Ο αναρχικός χώρος το στίγμα του από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα

.

Αυτή η μελέτη κριτική γράφτηκε το χειμώνα του 2006* από σύντροφο και αποτέλεσε πρόταση για εσωτερική συζήτηση και προβληματισμό της Πρωτοβουλίας Αναρχικών Πειραιά. Το κείμενο δεν ολοκληρώθηκε στην εμβάθυνση του, δηλαδή τι φταίει και τι είναι χρήσιμο να γίνει. Έμεινε ως μια προσπάθεια προβληματισμού, εννοείται χωρίς διάθεση απαξίωσης και υποτίμησης συλλογικοτήτων και κινήσεων στο πλαίσιο της εποικοδομητικής κριτικής, γι’ αυτό δεν είχε δει το φώς της δημοσιότητας. Από τότε αρκετά πράγματα έχουν αλλάξει στον αναρχικό χώρο, άλλα προς το καλύτερο και άλλα προς το χειρότερο. Κάποιες από τις ομάδες ή συλλογικότητες που αναφέρονται στο τρίτο μέρος σήμερα δεν υπάρχουν, αυτό όμως δεν αναιρεί την γόνιμη κριτική που χρειάζεται να γίνει γύρω από κουλτούρες, συμπεριφορές και νοοτροπίες. Δεν πιστεύουμε ότι οι αναρχικοί είναι στο απυρόβλητο, έξω δηλαδή από την κριτική για λάθη, παραλήψεις ή ιδεοληψίες. Κριτική και αυτοκριτική λοιπόν από όλους είτε προέρχεται από συντρόφους είτε από την κοινωνία, μπας και αποκτήσει αυτογνωσία το λεγόμενο κίνημα. Εδώ να κάνω μια διευκρίνιση . Αυτό το κείμενο δεν έκφραζε όλη την πρώην πρωτοβουλία , αλλά μόνο το Γιώργο Μεριζιώτη και το Γιώργο Κυριακού.
* ( Το κείμενο έχει αναδημοσιευτεί από έμενα το 2009 εδώ: https://athens.indymedia.org/post/1100746/ αλλά δεν καλοδιαβάζεται )



1. Ο ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

Από την περίοδο που οι αναρχικές ιδέες που μπόλιασαν την ελληνική κοινωνία στα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι το τέλος του μεσοπολέμου έως τη λεγόμενη μεταπολίτευση το 1974 υπάρχει ένα κενό δράσης, ζύμωσης και διάδοσης ιδεών. Η κυριαρχία των κομμουνιστικών μαρξιστικών κομμάτων και ομάδων (με την μπολσεβίκικη λογική), έπνιξαν δομικά και ανθρωπογεωγραφικά κάθε δυνατότητα ανάπτυξης των αναρχικών ιδεών περίοδος για την οποία τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει μια έρευνα (π.χ. εκδόσεις Άρδην, Ελευθεριακό Αρχείο Πάρου, «Ούτε Θεός - Ούτε Αφέντης»), ήταν αυτά που κυριάρχησαν όλη αυτήν την περίοδο από προπολεμικά μέχρι και το τέλος της χούντας. Σχεδόν για χρόνια στην Ελλάδα ο προσδιορισμός «αναρχικό» συμπλήρωνε φραστικά την καταστροφολογική μανία του κράτους της δεξιάς να χτυπήσει τον κομμουνιστικό κίνδυνο, αλλά και κάθε παρέκκλιση από πρακτική του πατρίς θρησκεία οικογένεια.

Κάθε αναφορά στην αναρχία δεν μπορούσε παρά να έχει ένα αρνητικό περιεχόμενο εκτός από τους λίγους φιλομαθείς που είχαν εγκυκλοπαιδικές γνώσεις και από λίγους πάλι αγωνιστές, όπως ο Στίνας ή Ταμτάκος, που μπόρεσαν κάτι (όσα δεν πρόλαβε να αποκαθάρει η κομματική προπαγάνδα και οι παραφυάδες της), να μάθουν για την Ισπανική Επανάσταση. Ό,τι είχε συμβεί στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν μια διάχυτη κατάσταση πλουραλισμού σε σχέση με το όραμα του σοσιαλισμού που άρχισε να μορφοποιείται με την ίδρυση του ΚΚΕ και την υπαγωγή της ΓΣΕΕ σ’ αυτό. Επομένως, η αναφορά στην αναρχία δεν θα μπορούσε να τροφοδοτήσει την ανάπτυξη της αναρχικής σκέψης ούτε καν τη συσχέτισή της με τους αγώνες. Μάλιστα, το κυρίαρχο πλέγμα οργανώσεων και κομμάτων που καθήλωσε την εργατική τάξη και γενικότερα τους καταπιεσμένους αλλά και τη σκέψη για την ολική χειραφέτηση, κατάφερε να απαλείψει κάθε θετική αναφορά στο έργο των αναρχικών ή συκοφαντούσε παραχαράζοντας την ιστορία τόσο του αναρχικού κινήματος οικουμενικά όσο και τη μικρή και σύντομη προσφορά των αναρχικών αγώνων στην Ελλάδα. Ούτε όμως στην Ευρώπη ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα. Ο φασισμός και ο σταλινισμός αφού εξόντωσαν με τα όπλα το πλειοψηφικό στην Ισπανία αναρχικό κίνημα, αφαίρεσαν και αποδυνάμωσαν κάθε ελπίδα για μια άλλη πορεία του σοσιαλισμού.

Αργότερα και με την πλήρη υπαγωγή της αριστεράς στον αντιναζιστικό-αντιφασιστικό αγώνα, έδωσαν πλήρως το χώρο για ένα όραμα όπου το κράτος θα έπαιζε όχι το ρόλο του αυτομαρασμού του αλλά της ισχυροποίησής του για όσους κίνδυνους έκρυβε η «αντίδραση». Το 1953 στην Ανατολική Γερμανία, το 1956 στην Ουγγαρία, λίγο αργότερα στην Τσεχοσλοβακία, καθώς και άλλες διαφοροποιήσεις μέσα στο σοσιαλιστικό μπλοκ που τροφοδότησαν πολώσεις εντός της αριστεράς, άνοιξαν μια συζήτηση για το ποιο κράτος θα μπορούσε να ήταν πιο ελπιδοφόρο για την παγκόσμια επανάσταση. Ο χώρος της σοσιαλιστικής σκέψης είχε κυριαρχηθεί από συζητήσεις εντός της κομματικής εξουσιαστικής αριστεράς για επιλογές κυρίως των χωρών που διατείνονταν ότι ήταν σοσιαλιστικές. Οι συζητήσεις για τις επεμβάσεις της ΕΣΣΔ, για την πορεία της Κίνας, της Κούβας, της Γιουγκοσλαβίας, για τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της Αφρικής και της Λ. Αμερικής ήταν αυτές που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον όπως και ήταν η αφορμή για τον κατακερματισμό της. Οι αναρχικοί σ’ αυτές τις χώρες ήταν υπό διωγμό και συνήθως συμμετείχαν σε ευρύτερες φόρμουλες. Στη δύση είχαν απονευρωθεί, είχαν περιθωριακό ρόλο που εντείνονταν μέσα από διασπάσεις επί διασπάσεων των Αναρχικών Συνομοσπονδιών, με αποχωρήσεις και με πολώσεις.

Σχολές όπως αυτές της Φραγκφούρτης (ξαναδιαβάζοντας η διαστρεβλώνοντας πολλά από τα σημεία που είχε θέση το κίνημα του συμβουλιακού κομμουνισμού), της Γαλλίας με τον Καστοριάδη και τον Παπαϊωάννου, στην Ιταλία, καθώς και άλλοι θεωρητικοί που ανέβασαν τους τόνους στην κριτική τους για την εξουσία σε μοριακά ζητήματα όπως ο Φουκό, έδωσαν το πρόταγμα της αυτονομίας μακριά από τις δικτατορίες των σοσιαλιστικών χωρών ή τις αιρετές ολιγαρχίες των φιλελεύθερων καπιταλιστικών.

Σπουδαίοι διανοητές όπως ο Μπούκτσιν στην Αμερική με το Ινστιτούτο Κοινωνικής Οικολογίας, έδωσαν ώθηση στην πολιτική σύγχυση που επικρατούσε μετά το κοινωνικό κίνημα που είχε αναφορές αντιμιλιταριστικές, αντιπυρηνικές, φεμινιστικές και σε επίπεδο κοινωνικών σχέσεων. Ένα μικρό ρεύμα ξεχώρισε μέσα στους διανοούμενους το οποίο παρέσυρε και τους φοιτητές, οι οποίοι απαλλαγμένοι από την εργασία είχαν τη δυνατότητα να επεξεργαστούν την αμφισβήτηση. Αργότερα, αυτό το ρεύμα έγινε πιο ισχυρό αφού δεν υπήρχαν επιχειρήματα κατάλληλα πέρα από τα στερεότυπα της αριστεράς για την εργατική τάξη η οποία πλέον μέσα από την αυστηρή καθοδήγηση των κομμάτων άρχισε να παίρνει το δρόμο της ενσωμάτωσης. Η Ιταλία, η Γερμανία και η Γαλλία, έγιναν το επίκεντρο αυτής της νέας πορείας σκέψης και δράσης για την αλλαγή του κόσμου προς τη χειραφέτηση, έχοντας κυρίως τους νέους ως το επαναστατικό υποκείμενο που θα άλλαζε την ιστορία. Τα λεγόμενα νέα κοινωνικά κινήματα από τον Μαϊ του 68 – 70 και μετά έδειχναν το μοτίβο ξαναανακαλύπτοντας και εμπλουτίζοντας τις αναρχικές κριτικές ενάντια στην γραφειοκρατία και τον δεσποτισμό.

Η Ελλάδα εκείνη την εποχή ζούσε την προσπάθεια της ρεφορμιστικής αριστεράς να μπει στο κράτος με στόχο τον «εκδημοκρατισμό» του, συνερχόμενη ελαφρώς από τον εμφύλιο πόλεμο και έχοντας χιλιάδες φυλακισμένους και εξόριστους στα νησιά, νόμους ιδιώνυμα, σκευωρίες, δολοφονίες αγωνιστών και μηχανισμούς ελεγχόμενους από το κράτος που λειτουργούσαν ως πεμπτοφαλαγγίτες, το λεγόμενο παρακράτος.

Η δικτατορία βρήκε μια ανέτοιμη αριστερά να την αντιμετωπίσει συλλογικά με αποτέλεσμα αγωνιστές να βρεθούν αυτόνομα με τα όσα είχαν στο ιδεολογικό τους οπλοστάσιο να παρέμβουν στην ελληνική κοινωνία. Άλλοι πήγαν στο εξωτερικό κι από κει ήρθαν σε επαφή με τα κινήματα της αυτονομίας μεταφέροντας στην Ελλάδα μεταπολιτευτικά την πνοή τους σε μια αριστερά που δεν είχε τη δύναμη να απαντήσει σ’ όλα αυτά. Αυτές οι ιδέες έδωσαν πνοή στο κίνημα της εποχής ‘73-‘79, τόσο στους εργασιακούς χώρους όσο και στους φοιτητικούς. Στους τελευταίους κυρίως, οι αναρχικές μειοψηφίες έδωσαν το στίγμα τους είτε ως προβοκάτορες, είτε ως «αναρχοαυτόνομοι». Όταν μάλιστα το εργατικό κίνημα τελείωσε με τους αυτόνομους αγώνες που έδωσαν το προβάδισμα στα κομματικά κλαδικά σωματεία και τα «κορδόνια» με τους μπράβους συνδικαλιστές, τότε ξεπρόβαλε το αντίπαλο κοινωνικό δέος: οι φοιτητές και τα πανεπιστήμια. Εκεί κυρίως για πρώτη φορά βρήκαν το χώρο για να ανασάνουν οι αναρχικές ιδέες όπως και αντι-ιεραρχικές αντιεξουσιαστικές κριτικές στους θεσμούς.

Με επίκεντρο δράσης τους νέους, η αναρχία στην Ελλάδα έγινε, δυστυχώς, σταδιακά συνώνυμο της νεανικής ηλικίας, ένα στάδιο δηλαδή πριν την ενηλικίωση, ένα στάδιο πριν την υποχρέωση για την εισαγωγή στη μισθωτή εργασία και ενίοτε στο στρατό ο οποίος μέχρι τότε αντιμετωπιζόταν με αναβολές και με τρελόχαρτα. Ένα μεγάλο κίνημα που βρήκε την έκφρασή του σταδιακά με ότι δεν μπορούσαν τα κόμματα και οι οργανώσεις να αφομοιώσουν. Ένα μεγάλο κίνημα νεολαίας, ένα κίνημα διαμαρτυρίας που πήρε γεωγραφικές διαστάσεις κοντά στο Πολυτεχνείο και στην πλατεία Εξαρχείων κι άρχισε να απλώνεται σ’ όλη την Ελλάδα. Σε πολλές περιπτώσεις, βρέθηκε στο στόχαστρο της καταστολής. Χωρίς ιστορική συνείδηση, χωρίς εφόδια και αναφορές που παρέπεμπαν σε κοινωνικούς αγώνες, χωρίς διατυπωμένα κοινωνικά οράματα ήταν πάντα στα δικαστήρια για την υπεράσπιση του ενός και του άλλου συντρόφου και σχεδόν πάντα έρμαιο μιας μερίδας του πολιτικού κόσμου ο οποίος ψάρευε στα θολά με στόχο την ανανέωση του στόλου του.

