Γεια σου ρε συντρόφισσα Ρίκα.

.

Είναι λυπηρό να πεθαίνουν νέοι άνθρωποι, η συντρόφισσα Ρίκα ήταν 6 μήνες μικρότερη μου δηλαδή 54 χρονών, σιγά σιγά από την γενιά μου φεύγουν πολλοί.

Στην πρώτη είδηση για το θάνατο της συντρόφισσας στο indymedia   https://athens.indymedia.org/event/61298/

έει για την γλυκιά Ρίκα, η συντρόφισσα δεν ήταν μόνο γλυκιά, ήταν και πικρή, σκέτο φαρμάκι για την εξουσία.

Η συντρόφισσα Αργυρώ Ροδάκη (Ρίκα) γεννήθηκε στην Αίγινα και οι γονείς της ήταν φτωχοί αγρότες.

Γνώρισα την Ρίκα την εποχή που κάναμε αλληλεγγύη το 1987 στον Μαουρίτσιο Φολίνι για να μην εκδοθεί στην Ιταλία, ήταν μια δυναμική συντρόφισσα και φεμινίστρια, ήταν μια συντρόφισσα που δεν κώλωνε να παρεμβαίνει και να υπερασπίζεται την άποψη της στις συνελεύσεις των αναρχικών, ειδικά εκείνων που βρώμαγαν αντρίλα.

 Η συντρόφισσα ήταν πάντα παρόν σε πολλούς εργατικούς αγώνες και κοινωνικής αλληλεγγύης, ήταν η ψυχή του περιοδικού “ΦΑΣΜΑ” που έκδωσε μαζί με άλλους συντρόφους/ες, επίσης συμμετείχε στην δημιουργία της Ομοσπονδίας Οικολογικών Οργανώσεων, μαζί με των Μιχάλη Πρωτοψάλτη και άλλους/ες αντιεξουσιαστές οικολόγους, αργότερα όταν η ομοσπονδία πήρε ρεφορμιστική τροπή διαφώνησε και έφυγε, επίσης συμμετείχε και στήριζε για πολλά χρόνια στην κατάληψη Πάτμου και Καραβία.

https://athens.indymedia.org/post/1280637/

 Τελευταία πολιτική της συμμετοχή ήταν στην ΑΝΟΙΧΤΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΓΙΑ ΕΝΙΑΙΟ ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ και όταν η συνέλευση μετά τα γεγονότα της Μαρφιν δεν πήρε ξεκάθαρη θέση έφυγε και από εκεί.

 Έκανε και αγώνες για τις βιοκαλλιέργιες και τα βιολογικά προϊόντα, πάντα με μια άποψη ότι αυτά πρέπει να έχουν μια τιμή προσιτή για να μπορούν να τα αγοράσουν και οι φτωχοί προλετάριοι, γιαυτό είχε ταράξει στην καταγγελίες και μηνύσεις διάφορους εμπόρους βιολογικών.

 Το τελευταίο διάστημα είχε ανοίξει μαζί με τον σύντροφο της Θανάση που είναι πολύ καλός μελισσοκόμος ένα κατάστημα με βιολογικά προϊόντα στα Εξάρχεια και συμμετείχε σε όλες τις κινήσεις και πρωτοβουλίες των κατοίκων Εξαρχείων.

Γεια σου ρε συντρόφισσα Ρίκα θυμάμαι που πόσο έκλαιγες για τον θάνατο του Μιχάλη Πρωτοψάλτη και έλεγες πόσο νωρίς έφυγε,θα σε θυμόμαστε ρε ΣΥΝΤΡΟΦΙΣΣΑ.

 Η κηδεία θα γίνει στη Αίγινα αύριο Τετάρτη 11 Νοεμβρίου, 1μμ στην εκκλησία Παναγίτσα Πολίτισσα κοντά στο νεκροταφείο, στον οικισμό Μεσαγρός.

