ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΦΡΑΞΕΙΣ

από τo Φεστιβάλ-Συνέδριο Communismos 2. 25-27 Μαΐου 2012 στην κατάληψη Φάμπρικα – Υφανέτ

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΦΡΑΞΕΙΣ

Συντονίστρια:

Γεια σας! Η συζήτηση που θα ακολουθήσει έχει ως θέμα «προσεγγί­σεις για τα κοινά και ενάντια στις περιφράξεις». Πριν ξεκινήσουν οι εισηγήσεις, θα θέλαμε να πούμε δυο λόγια, ως Cafe la Rage, για το πώς αντιλαμβανόμαστε την έννοια των κοινών. Αντιλαμβανόμαστε τα κοινά, όχι ως τα εμπορευματοποιημένα κοινά αγαθά που το κρά­τος με τη μορφή του δημόσιου εκμεταλλεύεται, ελέγχει, περιφράσσει και εμπορεύεται. Τα κοινά θεωρούμε ότι δεν είναι αυθύπαρκτα, δεν είναι απλώς οι κοινοί πόροι (φυσικοί, ενεργειακοί, περιβαλλοντικοί, γενετικοί, πολιτισμικοί), δεν υπάρχουν από μόνα τους, αλλά ούτε και διεκδικούνται, με τη μορφή των αιτημάτων απέναντι στην εξουσία, όπως δεν αναπαραγόμαστε με τη μορφή αιτημάτων. Τα κοινά κατα­σκευάζονται, ανακτώνται και αναπαράγονται κάθε φορά μέσα από τις σχέσεις και τις διαδικασίες που τα συστήνουν. Τα κοινά συγκρο­τούνται από χειραφετικές κοινότητες αγώνα.

Ως περιφράξεις ορίζουμε τη διαδικασία διαχωρισμού των μέσων παραγωγής, αναπαραγωγής, διαβίωσης και επικοινωνίας από τους προλετάριους μέσω της μονιμότητας της πρωταρχικής συσσώρευσης. Αντιλαμβανόμαστε τις περιφράξεις σε υλικές και άυλες σφαίρες. Βλέπουμε την διπλή κίνηση του καπιταλισμού: από τη μια τις περι­φράξεις και από την άλλη την εξάρτησή του από μορφές εμπορευμα- τικής συνεργασίας και αναπαραγωγής, κάποιες από τις οποίες αξι- οποιούνται προς όφελος του κεφαλαίου μετατρέποντας τα κοινά σε αλλοιωμένα κοινά. Θεωρούμε ότι η διαδικασία και οι σχέσεις που δημιουργούν τα κοινά καταστρέφουν τους διαχωρισμούς με βάση το

 

φύλο, τη φυλή και την τάξη και συνθέτουν τον κομμουνισμό των κοι­νών.

Στο σημείο αυτό θα ακολουθήσουν οι εισηγήσεις από τη Φάμπρι­κα Υφανέτ, από το Μωβ Καφενείο και τον Massimo de Angelis.

5.1   Εισήγηση της κατάληψης Φάμπρικα Υφανέτ Πρώτος ομιλητής

Γεια σας, θα ξεκινήσουμε λέγοντας κάποια πράγματα σε σχέση με το ενεργειακό ζήτημα, όπως το έχουμε προσεγγίσει. Ασχολούμαστε εντατικά με αυτό το θέμα από το φθινόπωρο, τα κείμενα στα οποία καταλήξαμε βρίσκονται στο περιοδικό Factory. Επίσης, τους τελευ­ταίους μήνες έχουμε εμπλακεί σε μια ιστορία συντονισμού, για την οποία θα πω δυο λόγια αργότερα.

Για το ενεργειακό ζήτημα θα ξεκινήσω λέγοντας κάποια βασι­κά θεωρητικά εργαλεία, τα οποία χρησιμοποιήσαμε για την ανάλυ­ση του θέματος. Ένα πρώτο εργαλείο είναι η κριτική στον «αποκα- λυπτισμό». Με τον «αποκαλυπτισμό» εννοούμε μια ευρύτατα διαδε­δομένη άποψη, η οποία υπάρχει σε ντοκιμαντέρ, σε διάφορα κείμε­να στο διαδίκτυο αλλά επίσης βλέπουμε ότι την ενστερνίζονται ακό­μα και συγγενείς ομάδες, ακόμα και στον αντιεξουσιαστικό χώρο, είτε έχουν να κάνουν και με προβληματισμούς κοινωνικής οικολο­γίας. Αυτές οι απόψεις βλέπουν το ενεργειακό ζήτημα, ως ένα ζήτη­μα για το οποίο το θέμα είναι ότι το τέλος του πετρελαίου πλησιάζει και προσεγγίζουν αυτό το θέμα ως ένα θέμα που λύνεται βλέποντας μια μαθηματική καμπύλη, η οποία δείχνει ότι κάποια στιγμή, είτε έχει φτάσει είτε είναι το 2012 ή το 2015 ή αργότερα, το πετρέλαιο θα τε­λειώσει και ξαφνικά θα έρθει το τέλος του καπιταλισμού ή θα κλη­θούμε όλοι να αλλάξουμε τρόπο ζωής και να έρθουν τα πάνω κάτω. Αυτή είναι μια άποψη ευρέως διαδομένη, αφορά και τη mainstream οικολογία, πάνω στην οποία ασκούμε κριτική.

Πιστεύουμε ότι το θέμα της ενέργειας δεν είναι ένα θέμα, το οποίο είναι σαν να ρουφιέται από μια μαύρη τρυπά ενός ενεργοβόρου πο­λιτισμού, ο οποίος είναι κάτι έξω από εμάς. Βλέπουμε τον καπιτα­λισμό ως μια κοινωνική σχέση και επομένως διεκδικούμε μια οπτι­κή, η οποία φωτίζει αυτή τη σχέση, φωτίζει το πώς στην παραγωγή, διανομή και κατανάλωση ενέργειας υπάρχουν κινήματα και υπάρ­χουν συνθήκες που καθορίζουν την όποια εξάντληση του πετρελαίου, την όποια ενεργειακή μετάβαση από το καθεστώς που βρισκόμαστε τώρα στο επόμενο. Μιλώντας για κινήματα μιλάμε για κινήσεις ενά­ντια σε απαλλοτριώσεις γης, που συμβαίνουν σε διάφορα σημεία του κόσμου, μιλάμε για αγώνες εργατών που δουλεύουνε στον ενεργεια­κό τομέα στη μια του ή στην άλλη του μορφή και θεωρούμε ότι είναι σημαντικό να το βάλουμε αυτό σαν σημείο γιατί συχνά παραγνωρί­ζεται, είναι μια οπτική πολύ μειοψηφική, στην οποία θέλουμε να δώ­σουμε ένα έδαφος. Αυτό το συνδέουμε μιλώντας για την ενεργειακή κρίση, μάλλον ασκώντας κριτική στον ίδιο τον ορισμό της ενεργεια­κής κρίσης, πιστεύοντας ότι αυτό το οποίο συμβαίνει δεν είναι από μόνο του μια ενεργειακή κρίση αλλά μια εργασιακή-ενεργειακή κρί­ση, με την έννοια ότι, όσο προχωράει μια κατάσταση στην οποία οι πόροι γίνονται όλο και πιο ακριβοί ή λιγότερο διαθέσιμοι ή διανεμη­μένοι με περισσότερο άδικο τρόπο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η απόκριση του κεφαλαίου είναι ουσιαστικά η υποτίμηση της εργασίας.

Βλέπουμε επομένως μια σύνδεση ενέργειας και εργασίας, τις βλέπουμε δηλαδή μαζί και ορίζουμε αυτήν την κρίση ως εργασιακή- ενεργειακή κρίση. Και αυτό έχει να κάνει με μια ιστορία στην οποία βλέπουμε ότι οποτεδήποτε ιστορικά συνέβησαν ενεργειακές μεταβά­σεις -από το κάρβουνο στο πετρέλαιο, και τώρα από το πετρέλαιο στο κάτι άλλο που δεν ξέρουμε τι θα είναι αυτό ακόμα- αυτό έχει να κάνει με κοινωνικές διαστάσεις, έχει να κάνει επίσης με τα οικολογι­κά όρια του πλανήτη και έχει να κάνει με έναν συνδυασμό παραγό­ντων, οι οποίοι είναι κάτι διαφορετικό από αυτήν τη μαθηματική λο­γική, η οποία είναι ευρύτατα διαδεδομένη από τα μέσα μαζικής ενη­μέρωσης, που μας διατυμπανίζουν ότι έτσι απλά κάποια στιγμή το πε­τρέλαιο θα τελειώσει και όλα θα αλλάξουν. Επομένως, μιλάμε για μια ενεργειακή μετάβαση, η οποία επηρεάζεται από τα ίδια τα κοι­νωνικά κινήματα που αναπτύσσονται μέσα σε αυτήν.

Όσον αφορά αυτήν την οπτική, ένα τρίτο σημείο, στο οποίο δίνου­με ιδιαίτερη έμφαση, είναι αυτό της πράσινης ανάπτυξης. Η πράσι­νη ανάπτυξη βλέπουμε ότι είναι ένας τρόπος με τον οποίο ο καπιτα­λισμός προσπαθεί να διαιωνίσει την ύπαρξή του. Είναι ένας τρόπος, αν το δούμε από την πλευρά της συσσώρευσης, ο οποίος προσπαθεί να δημιουργήσει μέσα από τα προβλήματα που ο ίδιος παράγει νέ­ους κύκλους υπερσυσσώρευσης, όπως για παράδειγμα με το εμπό­ριο ρύπων, προσπαθεί, για να το πω απλά, να βγάλει χρήματα από τη ρύπανση. Ή, από την άλλη πλευρά, προσπαθεί να οικειοποιηθεί μια κοινωνική επιθυμία μιας πιο οικολογικής ζωής, καλύτερων συν­θηκών ζωής και να τα βάλει όλα αυτά μαζί μέσα στο ίδιο πλαίσιο της εκμετάλλευσης που υπήρχε και θα υπάρχει, αν θα υπάρχει, τα επόμε­να χρόνια στην εξέλιξή του. Αυτή η προσπάθεια γίνεται πιο εμφανής όσο περνάει ο καιρός, το πώς προχωράει δηλαδή μαζί με την καπιτα­λιστική αναδιάρθρωση. Βλέπουμε στα κανάλια να μιλάνε για την οι­κολογική οδήγηση ως μια λύση στην αύξηση των τιμών της βενζίνης, βλέπουμε ότι η αναδιάρθρωση στον ενεργειακό τομέα συνοδεύεται με την υποτίμηση του λιγνίτη και με τη δημιουργία της αγοράς ανανε­ώσιμων πηγών ενέργειας και την προώθηση φωτοβολταϊκών, οι τρά­πεζες επιδοτούν τα φωτοβολταϊκά και είναι μαγαζιά τα οποία τρέ- χουνε μέσα σε περίοδο κρίσης ενώ κανείς δε θα το περίμενε, τι δου­λειά έχουνε τα φωτοβολταϊκά σε μια τέτοια υπόθεση. Όμως δεν είναι περίεργο, γιατί η πράσινη ανάπτυξη λειτουργεί ακριβώς με αυτόν τον τρόπο. Οπότε βρίσκουμε ένα σημαντικό λόγο ως προς αυτό, δημιουρ­γούμε ένα πάτημα και μιλάμε μέσα από αυτήν την οπτική γωνία για την αναδιάρθρωση του ενεργειακού τομέα και με αυτήν την έννοια προσεγγίζουμε την αναδιάρθρωση στη Δ.Ε.Η.. Μιλάμε ουσιαστικά για μια συνολική αναδιάρθρωση του ενεργειακού τομέα και όχι απλά για μια ιδιωτικοποίηση, γιατί οι αλλαγές οι οποίες συμβαίνουν στον ενεργειακό τομέα συμβαίνουν ήδη, δε θα συμβούν μόνο εξαιτίας της αλλαγής των αφεντικών της Δ.Ε.Η., αλλά συνδέουμε το ζήτημα και με τις αλλαγές στην τιμολόγηση και με τα κοψίματα του ρεύματος, τα οποία ήδη συμβαίνουν, το συνδέουμε με το επίπεδο του κοινωνικού ανταγωνισμού, λέμε ότι όλα αυτά πηγαίνουν μαζί.