Συναυλίες συμπαράστασης, αφίσες συμπαράστασης, προκηρύξεις συμπαράστασης, εφημερίδες εκδηλώσεις, διαδηλώσεις, συγκεντρώσεις ήταν και είναι αφιερωμένες αποκλειστικά σχεδόν για ζητήματα κρατουμένων μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1970. Χωρίς ξεκάθαρη στάση απέναντι στις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, σχημάτιζε την ουρά στις πορείες της «με όλα τα απαραίτητα», ποτέ δεν μπήκε σε μια συνεχή και συνεπή διαδικασία κριτικής και αυτοκριτικής, ούτε και σε μια πορεία αυτογνωσίας ιστορικής και κοινωνικής, ούτε καν της πρόταξης ενός οράματος κοινωνικού. Αοριστολογίες, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, συμπεριφορές εξατομικευμένες, ήταν τα στερεότυπα που ανέδειξαν τόσο ως πόλο έλξης νέων που περνούσαν κι έφευγαν όσο και πόλο απώθησης για όσους ήθελαν μια πιο σταθερή αναφορά δράσης. Έτσι μοιραία έγινε το συνώνυμο μίας εκτονωτικής βαλβίδας για τους νέους, ένα πέρασμα πριν την ωριμότητα. Δεκάδες χιλιάδες νέοι απ’ όλη την Ελλάδα πέρασαν από στέκια, καταλήψεις, σπίτια, διαδηλώσεις, βιβλιοπωλεία, που είχαν σχέση με τις αναρχικές δραστηριότητες. Χιλιάδες νέοι έχουν συλληφθεί σε ζητήματα που αφορούν την προπαγάνδα των ιδεών και πρακτικές στο δρόμο. Τι άφησαν όλα αυτά;

Η δεκαετία του ‘90 ήταν πιο διαφορετική. Η κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού που μέχρι τότε αποτελούσαν τις πάγιες αναφορές για τους κρατιστές αριστερούς όλων των αποχρώσεων, ήταν μια αφορμή για να ανανεώσουν το λόγο τους. Ύστερα από ένα σύντομο καλοκαίρι άθλιας αυτοκριτικής και προσέγγισης των αναρχικών ιδεών, ξαφνικά η άμεση δημοκρατία, η αυτο-οργάνωση, η ομοσπονδία, η τοπική δράση και το οικουμενικό όραμα, τα συμβούλια, οι ανακλητοί εκπρόσωποι άρχισαν να παίζουν το ρόλο του σημαινόμενου σε μια σημαίνουσα συσκευασία που έτσι κι αλλιώς υπήρχε οργανωμένη από πριν. Σημαντική εκείνη την εποχή ήταν η παρουσία των οικολογικών-εναλλακτικών οργανώσεων που έθεσαν τέτοια ζητήματα τα οποία όμως δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν αφού οι δομές που εγκατέστησαν ήταν ρητορικές (στην κυριολεξία έβγαζαν το μαρξισμό από την πόρτα και τον έμπαζαν απ’ το παράθυρο-«είμαστε οι διαμεσολαβητές της άμεσης δημοκρατίας» έλεγαν) και σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ξεπεράστηκαν. Δάνειες από τον ελευθεριακό χώρο συμπεριφορές, άνοιγμα στεκιών, αναβλητικότητα στη συζήτηση για το κράτος, διάθεση για συνεργασία ήρθαν να τονίσουν το νέο τους «άνοιγμα» προς την κοινωνία.

Ο αναρχικός χώρος ήταν ανέτοιμος απέναντι σ’ αυτήν την κοσμογονία. Δεν είχε να προτείνει ούτε νέες δομές οργάνωσης για την ανατροπή, ούτε ένα όραμα για την κοινωνία. Ετεροκαθοριζόμενος από τα συνθήματα που είχαν μια δυναμική στην κοινωνία (οικολόγοι-εναλλακτικοί αυτοί; Οικολόγοι-ανατρεπτικοί εμείς! Όπως και σήμερα «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» που λέει το φόρουμ; «Ένας άλλος πόλεμος είναι εφικτός» εμείς!) έπαιζε πάντοτε το ρόλο της αντιπολίτευσης με μια διαρκή κριτική που δεν είχε ούτε ιστορικές αναφορές ούτε προοπτικές. Έτσι συνέχισε στο αρχιπέλαγος των βεβαιοτήτων του να προσελκύει χιλιάδες νέους οι οποίοι έβρισκαν ένα χώρο για να συγκρουστούν όπως πάντα μακριά από τη γειτονιά τους, μακριά από τους χώρους εργασίας τους, μακριά από τα χωριά τους. Έτσι σταδιακά άρχισε να ξεχωρίζει το νέο υποκείμενο στα γραπτά, αυτό της «άγριας νεολαίας» που δεν ενσωματώνεται στους μηχανισμούς σε σχέση δηλαδή με άλλα ιστορικά υποκείμενα που κατά την κυρίαρχη ανάλυση των ελλήνων αναρχικών είχαν κάνει.

Μέσα σ’ αυτήν την συγκυρία θετικά βήματα έγιναν στην κατεύθυνση της ενδοσκόπησης και της αυτοκριτικής, στέκια άνοιξαν, σπουδαία βιβλία εκδόθηκαν και άνθισαν πολλές πρωτοβουλίες που έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο για τη δράση των αναρχικών, όπως συμμετοχή σε εργατικούς αγώνες, πρωτοβουλίες γειτονιάς, μονοθεματικές δράσεις που ακόμα συνεχίζονται και δίνουν ακόμα πνοή στη συζήτηση για την αναρχία, καθώς κι ένας προβληματισμός που ξεπερνάει την εξατομικευμένη προσέγγιση των κοινωνικών ζητημάτων. Παρ’ όλα αυτά δεν διαφαίνεται ακόμα μια προσπάθεια για συνεννόηση με στόχο την οργάνωση αυτής της πολυκερματισμένης δημιουργικής δράσης.

2. Η ΑΝΤΙΒΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΟΠΛΗ ΔΡΑΣΗ

Η ένοπλη δράση μετά τη μεταπολίτευση ποτέ δεν έλαβε διαστάσεις μαζικού κινήματος (όπως στην Ιταλία και αλλού), ήταν όμως παράλληλα με το αναρχικό, αντιεξουσιαστικό, ελευθεριακό κίνημα, μια κίνηση που δεν εντάχθηκε στον εθνικό μεταπολιτευτικό κορμό. Αυτό που έφερνε « κοντά» τους αναρχικούς με τις ένοπλες αριστερές οργανώσεις - ομάδες ήταν αποκλειστικά και μόνο η άρνηση να δεχτούν το μονοπώλιο της βίας από το κράτος. Μακριά και πέρα από το συντριπτικά αντιπροσωπευτικό τμήμα του ιστορικού αναρχισμού που αναγνώριζε σε συνθήκες κοινωνικού πολέμου και ένοπλης πάλης με διάφανες αντι-ιεραρχικές διαδικασίες τα ένοπλα λαϊκά στρώματα, οι ένοπλες ομάδες ενστερνίστηκαν μια πρακτική που τις έθετε ως πρωτοπορία του κινήματος. Με συμβολικές ενέργειες που αποτύπωναν το διαμεσολαβητισμό ως πάγιο μέσο για την ανάπτυξη του απελευθερωτικού κινήματος, “αυτοχρισμένες” ως τιμωροί των εχθρών της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων, κάλυψαν δυναμικά ένα κενό που αφορούσε την πλήρη ενσωμάτωση στο σύστημα της αριστεράς κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής (λόγω της αδυναμίας της τελευταίας να είναι στο κοινοβούλιο). Ήταν η επιτιθέμενη αριστερά που κάλυπτε έναν διαμεσολαβητισμό που τα κόμματα λόγω της στόχευσής τους να ενταχθούν στο σύστημα αδυνατούσαν να προσφέρουν στους καταπιεσμένους.

Ο αναρχικός, αντιεξουσιαστικός, ελευθεριακός χώρος ήταν ο μοναδικός κοινωνικός πόλος ιδεών και πρακτικών που λόγω αρχών δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να ενταχθεί στο σύστημα, ούτε βέβαια και σε καμιά πρωτοπορία που διεκδικούσε με ένοπλα μέσα. Μη έχοντας δομές, μη έχοντας ένα πρόταγμα οραματικό, απετέλεσε το πεδίο πειραματισμών του Κράτους με στόχο να καταστείλει αυτό το αυθόρμητο κίνημα. Σκευωρίες, ιδιώνυμες κατηγορίες, λάσπη από τα κατευθυνόμενα ΜΜΕ ήταν και παραμένουν να είναι βασικές πρακτικές της θεωρίας «των συγκοινωνούντων δοχείων» ή των «ομόκεντρων κύκλων» ή των «παράλληλων δρόμων» της ‘’τρομοκρατίας’’. Από την εποχή των πρώτων διαμαρτυριών για τις δολοφονίες στα κελιά της Δυτικής Γερμανίας των πολιτικών Κρατουμένων και της πρώτης σύλληψης και σκευωρίας κατά του Γιάννη Σερίφη μέχρι και σήμερα οι ίδιες ‘’θεωρίες’’ και οι ίδιες πρακτικές χρησιμοποιούνται κατά αυτού του ρεύματος που αποτελεί και τη μοναδική αδιαμόρφωτη πρόταση κοινωνικής ανατροπής, από την κοινωνία και για την κοινωνία.

Από εκείνη την εποχή άρχισε να διαμορφώνεται εκ των πραγμάτων και η αμυντική στάση του και θεώρησή του για την καταστολή «ως η αιχμή του δόρατος της κυριαρχίας» κάτι το οποίο προσέδιδε τόσο στο Κράτος όσο και στις μεθόδους του μεταφυσικές διαστάσεις. Από εκείνη την εποχή ξεκινούσε ένας δρόμος ατέλειωτων σκευωριών, προσπαθειών για απελευθέρωση κρατουμένων, παραβλέποντας το γεγονός ότι η καταστολή δεν ήταν και είναι παρά μόνο μια πτυχή της κυριαρχίας κι ένα μέσο που χρησιμοποιούσε προκειμένου να αναχαιτίσει τις όποιες αντιστάσεις στις επιλογές της. Ένα πλήθος ζητημάτων κοινωνικών (εργασιακά, οικολογικά, εκπαίδευση, τοπικά, υγεία κλπ) αφέθηκε στην άκρη προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα κύματα καταστολής και για την υπεράσπιση πολλών κρατουμένων, που ουσιαστικά δημιούργησαν τις σημερινές συγκεντρωτικές και ευκαιριακές συλλογικότητες οι οποίες αδυνατούν να αναδείξουν ένα θετικό πρόταγμα στην κοινωνία.

Η ασάφεια της εναντίωσης, το ακαθόριστο του απελευθερωτικού προτάγματος χωρίς μια θετική πρόταση αναζήτησης, συζήτησης και ζύμωσης μέσα στην κοινωνία, μετατρέπει τον αναρχικό αγώνα σε μια σημαντική μεν παρακαταθήκη αγώνων αλλά κενή από σχεδιασμό για την πραγμάτωση του ιδανικού, μηδενική σε αναρχικές προτάσεις για το σήμερα. Βρισκόμαστε σ’ ένα κρίσιμο σημείο επίσης ως ιδεολογικό-πολιτικό ρεύμα που περικλείει την αναρχική, αντιεξουσιαστική, ελευθεριακή δράση και το οποίο δραστηριοποιείται ως τμήμα ενός ευρύτερου κινήματος αγώνα για την ανατροπή. Στο ρεύμα που ανήκουμε κυριαρχούν γεγονότα, διεκδικητικοί αγώνες, συγκρούσεις με τις δυνάμεις της καταστολής, έντονη προπαγανδιστική δραστηριότητα απέναντι στο φαινόμενο συνολικής επίθεσης της κυριαρχίας στις μέχρι τώρα κατακτήσεις των επαναστατικών κινημάτων. Οι δράσεις όμως αυτές έχουν μια αποσπασματικότητα, μια μονομέρεια, και σε πολλές περιπτώσεις υποθάλπουν ανταγωνιστικές ή ηγεμονικές δυναμικές.

Η έλλειψη συνοχής, οργανωτικής διάθεσης, προοπτικής κλιμάκωσης αγώνων αλλά και το κυρίαρχο η έλλειψη αναζήτησης για ένα κοινωνικό όραμα αποδυναμώνει τις όποιες προσπάθειες, και τις μετατρέπει σε μια αναίτια θνησιγενή δράση που εναντιώνεται στο υπάρχον χωρίς να προσφέρει μια συνολική πρόταση μετασχηματισμού του. Είναι σαν να λειτουργούμε επιδιορθωτικά στης παρυφές της αστική δημοκρατίας “χιάζονται και οι αναρχικοί γιατί θίγουν τα κακός κείμενα”. Όμως κατ εμάς το motto έχει δοθεί από παλιά γιατί οι σύντροφοι προγόνι μας έθεσαν σαν ισοδύναμες αξίες την ελευθερία και την κοινωνική ισότητα, εν ολίγης την κοινωνική αλληλεγγύη. Οποιαδήποτε ερμηνεία που κατηγοριοποιεί αυτές τις αξίες σαν πρώτη ή δεύτερη, σαν ανώτερη ή κατώτερη υποβιβάζει την αναρχία σε φιλελεύθερες ή ελιτίστικες λογικές. Στην Ελλάδα, φυσικά, είσαι ό,τι δηλώσεις πέραν πάσης αμφισβητήσεως, είτε είναι καιροσκοπική, χρησιμοθηρική η τυχοδιωκτική η δήλωσή σου.

Έτσι το σύνολο των δραστηριοτήτων έχει να επιδείξει μια διάθεση επανάληψης με τα γνωστά στερεότυπα πλέον ατομιστικά απελευθερωτικά συνθήματα, αυτοκατανάλωσης λόγω μιας εμμονής να επιβεβαιώνεται στον πολύ κοντινό του χώρο, μιας διαρκούς ομφαλοσκόπησης γύρω από τις αποσπασματικές και ανταγωνιστικές δράσεις και τέλος έχοντας μια μονοδιάστατη αντίληψη για την κοινωνία και το κράτος που καθορίζει μια μονόπλευρη δράση σχετιζόμενη σχεδόν αποκλειστικά με την καταστολή (αστυνομία, συλλήψεις, φυλακίσεις, πολιτική ομηρία κλπ.) και ιδιαίτερα αυτήν που πλήττει αποκλειστικά τις ίδιες τις οργανωμένες συλλογικότητες.

Κεντρικά σχήματα και οργανωμένες συλλογικότητες χωρίς καμιά αναφορά τοπική δεν ξεφεύγουν από το συγκεντρωτισμό της δράσης. Ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία (από το κέντρο προς την περιφέρεια) δημιουργούνται συγκεντρωτικά σχήματα στην Αθήνα τα οποία με τη σειρά τους τροφοδοτούν με τη λογική τους την περιφέρεια. Αυτές οι προσπάθειες έχουν καταδείξει ένα αδιέξοδο που σχετίζεται με την ανωνυμία και την έλλειψη ευθύνης για τη δράση στις συνθήκες της μητρόπολης κι αυτό μεταφράζεται με την ασυνέχεια, με την έλλειψη ροής, με την ευκαιριακή και χωρίς πολλές ευθύνες που απαιτεί η αυτοδιεύθυνση συμμετοχή τμήματος της νεολαίας που στην κυριολεξία περνά και απομακρύνεται μόλις κλείσει τον κύκλο της παρατεταμένης εφηβείας της.

