Για μια ελευθεριακή πολιτική «εξουσία»

.

 

του Τόμας Ιμπανέζ

 Επιστημολογικές και στρατηγικές εκτιμήσεις γύρω από την έννοια

Ο Αναρχισμός βρίσκεται εδώ και δεκαετίες σε μια φάση στασιμότητας που κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, και η οποία εκδηλώνεται τόσο στο επίπεδο της θεωρίας όσο και σ' αυτό της πρακτικής.

Στο θεωρητικό επίπεδο είναι σπάνιοι οι νεωτερισμοί που παρήχθησαν στους κόλπους μιας σκέψης που μπορούμε χωρίς αμφιβολία να χαρακτηρήσουμε ριζοσπαστική, αλλά με μια τόσο ιδιαίτερη έννοια ώστε να κολλάει κυριολεκτικά στις ρίζες της λες και έχει κόλλα, συναντώντας τεράστιες δυσκολίες στο να αναπτυχτεί και να εξελιχτεί έχοντας ως αφετηρία αυτές τις ρίζες. Ο αναρχισμός έμεινε σταθερός, στο μεγαλύτερο μέρος του, στις αντιλήψεις και τις προτάσεις που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια 18ου και του 19ου αιώνα. Στο επίπεδο της πρακτικής, μπορούμε σίγουρα να υποστηρίξουμε ότι ο αναρχισμός διαδόθηκε στους κόλπους μεγάλων άμορφων κοινωνικών κινημάτων, σιωπηλά ελευθεριακών, ενώ παράλληλα έχει σφραγίσει μεγάλο αριθμό κοινωνικών αλλαγών. Δυστυχώς, για καθέναν από τους μετασχηματισμούς που είχαν ελευθεριακά χαρακτηριστικά, είναι εύκολο να αναφέρουμε δεκάδες μικρο-εξελίξεις που με μια έννοια, άμεσα ή έμμεσα, είναι ολοκληρωτικές. Η κοινωνία μοιάζει να μετακινείται προς μια κατεύθυνση συστολής και όχι διεύρυνσης των θεμελιακών ελευθεριών και αυτονομιών.

Αυτή η διπλή στασιμότητα αποτελεί προφανώς πρόβλημα και μου φαίνεται ότι βάζει σε αμφισβήτηση την αξία των ελευθεριακών θέσεων. Είναι δυνατό να σκιαγραφήσουμε τα στοιχεία μιας νέας αφετηρίας; Πιστεύω πως ναι. Παράλληλα με τις πιο θεμελιώδεις σκέψεις που θά 'πρεπε να προσανατολίζονται προς την επεξήγηση των κοινωνικών συνθηκών της παραγωγής των ιδεολογιών και των κινημάτων της κοινωνικής χειραφέτησης1, νομίζω ότι μια ενδεχόμενη ενδυνάμωση της ελευθεριακής σκέψης και πράξης περνάει απαραίτητα από μια ιδιαίτερη επιχείρηση εξορκισμού. Είναι απολύτως απαραίτητο να εξορκίσουμε μια ολόκληρη σειρά θεμάτων ταμπού των οποίων η ιδεολογικο-συναισθηματική φόρτιση μπλοκάρει κάθε δυνατότητα σκέψης. Κι αυτή η επιχείρηση εξορκισμού είναι πολύ περισσότερο αναγκαία όταν αφορά συγκεκριμένα θεμελιακά ζητήματα του «σκληρού πυρήνα»2 της αναρχικής σκέψης.

 

Η έννοια «εξουσία» και, πιο συγκεκριμένα, η έννοια «πολιτική εξουσία» είναι μία από τις πρώτες που θά 'πρεπε να αποϊεροποιηθούν αν θέλουμε να απεγκλωβίσουμε τις συνθήκες για την πιθανή ανανέωση του αναρχισμού. Στην πραγματικότητα, έχει γίνει σύνηθες φαινόμενο να χρησιμοποιείται ο καθορισμός της θέσης σε σχέση με το ερώτημα της εξουσίας, ως ένα από τα βασικά κριτήρια του διαχωρισμού ανάμεσα στις ελευθεριακές και μη ελευθεριακές θέσεις. Κατά την άποψή μου το ερώτημα της εξουσίας συνιστά το βασικό «διαφοροποιητικό» στοιχείο ανάμεσα στους βαθμούς της «ελευθεριακότητας» των διαφόρων κοινωνικο-ιδεολογικών σκέψεων, καθώς και ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικο-πολιτικες στάσεις, τόσο τις ατομικές όσο και τις συλλογικές. Αυτο που θεωρώ ανεπίτρεπτο είναι να θεωρείται ότι η σχέση της ελευθεριακής σκέψης και της έννοιας της εξουσίας μπορεί να διατυπώνεται μόνο με όρους άρνησης, αποκλεισμού, απόρριψης, αντίθεσης, δηλαδή αντινομίας. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει μια ελευθεριακή θεώρηση της εξουσίας. Όσο αυτό δε γίνεται κατανοητό πλήρως από την ελευθεριακή σκέψη, αυτή δε θα είναι σε θέση να προσεγγίσει εκείνες τις αναλύσεις και πρακτικές που θα της επιτρέψουν να καταλάβει την κοινωνική πραγματικότητα.

1. Η έννοια της εξουσίας.

Η πολυσχημία του όρου «εξουσία» και το εύρος του σχηματικού του φάσματος συνιστούν τις συνθήκες που ευνοούν τους διάλογους κουφών. Παρατηρούμε συχνά πώς κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, το περισσότερο που καταφέρνουν οι ομιλίες είναι απλά να παρατίθονται αντί να προστίθονται η μία στην άλλη, καθώς πραγματεύονται αντικείμενα βαθειά διαφορετικά μεταξύ τους, που αποκτούν κοινό έδαφος με την προσφυγή σε έναν κοινό προσδιορισμό: την «εξουσία». Είναι λοιπόν, χρήσιμο να περιγράψουμε τον όρο «εξουσία» πριν επιχειρήσουμε τη συζήτησή του. Εννοείται βέβαια, πως κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι μπορούμε να ανοιχτούμε προς έναν «αντικειμενικό» και χωρίς προβλήματα ορισμό της λέξης εξουσία, αφού αναφέρεται σ' έναν όρο πολιτικά φορτισμένο, που έχει αναλυθεί από παλιά από έναν συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υπάρξει ένας ορισμός «ουδέτερος».

Σε μια από τις έννοιες του, πιθανά τον πιο γενικό και διαχρονικά τον πρώτο, ο όρος «εξουσία» λειτουργεί σαν αντίστοιχος με την έκφραση «έχω την ικανότητα να ...», δηλαδή ως συνώνυμο του συνόλου των γεγονότων των οποίων κάποιος που είναι δρων, ενεργητικός ή όχι, μπορεί να είναι η άμεση ή έμμεση αιτία. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι απ' αυτήν την αφετηρία η εξουσία ορίζεται σχετικά, αφού για να μπορέσει να εδραιωθεί χρειάζεται μια αλληλεπίδραση. Φαντάζομαι ότι κανένας, ελευθεριακός ή μη, δεν επιθυμεί να συζητήσει για αυτήν την συγκεκριμένη εξουσία, και ότι κανένας δε θεωρεί πως είναι χρήσιμο να την αμφισβητήσει δηλαδή να την καταστρέψει. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχουν υπάρξεις χωρίς εξουσία και ότι η εξουσία είναι, μ' αυτήν την έννοια, ομοούσια με αυτή καθαυτή τη ζωή.

Με μια δεύτερη έννοια η λέξη «εξουσία» αναφέρεται σ' εναν συγκεκριμένο τύπο σχέσεων ανάμεσα σε κοινωνικά δρώντες, κι ετσι συνηθίζεται να χαρακτηρίζεται ως η ασύμμετρη η άνιση ικανότητα που έχουν οι δρώντες να δημιουργούν αποτελέσματα πάνω στον άλλο πόλο της σχέσης που εγκαθιδρύεται. Δεν πιστεύω ότι είναι οππορ- τουνιστικο το να μπούμε εδώ σε πιο λεπτά επίπεδα ανάλυσης και να αναρωτηθούμε, για παράδειγμα, αν η παραγωγή αποτελεσμάτων πρέπει να είναι ηθελημένη ή όχι κλπ, για να νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για σχέση εξουσίας

Με μια τρίτη έννοια ο όρος «εξουσία» αναφέρεται στις μακροκοινωνικές δομές και στους μακροκοινωνικούς μηχανισμούς κοινωνικής ρύθμισης ή κοινωνικού ελέγχου. Μιλάμε μ' αυτήν την έννοια για «μηχανισμούς» ή «σχηματισμούς», για «κέντρα» ή «δομές» εξουσίας, κλπ. Σημειώνω ότι αυτό δεν έχει την έννοια υπεράσπισης της «κατάργησης της εξουσίας» σε οποιοδήποτε από τα επίπεδα έκφρασής της, και ότι είναι αλήθεια και «προφανές». για το επίπεδο 1 (η εξουσία ως ικανότητα), είναι εξίσου αλήθεια, αν και λιγότερο «προφανές» για τα άλλα υπό εξέτασιν επίπεδα. Μ' άλλα λόγια, το να μιλάμε για μια κοινωνία «χωρίς εξουσία» συνιστά σφάλμα κρίσης, είτε το θέτουμε από την άποψη της εξουσίας ικανότητας (που θα σήμαινε μια κοινωνία η οποία δεν θα «μπορούσε» να κάνει τίποτα;), είτε το θέτουμε στο επίπεδο των ασύμμετρων σχέσεων (που θα σήμαινε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις χωρίς ασύμμετρα αποτελέσματα;), είτε τέλος το θέτουμε από την άποψη του κοινωνικού (που θα σήμαινε ένα σύστημα, και η κοινωνία είναι προφανώς ένα σύστημα, του οποίου τα στοιχεία δεν θα «περιορίζονταν» από το σύνολο των σχέσεων που ορίζουν με ακρίβεια το σύστημα;).