 Υγ. αν ξέχασα κάτι από το πολιτικό βιογραφικό της Ρικας ας συμπληρώσει κάποιος - κάποια.

 

Γιώργος Μεριζιώτης

 


Στη μνήμη της συντρόφισσας Ρίκας δημοσιεύω το εξώφυλλο από το περιοδικό «ΦΑΣΜΑ» (τεύχος έκτο, Ιούνης 1988)  που συμμετείχε, επίσης ένα κείμενο της από το ίδιο τεύχος.

 

 

 

… Λοιπόν ας μιλήσουμε για το κίνημα στην Ελλάδα

 Επειδή είναι Μάης, ένας μήνας φορτωμένος με μνήμες εξεγερσιακές, επειδή πέρασαν ήδη κάποια χρόνια και η απόσταση βοηθάει στην κριτική ματιά και κυρίως επειδή νιώθουμε την ανάγκη, θα επιχειρήσουμε μια πρώτη προσέγγιση σ’ εκείνο το κίνημα που υπήρξε και εκφράστηκε με ποικίλους τρόπους στην Ελλάδα από το ’79 ως το ’85.

 Ωστόσο μια και δεν είμαστε θεωρητικοί, ούτε ουδέτεροι παρατηρητές αλλά προσπαθούμε να καταγράψουμε την ίδια μας την εμπειρία, πράγμα δύσκολο και επώδυνο συνάμα, ξεκαθαρίζουμε απ’ τα πριν ότι γνωρίζουμε το αποσπασματικό και ατελές της όλης μας προσπάθειας. Επιχειρούμε απλώς μια πρώτη ανίχνευση και καταθέτουμε μια ψηφίδα από ένα πολύμορφο μωσαϊκό, όντας έτοιμοι να δεχθούμε την όποια κριτική, αντίθεση ή συμπλήρωση από όποιους το θελήσουν.

 Αν αναφερόμαστε στο ’79 είναι γιατί το θεωρούμε αφετηρία - αρχή, με την έννοια ότι εκείνη τη χρονιά εμφανίσθηκε στο προσκήνιο δυναμικά μια νέα γενιά που έφερε την πνοή μιας άλλης αμφισβήτησης. Μιας αμφισβήτησης καινούργιας τόσο για το ευρύ κοινωνικό σύνολο όσο και για τη στεγανότητα ενός χώρου που γενικά μιλώντας οριζόταν από τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστερός έως και τους αναρχικούς της πλατείας Εξαρχείων.

 Μιλάμε για τη γενιά του «τα θέλουμε όλα» ή «θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα». Είναι εκείνη που εμφανίσθηκε δυναμικά στους χώρους εκπαίδευσης και ιδιαίτερα στον πανεπιστημιακό. Το πρώτο έντονο ξέσπασμα που τη φέρνει και στο προσκήνιο είναι οι καταλήψεις των Πανεπιστημιακών σχολών την ίδια χρονιά. Καταλήψεις, που απ’ τη μια είχαν το μερικό αίτημα να αποσυρθεί ο ν. 815 για την παιδεία και απ’ την άλλη είχαν μια συλλογιστική που δεν σταματούσε εκεί. Αποτελούσαν οι ίδιες την έμπρακτη αμφισβήτηση του θεσμού της αστικής, ιεραρχημένης - εξειδικευμένης εκπαίδευσης. Είναι ιδιαίτερα εύγλωττο το σύνθημα που κυριαρχούσε: «Το μόνο κόκκινο πανεπιστήμιο είναι αυτό που καίγεται»