Όμως προκειμένου να είμαστε πιο σαφείς είναι απαραίτητο να διατυπωθεί κι ένας «χάρτης», τέτοιος που να εκφράζει όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτικά τα ρεύματα του αναρχικού, αντιεξουσιαστικού και ελευθεριακού χώρου στην Ελλάδα σε σχέση με τη μορφή της δράσης, τα κατατιθέμενα κείμενα που δημοσιεύονται για αυτήν και με τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται.

3. EΝΑΣ «ΙΔΕΟ-ΧΑΡΤΗΣ» ΤΟΥ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Είναι πολύ δύσκολο για την Ελλάδα να φτιαχτεί ένας τέτοιος “χάρτης”, κι αυτό διότι οι δρώσες συλλογικότητες δεν έχουν να επιδείξουν αρχές, θέσεις η τάσης πέρα από μια δράση και κείμενα που αφορούν σε μια επικαιρότητα η μια συγκυρία. Όμως η ίδια τους η δράση τους αποδίδει τα ειδοποιά εκείνα χαρακτηριστικά που τις κάνει να ξεχωρίζουν. Δεν μπορούν μέσα σ’ αυτή τη δράση να διακριθούν ιδεολογικές τάσεις αλλά μια δράση που αποκτά όλο και πιο μόνιμα χαρακτηριστικά, μέσω τακτικών δράσης:

Α) Συλλογικότητες του εξεγερσιακού αγώνα. Είναι οι ομάδες που με ατομιστικές αρχές προωθούν την ύπαρξη αγώνων που αντλούν τη δυναμική τους από την επικαιρότητα γενικά των κοινωνικών αγώνων. Στόχος τους αποτελεί η εξεγερσιακή εκτροπή (συμβολική σύγκρουση με την εξουσία) η οποία όμως δεν αφήνει προοπτική για μια περαιτέρω κοινωνική συνεργασία διότι οι ίδιοι έχουν αποκλείσει την πολιτική παρέμβαση για την προώθηση της αντιθέσμισης. Αποτελούν επίσης την πλέον θεαματική αλλά και πλειοψηφική δραστηριότητα που πραγματοποιείται στο όνομα της αναρχίας στην Ελλάδα, έχοντας βασικές αναφορές στον ιδεολογικό ορίζοντα του Μάη του ’68. Η καταστολή (δικαιοσύνη, αστυνομία, κλπ) είναι η βασική αναφορά αυτής της τρόπον τινά τάσης και κυρίως κινητοποιείται με βάση αυτό το ζήτημα. (Η «Συσπείρωση Αναρχικών» και οι ομάδες της Συνεργασίας, η «Συνέλευση Αναρχικών» είναι τα πιο μακρόβια αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτής της τρόπον τινά τάσης). Ομάδες επίσης και πρωτοβουλίες που με διαφορετικά ονόματα κάνουν την εμφάνισή τους με αυτοκόλλητα και με ονόματα ιδιαίτερα πομπώδη, σ’ όλη την Ελλάδα, βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος με τους παραπάνω. Κρίνουν ως εξεγερσιακό γεγονός οτιδήποτε κινητοποιεί τις αστυνομικές δυνάμεις να καταστείλουν. Είτε πρόκειται για ένα μικρό επεισόδιο με κάδους απορριμμάτων που καίγονται στο φόντο μιας βραχύβιας κατάληψης, είτε για μια πραγματική σύγκρουση με την αστυνομία που παίρνει σοβαρές διαστάσεις. Είναι αντίθετοι στην ύπαρξη δομής και οργάνωσης και δεν προτείνουν κανένα σχεδιασμό για την κοινωνία χωρίς κράτος και εξουσία, υιοθετώντας μάλιστα και παραβατικές δράσεις ως προωθητικές ενός ανταγωνισμού με το κράτος.

Β) Συλλογικότητες μονοθεματικές που προωθούν τον προβληματισμό ή και την επίλυση σοβαρών προβλημάτων και οι οποίες εντάσσουν τον αγώνα τους σε κάποιον συνολικότερο αμφισβήτησης του υπάρχοντος καθεστώτος κυριαρχίας. Σ’ αυτές είναι λίγες ομάδες γειτονιάς, πρωτοβουλίες για ένα ζήτημα κλπ. Χωρίς να έχουν να επιδείξουν ένα κοινωνικό όραμα έχουν έντονες αλλά αόριστες αναφορές στην αυτο-οργάνωση των αγώνων, στις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες και συνήθως διαλύονται κατόπιν κάποιων διεκδικήσεων ή αποτυχιών. Μπορούν πιθανόν να εντάσσονται στο όραμα του ελευθεριακού κοινοτισμού αλλά και η ανυπαρξία επεξεργασίας θέσεων και στόχων, ή η προσήλωση στο αντικείμενο, τις καθιστά ανήμπορες να συνεχίσουν να παρεμβαίνουν σε μια μόνιμη βάση. Ομάδες ενάντια στα μεταλλαγμένα, στέκια αυτοδιαχειριζόμενα, καταλήψεις σπιτιών, κινήσεις γειτονιάς για την ανάδειξη ενός προβλήματος, περιβαλλοντικές – αντιαναπτυξιακές πρωτοβουλίες, κίνηση ενάντια στην Ολυμπιάδα κλπ. είναι οι εκφραστές μιας τάσης και πρακτικής που έχει κυρίως αναφορές στη συνεργασία της κοινωνίας με τους αναρχικούς. (Το στέκι στο Μπραχάμι, το Αυτόνομο στέκι, το παλιό στέκι στην Αγία Παρασκευή, το στέκι της Καβάλας, της Πτολεμαΐδας κλπ, κινήσεις από την επαρχία όπως η Αυτόνομη Πρωτοβουλία Νάξου, στη Ρόδο, στην Κέρκυρα κλπ.) και τα οποία συσπειρώνουν ή συσπείρωναν κινήσεις που περιγράφηκαν παραπάνω είναι εκφραστές αυτής της τάσης.

Γ) Αναρχοσυνδικαλιστικές ομάδες ή άτομα που συμμετέχουν σε ευρύτερα εργασιακά σχήματα που παρεμβαίνουν σε χώρους εργασίας. Θεωρούν τις οικονομικές-ταξικές ανισότητες επίκεντρο του αγώνα για μια κοινωνία δικαιοσύνης και το συνδικάτο ως το χώρο δράσης. Τα λοιπά κοινωνικά πεδία είτε μένουν ανέγγιχτα, είτε εντάσσονται σε συνδικαλιστικούς αγώνες. Η ΕΣΕ, η Αυτόνομη Εργατική Πρωτοβουλία, καθώς και σκόρπιοι σύντροφοι που εντάσσονται σε συνδικαλιστικές παρατάξεις (caballeros, βιβλίου+χάρτου, παλιότερα η «Ταξική Ενότητα» στα ΗΛΠΑΠ, δάσκαλοι στις Συσπειρώσεις, η «Πρωτοβουλία Οικοδόμων» κλπ) που έχουν έντονη αναφορά στις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες για την αυτο-οργάνωση των κοινωνικών αγώνων και στην εργατική αυτοδιεύθυνση, αποτελούν τα πρόσωπα και τις πρακτικές αυτού του ξεχωριστού χώρου.

Δ) Αναρχικοί του «τρόπου ζωής». Είναι μια ξεχωριστή τάση που εστιάζει κυρίως στο παράδειγμα της ατομικής δράσης, στις διαπροσωπικές σχέσεις. Αυτή η τάση ενώ καλλιεργεί μια καθημερινή αντιεξουσιαστική κουλτούρα εν τούτοις δεν έχει να αναδείξει ένα συνολικό όραμα αλλαγής στην κοινωνία αφού ο τρόπος ζωής είναι στο επίκεντρο του κοινωνικού παραδείγματος. Στην κυριολεξία η δράση αυτή εκφράζεται μέσες-άκρες από το ρηθέν «σκότωσε το μπάτσο μέσα σου». Στέκια και καταλήψεις που επιθυμούν να καλύψουν αυτήν την προσωπική – ατομική πλευρά, σκόρπιοι σύντροφοι που ετοιμάζουν ή βρίσκονται σε συνεργατικές και κολεκτίβες, απομονωμένοι από πολιτική δράση άνθρωποι που θεωρούν την επανάσταση στην καθημερινή ζωή και το «αλλάζω πρώτα τον εαυτό μου» ως προτεραιότητα, είναι αυτό που διακρίνει αυτήν την τάση. Μέσα σ’ αυτό το χώρο εντάσσεται και ο προβληματισμός για όλες τις εναλλακτικές πρακτικές που δοκιμάστηκαν από το οικολογικό κίνημα, από κινήματα νεολαίας (ροκ κλπ.) και αμφισβήτησης τις πρόσφατες παρελθόντες δεκαετίες. Παρόλο που αρκετοί συμμετέχουν σε εκδηλώσεις που οργανώνουν ομάδες και πρωτοβουλίες εν τούτοις κρίνουν πως τα πάντα είναι θέμα συμπεριφοράς και αντίληψης του ατόμου. Έτσι πεισματικά αρνούνται κάθε συζήτηση για τις δομές οι «οποίες περιορίζουν το άτομο», όπως και για την οργάνωση η οποία θα καταλήξει «εξουσιαστική» για τον ίδιο λόγο. Κινήσεις για κολεκτίβες, καλλιτεχνικές ομάδες, συγκροτήματα μουσικά-θεατρικά κλπ που δεν εντάσσονται ουσιαστικά σε καμιά κίνηση πολιτική.

Ε) Αναρχικοί που εντάσσονται σε μετωπικές πρωτοβουλίες ευκαιριακά επί ενός ζητήματος με πολιτικές ομάδες της αριστεράς ή δημιουργούν επιτροπές οι οποίες αποτελούν όργανα προώθησης ενός ζητήματος στις οποίες κυριαρχούν ιδεολογικοί όροι συνεργασίας. Επιτροπές ενάντια στην κρατική καταστολή, επιτροπές απελευθέρωσης κρατουμένων, κινήσεις αλληλεγγύης κρατουμένων, η Συσπείρωση ενάντια στην κρατική τρομοκρατία, η Αντιεξουσιαστική Κίνηση ήταν και είναι τα συλλογικά μορφώματα που κυριαρχούν σ’ αυτό τον χώρο δράσης.

ΣΤ) Τα μητροπολιτικά Συμβούλια και η Συνέλευση ενάντια στην Ειρήνη, οι ομάδες που έχουν το όνομα «Δυτικά» (Λιόσια, Κερατσίνι) αποτελούν ένα ξεχωριστό κορμό που διακρίνεται επίσης για τη δράση του. Αποκομμένη πολλές φορές από τον υπόλοιπο αναρχικό χώρο η δράση αυτών με συστηματική επεξεργασία κοινωνικών θεμάτων προσεγγίζουν την κοινωνία μέσα από στοιχεία που κυρίως στέκονται στην εμπορευματοποίηση, στον εθνικισμό, το μεταναστευτικό. Μια πλούσια δράση σε ζητήματα κριτικής που στερεί από τον εαυτό της τη δυνατότητα να παρεμβαίνει με συνολικό κοινωνικό όραμα-πρόταγμα.

Ζ) Δεν μπορεί κανείς με σαφήνεια να κάνει ένα διάγραμμα με τις υπάρχουσες τάσεις κι αυτό διότι δεν υπάρχει και η ανάλογη για κάτι τέτοιο παραγωγή θεωρητικής επεξεργασίας και κοινωνικής ανάλυσης (εξαίρεση αποτελεί η περιεκτική που είναι μια τάση). Οι συνθηματολογικές κυρίως αναφορές, η πάγια διάθεση για δράση χωρίς κοντοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες στρατηγικές στόχους και θέσεις. Ο τακτικισμός οι βραχύβιες και χωρίς κλιμάκωση δράσεις, οι ευκαιριακές κινητοποιήσεις στη βάση της αντιπαράθεσης δεν μπορούν να δώσουν περισσότερα στοιχεία από το γεγονός ότι ατομιστικές δεξιόστροφες αρχές έχουν κυριαρχήσει σαν πλειοψηφικό ρεύμα στον χώρο αυτό, ο οποίος αρνείται αλλά και αδυνατεί να περιγράψει το αναρχικό κοινωνικό ιδανικό.

4. ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ…

Η επανεμφάνιση των αναρχικών-ελευθεριακών ιδεών στην Ελλάδα, σχεδόν 70 χρόνια (από τις αρχές του 20ου αιώνα) μετά από τις τελευταίες συγκροτημένες συλλογικές (και εν πολλοίς αποτυχημένες) απόπειρες δημιουργίας αναρχικού κινήματος –αφού επικράτησαν και κυριάρχησαν οι ολοκληρωτικές ιδέες της δεξιάς, αλλά και της αριστεράς διαχείρισης του κράτους- ήταν ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός που πολλοί θέλησαν στην αρχή να αποκρύψουν ή να αποσιωπήσουν.

Είναι στην νέα περίοδο, αρχής γενομένης από την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 73 ενάντια στην δικτατορία, όπου μέσα από τις στάχτες της καταστολής αυτής της εξέγερσης δηλώνει ξανά δημόσια και ανοικτά την παρουσία του και ο αναρχικός- ελευθεριακός λόγος. Αυτό σηματοδοτεί αλλά και νοηματοδοτεί το αναρχικό κίνημα και την μετέπειτα πορεία του, μέχρι και σήμερα. Τριανταπέντε χρόνια μετά, μέσα από αδιάλειπτη και συνεχή παρουσία και δράση, το αναρχικό κίνημα αρχίζει να περνά σιγά-σιγά στην «ενηλικίωση» του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει ιαθεί πλήρως από τις «παιδικές του ασθένειες». Από αυτή την άποψη είμαστε ένα από τα νεότερα κινήματα της Ευρώπης, ένα κίνημα γενιάς.

Σήμερα έχει ξεκινήσει μια νέα κατάσταση, μια εξέλιξη, που εκ των πραγμάτων μας σπρώχνει σε μια συζήτηση στο εσωτερικό του κινήματος. Αυτό το «εκ των πραγμάτων» προέρχεται από τη δυναμική και τη δράση που παράγει αυτό το κίνημα, αλλά και από τις νέες καταστάσεις που προωθεί το κράτος και ο καπιταλισμός. Η ιστορία, όμως, δεν περιμένει τους βραδυπορούντες! Είτε θα μας ξεπεράσει είτε θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στα ζητήματα του καιρού μας δίνοντας προοπτική στο λόγο μας μέσα σε αυτές τις «νέες» συνθήκες «επανίδρυσης» του καπιταλισμού.

