο ο κοινοβουλευτικός σοσιαλισμός όσο και ο επαναστατικός κομμουνισμός επαναδιαμορφώθηκαν βάσει των ιδεών του Μαρξ, το αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα, σπουδαιότερο στη Νότια Ευρώπη και εν μέρει στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, είχε ως κέντρο αναφοράς του την παράδοση του Μπακούνιν. Αλλά όμως, από το τέλος της δεκαετίας του '30, ο αναρχοσυνδικαλισμός εισέρχεται σε μια περίοδο αγωνίας· οι αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις έχασαν τη μαζικότητα τους εξ΄ αιτίας ή της λιποταξίας προς τον κομμουνισμό ή της καταπίεσης από αυταρχικά καθεστώτα. Εάν η αποτελεσματικότητα αποτελεί το κριτήριο για να διαγνώσουμε την αξία μιας θεωρίας, τότε η ιστορία αποφάσισε υπέρ του Μαρξ και εναντίον του Μπακούνιν΄ έτσι, η συζήτησή τους θα μπορούσε να καταχωρηθεί ως ένα μικρό κεφάλαιο στην ιστορία του θριάμβου του μαρξισμού επί όλων των άλλων κινημάτων που έχουν προβάλλει εναλλακτικά οράματα επαναστατικών θεωριών και πρακτικών. Το περιεχόμενο της συζήτησης θα μπορούσε να αγνοείται, παρ΄ όλο που η διαμάχη είναι ακόμη μεγάλης σπουδαιότητας και παρ΄ όλο που ο Μπακούνιν είναι στην πραγματικότητα, εν αντιθέσει προς τις επικρατούσες πεποιθήσεις, ένας σοβαρός πολιτικός στοχαστής, του οποίου τα έργα αξίζουν μία προσεκτική εξέταση. Αλλά, εκείνες οι πρώτες συζητήσεις προσλαμβάνουν τη σωστή τους άξια στη σημερινή κυρίως συγκυρία, στην οποία προβλήματα όπως αυτά της αυτοδιαχείρισης και της ατομικής ελευθερίας δημιουργούν ζυμώσεις στα επίσημα μαρξιστικά κόμματα, όπου η απογοήτευση από την εξέλιξη του κρατικού σοσιαλισμού όλο και αυξάνεται και όπου επανεμφανίζονται τα ίδια επιχειρήματα, που είχαν τεθεί τότε από τον Μπακούνιν1.

Το όραμα του Μπακούνιν για την πραγματικότητα που αναπτύχθηκε εν μέρει μέσω της επιρροής του Μαρξ, είναι εντελώς ματεριαλιστικό και μολονότι κατηγορήθηκε πολλάκις ότι συναινούσε προς έναν κάποιον τύπο «βολονταρισμού», δεν προσδίδει, στην πραγματικότητα  καμία απολύτως σημασία στην «ελεύθερη βούληση», την οποία θεωρεί μία μεταφυσική και θρησκευτική πλάνη. Και οι δύο θεωρητικοί αποδέχονται το φυσικό και υλικό κόσμο ως ικανή βάση για να κατανοήσει κανείς την πραγματικότητα και δεν υποστηρίζουν  κανένα μεταφυσικό βασίλειο. Στη «Διεθνή και ο Καρλ Μαρξ», ο Μπακούνιν λαμβάνει όπως ο Μαρξ, μία κριτική θέση απέναντι στην ιστορική εξέλιξη, η οποία θα έπρεπε να ερμηνευτεί ως θέση που στοχεύει να τονίσει ότι οι ιστορικές μάχες της ανθρωπότητας έχουν σταθερό σκοπό τη δημιουργία μιας ελεύθερης από την κυριαρχία ανθρώπινης κοινότητας, ή όπως υποστηρίζει στο αναφερθέν έργο, «την πληρέστερη κατάκτηση και θεμελίωση της προσωπικής ελευθερίας και εξέλιξης υλικής, πνευματικής και ηθικής του κάθε ατόμου δια μέσου της εντελώς αυθόρμητης και ελεύθερης οργάνωσης της οικονομικής και κοινωνικής αλληλεγγύης»2. Αυτή η κρίση ωθεί τον Μπακούνιν στο να κατακρίνει πολλές όψεις της ανάλυσης του Μαρξ, συμπεριλαμβανομένων και των διαδοχικών εκτιμήσεών του πάνω στην εγγενή αναπτυξιακή δυνατότητα της καπιταλιστικής παραγωγής. Από αυτήν την κριτική προέρχεται, κατά κάποιον τρόπο, μία ευρύτερη αντίληψη για τον ιστορικό υλισμό, πιο ανοικτή στην κουλτούρα και την υποκειμενικότητα.

