Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η ζωή στη φυλακή

Η δεύτερη απαγόρευση της επιτροπής αφορούσε το χασίς. Μετά την απελευθέρωση είχε παρατηρηθεί ση­μαντική έξαρση της χασισοποτείας τόσο στην Αθήνα όσο και στην επαρχία. Η ηγεσία του ΕΑΜ είχε κατηγορήσει ευθέως τα αγγλικά στρατεύματα ως υπαίτια αυτής της αύξησης. Οι οργανώσεις του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ είχαν αναλάβει πραγματική εκστρατεία κατά των ναρκωτικών. Οι επονίτες επισημαίναν τους τεκέδες και τα άλλα στέ­κια διακίνησης και χρήσης των ναρκωτικών, αλλά πολύ συχνά αντι­μετώπιζαν, αντί επιδοκιμασίας και αρωγής, την οργή και τον κατα­τρεγμό της αστυνομίας, που από κει ακριβώς στρατολογούσε τους χα­φιέδες και τα όργανά της στον αντικομμουνιστικό αγώνα της

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η ζωή στη φυλακή

https://sarantakos.wordpress.com/2015/05/05/axtos-41/

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή πρώτη και είναι η δεύτερη του 9ου κεφαλαίου. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στη Μυτιλήνη στα μέσα του 1945 και ο ποιητής είναι κρατούμενος, υπόδικος για «στάση». 

Η επιτροπή της ομάδας συμβίωσης ανάθεσε στον ποιητή αφ’ ενός μεν την έκδοση μιας χειρόγραφης εφημερίδας, (που ονομάστηκε Αλύγιστος και του οποίου διασώθηκαν, χάρη στον Βαγγέλη Καραγιάννη, δυο ή τρία φύλλα), αφ’ ετέρου δε την ευθύνη των πολιτιστικών εκδηλώ­σεων. Ο Νίκος ρίχτηκε με κέφι στη δουλειά και καθώς ήταν καλλιγρά­φος την έγραφε εξ ολοκλήρου, μολονότι στα πολιτικής φύσεως άρθρα τα κείμενα ήταν του Γώγου και του Γιοσμά κατά κύριο λόγο. Κάπου κάπου έγραφε κανένα άρθρο κι ο «Δάσκαλος» Απόστολος Αποστόλου. Στα ποιήματα και πεζά εκτός από το επίσημο ψευδώνυμό του Αχθος Αρούρης, χρησιμοποιούσε και το Ματσ. Αρ. Άγκας.

Από τον Γενάρη του 1946 άρχισε να γράφει κι άλλη μια μικρότερη εφημερίδα, αποκλειστικά σατιρική, τον «Χαφιέ – Όργανο των απαντα­χού δοσιλόγων», στην προμετωπίδα του οποίου υπήρχε το σύνθημα: Δοσίλογοι όλου τον κόσμου, Ενωθείτε! Στο Χαφιέ, που δεν είχε τους περιορισμούς ενός επίσημου οργάνου, η σάτιρα του Σαραντάκου δε γνώριζε όρια. Τα βέλη του χτυπούσαν τους πάντες, ακόμα και τους συναγωνιστές του. Είχε στήλη με μικρές αγγελίες του τύπου

ΚΙΟΣΚΛΗΣ – ΑΜΠΑΤΖΗΣ
Δικηγόροι
(Καλά που έμπλεξε το ΕΑΜ με δίκες
και βρήκαμε κι εμείς πελατεία)

Στο Χαφιέ δημοσίευσε το χασάπικο ο Γκιγκίλας αφιερωμένο στον δεσπότη Ιάκωβο, που χορευόταν στο σκοπό του «ήρθ’ ο χειμώνας κι ο κοσμάκης τα ’χει χάσει».

Είμαι ο Γκιγκίλας που ποτέ δεν θα γεράσω
με τ’ άσπρα γένια και το μαύρο μου το ράσο
είμαι ο Γκιγκίλας με τη μαύρη την ψυχή
φίλος του Βάλτερ και του Χανς στην Κατοχή.