Ειδικότερα στις μέρες μας που ο αστισμός αναπαράγεται κάθε δευτερόλεπτο από τα μαζικά μέσα αποβλάκωσης, και η εδραίωση του συστήματος της διαμεσολαβημένης κοινωνικής ζωής φαντάζει ακλόνητη μπορεί να αισθανόμαστε ασφυκτικά περικυκλωμένοι από αυτή την κατάσταση, όμως δεν χρειάζεται να περάσουμε σε άλογες πρακτικές. Αυτό που χρειάζεται είναι η ανασυγκρότηση των επαναστατικών εννοιών ενάντια στην ασυναρτησία, ιδιαίτερα τώρα που οι ελίτ παρουσιάζουν με ένα κυνικό τρόπο την κρίση του συστήματος ως “δημιουργικό καταστροφισμό”. Αλλά για να απαντήσουμε χρειάζεται να μπούμε σε μια διαδικασία αυτογνωσίας.

Ο καθένας από εμάς, αλλά και συνολικά το κίνημα, χρειάζεται να απαντήσει στο ερώτημα που μας τίθεται ακόμα και σε υπαρξιακό επίπεδο: «ποιοι είμαστε, πού πηγαίνουμε και τι θέλουμε». Όπως και το πώς και με ποιους τρόπους από ένα κατακερματισμένο κίνημα διαμαρτυρίας και πολλές φορές περιχαρακωμένης και σεχταριστικής δράσης, θα κατορθώσουμε να θέσουμε το κοινωνικό και πολιτειακό μοντέλο του καπιταλισμού σε ιστορική αμφισβήτηση. Αυτά τα ερωτήματα στέκονται αμείλικτα μπροστά μας. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σημείο καμπής. Ένας κύκλος κλείνει και για να ανοίξει ένας νέος, όμως για να αρχίσει η πραγματική συζήτηση, χρειάζεται ο αναρχισμός να ξαναβρεί την προταγματική κοινωνική του φύση. Μπορούμε να ξεκινήσουμε τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο να οργανώνουμε με σαφήνεια και συνοχή το ποιοι είμαστε και τι θέλουμε.

 

Γιώργος Μεριζιώτης




( Μια διευκρίνηση: Το κείμενο είναι απόσπασμα από δημοσίευση μου το 2009 με λίγες μικρές προσθήκες) .

Εισαγωγικό

Από παλιά δημόσια σε συνελεύσεις είχα υποστηρίξει ότι πρέπει να διαχωριστούμε σε εναντιακούς (χωρίς πρόταγμα), μηδενιστές, στιρνεριστές και κοινωνικούς αναρχικούς, όπως και σε αναρχικούς ολοκληρωτιστές και αναρχικούς της άμεσης δημοκρατίας - της οποίας είμαι οπαδός. Παραμένω αυτής της άποψης. Τώρα, πώς γίνονται πολλές από τις λεγόμενες και πολυμορφικές συνελεύσεις, τι είδους συνδιαμόρφωση υφίσταται κατά τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων και πώς υλοποιούνται αυτές οι αποφάσεις, είναι το ζητούμενο. Θα μου πείτε ότι οι “ανοιχτές” συνελεύσεις του χώρου αντανακλούν τη μορφή, το επίπεδο και το περιεχόμενο των ομάδων. Πάντως δεν είμαι της άποψης του Μπούκτσιν, “ότι η αναρχία εμπεριέχει εγγενώς τάσης ολοκληρωτισμού”.

Το κινηματικό περιβάλλον και το κλίμα σήμερα1

Κατ΄ αρχή μιλώντας για τις σχέσεις των ομάδων θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε τα έξης: Πιστεύουμε ότι απέχουμε αρκετά από τις διαδικασίες εκείνες της συγκρότησης ενός συνθετικά ενοποιητικού πολιτικοκοινωνικού σχήματος που να εκφράζει αν όχι όλες (κάτι που δεν είναι στις προθέσεις μας) τουλάχιστον αρκετές αναρχικές – αντιεξουσιαστικές συλλογικότητες και ομάδες. Λείπει εκείνη η συνεκτική συνείδηση για τη συνδιαμόρφωση ενός ευρύτερου και συντονισμένου πεδίου ιδεών και δράσης, δηλαδή μιας διευρυμένης ελευθεριακής δημόσιας σφαίρας.

Εδώ θα χρειαστεί να κάνουμε μια μικρή παρένθεση για να εξηγήσουμε μερικά πράγματα. Ένας πρώτος λόγος2 που υπάρχει αυτή η κατάσταση είναι αυτός της θεωρητικής σύγχυσης γύρω από το ζήτημα της οργάνωσης. Πολλοί σύντροφοι με εξωγενή θεώρηση από την αναρχική κοσμοαντίληψη έχουν μπερδέψει τον κατακερματισμό με την αυτονομία των ομάδων, άλλοι τον ατομικιστικό μικροαστικό μηδενισμό με τους κοινωνικούς αγώνες. Ενώ κάποιοι άλλοι τον ελευθεριακό φεντεραλισμό με την κομματική γραφειοκρατία και την πυραμιδωτή κάθετη συγκεντρωτική οργάνωση. Δεν κατανοούν ότι γραφειοκρατία είναι μια μορφή οργάνωσης κατά την οποία οι αποφάσεις παίρνονται στην κορυφή, τις οποίες πρέπει να υπακούουν οι από κάτω και μεταφέρονται διαμέσου μιας σειράς διαταγών - εντολών όπως σε ένα στρατό. Mια γραφειοκρατία δεν είναι μια αληθινή κοινότητα, η οποία προϋποθέτει ένα σύνδεσμο ίσων ανθρώπων που παίρνουν τις αποφάσεις από κοινού και τις μεταφέρουν έξω από το σύνδεσμο επίσης από κοινού.

Αγνοούν ότι από παλιά μια από τις πολλές κατηγορίες που μας προσάπτανε οι εξουσιαστές όλων των τάσεων ήταν και αυτή: «αναρχικοί= ακραίοι αποκεντρωτιστές» και επίσης αγνοούν ότι ο ομοσπονδισμός δηλαδή οι κομμούνες μέσα στις κομμούνες,είναι η φυσική οργάνωση των αναρχικών - αντιεξουσιαστών3. Η πραγματικότητα σήμερα όσον αφορά το προχώρημα,τη συνέχειακαι το βάθεμα μέσα στην κοινωνία των ιδεών της κοινωνικής αναρχίας δεν είναι και τόσο ενθαρρυντική. Σίγουρα είναι καλύτερα από παλιότερα, όμως τα βήματα είναι μικρά. Δεν θέλουμε να κάνουμε αυτή τη στιγμή μια αναλυτική ιδεο – χαρτογράφηση αντιλήψεων και ιδεών των αναρχικών στον Ελλαδικό χώρο, αλλά εκτός απειροελάχιστων διαφοροποιήσεων είναι απελπιστικά ίδιες.

Ο σορβονισμός4 στις συνελεύσεις του χώρου , οαφορμαλισμός, ο αρνητισμός, ο ομαδισμός, ο νομαδισμός και η ακτιβίστικη σχιζοφρένια με ένα συνοθύλευμα αβαγκαρτιστικού5 δεξιόστροφου λόγου6, περισσότερο ριζοσπαστικά φιλελευθέρου και λιγότερο σοσιαλιστικού, υποβιβάζουν τον αναρχικό - επαναστατικό λόγο και τη σκέψη από μήτρα ιδεών7 σε στείρο αρνητισμό. Περισσότερο αντι-καπιταλιστές, αντι-κρατιστές και καθόλου μετά, δηλαδη προταγματικοί. Τι κοινωνική πρόταση έχουμε σύντροφοι; Με τι θα αντικαταστήσουμε την αστική δημοκρατία; Μήπως με μια αναρχική ολιγαρχία; Πώς θα οργανωθεί η κοινωνία; Ως νομάδες, ως αγέλες, ή ως φατρίες8; Θα πάμε πίσω στην προ Κλεισθένη εποχή;

Πολλές ομάδες και ομαδοποιήσεις δεν αντιπροσωπεύουν ιδεολογικές τάσεις. Οι περισσότερες συσπειρωμένες γύρω από μια - δυο προσωπικότητες αποτελούν προσωποπαγείς σέχτες, με έντονα ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους, χωρίς αντι- παράθεση ιδεών, αλλά με διαφωνίες στη βάση προσωπικής συμπάθειας ή αντιπάθειας.

Αυτές οι ομάδες έχουν την εντύπωση ότι είναι το κέντρο του κόσμου. Ομφαλοσκοπούν, νομίζοντας ότι αυτές είναι και κανείς άλλος. Αυτό ονομάζουμε εμείς ομαδισμό - γκρουπισμό, που δεν έχει καμιά σχέση με τις ομάδες συγγένειας- affinity group, όπως τουλάχιστον έχουν παρουσιαστεί ιστορικά και αποτέλεσαν- αποτελούν το κύτταρο της αναρχικής διευρυμένης οργάνωσης.

Αφορμαλιστικές ομάδες ευκαιριακής ή συγκυριακής σύμπλευσης, χωρίς μέλη δηλαδή χωρίς δικαιώματα και υποχρεώσεις, αλλά μόνο με βάση την προσωπική διάθεση που σήμερα υπάρχει και αύριο φεύγει. Πολιτικός νομαδισμός αφού οι περισσότεροι τουλάχιστον στην Αθήνα στριφογυρίζουν δεξιά και αριστερά χωρίς να συνεργάζονται με υπάρχουσες συλλογικότητες ή να δημιουργούν άλλες.

Αυτές είναι επιγραμματικά οι συνθήκες, το κλίμα και τα ήθη που επικρατούν αυτή την στιγμή στο κίνημα. Το ξέρουμε ότι χρειάζεται περισσότερη εμβάθυνση στο θέμα και στις αιτίες που δημιουργούν αυτές τις καταστάσεις. Το ξέρουμε ότι γενικεύουμε και μπορεί να γινόμαστε λίγο υπερβολικοί στην κριτική μας. Πιστεύουμε όμως ότι η αναρχία και οι αναρχικοί όπως και κάθε τι άλλο δεν είναι και δεν πρέπει να είναι στο απυρόβλητο. Εποικοδομητική κριτική και αυτοκριτική λοιπόν, μπας και αποκτήσουμε αυτογνωσία: δηλαδή, ποιοι είμαστε, τι θέλουμε και πού πηγαίνουμε.

 

 

Σημειώσεις:



1. Μια διευκρίνιση (επειδή τα γραπτά μένουν), μιλάμε περισσότερο για το κινηματικό περιβάλλον της Αθήνας εν έτει 2009.

2. Ένας δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την εποχή μας όπου κανείς δε μένει, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο ανεπηρέαστος από αυτήν. Αυτό φυσικά  ισχύει και για τους αναρχικούς ανεξάρτητα αν ιστορικά είναι δικαιωμένοι στην κριτική τους τόσο για την σάπια ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία όσο και για την ριζοσπαστική εκδοχή της, τον μπολσεβικισμό. Η σοσιαλιστική προοπτική της ανθρωπότητας βούλιαξε στους παγωμένους βάλτους της Σιβηρίας και από προοπτική ευτοπίας, έγινε δυστοκία και χίμαιρα στα μάτια των προλετάριων της σημερινής εποχής, ενώ ο ρεπουμπλικανικός νεοφιλελευθερισμός μάς έχει μετατρέψει σε μικροϊδιοκτήτες της αθλιότητας και παθητικές ιδιωτικοποιημένες πληθυσμιακές στοίβες οπαδών – ψηφοφόρων - καταναλωτών.

Το χάσιμο της έννοιας της «society will» (κοινότητας θελήσεων), είναι που δυσκολεύει εμάς και τους προλετάριους της σημερινής εποχής  στη συλλογική μας συγκρότηση. Είναι περισσότερο  το χάσιμο του ονείρου για μια κοινωνία προς το ανθρωπινότερο, δηλαδή της πίστης  ότι μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και κυριαρχία από άνθρωπο σε άνθρωπο, και λιγότερο οι λύσεις που προσφέρει ο καπιταλισμός που σχίζουν την κοινότητά μας. Πόσο μάλλον, από τη στιγμή που  ο κοινωνικός δαρβινισμός «ο πόλεμος όλων εναντίον όλων», δηλαδή ο ανταγωνισμός και ο ατομικισμός του «ο σώσον εαυτό σωθήτο» έχουν γίνει καθολικά καθημερινά φαινόμενα.

Ο νεοφιλελευθερισμός δεν επικράτησε μέσα από καμιά ηρωική μάχη για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έδωσε καμιά τέτοια μάχη. Ήρθε και θρονιάστηκε στην παρακμή των σοσιαλιστικών ιδεών από τη στιγμή που αυτές έγιναν μπολσεβίκικη σταλινική εκδοχή, και στη ρεφορμιστική του έκδοση σοσιαλ- φιλελευθερισμός. Αν αναλυθεί αυτό το ζήτημα κάτω από άλλη σκοπιά (κάτι που δεν είναι του παρόντος), θα αναδειχθεί η εκπληκτική ομοιότητα και των δυο συστημάτων (δυτικό ανατολικό) τόσο ως προς την απολυταρχική πυραμιδοειδή, πλατωνικού τύπου πολιτεία τους, όσο και στο πόσο ιδιωτικές είναι αυτές οι κοινωνίες. Γιατί όσο πιο δεσποτικά, ολοκληρωτικά  διαμορφώνεται η κοινωνική ζωή από τις άρχουσες ελίτ, τόσο πιο πολύ κατατρώνε τη δημόσια σφαίρα σε άλλα τα επίπεδα.

Το κράτος και τα αφεντικά ζουν σε βάρος του δημοσίου, δηλαδή της κοινωνίας. Σε αυτό ο μπολσεβίκικος ολοκληρωτισμός όσο και ο νεοφιλελεύθερος ολοκληρωτισμός της αγοράς, δε διαφέρουν παρά μόνο στις εκφάνσεις. Ένα άλλο παράδειγμα είναι τα ναζιστικά και φασιστικά καθεστώτα. Με αυτή την έννοια φανταστείτε πόσο ιδιωτικές κοινωνίες  ήταν όχι μόνο εξαιτίας της τρομοκρατίας. Εάν ο σοσιαλισμός είναι σε κρίση, αναφέρει ο Γουώρντ, αυτό συμβαίνει «ακριβώς επειδή το παγκόσμιο σοσιαλιστικό κίνημα προσανατολίστηκε προς τη διεύρυνση της κρατικής εξουσίας και όχι προς τον περιορισμό της». Η χρεοκοπία σε πλανητική κλίμακα της μαρξιστικής ιδεολογίας και γενικότερα του κρατικού πνεύματος του σοσιαλισμού είχε ως μία από τις πιο πρόσφατες συνέπειές της την αναβίωση του φιλελευθερισμού, που διαβρώνει προοδευτικά όχι μόνο τις εδώ και δεκαετίες κοινωνικές κατακτήσεις των λαϊκών τάξεων, αλλά και την ίδια την ιδέα της δημόσιας υπηρεσίας.

