Αναρχισμός, οργάνωση και τάξη

Εδώ και πολύ καιρό παρακολουθώ κείμενα στο διαδίκτυο άλλα και σε έντυπη μορφή και αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι οι συγγραφείς τους δεν αναφέρουν ποτέ πήγες , βιβλιογραφία κλπ. Το κόμπλεξ πολλών νεοαναρχικών (δεν μιλάω μόνο ηλικιακά) είναι απερίγραπτο.

ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ *

1419578

από G Σεπτ. 1, 2012, 4:38 μμ., http://eleftheriakos.gr/

Του Γιώργου Μεριζιώτη

 

* Το κείμενο αυτό διαβάστηκε με αφορμή την βιβλιοπαρουσίαση  στην διήμερη  εκδήλωση της Α.Κ.Α για το ζήτημα της οργάνωσης του αναρχικού κινήματος που έγινε στης 3 Μάρτη 2012, στο Ε.Μ.Π.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

“Δε φαντάζονται ότι μια κοινωνία μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αφέντες και υπηρέτες,
χωρίς αρχηγούς και στρατιώτες ”  ΚΑΤΩ ΟΙ ΑΡΧΗΓΟΙ .

J. De jacques

Οι δημοσιεύσεις αυτές έχουν σαν στόχο ή την πρόθεση να ξανανοίξουν τη συζήτηση σχετικά με την οργάνωση, τον αυθορμητισμό και την συνείδηση. Πιστεύουμε ότι η παρούσα κατάσταση καθιστά επίκαιρη αυτήν τη συζήτηση από την στιγμή που θέλουμε να βάλλουμε το λιθαράκι για την δημιουργία προοπτικά ενός πλατιού ελευθεριακού επαναστατικού κινήματος[5] ταυτόχρονα με την αργή αλλά σταθερή ανανέωση του αναρχικού χώρου.

Εκείνο που είναι ενδιαφέρον, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ότι οι νέες καταστάσεις που προβάλλουν στο προσκήνιο – παράλληλα με τα παλιά προβλήματα – στο μέτρο που γίνονται πια ολοφάνερες στα μάτια χιλιάδων προλετάριων της σημερινής εποχής ορισμένες καταστάσεις, λογουχάρη, ο αποκλεισμός των εφικτών λύσεων μέσα στη αστική καπιταλιστική κοινωνία, η πλήρης αποτυχία του σοβιετικού «κομμουνισμού» από την άποψη των δεδηλωμένων του στόχων, η συμπαιγνία ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία, τον “προωθημένο φιλελευθερισμό” και μια ορισμένη λανθάνουσα φασιστικοποίηση ρατσιστικοποίηση της κοινωνίας, αναγκάζουν ένα ποσοστό του προλεταριάτου των πόλεων (ιδιαίτερα των νέων) και ορισμένα στρώματα των μισθωτών να αντιμετωπίσουν συνολικά το σύστημα (τηρουμένων των αναλογιών), όπως έκανε και το βιομηχανικό προλεταριάτο των πόλεων στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα.

Αν σήμερα σπρώχνονται εκατοντάδες χιλιάδες καταπιεσμένοι και εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι στο να διεκδικούν αυτό που ήδη υπάρχει και στον κρετινισμό του κοινοβουλευτισμού, αύριο θα καταλάβουν ότι αυτό το σύστημα δεν επιδέχεται βελτίωση προς το ανθρωπινότερο ούτε καν μεταρρύθμιση, γιατί η αξιακή του αναγωγή βασίζεται στο “ παν μέτρο είναι το χρήμα και το κέρδος ”.
 

Με αυτήν ακριβώς την έννοια, ανακαλύπτουμε πάλι ορισμένες κριτικές και δράσεις ενάντια στο συνδικαλιστικό οικονομισμό (τραίηντ-γιούνιονς) και κορπορατιβισμό, κριτικές ενάντια στις δομές κυριαρχίας, στην οικογένεια και την καθημερινή ζωή. Επιπλέον, ορισμένες μορφές αγώνα που κατατείνουν να αυτονομηθούν και να αυτοοργανωθούν έξω από το κατεστημένο συστημικό συνδικαλιστικό πλαίσιο, όπως και αρκετοί κοινωνικοί αγώνες έξω από την πολιτική διαμεσολάβηση, αλλά και το σαμποτάζ και ορισμένες μορφές άμυνας, περισσότερο ή λιγότερο παράνομες, ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια.

Οπωσδήποτε, η αντίθεση ανάμεσα στην τάση για οργάνωση και τη μη οργάνωση, ανάμεσα στον αυθορμητισμό, την αυτοθέσμιση και τη θεσμοποίηση, ανάμεσα στο συγκεντρω- τισμό και την ετερονομία την αποκέντρωση και την αυτονομία, είναι εγγενής στο καπιταλιστικό σύστημα, στην ταξική κοινωνία, όπως και η μόνιμη αντίθεση ανάμεσα στο ρεφορμισμό και την επανάσταση. Είναι αλήθεια αυτό που γράφει ο Μάτικ: “ Όσο θα διαιωνίζονται η ταξική κοινωνία και οι προσπάθειες για την καταστροφή της, θα υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην οργάνωση και τον αυθορμητισμό’’.

Σε αυτή την συλλογή θέλουμε να καταδείξουμε τα διάφορα επίπεδα με βάση τα οποία μπορούμε να προσεγγίσουμε το θέμα της οργάνωσης. Γιατί αλλά ζητήματα θέτει κατά την γνώμη μας η οργάνωση και ο αυθορμητισμός των μαζών ειδικά κατά την εξεγερτική ή επαναστατική διαδικασία, άλλα η ειδική οργάνωση των επαναστατών και εντελώς άλλα πάλι, η εφικτή οργάνωση μιας κοινωνίας χωρίς κυριαρχία και εκμετάλλευση.

Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι βρισκόμαστε σε επαναστατική περίοδο, αλλά δεν είναι κακό να λαμβάνουμε υπόψη μας μερικούς παράγοντες.

Όπως έχει δείξει η κοινωνική ιστορία (την οποία πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη, αν δεν θέλουμε να μας κλείνει πονηρά το μάτι), είναι ότι στα πλαίσια μιας επανάστασης, η σχέση μεταξύ προγράμματος και πράξης (εξέγερση) παίρνει δραματική οξύτητα.

Εκεί συναντώνται:

α. Η παλιά κοινωνία, μια κοινωνία που πεθαίνει αλλά ανθίσταται.

β. Ο αυθορμητισμός των μαζών που επιζητά την οργάνωση μιας νέας κοινωνίας.

γ. Οι επαναστάτες, αυτοί που έχουν μελετήσει και επεξεργαστεί ένα πρόγραμμα μέσα στα σκοτάδια των διώξεων, μέσα από τις ρωγμές του παλιού κόσμου.

Είναι φανερό ότι από αυτήν την άποψη, δύο είναι τα σημαντικά προβλήματα που εμφανίζονται συνεχώς κατά την κοινωνική επαναστατική διαδικασία :

α. Το ένα αναφέρεται στη δυνατότητα ύπαρξης μιας κοινωνίας χωρίς καταναγκασμούς, μιας κοινωνικής οργάνωσης, μιας αυτοθέσμισης της κοινωνικής ζωής που θα βασίζεται στην αυτονομία των ατόμων και των κοινοτήτων. Εν προκειμένω μιας αντιεξουσιαστικής οργάνωσης της κοινωνίας ως ένα όλον.

β. Το άλλο αναφέρεται στη σχέση που πρέπει να εδραιωθεί στο εσωτερικό της υπάρχουσας κοινωνίας, μιας ταξικής, ιεραρχικής και γραφειοκρατικής κοινωνίας, ανάμεσα στην πλειοψηφία των εκμεταλλευομένων που “πρέπει” να κάνουν την επανάσταση και τη μειοψηφία των επαναστατών που ‘’θέλουν’’ να την κάνουν. Ανάμεσα σ΄ αυτά τα προβλήματα που περιγράψαμε σχηματικά, εμφανίζονται και τα προβλήματα που αναφέρονται στη συνείδηση της κατάστασης και στο πρόγραμμα για την αλλαγή.

Ως προς το πρώτο, είναι πια γνωστό ότι οι αναρχικοί επιμένουν πως υπάρχει η δυνατότητα μιας κοινωνικής οργάνωσης χωρίς κυριαρχία και ιεραρχία η οποία θα βασίζεται στις ελεύθερες συμφωνίες μεταξύ των ανθρώπων και στην κοινωνική αλληλεγγύη. Η οργάνωση της ελευθεριακής κοινωνίας είναι ο βασικός πυρήνας της αναρχικής θεωρίας, όπως και η ιδέα ότι αυτή η δυνατότητα υπάρχει εδώ και τώρα, στο παρόν της καθημερινής ζωής και όχι σε ένα υποθετικό μέλλον όπου, χάρη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, θα καταλήξουμε στην εξαφάνιση των τάξεων και στο μαρασμό του κράτους.