 Όταν ο κόσμος εψοφούσε από την πείνα
είχα τα πάντα και την επερνούσα φίνα
κι έστελνα ζάχαρη κι αλεύρι τσουβαλιές
και τις γλυκιές παρηγορούσα κοπελιές
.

 

Τον Μάρτη του ’46, οι δικηγόροι του ΕΑΜ τούς ανακοίνωσαν ότι αρκετοί από τους υπόδικους μπορούσαν να βγουν με εγγύηση. Πε­ριέργως ο Γώγος, που και μέσα από τη φυλακή εξακολουθούσε να καθοδηγεί όλες τις κομματικές και εαμικές οργανώσεις, απαγόρευσε την υποβολή παρόμοιας αίτησης. Η απόφαση αυτή μαθεύτηκε στην Αθήνα και τον Απρίλη έφτασε στη Μυτιλήνη ένα φύλλο του Ριζοσπά­στη, όπου υπήρχε το ακόλουθο σχόλιο: « Μαθαίνουμε ότι κάποιοι συναγωνιστές στη Μυτιλήνη αποφάσισαν να μην επωφεληθούν από το μέτρο της απόλυσης από τις φυλακές με εγγύηση. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε αυτή την πρωτοβουλία των συναγωνιστών». Με εντολή του Γώγου, το φύλλο αυτό του “Ρίζου” δεν έφτασε ποτέ μέσα στη φυλακή. Ο Νίκος όμως που έμαθε το περί ου ο λόγος σχόλιο, έγρα­ψε στις μικρές αγγελίες του επόμενου “Χαφιέ” :

ΑΠΩΛΕΣΘΗ
το φύλλο του “Ριζοσπάστη”
της 16ης Απριλίου.
Ο ευρών παρακαλείται να το καταστρέψει αμέσως.

Ο Γώγος δεν είπε τίποτα αλλά με νεότερη απόφασή του ακύρωσε την απαγόρευση.

Η διεύθυνση της φυλακής δεν αντιδρούσε τότε στις δραστηριότη­τες αυτές των πολιτικών κρατουμένων. Τα πράματα δεν είχαν πάρει ακόμα την αγριότητα των κατοπινών ετών. Άλλωστε η Μυτιλήνη δε σήκωνε τότε κάτι τέτοια. Οι φυλακές ήταν στις παρυφές της «κόκκι­νης» Λαγκάδας και οι οργανώσεις του ΕΑΜ, παρά την τρομοκρατία και την αποψίλωση που προκάλεσαν οι συλλήψεις, υπήρχαν, λειτουρ­γούσαν και μπορούσαν να κινητοποιήσουν μέγα πλήθος.

Οι ποινικοί κρατούμενοι, οι περισσότεροι για αγροζημίες, χρέη και μικροπαραβάσεις του ποινικού κώδικα ήταν επίσης ευνοϊκά δια­τεθειμένοι. Μερικοί άλλωστε απ’ αυτούς ανήκαν στο ΕΑΜ. Προβλή­ματα προσπάθησε να δημιουργήσει ο αναγνωρισμένος νταής των φυ­λακών, Στρατής Βιτούλιας ονόματι, βαρυποινίτης με δυο καταδίκες για φόνο στην πλάτη του, ο οποίος έμπαζε στη φυλακή χασίς για δική του χρήση και για μεταπώληση, διατηρούσε χαρτοπαίγνιο και γενικά απο­κόμιζε σημαντικά κέρδη σε βάρος των συγκρατουμένων του. Χώρια που περιβαλλόταν από ένα είδος μικρής αυλής και απολάμβανε το αναμφισβήτητο κύρος του αρχηγού στο μικρόκοσμο της φυλακής.