Η ελευθεριακή σκέψη οφείλει να επαναδιατυπώσει ένα κοινοτικό πρόταγμα, έτσι ώστε «ο έλεγχος της κοινότητας, εάν και όταν καταστεί αποτελεσματικός, να αποτελέσει μια συντριπτική πρόκληση όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για τους διαχειριστές του κεφαλαίου και της οικονομίας». Ο «νέος» αναρχισμός οφείλει να στηρίξει τη «συλλογική δράση ως εναλλακτική λύση απέναντι στην ιδιωτικοποίηση ή στην κρατική ρύθμιση». Η κοινοτική ιδέα του αναρχισμού θα μπορέσει να έχει μια πραγματική δυνατότητα εφαρμογής σε ευρεία κλίμακα, μόνο στο μέτρο που τα νέα αντιφιλελεύθερα κινήματα θα είναι ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση τα δόγματα της αριστεράς του κράτους: «Είναι πέραν κάθε αμφισβητήσεως, ότι τον επόμενο αιώνα τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας πρέπει να επανεξεταστούν, προκειμένου να δημιουργηθεί μία κοινωνία πρόνοιας πάνω στα ερείπια του κράτους πρόνοιας».

Η εναλλακτική λύση απέναντι στην κρίση του κοινωνικού κράτους δεν μπορεί λοιπόν παρά να προέλθει από μία σύγχρονη ανάγνωση της κοινοτικής παράδοσης του αναρχισμού: η «κοινωνία της πρόνοιας», όπως την αποκαλεί ο Γουώρντ, οφείλει να είναι αποκεντρωμένη και οργανωμένη πάνω σε ελευθεριακές, αμεσοδημοκρατικές, συνομοσπονδιακές βάσεις.

 

3. Αναφέρουμε εδώ δυο ιστορικά παραδείγματα όχι μόνο γιατί συμφωνούμε αλλά και για να καταδείξουμε την διαχρονικότητα αυτών των προβληματισμών που τηρουμένων των ιστορικο- κοινωνικών και γνωσιολογικών αναλογιών ισχύουν μέχρι σήμερα. Κατανοώντας ότι συζητώντας για οργάνωση, να ξέρουμε ότι αυτή η συζήτηση δεν είναι καινούργια.  Έχει επαναληφθεί χιλιάδες φορές στο παρελθόν από τους επαναστάτες. Χωρίς να θέλουμε να θυσιάσουμε το παρόν σε αυτό το παρελθόν και ξέροντας ότι χωρίς οργάνωση δεν μπορεί να υπάρξει ούτε η στοιχειώδης κοινωνική ζωή, πρέπει να μας απασχολεί πώς η πυραμοειδή οργάνωση σχεδόν όλης της κοινωνικής ζωής έχει αντέξει μέσα στον χρόνο, που από την προϊστορία έχει φτάσει μέχρι σήμερα στην λεγομένη εποχή του μεταμοντερνισμού. Η πυραμίδα είναι παντού, και μια  σοβαρή ρηγμάτωσή της  είναι η ισχυρή αναρχική οργάνωση. Τότε  μόνο το κράτος (δηλαδή η μεγαπυραμίδα), θα δούμε αν πραγματικά θα ανεχτεί τον δυισμό.

Το να αντιγράψουμε αυτές τις φόρμες στη σημερινή εποχή, σίγουρα θα αποδειχθεί αν όχι χυδαία εκδοχή, σίγουρα όμως καρικατούρα. Αλλά να παραδειγματιστούμε για να δημιουργήσουμε στις σημερινές συνθήκες το «μεγάλο συνδικάτο της ζωής», αυτό μας χρειάζεται. Πλατιές μαζικές (από το πολλοί μαζί), κινήσεις με αντιεξουσιαστικό- ελευθεριακό χαρακτήρα. Άλλωστε οι αναρχικοί – αντιεξουσιαστές λίγο πολύ με τέσσερα θέματα – ζητήματα, καταπιάστηκαν ως προς το πρόταγμά τους:

α. με την παιδαγωγική με όλη την ευρύτητά της (από ατομική βελτίωση και καλλιέργεια του εαυτού, μέχρι και εμπειρίες με αντι- αυταρχικούς, συμμετοχικούς τρόπους μάθησης , ελευθεριακά σχολεία, κτλ)

 β. με τον κοινοτισμό – κομουναλισμό με κορύφωση την ομοσπονδία και συνομοσπονδία.

γ. με  τους συνεταιρισμούς παραγωγών – καταναλωτών και τον εθελοντικό αντιαυταρχικό κολεκτιβισμό.

 δ. με τον επαναστατικό συνδικαλισμό ή αναρχοσυνδικαλισμό

     Μέχρι τότε,   τίποτα δεν πρέπει να μας εμποδίζει να πειραματιστούμε. Άλλωστε  οι νέες κοινωνικές φόρμες περιμένουν αυτούς που θα τις δημιουργήσουν!  ( Δεν είναι του παρόντος λόγο του όγκου να παρουσιάσουμε εδώ όλα αυτά τα ζητήματα. Θα υπάρξει ανάλογη μπροσούρα για την κοινωνική προσφορά των αναρχικών τις κοινωνικές διεργασίες και καινοτομίες που έχουν προτείνει, αλλά και της ίδιας της αναρχικής κοσμοαντίληψης ως μήτρας κοινωνικών ιδεών).  

    «…Το 1902, με ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο Les Temps Nouneaur, ο Jean Grave επαναλαμβάνει  την άρνησή του για ένα συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης: «… προς τι όλες αυτές οι διαμαρτυρίες; Ότι δηλαδή, οι αναρχικοί δεν έχουν συνοχή, ότι δρουν λίγο στην τύχη, χωρίς κανενός είδους σύνδεση, χάνοντας έτσι αρκετές από τις δυνάμεις τους ελλείψει της αναγκαίας σταθερότητας για να δώσουν συνέχεια στη δράση τους. Είναι αλήθεια ότι, πολύ συχνά, οι ομάδες και τα άτομα αγωνίζονται δίχως να επιδιώκουν τον συντονισμό της δράσης τους με τη δράση των άλλων που αγωνίζονται παράλληλα για τον ίδιο σκοπό.  Είναι επίσης αλήθεια ότι οι αναρχικοί, φαινομενικά, δεν έχουν συνοχή, ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν μεγάλη δυσκολία να βρουν τους συντρόφους που χρειάζονται…». Προτείνει, τη δημιουργία μιας χαλαρής και ρεαλιστικής οργανωτικής δομής. Κάτι που έγινε δεκτό από την Συνδιάσκεψη των Ρώσων  αναρχικών – κομμουνιστών το 1906. Παραθέτουμε  εδώ ένα μικρό απόσπασμα αυτής της απόφασης :

α) Οι Ρώσοι αναρχικοί - κομμουνιστές, όπως και οι σύντροφοί τους της Δυτ. Ευρώπης, απορρίπτουν κάθε μορφή ιεραρχικής οργάνωσης που ταιριάζει στους εξουσιαστές σοσιαλιστές και προτείνουν να δημιουργηθεί στους κύκλους τους ένα άλλο είδος οργάνωσης που θα βασίζεται στην ελεύθερη συμφωνία ανάμεσα στις ανεξάρτητες ομάδες.

β) Η στενή σύνδεση μεταξύ όλων των μελών κάθε ομάδας είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη και την επιτυχία αυτού του είδους της οργάνωσης. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο, είναι πιο χρήσιμο να υπάρχουν στις πόλεις και τις ευρύτερες περιοχές πολλές μικρές ομάδες, συνδεμένες σε μια ομοσπονδία,  παρά σε μια μόνο μεγάλη ομάδα.

γ) Οι ομάδες, ακόμη και όταν αναλαμβάνουν πολύ ειδικά καθήκοντα, δε μπορούν ποτέ να λειτουργούν σαν επιτροπές, εφόσον οι αποφάσεις δεν είναι υποχρεωτικές για τις άλλες ομάδες που δεν τις εγκρίνουν.

δ) Η καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες δε μπορεί να επιτευχθεί με τη μεσολάβηση διαφόρων μόνιμων επιτροπών, που εκλέγονται εκ των προτέρων για να χειριστούν τις δραστηριότητες της ομοσπονδίας. Αυτές οι επιτροπές έχουν την τάση να γίνονται ( και πολύ γρήγορα γίνονται), όπως και όλες οι κυβερνήσεις, εμπόδιο για την παραπέρα ανάπτυξη.

ε) Η καλύτερη σύνδεση ανάμεσα στις ομάδες μπορεί να επιτευχθεί - όπως αποδεικνύει η πείρα – με διάφορες ειδικές συνδιασκέψεις  … που συγκαλούνται περιοδικά, σε καθορισμένες χρονικές στιγμές ή όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, για τη βαθύτερη μελέτη των προβλημάτων που θέτει η ζωή. Οι εκπρόσωποι των ομάδων εξουσιοδοτούνται για ένα συγκεκριμένο καθήκον και είναι άμεσα ανακλητοί. Οι αποφάσεις των συνελεύσεων δεν είναι υποχρεωτικές για τις ομάδες. Αυτές οι τελευταίες μπορούν να τις αποδεχτούν ή να τις απορρίψουν τελείως…».

  Επίσης τον Αύγουστο του 1907, στα πλαίσια Διεθνούς συνεδρίου του Άμστερνταμ, συζητήθηκε διεξοδικά τα θέμα «Αναρχισμός και οργάνωση». Δύο ήταν οι τάσεις που συγκρούστηκαν σχετικά μ΄ αυτό το θέμα : από τη μια η τάση των αναρχοκομμουνιστών, που έκανε την επιλογή της ειδικής αναρχικής οργάνωσης, και από την άλλη, η μειοψηφούσα τάση των ατομικιστών, που αρνήθηκαν αυτή καθαυτή την αρχή της οργάνωσης.

 Ο Amedee Dunois (πρώτη παρέμβαση μετά την αρχική εισήγηση), άσκησε οξεία κριτική εναντίον ενός είδους αναρχισμού που «με τις συνεχείς εκκλήσεις του για την αναμόρφωση του ατόμου, εμφανίζεται σαν η ανανεωμένη μορφή του παλιού αστικού ατομικισμού». Ανέλυσε την ανάπτυξη του αναρχικού κομμουνισμού, που γεννήθηκε «απ΄ την Διεθνή, δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, από το ίδιο το εργατικό κίνημα ». Υποστήριξε ότι αυτός « ο αναρχισμός  δεν είναι ατομικιστικός, είναι φεντεραλιστικός και συνδικαλιστικός πρώτα απ΄ όλα ένα κομμάτι του επαναστατικού σοσιαλισμού». Εισηγούμενος τη συσπείρωση των αναρχικών, πιο συγκεκριμένα:  «όσων ανήκουν στην τάση μας η οποία δε διαχωρίζεται απ΄ τον αναρχισμό του προλεταριάτου», κατέληξε ως εξής : «Αυτό το αναρχικό κίνημα θα ξεπηδήσει απ΄την κοινή μας δράση, απ΄ την συνδυασμένη και συντονισμένη δράση μας. Θα πρέπει να προσθέσουμε η αναρχική οργάνωση δε θα έχει την αξίωση να συνενώσει όλα τα στοιχεία που επικαλούνται, πολλές φορές λαθεμένα, την ιδέα της αναρχίας. Θα αρκεστεί να συσπειρώσει γύρω από ένα πρόγραμμα δράσης τους συντρόφους που αποδέχονται τις βασικές αρχές μας και επιθυμούν να συνεργαστούν μαζί μας».

Ο Κόλλιν Γουώντ γράφει σχετικά (να υπενθυμίσουμε ότι αναφέρεται σε ιδική επαναστατική οργάνωση και όχι σε κοινωνικές δομές, παράλληλα δεν συμφωνούμε πλήρως με αυτό το μοτίβο).  «… ο καθένας μπορεί να δει ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο είδη οργάνωσης. Υπάρχει εκείνο το είδος που σου επιβάλλουν, εκείνο που διευθύνεται από πάνω κι υπάρχει και το άλλο είδος οργάνωσης που διευθύνεται από κάτω, που δεν μπορεί να σου επιβάλουν να κάνεις κάτι με το ζόρι και γι΄ αυτό είσαι ελεύθερος να προσχωρήσεις ή ελεύθερος να παραμείνεις μόνος σου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αναρχικοί είναι άνθρωποι που θέλουν να μεταμορφώσουν όλες τις μορφές της ανθρώπινης οργάνωσης σ' εκείνο το είδος της καθαρά εθελοντικής  αντι-ιεραρχικής ένωσης που μπορούν οι άνθρωποι να εγκαταλείψουν και να δημιουργήσουν κάτι δικό τους, αν δεν τους αρέσει. Κάνοντας μία ανασκόπηση εκείνου του επιφανειακού άλλα χρήσιμου μικρού βιβλίου, «ο Νόμος του Πάρκισον», επιχείρησα κάποτε να διατυπώσω τέσσερις «κανόνες» πάνω στους όποιους πρέπει να βασίζεται μία αναρχική θεωρία για την οργάνωση  και ότι πρέπει να είναι:

 Ι) Εθελοντική 2) Λειτουργική 3) Προσωρινή και 4) Μικρή.

Πρέπει να είναι εθελοντική για ευνόητους λόγους. Δεν έχει κανένα νόημα να υποστηρίζουμε την ελευθερία και την ευθύνη του ατόμου, αν πρόκειται να υποστηρίξουμε οργανώσεις στις όποιες η ιδιότητα του μέλους βασίζεται μόνο σε υποχρεώσεις. Πρέπει να είναι λειτουργική για λόγους που είναι εξίσου ευνόητοι, άλλα δεν παρατηρούνται πάντα. Υπάρχει μία τάση να υπάρχουν οργανώσεις δίχως μία αυθεντική λειτουργία ή που έχουν εκπληρώσει τους σκοπούς τους. Πρέπει να είναι προσωρινή γιατί η μονιμότητα είναι ακριβώς ένας από εκείνους τους παράγοντες που σκληραίνουν τις αρτηρίες μιας οργάνωσης, δημιουργώντας ένα κατεστημένο συμφέρον που εξασφαλίζει την επιβίωση της, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ηγετών της μάλλον, παρά της εξυπηρέτησης των δήθεν σκοπών της. Πρέπει να είναι μικρή, επειδή ακριβώς στις μικρές ομάδες, όπου η εστίαση των μελών είναι άμεση, οι γραφειοκρατικές κι οι ιεραρχικές τάσεις που υποβόσκουν σε κάθε οργάνωση, έχουν τη μικρότερη πιθανότητα ν' αναπτυχθούν.