Οι σχέσεις εξουσίας είναι ομοούσιες με το ίδιο το κοινωνικό γεγονός, ενυπάρχουν σ' αυτό, το εμποτίζουν, το περικλείουν και ταυτοχρόνως απορρέουν απ' αυτό. Από τη στιγμή που το κοινωνικό υπονοεί αναγκαστικά την ύπαρξη ενός συνόλου αλληλεπιδράσεων ανάμεσα σε πολλά στοιχεία που απότομα σχηματίζουν ένα σύστημα, υπάρχουν αναπόφευκτα αποτελέσματα εξουσίας του συστήματος πάνω στα στοιχεία του, ακριβώς όπως υπάρχουν αποτελέσματα εξουσίας και ανάμεσα στα στοιχεία του συστήματος.

Όταν μιλάμε για μια κοινωνία χωρίς πολιτική εξουσία, μιλάμε για μια κοινωνία χωρίς κοινωνικές σχέσεις, χωρίς κοινωνικές ρυθμίσεις, χωρίς διαδικασία κοινωνικών αποφάσεων, με λίγα λόγια μιλάμε για κάτι «ασύλληπτο», κατ' επανάληψη αντιφατικό μέσα στην ίδια του τη διατύπωση.

Εισάγω εδώ το χαρακτηριστικό «πολιτικό» για να αποσαφηνίσω τον όρο «εξουσία», αφού αυτός με την πιο γενική του έννοια, σημαίνει απλά τη διαδικασία και τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων που επιτρέπουν σ' ένα κοινωνικό σύνολο να επιλέγει ανάμεσα στις διαφορετικές εναλλακτικές προτάσεις που συναντά, όπως επίσης τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που διαβεβαιώνουν την αποτελεσματική εφαρμογή των αποφάσεων που έχουν παρθεί. Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει, μ' αυτήν την έννοια, μια πολλαπλότητα μοντέλων «πολιτικής εξουσίας». Αφού οι ελευθεριακοί δηλώνουν ότι είναι «ενάντια στην εξουσία», αφού διαδηλώνουν την αναγκαιότητα να «καταργηθεί η εξουσία», αφού προτείνουν μια «κοινωνία χωρίς εξουσία», δεν μπορούν να διατηρήσουν έναν παραλογισμό ή κάτι το αδιανόητο.3

Είναι πιθανό να κάνουν απλά λάθος μετωνυμικού τύπου και χρησιμοποιούν τη λέξη «εξουσία» για ν' αναφερθούν στην πραγματικότητα σ' έναν «συγκεκριμένο τύπο σχέσεων εξουσίας», γνωρίζοντας, και πολύ συγκεκριμένα, τον τύπο της εξουσίας που βρίσκουμε στις «σχέσεις κυριαρχίας», στις «δομές κυριαρχίας», στις «διατάξεις κυριαρχίας», στα «εξαρτήματα κυριαρχίας» κλπ (είτε είναι αυτές οι σχέσεις καταναγκαστικού, χειραγωγικού ή άλλου τύπου). Ακόμα δεν θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε στις σχέσεις κυριαρχίας το σύνολο των σχέσεων που περιορίζουν την ελευθερία 4του ατόμου ή των ομάδων. Κι αυτό όχι μόνο επειδή κάτι τέτοιο θα χάραζε εκ νέου μια σχέση ισοδυναμίας μεταξύ των σχέσεων κυριαρχίας και των σχέσεων εξουσίας (καθώς κάθε πολιτική ή «κοινοτική» εξουσία είναι αναγκαστικά περιοριστική), αλλά ακόμα γιατί η ελευθερία και η εξουσία με καμμία έννοια δεν βρίσκονται σε μια σχέση απλής αντίθεσης.

Στην πραγματικότητα, είναι αλήθεια ότι οι σχέσεις εξουσίας (που ενυπάρχουν στο κοινωνικό, ας μην το ξεχνάμε αυτό) περιορίζουν την ελευθερία του ατόμου, αλλά είναι εξίσου αλήθεια ότι την κάνουν δυνατή και τη διευρύνουν. Μ' αυτήν την έννοια θά 'πρεπε να διαβάσουμε εκείνη την ωραία φόρμουλα, σύμφωνα με την οποία η ελευθερία μου δεν σταματάει εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία των άλλων, αλλά αντιθέτως, εμπλουτίζεται από την ελευθερία των άλλων και διευρύνεται απ' αυτήν.

Είναι ξεκάθαρο ότι η ελευθερία του άλλου περιορίζει τη δική μου (δεν είμαι ελεύθερος να κάνω όλα εκείνα που μπορούν να παραβιάζουν τη δική του), αλλά είναι εξίσου ξεκάθαρο, ταυτοχρόνως, ότι η ελευθερία μου έχει ανάγκη αυτήν την άλλη ελευθερία για να μπορέσει να υπάρξει (σ' έναν κόσμο αυτομάτων η ελευθερία μου θα περιοριζόταν σημαντικά). Η εξουσία και η ελευθερία, λοιπόν, συγχέονται σ' ένα περίπλοκο σύμπλεγμα ανταγωνισμού υλοποίησης.

Για να επιστρέψουμε στην καρδιά του προβλήματος, θα λέγαμε λοιπόν, ότι οι ελευθεριακοί είναι στην πραγματικότητα ενάντια στα κοινωνικά συστήματα που βασίζονται στις σχέσεις κυριαρχίας (με την αυστηρή έννοια του όρου). Το «κάτω η εξουσία» θά 'πρεπε να εξαφανιστεί από το ελευθεριακό λεξιλόγιο, προς όφελος του «κάτω οι σχέσεις κυριαρχίας», και αυτό γιατί υπάρχει σήμερα χρέος να οριστούν οι συνθήκες της πιθανής ύπαρξης μιας κοινωνίας μη κυριαρχίας. Αν οι ελευθεριακοί δεν είναι ενάντια στην εξουσία, αλλά ενάντια σ' έναν συγκεκριμένο τύπο εξουσίας, σημαίνει ότι είναι οπαδοί μιας συγκεκριμένης ποικιλίας εξουσίας που είναι εύχρηστο (και ακριβές) να την ονομάζουμε «ελευθεριακή εξουσία», ή ακριβέστερα «ελευθεριακή πολιτική εξουσία».

Αυτό σημαίνει ότι ασπάζονται έναν νέο τρόπο ελευθεριακής λειτουργίας των μηχανισμών, των διατάξεων και των σχέσεων της εξουσίας, που χαρακτηρίζουν την κοινωνία. Η αποδοχή της αρχής μιας ελευθεριακής πολιτικής εξουσίας μπορεί να επιφέρει δύο τύπους αποτελεσμάτων. Ο πρώτος μας τοποθετεί και μας υποχρεώνει να σκεφτούμε και ν' αναλύσουμε τις συγκεκριμένες συνθήκες άσκησης μιας ελευθεριακής πολιτικής εξουσίας, τόσο στους κόλπους μιας κοινωνίας «με κράτος», όσο και σε μια κοινωνία «χωρίς κράτος».

Η εύκολη λύση συνίσταται, προφανώς, στο να διαδηλώνουμε ότι πρέπει να καταργηθεί η εξουσία, αποφεύγοντας το δύσκολο έργο να πούμε ποιες συγκεκριμένα είναι οι συνθήκες λειτουργίας μιας ελευθεριακής εξουσίας και ποιοι είναι οι τρόποι επίλυσης των συγκρούσεων σε μια μη-αυταρχική κοινωνία6. Εξάλλου το να επικεντρώνουμε την προσοχή μας στο κράτος και να υπερβάλλουμε σχετικά με την εξαφάνισή του, μας διευκολύνει να παραβλέπουμε το ότι ακόμα και χωρίς κράτος, οι σχέσεις και οι διατάξεις της εξουσίας διατηρούνται στους κόλπους της κοινωνίας. Αν είμαστε πεπεισμένοι ότι με την εξαφάνιση του κράτους εξαφανίζεται η εξουσία, γιατί τότε να ασχολούμαστε μαζί της;

Ο δεύτερος τύπος αποτελεσμάτων θα μπορούσε να συνίσταται στο να κάνει, επιτέλους, δυνατή την επικοινωνία ανάμεσα στους ελευθεριακούς και το κοινωνικό τους περιβάλλον. Στην πραγματικότητα, αν οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τον ελευθεριακό λόγο, αν αδιαφορούν γι' αυτόν, αν δεν μοιράζονται τις ανησυχίες του, η ευθύνη δεν είναι δική τους, αλλά των ελευθεριακών. Η καλή λαϊκή κρίση έχει δίκιο όταν παραμένει ανεπηρέαστη από την ελευθεριακή επιχειρηματολογία ενάντια στην εξουσία, θα παρέμενε κουφή ακόμα κι αν άκουγε προτάσεις που δεν θα μιλούσαν για κατάργηση της εξουσίας, αλλά απλά για τη μεταρρύθμιση της;

Καταλαβαίνω ότι η ανάλυσή μου μπορεί να προκαλέσει έναν «ελευθεριακό ρεφορμισμό» και αυτή η εντύπωση θα ενδυναμωθεί όταν πω, ότι για την εγκαθίδρυση μιας επικοινωνίας ανάμεσα στους ελευθεριακούς και στην κοινωνία, δεν αρκεί να προτείνουμε μια αλλαγή στις σχέσεις εξουσίας, αλλά πρέπει, επιπλέον, να κάνουμε τις πιθανότητες αλλαγής αξιόπιστες και να «προγραμματίσουμε», ακόμη και με τρόπο νεφελώδη, την πραγματοποίησή τους. Η πρώτη συνθήκη για να γίνει μια αλλαγή πιστευτή είναι η δυνατότητα πραγμάτωσής της, και αυτό διαγράφει τα όρια ενός αποτελεσματικού πολιτικού προγράμματος.