Όλα αυτά όμως ως την άφιξη, σε διαρκώς μεγαλύτερους αριθ­μούς, των πολιτικών κρατουμένων. Από τις πρώτες ενέργειες της επιτροπής διαβίωσης ήταν η απαγόρευση της χαρτοπαιξίας στους εαμίτες. Η απαγόρευση αυτή, σε συνδυασμό με τα μαθήματα, τη γυμναστική και τις πολιτιστικές εκδηλώσεις, μείωσε δραστικά την πελατεία του Στρατή, γιατί κοντά στους πολιτικούς ξέκοψαν από τον τζόγο και αρκετοί ποινικοί. Η δεύτερη απαγόρευση της επιτροπής αφορούσε το χασίς. Μετά την απελευθέρωση είχε παρατηρηθεί ση­μαντική έξαρση της χασισοποτείας τόσο στην Αθήνα όσο και στην επαρχία. Η ηγεσία του ΕΑΜ είχε κατηγορήσει ευθέως τα αγγλικά στρατεύματα ως υπαίτια αυτής της αύξησης. Οι οργανώσεις του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ είχαν αναλάβει πραγματική εκστρατεία κατά των ναρκωτικών. Οι επονίτες επισημαίναν τους τεκέδες και τα άλλα στέ­κια διακίνησης και χρήσης των ναρκωτικών, αλλά πολύ συχνά αντι­μετώπιζαν, αντί επιδοκιμασίας και αρωγής, την οργή και τον κατα­τρεγμό της αστυνομίας, που από κει ακριβώς στρατολογούσε τους χα­φιέδες και τα όργανά της στον αντικομμουνιστικό αγώνα της.

Ο Στρατής υπέθεσε ότι ο Νίκος, που τον έβλεπε να έχει την επιμέλεια των πολιτιστικών εκδηλώσεων, ήταν ο εμπνευστής αυτών των απαγορεύ­σεων κι αποφάσισε να «ξηγηθεί» μαζί του. Την ώρα του περίπατου στο προαύλιο τον πλησίασε και βαδίζοντας δίπλα του, του είπε χαμη­λόφωνα:

«Άκου να δεις, παλικάρι. Εμένα που με βλέπεις έχω δυο φόνους στην πλάτη μου και τρίτος δε θα μου κακοφανεί. Σταμάτα αυτές τις σαχλαμάρες κι άφησε τον κόσμο να παίζει τζόγο και να καπνίζει μαύρη γιατί θα ’χεις κακά ξεμπερδέματα».

Ο Νίκος τον άκουσε με προσοχή κι υστέρα του είπε το ίδιο χαμη­λόφωνα, δείχνοντας του δυο μεγαλόσωμους και γεροδεμενους κρα­τούμενους, παλιούς ελασίτες:

«Τους βλέπεις αυτούς τους δύο; Λοιπόν αν δεν κάτσεις φρόνιμα θα τους βάλω να σου ρίξουν τόσο ξύλο, που θα μείνεις δυο βδομάδες στο νοσοκομείο κι όταν γυρίσεις θα σε ξαναδείρουν και θα σε ξαναστείλουν πίσω. Κι αυτό θα γίνεται συνέχεια, ώσπου να βάλεις μυα­λό».

Ο νταής το γύρισε αμέσως το φύλλο:

«Κι εγώ πώς θα ζήσω, κυρ-Νίκο; Τι θαρρείς, έχω έξω κανένανε να μου στέλνει τίποτα; Ό,τι κονομήσω δω μέσα. Κι έρχεστε σεις και μου σφαλάτε όλες τις πόρτες».

«Άκου λοιπόν να δεις τι θα γίνει. Μια φορά χαρτί και μαύρη κομμένα. Πάνω σ’ αυτό δεν ακούμε κουβέντα. Θ’ ανοίξεις όμως μια καντίνα, να πουλάς τσιγάρα, χαρτοφάκελα κι ό,τι άλλο γουστάρεις κι εμείς θα πούμε στους δικούς μας να ψωνίζουν από σένα».