 

Ο Μπακούνιν επικεντρώνει την κριτική του πάνω στη γνώμη του Μαρξ ότι η οικονομία αποτελεί τη βάση όλης της ιστορικής εξέλιξης3. Σύμφωνα με τον Μπακούνιν, αν η ανθρωπότητα αγωνίζεται για να πραγματώσει την απελευθέρωσή της,  δεν είναι οι οικονομικές συνθήκες εκμετάλλευσης και αθλιότητας που μπορούν να την καθορίσουν, αλλά μάλλον μία δραστήρια αγωνιστική διαδικασία καθώς και οι γνώσεις που αποκτά σ' αυτόν τον αγώνα.  «Πώς μπορούν οι εργαζόμενες μάζες να αποκτήσουν συνείδηση των δικαιωμάτων τους; Μόνο διά μέσου της μεγάλης τους ιστορικής πείρας, διά μέσου αυτής της μεγάλης παράδοσης, που αποκτούν στη διάρκεια αιώνων και μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, που αυξάνεται συνεχώς και εμπλουτίζεται με νέους πόνους και νέες αδικίες και που επιτυγχάνει, εν τέλει, να διαποτίσει και να διαφωτίσει τις μεγάλες προλεταριακές μάζες» 4. Αυτή η ιστορική γνώση θα όφειλε επίσης, να ευνοεί την ανάπτυξη οργανωτικών μορφών και διαπροσωπικών σχέσεων συνειδητά ελευθεριακών· χωρίς μία τέτοια συνείδηση και χωρίς την ελευθεριακή κουλτούρα στην οποία είναι βυθισμένη, οι μάζες δεν μπορούν να καταστούν δημιουργικά δραστήριες στην ιστορία και καθίστανται θύματα μιας νέας κυριαρχίας.

 

Ο  οικονομικός ντετερμινισμός του Μαρξ

Αλλά υπάρχει, πράγματι, στο Μαρξ ο οικονομικός ντετερμινισμός που του καταμαρτυρά ο Μπακούνιν; Πράγματι υπάρχει, ειδικά αν αναφερθούμε στον κλασσικό τύπο για τον προσδιορισμό της φύσης του οικονομικού ματεριαλισμού του Μαρξ, δηλαδή στον Πρόλογο στη «Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας». Στα τελευταία έργα του Μαρξ, όπως στα «Grundrisse» και στο «Κεφάλαιο», η παλιά άποψη συνεχίζει να κατέχει μία κεντρική θέση στη σκέψη του και τα σχόλιά του στη «Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» δεν αποτελούν μία απομονωμένη απόκλιση. Αν και στα «Grundrisse» συναντάται μία θαυμάσια ανάλυση των συνδέσεων μεταξύ της προκαπιταλιστικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, της δημιουργίας του νομισματικού πλούτου και της διαθεσιμότητας του εμπορεύματος - εργασία, οι παραγωγικές δυνάμεις θεωρούνται ακόμη το καθοριστικό αίτιο για τη γέννηση της νέας μεθόδου της παραγωγής. Το ίδιο ισχύει και για το «Κεφάλαιο».

 