 Η γενιά των καταλήψεων ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν έπεσε από τον ουρανό. Υπάρχουν μια σειρά από αιτίες που οδήγησαν στην εμφάνισή της. Οι κυριότεροι λόγοι εντοπίζονται στο γεγονός, ότι η μεταπολιτευτική Ελλάδα είχε αρχίσει να αποκτά διαφορετικά κοινωνικο - πολιτικά χαρακτηριστικά. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχε αρχίσει να παίρνει μορφή μητροπολιτικής χώρας. Να διαμορφώνει μια φυσιογνωμία Ευρωπαϊκή, μέσα από μια αγχώδη προσπάθεια να ξεπεράσει την τραυματική εμπειρία της χούντας και συγχρόνως να υπερσκελί σει τον τριτοκοσμικό και υποανάπτυκτο χαρακτήρα που σφράγιζε όλες τις μέχρι τότε εκφράσεις της κοινωνικής ζωής και πολικής. Εξάλλου το βιοτικό και οικονομικό επίπεδο ακολουθούσε ανοδική πορεία και ενώ εμφανίζονταν τα φαινόμενα του καταναλωτισμού, άρχιζε να διαφαίνεται η διεύρυνση του καπιταλιστικού ελέγχου και η επέκτασή του στον ελεύθερο χρόνο.

 Εν τω μεταξύ η αριστερά νόμιμη και καθεστώσα συμμετείχε στη συγκυριαρχία και τον έλεγχο, μαζί με το ΠΑΣΟΚ, των συνδικάτων και γενικότερα όλων των μαζικών χώρων συμπεριλαμβανομένου και του Πανεπιστημιακού. Αυτή η αριστερά, που είχε κύριο εκφραστή της το ΚΚΕ με τα παρωχημένα πρότυπα, βασικό της στόχο το κτίσιμο του κόμματος με σιδερένια πειθαρχία και ιεραρχία και καλλιεργούσε την αντίληψη του διαχωρισμού της πολιτικής από την κοινωνική ζωή, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση των νέων αμφισβητιών.

Επίσης σημαντικό ρόλο έπαιξαν και τα αριστερίστικα γκρουπούσκουλα που για χρόνια κρατούσαν εγκλωβισμένο στις οργανώσεις τους ένα αξιόλογο ριζοσπαστικό δυναμικό. Οι πολυάριθμες αριστερίστικες οργανώσεις είχαν στάση οξείας κριτικής απέναντι στο ΚΚΕ αλλά λειτουργούσαν με τα ίδια πρότυπα και με ανάλογο τρόπο οργάνωσης. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι διαφορές προς τους άλλους παρουσίαζε το ΚΚΕ εσωτ. και ειδικά η Β' Πανελλαδική η οποία ήταν πιο κοντά στο νέο πνεύμα, χωρίς όμως να αγγίζει την ουσία.

 Έτσι το νεολαιίστικο κίνημα του ’79 ήρθε σε ρήξη με όλα τα υπάρχοντα σχήματα και είναι εκείνο που ξεπέρασε με όρους μαζικούς την παραδοσιακή πολιτική των κομμάτων. Αμφισβήτησε έμπρακτα τον ρόλο του κόμματος που αντιπροσωπεύει, αποφασίζει και καθοδηγεί. Το βάρος σε οργανωτικό επίπεδο μετατέθηκε σε περισσότερο συμμετοχικές μορφές και τον πρώτο λόγο είχαν οι γενικές συνελεύσεις. Οι έννοιες της αυτονομίας, άμεσης δημοκρατίας, αυτοδιεύθυνσης, αυτοοργάνωσης βρέθηκαν στο επίκεντρο του προβλιματισμού. Η γενιά του ’79, που όχι αυθαίρετα μπορεί να θεωρηθεί η γενιά των αυτόνομων, έχει σαν βασικό χαρακτηριστικό της την έντονη πολιτικοποίηση. Είναι η δεύτερη μεταπολιτευτική γενιά και έχει νοιώσει στο πετσί της τον συγκεντρωτισμό και την επιχειρούμενη αποχαύνωση της βάσης, από όλα τα αριστερά και αριστερίστικα κόμματα και οργανώσεις.