Έτσι λοιπόν, θέτοντας κάπως γρήγορα το θεωρητικό υπόβαθρο στο οποίο κινούμαστε, τον τελευταίο καιρό έχουμε εμπλακεί σε μια ιστορία συντονισμού με συλλογικότητες οι οποίες δραστηριοποιού­νται σε τοπικό επίπεδο, σε γειτονιές. Ξεκινήσαμε κάνοντας κάποιες παρεμβάσεις στις Δ.Ε.Η. Αγίου Δημητρίου και Παπαναστασίου και συνεχίσαμε πριν λίγο καιρό καλώντας σε ανοιχτές συζητήσεις σε πλατείες, μια στην Τούμπα στον Άγιο Θεράποντα και μια στην Άνω

Πόλη στο Κουλέ Καφέ, όπου σε αυτές επιδίωξή μας είναι το κοινωνι­κό άνοιγμα του ζητήματος. Τα κείμενα, τις αφίσες, τις παρουσιάσεις μπορείτε να τα δείτε στο energythess@wordpress.com για να πάρετε μια ιδέα για το πώς προσεγγίζουμε το ζήτημα και επίσης να πω για όσους μένουν στην Άνω Πόλη και θέλουν να εμπλακούν, να δουν πως προσεγγίζουμε το ζήτημα, είναι ουσιαστικά μια συνέχεια της ανοι­χτής συζήτησης του Σαββάτου, θα λάβει χώρα αύριο στις 12.00 στη πλατεία Κουλέ Καφέ, πάνω από την Ολυμπιάδος για να συνεχίσει μια διαδικασία συγκρότησης επιτροπής κατοίκων. Τα ζητήματα από τα οποία ουσιαστικά ξεκινάμε είναι τα εξής: αυξημένα τιμολόγια, κο­ψίματα ρεύματος, μιλάμε δηλαδή για θέματα που έχουν να κάνουν με τον παράγοντα της επιβίωσης. Γι’ αυτό άλλωστε, ασκώντας μια κριτι­κή σε κινήσεις «Δεν Πληρώνω», επιλέξαμε να βάλουμε ως σύνθημα το «Δεν Τη Βγάζω», το οποίο συνδέεται πιο πολύ με ζητήματα επι­βίωσης συνολικά και -μέσα από μια διαδικασία η οποία είναι πολλά υποσχόμενη- επιδιώκουμε να ανοίξουμε το θέμα, το ενεργειακό, ως έναν τόπο σύνδεσης των τοπικών και ταξικών κοινοτήτων που ανα­δύονται μέσα στη διαδικασία της κρίσης και αναζητούμε την εμπλο­κή μας.

Ο Χ. θα συνεχίσει βάζοντας το θεωρητικό πλαίσιο των προτάσεων που θέλουμε να βάλουμε σε ένα κοινωνικό επίπεδο και έχουν να κά­νουν με την αποπερίφραξη των ενεργειακών κοινών.

Δεύτερος Ομιλητής

Η ενασχόληση με το ζήτημα της ενέργειας μας έφερε σε επαφή με τις έννοιες των «περιφράξεων» και των «κοινών», τις οποίες θεωρούμε κομβικές ως μεθοδολογικά ερμηνευτικά εργαλεία, τόσο για το θέμα της ενέργειας όσο και ευρύτερα, καθώς ιδιαίτερα στο σημερινό περι­βάλλον της κρίσης, θεωρούμε ότι θα πρέπει να τεθεί με επιτακτικό τρό­πο ο απεγκλωβισμός από τα κυρίαρχα διλήμματα κράτος ή αγορά, νε­οφιλελευθερισμός ή νεοκεϋνσιανισμός, ιδιωτικοποιήσεις ή επιστροφή στο κράτος πρόνοιας. Τα κοινά και οι περιφράξεις θεωρούμε ότι απο- τελούν δυο αλληλένδετες έννοιες που αντανακλούν τους κοινωνικούς και ταξικούς ανταγωνισμούς και υποδηλώνουν με μια πρώτη ανάγνω­ση τη συμμετοχή ή την απαγόρευση των κοινωνιών από την πρόσβα­ση, χρήση, ανάκτηση ή διαχείριση υλικών ή άυλων πόρων, όπως λ.χ. η ενεργειακή-εργασιακή κρίση, για την οποία μίλησε πριν ο Δ., διαμορ­φώνεται και εδαφικοποιείται από τις ανταγωνιστικές σχέσεις πάνω στην κατοχή, διαχείριση και χρήση των ενεργειακών κοινών.

Καταρχάς, με μια πρώτη ανάγνωση, θα έβλεπε κανείς, ότι η σφαί­ρα των κοινών αποτελεί το πεδίο ενός διαρκούς παγκόσμιου ταξικού πολέμου, που περιλαμβάνει τις συγκρούσεις και διαμάχες για τον έλεγχο γύρω από τα λεγόμενα φυσικά ή παγκόσμια κοινά (αέρας, θά­λασσες, ποτάμια, λίμνες, δάση), τα λεγόμενα κοινωφελή κοινά (υπο­δομές μεταφορών, τηλεπικοινωνίες, εκπαίδευση, υγεία), τα πολιτι­σμικά κοινά (γνώση, επιστήμες,) τα περιβαλλοντικά κοινά (ποιότητα του αέρα, πανίδα, χλωρίδα), τα αστικά κοινά (ελεύθεροι χώροι, πρά­σινο, κοινόχρηστοι-κοινωφελείς χώροι), τα γενετικά κοινά (γονίδια), τα ενεργειακά κοινά (φυσικοί, ενεργειακοί πόροι), τα τηλεπικοινω­νιακά κοινά (το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα), τα πληροφοριακά κοινά (διαδίκτυο, ανοιχτό και ελεύθερο λογισμικό).

Ωστόσο, με μια δεύτερη ανάγνωση, βλέπουμε ότι αυτό το εύρος της σφαίρας των κοινών καθορίζεται τόσο από τα πεδία και τις μορ­φές της κοινωνικής αυτοθέσμισης και αυτοοργάνωσης, όσο και από τις μορφές της καπιταλιστικής πρωταρχικής συσσώρευσης και της μο- νιμότητάς της. Θα τα εξηγήσουμε αυτά παρακάτω.

Θεωρούμε ότι τα χαρακτηριστικά, οι ορισμοί και οι τύποι των κοι­νών καθορίζονται κάθε φορά από τους κοινωνικούς αγώνες και τα επίπεδα του κοινωνικού και ταξικού ανταγωνισμού. Η διαμάχη, λοι­πόν, για τα κοινά βλέπουμε πως εκφράζεται από δύο βασικά μπλοκ προσεγγίσεων. Από τη μια, το μπλοκ που θα λέγαμε ότι υποστηρί­ζει, μελετά και εφαρμόζει τις περιφράξεις και από την άλλη, η τάση για τον κομμουνισμό των κοινών. Όσον αφορά το πρώτο μπλοκ, αυτό έχει τρεις προσεγγίσεις: Η μια, είναι η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, η οποία βασίζεται στη θεωρία1 που λέει ότι όταν ένας κοινός πόρος είναι ελεύθερος για πρόσβαση τότε μπορεί ο καθένας να τον χρησι­μοποιήσει και αυτό θα φέρει σαν αποτέλεσμα την καταστροφή του, επομένως ως απάντηση προτείνεται η ιδιωτικοποίηση και η περίφρα- ξή του ώστε να υπάρχει οικονομικά αποδοτικότερη εκμετάλλευσή του, άρα τα κοινά θα πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν. Η δεύτερη προ­σέγγιση είναι η κεϋνσιανή και νεοκεϋνσιανή και υποστηρίζει ότι τα κοινά θα πρέπει να βρίσκονται κάτω από τον κρατικό έλεγχο. Πρό­κειται για τις θεωρίες της κρατικής ρύθμισης, οι οποίες αντιλαμβά­νονται τις κοινωνίες ως κάτι το οποίο δε μπορεί να αυτοοργανωθεί, να αυτορυθμιστεί και επομένως θα πρέπει να υπάρχει μια εξωτερι­κή δύναμη η οποία θα επιβάλλει τους κανόνες, δηλαδή ένας Λεβιά­θαν κατά Χομπς. Τέλος, μια τρίτη προσέγγιση που υποστηρίζει τις περιφράξεις και είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη ειδικά στους καιρούς της κρίσης είναι η λεγόμενη προσέγγιση της συλλογικής δράσης, η οποία ναι μεν αντιτίθεται στις ιδιωτικοποιήσεις και στην κρατική διαχεί­ριση και θέλει να υπάρχει συμμετοχή των κοινωνιών στη διαχείρι­ση των κοινών, ωστόσο και αυτή αντιλαμβάνεται τα κοινά με εμπο­ρικούς όρους, ως οικονομικούς δηλαδή πόρους τους οποίους θα πρέ­πει να τους εκμεταλλευτούμε με όσο το δυνατό αποδοτικότερους οι­κονομικά τρόπους, άρα μιλάμε και πάλι για ένα είδος περιφράξεων στο οποίο απλώς θα υπάρχουν κάποια μέλη τα οποία θα έχουν ελευ­θερία πρόσβασης και στους υπόλοιπους θα απαγορεύεται η πρόσβα­ση στους πόρους. Ενδεικτικά να πούμε, ότι η βασικότερη εκφραστής αυτής της προσέγγισης είναι η Ostrom, η οποία πέρυσι πήρε και το Νόμπελ Οικονομίας.

Εμείς τώρα βλέπουμε πολύ κριτικά όλες αυτές τις προσεγγίσεις και θεωρούμε ότι θα πρέπει να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό των κοινών. Θα πρέπει δηλαδή να διαχωριστούμε από το δίλημμα: ιδιωτι­κή ή κρατική διαχείριση των κοινών και να αναγνωρίσουμε στα κοι­νά χαρακτηριστικά που βασίζονται κυρίως στη δυναμική των κοινω­νικών σχέσεων και φυσικά να κατακρίνουμε τις λογικές που περιο­ρίζουν το ζήτημα των κοινών αποκλειστικά και μόνο στους πόρους. Δηλαδή την ποροκεντρική προσέγγιση τη θεωρούμε πάρα πολύ φτω­χή και επικίνδυνη. Σύμφωνα, λοιπόν, με την προσέγγιση για τον κομ­μουνισμό των κοινών, τα κοινά εμπεριέχουν τρία στοιχεία. Το πρώτο, είναι σίγουρα κάποιοι πόροι. Το δεύτερο, και πολύ πιο σημαντικό εί­ναι οι κοινότητες, οι οποίες θα πρέπει να διαχειρίζονται αυτούς τους πόρους και όταν λέμε κοινότητες εννοούμε χειραφετικές κοινότητες και θα το εξηγήσουμε αυτό αργότερα. Το τρίτο, είναι οι σχέσεις ή οι διαδικασίες που δημιουργούν αυτά τα κοινά, το λεγόμενο στα αγγλι­κά «commoning», για αυτά θα μιλήσει παρακάτω και ο de Angelis πιο αναλυτικά. Τα άτομα, επομένως, που δημιουργούν αυτές τις κοινότη­τες μέσα από αυτές τις σχέσεις στην αγγλική ορολογία ονομάζονται «commoners» λ.χ. ενεργειακοί commoners. Τι θα πει δηλαδή αυτό; Θα πει μια κοινότητα η οποία δε βλέπει διαχωρισμούς στους παρα­γωγούς και στους χρήστες της ενέργειας, αλλά με όρους χειραφέτη­σης η διαχείριση, η εξόρυξη των ορυκτών υλικών και η κατανάλωση γίνονται με συλλογικούς όρους, αυτοοργανωμένα και βέβαια βάζο­ντας και την κατεύθυνση του να θες να επιτεθείς και να αποπεριφρά­ξεις από το κράτος ή από τους ιδιώτες τα ενεργειακά κοινά. Η έννοια του commoning, των σχέσεων και διαδικασιών που δημιουργούν τα κοινά, είναι μια ιδιαίτερη λέξη και πολύ σημαντική λέξη-κλειδί για την έννοια των κοινών. Θα λέγαμε ότι είναι ακριβώς αυτή η διαδι­κασία που συστήνει, συνθέτει, συντάσσει και τελικά είναι αυτή που θα μπορέσει να υποστηρίξει και να περιφρουρήσει τα κοινά, δηλα­δή με έναν τρόπο αποτελεί τον καταλύτη μέσω του οποίου συστήνο- νται, συνθέτονται και συντάσσονται τα ποιοτικά στοιχεία, δηλαδή οι αξίες, οι εμπειρίες, οι γνώσεις, τα συναισθήματα, οι κανόνες, οι κώ­δικες που μπορούν να συγκροτήσουν, να παράγουν και να αναπα­ράγουν τα κοινά. Τέλος, όσον αφορά τους πόρους, η έννοια του πό­ρου σήμερα είναι εντελώς αφομοιωμένη, όταν μιλάμε για πόρους μι­λάμε για οικονομικούς πόρους, για εθνικούς πόρους κ.λπ.. Πάντως, η σημασία της είναι αρκετά πιο περίπλοκη, βγαίνει από το ρήμα «πε- ράω», το πέρασμα, δηλαδή η ένωση, η δυνατότητα, η διαδικασία που μπορείς να περάσεις από ένα σημείο σε ένα άλλο, π.χ. από τη θά­λασσα στη στεριά, ο πόρος είναι το λιμάνι, από το σώμα μας προς τα έξω, είναι οι «ανθρώπινοι πόροι», ακόμα και η λέξη του «έμπο­ρα»: ήταν αυτός που έβρισκε τα περάσματα και αποκτούσε μέσω αυ­τού την «εμπειρία» και όχι τόσο τη συσσώρευση πλούτου. Αυτή ήταν η αρχική σημασία, μετά βέβαια μεταστράφηκε και έγινε «οικονομι­κοί πόροι». Όπως επίσης και η λέξη «πόρνη»: είναι η γυναίκα που τη μεταφέρουν ως δούλη και αυτή από την οποία «περνάνε» οι άντρες.