Αλλά, ας επανέλθουμε στα «Grundrisse»  για τα σημαντικότερα παραδείγματα του παραγωγιστικού οράματος της κοινωνίας στο Μαρξ. Αυτά συναντώνται όχι μόνο στη συζήτηση για την ανθρωπότητα εντός των πλαισίων του καπιταλιστικού καθεστώτος, αλλά ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο αναλύονται οι προκαπιταλιστικές και οι μετακαπιταλιστικές κοινωνίες. Στη συζήτηση για τις πρωτόγονες κοινωνίες, ο Μαρξ ασχολείται με το μύθο, μία από τις πιο πολύπλοκες και πλούσια αναπτυγμένες συμβολικές μορφές· αυτός, τουναντίον, τον θεωρεί μία πρωτόγονη απόπειρα να κυριαρχηθεί η φύση, μια φανταστική κυριαρχία, εκπηγάζουσα από την πρόσκαιρη ανικανότητα της ανθρωπότητας να επιτύχει μια πραγματική κυριαρχία δια μέσου της παραγωγής. «Όλη η μυθολογία καταπιέζει, κυριαρχεί και μορφοποιεί τις δυνάμεις της φύσης στη φαντασία και με τη φαντασία, που κατόπιν εξαφανίζονται με την έλευση της πραγματικής γνώσης». Έτσι ο μύθος απορροφάται στη σφαίρα χρήσιμης δραστηριότητας και ενώνεται με την ιδέα της χρησιμοποίησης της φύσης ως καθαρού μέσου. Η μυθολογική συνείδηση εκπίπτει, κατ' αυτόν τον τρόπο, σε μια ιδεαλιστική και αναποτελεσματική τεχνική, προορισμένη να υπερβαθεί από την αποτελεσματικότερη - και ως εκ τούτου υπέρτερη - τεχνική του υλικού μετασχηματισμού.

 

Ίσως, η δριμύτερη κριτική στο Μαρξ επί αυτού του ζητήματος ασκήθηκε πρόσφατα από το Sahlins, ο οποίος θέτει αντιμέτωπη τη μαρξιανή θεωρία με την κεντρικότητα στην ανθρώπινη ύπαρξη μιας πολιτισμικής λογικής, η οποία δεν μπορεί να απορροφηθεί μέσα σε μία πραγματιστική  ή εργαλειακή ορθολογικότητα, που δεν την ενδιαφέρει πόσο βαθειά μπορεί να θεμελιώνεται πάνω σε μια κοινωνική αντίληψη της ανθρώπινης εξέλιξης. Σύμφωνα μ΄ αυτή την άποψη, «το είδος στο οποίο ανήκουν τα ανθρώπινα όντα του Μαρξ είναι αυτό του Homo Economicus » και το πρόγραμμα του Μαρξ για την απελευθέρωση του ανθρώπου, είναι «μια εξιδανικευμένη νοοτροπία της αγοράς, η οποία συνδυάζει τις ανθρώπινες ανάγκες (της αυτοπραγμάτωσης), την ένδεια των φυσικών πηγών (των αντικειμενικών οικονομικών μέσων) και μία προοδευτική απελευθέρωση του ανθρώπου από αυτές τις σκοτεινές συνθήκες με μια αυτοκαθοριζόμενη πράξη». Αυτό το όραμα του προτάγματος της χειραφέτησης δια μέσου της παραγωγής συναντάται σε μεγάλο μέρος της μαρξιανής επιστημολογίας, για την οποία η σημασία εκπίπτει σε μια καθαρή ταξινόμηση και η πολιτισμική δημιουργία σε αντανάκλαση των υλικών πράξεων· αυτή η έκπτωση, όμως, αγνοεί την κεντρικότητα της συμβολικής διαδικασίας. Η μαρξιανή θέση δε θεωρεί ότι όλες οι αξίες, συμπεριλαμβανομένων και των αξιών χρήσεως, μπορούν να καθορίζονται μόνο (και, πράγματι  σε μεγάλο μέρος συγκροτούνται) από ένα σύστημα σημασιών, το όποιο δεν μπορεί να περιορίζεται σε μία εξιδανικευμένη έκφραση των βιολογικών αναγκών ή και ευρύτερων αναγκών, που παράγονται από την εξέλιξη της διαδικασίας του υλικού μετασχηματισμού. Το μαρξιανό παραγωγιστικό όραμα της ανθρώπινης δραστηριότητας αγνοεί ότι ο πολιτισμικός λόγος δεν υποτάσσεται στην πρακτική λογική και το αποτέλεσμα είναι ότι ο Μαρξ καθίσταται ανίκανος να ανακαλύψει, εν όλω, τη σχετικότητα των θεσμίσεων της αστικής κοινωνίας, του ίδιου του πολιτισμού αναφορικά με την πράξη, την εργαλειακή δράση και την τεχνική· εξ άλλου, αυτό το παραγωγιστικό όραμα, για να περιοριστούμε στην κριτική του Μαρξ, περιορίζει ακόμη και το δικό του όραμα των παραμέτρων, στις όποιες γεννάται το πρόταγμα της ανθρώπινης χειραφέτησης.