2. Για μια ελευθεριακή μικρο-μακρο στρατηγική7.

Όσο λίγο κι αν είναι η κοινωνία εξουσιάσιμη8, έστω και μόνο μερικώς, είναι προφανές ότι μια ελευθεριακή επιρροή δεν μπορεί να επιβάλλει αποτελεσματικές αλλαγές στην κατεύθυνση της «ελευθεριακότητας» της πολιτικής εξουσίας, παρά μόνο αν ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού διατίθεται ευνοϊκά απέναντι της και δρα σ' αυτήν την κατεύθυνση. Μια ελευθεριακή στρατηγική ρεφορμιστικού τύπου, προϋποθέτει αναγκαστικά την ύπαρξη ενός μαζικού κινήματος, το οποίο για να χαρακτηριστεί σημαντικό, πρέπει να μπορεί να οργανώσει και πάλι εκατομμύρια ανθρώπων σε μια χώρα όπως η Γαλλία και δεκάδες εκατομμύρια σε μια χώρα όπως οι ΕΠΑ. Είναι κάτι τέτοιο δυνατό; Σίγουρα όχι, αν μ' αυτό εννοούμε εκατομμύρια «αγωνιστών», αλλά ναι αν αναφερόμαστε σ' ένα κίνημα γνώμης που παρουσιάζεται μ' έναν τρόπο κατά το μάλλον ή ήττον ευκαιριακό, περισσότερο ή λιγότερο συμπαγή, ακόμα και με μια χαλαρή γραμμή συνοχής. Ακόμα πρέπει οι ελευθεριακοί να συμβάλλουν στην πραγματοποίηση αυτής της λαϊκής ελευθεριακής βάσης, αμφισβητώντας τη συνήθη μαξιμαλιστική στρατηγική που εκφράζεται με όρους του όλα ή τίποτα.

Ένα μεγάλο κίνημα ελευθεριακών απόψεων, ή αν προτιμάτε, μια «ελευθεριακή βαρύτητα» μέσα στην κοινωνία, δεν μπορεί να εδραιωθεί παρά μόνο αν έχει ως αφετηρία μια σειρά προτάσεων που είναι ταυτόχρονα αξιόπιστες και αποτελεσματικές για πολλούς ανθρώπους, με την έννοια ότι οι προτεινόμενες αλλαγές είναι πραγματικά δυνατό να πραγματοποιηθούν μέσα σε λογικές προθεσμίες (και είναι αρκούντως «κινητοποιητικές»).

Αυτές οι προτάσεις πρέπει να βρίσκονται σε αρμονία με τον αναγκαστικά υβριδικό χαρακτήρα αυτών των κινημάτων, των όχι απόλυτα ελευθεριακών, των όχι συγκεκριμένα ελευθεριακών. Γι' αυτό είναι απαραίτητο να ξαναδούμε μια ολόκληρη σειρά «αρχών», όπως η συστηματική μη συμμετοχή σ' όλους τους τύπους των εκλογικών διαδικασιών, η απόρριψη «των επαγγελματικών στελεχών» και η συστηματική απόρριψη των συμμαχιών με μη ελευθεριακές απόψεις (τόσο περισσότερο που αυτές οι «αρχές» δεν είναι συστατικό στοιχείο του «σκληρού πυρήνα» της ελευθεριακής σκέψης). Κάτι τέτοιο σημαίνει, όμως, πως θα ήταν τελείως αναποτελεσματική  η αποκλειστική επένδυση σε μια ρεφορμιστική στρατηγική, κι αυτό για πολλούς λόγους.

Ο πρώτος έγκειται στο ότι είναι απόλυτα απλοϊκή η αντιπαράθεση ρεφορμισμού-ριζοσπαστισμού. Ακριβώς όπως στην περίπτωση της σύγχυσης γύρω από την αντιπαλότητα «εξουσίας-ελευθερίας», υπάρχει αξεδιάλυτο μπλέξιμο ανάμεσα στα διάφορα μέρη του συνόλου, τα οποία στην πραγματικότητα εμφανίζονται αλλού διαχωρισμένα και αλλού όχι. Ο ρεφορμισμός και ο ριζοσπαστισμός τρέφονται ο ένας από τον άλλο, αντιπαρατίθονται και αμοιβαία συμπληρώνονται. Εξάλλου ο ρεφορμισμός μπορεί να καταλήξει σε διαστρεβλώσεις ή να έχει ριζοσπαστικές συνέπειες, ακριβώς όπως ο ριζοσπαστισμός μπορεί να οδηγήσει σε οπισθοδρομήσεις ή να προκαλέσει μεταρρυθμίσεις.

Ο δεύτερος λόγος στηρίζεται στην ιδέα ότι η ριζοσπαστική δράση αυξάνει συνήθως την ενδεχόμενη αποτελεσματικότητά της, ή ακόμα και την κτητικότητά της, στο βαθμό που υπάρχει μια «κινητικότητα» η οποία γονιμοποιεί το έδαφος πάνω στο οποίο ασκείται.

Ο τρίτος είναι ότι οι ριζοσπαστικές θέσεις και πράξεις μπορούν ν' αποτελέσουν το κοινωνικό ισοδύναμο των τυχαίων αλληλεπιδράσεων και των τοπικών διακυμάνσεων, οι οποίες οδηγούν (όπως στην «αυθόρμητη» εξέλιξη ορισμένων φυσικο-χημικών συστημάτων) στην κατεύθυνση ριζοσπαστικά νέων, συγκεκριμένων διατάξεων (σε αντιστοιχία με τη δημιουργία της τάξης από το χάος», «της τάξης μέσω των διαταραχών» κλπ). Είναι ξεκάθαρο ότι η κοινωνία είναι αρκετά περίπλοκη (με την τεχνική έννοια του όρου) και βρίσκεται αρκετά μακριά από την «ισορροπία» της, ώστε να απαγορευτικά αδύνατο να προβλεφθούν οι πιθανές συνέπειες αυτής ή της άλλης ριζοσπαστικής πράξης που ασκείται σ' αυτό ή σε κάποιο άλλο σημείο του κοινωνικού ιστού (βλέπε κυρίως το Μάη του '68). Είναι ξεκάθαρο ότι μόνο η ριζοσπαστική δράση μπορεί να προκαλέσει την «ανάδυση» ασυμβίβαστων καταστάσεων εν σχέση με την εγκαθιδρυμένη κοινωνική τάξη. Πρέπει να σημειώσουμε ωστόσο, ότι η ριζοσπαστική δράση είναι αντιφατική, γιατί έχοντας σαν δεδομένο ότι η κοινωνία είναι ένα ανοιχτό σύστημα που αυτοοργανώνεται, οι δυσλειτουργίες που εισάγει η ριζοσπαστική δράση, επιτρέπουν τη μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα του εγκαθιδρυμένου συστήματος.

Ο τέταρτος λόγος είναι ότι ο ριζοσπαστισμός επιτρέπει τη διατήρηση των αντιλήψεων, των προτάσεων και των διερωτήσεων που διαφορετικά, θα οικειοποιούνταν και θα μεταβάλλονταν από τα κυρίαρχα κοινωνικά μοντέλα, χάρη στην επεξεργασία που τους κάνουν τα ρεφορμιστικά κινήματα. Ο πέμπτος λόγος αναφέρεται στην ιστορική εμπειρία. Αυτή φαίνεται να δείχνει ότι από τη συνύπαρξη διευρυμένων «μαλακών», «ιδεολογικά αβέβαιων» με «χαλαρή συνοχή» τάσεων, και «ριζοσπαστικών», «σκληρών» και «αδιάλλακτων» τάσεων, δημιουργούνται ευνοϊκότερες συνθήκες για βαθύτερες κοινωνικές αλλαγές (βλέπε Ισπανία 1936).

Μ' όλα αυτά γίνεται ξεκάθαρο πως είναι έντονα προβληματική η απαραίτητη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον ριζοσπαστισμό και τον ρεφορμισμό. Στην πραγματικότητα πρέπει να εμποδίσουμε τον ρεφορμισμό από το να συντρίψει τις ριζοσπαστικές απόπειρες, δημιουργώντας γύρω τους ένα περίβλημα που θα απορροφάει τους κραδασμούς τους οποίους προκαλούν και θ' ακυρώνει τα αποτελέσματά τους, ακριβώς όπως πρέπει να εμποδίσουμε τις ριζοσπαστικές απόπειρες να υπονομεύσουν τις ρεφορμιστικές, ακυρώνοντας το ρόλο τους. Πρέπει να εμποδίσουμε τις εννοιολογικές καινοτομίες των ρεφορμιστών να καταλήξουν στην εξάλειψη του σκληρού πυρήνα από τον οποίο προέρχονται και του βάθους της ριζοσπαστικής κριτικής, ακριβώς όπως πρέπει να εμποδίσουμε τη ριζοσπαστική αδιαλλαξία να μπλοκάρει τις πιθανότητες μιας θεωρητικής ανανέωσης.