Πράγμα που σημαίνει – και αυτό αναφέρεται στο δεύτερο πρόβλημα που τέθηκε προηγουμένως - ότι στο εσωτερικό της πάλης των τάξεων (με τη σημερινή ευρύτερη έννοια), έτσι όπως εκδηλώνεται μέσα στο σημερινό καπιταλιστικό σύστημα και σε συνάρτηση με ένα αντιεξουσιαστικό επαναστατικό πρόγραμμα, η θεωρητική και πρακτική κριτική των σχέσεων εξουσίας (κυριαρχίας) θα πρέπει να γίνεται τόσο με βάση τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την εφικτή οργάνωση των αναρχικών, όσο και με βάση τις σχέσεις ανάμεσα στην πλειοψηφία και την μειοψηφία στο εσωτερικό των διαφόρων κοινωνικών ομάδων[6] που αγωνίζονται ενάντια στο σύστημα.

“Πρέπει να απαλλαγούμε από το ρομαντισμό. Θέλω να πω: να δούμε τις μάζες σε προοπτική. Δεν υπάρχει ο ομοιογενής λαός αλλά το πλήθος των ανθρώπων που διαφέρουν μεταξύ τους, που είναι χωρισμένοι σε κατηγορίες. Δεν υπάρχει η επαναστατική θέληση των μαζών αλλά επαναστατικές στιγμές κατά τις οποίες οι μάζες λειτουργούν ως κινητήριος μοχλός’’, γράφει πολύ σωστά από το 1925 κιόλας ο Καμίλο Μπερνέρι. Πώς να οργανωθούμε – ή να μην οργανωθούμε – λοιπόν; Να περιμένουμε πότε θα φτάσει η επαναστατική στιγμή; Να θεωρήσουμε ως συνώνυμα τον αυθορμητισμό της μάζας και την αυτονομία της;

Είναι σαφές ότι για τους αναρχικούς η συνείδηση δεν είναι “εξωγενής” ως προς την τάξη. Δεν υπάρχει καμιά πρωτοποριακή ομάδα που πρέπει να διαφωτίσει και να καθοδηγήσει το προλεταριάτο. Ωστόσο, η συνείδηση αυτή δεν είναι ούτε “ενδογενής”. Είναι αποτέλεσμα της επαναστατικής διαδικασίας. Είναι η επεξεργασία του προγράμματος από μέρους των διαφορετικών επαναστατικών ομάδων οι οποίες, σε συνάρτηση με την επιμέρους συνείδηση που έχουν για τη διαδικασία, αγωνίζονται με διαφορετικούς τρόπους μέσα στα πλαίσια της ταξικής κοινωνίας. Αυτή η επιμέρους συνείδηση εκφράζεται με τις ιδέες, τις ιδεολογίες, τις θεωρητικές αντιλήψεις. Χάρη σε αυτές συναντώνται, έρχονται σε επαφή, οργανώνονται οι επαναστάτες και όχι μόνο σε σχέση με την ταξική τους θέση. Αλλά, όπως επεσήμανε ο Μπακούνιν, “οι ιδέες μπορούν να επιδράσουν μόνο πάνω στα άτομα. Οι μάζες παραμένουν αδιάφορες ή εχθρικές εφόσον οι ιδέες τους δεν συναντώνται και δεν συνδέονται με τα ίδια τους τα ένστικτα, με τη μοιραία κίνηση που τους επιβάλλεται από την οικονομική τους κατάσταση”.

Ειδικότερα στις μέρες μας που ο αστισμός αναπαράγεται κάθε δευτερόλεπτο από τα μαζικά μέσα αποβλάκωσης, και η εδραίωση του συστήματος της διαμεσολαβημένης κοινωνικής ζωής φαντάζει ακλόνητη μπορεί να αισθανόμαστε ασφυκτικά περικυκλωμένοι από αυτή την κατάσταση, όμως δεν χρειάζεται να περάσουμε σε άλογες πρακτικές. Αυτό που χρειάζεται είναι η ανασυγκρότηση των επαναστατικών εννοιών ενάντια στην ασυναρτησία, ιδιαίτερα τώρα που οι ελίτ παρουσιάζουν με ένα κυνικό τρόπο την κρίση του συστήματος ως “δημιουργικό καταστροφισμό”.

Η διαστρέβλωση των εννοιών και του λόγου είναι μια πολύ παλιά τακτική των διανοούμενων απολογητών των κυρίαρχων τάξεων για να θολώνουν τα νερά και να προκαλούν σύγχυση στους κυριαρχούμενους. Ο Ράουτερ παρατηρούσε από την δεκαετία του 60 κιόλας στο "Η Κατασκευή Υπηκόων" ότι: "όσο ασαφέστερα εκφράζεται κανείς, τόσο περισσότερο μένει κρυμμένο το ψέμα που υπάρχει στον λόγο του...".

Αλλά δεν είναι μόνο το ψέμα που προκύπτει από την αποσύνθεση των εννοιών που προάγουν αναπαράγουν οι απολογητές (θεραπαινίδες) του συστήματος, είναι ο πόλεμος για τη διατήρηση του στάτους της κυριαρχίας, εδώ πολύ σωστά παρατηρεί ο Τόμας Σαζ στο «Ο Πόλεμος των Ορισμών» ότι: «… Ο πόλεμος για τον έλεγχο του κόσμου είναι πόλεμος ορισμών… Ο αγώνας καθορισμού και ελέγχου των νοημάτων είναι αγώνας για επιβίωση… αυτός που πρώτος θα ορίσει το νόημα μιας κατάστασης, επιβάλλει στον άλλον την δική του πραγματικότητα και τον ορίζει, είναι ο νικητής... έτσι κυριαρχεί κι επιβιώνει. Εκείνος που ετεροκαθορίζεται, υποτάσσεται και ίσως ακόμα και εξοντώνεται...»

Σίγουρα το ζήτημα της οργάνωσης δεν είναι εννοιολογικό, από την άλλη θα επαναλάβουμε με έναν κουραστικό τρόπο ότι η οργάνωση δεν λύνει όλα τα προβλήματα. Είμαστε της άποψης ότι καλύτερα μη οργανωμένοι παρά άσχημα οργανωμένοι. Όμως μπορούμε να ξεκινήσουμε τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο να οργανώνουμε με σαφήνεια και συνοχή το ποιοι είμαστε και τι θέλουμε. Γνωρίζουμε ότι για να περάσουμε σε μια σοβαρή διαδικασία αμφισβήτησης και ανατροπής των αφεντικών και να γκρεμίσουμε την οργάνωση τους το κράτος, πρώτα από όλα χρειάζεται οι ανατροπείς να έχουνε μεταξύ τους κοινότητα απόψεων, ιδεών και πεποιθήσεων. Από αυτή την κοινότητα εκπορεύονται οι κοινές θελήσεις.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 

2) Υπάρχουν κι άλλα παραδείγματα οργάνωσης σε έκτακτες συνθήκες. Άλλα μεγαλύτερης και άλλα μικρότερης εμβέλειας. Όπως πχ, στη Γαλλία, Ρωσία, Ουκρανία, Ιταλία, Αργεντινή, Χιλή, κλπ. Αναφέρουμε το παράδειγμα της Ισπανίας για τη μαζικότητα και την ευρηματικότητά της. Όσον αναφορά τις αναρχικές φάλαγγες αναφέρουμε τη σιδερένια, χωρίς να υποτιμούμε τις άλλες όπως τις φάλαγγες Ντουρρούτι, Ασκάσο, κλπ. Αυτή η μπροσούρα δεν έχει σα στόχο να ιστοριογραφίσει αλλά να παρουσιάσει μερικές στιγμές του κοινωνικού αγώνα και να καταδείξει το γεγονός ότι αφού υπήρξαν αυτού του είδους οι συσσωματώσεις, είναι δυνατόν να υπάρξει τέτοιου είδους οργάνωση της κοινωνίας από τα κάτω αρκεί να το θελήσει η ίδια η κοινωνία.

Όσο γι΄αυτούς που λένε ότι οι αναρχικοί ηττήθηκαν στην Ισπανία, τους απαντάμε ότι δεν ηττηθήκαμε εμείς αλλά οι καταπιεσμένη εκμεταλλευόμενη κοινωνία, για τον απλούστατο, όσο και ουσιώδη, λόγο ότι οι αναρχικοί δεν θέλησαν -ούτε θέλουν- να διοικήσουν και να κυβερνήσουν. Όσο θα υπάρχουν η πολιτική και οικονομική κυριαρχία, αλλά και το παράγωγο της η ιεραρχία, τόσο θα υπάρχει και η αναρχία. Μετά βλέπουμε!

3) Βλ. και στην μπροσούρα: «Ανωνύμου, Διαμαρτυρία ενώπιον των ελευθεριακών του παρόντος και του μέλλοντος για τους συμβιβασμούς του 1937», εκδ. μικρός Ελεύθερος Τύπος.