Με βάση αυτόν τον τριπλό ορισμό των κοινών, δηλαδή πόροι, σχέ­σεις και κοινότητες θα λέγαμε αυτό που ειπώθηκε αρχικά και από το Cafe la Rage, ότι τα κοινά δεν είναι αυθύπαρκτα, δεν υπάρχει αυτό που λέμε «πάρκο, δασός, ποτάμι», αυτά δεν είναι κοινά από μόνα τους. Εμείς τα κάνουμε κοινά, οι σχέσεις τα κάνουν κοινά και μόνο οι σχέσεις μπορούν και να τα διατηρήσουν. Ταυτόχρονα, με αυτόν τον τρόπο προσέγγισης δε μπορείς και να τα απαιτήσεις τα κοινά, δε μπορείς να τα διεκδικήσεις από τον κυρίαρχο, αλλά τα κατακτάς, τα αποκτάς και μέσα από αυτήν τη σχέση είναι που κατοχυρώνεσαι, λ.χ. μια κατάληψη, ας πούμε εδώ την Υφανέτ, την καταλαμβάνεις, δεν την απαιτείς από κάποιον, την καταλαμβάνεις και την κατοχυρώνεις κοι­νωνικά ως κοινωνική σχέση.

Κλείνοντας σιγά-σιγά, για να προχωρήσει και το Μωβ Καφενείο, να πούμε το εξής: ο καπιταλισμός βλέπει τα κοινά και τα αντιμετωπί­ζει με δύο διαδικασίες: η μια είναι η περίφραξη και η άλλη είναι η αλ­λοίωση, τα αλλοιωμένα κοινά. Η περίφραξη έχει διπλό χαρακτήρα ση­μαίνει απαγόρευση πρόσβασης και ταυτόχρονα για αυτούς που είναι μέσα στην περίφραξη σημαίνει εγκλεισμός και αυτό είναι σημαντικό να το έχουμε κατά νου. Φυσικά, η ιστορία των περιφράξεων πάει πολύ παλιά, από τη μετάβαση από τον μεσαίωνα στον καπιταλισμό με τις δι­αδικασίες της πρωταρχικής συσσώρευσης, δηλαδή την απόσπαση από τους ανθρώπους της εποχής εκείνης των κοινών κοινοτικών γαιών που είχαν, δηλαδή οι commoners της εποχής εκείνης χάσανε τα μέσα πα­ραγωγής και αναπαραγωγής και αναγκάσθηκαν να μεταναστεύσουν στα αστικά κέντρα, να προλεταριοποιηθούν και να εξαρτώνται πλέον από τη μισθωτή σχέση εργασίας. Αυτό βλέπουμε όμως, ότι είναι μια δι­αρκής διαδικασία, δεν είναι απλώς ένα προκαπιταλιστικό φαινόμενο, υπάρχει μια μονιμότητα σε αυτήν τη διαδικασία, η οποία συμβαίνει δι- αρκώς και στις μέρες μας και αποτελεί το συστατικό στοιχείο της σχέ­σης κεφάλαιο, δηλαδή του διαχωρισμού των ανθρώπων από τα μέσα παραγωγής, αναπαραγωγής, διαβίωσης κ.λπ.. Αυτή η σχέση, μέσα στη συγκυρία της κρίσης, εντείνεται και βαθαίνει, δηλαδή αυξάνονται οι περιφράξεις και οι ήδη υπάρχουσες εντείνονται. Δίπλα, όμως, στις πε­ριφράξεις υπάρχει και η έννοια των αλλοιωμένων κοινών, δηλαδή η σχέση κεφάλαιο, ο καπιταλισμός, έχει ανάγκη σε μεγάλο βαθμό και τα μη εμπορευματοποιημένα κοινά, τα οποία τα αξιοποιεί προς όφελός του λ.χ. οι οικογενειακές σχέσεις: δεν είναι ζήτημα εάν τις θεωρούμε θετικές ή αρνητικές, ωστόσο σαν σχέσεις υπάρχουν χωρίς να διαμεσο- λαβούνται από το χρήμα. Αυτές οι σχέσεις μπορούν να λειτουργήσουν προς όφελος του κεφαλαίου, αναλυτικότερα θα μιλήσει για τα αλλοιω­μένα κοινά ο Massimo de Angelis.

Κλείνοντας, εμείς προτείνουμε ότι έχει μεγάλη σημασία να εστι­άζουμε σε αυτές τις διαδικασίες, σε αυτές τις σχέσεις, στις σχέσεις του «commoning», στις σχέσεις που δημιουργούν τα κοινά, να τις βα­θαίνουμε όσο πιο πολύ γίνεται, διότι ο πυρήνας της σκέψης μας εί­ναι ότι πρέπει να μελετήσουμε τη δική μας δύναμη, διότι εμείς λέμε ότι «εμείς είμαστε που γράφουμε την ιστορία, εμείς είμαστε αυτοί που παράγουμε τον κοινωνικό πλούτο, είναι η κοινωνική συνεργα­σία που παράγει τον κοινωνικό πλούτο και το κεφάλαιο έρχεται να απαντήσει σε αυτή την κοινωνική συνεργασία». Μάλιστα, εδώ έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε τη λεξη αντίσταση, η οποία περιέχει το «αντί-» και τη «στάση». Έως τον μεσαίωνα όταν γίνονταν εξεγέρ­σεις συνήθως λέγανε ότι γίνεται στάση και η απάντηση της κυριαρ­χίας του αυτοκράτορα ήταν η αντίσταση. Βέβαια αυτό μεταστράφη- κε, υπάρχουν λόγοι που μεταστράφηκε, οι λόγοι είναι η λενινιστική παράδοση, των κομμουνιστικών κομμάτων γενικότερα, η οποία λέει ότι πρέπει να είσαι «κάτω», να σε πατά μια μπότα, να είσαι «οι από κάτω», που πάρα πολύ συχνά συνηθίζουμε να λέμε και υπάρχουν κά­ποιοι «από πάνω», οι οποίοι σε πατάνε με μια μπότα και υπάρχει και αλλοτρίωση και επομένως, τελικά, πώς θα αλλάξει αυτό, πώς θα εξε- γερθείς; Εδώ θεωρούμε ότι υπάρχει μια προβληματική, σε αυτήν τη διάσταση «από τα πάνω» και «από τα κάτω», μάλλον δεν πρέπει να είναι έτσι τα πράγματα, δηλαδή δεν είμαστε «από τα κάτω», ενδε­χομένως οι «από κάτω» κάποια στιγμή να θέλουν να γίνουν οι «από πάνω», δηλαδή να πάρουν την εξουσία. Σημασία έχει ότι είναι πιο γόνιμο να σκεφτόμαστε ότι τουλάχιστον κινούμαστε παράλληλα, του­λάχιστον υπάρχει μια διανυσματική διάσταση η οποία διαπερνά τις σχέσεις εξουσίας, τις καταστρέφει και γονιμοποιεί χειραφετικές σχέ­σεις μέσα από κοινότητες αγώνα και εδώ είναι το σημαντικό. Επο­μένως, το σημείο κλειδί είναι πώς η κοινωνική συνεργασία, αυτές οι σχέσεις, το commoning δε θα λειτουργεί προς όφελος του κεφαλαίου και πώς θα μπορέσει μέσα από σχέσεις χειραφέτησης, μέσα από κοι­νότητες αγώνα, να λειτουργήσει προς την καταστροφή του καπιταλι­σμού και την έξοδο, όπως επισημάναμε και στη χθεσινή κουβέντα.

5.2   Εισήγηση της συλλογικότητας Μωβ Καφενείο

Καλησπέρα και από τη συνέλευση του Μωβ Καφενείου. Επιλέξαμε σήμερα να μιλήσουμε για το ρόλο που μπορεί να παίξει το ζήτημα των φύλων και της σεξουαλικότητας στη διαμόρφωση των κοινών και πώς αποτυπώνεται η έμφυλη διάσταση στις περιφράξεις.

Η έμφυλη διάσταση των περιφράξεων είναι τόσο παλιά όσο και οι ίδιες οι περιφράξεις. Οι περιφράξεις αποτελούν ένα κομμάτι της ιστορίας που επιβλήθηκε βίαια και άλλαξε παγκοσμίως τις συνθή­κες ζωής των πληθυσμών. Οι περιφράξεις τον δέκατο τέταρτο αιώνα ( περίφραξη των κοινών γαιών και περίφραξη στη μετακίνηση) συ­νοδεύτηκαν από άλλες «περιφράξεις», όπως την περίφραξη της ια­τρικής γνώσης από τον αγροτικό πληθυσμό και την περίφραξη του ελέγχου της αναπαραγωγής από τις κοινότητες. Κομμάτι της επιβο­λής των περιφράξεων και κατάλυσης των κοινών αποτέλεσε το κυνή­γι και οι δίκες των μαγισσών που έφτασαν στο αποκορύφωμά τους στα τέλη του δέκατου έκτου αιώνα. Το κυνήγι και οι δίκες των μαγισ- σών αποτέλεσαν μέθοδο φυσικής εξόντωσης των ανεξάρτητων γυναι­κών και αποτελεσματικό μηχανισμό καθυπόταξης εκείνων των κομ- ματιών του αγροτικού πληθυσμού (γυναικείου και αντρικού) που εξε­γείρονταν. Βοήθησαν στην απαλλοτρίωση της λαϊκής ιατρικής γνώ­σης και την εγκαθίδρυση της ιατρικής ως επίσημης κερδοφόρας επι­στήμης ασκούμενης αποκλειστικά από άντρες. Συνετέλεσαν στο χτί­σιμο μιας ιστορικής παρακαταθήκης κατασταλτικών μηχανισμών στο γυναικείο σώμα και στη μετατροπή του σώματος αυτού σε αποκλει­στικά αναπαραγωγικού, ποινικοποιώντας τη μη αναπαραγωγική σε­ξουαλικότητα και δημιουργώντας νέα έμφυλα στερεότυπα. Τα στερε­ότυπα αυτά έθεσαν πια τις βάσεις για την άμισθη γυναικεία οικιακή εργασία και την ανάδυση της πυρηνικής οικογένειας ως οικονομικής και κοινωνικής μονάδας μέσα στον καπιταλισμό.

Από την ανάδυση του καπιταλισμού μέχρι και σήμερα, οι περι­φράξεις αποτελούν τη διαρκή βία που μας ξεριζώνει από τα μέσα δι­αβίωσής μας, μας αποσπά από τις κοινωνικές μας σχέσεις και μας στερεί τον έλεγχο πάνω στις ζωές μας, για να μας παραδώσει στην καπιταλιστική σχέση. Είναι η δύναμη που μας διαχωρίζει από την ίδια μας τη δραστηριότητα για να μας την ξανασερβίρει ως παραγω­γή και κατανάλωση εμπορευμάτων. Είναι η καπιταλιστική στρατηγι­κή που μας κλέβει τον κόσμο ως συλλογική δημιουργία, για να μας τον επιστρέψει ως πράγμα, ως αντικείμενο, ως εμπόρευμα. Οι περι­φράξεις είναι η απαραίτητη προϋπόθεση της συσσώρευσης, η υπό­γεια συνθήκη της ίδιας της ύπαρξης του κεφαλαίου, η συνεχής βία που εγγυάται την επιβίωση της καπιταλιστικής σχέσης.

Με δεδομένη αυτήν την αντίληψη για τα κοινά και τις περιφρά­ξεις -αντίληψη που άλλωστε ευελπιστούμε ότι μοιραζόμαστε με αρ­κετούς από εσάς- θα προχωρήσουμε στη διατύπωση μιας κριτικής που φιλοδοξεί να φωτίσει την έμφυλη διάσταση των περιφράξεων αλλά και ζητήματα έμφυλων αποκλεισμών από τα κοινά. Μέσα και δίπλα στις καπιταλιστικές περιφράξεις, αναγνωρίζουμε διαδικασί­ες, μηχανισμούς και λόγους που ενισχύουν τους έμφυλους διαχωρι­σμούς. Διακρίνουμε πρακτικές και στρατηγικές εξουσίας που ισχυ­ροποιούν την ετεροκανονικότητα και μας εγκλωβίζουν σε σεξουα­λικές και έμφυλες ταυτότητες. Αντιλαμβανόμαστε τις έμφυλες περι­φράξεις ως εκείνη τη διαρκή βία, άλλοτε υπόγεια και άλλοτε κραυγα­λέα, που μας αποσπά από τους πολλαπλούς μας τρόπους ύπαρξης και συνάντησης και μας επιβάλλει τη βίωση του κόσμου και των εαυτών μας μόνο μέσα από παγιωμένες, φυσικοποιημένες κατηγορίες. Μπο­ρούμε να συμμετέχουμε στην κοινωνική ζωή μόνο ως ακατάπαυστα αυτοεπιβεβαιούμενες αρρενωπότητες, ως εύθραυστες θηλυκότητες, ως αναπαραγωγικές μηχανές στην υπηρεσία της δημογραφικής πο­λιτικής του έθνους, ως άμισθες, άοκνες εργάτριες για την αναπαρα­γωγή της εργασιακής δύναμης. Όποια πτυχή της ζωής μας δε χωρά­ει σε αυτές τις κατηγορίες αποκλείεται από τη δημόσια σφαίρα, εξο­βελίζεται από τα κοινά.

Παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για εμάς ο τρόπος με τον οποίο τα φύλα κατασκευάζουν και κατασκευάζονται στο χώρο και ειδικότερα στη δημόσια σφαίρα (έναν τόπο από τον οποίο αντλούν πολλά τα σημερινά κοινά). Θα μπορούσαμε με βεβαιότητα να ισχυ­ριστούμε πως τα παγιωμένα αντιθετικά δίπολα της νεωτερικότητας (δημόσιο/ιδιωτικό, γυναίκα/άντρας) δεν υπάρχουν πια ως τέτοια. Για παράδειγμα, η παραδοσιακά εκτοπισμένη στην ιδιωτική σφαίρα γυ­ναίκα κατέλαβε τη θέση της στο δημόσιο χώρο μέσω της κατανάλω­σης και της εργασίας. Υπάρχουν, όμως, διαφορετικοί χώροι στους οποίους τοποθετούνται πολιτισμικά τα φύλα.

Η σχέση φύλου και κοινού-δημόσιου χώρου μπορεί να ειδωθεί όχι μόνο μέσω της απουσίας αλλά και μέσω μιας «υπό όρους» παρουσί­ας των φύλων σε αυτόν. Η παραδοσιακά εκτοπισμένη στην ιδιωτι­κή σφαίρα γυναίκα παρουσιάζεται στον «ελεύθερο» δημόσιο χώρο μέσω του σώματός της, το οποίο μετατρέπεται σε «κοινό πόρο», σε δημόσιο τόπο. Σημειώνουμε δύο παραδείγματα σε σχέση με τη σε­ξουαλικότητα και την αναπαραγωγή. Μέσω της πορνείας η γυναί­κα, ως «κοινή γυναίκα»-πόρνη, καλείται να ικανοποιήσει το αντρι­κό σώμα στο δημόσιο αστικό χώρο. Παράλληλα, ως μηχανή αναπα­ραγωγής, αντιμετωπίζεται ως πεδίο δημόσιας δράσης. Οι λειτουργί­ες του γυναικείου σώματος γίνονται από ιατρική, νομική και διοικη­τική άποψη δημόσιες σε ό,τι αφορά την αναπαραγωγική διαδικασία, δηλαδή σε ό,τι αφορά την κύηση, τον τοκετό και τη γέννα που επι- τελούνται σε δημόσια νοσοκομεία. Οι έμφυλα κατανεμημένοι ρόλοι της οικιακής εργασίας και της κοινωνικής αναπαραγωγής, αλλά και η επιτακτική μητρότητα αποτελούν θεμέλιο λίθο του καπιταλισμού, της παραγωγής και της αναπαραγωγής, της ιεραρχικής οργάνωσης του κοινωνικού σώματος. Σε αυτήν τη συνθήκη, οι γυναίκες αντιμε­τωπίζονται και χρησιμοποιούνται ως κοινό αγαθό ή ως κοινός πό­ρος πλούτου και υπηρεσιών, που μπορεί να περιφράσσεται και να εμπορευματοποιείται. Δηλαδή, στις κοινωνίες των περιφράξεων, οι γυναίκες όχι μόνο διαχωρίζονται από τους πόρους και τα μέσα πα­ραγωγής και αναπαραγωγής (αυτό σημαίνει περίφραξη) αλλά και οι ίδιες αντιμετωπίζονται ως πόροι, δηλαδή πραγμοποιούνται. Έχει ση­μασία, λοιπόν, για μας να προσεγγίσουμε την έννοια των κοινών με τέτοιον τρόπο που δε θα επιτρέπει την πρόσληψη σωμάτων, ταυτοτή­των και λειτουργιών ως κοινούς πόρους, ως δημόσια πεδία πρόσβα­σης ή περίφραξης.

Επιχειρήσαμε να δούμε την έμφυλη διάσταση των κοινών μέσα από το παράδειγμα του αστικού χώρου. Συχνά οι σχέσεις φύλου και χώρου ορίζονται (και) μέσα από αφηγήσεις αποκλεισμών και περι- φράξεων. Τέτοιες αφηγήσεις θα επιχειρήσουμε και εδώ εξετάζοντας μέσα από παραδείγματα τη σχέση του φύλου με τον δημόσιο-κοινό αστικό χώρο.

Παράδειγμα 1ο

Το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη έχει αναρτήσει στο site της Ελληνικής αστυνομίας τον «Οδηγό του πολίτη». Ένα εγχειρίδιο με χρήσιμες συμβουλές για θέματα ναρκωτικών, κλοπών, οδικής ασφά­λειας κ.α. Σε αυτές διαβάζουμε ειδικές συμβουλές για γυναίκες. Μα­θαίνουμε, λοιπόν, πως πρέπει να μένουμε μακριά από σοκάκια ή στε­νούς δρόμους. Να μη μπαίνουμε σε ασανσέρ με αγνώστους. Να μη δεχόμαστε κεράσματα από αγνώστους και αν αφήσουμε το ποτό μας αφύλακτο, ακόμα και για μισό λεπτό, να μη διανοηθούμε να ξανα- πιούμε από αυτό. Μετά τη δύση του ηλίου, εάν είναι απαραίτητο να μετακινηθούμε με τα πόδια σε σκοτεινές περιοχές, να φροντίσου­με να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικές. Να βαδίζουμε στην εσωτερική πλευρά του τοίχου, κρατώντας την τσάντα πάντα κλειστή. Πάντα κά­ποιος γνωστός να γνωρίζει πού ακριβώς είμαστε.

Οι γυναίκες στις μέρες μας, λοιπόν, χρειάζονται ιδιαίτερες κα­τευθύνσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα βαδίζουν, θα συναναστρέ­φονται, θα κυκλοφορούν. Γιατί η εποχή μας είναι δύσκολη κι η πόλη ένα επικίνδυνο μέρος για μια κοπέλα να ζει. Αν μια γυναίκα ξέ- χασε ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να γίνει θύμα βιασμού ή κλοπής, ότι πρέπει να έχει τα μάτια της δεκατέσσερα στα σκοτεινά δρομά­κια, να φοβάται και να συνοδεύεται πάντα από κάποιον που είναι άντρας αρκετά ώστε να την προστατέψει, οι οδηγίες του υπουργεί­ου της το ξαναθυμίζουν. Μέσα από αυτές τις οδηγίες βλέπουμε έναν ακόμα μηχανισμό πειθάρχησης και ελέγχου των γυναικών. Μια υπα­γόρευση των χώρων και του ωραρίου που μπορούν να κυκλοφορούν. Εμπεδώνεται η ανασφάλεια και ο φόβος μέχρι να ενσωματωθούν και να εσωτερικευθούν πλήρως οι εντολές από τα υποκείμενα. Η γυναίκα γίνεται ορατή στο δημόσιο χώρο με όρους θυματοποίησης, αδυναμίας, κατωτερότητας.

Η παραγωγή ενός τέτοιου λόγου ορίζει τα κέντρα των αστικών πό­λεων ως τόπους με έντονη εγκληματικότητα και καθιστά σχεδόν βέ­βαιη μια επίθεση, ιδιαίτερα κατά τις βραδινές ώρες. Ποιον όμως, θέ­λει να προστατεύσει το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη από αυτές τις επιθέσεις; Ποιος αναγνωρίζεται, τελικά, ως πολίτης; Η έννοια του πολίτη παράγεται μέσα από το διαχωρισμό του πληθυσμού σε Έλλη­νες και μετανάστες, αποκλείοντας όσους δεν ανήκουν στα φυσικο- ποιημένα όρια του έθνους-κράτους. Σε αυτήν τη διαδικασία παράγε­ται άλλες φορές ρητά και άλλες υπόρρητα το υποκείμενο μετανάστης ως εχθρός και απειλητικός άλλος. Δε θα αμφισβητήσουμε το γεγονός πως αρκετοί χώροι της πόλης έχουν γίνει όχι μόνο αφιλόξενοι αλλά και επικίνδυνοι. Η βία αυτή, όμως, εμφανίζεται ως γνώρισμα των με­ταναστών και όχι ως απόρροια των καπιταλιστικών σχέσεων που γεν­νούν ανισότητες, φτώχεια και εξαθλίωση. Η κατασκευή αυτού του «κοινού» προβλήματος με όρους έκτακτης ανάγκης, η αίσθηση της κοινής απειλής, εγκαλεί τη συναισθηματική συμμετοχή των Ελλήνων πολιτών ώστε να αντιμετωπισθεί συλλογικά. Η συναίνεση έχει επι­τευχθεί. Επομένως οι κρατικές πολιτικές, οι συλλήψεις, οι σκούπες, το καθεστώς αστυνόμευσης και οι αναπλάσεις περιοχών φαντάζουν ως η μόνη επιλογή για τη διατήρηση της δημόσιας ασφάλειας. Ταυ­τόχρονα, συμβάλλει στην αναπαραγωγή ρατσιστικού λόγου και νομι­μοποιεί βίαιες επιθέσεις και πρακτικές αυτοδικίας κατά των μετανα­στών, που έρχονται να καλύψουν την όποια αδυναμία περιφρούρη­σης αυτής της φαντασιακής κοινότητας του έθνους από τις κρατικές πολιτικές. Η συνθήκη αυτή, υποκρύπτει και ηθελημένα αγνοεί το πώς εκφράζεται η πατριαρχική συνθήκη από τους Έλληνες άντρες: τους βιασμούς μεταναστριών, ντόπιων και τουριστριών, την υποτιμημένη γυναικεία εργασία, το trafficking. Ταυτόχρονα, αποσιωπά αμέτρητα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, κρυμμένα κάπου στη σφαίρα του ιδιωτικού, αλλά και τις πολλαπλές μορφές καταπίεσης (για παρά­δειγμα η ενδοοικογενειακή ή σεξουαλικοποιημένη βία βιώνεται δια­φορετικά από μία μετανάστρια).

Παράλληλα, η οριοθέτηση του πολιτικού σώματος περικλείει άπειρες εσωτερικές ιεραρχήσεις στην κορυφή των οποίων τοποθετεί­ται ο Έλληνας, ετεροσεξουαλικός, οικογενειάρχης άνδρας. Η ιδιότη­τα του πολίτη αποδίδεται στις γυναίκες υπό προϋποθέσεις, η βασικό­τερη των οποίων είναι η μητρότητα. Οι γυναίκες εντάσσονται στο έμ- φυλο σώμα του έθνους ως μάνες, αδελφές, σύζυγοι, ως ετεροφυλόφι­λες δηλαδή γυναίκες που επιτελούν το φύλο τους και ανταποκρίνο- νται στο πρόταγμα της εθνικής αναπαραγωγής. Ως τέτοιες χρήζουν προστασίας από τους άνδρες ομοεθνείς τους. Το ιδεώδες της αναπα­ραγωγής και η υλοποίηση του ή μη, παρέχει κοινωνική αναγνώριση στο υποκείμενο ως κανονικό, ενώ εκτοπίζει στην επικράτεια του αδι­ανόητου και του αβίωτου κάθε μη αναπαραγωγική σεξουαλικότητα.

Ένα τέτοιο συμβουλευτικό εγχειρίδιο δε θα μπορούσε να απευ­θύνεται σε ομοφυλόφιλους με σκοπό να τους προστατεύσει από τις συχνές σεξιστικές επιθέσεις βίας, της οποίας είναι αποδέκτες, από τη στιγμή που δεν αναγνωρίζονται ως τέτοια υποκείμενα μέσα στο πο­λιτικό σώμα. Η ένταξη τους σε αυτό γίνεται με περιορισμούς. Η εν- σωμάτωση εθνικών προτύπων, η υπεράσπιση των κοινών συμφερό­ντων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ένταξη με όρους νομι­μότητας αποκλείοντας την ίδια στιγμή trans, gay και λεσβίες, μετανά- στες/τριες αλλά και όσες και όσους αντιτίθενται σε αυτήν τη βίαιη δι­αδικασία πολιτισμικής αναγνωρισιμότητας. Όταν η βία απευθύνεται σε αυτούς, δε νοείται ως εγκληματικότητα αλλά μάλιστα εμφανίζεται φυσικοποιημένη.