Είναι πάντως ουσιώδες, και γι' αυτό πιο δύσκολο απ' όλα τ' άλλα, ριζοσπάστες και ρεφορμιστές να αποδεχτούν ο ένας τον άλλο ως στοιχεία ανταγωνιστικά/συμπληρωματικά και ως εχθροί/σύμμαχοι, χωρίς να πέφτουμε σε απλουστεύσεις. Δεν θέλησα να επικαλεσθώ μια πιο «διαλεκτική» σκέψη, αλλά θέλησα να εκφράσω τη βαθειά μου πεποίθηση ότι όσο δεν θα αντιλαμβανόμαστε τη μη απλουστευτική περιπλοκότητα της πραγματικότητας, θα είμαστε ανίκανοι να την αντιμετωπίσουμε με επιτυχία.

 

Σημειώσεις:

1) Από τι και πώς, παράγεται η ελευθεριακή σκέψη; θα ήταν ενδιαφέρον να πραγματευτούμε τον αναρχισμό σαν ένα κοινωνικό αντικείμενο που υπακούει σε κάποιες συνθήκες παραγωγής (ποιες;), που εξασφαλίζει κάποιες κοινωνικές λειτουργίες (ποιες;) και που παράγει με τη σειρά του κάποια κοινωνικά και ιδεολογικά αποτελέσματα (ποια;). Τ' ότι ο μαρξισμός έχει πραγματευτεί αυτό το ερώτημα με αξιοθρήνητο τρόπο δεν μειώνει το ενδιαφέρον του. Εκεί βρίσκεται ίσως η εξήγηση του γιατί ο αναρχισμός χαρακτηρίζεται από την απουσία σωρευτικών αποτελεσμάτων στο οργανωτικό επίπεδο, ιδεολογικό ή κοινωνικό. Μου φαίνεται πως επείγει ο προσδιορισμός του σκληρού πυρήνα της ελευθεριακής σκέψης και των «υπό διαπραγμάτευση» στοιχείων, που σχηματίζουν τη ζώνη προστασίας του. Η σύγχυση των δύο επιπέδων επιφέρει κάποιες φορές, στάσεις ανώφελα αιρετικές.

 

2) Μου φαίνεται πως επείγει ο προσδιορισμός του σκληρού πυρήνα της ελευθεριακής σκέψης και των «υπό διαπραγμάτευση» στοιχείων, που σχηματίζουν τη ζώνη προστασίας του. Η σύγχυση των δύο επιπέδων επιφέρει κάποιες φορές, στάσεις ανώφελα αιρετικές.

 

3) θά 'πρεπε να δούμε εντούτοις, αν η κραυγή ενάντια στην εξουσία δεν αποτελεί, στο επίπεδο του κοινωνικού φαντασια- κού, έναν τρόπο αμφισβήτησης, μετατόπισης του ίδιου του κοινωνικού δεσμού, δηλαδή αμφισβήτηση του τελικά εφόσον εγκαθιδρύθηκε καταναγκαστικά

 

4) θά 'πρεπε χωρίς αμφιβολία, να αφιερώσουμε ένα σεμινάριο στο θέμα της ελευθερίας. Μία από τις πιο δύσκολες έννοιες που υπάρχουν, αφού θέτει το πρόβλημα των αυτοαναφορικών

 

  5) Επωφελούμαι απ' αυτήν την ευκαιρία για να επιμείνω στο πόσο επείγει η εγκατάλειψη της βαθειάς, απόλυτης ιδέας μιας κοινωνίας «αρμονικής», που «στερείται συγκρούσεων».

 

6) Είναι πιθανό η ελευθεριακή λειτουργία μιας ελευθεριακής εξουσίας να περνάει από την ίδρυση μηχανισμών ταλάντωσης, οι οποίοι θα εμποδίζουν την αποκρυστάλλωση μιας συγκεκριμένης κατεύθυνσης μέσα στις σχέσεις εξουσίας, ή που θα εμποδίζουν την αυτοεδραίωση της εξουσίας, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα.

 

7) Δεν χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο με την τεχνική έννοια που ονειρεύεται η οικονομία ή θεωρία των παιγνίων, αλλά καθαρά αναλογικά.

 

8) Το αν είναι κάτι τέτοιο είναι άλλο ζήτημα, αλλά αν δεν είναι απόλυτα εξουσιάσιμη, τότε πρέπει να πούμε αντίο στις μαχητικές περιπλανήσεις μας.

 

Πηγή: εκδόσης Ελευθεριακή Κουλτούρα


 

«…Τόσο η θεωρία όσο και η πρακτική του αναρχισμού αποκτούν νόημα μόνο όταν είναι επαναστατικές. Αλλά η διάκριση που συνήθως γίνεται από τους αναρχικούς, ανάμεσα σε επαναστατικές και ρεφορμιστικές ενέργειες, στη βάση της είναι αντιφατική: θεωρούνται επαναστατικές οι βίαιες ενέργειες, και ρεφορμιστικές οι μη βίαιες. Όμως αυτός ο διαχωρισμός δεν λαμβάνει υπ’ όψει του, τα αποτελέσματα αυτών των ενεργειών, Είναι αναγκαίο να ξεπεράσουμε αυτή την περιορισμένη οπτική, και να εξετάσουμε τις μεταβολές που μπορεί να φέρει στην κοινωνία μια συγκεκριμένη πράξη, ανεξάρτητα αν είναι βίαιη ή «ειρηνική». Επομένως, πιστεύω ότι είναι καλύτερο να εγκαταλειφθεί αυτός ο διαχωρισμός με σεβασμό στις ενέργειες του ατόμου, αφού κάτι τέτοιο μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε την ικανότητα ενός συνόλου ενεργειών, βίαιων και μη βίαιων, να προκαλέσουν ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία.

   Το πιο σημαντικό πράγμα είναι να κατανοήσουμε ποιες ενέργειες είναι δυνατόν να υπερνικήσουν την «αντίσταση» του παρόντος κοινωνικού μορφώματος. Πώς μπορούν να δημιουργήσουν πρόβλημα στο σύστημα, όπως επίσης και να ξεκινήσουν μια διαδικασία που θα συμβάλλει στη δημιουργία μιας ελευθεριακής κοινωνίας. Το πρόβλημα σήμερα είναι να ανακαλύψουμε την ισορροπία ανάμεσα στην «επαναστατική» και τη «ρεφορμιστική» πρακτική, στοχεύοντας μέρα με τη μέρα, στη ριζοσπαστική αλλαγή. Αν δεν μπορέσουμε να πετύχουμε κάτι τέτοιο, ο αναρχισμός σήμερα είναι κατάδικασμένος να παραμείνει ένα κίνημα για τη διάχυση των ιδεών, χωρίς καμιά ουσιαστική επίδραση στην κοινωνία, και επιπλέον με τα χαρακτηριστικά μιας μικρής αίρεσης…»  Χόρστ  Στογουάσερ, 1984


Normal 0 false false false EN-US X-NONE X-NONE /* Style Definitions */ table.MsoNormalTable {mso-style-name:"Κανονικός πίνακας"; mso-tstyle-rowband-size:0; mso-tstyle-colband-size:0; mso-style-noshow:yes; mso-style-priority:99; mso-style-qformat:yes; mso-style-parent:""; mso-padding-alt:0in 5.4pt 0in 5.4pt; mso-para-margin:0in; mso-para-margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:11.0pt; font-family:"Calibri","sans-serif"; mso-ascii-font-family:Calibri; mso-ascii-theme-font:minor-latin; mso-fareast-font-family:"Times New Roman"; mso-fareast-theme-font:minor-fareast; mso-hansi-font-family:Calibri; mso-hansi-theme-font:minor-latin; mso-bidi-font-family:"Times New Roman"; mso-bidi-theme-font:minor-bidi;}

 

 

Αποσπάσματα από το κείμενο του Thomas S. Martin «To τέλος της κυριαρχίας;»

 

{…} Κάθε μέρα γίνεται ολοένα και πιο φανερό ότι η παραδοσιακή έννοια της κυριαρχίας, που καθόρισε για τέσσερις αιώνες την αντίληψή μας για τα έθνη-κράτη και για την πολιτική, φτάνει στο τέλος της. Ορισμένοι παρατηρητές εκφράζουν το φόβο ότι αυτή η εξέλιξη ανοίγει το δρόμο στο χάος. Άλλοι την καλωσορίζουν ως προάγγελο της αναρχίας. Ο κλασικός φιλελευθερισμός αποκαλύπτει το ουσιώδες ελάττωμα στη θεωρία προτείνοντας ότι είναι δυνατόν οι αρχόμενοι να γίνουν άρχοντες - ένα παράδοξο στο οποίο οι αναρχικοί απαντούν ότι η πραγματική δημοκρατία δεν επιτυγχάνεται με τη μεταφορά της εξουσίας από έναν «κυρίαρχο» σ' έναν άλλο, αλλά με την εξάλειψη της ίδιας της κυριαρχίας. Η κυριαρχία είναι καταστροφική για την ανθρώπινη κοινωνία και για την ειρήνη, για το φυσικό περιβάλλον και για την ατομική ελευθερία. Καθώς αποσυντίθεται μπορούμε να αρχίσουμε να βλέπουμε με διαύγεια την καταγωγή, τη δομή και τις συνέπειές της και να σκεφτόμαστε εναλλακτικούς τρόπους να ορίσουμε την κοινωνία και την πολιτική.