4) Οι αναρχικές φάλαγγες (κολόνες) μιμούνταν τη λοξή φάλαγγα των Θηβαίων, στο εξής σημείο: άτομα με φιλικές και συναισθηματικές σχέσεις αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των φαλαγγών, δηλαδή, τις δεκαρχίες. Μία δεκαρχία αποτελούνταν από δέκα άτομα. Μία εκατονταρχία ήταν δέκα δεκαρχίες. Μία φάλαγγα αποτελούνταν από τριάντα εκατονταρχίες, συνδεμένες οριζόντια και ομοσπονδιακά μεταξύ τους. Οι καθολικοί ακροδεξιοί φασίστες χρησιμοποίησαν αυτή την ονομασία στους δικούς τους ένοπλους σχηματισμούς (όπως οι φαλαγγιστές του Φράνκο ή αργότερα οι ακροδεξιοί χριστιανοί φαλαγγίτες του Λιβάνου), αλλά αυτό είχε να κάνει με τη λεγόμενη «πέμπτη φάλαγγα», δηλαδή με ομάδες δήθεν ανεξέλεγκτες που πραγματοποιούσαν εκκαθαρίσεις στα μετόπισθεν, κάτι σαν τα δικά μας τάγματα ασφαλείας και τους χίτες.

5) Δεν είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι οι καταπιεζόμενοι – εκμεταλλευόμενοι της σημερινής εποχής, θα ακολουθήσουν τον έναν ή τον άλλο δρόμο. Εκείνο, όμως, που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι, ότι χωρίς πλατιές μαζικές ελευθεριακές, αντιιεραρχικές, αντισυγκενρωτικές οργανώσεις, χωρίς λαϊκά αντιθεσμικά όργανα, χωρίς συνοχή θεωρίας και πράξης δεν μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο αγώνας. Ή που θα είναι αγώνας απελευθερωτικός ή που δε θα είναι!

Καθώς δεν μπορεί να υπάρξει ελευθεριακη-αντιιεραρχική κοινωνία χωρίς ελευθεριακούς-αντιεξουσιαστές, και καθώς αυτοί δημιουργούνται μόνο από την ορθολογική συζήτηση και κατανόηση των αγώνων, εκείνοι που ήδη αντιπαρατίθενται στο κράτος και την ταξική κυριαρχία οφείλουν να υποστηρίξουν και να βοηθήσουν θετικά και πρακτικά αυτές τις διαδικασίες και τους αγώνες .

Σ΄ αυτή την κατεύθυνση, είναι αναγκαία η δημιουργία ελευθεριακών συλλογικοτήτων δράσης (συμβούλια γειτονιάς, επιτροπές κατοίκων, συνεργατικές δράσεις, αυτόνομα συνδικάτα, πολιτιστικά στέκια, εργασιακά συμβούλια, σύλλογοι νέων και φοιτητών, οικολογικές ομάδες και οργανώσεις, οικοκοινότητες, κτλ), που μπορούν να μετατραπούν σε όργανα αποδόμησης του κρατικού και κομματικού ελέγχου και ρήξης με την υπάρχουσα κατάσταση.

Αυτά τα όργανα αποδόμησης, σε οριζόντια διασύνδεση, συνεργασία και συντονισμό, τόσο για τα ιδιαιτέρα, τα τοπικά, όσο και για τα γενικότερα προβλήματα και ενδιαφέροντα τους, πρέπει να εμπεριέχουν ξέχωρα από το μερικό και το ολικό ζήτημα ανατροπής, μέσα από τη σύνδεση της καθημερινότητας με τα υπαρκτά προβλήματα που δημιουργεί αυτή η κοινωνία της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και της μόλυνσης, σε μια διαδικασία αναπόσπαστη από την υπόθεση της συνολικής ρήξης και ανατροπής της κεφαλαιο-κρατικής κοινωνίας.

Αυτές οι αυτοθεσμίσεις χρειάζεται να δημιουργούν το δικό τους πρότυπο ζωής, τη δική τους «εσωτερική» ζωή με τις δικές τους ανθρώπινες σχέσεις που είναι ενάντια στην αλλοτρίωση και ενάντια στην αποξένωση, όπου ο κάθε αγωνιστής, αλλά και ο καθένας καταπιεσμένος άνθρωπος, θα πρέπει να βρίσκει ζεστασιά, κατανόηση, αγάπη, θαλπωρή και αλληλεγγύη. Αυτές οι αυτοθεσμίσεις, αυτοί οι συλλογικοί οργανισμοί μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν την «αντι- κοινωνία» μας, το πρόπλασμα για την μετάβαση στην νέα κοινωνική ζωή.

6) Ένα παράδειγμα που μας έρχεται στον νου και μπορεί να αποτελέσει οδηγό στην πρακτική μας είναι το εξής: κανένας δεν εμπόδισε τον Ντουρρούτι και τον Ασκάσο να είναι μέλη της αναρχικής ομοσπονδίας FAI και μέλη με ταυτότητα της αναρχο συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας CNT και να αυτοπειθαρχούν με τις αποφάσεις της. Ενώ από την άλλη δημιούργησαν και συμμετείχαν στην ειδική αναρχική συλλογικότητα Los Solidarios.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εισαγωγή από το βιβλίο “Το Ζήτημα της Οργάνωσης”

 

όλο το βιβλίο σε pdf εδώ: Το ζήτημα της οργάνωσης

 

Το δέον και το μη δέον

1411992

από G Ιούλ. 10, 2012, 1:41 πμ.,



{...} Γίνεται, λοιπόν αναγκαίο να επανεισάγουμε στον καθημερινό μας λόγο τον επαναστατικό “ρομαντισμό”. Να “απόκαθάρουμε” τον επαναστατικό αναρχικό λόγο από τον επιστημονισμό,  την αστική κοινωνιολογία, τη φιλελεύθερη ατομικιστική πολυλογία και να τον εμπλουτίσουμε στο σήμερα. Παραμένοντας  πάντα αθεράπευτα «ρομαντικοί» επαναστάτες, σε μια εποχή που η κοινωνική επανάσταση (ως κοινωνικό «πέρασμα») φαντάζει αδύνατη, συνεχίζουμε να οραματιζόμαστε την επαναστατική προοπτική ως ανοιχτότητα προς την ελευθερία, την κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα.

   Εν ολίγοις, συνεχίζουμε να αρνούμαστε το τέλος της  κοινωνικής ιστορίας.   Για μας, η ζωή αποκτάει νόημα με τον αγώνα για  να είναι κανείς άνθρωπος, σε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και εξουσία. Χωρίς αυτό τον αγώνα, χωρίς την πάλη για την αναρχία, η ζωή είναι άνευ νοήματος.

Η επανεμφάνιση των αναρχικών-ελευθεριακών ιδεών στην Ελλάδα, σχεδόν 70 χρόνια (από τις αρχές του 20ου αιώνα) μετά από τις τελευταίες συγκροτημένες συλλογικές (και εν πολλοίς αποτυχημένες) απόπειρες δημιουργίας αναρχικού κινήματος –αφού επικράτησαν και  κυριάρχησαν οι ολοκληρωτικές ιδέες της δεξιάς, αλλά και της αριστεράς διαχείρισης του κράτους- ήταν ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός που πολλοί θέλησαν στην αρχή να αποκρύψουν ή να αποσιωπήσουν.

Είναι στην νέα περίοδο, αρχής γενομένης από την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 73 ενάντια στην δικτατορία, όπου  μέσα από τις στάχτες της καταστολής αυτής της εξέγερσης δηλώνει ξανά  δημόσια και ανοικτά την παρουσία του και ο αναρχικός- ελευθεριακός λόγος. Αυτό σηματοδοτεί αλλά και νοηματοδοτεί  το  αναρχικό κίνημα και την μετέπειτα πορεία του, μέχρι και σήμερα. 

Τριανταπέντε χρόνια μετά, μέσα από  αδιάλειπτη και συνεχή  παρουσία και δράση, το αναρχικό κίνημα αρχίζει να περνά σιγά -σιγά στην «ενηλικίωση» του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει ιαθεί πλήρως από τις «παιδικές του ασθένειες». Από αυτή την άποψη είμαστε ένα από τα νεότερα κινήματα της Ευρώπης, ένα κίνημα γενιάς.