Τελικά κλείστηκε συμφωνία κι ο Στρατής άνοιξε καντίνα, Άρχισε μάλιστα, μη έχοντας τι να κάνει, να παρακολουθεί τα μαθήματα και τα Χριστούγεννα του ’45, σε μια γιορταστική εκδήλωση των πολιτικών κρατουμένων, σήκωσε ο Στρατής το χέρι του και ζήτησε να μιλήσει:

«Ακούστε δω, ρε παιδιά», είπε στο ακροατήριο, «εγώ τόσα χρόνια στη φυλακή τέτοιους ανθρώπους σαν και σας δε ξανάδα. Εγώ πολλές κουβέντες δεν έχω. Αλλά για να καταλάβετε πως είμαι ξηγημένος άνθρωπος, από σήμερα την κόβω τη μαύρη», και βγάζοντας την πίπα του την έσπασε τελετουργικά.

Σε μια από τις περιορισμένες αμνηστίες, «προς αποσυμφόρησιν των φυλακών», που έγινε αρχές του ’46, βγήκε κι ο Στρατής. Τον ξεπροβόδισαν όλοι με ευχές για μια καινούρια ζωή. Δυο μήνες μετά πάλι μέσα ο Στρατής. Με μάτια κόκκινα από το χασίς και με πεσμέ­νο το ηθικό. Δεν ήταν πια ο παλιός νταής.

«Ρε συ, Στρατή, πάλι τα ίδια. Τι μας έλεγες;»

«Τι να κάνω ρε παιδιά. Κανείς δε μ’ έπαιρνε σε δουλειά. Ξανάπεσα στο ίδιο το λούκι. Μπορντέλο, τεκές, έπεσα σε σφάλμα και να ’μαι. Δε βαριέσαι, δε γίνεται τίποτα. Κοιτάξτε μονάχα σεις να φτιάξτε αυτή τη λαϊκή δημοκρατία που λέτε, μπας και δούμε και μεις άσπρη μέρα».

Ο Στρατής δεν ήταν η μοναδική περίπτωση. Ενώ ήταν ακόμα φυλακισμένοι ο Σαραντάκος με τον Ευαγγελινό προσηλύτισαν στην εαμική ιδεολογία και… έναν μπουραντά. Ήταν ο τακτικός εθνοφύ­λακας που συνόδευε τους κρατούμενους όταν πήγαιναν από τη φυ­λακή στα δικαστήρια για ανάκριση ή τίποτα συμπληρωματικές κατα­θέσεις. Μετρίου αναστήματος, με μουστάκι ποντικοουρά, ύφος βαρύ και περπατησιά αλαφροπάτητη. Τυπικός κουραδόμαγκας του Ψυρρή. Σε μια τέτοια μετάβαση, ο Ευαγγελινός, ψυχολογώντας σωστά το φρουρό του, του πρότεινε να πιουν ένα ούζο σ’ ένα ουζάδικο της Λαγκάδας. Ο άλλος δέχτηκε και το ένα ούζο έγινε πολλά, που δημιούρ­γησαν ατμόσφαιρα εγκαρδιότητας. Η επόμενη μετάβαση, με τον ίδιο πάντα φρουρό, αφορούσε τον Σαραντάκο, που κατάλληλα ορμηνεμένος από τον Πάνο, επανέλαβε την ουζοποσία, με μεγαλύτερη επιτυ­χία, «αφόσον ήτανε και κείνος από τ’ Αυλάκι και κάτου» όπως κι ο εθνοφύλαξ Πίκουλας Χαράλαμπος. Ύστερα από τρεις ή τέσσερις τέτοιες μεταβάσεις υπό συνοδείαν, ο Πίκουλας είχε γίνει αδελφοποι­τός με τον Νίκο και τον Πάνο, στους οποίους εκμυστηρεύτηκε την ιστορία της ζωής του.