 Οπότε γνωρίζοντας εκ των έσω τον ρόλο τους, αγωνίζεται ενάντια στη διευρυμένη χαλιναγώγηση που επιχειρούν και έτσι ο αγώνας της στρέφεται κύρια ενάντια στο κράτος, αλλά και ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας. Αμφισβητεί όλες τις κυρίαρχες δομές και τους θεσμούς. Αμφισβητεί όλους τους γενικά αποδεκτούς ρόλους τον μπάτσο, τον καθηγητή, τον τεχνοκράτη, τον πατέρα, τον άνδρα - αφέντη. Η κριτική επεκτείνεται στον χώρο της καθημερινότητας και της προσωπικής ζωής. Είναι γεγονός ότι την εποχή εκείνη ουσιαστικά ανοίγει η συζήτηση για τον πατροπαράδοτο στην Ελλάδα ανδρικό - εξουσιαστικό ρόλο και την κοινωνική θέση της γυναίκας και επιχειρείται ένας επαναπροσδιορισμός των σχέσεων.

 Εδώ βρίσκεται ίσως και το σημαντικότερο στοιχείο του καινούργιου. Η σύνδεση του προσωπικού με το πολιτικό. Η σύνδεση της επανάστασης με την καθημερινότητα και τις ανάγκες του ατόμου. «Εκτός από τον καπιταλισμό υπάρχει κι η μοναξιά».

 

 Χίλια λουλούδια λοιπόν ανθίζουν εκείνη την εποχή σε κάθε επίπεδο καθώς διευρύνεται το πολιτικό και συμπεριλαμβάνει σχεδόν τα πάντα (ανάγκες αυτογνωσίας, υπαρξιακές αναζητήσεις, καλλιτεχνικές εκφράσεις, ερωτικές σχέσεις, σεξουαλικότητα κλπ.) Αλλά η γενιά αυτή ενώ έχει άποψη για το σύνολο του κοινωνικού γίγνεσθαι, σαν το κύριο σημείο αναφοράς της έχει μόνο το πανεπιστήμιο και τις καταλήψεις., Και ενώ οι αριστερίστικες οργανώσεις και η νεολαία του ΚΚΕ εσωτ. σύρονται πίσω από τα γεγονότα, οι καταλήψεις χάνονται. Χάνονται όταν η κυβέρνηση της δεξιάς κλείνει τις σχολές και όταν οι ορδές της ΚΝΕ αναλαμβάνουν να καθαρίσουν δια ροπάλου. Η ήττα των καταλήψεων καθώς και η αποτυχία του κινήματος να απαντήσει για τους νεκρούς του στο Πολυτεχνείο του ’80, έμελλε να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην πάρα πέρα πορεία του.

 Ένα τμήμα  από το κίνημα εγκατέλειψε τα Πανεπιστήμια θέλοντας να ζήσει το διαφορετικό που επαγγελλόταν εδώ και τώρα. Πράγμα που στα ΑΕΙ φάνταζε ως αδύνατο, εφ’ όσον δεν μπορούσε να συντονιστεί η δίψα του «τα θέλουμε όλα» με τον εγγενή συντηρητισμό (όπως πιστεύαμε) ενός οποιοδήποτε μη περιθωριακού στρώματος.

 'Αλώστε ο συνδικαλισμός, του ήταν υπερβολικά πλέον απεχθής και πολιτικά τον είχε καταγγείλει σαν μέσον χειραγώγησης. Εγκατέλειψε λοιπόν τα Πανεπιστήμια αφού άρχισαν να κυριαρχούν στην πιάτσα οι μονοδιάστατες αντιφοιτητικές θεωρίες. Έτσι το καινούργιο έχοντας μια γλώσσα διαφορετική μεν αλλά όχι ισχυρότερή από το ψέλλισμα, αναγκάστηκε να ζητήσει την προστασία μέσα από τη θεαματική δύναμη της κραυγής. Ο μαρξισμός έτσι και αλλιώς δεν μπορούσε να παίξει τέτοιο ρόλο γι’ αυτή τη γενιά, εφ' όσον ήταν προφανές πως πρόκειται για μια έκφραση της κυρίαρχής ιδεολογίας σ’ Ανατολή και Δύση κατάλληλη; μόνο για διευθυντές και εκ διαμέτρου αντίθετη με την αμφισβητησιακή λογική. Μοιραία λοιπόν το νεολαΐσηκο αυτό τμήμα προσέγγισε και καπελώθηκε στη συνέχεια από τον αραχνιασμένο παλαιοαναρχισμό που κατοικοέδρευε στην πλατεία Εξαρχείων, με ολέθριες συνέπειες. Η αρνητικότητα σφράγισε τις επιλογές του. Η ανάγκη για θετικές προτάσεις, για δημιουργηκότητα παραμελήθηκε και χλευάστηκε.