Σήμερα έχει ξεκινήσει μια νέα κατάσταση, μια εξέλιξη, που εκ των πραγμάτων μας σπρώχνει σε μια συζήτηση στο εσωτερικό του κινήματος. Αυτό το «εκ των πραγμάτων» προέρχεται από τη δυναμική και τη δράση που παράγει αυτό το κίνημα, αλλά και από τις νέες καταστάσεις που προωθεί το κράτος και ο καπιταλισμός. Η ιστορία, όμως, δεν περιμένει τους βραδυπορούντες! Είτε θα μας ξεπεράσει είτε θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στα ζητήματα του καιρού μας δίνοντας προοπτική στο λόγο μας μέσα σε αυτές τις «νέες» συνθήκες «επανίδρυσης» του καπιταλισμού. Αλλά για να απαντήσουμε χρειάζεται να μπούμε σε μια διαδικασία αυτογνωσίας. Ο καθένας από εμάς, αλλά και συνολικά το κίνημα, χρειάζεται να απαντήσει στο ερώτημα που μας τίθεται ακόμα και σε υπαρξιακό επίπεδο: «ποιοι είμαστε , πού πηγαίνουμε και τι θέλουμε». Όπως και το πώς και με ποιους τρόπους από ένα κατακερματισμένο κίνημα διαμαρτυρίας και πολλές φορές περιχαρακωμένης η σεκταριστικής δράσης, θα κατορθώσουμε να θέσουμε το κοινωνικό και πολιτειακό μοντέλο του καπιταλισμού σε ιστορική αμφισβήτηση. Αυτά τα ερωτήματα στέκονται αμείλικτα μπροστά μας. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σημείο καμπής. Ένας κύκλος κλείνει και για να ανοίξει ένας νέος,  όμως για να αρχίσει η πραγματική συζήτηση,  χρειάζεται ο αναρχισμός να ξαναβρεί την προταγματική κοινωνική του φύση.

Ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή είναι η συνειδητοποίηση και η προσπάθεια εξάλειψης μιας σημαντικής  αντίφασης που υφίσταται εντός του κινήματος και που  για μας τους αναρχικούς παίρνει πολλές φορές οριακές διαστάσεις. Το δέον είναι, εφόσον την αναγνωρίζουμε, να καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για την άρση της. Το μη δέον είναι το να την αγνοούμε, αλλά και όταν παρα-δεχόμαστε την ύπαρξη της να μην είμαστε διατεθειμένοι να πράξουμε για την υπέρβασή της.

Ενώ κατανοούμε ότι κουβαλάμε συνήθειες και αντιλήψεις του κόσμου που ζούμε (αλλά και θέλουμε να αλλάξουμε), γνωρίζοντας ότι υπάρχουν ατομικές και συλλογικές ανε-πάρκειες (κανείς τέλειος, όχι με την θρησκευτική έννοια ούτε με την φιλοσοφική τελεολογία), πολλές φορές αναπαράγουμε αυτόν τον κόσμο στο εσωτερικό μας, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αυτό καταντάει την αναρχία αναξιόπιστη και χιμαιρική επιβεβαιώνοντας αυτούς που ισχυρίζονται ότι είναι αδύνατες οι κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων χωρίς ιεραρχία και κυριαρχία.

Το μη δέον είναι, ότι ξέροντας  πως από το κέλυφος της παλιάς κοινωνίας θα γεννηθεί η νέα, δε βρίσκουμε εκείνες τις διαδικασίες και τα συλλογικά εκείνα εργαλεία  για να αποτρέπουμε την αναπαραγωγή αυτών των παλιών συνηθειών στις μεταξύ μας σχέσεις (ιδιαίτερα όταν οι παλιές συνήθειες αναπαράγονται με την μορφή της «άτυπης ιεραρχίας» και των διευθυντηρίων λήψης αποφάσεων που είναι δύσκολο λόγω του ότι είναι «αόρατα» να ελεγχθούν και να εξαλειφθούν).

Το δέον είναι, το να παλεύουμε να ξεπεραστεί, όσο είναι δυνατόν, η συνείδηση της ιεραρχίας-κυριαρχίας και των διακρίσεων-προνομίων μεταξύ των ανθρώπων (ιδιαίτερα στον τρόπο που παίρνουμε και υλοποιούμε τις συλλογικές μας αποφάσεις) και το να μη φοβόμαστε να πειραματιστούμε με νέες πρακτικές, ενάντια στη δύναμη της συνήθειας που παράγει συντηρητισμό.

 Ο αναρχισμός θεωρεί ως μία από τις πρώτιστες αρχές του τη  θέση βάσει της όποιας μόνον ελευθεριακά μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν (και όχι απλώς «θα έπρεπε να χρησιμο-ποιηθούν»), για να οικοδομηθεί με επιτυχία μια ελευθεριακή  κομουνιστική κοινωνία. Αυτή είναι  και η σημασία της άποψης του Μπακούνιν (η οποία θεωρήθηκε σαν ένας παραλογισμός από μερικούς αντιπάλους του), όταν υποστήριζε  ότι «η ελευθερία μπορεί να δημιουργηθεί μόνον από την ελευθερία». Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, το αναρχικό – αντιεξουσιατικό κίνημα πρέπει να είναι ένας μικρόκοσμος της νέας κοινωνίας, η οποία, τοιουτοτρόπως, έρχεται στο φως «δημιουργημένη μέσα στο κέλυφος της παλιάς».

Η νέα ανθρωπότητα δεν μπορεί να δημιουργηθεί για να ζήσει σε μια κοινότητα χωρίς κυριαρχία, εάν καθοδηγείται από  επαναστατικές ελίτ (κάτοχοι του μυστικού της φύσης του  επαναστατικού κινήματος), ή εάν οι δομές των επαναστατικών οργανώσεων είναι διαμορφωμένες με βάση τα μοντέλα  τυπικά ή άτυπα των ιεραρχημένων οργανώσεων της αστικής κοινωνίας.

Οι ελευθεριακές δομές πρέπει, αντιθέτως, να εμπεριέχουν την ανάπτυξη της αυτοσυνείδησης, της υπευθυνότητας, της αυτοδιεύθυνσης, της αυτοπειθαρχίας και της ελεύθερης δραστηριότητας. Η νέα ανθρωπότητα όταν και εφόσον θελήσει να λέγεται νέα πρέπει να δημιουργηθεί  όχι διά μέσου μιας νέας κατάκτησης της εξουσίας, αλλά με τη δημιουργία νέου τύπων ανθρωπίνων κοινωνικών  σχέσεων.

 Ένα δεύτερο βήμα είναι να αφήσουμε κατά μέρος τους ισχυρισμούς ότι «οποιαδήποτε οργάνωση οδηγεί αναπόφευκτα στην ολιγαρχία» (αυτή είναι μια κατάσταση που ταιριάζει καλύτερα στη ζωή της αρκούδας). Στην ανθρώπινη διάσταση δε χρειάζεται να αποδεικνύουμε το αυταπόδεικτο, ότι δηλαδή στη μοναξιά δεν τίθεται ζήτημα ελευθερίας, στη μοναξιά δεν τίθεται ζήτημα ισότητας. Όσο εμείς οι αναρχικοί δεν προτείνουμε μια άλλη εφικτή οργάνωση της κοινωνίας (όχι με την μορφή του σχεδιασμού αλλά με την μορφή της υπέρβασης του υπάρχοντος), όσο εμείς οι αναρχικοί δεν διάγουμε ένα βίο όσο το δυνατόν κοντά στις αρχές μας, αλλά και με το παράδειγμα μας σαν στάση ζωής (άλλωστε για να αλλάξουμε τον κόσμο χρειάζεται να αλλάξουμε και τους εαυτούς μας), τόσο θα διαιωνίζεται στις συνειδήσεις των καταπιεσμένων-εκμεταλλευομένων της σημερινής εποχής  ο ιστορικός ρόλος  της οργάνωσης του καπιταλισμού, το  σύγχρονο εθνικό ή διεθνοποιημένο κράτος, η ιεραρχία και η κυριαρχία σε όλα τα επίπεδα που απορρέουν από αυτό…}

 Ένα κίνημα που αγνοεί ή αποστρέφεται την κοινωνική ιστορία, αλλά και την ιστορικότητά του, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να βρίσκεται διαρκώς στο νησί των λωτοφάγων.

Γ. Μεριζιώτης

      1. Η οικειότητα και η τυπικότητα

1419726

από G Σεπτ. 2, 2012, 3:39 μμ., http://eleftheriakos.gr/

I. ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΑ ΗΘΗ

 

Η οικειότητα και η τυπικότητα

 

Παρά το γεγονός ότι συχνά υπάρχει μια επισημότητα - τυπικότητα στη διεξαγωγή των δημόσιων συνευρέσεων (συγκεντρώσεων, εκδηλώσεων, συναθροίσεων, συνελεύσεων, κλπ), σπάνια υπάρχει μια «επισημότητα» στη συμπεριφορά των ανθρώπων που τις παρακολουθούν, συμμετέχουν ή τις οργανώνουν, ενώ πολλές φορές οι νεόφερτοι πρέπει να κολυμπούν ή να βουλιάζουν στο αρχιπέλαγος των κοινωνικών διαπροσωπικών επαφών (η τελετουργική οικειότητα πολλών δημοσίων γεγονότων πρέπει σίγουρα να αναλυθεί περισσότερο). Απλά γυρίζοντας τον κύκλο και επιτρέποντας στον καθένα/καθεμιά τις συστάσεις να πει ποιος/ποια είναι ή προσφωνώντας τους «σύντροφε» ή «συντρόφισσα», δεν καθιστά τα γεγονότα αυτά περισσότερο κοινωνικά.

 Οι συστάσεις στην αρχή της μάζωξης ξεχνιούνται εύκολα και το «σύντροφος», μπορεί επίσης εύκολα να εκφράσει φιλικότητα όπως και εχθρότητα, μ' ένα ειρωνικό τρόπο όσο και κυνικότητα.