   Αλλά απ' αυτό το τελευταίο σημείο είναι που αρχίζουν οι δυσκολίες μας. Αν πάρουμε σαν δεδομένο ότι μία μικρή ομάδα μπορεί να λειτουργήσει αναρχικά, εξακολουθούμε μολοντούτο, αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα όλων εκείνων των κοινωνικών λειτουργιών για τις οποίες είναι απαραίτητη η οργάνωση, αλλά που τη χρειάζονται σε μία πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.

   Λοιπόν θα μπορούσαμε ίσως ν' απαντήσουμε: «Αν οι μεγάλες οργανώσεις είναι απαραίτητες, μην υπολογίζετε σε μας. θα τα καταφέρουμε όσο μπορούμε δίχως αυτές». Εντάξει, μπορούμε να το πούμε, άλλα αν προπαγανδίζουμε τον αναρχισμό σα μία κοινωνική φιλοσοφία, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη κι όχι ν' αποφεύγουμε τα κοινωνικά γεγονότα. Είναι καλύτερα να πούμε: «Ας βρούμε τρόπους με τους οποίους οι μεγάλης έκτασης λειτουργίες μπορούν να διαιρεθούν σε λειτουργίες που μπορούν να οργανωθούν από μικρές λειτουργικές ομάδες κι ύστερα ας συνδέσουμε αυτές τις ομάδες μ' ένα ομοσπονδιακό τρόπο». Αυτό μας οδηγεί στη θεώρηση μιας αναρχικής ομοσπονδιακής θεωρίας. Τώρα εξετάζοντας πώς οραματίζονταν την οργάνωση μιας μελλοντικής κοινωνίας οι «κλασσικοί» αναρχικοί, βλέπουμε ότι την σκέπτονταν απ' την άποψη δύο ειδών κοινωνικών θεσμών:

1) Της εδαφικής μονάδος ή κομμούνας (commune): μία Γαλλική λέξη που θα μπορούσατε να θεωρήσετε σαν ισοδύναμη με τη λέξη κοινότητα  ή τη Ρωσική λέξη σοβιέτ, με το αρχικό της νόημα, αλλά που επίσης έχει προεκτάσεις στους αρχαίους θεσμούς του χωριού, που αναφέρονταν στην καλλιέργεια της γης από κοινού.

2) Του συνδικάτου: μία άλλη Γαλλική λέξη αντλημένη απ' την ορολογία του εργατικού συνδικαλισμού. Το συνδικάτο ή εργατικό συμβούλιο σα μονάδα της βιομηχανικής οργάνωσης. Αυτά θεωρήθηκαν σα μικρές τοπικές μονάδες που θα συνδέονταν ανάμεσα τους ομοσπονδιακά για την αντιμετώπιση των μεγαλύτερων προβλημάτων της ζωής, ενώ κάθε κομμούνα και κάθε συνδικάτο θα διατηρούσαν την αυτονομία τους, καθώς η πρώτη θα ομοσπονδοποιούνταν περιφερειακά και το δεύτερο βιομηχανικά…» Ο Προυντόν, ο Κροπότκιν, ο Μπακούνιν αφιέρωσαν μεγάλη προσοχή στην ομοσπονδιακή αρχή κι εμείς γνωρίζουμε λίγα  σχετικά με τους παράγοντες που συντελούν στην αποτυχία ή την επιτυχία των ομοσπονδιών.  

«Χρησιμοποιώντας τον όρο ομοσπονδία», παρατηρεί ο Τζώρτζ Γούντκοκ στη βιογραφία του για τον Προυντόν, «ο Προυντόν δεν εννοεί μια παγκόσμια κυβέρνηση ή μία ομοσπονδία κρατών. Για αυτόν η αρχή της συνομοσπονδίας αρχίζει απ' το πιο απλό επίπεδο της κοινωνίας. Τα διοικητικά όργανα είναι τοπικά και βρίσκονται όσο το δυνατό περισσότερο κάτω απ' τον άμεσο έλεγχο του λαού. Πάνω απ' αυτό το πρωτογενές επίπεδο, η συνομοσπονδιακή οργάνωση γίνεται προοδευτικά περισσότερο ένα όργανο συντονισμού των περιφερειών, παρά ένα διοικητικό όργανο κι η Ευρώπη μία συνομοσπονδία των συνομοσπονδιών, στην οποία το συμφέρον της πιο μικρής επαρχίας θα έχει την  ίδια έκφραση με τα συμφέρον της πιο μεγάλη  αφού όλες οι υποθέσεις θα ρυθμίζονται με αμοιβαία συμφωνία, συμβόλαιο και διαιτησία…».

 

4. Νεολογισμός, που αναφέρεται στις ελληνικές συνθήκες συνελεύσεων  τύπου Σορβόννης και στη «φοιτητικοποίηση» του χώρου, (ιδιαίτερα της Αθήνας).

5. Αβανγκαρντισμός : όρος που χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει την πολιτική τάση που εμφανίστηκε σε κινήματα νεολαίας, κυρίως της μαρξιστηκης αριστεράς, με βασικό χαρακτηριστικό την αμφισβήτηση του ρόλου της εργατικής τάξης. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της τάσης αυτής, πρωτοπόρα στην επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας δεν είναι η εργατική τάξη, αλλά η νεολαία με την αυθόρμητη επαναστατική της δύναμη. Αργότερα ο όρος έλαβε γενικότερη σημασία και αφορά την πρωτοπορία σε πολιτικά, κοινωνικά και καλλιτεχνικά κινήματα. 

6 Ο αναρχισμός εναντιώνεται τόσο στο κράτος όσο και στον καπιταλισμό, οποιαδήποτε αντίληψη γέρνει μονόπαντα είτε μόνο ενάντια στο κράτος είτε μόνο ενάντιά στον καπιταλισμό, δεν είναι αναρχισμός είναι κάτι άλλο.

 «...Η ελευθερία χωρίς σοσιαλισμό είναι προνόμιο και αδικία

και ο σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία είναι υποδούλωση καιβαρβαρότητα...». Μιχαήλ Μπακούνιν

Η αναρχία αναλαμβάνετε ισοδύναμα και ισόποσα την ελευθερία με την ισότητα, το άτομο με την κοινότητα, οποιαδήποτε ανισορροπία αυτών των καταστάσεων απλά δεν είναι αναρχία.

 

«...Ο αναρχισμός, επιπλήττει τον φιλελευθερισμό ως έναμερικό δόγμα της ελευθερίας και τον σοσιαλισμό ως έναμερικό δόγμα της ισότητας. Η μερικότητα συνίσταται στο ότι αυτά τα δύο δόγματα προτίθενται να πραγματώσουν τις αρχέςτους μέσω της προσωρινής εξάρτησης των δύο αξιών, με τηνέννοια ότι πρώτα πραγματώνεται η μία και μετά η άλλη, ενώ οαναρχισμός θεωρεί ότι μόνο στην ταυτόχρονη πραγμάτωση τους έγκειται η επιτυχία τους...» Νίκο Μπέρτι

 

Από αυτήν την άποψη, φαίνεται ιδιαιτέρως ελκυστική η έκφραση που επινοήθηκε, εδώ και μερικά χρόνια, από τον Alain Ritter. Αυτός χρησιμοποίησε, προκειμένου να προσδιορίσει τον κεντρικό αξιολογικό πυρήνα του αναρχισμού, την παράδοξη έκφραση «ατομικιστικός κοινοτισμός». «Ο ανθρωπολογικός τύπος που προτείνεται ως επιθυμητός από τον αναρχισμό», έχει γράψει σε ένα άλλο κείμενο ο Αmedeo Bertolo, «δεν βρίσκεται εξ ολοκλήρου ούτε στο κοινωνικό ούτε στο άτομο, αλλά σε μία συνεχή αλληλεπίδραση ανάμεσά τους. Εάν κυριαρχεί το κοινωνικό, ακόμα και υπό δημοκρατική μορφή, υπάρχει τυραννία. Εάν κυριαρχεί το άτομο, υπάρχει αποσύνθεση και απώλεια του νοήματος. Η αναρχία είναι ζηλότυπα ατομικιστική, αλλά και γενναιόδωρα κοινοτική. Και έχει πλήρη συνείδηση ότι το άτομο που είναι ανεπανάληπτο είναι αναπόφευκτα και κοινωνικό προϊόν και κοινωνικό υποκείμενο».

 

7 Τα σχέδια των αναρχικών έχουν αποδειχθεί πολύ πρακτικά και πολύ απειλητικά. Εκτέθηκαν και συχνά καταδικάστηκαν ως ανεφάρμοστα, ως αντιστρατευόμενα την ανθρώπινη φύση. Αλλά «γι’ αυτό αξίζει να τις εφαρμόσουμε και γι’ αυτό τις προτείνει κάποιος. Γιατί τι άλλο είναι ένα πρακτικό σχέδιο; Ένα πρακτικό σχέδιο είναι ή ένα σχέδιο που έχει ήδη υλοποιηθεί, ή ένα σχέδιο που θα μπορούσε να υλοποιηθεί υπό τις υπάρχουσες συνθήκες –αλλά ακριβώς τις υπάρχουσες συνθήκες αποδοκιμάζει κανείς, ενώ κάθε σχέδιο που θα αποδεχόταν αυτές τις συνθήκες, είναι κακό και ανόητο».

Αναρχισμός σημαίνει ένα εκτεταμένο δίκτυο ατόμων και ομάδων που παίρνουν τις δικές τους αποφάσεις, ελέγχουν την ζωή τους και αναπτύσσουν την ατομικότητά τους. Ατομικότητα σημαίνει το να αναπτύσσει κανείς τα χαρίσματά του και όχι να εγείρει εγωϊστικές αξιώσεις στους άλλους. Την κοινωνική οργάνωση αυτών των δικτύων την έχουν οραματισθεί υπό την μορφή κομμουνών, συμβουλίων και συνδικάτων, άνθρωποι που ζουν και εργάζονται, βοηθώντας ανιδιοτελώς ο ένας τον άλλον· τη δε οργάνωση της εργασίας/ζωής την έχουν οραματισθεί ως αποκεντρωτική, μεταξύ αλληλεπιδρώντων ατόμων τα οποία ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις αυτόνομα και ισότιμα. Η ανθρώπινη κοινωνία πρέπει να οικοδομηθεί επί τη βάσει μιας σειράς αυτόνομων κοινοτήτων, οι οποίες θα μπορούν ελεύθερα να δημιουργούν ομοσπονδίες ή δεσμούς μεταξύ τους.

Ο καταμερισμός των πόρων, που διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή λόγω του κλίματος, της γεωγραφικής θέσης και της αφθονίας της περιοχής σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, θα γίνεται έξω από τα πλαίσια της σημερινής διαδεδομένης πρακτικής ή του συμφέροντος που ικανοποιείται από κερδοσκοπικές ανταλλαγές και εκμεταλλευτικά προνόμια. Το κριτήριο του Είναι, έγκειται στην πνευματικότητα της σύνδεσης μιας ζωής με κάθε ζωή. Η αυτονομία της κοινότητας κάποιου, καθώς και η δέσμευσή του απέναντι σ’ αυτούς με τους οποίους βρίσκεται σε άμεση επαφή, δεν μειώνει την αναγνώριση των αναγκών των άλλων εκτός ομάδος, όπως δεν μειώνει και το ουσιαστικό κοινό στοιχείο τους, την ανθρωπιά τους.

Για μας, αναρχισμός είναι η ηθική αρχή του αυτεξούσιου, της μη βίας, καθώς και μια διαρκής αναζήτηση της τελειότητας, της προσωπικής ευθύνης και της κοινωνικής ευημερίας. Ο αναρχισμός είναι μια ηθική αρχή που λαμβάνει την μορφή κανόνων κοινωνικής οργάνωσης, όπως την μορφή της αποκέντρωσης, της αδιαμεσολάβητης κοινοτικής αυτονομίας και της αυτάρκειας. Ως μια αρχή της οργάνωσης των ενεργειακών πόρων, της τεχνολογίας και της παραγωγής και διανομής στην οικονομία, ο αναρχισμός ταυτίζεται με την αποκέντρωση.

Στη θέση της παραγωγής της πυρηνικής ενέργειας, του πετρελαίου από πετρελαιούχο σχιστόλιθο ή της αεριοποίησης του άνθρακα –τρόποι παραγωγής ενέργειας που απαιτούν συγκεντρωτική, εντατικής χρήσης κεφαλαίου ανάπτυξη και είναι καταστροφικοί για το περιβάλλον, προτείνονται η ηλιακή, η παλιρροϊκή και η αιολική ενέργεια, συνοδευόμενες από αρχιτεκτονικές καινοτομίες. Η ανάπτυξη αυτών των μορφών ενέργειας απαιτεί αποκέντρωση της προσφοράς και της κατανομής. Οι μεγάλες συγκεντρώσεις ατόμων και οι ενεργειακές τους ανάγκες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω αποκεντρωμένων πηγών ενέργειας. Κατά συνέπεια, η μη καταστροφική παραγωγή και διανομή ενέργειας πρέπει να συνοδεύεται από αποκεντρωμένες μορφές ζωής.

Παρομοίως, οι οικονομικοί τρόποι ανάπτυξης γιγαντισμός, πολυπλοκότητα, συγκεντρωτικός έλεγχος εντατικής χρήσης κεφαλαίου– της μαζικής καταστροφής και η εκβιομηχάνιση, οδηγούν αναπόφευκτα στον τερματισμό της ανάπτυξης. Αυτός ο αναπόφευκτος τερματισμός απαιτεί μια οικονομική οργάνωση θεμελιωμένη σε μια επιταχυνόμενη παραγωγή μάλλον εντατικής χρήσης της εργασίας παρά του κεφαλαίου.