 

Η κυριαρχία είναι η πιο αντιοικολογική και αντιδημοκρατική ιδέα που μπορεί κανείς/ καμιά να φανταστεί. Πρώτον, απαιτεί έναν τεχνητό κατακερματισμό του ανθρώπινου γένους σε κοινότητες που δεν έχουν καμιά σχέση με τη φυσική μας εξέλιξη και διαφοροποίηση. Δεύτερον, ενισχύει και αντικειμενοποιεί μέχρι πρότινος αχνές και ολέθριες φαντασιώσεις σχετικά με το τι πραγματικά είναι μια ανθρώπινη κοινότητα. Τρίτον, η κυριαρχία επιδρά και στη μη ανθρώπινη φύση, κομματιάζοντας την επιφάνεια του πλανήτη σε τμήματα που είναι συχνά άσχετα με τα βιοπεριφερειακά σύνορα και ορίζει αυτές τις κύβδηλες περιοχές ως την αποκλειστική ιδιοκτησία των τεχνητών ανθρώπινων φυλών που ανάφερα πιο πάνω.

Τα φυτά, τα ζώα και τα άλλα συστατικά αυτών των τεμαχισμένων οικοσυστημάτων «ανήκουν» κι αυτά στον κυρίαρχο. Τέταρτον, απαιτεί αυτές οι διεστραμμένες οντότητες -που ονομάζονται «κράτη»- να ανταγωνίζονται αντί να συνεργάζονται μεταξύ τους, εντείνοντας έτσι την ανθρώπινη και την οικολογική μιζέρια. Η κυριαρχία είναι η έσχατη εκδήλωση της ύβρεως, της ανθρώπινης ροπής για αυτοεξύμνηση, της ψύχωσης για εξουσία και έλεγχο. Με φροϋδικούς όρους, είναι τόσο μεγαλομανία όσο και σχιζοφρένεια. Είναι ακόμα και οιδιπόδεια. Και το χειρότερο απ' όλα είναι ότι διαστρέφει το βαθύτερο και πιο ουσιώδες ανθρώπινο ένστικτο, αυτό της συλλογικής μας ενότητας. Εάν οι φιλόσοφοι σκόπευαν να δημιουργήσουν την πιο καταστροφική πολιτική τάξη πραγμάτων που ήταν δυνατόν, δε θα μπορούσαν να κάνουν καλύτερη δουλειά.

Ενώ οι ιδέες της πολιτικής κυριαρχίας και της ιεραρχίας είναι τόσο παλιές όσο και ο δυτικός πολιτισμός, μια αυθεντικά πατριαρχική κυριαρχία αναδύθηκε αρκετά πρόσφατα - περίπου στα τέλη του 16ου αιώνα. Ο Kirkpatrick Sale και άλλοι έδειξαν ότι σε ποσοστό μεγαλύτερο από το 95% της ανθρώπινης ιστορίας οι άνθρωποι έχουν ζήσει σε μικρές αυτοσυντηρούμενες κοινότητες, χωρίς τίποτα που να μοιάζει με κυριαρχία, τυφλή υπακοή ή κωδικοποιημένη νομοθεσία. Μόνο μετά την ανάδυση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, του συσσωρευμένου πλούτου και, πάνω απ' όλα, του πολέμου, υπήρξαν προσπάθειες φιλοσοφικής δικαιολόγησης της άσκησης ωμής εξουσίας. Τα βιβλία Ιστορίας αναγνωρίζουν συνήθως την κλασική Ελλάδα ως τη γενέτειρα της πολιτικής και της διακυβέρνησης όπως την ξέρουμε, αλλά αυτό είναι παραπλανητικό. Αποκεντρωμένες, αυτοδιοικούμενες κοινότητες, όπως η αρχαία Αθήνα ή το μεσαιωνικό Lubeck, δεν αποτελούσαν «πόλεις-κράτη». Δεν ήταν «κράτη» με κανέναν ορισμό του όρου. Χωρίς κεντρική εξουσία δεν υπάρχει ηγεμόνας. Χωρίς ηγεμόνα δεν υπάρχει κράτος.

 

Σ' αυτό το σημείο θα ήταν χρήσιμο να εξετάσουμε την ετυμολογία του κεντρικού όρου που μας απασχολεί. Η λέξη sovereignty, προέρχεται από το συνδυασμό δύο ινδο-ευρωπαϊκών ριζών: τη ρίζα uper- που σημαίνει «υπέρ, πάνω» και τη ρίζα reg-, η οποία βασικά σημαίνει «ευθεία γραμμή» (straight line), αλλά υιοθετήθηκε σε έννοιες εξουσίας και διακυβέρνησης σημαίνοντας «τήρηση των ανθρώπων στον ίσιο δρόμο υπό ασφυκτικό έλεγχο» (keeping people on the straight and narrow). Η διερεύνηση της ιστορίας άλλων λέξεων, όπως «αυτονομία» (autonomy) και «κυβέρνηση» (government), είναι εξίσου διαφωτιστική. Παρατηρήστε ιδιαίτερα τις κρυμμένες σημασίες που συνδέονται με τη λέξη boundary (σύνορο). Προέρχεται από το ινδοευρωπαϊκό bhow- τη ρίζα πολλών εκφράσεων που έχουν να κάνουν με το dwelling (καταφύγιο όπου ζουν άνθρωποι). Μεταξύ των συγγενών της λέξεων είναι οι λέξεις bondage (δουλεία), husband (σύζυγος), build (χτίζω), boodle (πλήθος ανθρώπων), λέξεις με το στοιχείο burg (οχυρό ή πόλη περιτριγυρισμένη με τείχος) καθώς και όλες οι λέξεις με το συνθετικό phylos, που είναι ρίζα ελληνική και σχετίζεται με το φυλή. Όλες αυτές οι λέξεις δηλώνουν κτήση, αμυντική διάθεση και διαχωρισμό.

 

Ο θρίαμβος της κυριαρχίας

 

Το γεγονός ότι τόσο οι άρχοντες όσο και οι αρχόμενοι ήταν τώρα πρόθυμοι να ζήσουν μ' ένα καταφανές παράδοξο είναι τρανή απόδειξη ενός επερχόμενου προβλήματος για το δυτικό παράδειγμα. Ο λαός θεωρούνταν τώρα σε ευρεία βάση ως η πηγή της εξουσίας, σα να ήταν όμως παιδί, ήταν ανίκανος να την ασκήσει. Η μοντέρνα έννοια της κυριαρχίας, με την οποία το παράδοξο εξηγείται (εάν δεν διαλύεται), αναδύθηκε από τους γαλλικούς θρησκευτικούς πολέμους στα τέλη του 16ου αιώνα. To Six Books of a Commonwealth (Τα Έξι Βιβλία μιας Πολιτείας - 1576) του Jean Bodin, έγινε η επιτομή του νέου δόγματος της κυριαρχίας του κράτους. Πριν από αυτό το έργο, που άφησε εποχή, η λέξη sovereignty είτε σήμαινε τις υπερφυσικές εξουσίες του Πάπα είτε αναφερόταν στο ποιος έπρεπε να άρχει.

 

Σύμφωνα με τον Bodin, ο κυρίαρχος (sovereign) έχει «αέναη εξουσία να αφαιρεί την ιδιοκτησία και τη ζωή των υπηκόων του, να κυβερνά το κράτος όπως νομίζει ότι πρέπει και να καθορίζει τη διαδοχή του με τον ίδιο τρόπο που οποιοσδήποτε ιδιοκτήτης, χάρη στη γενναιοδωρία του, μπορεί ελεύθερα και χωρίς όρους να δωρίσει την ιδιοκτησία του σε κάποιον άλλο». Επιπλέον, «δεν περιορίζεται από τους νόμους των προκατόχων του κι ακόμα λιγότερο μπορεί να περιορίζεται από τους δικούς του νόμους». Αν και «η απόλυτη εξουσία των πριγκίπων και των κυρίαρχων αρχόντων δεν επεκτείνεται στους νόμους του Θεού και της φύσης, δεν μπορεί να περιοριστεί από κανένα άλλο πρόσωπο ή ομάδα αν-θρώπων». Ο ορισμός του Bodin διαφέρει από τη ρωμαϊκή έννοια τού imperium στο ότι από μόνος του ο κυρίαρχος είναι ικανός να κρίνει εάν ο φυσικός νόμος έχει καταπατηθεί ή όχι.