Το είδος της ζεστασιάς και οικειότητας που δημιουργείται στους αντισυστημικούς επαναστατικούς κύκλους έχει κάνει πολλά για να υπερνικήσει την αδιαφορία της παραδοσιακής εξουσιαστικής πολιτικής για τα άτομα. Πολλά μπορούν να μαθευτούν από αυτήν την εμπειρία. Αλλά η ζεστασιά από μόνη της χωρίς κάποια δόμηση της κοινωνικότητας δεν αρκεί και εμπεριέχει τους δικούς της κινδύνους, αν η οικειότητα γίνει θρησκεία μπορεί να είναι τόσο επιβλαβής στην πραγματική κοινωνικότητα, όσο και η παλιά κομφορμιστική βικτοριανή η γιαπονεζικη τελετουργία των επισκέψεων.

Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε την ανάγκη για διαφορετικά είδη προσωπικών σχέσεων βασισμένα σε διαφορετικούς βαθμούς οικειότητας. Αν το άνοιγμα, η ειλικρίνεια και η πλήρης συμμετοχή εκτιμούνται σε βάρος της επιφυλακτικότητας, της απόστασης και της απόκρυψης, και αν τα τελευταία αυτά προσόντα τείνουν να ερμηνευτούν σαν πολιτικά κουσούρια ή εκφράσεις ψυχολογικής ανεπάρκειας, τότε η δημόσια ζωή υποφέρει.

Η Τζο Φρήμαν έχει τονίσει στη μπροσούρα της, « Η Τυραννία της απουσίας δομής» (α), ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καθόλου κάποια τελείως αδόμητη ομάδα, και ότι οι ασυγκρότητες ομάδες έχουν μια κρυφή και ανεπίσημη δομή βασισμένη στην «ελίτ» της φιλίας. Οι «ελίτ» αυτές αυτοστρατολογούν μέλη, αυτοδιαιωνίζονται, και τα μέλη τους επιλέγονται πολλές φορές επειδή κατέχουν προσόντα που μπορεί να είναι άσχετα με τους πολιτικούς σκοπούς της ομάδας. Τέτοιες ομάδες επίσης έχουν άτυπους και αδιαφανείς κανόνες για τη λήψη των αποφάσεων. «Αυτοί που δεν γνωρίζουν τους κανόνες», λέει η Φρήμαν, «και δεν επιλέγονται για μύηση (στην ομάδα) θα παραμείνουν μπερδεμένοι, ή θα υποφέρουν από παρανοϊκές παραισθήσεις ότι κάτι συμβαίνει έξω από αυτούς για το οποίο γνωρίζουν ελάχιστα».

«Η Τυραννία της απουσίας δομής» είναι τόσο επίκαιρη σήμερα, όσο και πριν 35 χρόνια γιατί η προτίμηση για ανεπισημότητα ακόμα επιβιώνει και παρότι έχουν αλλάξει αρκετά στα κινήματα από τότε που γράφτηκε η μπροσούρα , οι ιδέες που έχουν απλωθεί από τα κινήματα σ' όλους τους αριστερούς, αναρχικούς, ελευθεριακούς κύκλους ελάχιστα έχουν παρακολουθήσει αυτές τις μικρές αλλαγές. «Η Τυραννία της απουσίας δομής» αναδεικνύει ότι μια κάποια δομή είναι αναγκαία στις ελευθεριακές οργανώσεις. Περισσότερη ανεπισημότητα απ' ότι πρέπει οδηγεί σε μη αμεσοδημοκρατικές πρακτικές και την εμφάνιση των «ελίτ της φιλίας» και παράλληλα δυσκολεύει, μέχρι που αποτρέπει την συμμετοχή νέων μελών.

Το να πας σε μια μάζωξη και να βρεις αγνώστους να σου συμπεριφέρονται με πολύ οικειότητα, είναι πολλές φορές τόσο αποτρεπτικό, όσο το να πηγαίνεις σε μια συγκέντρωση που κυριαρχείται από κανόνες και διαταγές. Οι οργανώσεις και οι συλλογικότητες που έχουν φτιαχτεί για συγκεκριμένους πολιτικοκοινωνικούς σκοπούς πρέπει να αυτοδιευθύνονται σαν δημόσια και όχι σαν ιδιωτικά σώματα.

Αν η οικειότητα και η ανεπισημότητα ξεπερνούν ένα ορισμένο βαθμό, δημιουργούν ιδιωτικές λέσχες. Συμμετέχουμε σε οργανώσεις όχι μόνο για να επιτύχουμε ένα συγκεκριμένο σκοπό, αλλά είναι και ανθρώπινο να πιάσουμε και φιλίες. Στη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων δε θα έπρεπε να υπάρχουν διαμάχες, αλλά αυτές αναδύονται. Όμως το ζήτημα είναι πώς αυτές διευθετούνται χωρίς τον κίνδυνο η συλλογικότητα να ολισθήσει σε εικοτολογία και προσωποπαγές κλειστό σχήμα.

Ο Μάρσαλ Κόλμαν γράφει σχετικά: (β) «… Κάποτε δούλευα σ' ένα μικρό κέντρο κοινωνικής δράσης στο Λονδίνο. Υπήρχαν, ακόμα και σ' αυτή τη μικρή οργάνωση, φασαρίες και μερικοί τα βρίσκανε καλύτερα μεταξύ τους από ότι με τους άλλους. Μιας και όλοι ήταν εκεί κύρια για να κάνουν κάποια δουλειά, το γεγονός ότι σε μερικούς δεν άρεσαν οι άλλοι δεν είχε καθόλου σημασία. Μερικοί όμως ψάχνονταν διαφορετικά. Θεωρούσαν (όχι όλοι) ότι θα έπρεπε να είναι ανοιχτοί μεταξύ τους για τα συναισθήματα τους και δεν θα έπρεπε να καλύπτουν τις εχθρότητες που παραμόνευαν κάτω απ' την επιφάνεια. Ουσιαστικά ζητούσαν να είναι περισσότερο οικείοι μεταξύ τους και λιγότερο τυπικοί. Τους επηρέασαν όλους να συμμετέχουν σε μακρές συναντήσεις στις οποίες όλα θα τα έβγαζαν στη φόρα. Οι συναντήσεις αυτές ήταν καταστροφικές.

Δεν ήταν δυνατόν να θεραπευτούν οι διαφορές γιατί ήταν βασισμένες σε διαφορές προσωπικότητας. Αυτοί που τα περνούσαν ιδιαίτερα άσχημα με τους άλλους, ποτέ δεν θα μπορούσαν να κάνουν κάτι μαζί τους έξω απ' τη δουλειά του κέντρου. Η σχέση τους δεν ήταν στενή και έτσι δεν ήταν σωστό να προσπαθήσουν να ξεδιαλύνουν τις διαφορές τους με «φιλικές» συναντήσεις. Αυτό που τελικά συνέβη είναι ότι οι πικρίες βάθυναν και υπέφερε η δουλειά της οργάνωσης. Η πίεση για οικειότητα ήταν μια προσπάθεια δημιουργίας αυτού που η Σήλα Ροουμπόθομ ονόμασε «Αναγκαστική Ομοφωνία». Εκεί όπου η οικειότητα είναι ακατάλληλη, οπωσδήποτε θα είναι αναγκαστική…».(γ)

Η οικειότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν τρόπος κυριαρχίας στους άλλους, ενώ οτιδήποτε διαφοροποιεί τις προσωπικές μας σχέσεις πρέπει να ενθαρρύνεται. Αλλά μάλλον στις στενές σχέσεις γενικά, έχει δοθεί υπέρμετρο βάρος σε σχέση με το σύνολο των διαπροσωπικών σχέσεων.

«Παραχωρώντας τόσο μεγάλο ρόλο στην οικειότητα συνεχίζουμε την ίδια διαδικασία που έχει νεκρώσει τη δημόσια ζωή.

Οι στενές σχέσεις καταναλώνουν πολύ προσωπική ενέργεια και υπάρχει ένα όριο στον αριθμό των στενών σχέσεων που μπορούμε να βαστάξουμε. Το στρες στη οικειότητα εμπνέεται απ' την επιθυμία να φέρουμε ίδιους ανθρώπους κοντά και να τους κάνουμε πιο φιλικούς μέσα σε ένα όλο και πιο κλειστό κύκλο. Αν οι μόνες δυνατές σχέσεις είναι οι στενές, αν καταναλώσουμε όλη μας την ενέργεια σ' αυτές, οι ευρύτερες σχέσεις θα υποφέρουν και η δημόσια ζωή θα ατροφήσει. Χρειαζόμαστε οικειότητα, αλλά αν επιμένουμε να κάνουμε όλες τις σχέσεις στενές τότε θα πρέπει να υποφέρουμε από τη δημόσια αδιαφορία, το κενό βλέμμα στο σιδηροδρομικό βαγόνι, τη δημόσια σιωπή».