 Άλλωστε μετά την εγκατάλειψη του προλετάριου σαν επαναστατικό υποκείμενο (παρά το παράλογο της έμμονης των αυτόνομων και αναρχικών διαδηλώσεων σε επικλήσεις και προτροπές προς τους εργάτες), την αποχώρηση από τα Πανεπιστήμια και τη συλλήβδην καταγγελία των φοιτητών σαν τους αυριανούς ειδικούς της εξουσίας, δεν απέμεναν και πολλά υποκείμενα στα οποία το πρώην φοιτητικό κομμάτι της μητροπολιτικής νεολαίας θα μπορούσε να απευθυνθεί. Έμενε λοιπόν η άγρια νεολαία, οι παροδικά εργαζόμενοι νέοι, τα φρικιά και κύρια οι λούμπεν που αντιμετωπίζονται σαν τα περιουσία στρώματα της ιστορίας. Η επαφή με τους λούμπεν και η ταύτιση με τους δικούς τους κώδικες και συμπεριφορές είναι οι κυριότεροι λόγοι που οδήγησαν στην περιθωριοποίηση. Γιατί όταν οι ελπίδες επενδύονται στο περιθώριο είναι δεδομένο ότι περιθωριοποιούνται οι ίδιες.

 Έτσι η δουλειά γύρω από  τις φυλακές και την καταστολή, γίνεται η μόνη δραστηριότητα του νεοαναρχικού χώρου. Παρά τα οποία θετικά υπήρχαν σ’ αυτή την προσπάθεια και παρά το ότι ευαισθητοποίησε αρκετό κόσμο, γρήγορα έγινε φανερό ότι δεν είχε προοπτική, γιατί αφ' ενός το υποκείμενο στο οποίο απευθύνθηκε ήταν πολύ μονοδιάστατα ορισμένο και αφ" ετέρου γιατί οι πρακτικές που ακολουθήθηκαν ήταν αποσπασματικές και ικανές μόνο για να δημιουργήσουν συνθήκες ήττας. Άλλωστε βασική αιτία της ήττας ήταν και co γεγονός ότι εκτός από αυτή την κινητικότητα. στο εσωτερικό του χώρου δεν προχωρούσε καμιά προσπάθεια αυτοοργάνωσης και αυτοαξιοποίησης. Το «βία στη βία της εξουσίας», έχασε κάθε αναφορά στη λογική, στην ταχτική στην αναγκαιότητα και βέβαια στην πιθανή συναίνεση άλλων κομματιών της κοινωνίας. Οπότε η «κάβλα» και η στείρα αντίθεση απόμεινε ο μόνος εκφερόμενος λόγος.

 Εν τω μεταξύ όσο περνούν τα χρόνια και συνεχίζεται αυτή η κατάσταση τόσο βαθαίνει το αδιέξοδο. Η αδυναμία του χώρου να απαντήσει στην κυριαρχία της Αριστερός (που με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ έχει πρόσβαση στην κρατική εξουσία), η ίδια του η α- f νημπόρια να ξεπεράσει ης αριστερές του καταβολές, δημιουργούν τους όρους μιας μεγαλύτερης γκετοποίησης. Οι αρρώστιες του γκέτο εμφανίζονται ολοένα και πιο ισχυρές. Η μετριοκρατία, ο  φόβος του διαφορετικού, η χαφιεδοφοβία. η κλισσαρισμένη σκέψη, η αυτοκατανάλωση, το θέαμα, σαρώνουν ότι καινούργιο αρθρώθηκε το 79. Η σύγκρουση με το κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους αποτελεί την κυρίαρχη συνθήκη. Οι απόψεις που είχαν αναφορά στον χώρο ίου προσωπικού και της καθημερινότητας απομονώνονται.