«Εγώ, να πούμε, διατηρούσα μπαρμπουτιέρα, στην οδός Σαρρή, δίπλα στην πλατεία Κουμουντούρου και στην Κατοχή την έβγαζα καθαρή. Καμία ανάμειξις περί τα πολιτικά, αλλά από το ’43 και μετά μπουκάρανε κάτι λέτσοι των Ταγμάτων και βάζανε χέρι στην γκα­νιότα. Οπλοφορούσανε βλέπεις. Πάω τώρα εγώ στο μπάρμπα μου το στρατηγό τον Σπηλιωτόπουλο, που ήταν στο Υπουργείο Στρατιωτι­κών και του λέω. Μπάρμπα, το και το. Θέλω να μου εξασφαλίσεις σι­δερικό, με άδεια όμως. Να μην έχω μπλεξίματα με τους Γερμανούς. Εντάξει μου λέει ο μπάρμπας μου, αλλά να γραφτείς στην Ειδική. Να γραφτώ αλλά να μη με τραβάνε σε μπλόκα και έρευνες. Εγώ έχω τη δουλειά μου. Γράψου συ και γω θα σε αποσπάσω στο Υπουργείο, υπασπιστή μου. Έτσι κονόμησα μπιστόλι κι όταν ξανάρθαν στο μαγαζί οι μάγκες και πήγαν να βάλουν χέρι στην γκανιότα το τρα­βάω και τους λέω. Πίσω, ρουφιάνοι, και σας έφαγα. Να δεις πώς φύγανε. Μπουχός έγιναν».

Ο εθνοφύλαξ Πίκουλας εκτίμησε πολύ το κέφι, την ανθρωπιά και την απλότητα των νέων φίλων του. Τον κολάκεψε και το γεγονός ότι μορφωμένοι άνθρωποι αυτοί του έκαναν παρέα σαν ίσοι του. Στο τέλος τους δήλωσε πως ήταν μαζί τους, πως παραδεχόταν τις ιδέες τους και πως αν είχαν σκοπό να την κοπανήσουν από τη φυλακή και να βγουν στο βουνό, αναλάμβανε αυτός να τους καλύψει και να τους δώσει και όπλα. Οι φίλοι του τον ευχαρίστησαν για την προσφορά του, την οποία υποσχέθηκαν να λάβουν σοβαρά υπόψη εν καιρώ και για την ώρα του συνέστησαν να μην εκδηλώνεται και βρει τον μπελά του. Άδικα όμως. Ο Πίκουλας με το ζήλο του νεοφώτιστου, όχι μόνο μιλούσε αλλά γρήγορα πέρασε από τα λόγια στα έργα. Ένα βράδυ σε μια ταβέρνα στο Συνοικισμό, όταν ένας υποκελευστής του Λιμενι­κού διέταξε την ορχήστρα να παίξει «του Αητού το γιο» ο παρευρισκόμενος σε άλλο τραπέζι Πίκουλας έβγαλε το πιστόλι του, το ακούμπησε εμφανώς στο τραπέζι και είπε:

«Απαγορεύονται τα πολιτικά άσματα. Όποιος παίξει “του Αητού το γιο” θα πεθάνει!»

Ο λιμενικός κι η παρέα του φύγανε με την ουρά στα σκέλια ενώ η πελατεία της ταβέρνας αποθέωνε τον Πίκουλα. Ύστερα από κάτι τέτοια επεισόδια ο Πίκουλας μετατέθηκε στην Αθήνα από όπου έγραψε στον Πάνο τον Ευαγγελινό μακροσκελή επιστολή που άρχι­ζε με τη φράση:

«Αγαπητέ συναγωνιστά κυρ-Πάνο, σου γράφω από τα βάθη της σοσιαλιστικής μου ψυχής», και τέλειωνε με την προτροπή:

«Κουράγιο, παιδιά, και τη βγάλαμε!»

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License