Ένα πράγμα που απαιτεί η οικειότητα είναι η ειλικρίνεια. Ζούμε μια ανειλικρινή εποχή και αν κάποιος είναι ειλικρινής συγχωρούμε πολλά ελαττώματά του. Π. χ. δείτε τι γίνεται με τους επαγγελματίες πολιτικούς, ένας πολιτικός μπορεί να είναι ανίκανος, ηλίθιος και απληροφόρητος, αλλά ο κόσμος λέει: «τουλάχιστον είναι ειλικρινής». Νομίζουμε ότι είναι καλύτερο να είσαι ειλικρινής συνέχεια. Ωστόσο μερικές φορές είναι καλύτερο να είσαι λιγότερο ειλικρινής, (δ) (εννοείται, φυσικά, όχι ψεύτης) ιδιαίτερα στις μη στενές σχέσεις, που μπορεί να κατανικηθούν από την υπερβολική ειλικρίνεια.

'Όταν ρωτάς μια γνωριμία σου πως είναι, δε θέλεις απαραίτητα να ξέρεις όλα όσα αισθάνεται εκείνη τη στιγμή. Αν πρόκειται να αναπτυχθεί η δημόσια ζωή, οι άνθρωποι πρέπει να είναι λογικά ευγενικοί μεταξύ τους. Αλλά το να είσαι ευγενικός αποκλείει την τέλεια ειλικρίνεια. Οι σχέσεις μεταξύ αγνώστων δεν μπορούν να διεξαχθούν με τον ίδιο τρόπο όπως οι σχέσεις μεταξύ οικείων. Αν δεν υπάρχει καμιά απόκρυψη στη σχέση μεταξύ αγνώστων, τότε αυτές είναι στενόχωρες και τυπικές, γιατί όλοι ψάχνουν να πουν το σωστό, ή στενάχωρα στενές, όπως οι εκμυστηρεύσεις ενός πιωμένου.

Η έλλειψη πραγματικής κοινωνικότητας στη σύγχρονη δημόσια καπιταλιστική ζωή δείχνει τις αδυναμίες των λύσεων. Η ανωνυμία της ζωής στην πόλη ενθαρρύνει τους ανθρώπους να καλυτερεύουν ή να χειροτερεύουν την ποιότητα των προσωπικών σχέσεων τους. Οι κολεκτίβες που είχαν - έχουν δημιουργηθεί για συγκεκριμένες δουλειές, οι καταλήψεις και πολλές φορές τα στέκια – κοινωνικά κέντρα αν και έχουν επιτύχει πολλά, δεν δημιούργησαν μια αληθινή δημόσια κοινωνικότητα, μια δημόσια σφαίρα, και μετατρέπονται (όχι όλες) λίγο πολύ σε ιδιωτική σφαίρα. Γράφει ο Μάρσαλ Κόλμαν: «Ακόμα και τα αυστηρά κοινόβια που αρνούνται κάθε τι το ιδιωτικό στα μέλη τους, (άκουσα για ένα τέτοιο κοινόβιο που έβγαλε όλες τις πόρτες απ' το σπίτι) αγγίζουν μόνο αυτούς που ζουν μέσα.

Το προσωπικό - πολιτικό δεν θα πρέπει να περιορισθεί στις ιδιωτικές σχέσεις μιας μειονότητας, αλλά θα πρέπει οι συλλογικότητες να ενδιαφέρονται για το πώς οι στενές προσωπικές σχέσεις, εκτός από προσωπικές να οδηγούν στην αμοιβαιότητα, την κοινωνικότητα και τη δημόσια ζωή. Αν δεν το κάνουν αυτό, τότε απλά θα δίνουν όλο και μεγαλύτερη προσοχή και χώρο στις ιδιωτικές σχέσεις όλο και λιγότερων ανθρώπων. Έτσι, μετακινούνται από το κέντρο της πολιτικής- κοινωνικής ζωής στο περιθώριο». Στο τέλος ή που καταντάνε λατρεία των «ελάχιστων εκλεκτών», ή που διαλύονται.

Μέχρι την πρώτη μεταπολεμική γενιά, αυτή των πατεράδων μας, διατηρούνταν μια σχέση ισορροπίας μεταξύ της τυπικότητας (ευγένειας) και της ζεστής οικειότητας. Κάποτε οι επαναστάτες και οι εργάτες πήγαιναν με τα καλά τους ρούχα στις συνελεύσεις και τις θεωρούσαν τόσο σημαντικές, που η διαγραφή τους από αυτές ήταν μια από τις μεγαλύτερες ποινές (άλλα ήθη, θα μας πείτε). Σήμερα έχουμε μεταφέρει το μπαράκι στη συνέλευση! Αφήστε που ο ήχος από τα κινητά τηλέφωνα έρχεται να κλέψει τον συνελευσιακό χρόνο και η μη συμμετοχή σε αυτές είναι που εκβιάζει την έννοια της συλλογικότητας.

 

Αν όντως μεταφέρουμε τις χαλαρές μας σχέσεις στο δημόσιο χώρο που λέγεται συνέλευση, τότε είτε κάνουμε όλη την ζωή μας σχολαστική διαδικασία είτε εκχυδαΐζουμε τις συλλογικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Αν συμβαίνουν τα προηγούμενα, τότε επιβεβαιώνουμε το κύριο επιχείρημα των αφεντικών για την ιδιώτευση-ιδιωτεία: «Δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο οικογένειες και κράτος»! Εμείς όμως ξέρουμε ότι για να ανατραπούν τα αφεντικά και να γκρεμίσουμε την οργάνωση τους το κράτος, πρώτα από όλα χρειάζεται οι ανατροπείς να έχουνε μεταξύ τους κοινότητα απόψεων, ιδεών και πεποιθήσεων. Από αυτή την κοινότητα εκπορεύονται οι κοινές θελήσεις.

 

Πειραιάς, Δραπετσώνα Μάιος 2009

 

* Αυτές οι σκέψης αποτελούν αποσπάσματα μις συνολικότερης εργασίας που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα με τον τίτλο ,“Κυριαρχία - ιεραρχία και οι δρόμοι της ελευθερίας”, (δημόσια και ιδιωτική σφαίρα συγκροτήσεων)

 

 

 

Σημειώσεις:

 

α) Πρωτοδημοσιεύτηκε με τον τίτλο «Η Τυραννία της απουσίας δομής», Κίνγκστον ΗΠΑ, από την Ένωση Αναρχικών Εργατών το 1975. Στα ελληνικά δημοσιεύτηκε το 1984, στο περιοδικό «Κείμενα», ενώ με τον τίτλο «Οι ομάδες χωρίς δομή και τα όρια τους», δημοσιεύτηκε από την Πρωτοβουλία Αναρχικών Πειραιά στην μπροσούρα «Το Ζήτημα της Οργάνωσης», το 2006.

 

β) Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από την μελέτη του Μάρσαλ Κόλμαν, «Πολιτική και Προσωπική Ζωή», εκδόσεις «Κομμούνα».

 

γ) Βλέπε: «Πέρα από τον κατακερματισμό», των Σήλα Ροουμπόθαμ, Λην Σήγκαλ και Χίλαρι Γουαινράιτ, εκδόσεις «Θεωρία».

 

δ) Με κάποιες λέξεις μπορεί να παρεξηγηθούμε, θα θέλαμε να δείτε το όλο νόημα του κειμένου, γιατί πολλές φορές η γλώσσα είναι περιοριστική και δεν φτάνει για να περιγράψει μια κατάσταση αφήνοντας διφορούμενες εντυπώσεις.



ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

( Σκέψεις πάνω στο ζήτημα της οργάνωσης )

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Ιχνηλατώντας τα κινηματικά ήθη

Αρχές της αμεσοδημοκρατικής δομής

Ιδεοσχήματα

Η εσωτερική οργάνωση και λειτουργιά των ομάδων 

Μερικές διαδικασίες ρουτίνας

Η τοπική και κοινωνική παρέμβαση

Οι σχέσεις των ομάδων μεταξύ τους

Επιθέματα


Σύνθεση, σύνταξη κειμένων: Γιώργος Μεριζιώτης.
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟ «ΚΟΣΜΟΣ» *

* Φόρος τιμής στην αναρχική ομάδα «Κόσμος» που έδρασε ινκόγκνιτο στα μεταλλεία του Λαυρίου, στα τέλη του 19 αιώνα, (βλέπε Λαυρεωτικά) και συνέβαλε στις νικηφόρες απεργίες των μεταλλωρύχων, όπου το κράτος και τα αφεντικά τις αιματοκύλισαν αλλά οι εργάτες έδωσαν την απάντηση τους.
 