 

Συνεπώς ο φαύλος κύκλος της σύγχρονης κυριαρχίας είναι ο εξής: όντως υπάρχουν κάποια όρια στον άρχοντα, αλλά μόνο ο άρχοντας μπορεί να αποφασίσει ποια είναι αυτά τα όρια. Το πρωταρχικό χαρακτηριστικό της κυριαρχίας είναι η εξουσία να φτιάχνει νόμους, «επειδή η λέξη νόμος (law) στα λατινικά σημαίνει τη διαταγή αυτού που ασκεί κυρίαρχη εξουσία ... ανεξάρτητα από τη συναίνεση [του λαού του]»8. Με λίγα λόγια, «ο νόμος δεν είναι τίποτε άλλο από τη διαταγή του κυρίαρχου κατά την άσκηση της κυρίαρχης εξουσίας του». Μόνες εξαιρέσεις σ' αυτόν τον κανόνα αποτελούν οι «συνταγματικοί» νόμοι, δηλαδή οι νόμοι που ορίζουν το ρόλο και την ταυτότητα της ίδιας της κυρίαρχης εξουσίας. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, ο σαλικός νόμος9 καθορίζει τη διαδοχή κι έτσι δεν μπορεί να αλλαχθεί από τον πρίγκιπα.

Οι κυρίαρχοι περιορίζονται επίσης από συμβόλαια που γίνονται ελεύθερα με τους υπηκόους τους ή με άλλους κυρίαρχους -δηλαδή συνθήκες-, επειδή η υποχρέωση να τηρεί κανείς/καμιά την υπόσχεση του/της αποτελεί θεϊκό ή φυσικό νόμο. Το ίδιο ισχύει και για το καθήκον να προτιμά [ο κυρίαρχος] το κοινό καλό αντί το ιδιωτικό καλό, γι' αυτό η ιδιωτική ιδιοκτησία δε θα πρέπει να αποσπάται χωρίς ικανοποιητική αιτία. Το έθιμο ή ο εθιμικός νόμος είναι δεσμευτικός, αλλά είναι κατώτερος του κοινοβουλευτικού νόμου ή της διαταγής του κυρίαρχου, επειδή πηγάζει από τους υπηκόους και όχι από τον άρχοντα.

 

Το ουσιώδες ελάττωμα στη λογική του Bodin είναι τόσο προφανές που το αντιλήφθηκε κι ο ίδιος. Ένα μεγάλο μέρος του όγδοου και του δέκατου κεφαλαίου των Έξι Βιβλίων αφιερώνεται στις «εξαιρέσεις» που αναδύονται από την απόλυτη κυριαρχία. Το πρόβλημα είναι αυτός ο οχληρός «φυσικός ή θεϊκός νόμος», που υποσκιάζει όλα τα ανθρώπινα υποκείμενα. Από τη στιγμή που θα παραδεχθούμε την ύπαρξή του, πρέπει να παραδεχθούμε επιπλέον ότι ο δεκτικός σφάλματος ανθρώπινος λόγος είναι το μόνο εργαλείο που έχουμε για να τον ερμηνεύσουμε. Οι ατέλειές μας ευθύνονται για τις πολλές αντικρουόμενες εξηγήσεις του νόμου του Θεού και της φύσης. Ποιου η ερμηνεία είναι ανώτερη; Αυτή του κυρίαρχου. Γιατί; Επειδή είναι ο κυρίαρχος.

Οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού είχαν επίγνωση της κυκλικότητας αυτής της λογικής και μερικοί από αυτούς (ειδικά ο Hume) ξόδεψαν πολλή ενέργεια προσπαθώντας να αποδείξουν ότι ο φυσικός και ο θεϊκός νόμος δεν υπάρχουν. Αυτή είναι η μια λύση στο πρόβλημα, μόνο που αφήνει τον κυρίαρχο άνθρωπο απόλυτα ελεύθερο και απεριόριστο. Δημιουργεί επίσης κι άλλο ένα πρόβλημα: εάν οι αρχόμενοι, όντες ανεμπόδιστοι από το φυσικό νόμο, είναι ίδιοι με τους άρχοντες, τότε δεν υπάρχει κανένα όριο που να προλαμβάνει τη δεσποτική και τυραννική χρήση της εξουσίας. Οι πρώτοι αναρχικοί είχαν μία καλύτερη απάντηση: να επιτρέψουν την ύπαρξη κάποιου είδους μεταφυσικού νόμου και, αντίθετα, να γκρεμίσουν την κυριαρχία. Δεδομένου ότι η φύση έχει ένα καθαρότερο παρελθόν από την ανθρωπότητα, αυτή φαίνεται η σοφότερη επιλογή.

 

Ο Thomas Hobbes προσπάθησε να λύσει το παράδοξο της ανθρώπινης ελευθερίας κάτω από την κυρίαρχη εξουσία απαιτώντας την άνευ όρων παράδοση όλων των ατο-μικών δικαιωμάτων στον κυρίαρχο, που αποκομίζει μεν κέρδη από τη συμφωνία, δεν είναι όμως μέρος αυτής. Αυτός είναι ο ορισμός που δίνει ο Hobbes στον κυρίαρχο:

 

Η εξουσία του δεν μπορεί να μεταβιβαστεί, χωρίς τη συναίνεσή του, σε κάποιον άλλο. Δεν μπορεί να τη στερηθεί. Δεν μπορεί να κατηγορηθεί από κανέναν υπήκοο του για προξένηση βλάβης. Δεν μπορεί να τιμωρηθεί από αυτούς [τους υπηκόους του]. Είναι κριτής τού τι είναι απαραίτητο για την ειρήνη. [Είναι επίσης] και κριτής των δογμάτων. Μόνος αυτός είναι και νομοθέτης. Και [είναι] ο ανώτατος δικαστής σε περίπτωση αντιδικιών. Και [είναι κριτής] και για το πότε θα γίνει πόλεμος ή ειρήνη και για τις συνθήκες [αυτού του πολέμου ή της ειρήνης]. Σ' αυτόν εναπόκειται να διαλέξει δικαστές, συμβούλους, διοικητές και όλους τους άλλους αξιωματούχους και υπουργούς. Και να αποφασίσει για αμοιβές και τιμωρίες, τιμή και ιεραρχική τάξη.

 

Αλλά ακόμα και ο Hobbes έκανε την παραχώρηση ότι το άτομο δεν είναι αναγκασμένο να υπακούσει σε μια διαταγή να αυτοκτονήσει ή να επιτρέψει στον κυρίαρχο να το σκοτώσει χωρίς αιτία. Και εάν ο κυρίαρχος σταματήσει να «προστατεύει» τους υπηκόους του, η απαίτησή του για την υποταγή τους εκμηδενίζεται. Ενώ η θεωρία του Hobbes περιορίζει σε μεγάλο βαθμό το υπόρρητο παράδοξο στο έργο του Bodin, το κάνει αυτό θυσιάζοντας ολοκληρωτικά την ατομική ελευθερία. Το κριτήριο της «προστασίας» είναι το ουσιώδες ελάττωμα. Για να προστατέψει την κοινότητα, απαιτεί μεγαλύτερη φυσική δύναμη από αυτή που κατέχει οποιοδήποτε μέλος της κοινότητας. Γι' αυτό, η ισχύς ισούται με δικαίωμα.

 

Οι σύγχρονες «δημοκρατικές» κυβερνήσεις δεν αποτελούν πραγματική βελτίωση της μοναρχίας που στηρίζεται στο θεϊκό δικαίωμα, επειδή δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς κυριαρχία. Όπως παρατήρησε ο Jouvenel, η μεταφορά της κυριαρχίας στα χέρια του λαού απλώς μεταβιβάζει την εξουσία σε μια αντιπροσωπευτική συνέλευση, η οποία κατέχει τώρα «όλο το πλαίσιο των δικαιωμάτων, των καθηκόντων και των πηγών που είχαν οικοδομηθεί κατά τη μοναρχία προς όφελος του βασιλιά». Ο παραλογισμός της αντιπροσώπευσης αποτελεί κορυφαία προσβολή της νοημοσύνης μας ζητώντας να πιστέψουμε ότι, επειδή παίζουμε κάποιο μικρό ρόλο στην εκλογή των καταπιεστών μας, παραμένουμε κατά κάποιον τρόπο «ελεύθεροι». Στην πραγματικότητα, η εξουσία μεταμφιεσμένη ως αντιπροσωπευτική κυβέρνηση γίνεται ισχυρότερη παρά ποτέ, επειδή τώρα μπορεί να αυτοπροβληθεί ως ο υπέρμαχος, αντί ως ο εχθρός, της ελευθερίας. Όπως ο Αύγουστος ή ο Λουδοβίκος ο XIV, οι εκλεγμένοι ηγέτες «δεν μπορούν ούτε να ανεχτούν μια εξουσία που δεν είναι δική τους ούτε να παραδεχθούν περιορισμούς στη δική τους [εξουσία]».

 

Το κοινωνικό συμβόλαιο

 

Το επιχείρημα ότι η πολιτική εξουσία βασίζεται στο κοινωνικό συμβόλαιο, μια εθελοντική σύναξη ελεύθερων ατόμων για την κοινωνική αρμονία, οδήγησε τη δυτική πολιτική σκέψη σε μια μεγάλη και μη παραγωγική παράκαμψη. Εάν πράγματι η κοινωνία των πολιτών δημιουργήθηκε από το λαό σε κάποια περασμένη εποχή, πρέπει να υπήρξε μια εποχή που η κοινωνία των πολιτών δεν υπήρχε. Αυτό ήταν το διαβόητο «κράτος της φύσης», μια μεταφυσική φαντασίωση, για την οποία οι φιλόσοφοι σπατάλησαν αμέτρητες ώρες και βαρέλια μελάνι. Οι θεωρητικοί του Διαφωτισμού κατέληξαν σε μια σαλάτα από σενάρια για τη δημιουργία του «κράτους της κοινωνίας» μέσα από το κράτος της φύσης, κανένα από τα οποία δεν μπορούσε να υποστηριχθεί από την ιστορία ή από την κοινή λογική. 