 Κάποιοι από τους πρωταγωνιστές του ’79 αποσύρονται στα σπίτια τους, τρέχουν πίσω από γκουρού, αυτοκτονούν, γίνονται τζάγκυ ή προσπαθούν να δημιουργήσουν τις καλύτερες δυνατές ισορροπίες με τις λιγότερες παραχωρήσεις, αφήνοντας το όραμα της συλλογικότητας υποθήκη για άλλες προσφερότερες εποχές. Σ’ αυτό το διάστημα μικρά τμήματα αποχωρούν και αρχίζουν μακριά από τις κεντρικές παρεμβάσεις να ασχολούνται με ζητήματα πιο συγκεκριμένα, πιο ουσιαστικά, πιο άμεσα σχετιζόμενα με την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής (αυτόνομες φεμινιστικές ομάδες, οικολόγοι κλπ. ) Οι ομάδες αυτές αποδοκιμάστηκαν και θεωρήθηκαν καταδικαστέες.

 Ονως ο  νεοαναρχικός χώρος σ’ όλη αυτή την περίοδο, στερείται ουσιαστικά πρότασης σε επίπεδο σχέσεων. Βρίσκει τη δικαίωσή της η βαρβαρότητα, ο ανταγωνισμός, η έλλειψη σεβασμού και αποθεώνεται η εξουσία όλων των τύπων (από εκείνη της ρητορικής δεινότητας έως εκείνη της γροθιάς). Η μοναξιά σφραγίζει την έλλειψη συντροφικότητας. Μπορεί κάποτε να είμασταν χιλιάδες στις διαδηλώσεις αλλά ο καθένας ένοιωθε μόνος του χωρίς εμπιστοσύνη και εκτίμηση στον διπλανό του (ίσως γι’ αυτό συνήθους το βάζαμε στα πόδια απλά και μόνο στη θέα ίων ΜΑΤ). Ο τσαμπουκάς και το νταηλίκι, χαρακτηριστικά που αποκτήθηκαν από τη στενή σχέση με τους λούμπεν, θεοποιήθηκαν και έγιναν κοινώς αποδεκτά. Σ’ αυτόν τον κατ’ επίφαση αντεξουσιαστικό χώρο εμφανίσθηκαν δεκάδες αναρχοπατέρες που με τα παράσημα της φυλάκισης ή της ρητορικής τους δεινότητας κατηύθυναν και καθοδηγούσαν, θέλοντας να καταξιώσουν την ύπαρξή τους.

 Χαρακτηριστικό για το επίπεδο των σχέσεων που αναπτύχθηκαν στον χώρο αυτό, στα μετά το ’80 χρόνια είναι η θέση της γυναίκας. Οι γυναίκες για να σταθούν ή θα έπρεπε να σιωπούν ή να είναι γκόμενες κάποιου ηγέτη. Όσες γυναικείες προσωπικότητες τολμήσαν να εκφρασθούν αυτόνομα το πλήρωσαν ακριβά και είναι ελάχιστες. Γιατί η θέση του φαλλοκράτη αρχηγού ήταν απαραβίαστη και δικαιωμένη μια και με τα μέτρα και τους κανόνες του περιθωρίου αποδεκτός είναι μόνο εκείνος που έχει «γερά αρχίδια».