Κατεβάστε όλη την μπροσούρα από εδώ: ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

 http://www.anarxeio.gr/contents/view/organosh-kai-agonas-gia-thn-anarxia





Δυο ιστορικά παραδείγματα

1452830

από G Ιαν. 27, 2013, 4:21 μμ.,

{…} Αναφέρουμε εδώ δυο ιστορικά παραδείγματα όχι μόνο γιατί συμφωνούμε αλλά και για να καταδείξουμε την διαχρονικότητα αυτών των προβληματισμών που τηρουμένων των ιστορικο- κοινωνικών και γνωσιολογικών αναλογιών ισχύουν μέχρι σήμερα. Κατανοώντας ότι συζητώντας για οργάνωση, να ξέρουμε ότι αυτή η συζήτηση δεν είναι καινούργια.  Έχει επαναληφθεί χιλιάδες φορές στο παρελθόν από τους επαναστάτες. Χωρίς να θέλουμε να θυσιάσουμε το παρόν σε αυτό το παρελθόν και ξέροντας ότι χωρίς οργάνωση δεν μπορεί να υπάρξει ούτε η στοιχειώδης κοινωνική ζωή, πρέπει να μας απασχολεί πώς η πυραμοειδή οργάνωση σχεδόν όλης της κοινωνικής ζωής έχει αντέξει μέσα στον χρόνο, που από την προϊστορία έχει φτάσει μέχρι σήμερα στην λεγομένη εποχή του μεταμοντερνισμού. Η πυραμίδα είναι παντού, και μια  σοβαρή ρηγμάτωσή της  είναι η ισχυρή αναρχική οργάνωση. Τότε  μόνο το κράτος (δηλαδή η μεγαπυραμίδα), θα δούμε αν πραγματικά θα ανεχτεί τον δυισμό.

Το να αντιγράψουμε αυτές τις φόρμες στη σημερινή εποχή, σίγουρα θα αποδειχθεί αν όχι χυδαία εκδοχή, σίγουρα όμως καρικατούρα. Αλλά να παραδειγματιστούμε για να δημιουργήσουμε στις σημερινές συνθήκες το «μεγάλο συνδικάτο της ζωής», αυτό μας χρειάζεται. Πλατιές μαζικές (από το πολλοί μαζί), κινήσεις με αντιεξουσιαστικό – ελευθεριακό χαρακτήρα. Άλλωστε οι αναρχικοί – αντιεξουσιαστές λίγο πολύ με τέσσερα θέματα – ζητήματα, καταπιάστηκαν ως προς το πρόταγμά τους:

α. με την παιδαγωγική με όλη την ευρύτητά της (από ατομική βελτίωση και καλλιέργεια του εαυτού, μέχρι και εμπειρίες με αντι- αυταρχικούς, συμμετοχικούς τρόπους μάθησης , ελευθεριακά σχολεία, κτλ)

 β. με τον κοινοτισμό – κομουναλισμό με κορύφωση την ομοσπονδία και συνομοσπονδία.

γ. Με  τους συνεταιρισμούς παραγωγών – καταναλωτών και τον εθελοντικό αντιαυταρχικό κολεκτιβισμό.

 δ. με τον επαναστατικό συνδικαλισμό ή αναρχοσυνδικαλισμό.

   

 Μέχρι τότε,   τίποτα δεν πρέπει να μας εμποδίζει να πειραματιστούμε. Άλλωστε  οι νέες κοινωνικές φόρμες περιμένουν αυτούς που θα τις δημιουργήσουν!       

 

  «…Το 1902, με ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο Les Temps Nouneaur, ο Jean Grave επαναλαμβάνει  την άρνησή του για ένα συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης: «… προς τι όλες αυτές οι διαμαρτυρίες; Ότι δηλαδή, οι αναρχικοί δεν έχουν συνοχή, ότι δρουν λίγο στην τύχη, χωρίς κανενός είδους σύνδεση, χάνοντας έτσι αρκετές από τις δυνάμεις τους ελλείψει της αναγκαίας σταθερότητας για να δώσουν συνέχεια στη δράση τους. Είναι αλήθεια ότι, πολύ συχνά, οι ομάδες και τα άτομα αγωνίζονται δίχως να επιδιώκουν τον συντονισμό της δράσης τους με τη δράση των άλλων που αγωνίζονται παράλληλα για τον ίδιο σκοπό.  Είναι επίσης αλήθεια ότι οι αναρχικοί, φαινομενικά, δεν έχουν συνοχή, ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν μεγάλη δυσκολία να βρουν τους συντρόφους που χρειάζονται…». Προτείνει, τη δημιουργία μιας χαλαρής και ρεαλιστικής οργανωτικής δομής. Κάτι που έγινε δεκτό από την Συνδιάσκεψη των Ρώσων  αναρχικών – κομμουνιστών το 1906. Παραθέτουμε  εδώ ένα μικρό απόσπασμα αυτής της απόφασης :

α) Οι Ρώσοι αναρχικοί - κομμουνιστές, όπως και οι σύντροφοί τους της Δυτ. Ευρώπης, απορρίπτουν κάθε μορφή ιεραρχικής οργάνωσης που ταιριάζει στους εξουσιαστές σοσιαλιστές και προτείνουν να δημιουργηθεί στους κύκλους τους ένα άλλο είδος οργάνωσης που θα βασίζεται στην ελεύθερη συμφωνία ανάμεσα στις ανεξάρτητες ομάδες.

β) Η στενή σύνδεση μεταξύ όλων των μελών κάθε ομάδας είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη και την επιτυχία αυτού του είδους της οργάνωσης. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο, είναι πιο χρήσιμο να υπάρχουν στις πόλεις και τις ευρύτερες περιοχές πολλές μικρές ομάδες, συνδεμένες σε μια ομοσπονδία,  παρά σε μια μόνο μεγάλη ομάδα.

γ) Οι ομάδες, ακόμη και όταν αναλαμβάνουν πολύ ειδικά καθήκοντα, δε μπορούν ποτέ να λειτουργούν σαν επιτροπές, εφόσον οι αποφάσεις δεν είναι υποχρεωτικές για τις άλλες ομάδες που δεν τις εγκρίνουν.

δ) Η καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες δε μπορεί να επιτευχθεί με τη μεσολάβηση διαφόρων μόνιμων επιτροπών, που εκλέγονται εκ των προτέρων για να χειριστούν τις δραστηριότητες της ομοσπονδίας. Αυτές οι επιτροπές έχουν την τάση να γίνονται ( και πολύ γρήγορα γίνονται), όπως και όλες οι κυβερνήσεις, εμπόδιο για την παραπέρα ανάπτυξη.

ε) Η καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες μπορεί να επιτευχθεί - όπως αποδεικνύει η πείρα – με διάφορες ειδικές συνδιασκέψεις  … που συγκαλούνται περιοδικά, σε καθορισμένες χρονικές στιγμές ή όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, για τη βαθύτερη μελέτη των προβλημάτων που θέτει η ζωή. Οι εκπρόσωποι των ομάδων εξουσιοδοτούνται για ένα συγκεκριμένο καθήκον και είναι άμεσα ανακλητοί. Οι αποφάσεις των συνελεύσεων δεν είναι υποχρεωτικές για τις ομάδες. Αυτές οι τελευταίες μπορούν να τις αποδεχτούν ή να τις απορρίψουν τελείως…».

  Επίσης τον Αύγουστο του 1907, στα πλαίσια Διεθνούς συνεδρίου του Άμστερνταμ, συζητήθηκε διεξοδικά τα θέμα «Αναρχισμός και οργάνωση». Δύο ήταν οι τάσεις που συγκρούστηκαν σχετικά μ΄ αυτό το θέμα : από τη μια η τάση των αναρχοκομμουνιστών, που έκανε την επιλογή της ειδικής αναρχικής οργάνωσης, και από την άλλη, η μειοψηφούσα τάση των ατομικιστών, που αρνήθηκαν αυτή καθαυτή την αρχή της οργάνωσης.

 Ο Amedee Dunois (πρώτη παρέμβαση μετά την αρχική εισήγηση), άσκησε οξεία κριτική εναντίον ενός είδους αναρχισμού που «με τις συνεχείς εκκλήσεις του για την αναμόρφωση του ατόμου, εμφανίζεται σαν η ανανεωμένη μορφή του παλιού αστικού ατομικισμού». Ανέλυσε την ανάπτυξη του αναρχικού κομμουνισμού, που γεννήθηκε «απ΄ την Διεθνή, δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, από το ίδιο το εργατικό κίνημα ». Υποστήριξε ότι αυτός « ο αναρχισμός  δεν είναι ατομικιστικός, είναι φεντεραλιστικός και συνδικαλιστικός πρώτα απ΄ όλα ένα κομμάτι του επαναστατικού σοσιαλισμού». Εισηγούμενος τη συσπείρωση των αναρχικών, πιο συγκεκριμένα:  «όσων ανήκουν στην τάση μας η οποία δε διαχωρίζεται απ΄ τον αναρχισμό του προλεταριάτου», κατέληξε ως εξής : «Αυτό το αναρχικό κίνημα θα ξεπηδήσει απ΄την κοινή μας δράση, απ΄ την συνδυασμένη και συντονισμένη δράση μας. Θα πρέπει να προσθέσουμε η αναρχική οργάνωση δε θα έχει την αξίωση να συνενώσει όλα τα στοιχεία που επικαλούνται, πολλές φορές λαθεμένα, την ιδέα της αναρχίας. Θα αρκεστεί να συσπειρώσει γύρω από ένα πρόγραμμα δράσης τους συντρόφους που αποδέχονται τις βασικές αρχές μας και επιθυμούν να συνεργαστούν μαζί μας».