Η οικονομία πρέπει να στηρίζεται μάλλον στη συμμετοχική εργασία πάρα στην υψηλή, ενεργοβόρα και εξοβελίζουσα τον εργάτη τεχνολογία. Η ίδια η τεχνολογία πρέπει να σχεδιάζεται έτσι ώστε να μην είναι βίαιη, να σέβεται την φύση, τα άτομα που την χρησιμοποιούν και τα προϊόντα. Μια τέτοια οικονομία θα είναι προφανώς λιτή όσον αφορά την κατανάλωση και, φυσικά, δεν θα είναι ούτε ενάντια στην τεχνολογία, ούτε ενάντια στη γνώση. Η δημιουργία και η εφαρμογή ενδιάμεσης τεχνολογίας και γνώσης πρέπει να συνδέεται με την ελευθερία και την ανάπτυξη όλων των ατόμων, διότι κάθε άτομο μέσω της αξιοπρέπειας της δραστηριότητας του, ολοκληρώνει τον εαυτό του και τους άλλους. Η εργασία δεν πρέπει να αποτελεί λειτουργία του απομονωμένου ατόμου, ούτε το άτομο να είναι ένα αντικείμενο, ένας χειραγωγούμενος συντελεστής στα μέσα παραγωγής. Οι αναρχικοί έχουν εκπονήσει και εφαρμόσει πολυάριθμα δημιουργικά προγράμματα. Έχουν οργανώσει κοινόβια και «τράπεζες» και έχουν αναπτύξει την αυτοδιεύθυνση στην γεωργία, στο εργοστάσιο, στην κοινότητα και στην ομοσπονδία. Έχουν οργανώσει αγρότες, εργάτες, πάρα πολλούς ανθρώπους, στην βάση της μη βίας και της ελπίδας για απελευθέρωση από την σημερινή και τη μελλοντική τυραννία. (Σ.τ.σ.: «Στην βάση της μη βίας» σημαίνει ότι η βάση των διαρθρωτικών διευθετήσεων ήταν μη βίαιη. Δεν θέλουμε να αφήσουμε να εννοηθεί ότι αυτά τα προγράμματα και οι διευθετήσεις δεν αντιμετωπίστηκαν με βία (π.χ. Μεξικό, Ουκρανία, Ισπανία, Ιταλία, Αργεντινή κλπ ), ούτε ότι οι αναρχικοί/σοσιαλιστές δεν απάντησαν με βία υπερασπίζοντας την αυτονομία τους.) Ωστόσο, όλες αυτές οι προσπάθειες οδήγησαν στην συνειδητοποίηση ότι τα θεσμικά μέσα δε θα μπορούσαν να προκαλέσουν καμία μεταμόρφωση της καρδιάς του ανθρώπου. Μόνο μέσα απ’ αυτήν τη μεταμόρφωση θα μπορούσε να αναδυθεί μια «νέα» κοινωνία…» .

 

8 . Λίγα λόγια σχετικά - άσχετα για τον ομαδισμό και τις φατρίες.

Ο Κλεισθένης ένας από τους μεγαλύτερος μεταρρυθμιστής μέχρι σήμερα, κατάργησε στην Αθήνα την αιματοσυγγένια και τις φατρίες από την διαχείριση της πόλης, η σύγχρονη (κατ ευφημισμό) δημοκρατία  τις έχει επαναφέρει με την μορφή των  διαφόρων λόμπι  που εμφορούνται  από τις ελίτ. Οι  από κάτω φτιάχνουν και αυτοί σύγχρονες φατρίες, παρέες – παρεϊσμός, ομάδες – ομαδισμός, κλαμπ, λέσχες χόμπυ, οπαδών κλπ (είμαστε οι κοινωνίες των χόμπυ). Όλες αυτές οι σύγχρονες φυλές που λένε οι κοινωνιολόγοι δημιουργούν την δική τους κλειστότητα και την δική τους δικαιοπραξία, αλίμονο στους παρείσακτους. Ο  νέος ολοκληρωτισμός δεν εμφορείται στις μέρες μας μόνο από τις κυρίαρχες ελίτ άλλα δείγματα μπορείς να δεις και στους από κάτω, με όλες αυτές τις ομάδες που περιγράφω, γιατί προέχει το συμφέρον της ομάδας και των μελών  έναντι  των άλλων και του (εν προκειμένω κινηματικού) γενικότερου συμφέροντος.



 

από G 29/03/2015 10:24 μμ.


Προσθήκη για την οργάνωση [*]

Κατά τη γνώμη μας, η οργάνωση δεν είναι το παν και δεν επιτρέπει να χαθούν ή να κερδηθούν τα πάντα ( δηλαδή, δεν πρέπει η οργάνωση να είναι αυτοσκοπός). Η οργάνωση των αναρχικών λειτουργεί σε δύο επίπεδα: το πρώτο είναι η οργάνωση, η συνοχή και η αποτελεσματικότητα του αγώνα μας, το δεύτερο -που κατά τη γνώμη μας είναι και το πιο ουσιώδες- είναι η επιβεβαίωση στην πράξη ότι μπορούν να υπάρξουν δομές και υποδομές οργάνωσης οριζόντιας και κυκλικής σύνθεσης χωρίς τον συγκεντρωτισμό, την ιεραρχία και το διατάζειν.

Γύρω μας τα πάντα είναι ιεραρχικοποιημένα και είναι επόμενο να δεχόμαστε τις επιδράσεις αυτής της ιεραρχίας και κυριαρχίας. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να πειραματιστούμε σε συμφωνία με το αξιακό μας πλαίσιο. Δε μιλάμε εδώ για τις μικρές κυτταρικές μορφές συλλογικότητας (ομάδες) -που τις περισσότερες φορές η εσωτερική τους συγκρότηση είναι εμπειρική, εθιμική- αλλά για ευρύτερα σύνολα ατόμων και ομάδων, όπου λόγω της ευρύτητας τουςείναι αναγκασμένα να πραγματώνουν την αυτο-θέσμιση και την αυτο-διεύθυνση. Αυτοί οι ευρύτεροι οργανισμοί, είναι επίσης απαραίτητοι γιατί μπορεί να συγκεράσουν την τάση τωνατόμων ή των μικρών ομάδων να βλέπουν τον κόσμο μοριακά και μικροσκοπικά (τοπικιστικά όχι μόνο με την έννοια του χώρου αλλά και των ιδεών), κάτι που δεν είναι απαραίτητα κακό αρκεί να μην θέλουν να αναγορεύουν το μικρόκοσμο τους σαν το όλο.

Δεν μπορεί να είμαστε παντού και να τα ξέρουμε όλα. Το ποσοτικό και το ποιοτικό για μας τους αναρχικούς, βρίσκεται σε μια αλληλουχία. Είναι οργανικά συνδεδεμένο το ένα με το άλλο γιατί αν μείνουμε μόνο στην ποιότητα κινδυνεύουμε να γίνουμε ελιτιστές, ενώ αν μείνουμε μόνο στην ποσότητα υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπούμε σε μάζα. Να γιατί είναι απαραίτητοι οι μαζικοί (από το πολλοί μαζί-όσο πιο πολλοί τόσο καλύτερα) οργανισμοί. Απαραίτητοι στους αναρχικούς που είναι διατεθειμένοι να υπερβούν το κίνημα διαμαρτυρίας, εμπαθούς δράσης που επικρατεί τα τελευταία είκοσι χρόνια στην Ελλάδα και να θέσουν τις βάσεις για ένα ιστορικό - επαναστατικό κίνημα αμφισβήτησης και ανατροπής του ισχύοντος πολιτικού - κοινωνικού συστήματος. Δηλαδή, να θέσουν κοινωνικό και πολιτειακό ζήτημα.

Η προσπάθειά μας, αποτελεί συμβολή στον κοινωνικό αγώνα και σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί άρνηση ή ακύρωση του σημαντικού έργου συλλογικοτήτων και ατόμων στα τριάντα πέντε χρόνια αναρχικής – αντιεξουσιαστικής παρουσίας και δράσης στην Ελλάδα. Από την άλλη, το πρόβλημα της οργάνωσης και της συνεκτικότητας του αντιεξουσιαστικού - αναρχικού κινήματος, αλληλεπιδρά με την κοινωνική και ηλικιακή του διαστρωμάτωση. Η πλειοψηφία της προηγούμενης γενιάς απογοητεύτηκε, αφομοιώθηκε ή επέλεξε την παθητικότητα και την ιδιώτευση, γι’ αυτό παραμένουμε ένα κίνημα στην ουσία του νεολαιίστικο και φοιτητικό, ανακυκλώνοντας τα ίδια λάθη, τις ίδιες ανεπάρκειες και τις ίδιες καταστάσεις του παρελθόντος .Όμως, χωρίς γνώση της ιστορίας μας αναπαράγουμε τον ιστορισμό μας σαν νεοτερικότητα, και όπως έλεγε ένας σύντροφος: «όποιος τραβάει από το μανίκι την ιστορία γίνεται καρικατούρα της»!

Μόνο μελετώντας την ιστορία μας γύρω από τις μορφές οργάνωσης, που παρουσιάστηκαν στο παρελθόν, δε θα επαναλάβουμε τα ίδια λάθη και τις ίδιες παραλείψεις από τη μια και από την άλλη θα μπορέσουμε να επανακαθορίσουμε και να ανασυνθέσουμε αυτά τα ζητήματα στις σημερινές συνθήκες . Όσο αποφεύγουμε να θέτουμε το ζήτημα της οργάνωσής μας, τόσο δεν μπορούμε να προτείνουμε μια άλλη εναλλακτική οργάνωση της κοινωνίας, αφήνοντας το προνόμιο αυτό στα αφεντικά και στους εξουσιαστές. Στην κοινωνική ιστορία βλέπουμε ότι οι επαναστατικές οργανώσεις είναι εν δυνάμει ένας μικρόκοσμος της κοινωνικής οργάνωσης που έχουν σαν όραμα. Άρα, λοιπόν, άλλο τρόπο οργάνωσης προτείνουμε εμείς για μας και άλλο για την κοινωνία;

Δε φετιχοποιούμε την οργάνωση, η οργάνωση δεν είναι το παν και δεν επιτρέπει να χαθούν ή να κερδιθούν τα πάντα. Είμαστε της άποψης, ότι καλύτερα μη οργανωμένοι παρά άσχημα οργανωμένοι. Όπως επίσης, ότι όταν μια οργάνωση φτάνει στα όρια της και δεν έχει να δώσει τίποτα πλέον, καλό είναι να διαλύεται για να μην παγώνει στο χρόνο και να γίνεται απολίθωμα. Θα επαναλάβουμε με έναν κουραστικό τρόπο ότι:

Οι οργανώσεις μας είναι συλλογικές οντότητες – ζωτικότητες και προπάντων αντιθεσμίσεις, στις οποίες η αναρχία σαν κοινωνική δυνατότητα βιώνεται προς τα μέσα και επιβεβαιώνεται προς τα έξω (όσο γίνεται) σε μικρογραφία. Οι οργανώσεις μας, δεν είναι μόνο λειτουργικά εργαλεία σαν των εξουσιαστών όπου ένα πεφωτισμένο διευθυντήριο τις χρησιμοποιεί για να καταλάβει την κυβερνητική εξουσία είτε με τις εκλογές είτε με έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα.

Οργάνωση σημαίνει και οργανισμός (συνασπισμός κυττάρων). Τι παραπάνω από ομοσπονδία κυττάρων είναι ο οργανισμός του ανθρώπου και των άλλων πλασμάτων; Έτσι βλέπουμε την οργάνωση. Σαν μια φυσική κατάσταση. Οι οργανώσεις που προτείνουν οι αναρχικοί είναι ζωντανοίοργανισμοί, αντιθεσμίσεις, μια ρωγμή μέσα στον ιστορικό χωρόχρονο της κυριαρχίας. Γι ́αυτό είναι δύσκολο για τους αναρχικούς λόγω του ότι εναντιώνονται στην πραγματικότητα (δηλαδή το κράτος, την κάθετη υπερδομή), να είναι υποχρεωμένοι να ζουν μέσα σε αυτή την πραγματικότητα και παράλληλα να της εναντιώνονται. Από εδώ προκύπτει πολλές φορές η δυσπιστία για την οργάνωση αλλά και ο φόβος για πειραματισμό, φόβος για τυχόν λάθη, παραλείψεις και αποτυχημένες προσπάθειες.

Εμείς δεν έχουμε να ακολουθήσουμε καμιά πεπατημένη σε σχέση με τους εξουσιαστές και ιδιαίτερα της αριστεράς που αναπαράγουν τις αστικές κάθετες δομές (το λενινιστικό «κόμμα νέου τύπου») είτε σε χαλαρή είτε σε σφιχτή μορφή στο εσωτερικό τους.

Ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή είναι η συνειδητοποίηση και η προσπάθεια εξάλειψης μιας σημαντικής αντίφασης που υφίσταται εντός του κινήματος και που για μας τους αναρχικούς παίρνει πολλές φορές οριακές διαστάσεις. Το δέον είναι, εφόσον την αναγνωρίζουμε, να καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για την άρση της. Το μη δέον είναι το να την αγνοούμε, αλλά και όταν παραδεχόμαστε την ύπαρξη της να μην είμαστε διατεθειμένοι να πράξουμε για την υπέρβασή της. Ενώ κατανοούμε ότι κουβαλάμε συνήθειες και αντιλήψεις του κόσμου που ζούμε (αλλά και θέλουμε να αλλάξουμε), γνωρίζοντας ότι υπάρχουν ατομικές και συλλογικές ανεπάρκειες (κανείς τέλειος, όχι με την θρησκευτική έννοια ούτε με την φιλοσοφική τελεολογία), πολλές φορές αναπαράγουμε αυτόν τον κόσμο στο εσωτερικό μας, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αυτό καταντάει την αναρχία αναξιόπιστη και χιμαιρική επιβεβαιώνοντας αυτούς που ισχυρίζονται ότι είναι αδύνατεςοι κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων χωρίς ιεραρχία και κυριαρχία.

Το μη δέον είναι, ότι ξέροντας πως από το κέλυφος της παλιάς κοινωνίας θα γεννηθεί η νέα, δε βρίσκουμε εκείνες τις διαδικασίες και τα συλλογικά εκείνα εργαλεία για να αποτρέπουμε την αναπαραγωγή αυτών των παλιών συνηθειών στις μεταξύ μας σχέσεις (ιδιαίτερα όταν οι παλιές συνήθειες αναπαράγονται με την μορφή της «άτυπης ιεραρχίας» και των διευθυντηρίων λήψης αποφάσεων που είναι δύσκολο λόγω του ότι είναι «αόρατα» να ελεγχθούν και να εξαλειφθούν).