Παράδειγμα 2ο

Το Μάιο του 2010 κάποιοι από εμάς συμμετείχαμε σε μία δράση στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ για την ομοφοβία. Η δράση αυτή είχε ως στό­χο τη διερεύνηση του δημόσιου χώρου ως προς την ορατότητα της ομοφυλοφιλίας. Σε αυτήν τη δράση χωριστήκαμε σε δύο ομάδες των δέκα ατόμων. Ένα γκέι ζευγάρι, το οποίο θα συμπεριφερόταν όπως συμπεριφέρονται τα στρέητ ζευγάρια στο δημόσιο χώρο, (εναγκα­λισμοί και φιλιά) έκανε βόλτα σε κεντρικά σημεία της πόλης. Όσο εμείς επιτελούσαμε το γκέι ερωτευμένο ζευγάρι, οι υπόλοιποι της ομάδας παρακολουθούσαν τις αντιδράσεις των ανθρώπων τριγύρω μας. Στο δρόμο συναντήσαμε οικογένειες με παιδιά, όπου οι γονείς έκρυβαν τα παιδιά από τη θέαση ενός ομόφυλου φιλιού. Νέοι άντρες και γυναίκες έβριζαν ή χλεύαζαν. Από όπου κι αν περνούσαμε, ουσι­αστικά ήμασταν το γεγονός που παραβίαζε τον ετεροφυλόφιλο χώρο.

Μεγαλώνοντας ως ομοφυλόφιλος μαθαίνεις από το σχολείο και την οικογένεια μέχρι την τηλεόραση και την εθνική προπαγάνδα, ότι εάν γίνεις ορατός ως προς την ομοφυλοφιλία σου στο δημόσιο χώρο, κινδυνεύεις από λεκτική ή ακόμα και σωματική βία. Αυτό δε συμ­βαίνει γιατί πάντα, σε οποιοδήποτε σημείο του δημόσιου χώρου, θα υπάρχει κάποιος που θα μπορεί να σου επιτεθεί, αλλά επειδή η ετε­ροφυλοφιλία έχει φυσικοποιηθεί στο δημόσιο χώρο με αποτέλεσμα οτιδήποτε δεν περιλαμβάνεται σε αυτή να αποκλείεται.

Παρ’ όλα αυτά, στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε άλλες μεγάλες πό­λεις, έχουν δημιουργηθεί χώροι-μαγαζιά που απευθύνονται σε ομο- φυλόφιλους/ες και τρανς, εξυπηρετώντας τις ανάγκες κοινωνικοποί­ησης τους. Αυτά τα LGBT. μέρη δεν είναι απλά μέρη μιας κοινό­τητας, είναι εμπορευματοποιημένα μέρη που είναι μερικώς προσβά- σιμα σε όσους/ες μπορούν να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές, εν- δυματολογικές και πολιτισμικές απαιτήσεις τους. Ουσιαστικά αυτά τα μέρη είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις χρόνου και τόπου όπου υπάρχει ασφάλεια.

Αντιλαμβανόμαστε το δημόσιο χώρο ως περιφραγμένο κοινό που περιέχει και πάντα ετεροκανονικές έμφυλες εκφράσεις (γκομενο­κουβέντες, δημόσια εκδήλωση οικειότητας, φλερτ, καμάκι, ερωτική αναζήτηση, κοινωνικό σχολιασμό κ.λπ.). Αυτή η μη θεσμικά θεσπι­σμένη περίφραξη θεωρείται τόσο δεδομένη από τους ετεροφυλόφι­λους ώστε να μην αντιλαμβάνονται καν την ύπαρξη και τη χρησιμό­τητα της. Αντίθετα, είναι τόσο επώδυνα αντιληπτή από τους ομοφυ­λόφιλους ώστε, πέρα από την συναίσθηση του φράκτη ή τη συγκρό­τηση «δικών τους» χώρων, έχουν αναπτυχθεί στρατηγικές επίθε- σης-διάρρηξής του. Η περιπλάνηση στην πόλη που αναφέραμε παρα­πάνω μπορεί να διαβαστεί ως μια τέτοια στρατηγική.

Η μετάβαση από τον ιδιωτικό σου χώρο στο δημόσιο και από εκεί στον ημιδημόσιο/ημιιδιωτικό που απευθύνεται στην «ιδιαιτερότητα» σου (gay bar κ.λπ.), κάνει ακόμα πιο έντονη την αίσθηση των περι­φράξεων που διαχωρίζουν αυτούς τους χώρους. Αν πάρουμε για πα­ράδειγμα τις επιτελέσεις ενός σώματος, βλέπουμε ότι στον ιδιωτικό χώρο μπορεί η καθεμία να κάνει ό,τι θέλει (ο καθένας κάνει ο,τι θέ­λει στο κρεβάτι του κ.λπ.). Βγαίνοντας από τον ιδιωτικό και διασχί­ζοντας το δημόσιο χώρο αυτή η «ελευθερία» περιορίζεται στο ότι ένα ανδρικό σώμα πρέπει να είναι αρρενωπό και αντίστοιχα, ένα γυ­ναικείο (πρέπει να είναι) θηλυκό. Φτάνοντας στον ημιδημόσιο χώρο (gay bar), αφού πληρώσεις την είσοδο ή το ακριβό ποτό σου, μπορείς να επιστρέψεις σε αρκετές από τις επιτελέσεις που έχασες όταν απο­χωρίστηκες τον ασφαλή ιδιωτικό σου χώρο.

Επίλογος

Απέναντι στη διαρκή διαδικασία «πρωταρχικής» συσσώρευσης, απέ­ναντι στις διαρκώς ανανεούμενες περιφράξεις σχηματίζονται κοι­νότητες αγώνα που μέσα από την πράξη τους ανασυστήνουν, υπε­ρασπίζονται και διευρύνουν τα κοινά. Αναγνωρίζουμε τα κοινά ως τις στιγμές και τους τόπους, όπου οι άνθρωποι επανασυνδέονται ως δρώντα υποκείμενα και επιβεβαιώνουν ότι είναι κάτι πάνω και πέρα από αυτό που τους θέλει το κεφάλαιο να είναι. Συχνά όμως, μέσα στην ίδια την κίνηση συγκρότησης των κοινών, επανεμφανίζονται λό­γοι και περιεχόμενα που ορθώνουν εκ νέου αποκλεισμούς, διαχω­ρισμούς και ανισότητες, υποσκάπτοντας ουσιαστικά την ίδια την έν­νοια της κοινότητας που επιδιώκουν να δημιουργήσουν. Έτσι, οι πε­ριφράξεις ξαναστήνονται, αυτή τη φορά στο εσωτερικό της κίνησης που επιθυμεί να τις γκρεμίσει. Στην τοποθέτησή μας επικεντρωθήκα­με στον έμφυλο χαρακτήρα αυτών των περιφράξεων, χωρίς να αγνο­ούμε την ύπαρξη άλλων υποκειμενικοτήτων που αποκλείονται από τα κοινά.

Δεν αντιμετωπίζουμε τις έμφυλες περιφράξεις μόνο με οικονομι­κούς όρους και για αυτό στεκόμαστε κριτικά απέναντι στους προτει- νόμενους αγώνες για οικιακό μισθό ή στην ανάγκη να αναλάβουν οι γυναίκες ηγετικό ρόλο στην κολλεκτιβοποίηση της αναπαραγωγικής εργασίας, στην προσπάθεια να ανακτήσουμε ή να δημιουργήσουμε τα κοινά. Όσο δεν αμφισβητείται ο έμφυλος ρόλος των γυναικών και η έμφυλη ιεραρχική διάκριση των κοινοτήτων δε νοούνται σχέσεις που να δημιουργούν ή να ανακτούν τα κοινά.

Το πώς οι άνθρωποι ορίζουν τους χώρους τους, πώς τους βιώνουν και εντέλει τους κατασκευάζουν είναι πολύ σημαντικό στην κατασκευή ταυτοτήτων. Αν, λοιπόν, εδώ προσπαθήσουμε να ορίσουμε έναν νέο «κοινό» τόπο, τότε αυτός ο ορισμός θα περνά σίγουρα και μέσα από την επαναδιαπραγμάτευση των παγιωμένων ταυτοτήτων. Η θέσπιση/ κατασκευή ενός χώρου, έστω και φαντασιακή, δε μπορεί παρά να έχει εγγενές συστατικό της μια διαφορετική πρόσληψη των φύλων.

Συντονίστρια:

Στη συνέχεια θα τοποθετηθεί ο Massimo De Angelis και θα ακολου­θήσει συζήτηση, ερωτήσεις και τοποθετήσεις. Θα θέλαμε να πούμε ότι αύριο, πριν τις εισηγήσεις που ξεκινούν στις 16:00, προτείνουμε κατά τις 13:00 να γίνει μια ανοικτή, δημόσια συνέντευξη πάνω στο ζή­τημα των κοινών και των περιφράξεων με τον Massimo De Angelis.

5.3   Εισήγηση Massimo De Angelis

Θα ήθελα να ξεκινήσω από το τέλος. Κομμουνισμός. Ο Μαρξ όρισε τον κομμουνισμό ως «την πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημε­ρινή κατάσταση πραγμάτων»2 . Τι σημαίνει αυτό το πράγμα; Καταρ- χάς η έννοια της κίνησης εμπεριέχει την αλλαγή, τη διαδικασία και ίσως μια κοινωνική δύναμη που προκαλεί αυτήν την αλλαγή. Το δεύ­τερο ζήτημα είναι το ζήτημα του πραγματικού, της πραγματικής κί­νησης. Μιλάμε για μία πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερι­νή κατάσταση πραγμάτων. Το πραγματικό λοιπόν εξ’ ορισμού είναι αντιδιαμετρικά αντίθετο από το ιδεαλιστικό, το ιδανικό. Ο κομμουνι­σμός δεν είναι μία κίνηση συγκεκριμένων και παγιωμένων ιδεών, αρ­χών και αξιών τις οποίες πρέπει να προσκυνάμε στις εκάστοτε συν­θήκες. Αντίθετα, αυτές οι ιδέες, αυτές οι αξίες, πρέπει να είναι ρι­ζωμένες μέσα στην πραγματικότητα της πρακτικής. Για να το πω σύ­ντομα, για μένα το πραγματικό είναι αυτό που ο Μαρξ έχει αποκαλέ- σει: «η ζωή και οι διαδικασίες της ζωής». Ο κομμουνισμός, λοιπόν, εί­ναι η κίνηση της αναπαραγωγής της ζωής με την πολύ ευρεία έννοια. Μια αναπαραγωγή της ζωής η οποία μπορεί να καταργήσει τη σημε­ρινή κατάσταση πραγμάτων. Μία κατάσταση πραγμάτων, που όπως ξέρουμε και έχουμε αναλύσει, προωθείται από το κεφάλαιο προκει- μένου να οργανώσει τη ζωή σύμφωνα με τα δικά του συμφέροντα. Τη δική του ανάγκη αυτοσυντήρησης και τη δική του θέληση να αναπα­ράγει συνεχώς τον εαυτό του διαμέσου της συσσώρευσης και με όλες τις συνέπειες που έχει αυτό. Έτσι, λοιπόν, σύμφωνα με αυτή την κα­τανόηση του παραπάνω αποφθέγματος του Μαρξ, έχουμε παράλλη­λα μία θετική ανάγνωση του κομμουνισμού ως αναπαραγωγής της ζωής και μία αρνητική, που είναι η κατάργηση του κεφαλαίου και αυτά τα δύο ταυτόχρονα.

Και για να προχωρήσω, θα πάω από τον Μαρξ πολλά χρόνια μπροστά, στους Ζαπατίστας, στα τέλη της δεκαετίας του '90. Επικα­λούμαι την περίφημη ρήση των Ζαπατίστας που λέει ότι: «Μιλάμε για ένα “όχι” και πολλά “ναι”». Τα πολλά «ναι» είναι η ανάπτυξη πολ­λών δυνάμεων-για. Δυνάμεις τις οποίες χρειαζόμαστε για να αναπα­ράγουμε τη ζωή ανεξάρτητα από το κεφάλαιο. Ως μια συνθήκη ώστε να καταφέρουμε να ξεφορτωθούμε την εξουσία που επιβάλλεται σε εμάς [εξουσία-επί] ? Για μένα η κυτταρική μορφή, ο βασικός πυρή­νας αυτής της -ταυτόχρονα θετικής και αρνητικής- κίνησης, η θεμελι­ώδης κοινωνική μορφή που είναι υπεύθυνη για την εγκαθίδρυση της ζωής και μέσω αυτής για την κατάργηση του κεφαλαίου, είναι αυτό που ονομάζουμε τα κοινά.

Τα κοινά υπάρχουν, αν το σκεφτούμε, σε πολλές πτυχές της κοι­νωνικής μας ζωής αλλά είναι αφανή σε εμάς. Δε μπορούμε να τα δού­με. Γιατί πολλές φορές τα παίρνουμε σαν κάτι που είναι δεδομένο, γι’ αυτό και δεν τα βλέπουμε. Αλλά η ύπαρξή τους γίνεται άμεσα ορα­τή ακριβώς όταν τα χάνουμε. Δηλαδή όταν το κεφάλαιο προσπαθεί να τα περιφράξει, ακριβώς εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιούμε πόσο οι ζωές μας εξαρτώνται από αυτά. Σε διαφορετικές ιστορικές στιγ­μές, σε διαφορετικά κοινωνικά και γεωγραφικά συμφραζόμενα, ένα σωρό τέτοια κοινά όπως το νερό, η γη, η ατμόσφαιρα, η γνώση, οι γε­νικές συνθήκες αναπαραγωγής, όπως η φροντίδα των παιδιών ή η φροντίδα των ηλικιωμένων, περιφράσσονται διαρκώς. Η ιστορία του κεφαλαίου, όπως τη ξέρουμε, είναι μια ιστορία περιφράξεων.