 Για αρκετά χρόνια και ιδιαίτερα την εποχή των επιχειρήσεων «Αρετής» ο χώρος εξοντώνεται πολιτικά και κοινωνικά. Η υπόθεση της καθημερινής αντιμετώπισης των ΜΑΤ και το διαρκές κυνηγητό οδηγεί τον νεοαναρχικό χώρο σε μια τρομαγμένη περιστροφή γύρω από τον εαυτό του. Ζώντας σε ένα γκέτο που πλέον βρίσκεται σε κίνδυνο είναι ανίκανος να δει λίγο πιο πέρα.

 Η ιστορία πλησιάζει στο τέλος της με την εμφάνιση μιας εντελώς άλογης και βίαιης γενιάς του ’84-'85. Οι επαναλαμβανόμενες και ηλίθιες επιθέσεις των μπάτσων στα Εξάρχεια δίνουν τη δυνατότητα σ’ αυτά τα νεαρά άτομα να καταπλήξουν με το θάρρος και να απογοητεύσουν κάθε φορά που γινόταν φανερό, ότι η ιδεολογία τους ήταν ένα παράξενο μείγμα μαγκιάς ανορθολογισμού και μίσους για τους μπάτσους.

 Το Χημείο του ’85 αυτή η Rock φάση μιας παρέας «λυσσασμένων», «ευτυχισμένων και τρελών» αποτέλεσε την κορύφωση των πραχτικών που αναπτύχθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Σαν πράξη ποίησης - με άλλους κώδικες απ’ αυτούς της γενιάς του ’79 - δεν μπορούμε παρά να την δούμε θετικά. Σαν πολιτική ενέργεια όμως δεν μπορούμε να μην πούμε ότι αποκάλυψε την παντελή έλλειψη προοπτικής και τον εκφυλισμό των όσων προϋπήρξαν απ’ αυτήν.

 Ωστόσο την ίδια χρονιά συμβαίνει και ένα άλλο γεγονός, το Πολυτεχνείο του ’85 που έχει χαρακτήρα νίκης. Είναι ίσως η απάντηση που όφειλε το κίνημα από το Πολυτεχνείο του ’80. Η γενιά του ’79, μαζί με όσους από τους πιο παλιούς παρέμεναν ακόμη ενεργοί, εμφανίζεται πάλι στους δρόμους και όντας αποφασισμένη να συγκρουσθεί συναντιέται στα οδοφράγματα με μια νεότερη γενιά, που αφήνει το βιβλίο του Λυκείου και πιάνει τη μολότωφ.

 Η σύγκρουση γίνεται με μαζικούς όρους. Χιλιάδες άνθρωποι τη νύχτα της 17ης Νοέμβρη ’85 αποδίδουν ένα φωταγωγημένο από δεκάδες μολότωφ χαιρετισμό στον δολοφονημένο αδερφό τους Μιχάλη Καλτέζα. Παράλληλα καταθέτουν στους δρόμους της Αθήνας την επιβεβαίωση πως υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι με άλλες αξίες έτοιμοι να συγκρουσθούν γι’ αυτές.

 Ο κύκλος τελειώνει λοιπόν μέσα σ’ ένα Πολυτεχνείο, όπου πάλι κάτι καινούργιο λάμπει «σαν πολύτιμο ορυκτό» και «απλώνει τα φτερά του μέσα σε περίπολα και δακρυγόνα».

 Ο κύκλος τελειώνει αλλά το κίνημα συνεχίζεται. Τώρα γνωρίζουμε ότι το ζητούμενο είναι συγκεκριμένο. Γνωρίζουμε ότι η δίψα για μια άλλη ποιότητα στη ζωή μας δεν αρκεί εάν δεν περιέχει κάποιες άλλες αξίες. Εάν δεν περιέχει σεβασμό στην ιδιαιτερότητα, αυτονομία, ισότητα, συντροφικότητα, δικαίωμα στη διαφωνία, αλληλεγγύη και εάν αυτά δεν κατακτηθούν στην καθημερινότητα. Ακόμη είναι αναγκαίο να εκφραστεί αυτό με μια καινούργια θεωρητική γλώσσα ικανή να καλύπτει την πολυμορφία των υποκειμένων.