Το δέον είναι, το να παλεύουμε να ξεπεραστεί, όσο είναι δυνατόν, η συνείδηση της ιεραρχίας-κυριαρχίας και των δια κρίσεων- προνομίων μεταξύ των ανθρώπων (ιδιαίτερα στον τρόπο που παίρνουμε και υλοποιούμε τις συλλογικές μας αποφάσεις) και το να μη φοβόμαστε να πειραματιστούμε με νέες πρακτικές, ενάντια στη δύναμη της συνήθειας που παράγει συντηρητισμό.

Ο αναρχισμός θεωρεί ως μία από τις πρώτιστες αρχές του τη θέση βάσει της όποιας μόνον ελευθεριακά μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν (και όχι απλώς «θα έπρεπε να χρησιμο ποιηθούν»), για να οικοδομηθεί με επιτυχία μια ελευθεριακή κομουνιστική κοινωνία. Αυτή είναι και η σημασία της άποψης του Μπακούνιν (η οποία θεωρήθηκε σαν ένας παραλογισμός από μερικούς αντιπάλους του), όταν υποστήριζε ότι «η ελευθερία μπορεί να δημιουργηθεί μόνον από την ελευθερία». Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, το αναρχικό – αντιεξουσιατικό κίνημα πρέπεινα είναι ένας μικρόκοσμος της νέας κοινωνίας, η οποία, τοιουτοτρόπως, έρχεται στο φως «δημιουργημένη μέσα στο κέλυφος της παλιάς».

Η νέα ανθρωπότητα δεν μπορεί να δημιουργηθεί για να ζήσει σε μια κοινότητα χωρίς κυριαρχία, εάν καθοδηγείται από επαναστατικές ελίτ (κάτοχοι του μυστικού της φύσης του επαναστατικού κινήματος), ή εάν οι δομές των επαναστατικών οργανώσεων είναι διαμορφωμένες με βάση τα μοντέλα τυπικά ή άτυπα των ιεραρχημένων οργανώσεων της αστικής κοινωνίας. Οι ελευθεριακές δομές πρέπει, αντιθέτως, να εμπεριέχουν την ανάπτυξη της αυτοσυνείδησης, της υπευθυνότητας, της αυτοδιεύθυνσης, της αυτοπειθαρχίας και της ελεύθερης δραστηριότητας. Η νέα ανθρωπότητα όταν και εφόσον θελήσει να λέγεται νέα πρέπει να δημιουργηθεί όχι διά μέσου μιας νέας κατάκτησης της εξουσίας, αλλά με τη δημιουργία νέου τύπων ανθρωπίνων κοινωνικών σχέσεων.

Ένα δεύτερο βήμα είναι να αφήσουμε κατά μέρος τους ισχυρισμούς ότι «οποιαδήποτε οργάνωση οδηγεί αναπόφευκτα στην ολιγαρχία» (αυτή είναι μια κατάσταση που ταιριάζει καλύτερα στη ζωή της αρκούδας, με την έννοια ότι είναι ατομικιστικό ζώο). Στην ανθρώπινη διάσταση δε χρειάζεται να αποδεικνύουμε το αυταπόδεικτο, ότι δηλαδή στη μοναξιά δεν τίθεται ζήτημα ελευθερίας, στη μοναξιά δεν τίθεται ζήτημα ισότητας. Όσο εμείς οι αναρχικοί δεν προτείνουμε μια άλλη εφικτή οργάνωση της κοινωνίας (όχι με την μορφή του σχεδιασμού αλλά με την μορφή της υπέρβασης του υπάρχοντος), όσο εμείς οι αναρχικοί δεν διάγουμε ένα βίο όσο το δυνατόν κοντά στις αρχές μας, αλλά και με το παράδειγμα μας σαν στάση ζωής (άλλωστε για να αλλάξουμε τον κόσμο χρειάζεται να αλλάξουμε και τους εαυτούς μας), τόσο θα διαιωνίζεται στις συνειδήσεις των καταπιεσμένων-εκμεταλλευομένων της σημερινής εποχής ο ιστορικός ρόλος της οργάνωσης του καπιταλισμού, το σύγχρονο εθνικό ή διεθνοποιημένο κράτος, η ιεραρχία και η κυριαρχία σε όλα τα επίπεδα που απορρέουν από αυτό.



Σημείωση. Α

Όλα τα χωρία αυτού του κειμένου μπήκαν  για να καταδείξουν την σημασία που δίνει ο αναρχισμός, τόσο στο ατομικό όσο και στο συλλογικό, τόσο στα ζητήματα τον βασικών αναγκών του ανθρώπου,  όσο και στα ζητήματα της ελευθέριας. Επειδή αναπτύσσεται μια συζήτηση στο εσωτερικό του αναρχικού χώρου τον τελευταίο καιρό για το πρόταγμα του (κάτι που  γίνεται σε διασυλλογικό επίπεδο πρώτη φορά) υπάρχει ο κίνδυνος  να απαντήσουμε στο ατομικισμό και στον μηδενισμό με προταγματικές αντιλήψεις κοινωνιστικού  περιεχομένου έξω από το αναρχικό αξιακό.

Όπως υπάρχει ο κίνδυνος  ξεπεράσματος του αφορμαλισμού, να φετιχοποιήσουμε την οργάνωση και να προτείνουμε οργανωτικά σχήματα εργαλειακα δύσκαμπτα και στο τέλος ή γραφειοκρατικά ή «σφραγίδες». Το ζήτημα της οργάνωσης για εμάς  δεν είναι ένα ζήτημα εφάπαξ και, προπάντων,   δεν είναι στατικό . Η οργάνωση κτίζεται  λιθαράκι – λιθαράκι, είναι ένα οργανικό δυναμικό φαινόμενο που εμπεριέχει πρωτίστως το στοιχείο της συνεχούς βελτίωσης, τόσο τη μορφή, όσο και στο περιεχόμενο.



Σημείωση. Β

Οι νεωτεριστές αναρχικοί όλων των αποχρώσεων υποστηρίζουν ότι το φεντεραλιστικό μοντέλο οργάνωσης είναι ξεπερασμένο και παρωχημένο στον χρόνω, επίσης ότι είναι γραφειοκρατικό κλπ, δεν χρειάζεται να αναφερθούμε εκτενέστερα στους νέο ατομικιστές και μηδενιστές, να αποδείξουμε δηλαδή το αυταπόδεικτο, ότι αυτά που λένε σήμερα για την οργάνωση τα έλεγαν με τον ακριβώς ίδιο τρόπο οι στιρνεριστές και οι μηδενιστές από τον 19ο αιώνα και οι επίγονοι τους στο σήμερα τα παρουσιάζουν σαν νέα.

Οι εξεγερσιακοί αφορμαλιστές στην ουσία δεν τους ενδιαφέρει το οργανωτικό παράδειγμα των αναρχικών σαν μελλοντικό πρόπλασμα μιας επαναστατικής κοινωνίας, για τον λόγο ότι δεν έχουν παράδειγμα (πρόταση - πρόταγμα) και δεν πιστεύουν στην επανάσταση άλλα μόνο στην εξέγερση, επίσης δεν θεωρούν ότι μπορεί να επιλυθεί το κοινωνικό ζήτημα . Οι αναρχοεξεγερτικοί, αναρχομηδενιστές, αναρχομποσεβίκοι και λοιποί συνδέουν την αναρχία με τον συνωμοτισμό, συνωμοτισμός = αναρχία και αναρχία = συνωμοτισμός [**], έτσι βολεύει κάποιους το ζήτημα της κοινωνικής επανάστασης να μετατρέπετε σε στρατιωτικό ή συνωμοτικό ζήτημα. Στην εποχή μας του μινιμαλιστικού κενού, του πραγματισμού και του ρεαλιστικού μηδενισμού υφίσταται μια ομοβροντία ετερόκλητων ιδεολογικών αποχρώσεων ενάντια στην επαναστατική προοπτική, μια ετερόκλιτη και ανιαρή συμμαχία πάνω σε αυτό.

Υπάρχουν και αναρχοκομμουνιστές που έχουν και αυτοί παραπλήσια αντίληψη. Ότι δηλαδή οποιαδήποτε οργάνωση των αναρχικών πέραν τις ομάδας είναι γραφειοκρατία και αστισμός , έχοντας μια θετικιστική ντετερμινιστική αντίληψη ότι: “... η οργάνωση είναι ένα «αστικό» φαινόμενο, το οποίο, με το να συμπυκνώνει τον αυθορμητισμό, μας φέρνει πέρα από το τελικό αποτέλεσμα και εμποδίζει την ανάπτυξη της καλοσύνης της ανθρώπινης φύσης και την τάση της προς μια θετική αυτο-οργάνωση... ”.

Όμως αν δεν λάβουμε υπόψη μερικούς παράγοντες που μας κατακερματίζουν μέσα στον κατακερματισμένο κόσμο (που λέει και ο Καστοριάδης) οι αγώνες μας για ανατροπή του υπάρχοντος θα είναι αντί για ρωγμές μια τρύπα στο νερό, χρίζει να δούμε ότι , οπωσδήποτε η αντιθέσεις ανάμεσα στην τάση για οργάνωση και τη μη οργάνωση, την θεσμοποίηση από τα πάνω και την αυτοθέσμιση, ανάμεσα στο συγκεντρωτισμό και την αποκέντρωση, την ετερονομία και την αυτονομία, ανάμεσα στην διαμεσολάβηση και την αυτοοργάνωση, τέλος την ομοιομορφία και την πολυμορφία είναι εγγενής στο καπιταλιστικό σύστημα, στην ταξική και ιεραρχική - κυριαρχική κοινωνία, όπως και η μόνιμη αντίθεση ανάμεσα στο ρεφορμισμό και την επανάσταση. Είναι αλήθεια αυτό που γράφει ο Μάτικ: “ Όσο θα διαιωνίζονται η ταξική κοινωνία και οι προσπάθειες για την καταστροφή της, θα υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην οργάνωση και τον αυθορμητισμό’’. Κατ' αυτό τον τρόπο όταν εισάγουμε και αναπαράγουμε τις προαναφερθείσες αντιθέσεις στο εσωτερικό του κινήματος το ερώτημα είναι κατά πόσο αναπαράγουμε τον καπιταλισμό στις κινηματικές πολιτικές μας σχέσης, εκτός και αν νομίζουμε ότι ο καπιταλισμός είναι μόνο οικονομικές σχέσης.

Ένας άλλος παράγοντας είναι ότι υπάρχει και αυτή η πλευρά της πραγματικότητας. Ο Ιουδαϊκός μύθος της Βαβέλ έχει την αλληγορία της στο σήμερα, η Βαβέλ είναι ευχή και κατάρα, ευχή είναι όσον αφορά την πολυμορφία και τον πλουραλισμό, κατάρα είναι όταν ο πλουραλισμός, η πολυμορφία και η διαφορετικότητα υποβαθμίζονται σε έναν ατέρμονο σχολαστικισμό που ρέπει στη σύγχυση, στην ασυνεννοησία και τον κατακερματισμό, η σύγχυση, η ασυνεννοησία και ο κατακερματισμός είναι οι κατάρες της Βαβέλ.

Υπάρχει όμως και αυτή η διάσταση. Η διαστρέβλωση των εννοιών και του λόγου είναι μια πολύ παλιά τακτική των διανοούμενων απολογητών των κυρίαρχων τάξεων για να θολώνουν τα νερά και να προκαλούν σύγχυση στους κυριαρχούμενους. Ο Ράουτερ παρατηρούσε από την δεκαετία του '60 κιόλας στο "Η Κατασκευή Υπηκόων" ότι: "όσο ασαφέστερα εκφράζεται κανείς, τόσο περισσότερο μένει κρυμμένο το ψέμα που υπάρχει στον λόγο του...".

Αλά δεν είναι μόνο το ψέμα που προκύπτει από την αποσύνθεση των εννοιών προς δόξα της σύγχυσης και της διαστρέβλωσης που προάγουν -αναπαράγουν οι θεωρητικοί απολογητές (θεραπαινίδες) του συστήματος, είναι πρώτα και κύρια ο πόλεμος για τη διατήρηση του στάτους της κυριαρχίας. Εδώ πολύ σωστά παρατηρεί ο Τόμας Σαζ στο «Το Δεύτερο Αμάρτημα» ότι: «... Ο πόλεμος για τον έλεγχο του κόσμου είναι πόλεμος  ορισμών... Ο αγώνας καθορισμού και ελέγχου των νοημάτων είναι αγώνας για επιβίωση... αυτός που πρώτος θα ορίσει το νόημα μιας κατάστασης, επιβάλλει στον άλλον την δική του  πραγματικότητα και τον ορίζει, είναι ο νικητής... έτσι κυριαρχεί κι επιβιώνει. Εκείνος που ετεροκαθορίζεται, υποτάσσεται και ίσως ακόμα και εξοντώνεται...» Ο σύγχρονος ταξικός και κοινωνικός αγώνας δεν είναι μόνο “σωματικός”, ούτε μόνο εννοιολογικός, η εποχή απαιτεί εκτός των άλλων να οπλίσουμε και το πνεύμα μας για να γνωρίσουμε καλύτερα τον εχθρό μας.

Μια από της πτυχές τις καταστολής είναι η σύγχρονη Βαβέλ που προάγει ο σύγχρονος καπιταλισμός- αστισμός, αυτή την σύγχρονη πτυχή καταστολής δεν την λαμβάνουμε υπόψη μας και αναφερόμαστε μονοσήμαντα μόνο στην κατάσταση εξαίρεσης κλπ. Στο κόσμο του αστικού πλουραλισμού και της πολυμορφίας με τον φόβο μη κατηγορηθούμε ως αντι - πλουραλιστές και αντι – πολυμορφικοί, βγάζουμε τα μάτια μας μόνοι μας, και “ όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρη που πατά και που πηγαίνει”.

 

Σημείωση. Γ

[*] Μερικές αναρτήσεις μου:

 

ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

 

Σχετικά με το ζήτημα της οργάνωσης.

 

H κότα γέννησε το αυγό η το αυγό την κότα;

 

 Αναρχισμός, οργάνωση και τάξη

 

 

 

Βιβλία:

 

Αναρχείο :: Το ζήτημα της οργάνωσης [2η έκδοση]

 

Αναρχείο :: Οργάνωση και αγώνας για την αναρχία

 

Αναρχείο :: Αρχές, στόχοι, θέσεις. Εγχειρίδιο ιστορικότητας λόγου και δράσης. Σύνοψη του κοινωνικού αναρχισμού

 

 

[**] Δείτε την συζήτηση εδώ: https://athens.indymedia.org/post/232215/



Γιώργος Μεριζιώτης

από @ 30/03/2015 2:01 μμ.


https://athens.indymedia.org/post/1540588/

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License