Αυτό που ο Μαρξ ονόμασε «πρωταρχική» ή «αρχική συσσώρευ­ση», αναφερόμενος στις περιφράξεις αυτές, γνωρίζουμε πλέον ότι δε συνέβη μόνο μία φορά, πριν τον καπιταλισμό, όπως θα το ήθελε η ορ­θόδοξη μαρξιστική ανάγνωση του Μαρξ. Αλλά είναι μία επαναλαμ­βανόμενη συνθήκη, η οποία και είναι αναγκαία για την αναπαραγω­γή του ίδιου του καπιταλισμού. Οι περιφράξεις και η [εκάστοτε] πρω­ταρχική συσσώρευση, όπως έγραψε ο ίδιος ο Μαρξ, είναι η διαδικα­σία διαχωρισμού των ανθρώπων από τα μέσα παράγωγης αλλά με την ευρεία έννοια, τα μέσα της ζωής, τα μέσα της ίδιας μας της ύπαρξης. Κατά συνέπεια, πρόκειται για την προϋπόθεση που επιτρέπει στο κε­φάλαιο να ελέγχει τη ζωή των ανθρώπων. Στις λιγοστές αναφορές του σε ένα διαφορετικό τρόπο κοινωνικής οργάνωσης, ο Μαρξ χρη­σιμοποίησε τον όρο «κοινωνία ελεύθερα συνασπιζόμενων παραγω­γών» [association of free producers], για να περιγράψει την εγγύτη­τα, την ενότητα των ελεύθερων παραγωγών με τα μέσα παραγωγής και επομένως το ξεπέρασμα του διαχωρισμού. Όλες οι βασικές κα­τηγορίες που γνωρίζουμε ότι έχει χρησιμοποιήσει ο Μαρξ ως κριτική του καπιταλισμού, δηλαδή η αλλοτρίωση, ο φετιχισμός και η εκμετάλ­λευση, είναι όλες ριζωμένες μέσα σε αυτόν τον διαχωρισμό. Τα τε­λευταία τριάντα χρόνια, στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, είδαμε μια συνεχή και εντεινόμενη τέτοια διαδικασία διαχωρισμού και πε­ριφράξεων, τόσο στο Βορρά όσο και στο Νότο, με πληθώρα μέσων, όπως τα Προγράμματα Δομικής Προσαρμογής, τα δικαιώματα του κεφαλαίου, τις απαλλοτριώσεις γης και τώρα την αρπαγή γαιών ως αποτέλεσμα της παρούσας παγκόσμιας κρίσης.

Αυτή η αφάνεια των κοινών, το ότι δεν τα υπολογίζουμε και δεν τα αξιολογούμε ως απαραίτητες προϋποθέσεις της ύπαρξής μας, μας αποτρέπει από το να αντιληφθούμε στρατηγικά τις συνθήκες της ίδιας μας της δύναμης. Δηλαδή να τους δώσουμε μια νέα αξία. Μια αξία που θα είναι υπέρ μας, που θα τη χρησιμοποιήσουμε εμείς. Θέλω να μιλήσω λίγο προβοκατόρικα τώρα και να φέρω το παρά­δειγμα αυτού του κατειλημμένου εργοστασίου, αυτών των υπέροχων 19.000τ.μ. που έχετε εδώ πέρα και επισκέφτηκα χτες. Μπαίνοντας σε αυτόν τον χώρο -και θα χρησιμοποιήσω έναν όρο που είναι ιδι­αίτερα προσφιλής στους καπιταλιστές- είδα πολλές ευκαιρίες. Αλλά προφανώς όχι με όρους κέρδους και συσσώρευσης κεφαλαίου. Βλέ­πω συνεργεία ποδηλάτων και άλλα εργαστήρια, στούντιο για ταινίες και μουσική, παιδικούς σταθμούς, συλλογικούς λαχανόκηπους, μπο­ρώ να δω μια κοινότητα ζωντανή που περιλαμβάνει ιδεολογικά δια­φορετικούς ανθρώπους. Μια κοσμοπολίτικη κοινότητα αλλά μια κοι­νότητα που παρ’ όλα αυτά μπορεί να κατέχει την αναπαραγωγή της ίδιας της ζωής. Αυτή είναι, λοιπόν, η προβοκατόρική ερώτησή μου και είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν πολλές καλές απαντήσεις αλλά, ως εξωτερικός,4 θέλω να ρωτήσω: γιατί δεν υπάρχουν πολλά-πολλά παι­διά εδώ μέσα; Πού είναι οι ηλικιωμένοι; Πού είναι οι χώροι συνά­ντησης με άλλες κοινότητες; Και το τελικό ερώτημα στο οποίο πάντα επανέρχεται το ζήτημα των περιφράξεων: σε ποιον θα απευθυνθείτε για βοήθεια όταν τελικά η κρίση τελειώσει και έρθει η τράπεζα -που της ανήκει το κτίριο- και θελήσει να χτίσει ένα νεκρό μουσείο με αλ­λόκοτα εκθέματα; Από ποιον θα ζητήσετε βοήθεια όταν θα έρθουν και -για να σας πετάξουν έξω- θα πουν ότι αυτό το κτίριο είναι επι­κίνδυνο ή είναι ακόμα και μια όχληση προς τους γείτονες, που δεν το χρησιμοποιούν, που το κτίριο δεν έχει καμία σχέση με τη ζωή τους;

Τα κοινά πρέπει να γίνουν ουσιώδη για την αναπαραγωγή της ζωής. Και αυτή είναι μια απαραίτητη συνθήκη για την ανάπτυξη των δικών μας δυνάμεων. Τα κοινά, όπως ειπώθηκε και πριν, μπορεί να είναι είτε αλλοιωμένα, είτε καταπιεστικά είτε χειραφετητικά και πι­στεύω ότι είναι πολύ σημαντικό να κρατήσουμε και να θυμηθούμε -μιας και γίνεται μεγάλη κουβέντα για τα κοινά σε διάφορες κοινό­τητες- ότι δεν πρέπει να προβάλλουμε τις δικές μας αξίες πάνω στον ορισμό των κοινών. Αλλά να μετατρέψουμε τα ίδια τα κοινά σε ένα πεδίο αγώνα. Το σημείο-κλειδί για εμάς, με την ευρύτερη έννοια του αγώνα έναντι στο κεφάλαιο, είναι ότι τα κοινά βρίσκονται εκτός της σφαίρας του κεφαλαίου, ανεξάρτητα από το αν μας αρέσουν αυτά τα κοινά ή όχι. Τι σημαίνει να βρίσκονται εκτός του κεφαλαίου; όπως ανέφερα και χθες, αυτό σημαίνει ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ μας για τη δημιουργία και αναπαραγωγή αυτών των κοινών δε βασίζεται στο εμπόρευμα ή το κέρδος. Αυτό σημαίνει ότι βρίσκονται εκτός της σφαίρας του κεφαλαίου. Σημαίνει ότι η δράση μας στην ουσία ούτε ορίζεται ούτε μετριέται από το κεφάλαιο και τις ιεραρχήσεις του κε­φαλαίου. Σημαίνει, για παράδειγμα, ότι δε χρειάζεται η αποτελεσμα- τικότητα να είναι η πρώτη μας ιεράρχηση σε αυτό που κάνουμε, δε χρειάζεται να είμαστε πρώτα και κύρια αποτελεσματικοί. Το γεγο­νός, λοιπόν, ότι βρίσκονται εκτός αυτής της σφαίρας και το ότι ανα­γνωρίζουμε -παρ’ όλους τους περιορισμούς και τα όρια- ότι υπάρ­χουν πράγματα που βρίσκονται εκτός αυτής της σφαίρας, ότι υπάρ­χει ένα εκτός, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο γιατί σημαίνει ότι έχουμε ένα σταθερό σημείο από το οποίο μπορούμε να διεξάγουμε τους αγώνες μας. Ένα σημείο πάνω στο οποίο μπορούμε να οικοδομήσουμε τις δι­κές μας δυνάμεις-για. Να δημιουργήσουμε και να αναπαράγουμε και στην ουσία να μεγεθύνουμε τις κοινωνικές μας δυνάμεις. Θα πω κάτι που είπε ο Πυθαγόρας: «Δώσε μου ένα τόπο να σταθώ και θα μπορέ­σω να κινήσω τη γη».5 Αυτό το μέρος που βρισκόμαστε σήμερα είναι ένας από αυτούς τους τόπους.

Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν μιλούν για τα κοινά αναφέρονται στα «κοινά αγαθά» [common goods]. Αναφέρονται σε πράγματα, είτε αυτά είναι υλικά είτε άυλα, απτά ή άπιαστα. Πιστεύω ότι αυτά τα δύο, τα κοινά αγαθά και τα κοινά σχετίζονται μεταξύ τους αλλά πα­ράλληλα πρέπει να κάνουμε εδώ μία διάκριση, η σημασία της οποίας δεν πρέπει να μας διαφεύγει. Σας προσκαλώ, λοιπόν, να το σκεφτού- με μαζί. Τα κοινά αγαθά, όπως και τα εμπορεύματα, έχουν έναν δι­φυή χαρακτήρα. Ο διφυής αυτός χαρακτήρας αποκαλύπτεται καταρ- χάς από το ίδιο τους το όνομα: κοινά αγαθά. Στο όνομα αυτό συνδυ­άζεται ένα ουσιαστικό, το «αγαθό», με έναν επιθετικό προσδιορισμό, το «κοινό». Πρόκειται για αγαθά που, όπως συμβαίνει με όλα τα αγα­θά, αντιπροσωπεύουν κοινωνικά αντικειμενοποιημένες αξίες χρή­σης. Αντικείμενα που ικανοποιούν, με άλλα λόγια, κοινωνικά καθο­ρισμένες ανάγκες και επιθυμίες. Είναι, λοιπόν, αγαθά και ως τέτοια αξίες χρήσης αλλά παράλληλα είναι και κοινά, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν από μια πολλαπλότητα ανθρώπων. Έτσι, τα κοινά αγαθά είναι αξίες χρήσης για πολλούς ανθρώπους.

Αλλά αυτός ο ορισμός των κοινών αγαθών δεν είναι ιδιαίτερα λει­τουργικός στο σήμερα. Είναι σαν να κατανοούμε τα κοινά αγαθά όπως θα τα ερμήνευε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία και να προβά­λαμε στη συνέχεια την ερμηνεία αυτή στο παρόν. Να φέρω ένα παρά­δειγμα: η αίθουσα αναμονής ενός αεροδρομίου είναι μια αξία χρή­σης για πολλούς ανθρώπους αλλά παρ’ όλα αυτά δε θα επιλέγαμε να την ονομάσουμε κοινό. Ή επίσης ένας δρόμος είναι μια αξία χρήσης για μια πολλαπλότητα αλλά και πάλι θα συναντούσαμε προβλήμα­τα αν ορίζαμε το δρόμο ως κοινό. Συνήθως τον αποκαλούμε δημόσιο χώρο. Το σημείο-κλειδί σε αυτά τα παραδείγματα είναι ότι η πολλα­πλότητα μέσα σε αυτούς τους χώρους είναι κατά κύριο λόγο σιωπη­ρή. Όταν διασχίζεις ένα δρόμο, δε μιλάς, σιωπάς. Τα αγαθά τα χρη­σιμοποιείς αλλά δεν τα διεκδικείς, δε νοιάζεσαι γι’ αυτά, δε λες τίπο­τα γι’ αυτά. Είσαι απλά ένας χρήστης. Για να γίνουν τα αγαθά πραγ­ματικά κοινά θα πρέπει αυτή η πολλαπλότητα που τα χρησιμοποιεί να ζωντανέψει και να διεκδικήσει την κυριότητά αυτών των αγαθών. Και αυτό έχει βαρύνουσα σημασία γιατί εδώ ακριβώς έγκειται η δι­άκριση ανάμεσα στα κοινά και το δημόσιο χώρο. Ένας δρόμος εί­ναι ένας δημόσιος χώρος, γίνεται όμως κοινός τη στιγμή που τον ανα­κτούμε και τον μετατρέπουμε σε τόπο συνάντησης και μοιράσματος. Γίνεται κοινός όταν ανακτάται από μια κοινότητα ανθρώπων που ζω­ντανεύει, δημιουργεί και οργανώνει το δικό της χώρο, παίρνει απο­φάσεις και διεκδικεί το δημόσιο χώρο. Αυτό ακριβώς συνέβη στις κε­ντρικές πλατείες της Ισπανίας με το κίνημα των Αγανακτισμένων και το ίδιο πράγμα συμβαίνει και σήμερα στις πλατείες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Μετατρέπουν τους δημόσιους χώρους σε κοινά.

Οργανώνουν την ίδια την αναπαραγωγή των ζωών τους μέσα από αυ­τές τις πλατείες.