 

Όλη αυτή η όψη της σκέψης του Μαρξ, η τάση του προς έναν οικονομικό ντετερμινισμό και προς ένα παραγωγιστικό όραμα της ανθρώπινης φύσης, αποτελεί τον πυρήνα της διαφωνίας μεταξύ Μπακούνιν και Μαρξ επί του θέματος της ιστορικής σημασίας της καπιταλιστικής παραγωγής. Σύμφωνα με τον Μπακούνιν, ο Μαρξ, άκριτα, θεωρεί αναγκαία για την απελευθέρωση της ανθρωπότητας πολλά στοιχεία της αστικής κοινωνίας και της καπιταλιστικής παραγωγής. Επομένως ο Μαρξ και μαζί του μεγάλο μέρος του κινήματος των εργαζομένων, ήταν ακόμη ανίκανοι να προσεγγίσουν κριτικά πολλές προϋποθέσεις της εποχής τους και κατέστη αναγκαία μία πληρέστερη ανάλυση επί του θέματος της υπεροχής των κατηγοριών της αστικής ιδεολογίας στο πεδίο του πολιτικού διαλόγου και μια ριζικότερη ρήξη με αυτή την ιδεολογία.

   Όπως εξηγεί ο Μπακούνιν «… εμείς, πράγματι, αναγνωρίζουμε το χαρακτήρα της αναγκαιότητας και του αναπόφευκτου όλων των ιστορικών φαινομένων, αλλά δε μένουμε αδιάφοροι απέναντι σ' αυτά και προ πάντων, προφυλασσόμαστε πολύ από το να τα εξάρουμε, όταν από τη φύση τους αποκαλύπτονται εμφανώς αντιφατικά απέναντι στο υπέρτατο στόχο της ιστορίας»5, που είναι, για τον Μπακούνιν, η πραγματοποίηση μιας κοινωνίας χωρίς κυριαρχία. Το ειδικό αντικείμενο της διαφωνίας είναι η ιστορική σημασία της αστικής κοινωνίας. Σύμφωνα με τον Μπακούνιν, ο Μαρξ βλέπει την εξέλιξη του καπιταλισμού ως ένα βήμα μπροστά προς την κοινωνική επανάσταση και προς τη γέννηση μιας ελεύθερης κοινωνίας. Ο Μαρξ υποστηρίζει (όπως έχει γράψει ο Μπακούνιν) ότι αν «οι χώρες είναι πιο καθυστερημένες από την άποψη της καπιταλιστικής παραγωγής, τοποθετούνται αναγκαστικά στο ίδιο επίπεδο και από την άποψη της κοινωνικής επανάστασης».

 

Διαβάστε όλο το κείμενο εδώ:

http://eleftheriakos.gr/node/240#_ednref11

 

Σημείωση

Είναι σημαντικό να διαβαστεί αυτή η μπροσούρα από όλους τους αναρχικούς  ιδιαίτερα από την στιγμή που παρουσιάζονται στο αναρχικό χώρο αντιλήψεις που θέλουν να παντρέψουν μαρξισμό και αναρχισμό, μερική θα πουν ότι η διαμάχη είναι παλιά και δεν ανταποκρίνεται στης νέε συνθήκες που αντιμετωπίζουμε. Θα απαντήσω σε όλους αυτούς  ότι δεν είναι δογματισμός να αναφέρεσαι στης βασικές θεμελιακές αξιακες θέσεις που διαφοροποιούν τον μαρξισμό από των αναρχισμό και φυσικά  να μην βλέπεις την εξέλιξη και επίπτωση που είχε ο μαρξισμός ως αναφορά  το ζητιμα της κοινωνικής απελευθέρωσης.

«…Η ελευθερία χωρίς σοσιαλισμό είναι προνόμιο και αδικία και ο σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία είναι υποδούλωση και βαρβαρότητα…». Μιχαήλ Μπακούνιν

http://eleftheriakos.gr/



και των ετεροχρονισμένων αναλύσεων και ιδεοληψιών του 18ου αιώνα.

Το θέμα είναι ότι χωρίς κόκκορα , δε γίνεται τίποτα ........

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License