Είναι αναγκαίο να συνδεθεί με την πραγματικότητα τα πολλών στρωμάτων και να γίνει πλειοψηφικό αίτημα, πολιτική πρόταση. Πρέπει να αποσαφηνισθεί το όραμα και να συνδεθεί με τις δικές μας ανάγκες. Το μίσος και η αρνητικότητα να ξεπεραστούν από την εδώ και τώρα εναλλακτική θέσμιση όλων εκείνων που μπορούν να κάνουν τη ζωή μας περισσότερο ανθρώπινη, όλων εκείνων που μπορούν να κατεβάσουν τα όνειρα από τα σύννεφα και να τα οδηγήσουν σε μια ερωτική συνεύρεση με την πραγματικότητα.

 Απ’ το ’85 και μετά το παλιό σβήνει μέσα σε συνθήκες πλήρους σήψης. Οι περισσότεροι απ’ τους εναπομείναντες αριστεριστές που συμμετείχαν στο Πολυτεχνείο του 85, ερωτοτροπούν με το ΚΚΕ, οι αναρχικοί α-απομένουν ολιγομελή και κλειστά σχήματα και ο εναλλακτικός χώρος, ένα μέρος του οποίου προέρχεται από τη γενιά του ’79 και στήριξε στην προηγούμενη περίοδο χωρίς να εκφράζεται τους αναρχικούς τους αριστεριστές αντίστοιχα, επιχειρεί να αρθρώσει τον δικό του λόγο. Ο παιδισμός και η αφέλεια αρχίζουν να ξεπερνιόνται, καθώς ένας χώρος ενηλικιώνεται.

 Σήμερα βέβαια, αυτά είναι κατακτήσεις που λειτουργούν σε επίπεδο ατόμων και ολιγάριθμων ομάδων. Ωστόσο στην ιστορία παρόμοιοι είναι οι τρόποι δρομολόγησης του καινούργιου. Και εξάλλου σ’ αυτό τον δεύτερο κύκλο δεν βιαζόμαστε. Το ζήτημα είναι να μην γίνουν τα ίδια λάθη. Και αν το κομμάτι του ουρανού που είναι κόκκινο αργήσει να κατακτηθεί, εκείνο που είναι μωβ και πράσινο σύντομα θα συναντηθεί με την πραγματικότητα.

Αυτό είναι- και το στοίχημα που αποτελεί το περιεχόμενο του διανυόμενου δεύτερου κύκλου του κινήματος.

 

 Ρίκα Ροδάκη

 

 

από G 12/11/2015 12:21 πμ.


Μέρος του κειμένου όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΦΑΣΜΑ»

 

 

( Αρχείο Γιώργου Μεριζιώτη)

 

http://eleftheriakos.gr/

 

από G 12/11/2015 6:21 μμ.


 

Για να μην υπάρξουν διάφορες παρεξηγήσεις, και επειδή στο ιντυ μπαίνουν πολλοί νέοι/ες σύντροφοι, εγώ δεν συμμετείχα στο περιοδικό “ΦΑΣΜΑ” επίσης διαφωνούσα κάθετα με τον εναλλακτισμό που προωθούσαν κύκλοι από τα περιοδικό ΦΑΣΜΑ, ΡΗΞΗ (Καραμπελίας) ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ (Πρωτοψάλτης) κλπ.

 Όμως οφείλω να πω ότι η σ. Ρίκα μαζί με κάποιους από το περιοδικό ήταν από τους πρώτους που προώθησαν στο αντιεξουσιατηκό –αναρχικό χώρο την έννοια της αυτοοργάνωσης.

 

 

ΥΓ.  Αρχειακό υλικό από την δεκαετία του ’70 – ’80

  ( Αρχείο Γιώργου Μεριζιώτη )

 

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License