Και όταν η πολλαπλότητα διεκδικεί κατά αυτήν την έννοια τα αγα­θά, δημιουργεί ταυτόχρονα και νέες αξίες χρήσης, πέρα από αυτές των πραγμάτων. Δημιουργεί σχεσιακές αξίες, αποδίδοντας νέα νο­ήματα στις υπάρχουσες μορφές κοινωνικών σχέσεων. Κατορθώνει, έτσι, να θέσει υπό αμφισβήτηση τις κοινωνικές ιεραρχίες και τους αποκλεισμούς που βασίζονται στο φύλο ή σε άλλους διαχωρισμούς. Με αυτόν τον τρόπο και μέσω αυτής της διαδικασίας παραγωγής των κοινών [commoning] τα κοινά αγαθά μετατρέπονται σε στοιχεία ενός συστήματος κοινών. Έτσι όταν μιλάμε για κοινά σε πληθυντικό αριθ­μό, θα πρέπει πάντα να αντιλαμβανόμαστε ένα σύστημα που περι­λαμβάνει ως στοιχεία του α) την κοινότητα, β) τους κοινούς πόρους αλλά και γ) τη διαδικασία δημιουργίας των κοινών, τη διαδικασία του commoning. Με άλλα λόγια, τα κοινά αγαθά δεν είναι παρά ένα μόνο στοιχείο αυτού του συστήματος.

Έτσι, στο βαθμό που κατανοούμε τα κοινά ως κυτταρική μορ­φή του κομμουνισμού, αυτής της κίνησης που καταργεί το κεφάλαιο αλλά δημιουργεί παράλληλα μια νέα ζωή, θα πρέπει πάντα να τα εξε­τάζουμε ως δυναμικά συστήματα, να λαμβάνουμε υπόψη τις δυναμι­κές που αναπτύσσονται μέσα σε αυτά. Και οι δυναμικές αυτές έχουν δύο διαστάσεις: μια εσωτερική -που αφορά το ίδιο το κοινό- και μια εξωτερική. Η εσωτερική διάσταση έχει μελετηθεί διεξοδικά. Αναφέ­ρω ονομαστικά μόνο την Ostrom αλλά είναι πολλοί οι ακαδημαϊκοί που ασχολήθηκαν με τα όρια, τις αντιφάσεις και τις δυνατότητες των κοινών, όσον αφορά αυτό που συμβαίνει στο εσωτερικό της οργάνω­σής τους. Αλλά η ουσιαστική για μας διάσταση είναι η δεύτερη, η σχέ­ση των κοινών με ό,τι τα περικλείει, η σχέση με το εξωτερικό τους πε­ριβάλλον και αυτό δεν είναι άλλο από το κεφάλαιο. Έτσι, τα κρίσιμο ερωτήματα είναι το πώς και το σε ποιο βαθμό τα κοινά αρθρώνονται με το κεφάλαιο, διότι κατά τη γνώμη μου κάποιου είδους συνάρθρω­ση με το κεφάλαιο είναι αναπόφευκτη.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να μιλήσω για την κρίση, τη σχέση της κρίσης με τα κοινά. Θα ξεκινήσω με μια υπόθεση: θεωρώ, όπως συ- ζητήθηκε και χθες με διάφορους τρόπους, ότι βρισκόμαστε εν μέσω μιας κρίσης. Και όταν μιλάω για κρίση έχω στο μυαλό μου μια κρί­ση κοινωνικής σταθερότητας, μια βαθιά καπιταλιστική κρίση και όχι απλά μια ύφεση. Η κρίση αυτή απαιτεί από την πλευρά του κεφαλαί­ου μια αναδιάρθρωση των ταξικών σχέσεων, προκειμένου να συνε­χιστεί η ανάπτυξη και η καπιταλιστική συσσώρευση. Θα μπορούσα­με να συζητάμε για ώρες προσπαθώντας να περιγράψουμε τις διά­φορες στρατηγικές που επιστρατεύει το κεφάλαιο ώστε να αντιμετω­πίσει την κρίση αλλά εκτιμώ ότι όλες αυτές οι ρυθμίσεις καταλήγουν να επιδεινώνουν την κρίση της κοινωνικής και οικολογικής αναπα­ραγωγής που βιώνουμε. Ούτε ο πράσινος καπιταλισμός είναι λύση, ούτε η πυρηνική ενέργεια είναι λύση. Θα μπορούσαμε να απαριθμή­σουμε διάφορους μηχανισμούς και διάφορα μοντέλα αλλά οποιαδή- ποτε ρύθμιση κι αν επιλεγεί, συμβάλλει στο βάθεμα της κρίσης και όχι στην επίλυσή της. Αυτό σημαίνει ότι βρισκόμαστε σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία πέφτει πάνω μας βαριά η σκιά του μέλλοντος. Επίσης, κρίνοντας από τα τελευταία χρόνια, είναι ξεκάθαρο -του­λάχιστον σε εμένα- ότι ο νεοφιλελευθερισμός, ως τρόπος καπιταλι­στικής διαχείρισης και κυριαρχίας, δεν προτίθεται να παραδώσει τα ηνία σε έναν άλλο τρόπο διαχείρισης. Οι κυρίαρχες τάξεις δε φαίνο­νται πρόθυμες να ευθυγραμμιστούν πίσω από ένα νέο μοντέλο καπι­ταλιστικής διεύθυνσης.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτή η νεοφιλελεύθερη δι­ακυβέρνηση αρχίζει να ζητάει βοήθεια. Και αυτή η έκκληση για βο­ήθεια απευθύνεται στα κοινά. Σε αυτήν τη νέα φάση που διανύουμε, είναι σίγουρο ότι θα δούμε ξανά ολοένα και περισσότερες περιφρά­ξεις σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, οπουδήποτε αυτό είναι εφι­κτό, από περικοπές στις δαπάνες έως την αρπαγή γαιών. Αλλά πα­ράλληλα θα δούμε και την ενσωμάτωση των κοινών. Θα περιγράψω εν συντομία δύο τέτοια παραδείγματα: στην Αγγλία, ο νέος κυβερ­νητικός συνασπισμός επιβάλλει δραστικότατες περικοπές δημοσίων δαπανών, ακόμη μεγαλύτερες και από αυτές που είχε εφαρμόσει η κυβέρνηση της Θάτσερ τη δεκαετία του ’80. Ταυτόχρονα, όλη τους η επιχειρηματολογία περιστρέφεται γύρω από αυτό που οι ίδιοι ονο­μάζουν το όραμα της Μεγάλης Κοινωνίας [Big Society]. Ακόμη και σύμφωνα με τη δική τους οπτική, όμως, ο λόγος αυτός περί Μεγά­λης Κοινωνίας δεν είναι απλά μια ρητορική. Αντανακλά μια συγκε­κριμένη συντηρητική ιδεολογική παράδοση που επιδιώκει την ενδυ­νάμωση της κοινότητας. Αυτή η τάση είναι ορατή σε διάφορα επίπε­δα όπως τα σχολεία και η εκπαίδευση, η φροντίδα των ηλικιωμένων, οι υπηρεσίες καθαριότητας και περιβαλλοντικής φροντίδας στις γει­τονιές κ.λπ., πάντα όμως στο πλαίσιο των περικοπών και της μείωσης των κοινωνικών δαπανών. Με αυτόν τον τρόπο, χρησιμοποιούν αυτήν την ενδυνάμωση της κοινότητας ως μαξιλαράκι, ως μηχανισμό απορ­ρόφησης των κραδασμών που προκαλούν οι περικοπές των κοινωνι­κών παροχών.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα Τοπικά Συστήματα Εμπορικών Συναλλαγών6 και τα τοπικά συ­ναλλάγματα, που λειτουργούν συμπληρωματικά προς το παραδοσι­ακό καπιταλιστικό σύστημα, προκειμένου να απορροφήσουν τις δι­ακυμάνσεις και τα σκαμπανεβάσματα των επιχειρηματικών κύκλων. Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα αλλά το βασικό ερώτημα που δι­ατρέχει όλα τα παραδείγματα είναι το εξής: ποια η σχέση μεταξύ κοι­νών, κεφαλαίου και κομμουνισμού; Και θέλω εδώ να διευκρινίσω ότι αυτή η σχέση δεν είναι κάτι ξεκάθαρο, υπάρχει μια σημαντική αμφι­σημία. Μερικές φορές τα όρια είναι δυσδιάκριτα και αυτό είναι πολύ σημαντικό να το καταλάβουμε.

Ο ανθρωπολόγος Claude Meillassoux έγραψε ένα βιβλίο στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 που λέγεται νομίζω «Maidens, Meal and Money».7 Στο βιβλίο αυτό, ο Meillassoux αναλύει, λοιπόν, αυτήν την αμφισημία με έναν πάρα πολύ ενδιαφέροντα τρόπο. Μελετά πώς το κοινό ενός χωριού, ενός παραδοσιακού χωριού, βρισκόταν στην ου­σία, στην υπηρεσία της συσσώρευσης του κεφαλαίου, με το να επιτρέ­πει την πληρωμή χαμηλότερων μισθών, το να υπάρχουν δηλαδή χα­μηλότεροι μισθοί. Κι αυτό συνέβαινε, καθώς μέσα στο κοινό του χω­ριού υπήρχε η δυνατότητα της αναπαραγωγής της ζωής χωρίς ιδιαί­τερη έμφαση στο χρήμα, μέσα από την άμεση παραγωγή και ανταλ­λαγή των commoners. Αυτό είναι το πρόβλημα με τη Μεγάλη Κοινω­νία, για την οποία μιλούν στη Βρετανία. Από την άλλη μεριά, αυτά τα κοινά των χωριών, σε άλλες περιπτώσεις επέτρεψαν την οικοδόμη­ση της δύναμης-για. Έδωσαν τη δύναμη στους commoners ώστε να αρνηθούν συγκεκριμένες επιταγές του κεφαλαίου, καθώς επίσης και να αγωνιστούν για καλύτερους μισθούς. Κι αυτό γιατί, προφανώς, όσο λιγότερο εξαρτιόμαστε από το χρήμα, όσο περισσότερο η συνο­λική αναπαραγωγή της ζωής μας γίνεται διαμέσου αυτών των κοινών, τόσο περισσότερη δύναμη διαθέτουμε ώστε να αρνηθούμε το κεφά­λαιο. Υπήρξαν, άλλωστε, αγώνες που κατάφεραν να κρατήσουν για μήνες χάρη στη στήριξη που έλαβαν από τα κοινά.

Έτσι, αυτή η αμφίσημη σχέση μεταξύ των κοινών και του κεφα­λαίου, ανοίγει για εμάς μια τεράστια ευκαιρία να σκεφτούμε στρατη­γικά για το πώς θα κινηθούμε ανάλογα μέσα στις διαφορετικές συν­θήκες. Αλλά ένα πράγμα είναι για μένα ξεκάθαρο: ότι τα κοινά επι­τρέπουν τη δημιουργία δύναμης, της δύναμης της αναπαραγωγής της ίδιας της ζωής. Στο πλαίσιο της άσκησης αυτής της δύναμης, καθώς αναπαράγουμε τη ζωή, ουσιαστικά καταργούμε διαμέσου αυτής της διαδικασίας το κεφάλαιο και έτσι στηρίζουμε, επεκτείνουμε και προ­ωθούμε τον κομμουνισμό. Κι αυτός για μένα είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να αντικαταστήσουμε το τέλος της ιστορίας του κε­φαλαίου με την αρχή της ιστορίας της δικής μας κίνησης.

Ευχαριστώ πολύ.

5.4  Συζήτηση Σχόλιο 1:

Θα κάνω μια γρήγορη τοποθέτηση, ουσιαστικά επιδιώκοντας μια με­τατόπιση στη συζήτηση. Θέλω να πω καταρχάς ότι δεν έχω προλάβει φυσικά να διαβάσω τα κείμενα τα οποία έχουν βγει αναφορικά με την εννοιολόγηση των κοινών και των περιφράξεων. Βρίσκω πάντως τις θέσεις που έχουν εκτυλιχθεί ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες, πολύ πε­ρισσότερο γιατί φαίνεται πως απαντάνε μ’ έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο σε ερωτήματα που μας τέθηκαν στην Αθήνα, π.χ. αναφορικά με το δημόσιο χώρο, μέσα στη συνάντηση που έγινε για τα μέσα μαζι­κής μεταφοράς από το συντονιστικό που συγκροτήθηκε.