 

Η ρίζα του προβλήματος ήταν η αδιαμφισβήτητη παραδοχή της υπόθεσης ότι ο αν-θρώπινος λόγος είχε συνειδητά και με τρόπο απελευθερωτικό εφεύρει τις δομές δια-κυβέρνησης της κοινωνίας. Η πιθανότητα να είχαν αναδυθεί αυτές μαζί με το ανθρώπινο είδος δεν υπολογίστηκε. Επιπλέον [η θεωρία αυτή] υποθέτει (όπως όλες οι πατριαρχικές θεωρίες) ότι χωρίς το συμβόλαιο, οι άνθρωποι θα ήταν εγωιστές και ανταγωνιστικοί - ακριβώς όπως τα παιδιά θα δέρνονταν μεταξύ τους εάν δεν υπήρχε ο πατέρας. Παρόλο που ίσως είναι δελεαστικό να ακολουθήσουμε τους ελιγμούς και τις στροφές αυτού του φιλοσοφικού αδιεξόδου - συγκεκριμένα την επιρροή του στο Ρομαντισμό του 19ου αιώνα και στη γέννηση του περιβαλλοντικού κινήματος -, πρέπει να στρέψουμε τις πλάτες μας στις πηγές της κυριαρχίας και να διερευνήσουμε το θάνατό της.

 Ο Niccolo Machiavelli δεν υπήρξε ο πρώτος που παρατήρησε ότι η οικονομική και η πολιτική εξουσία είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται στα χέρια των λίγων, αλλά υπήρξε ο πρώτος που τους συμβούλευσε πώς να χρησιμοποιούν αυτή την εξουσία χωρίς να προβληματίζονται από τις συνειδήσεις τους. Λόγω της ατομικής αδυναμίας και του εγωισμού μας και λόγω του ότι φυσική τάση στους ανθρώπους είναι μάλλον ο αντα-γωνισμός παρά η συνεργασία, μια ισχυρή και ενοποιημένη εξουσία είναι απαραίτητη. Αυτό δεν αποτελεί ακριβώς κυριαρχία, αλλά απέχει μόλις ένα βήμα από αυτήν. Ο Machiavelli δέχτηκε επικρίσεις ότι αγνοεί τις κοινωνικές, θρησκευτικές και ηθικές επιδράσεις που ασκούνται στην πολιτική. Η παράλειψη αυτή καταδεικνύει απλώς ότι έβλεπε περισσότερο από έναν αιώνα πιο μπροστά από την εποχή του, όταν τέτοιοι παράμετροι δε θα έπαιζαν κανένα ρόλο.

 

Το παράδοξο της αυτοκυβέρνησης

 

Το θέμα αυτού του τεύχους είναι «Δημοκρατία και Φιλελευθερισμός», μια σύνδεση δύο λέξεων που θα έπρεπε να είναι συμπληρωματικές, αλλά που τώρα έχουν γίνει αντιθετικές. Η πραγματική δημοκρατία δεν είναι δυνατή μέσα σ' ένα «φιλελεύθερο» σύστημα, επειδή ο φιλελευθερισμός απαιτεί από μας να καταπιούμε ένα οξύμωρο: «τη λαϊκή κυριαρχία». Οι φιλελεύθεροι στοχαστές μάς ζητούν με προσποιητή σοβαρότητα να πιστέψουμε ότι το τελευταίο στάδιο στην αναδυόμενη δυτική πολιτική παράδοση είναι ένας κόσμος στον οποίο ο λαός είναι κυρίαρχος! Μια από τις σύγχρονες προκλήσεις για τους αναρχικούς είναι να καταδείξουν την απάτη μιας τέτοιας ιδέας. Πρωτοπόροι στοχαστές, όπως ο Murray Bookchin και η L.Susan Brown έχουν κάνει μια αρχή, αλλά πρέπει να γίνει περισσότερη δουλειά. Η Brown, για παράδειγμα, επισημαίνει ότι η αναρχική ελευθερία είναι υπαρξιακή παρά εργαλειακή, όπως η φιλελεύθερη ποικιλία. Η γνήσια ελευθερία αναπτύσσει τη δυνατότητα που ενυπάρχει σε κάποιον/κάποια, δε μεγεθύνεται σε βάρος άλλων. Είναι αυτοποιητική (autopoietic) και όχι παρασιτική12. Η έννοια της κυριαρχίας έχει, αναμενόμενα, προωθήσει τη δεύτερη εκδοχή της ελευθερίας.

 

Την αντίφαση στην εξίσωση «άρχοντες=αρχόμενοι» ερεύνησε πρώτος ο Bernard Bosanquet πριν από έναν αιώνα, όταν στο έργο του Philosophical Theory of the State έθεσε το ερώτημα πώς το εγώ «μπορεί να ασκήσει εξουσία ή πίεση πάνω στον εαυτό του» ή πώς η κυριαρχία μπορεί να «εφαρμοστεί ταυτόχρονα στον παράγοντα που δρα και στον ασθενή» της πολιτικής κοινωνίας. Ο Bosanquet εξετάζει και απορρίπτει τις έξυπνες εξηγήσεις του Bentham, του Mill, του Spencer και άλλων κλασικών φιλελεύθερων. Ανεξάρτητα από το πώς η εξουσία ορθολογικοποιείται, επανερχόμαστε στο ωμό γεγονός ότι κάποιοι άρχουν και κάποιοι άρχονται. Ο Bosanquet προσπαθεί να ξεφύγει από τη διχοτομία άτομο-κοινωνία δημιουργώντας μια άλλη διχοτομία μέσα στο άτομο. 

 

Το «ανώτερο ή το κοινωνικό εγώ μας» πρέπει να ασκεί έλεγχο πάνω στο «κατώτερο εγώ», που είναι εγωκεντρικό και αντικοινωνικό. Οι αναρχικοί θα συμφωνούσαν μεν ότι η απουσία εξωτερικής πίεσης απαιτεί από εμάς να αναπτύξουμε αυτοπειθαρχία, αλλά δεν μπορούν να δεχτούν τη διχοτομία «ανώτερο-κατώτερο». Επίσης, ο Bosanquet έναντιώνεται σφοδρά σε οποιαδήποτε εκχώρηση της κυριαρχίας σε τεχνητούς θεσμούς, ισχυριζόμενος ότι η συλλογική σοφία της ανθρωπότητας μπορεί να εκφρασθεί μόνο από το σύνολο της κοινωνίας και όχι από κάποιο τμήμα της. Δυστυχώς, το μοντέλο του απαιτεί την εξάλειψη του «ατόμου» ως τέτοιου και την απορρόφησή του από την κοινωνία. Αποτυγχάνει επίσης να εντοπίσει αναρχικά μη δυτικά πολιτεύματα γηγενών λαών, όπου το παράδοξο δεν υπάρχει εξαρχής Και χειρότερα ακόμα, απαλλάσσει το κράτος από τυχόν εγκλήματα στα οποία προβαίνουν οι υπάλληλοι του, σαν να μπορούσαν αυτά τα δύο να διαχωριστούν.

 

Ο Bosanquet δεν υπήρξε πρόδρομη της θεωρίας συστημάτων, αλλά μερικές από τις ερμηνείες του της σχέσης κοινωνίας- ατόμου μπορούν να ενσωματωθούν σ' αυτού του είδους την αντίληψη για τον κόσμο. Εναντιώνεται επανειλημμένα στη δημιουργία τεχνητών διαχωρισμών και στην εγκαθίδρυση μη αναγκαίων αντινομιών. Το παράδοξο της αυτοκυβέρνησης, καταλήγει, μπορεί να λυθεί με την αναγνώριση ενός «απλού ιστού από στοιχεία, που στην ολότητά του αποτελεί την κοινωνία και στις διαφοροποιήσεις του τα άτομα».

 

Κατά τον 19ο αιώνα, ο John Austin σε μια προσπάθεια να αποδείξει την κυριαρχία του νόμου, απέδειξε στην πραγματικότητα ότι «ο νόμος» συνίσταται σε ό,τι πει ο κυρίαρχος ότι συνίσταται. Η ανάλυση του Austin παραμένει βάση της σύγχρονης θεωρίας για την κυριαρχία. Η έννοια του πλουραλισμού του Harold Laski -δηλαδή, η διάσπαση της κυριαρχίας σε πολλές πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ομάδες- είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί κυριαρχία. Ο κυρίαρχος του 20ού αιώνα, οποιοσδήποτε κι αν είναι, έχει μια απόλυτη και ανεμπόδιστη εξουσία πάνω σ' όλους τους πολίτες του κράτους. Είναι αλήθεια ότι παχιά λόγια ακούγονται στο όνομα της ιδέας των δικαιωμάτων του ατόμου, μια και όλες οι σύγχρονες κυβερνήσεις πρέπει να αυτό-αποκαλούνται «δημοκρατίες». Αλλά η κυριαρχία όπως ορίζεται σήμερα δεν αφήνει περιθώρια για τα δικαιώματα του ατόμου. Είναι η κυρίαρχη εξουσία, και όχι εμείς, που ορίζει τι είναι «ατομικό δικαίωμα» και τι όχι. Η σύγχρονη θεωρία δεν μας επιτρέπει να αποφασίσουμε γι' αυτό μόνοι/μόνες μας. Σήμερα, το να σε κυβερνούν, με τα λόγια του Pierre-Joseph Proudhon,

 

«...σημαίνει να σε παρακολουθούν, να σε ανακρίνουν, να σε κατασκοπεύουν, να σε καθοδηγούν, να σε καταπιέζουν με το νόμο, να σε καθορίζουν, να σε μαντρώνουν, να σε κατηχούν, να σου κάνουν κήρυγμα, να σε ελέγχουν, να καθορίζουν την τιμή σου, να σου μετρούν το μέγεθος, να σε λογοκρίνουν όντα που δεν έχουν ούτε τίτλο, ούτε γνώση, ούτε αρετή. Το να σε κυβερνούν σημαίνει κάθε συναλλαγή, κάθε ενέργεια, κάθε κίνημα να ση-μειώνεται, να καταγράφεται, να υπολογίζεται, να ταξινομείται, να σφραγίζεται, να μετρείται, να αριθμείται, να εκτιμάται η αξία του, να [υποχρεώνεται να] ζητάει άδεια, να απορρίπτεται, να εξουσιάζεται, να επιδοκιμάζεται, να νουθετείται, να προλαμβάνεται, να μεταρρυθμίζεται, να εγκρίνεται, να αποζημιώνεται, να διορθώνεται.