Ο Κόλλιν Γουώντ γράφει σχετικά (να υπενθυμίσουμε ότι αναφέρεται σε ιδική επαναστατική οργάνωση και όχι σε κοινωνικές δομές, παράλληλα δεν συμφωνούμε πλήρως με αυτό το μοτίβο).  «… ο καθένας μπορεί να δει ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο είδη οργάνωσης. Υπάρχει εκείνο το είδος που σου επιβάλλουν, εκείνο που διευθύνεται από πάνω κι υπάρχει και το άλλο είδος οργάνωσης που διευθύνεται από κάτω, που δεν μπορεί να σου επιβάλουν να κάνεις κάτι με το ζόρι και γι΄ αυτό είσαι ελεύθερος να προσχωρήσεις ή ελεύθερος να παραμείνεις μόνος σου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αναρχικοί είναι άνθρωποι που θέλουν να μεταμορφώσουν όλες τις μορφές της ανθρώπινης οργάνωσης σ' εκείνο το είδος της καθαρά εθελοντικής  αντι-ιεραρχικής ένωσης που μπορούν οι άνθρωποι να εγκαταλείψουν και να δημιουργήσουν κάτι δικό τους, αν δεν τους αρέσει. Κάνοντας μία ανασκόπηση εκείνου του επιφανειακού άλλα χρήσιμου μικρού βιβλίου, «ο Νόμος του Πάρκισον», επιχείρησα κάποτε να διατυπώσω τέσσερις «κανόνες» πάνω στους όποιους πρέπει να βασίζεται μία αναρχική θεωρία για την οργάνωση  και ότι πρέπει να είναι:

 Ι) Εθελοντική 2) Λειτουργική 3) Προσωρινή και 4) Μικρή.

 

Πρέπει να είναι εθελοντική για ευνόητους λόγους. Δεν έχει κανένα νόημα να υποστηρίζουμε την ελευθερία και την ευθύνη του ατόμου, αν πρόκειται να υποστηρίξουμε οργανώσεις στις όποιες η ιδιότητα του μέλους βασίζεται μόνο σε υποχρεώσεις. Πρέπει να είναι λειτουργική για λόγους που είναι εξίσου ευνόητοι, άλλα δεν παρατηρούνται πάντα. Υπάρχει μία τάση να υπάρχουν οργανώσεις δίχως μία αυθεντική λειτουργία ή που έχουν εκπληρώσει τους σκοπούς τους. Πρέπει να είναι προσωρινή γιατί η μονιμότητα είναι ακριβώς ένας από εκείνους τους παράγοντες που σκληραίνουν τις αρτηρίες μιας οργάνωσης, δημιουργώντας ένα κατεστημένο συμφέρον που εξασφαλίζει την επιβίωση της, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ηγετών της μάλλον, παρά της εξυπηρέτησης των δήθεν σκοπών της.

   Πρέπει να είναι μικρή, επειδή ακριβώς στις μικρές ομάδες, όπου η εστίαση των μελών είναι άμεση, οι γραφειοκρατικές κι οι ιεραρχικές τάσεις που υποβόσκουν σε κάθε οργάνωση, έχουν τη μικρότερη πιθανότητα ν' αναπτυχθούν.

   Αλλά απ' αυτό το τελευταίο σημείο είναι που αρχίζουν οι δυσκολίες μας. Αν πάρουμε σαν δεδομένο ότι μία μικρή ομάδα μπορεί να λειτουργήσει αναρχικά, εξακολουθούμε μολοντούτο, αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα όλων εκείνων των κοινωνικών λειτουργιών για τις οποίες είναι απαραίτητη η οργάνωση, αλλά που τη χρειάζονται σε μία πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.

   Λοιπόν θα μπορούσαμε ίσως ν' απαντήσουμε: «Αν οι μεγάλες οργανώσεις είναι απαραίτητες, μην υπολογίζετε σε μας. θα τα καταφέρουμε όσο μπορούμε δίχως αυτές». Εντάξει, μπορούμε να το πούμε, άλλα αν προπαγανδίζουμε τον αναρχισμό σα μία κοινωνική φιλοσοφία, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη κι όχι ν' αποφεύγουμε τα κοινωνικά γεγονότα. Είναι καλύτερα να πούμε: «Ας βρούμε τρόπους με τους οποίους οι μεγάλης έκτασης λειτουργίες μπορούν να διαιρεθούν σε λειτουργίες που μπορούν να οργανωθούν από μικρές λειτουργικές ομάδες κι ύστερα ας συνδέσουμε αυτές τις ομάδες μ' ένα ομοσπονδιακό τρόπο». Αυτό μας οδηγεί στη θεώρηση μιας αναρχικής ομοσπονδιακής θεωρίας. Τώρα εξετάζοντας πώς οραματίζονταν την οργάνωση μιας μελλοντικής κοινωνίας οι «κλασσικοί» αναρχικοί, βλέπουμε ότι την σκέπτονταν απ' την άποψη δύο ειδών κοινωνικών θεσμών:

1) Της εδαφικής μονάδος ή κομμούνας (commune): μία Γαλλική λέξη που θα μπορούσατε να θεωρήσετε σαν ισοδύναμη με τη λέξη κοινότητα  ή τη Ρωσική λέξη σοβιέτ, με το αρχικό της νόημα, αλλά που επίσης έχει προεκτάσεις στους αρχαίους θεσμούς του χωριού, που αναφέρονταν στην καλλιέργεια της γης από κοινού.

2) Του συνδικάτου: μία άλλη Γαλλική λέξη αντλημένη απ' την ορολογία του εργατικού συνδικαλισμού. Το συνδικάτο ή εργατικό συμβούλιο σα μονάδα της βιομηχανικής οργάνωσης. Αυτά θεωρήθηκαν σα μικρές τοπικές μονάδες που θα συνδέονταν ανάμεσα τους ομοσπονδιακά για την αντιμετώπιση των μεγαλύτερων προβλημάτων της ζωής, ενώ κάθε κομμούνα και κάθε συνδικάτο θα διατηρούσαν την αυτονομία τους, καθώς η πρώτη θα ομοσπονδοποιούνταν περιφερειακά και το δεύτερο βιομηχανικά…» Ο Προυντόν, ο Κροπότκιν, ο Μπακούνιν αφιέρωσαν μεγάλη προσοχή στην ομοσπονδιακή αρχή κι εμείς γνωρίζουμε λίγα  σχετικά με τους παράγοντες που συντελούν στην αποτυχία ή την επιτυχία των ομοσπονδιών.  

   «Χρησιμοποιώντας τον όρο ομοσπονδία», παρατηρεί ο Τζώρτζ Γοόντκοκ στη βιογραφία του για τον Προυντόν, «ο Προυντόν δεν εννοεί μια παγκόσμια κυβέρνηση ή μία ομοσπονδία κρατών. Για αυτόν η αρχή της συνομοσπονδίας αρχίζει απ' το πιο απλό επίπεδο της κοινωνίας. Τα διοικητικά όργανα είναι τοπικά και βρίσκονται όσο το δυνατό περισσότερο κάτω απ' τον άμεσο έλεγχο του λαού. Πάνω απ' αυτό το πρωτογενές επίπεδο, η συνομοσπονδιακή οργάνωση γίνεται προοδευτικά περισσότερο ένα όργανο συντονισμού των περιφερειών, παρά ένα διοικητικό όργανο κι η Ευρώπη μία συνομοσπονδία των συνομοσπονδιών, στην οποία το συμφέρον της πιο μικρής επαρχίας θα έχει την  ίδια έκφραση με τα συμφέρον της πιο μεγάλη  αφού όλες οι υποθέσεις θα ρυθμίζονται με αμοιβαία συμφωνία, συμβόλαιο και διαιτησία…».{…}



 

Υγ. 1 όλα τα κείμενα και η συζήτηση έχει δημοσιευτεί και εδώ:

 

ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

 

Σχετικά με το ζήτημα της οργάνωσης.

 

 

Υγ. 2 Εδώ και πολύ καιρό παρακολουθώ κείμενα στο διαδίκτυο άλλα και σε

έντυπη μορφή, αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι οι συγγραφείς τους δεν

αναφέρουν ποτέ πήγες , βιβλιογραφία κλπ. Το κόμπλεξ πολλών νεοαναρχικών

(δεν μιλάω μόνο ηλικιακά) είναι απερίγραπτο.

 

 

 

 

 

από G 28/07/2015 12:49 πμ.


Τα βιβλία που έχω εκδώσει για την οργάνωση σε ψηφιακή μορφή ( pdf ) βρίσκονται εδώ:

 

Αναρχείο :: Οργάνωση και αγώνας για την αναρχία

 Αναρχείο :: Το ζήτημα της οργάνωσης [2η έκδοση]

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License