Το να σε κυβερνούν σημαίνει, με το πρόσχημα του δημόσιου καλού και στο όνομα του γενικού συμφέροντος, να σε φορολογούν, να σε εκπαιδεύουν, να σε ληστεύουν, να σε εκμεταλλεύονται, να σε μονοπωλούν, να σ' εκβιάζουν, να σ' εξαντλούν, να σ' εξαπατούν, να σε κλέβουν. Και στη συνέχεια, με την ελαφρότερη αντίσταση, με την πρώτη λέξη διαμαρτυρίας, να σε καταστέλλουν, να σου επιβάλλουν πρόστιμα, να σ' εξευτελίζουν, να σε παρενοχλούν, να σε κυνηγούν, να σε τραβολογούν, να σε χτυπούν, να σ' αφοπλίζουν, να σε δένουν, να σε φυλακίζουν, να σε πυροβολούν, να σε δικάζουν, να σε καταδικάζουν, να σ' εξορίζουν, να σε θυσιάζουν, να σε πωλούν, να σε προδίδουν και, στην κορυφή όλων αυτών, να σε γελοιοποιούν, να σε χλευάζουν, να σε προσβάλλουν, να σε ατιμάζουν». Μόνο η κυριαρχία καθιστά δυνατή τέτοια καταπίεση.

 

Κανένα από τα επιχειρήματα υπέρ της κυριαρχίας δεν ευσταθεί, όταν τα εξετάζουμε από μια αναρχοοικολογική προοπτική. Γιατί χρειαζόμαστε μια κυβέρνηση να υπερ-ασπίζεται τα σύνορά μας, από τη στιγμή που τα σύνορα δεν έχουν νόημα; Γιατί χρειαζόμαστε οικονομική και περιβαλλοντική νομοθεσία, από τη στιγμή που υπερεθνικές εταιρείες κάνουν αυτό που ισοδυναμεί με κυριαρχία; Γιατί πρέπει να πληρώνουμε φόρους για τις δημόσιες υπηρεσίες, από τη στιγμή που αυτές οι υπηρεσίες είναι ολοένα και πιο άσχετες [με τη ζωή μας], ακόμα και επιβλαβείς; Γιατί τα ατομικά δικαιώματα και η κοινωνική δικαιοσύνη χρειάζονται προστασία, από τη στιγμή που είναι ακριβώς οι διευρυμένοι και αλλοτριωτικοί κυβερνητικοί θεσμοί μας που παραβιάζουν τα δικαιώματά μας και εμποδίζουν τη δικαιοσύνη; Στο χαοτικό μας κόσμο η κυριαρχία - αποσυντιθέμενη κι όμως αυτοαναδομούμενη με τρόπους μη αναγνωρίσιμους για την άρχουσα τάξη - έχει εξαντλήσει τη χρησιμότητά της.

 Τα φιλοσοφικά θεμέλια του μεταδυτικού παραδείγματος θα στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στη γενική θεωρία συστημάτων, της οποίας πρωτοπόροι υπήρξαν άνθρωποι όπως ο Gregory Bateson και ο Ludwig von Bertalanffly. Εδώ φυσικά δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε μια παρέκβαση στο τεράστιο αυτό ζήτημα. Με δυο λόγια, όμως, η θεωρία αυτή περιγράφει όλα τα φαινόμενα, από τα άτομα ως τους γαλαξίες, ως «συστήματα» που υπόκεινται στους ίδιους βασικούς νόμους. Ένας άνθρωπος είναι ένα σύστημα και το ίδιο ισχύει για ένα έθνος.

Για κάθε τύπο συστήματος υπάρχει ένα ιδανικό μέτρο μεγέθους και πολυπλοκότητας και όσο το σύστημα παραμένει στα πλαίσια αυτών των παραμέτρων θα βρίσκεται σε μια υγιή κατάσταση «δυναμικής ισορροπίας». Η σταθερότητά του δε θα επηρεαστεί σοβαρά από απορρυθμιστικά στοιχεία (attractors) ικανά να εκτρέψουν τους κανονικούς κύκλους και τις κανονικές διαδικασίες του συστήματος. Ένας νέος και υγιής άνθρωπος μπορεί να αντισταθεί στους περισσότερους ιούς και στα περισσότερα βακτηρίδια. Πράγματι, το ανοσοποιητικό του σύστημα μπορεί να ενισχυθεί από τη μάχη με αυτά. Παρ' όλ' αυτά, εάν ένα σύστημα μεγαλώσει πάρα πολύ ή εάν μικρύνει πάρα πολύ ή εάν πολλά απορρυθμιστικά στοιχεία εισχωρήσουν σ' αυτό, θα επέλθει ανισορροπία στις διαδικασίες του, με αποτέλεσμα αυτές να διαλυθούν. Τα κομμάτια μπορεί είτε να ενωθούν σ' ένα νέο σύστημα είτε να διαλυθούν. 

Φτάνουμε στο σημείο να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι ανόητο να εναποθέτουμε τις ζωές μας στα χέρια άλλων. Εάν η παρούσα τάση συνεχίσει να υφίσταται, ο μετά την κυριαρχία κόσμος θα είναι σε μεγάλο βαθμό αποκεντρωμένος, κοινοτικός και διαφοροποιημένος: ένα διάγραμμα Venn και όχι μια ιεραρχία. Θα θεωρεί δεδομένη την αλληλοσύνδεση όλων των ανθρώπων και όλων των πραγμάτων, που θα εκφράζεται μέσω μιας μορφής θεωρίας συστημάτων. Θα ορίζει τα έθνη με βάση τους ανθρώπους και όχι τις περιοχές. Στο μέλλον οι χάρτες θα δείχνουν πώς διανέμονται εθνικά, γλωσσολογικά και πολιτισμικά στοιχεία και όχι σύνορα. 

 

Όσον αφορά την κοινωνική δομή, η νέα τάξη θα προωθεί την  συμμετοχή σε βάρος της κυριαρχίας και του ελιτισμού, καθώς επίσης και μικρές αποκεντρωμένες οντότητες σε βάρος των μεγάλων και απρόσωπων. Και το πιο σημαντικό είναι ότι θα αρνείται την ιεραρχία και θα προτιμά [ως μορφή οργάνωσης] το δίκτυο. Ο/η καθένας/καθεμία θα ανήκει σε πολλές επικαλυπτόμενες ομάδες, αλλά συγκρουόμενοι δεσμοί δε θα αποτελούν πρόβλημα, όταν η ομάδα δε θα έχει την εξουσία να απαιτεί από εμάς τίποτα που να εναντιώνεται στη θέλησή μας. Το μεταδυτικό παράδειγμα θα δεχθεί την αρχαία σοφία ότι δεν είναι σώφρων, εάν δεν είναι αδύνατη, η χάραξη τεχνητών συνόρων πάνω στην επιφάνεια της Γης. Αυτός ο κόσμος θα είναι ειρηνικός, επειδή καμιά πολιτική μονάδα δε θα είναι αρκετά μεγάλη για να συντηρεί μια αποτελεσματική πολεμική μηχανή. Θα είναι «βιοπεριφερειακός» - ο μέσος άνθρωπος, για να επιβιώσει και να ευτυχήσει, θα πρέπει να αποκτήσει μια νέα αντίληψη για τις οικολογικές διαδικασίες και τον εύθραυστο χαρακτήρα της φύσης.

 

Η οικονομία του δε θα είναι ούτε καπιταλιστική ούτε κρατικο καπιταλιστική, αλλά ένα νέο υβρίδιο . Για να μην ηχούν όλα αυτά σα να είναι κάποια ουτοπική σμαραγδένια πολιτεία, ας θυμηθούμε ότι η μετάβαση από έναν κόσμο βασισμένο στην κυριαρχία δε θα είναι βέβαια ομαλή. Μπορούμε να περιμένουμε ότι τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα πριν γίνουν καλύτερα. Αλλά η μετάβαση θα έρθει. Η εναλλακτική της λύση - η διατήρηση των εθνών-κρατών σ' έναν κόσμο που έχει εγκαταλείψει την κυριαρχία - οδηγεί, όπως όλοι γνωρίζουμε, στην αυτοκτονία. {…}

 

 


      

 

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License