Παρ’ όλα αυτά, βρίσκω στις εισηγήσεις ένα βασικό έλλειμμα. Η έννοια του κοινού, έτσι όπως τίθεται, μοιάζει να είναι ουδέτερη, δεν εμπεριέχει τα υποκείμενα. Ουσιαστικά συνιστά μια αφήγηση η οποία ουδετεροποιεί την αντίληψη του «δημόσιου χώρου», το τι σημαίνει το κοινό, βγάζοντας τα υποκείμενα και τις ζωντανές σχέσεις που αυτά αναπτύσσουν σε ένα δεύτερο πλάνο μέσα σ’ αυτήν την αφήγηση. Το κοινό έρχεται πρώτο. Μιλάει ο Massimo για τα κοινά και τα περι­γράφει ως σημεία αναπαραγωγής της ζωής. Όμως, αυτές τις σχέσεις αναπαραγωγής της ζωής δεν τις περιγράφει ως πρωτεύουσες για τη συγκρότηση των κοινών. Νομίζω ότι συμβαίνει αυτό που διατύπω­σα και παραπάνω, η έλλειψη του υποκειμένου -και το υποκείμενο όταν μιλάμε για τα κοινά είναι οι ζωντανές κοινότητες των ανθρώ­πων. Αυτό τελικά μου φαίνεται ως ελλειματικό σε όλη αυτήν την ανά­λυση που εκτυλίχθηκε και από τις τρεις συλλογικότητες προηγουμέ­νως. Αυτό είναι ουσιαστικά το μοναδικό σημείο των ενστάσεων και μπορώ να το εξειδικεύσω σε κάποιες θέσεις που αναφέρθηκαν.

Μια πρώτη παρατήρηση. Διαφωνώ κάθετα με το γεγονός ότι στα κοινά οφείλουμε να μην προβάλλουμε τις δικές μας αξίες. Ακριβώς το αντίθετο. Η έννοια του κοινού, οργανώνεται με βάση τους αξια- κούς κώδικες, τα κοσμοείδωλα και τις αντιλήψεις, οι οποίες αυτές γο- νιμοποιούν, εμπλουτίζουν και δημιουργούν τελικά έναν κοινό χώρο. Ας φέρουμε ένα παράδειγμα, μιλώντας για ένα ποτάμι ή ένα δάσος, το λόφο του Φιλοπάππου, το πάρκο Τρίτση, το Ελληνικό. Τι ακριβώς συνιστά κοινό μέσα σε αυτά; Οι απαντήσεις μπορεί να είναι πολλα­πλών ειδών και εξαρτάται από τη θέση την οποία παίρνεις, αλλά τε­λικά αυτές οι διαφορετικές απαντήσεις συνιστούν πολύ μεγάλη δια­φορά στο τι τελικά πραγματώνεται μέσα σε αυτά και το πώς τα υπε­ρασπιζόμαστε. Δηλαδή ένα δάσος ή ένα ποτάμι μπορεί να έχουν μια αισθητική αξία και αυτό είναι ένα κομμάτι της αντίληψης του αστικού κόσμου. Μπορεί να έχουν μια λειτουργική αξία. Δηλαδή να καθαρί­ζουν τον αέρα ή να χρησιμοποιούνται ως πρωτογενής πηγή ξυλείας ή ως δίκτυο μεταφοράς ή οτιδήποτε άλλο. Κι αυτό συνιστά την αφή­γηση μιας οικονομετρίας. Ή μπορεί, σε αντίθεση με αυτές τις αφη­γήσεις ή και με άλλες παρόμοιες που μπορεί να αναπτυχθούν, να συ­νιστούν εκείνο το πεδίο μέσα στο οποίο επανασυγκροτείται μια βιω­ματική σχέση με τη φύση. Αυτό όμως συνιστά κάτι τελείως διαφορε­τικό. Δηλαδή αν τελικά αρχίζουμε να βάζουμε την έννοια των κοινών χωρίς να βάζουμε και τις εννοιολογήσεις που τα οργανώνουν, έχου­με χάσει ένα μεγάλο σημείο της δυνατότητας υπεράσπισής τους και επανασυγκρότησής τους. Και τελικά όμως τι σημαίνει εννοιολόγηση; Κι αυτό είναι στην πραγματικότητα η ίδια η ιστορία που παράγει το επαναστατικό κίνημα, αν σε αυτό αναφερόμαστε. Ουσιαστικά αφορά την επανασυγκρότηση ενός κοσμοειδώλου, ταυτοτήτων οι οποίες έρ­χονται να επαναορίσουν, να επανοργανώσουν ζωντανές σχέσεις, να δημιουργήσουν κοινότητες ανθρώπων μέσα από τον αγώνα και από την αντίληψη για τη ζωή. Αυτό τελικά είναι θεμελιώδες.

Σχετικά με αυτό, στις θέσεις του Μωβ Καφενείου. Γενικά παρα­κολουθώ τις έμφυλες αναλύσεις γιατί είναι από τις πιο ενδιαφέρου­σες τοποθετήσεις που έχουν αναδυθεί τα τελευταία χρόνια. Ένα ση­μείο που με ξενίζει και έχει σχέση με όσα ανάφερα προηγουμένως, είναι η εμμονή στις αφηγήσεις της νεωτερικότητας. Καταρχήν, δε θε­ωρώ τις αφηγήσεις της νεωτερικότητας μονοδιάστατα αρνητικές για­τί αυτό υπόρρητα κρύβεται πίσω από όλες τις αναλύσεις και αυτό ου­σιαστικά υπήρχε και μέσα στην ανάλυση του Μωβ Καφενείου. Δεν τις οργανώνουν εξαρχής. Δεν είναι η νεωτερικότητα ας πούμε που οργανώνει μια αφήγηση πάνω στο δίπολο άντρας-γυναίκα. Υπάρχει ήδη αυτή η αφήγηση κι αυτό το δίπολο στην ανάλυση της πατριαρχι­κής κοινωνίας στις μη ιστορικές κοινωνίες. Και το λέω όλο αυτό, τε­λικά, για να καταλήξω και να αντιστρέψω αυτήν την εμμονή στις αφη­γήσεις της νεωτερικότητας και να μιλήσω για τις αφηγήσεις της με- τανεωτερικότητας. Δηλαδή, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε την έν­νοια των κοινών και πολύ περισσότερο των κοινοτήτων, αν δε δούμε τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός, αυτό το συγκεκριμένο στά­διο του καπιταλισμού κι αυτή η συγκεκριμένη περίοδος στην οποία ζούμε, πώς καταστρέφει και ανασυγκροτεί τις ζωές μας με έναν τρό­πο που δεν είναι δυνατό να υπάρξεις. Σε αντίθεση με τη νεωτερικότη­τα, ο μετανεωτερικός κόσμος επαναοργανώνει, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου, γιγαντιαίες ιδιωτικές σφαίρες. Αυτό σημαίνει την έξοδο ουσιαστικά του συλλογικού κόσμου τόσο από το ψυχοσυναισθηματι- κό πεδίο όσο και από τις νοηματικές αφηγήσεις και τις αντιληπτικές κατηγορίες του κόσμου. Κι αυτό συνιστά μια πολύ μεγάλη διαφορά.

Όταν έρχονται κεντρικά αναλυτικά εργαλεία -τα οποία κατά τα άλλα είναι φοβερά χρήσιμα- όπως αυτή η αντίληψη που κατατίθε­ται για τα κοινά και τις περιφράξεις και μπαίνουν μέσα στην αντίλη­ψη και στην εννοιολόγηση του αγώνα, αν δε δουν κι αυτή τη διάστα­ση και αν δεν προσπαθήσουν να επαναπροσδιορίσουν τις υποκειμε­νικές κατηγορίες που συγκροτούν την έννοια του κοινού, εκεί πέρα λανθάνουν. Τελοσπάντων αυτό που ήθελα να πω... Ας πούμε, με τη θέση του Bauman, ότι το συγκεκριμένο μοντέλο του καπιταλισμού καταστρέφει κάθε δραστικοποιημένη και πραγματική κοινωνική σχέ­ση και αντικαθιστά όλες τις ταυτότητες με την ταυτότητα του κατανα­λωτή, εγώ συμφωνώ. Αλλά αυτό αν δεν το δεις, αν δε δεις δηλαδή την ανάγκη επανασυγκρότησης των κοινών μέσα από την επανασυγκρό- τηση των ταυτοτήτων -γιατί αυτό σημαίνει «επανασυγκροτώ», ότι ο καπιταλισμός είναι κοινωνική σχέση. Ή μάλλον, η πραγματική κατα­στροφή των κοινωνικών σχέσεων. Αν πραγματικά θέλουμε να δούμε την επανάσταση και τα δικά μας προτάγματα σαν μια αντίληψη επα- νακατασκευής εδάφους, εδαφικοποίησης ζωής, κοινοτήτων, θα πρέ­πει να δούμε και την επανασυγκρότηση ταυτοτήτων και μέσα σε αυτό το πλαίσιο των υποκειμένων να εξετάσουμε τα κοινά. Θα πρέπει δη­λαδή κυρίως να κοιτάζουμε τις κοινότητες των ανθρώπων που αναδύ­ονται μέσα στην πραγματική ζωή και μέσα στον αγώνα και τα κοινά να έρχονται σαν εκείνο το αντικείμενο το οποίο προσδιορίζεται κυ­ρίαρχα από τα υποκείμενα, τις κοινότητες.

Κλείνοντας, δηλαδή, να το συνοψίσω λιγάκι. Θεωρώ την ανάλυση για τα κοινά και τις περιφράξεις πάρα πολύ χρήσιμη και ειδικά έτσι όπως ορίζεται από το Cafe la Rage, θεωρώ ότι μας πηγαίνει βήματα μπροστά. Μόνο που φαίνεται να είναι μια αφήγηση της συγκεκριμέ­νης ιστορικής περιόδου. Μοιάζει να είναι μια αφήγηση, η οποία προ­σπαθεί να καταλάβει τον αστικό χώρο μέσα στο μητροπολιτικό πε­δίο. Έτσι, υπάρχουν πράγματα μέσα στις αναγκαίες υποκειμενικότη­τες της ζωής τα οποία φαίνεται ότι τα χάνει. Δηλαδή ίσως θα χρειά­ζεται αυτή η συζήτηση να επαναοριστεί κυρίαρχα από την έννοια της κοινότητας και της υποκειμενοποίησης, πριν δοκιμάσει να μεταβεί σε ένα δεύτερο στάδιο πάνω στην έννοια του κοινού και του δημόσιου.

Σχόλιο 2:

Λοιπόν, ελπίζω να διασκεδάζει κάπως ο Massimo με την κριτική, για­τί αυτό ακριβώς πρόκειται να κάνω τώρα. Θεμέλιος λίθος αυτού που ονομάζει ο Massimo «κομμουνισμό των κοινών» είναι ουσιαστικά η θεωρία για τη συνεχιζόμενη πρωταρχική συσσώρευση. Ο Μassimo λέει ότι αυτό είναι μια αναμόρφωση της μαρξιστικής θεωρίας, κατά τη γνώμη μου πρόκειται για κάτι παράδοξο. Είναι όντως μια ανα­μόρφωση της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά στην πραγματικότητα γίνε­ται με έναν τέτοιο τρόπο που συμπληρώνει τη μαρξιστική θεωρία, ού­τως ώστε να μπορεί σήμερα το περιεχόμενο του κομμουνισμού να είναι αυτό που ήταν και για τον Μαρξ, για την ιστορική εποχή του Μαρξ. Δηλαδή, η δημιουργία μιας «κοινωνίας ελεύθερα συνασπι­σμένων παραγωγών». Ο τρόπος παραγωγής του κομμουνισμού για τον Μαρξ, είναι η κίνηση από την τάξη καθεαυτή στην τάξη δι’ εαυ- τήν, στην τάξη για τον εαυτό της. Μέσα στην αναδιάρθρωση παράγε­ται η θεωρία του κομμουνισμού των κοινών, που στην πραγματικότη­τα κατά τη γνώμη μου είναι μια σύγχρονη επανάληψη αυτού του σχή­ματος. Το σχήμα του Μαρξ από την τάξη καθεαυτή προς την τάξη για τον εαυτό της εγώ στην πραγματικότητα το ξαναβλέπω στο σχή­μα του Μassimo για την ανάπτυξη δυνάμεων, τις οποίες ονομάζει κοι­νά, για την «ανεξάρτητη από το κεφάλαιο αναπαραγωγή της ζωής» -κάνω quote από αυτά που είπε προηγουμένως- ως προϋπόθεση για την κατάργηση του κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα δηλαδή πρόκει­ται για τη δημιουργία μιας κοινωνίας παραγωγών και αυτό απαιτεί ένα reclaiming, μια επαναοικειοποίηση όπως μεταφράστηκε, των μέ­σων παραγωγής. Έχει μάλιστα ενδιαφέρον για όσους διαβάσουν την πολύ ενδιαφέρουσα έκδοση που έκανε το rebel.net ότι στη μετάφρα­ση του «reclaiming» οι συντάκτες έχουν έχουν αντιληφθεί αυτήν την αντίφαση και έχουν κάνει μια προσπάθεια να επαναορίσουν το τι ση­μαίνει reclaiming ουσιαστικά.

Κατά τη δική μου γνώμη δεν είναι αυτό το περιεχόμενο του κομ­μουνισμού που παράγεται σήμερα, άλλα αυτό είναι έξω από το σχό­λιο που θέλω να κάνω εδώ. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο Μαρξ παρότι είχε αυτόν τον τρόπο παραγωγής του κομμουνισμού στο μυα­λό του, ήδη από τότε, από τον δέκατο ένατο αιώνα, είχε ορίσει διαφο­ρετικά την πρωταρχική συσσώρευση, όχι ως κάτι που προηγείτο του καπιταλισμού άλλα ως μια μακρά ιστορική διαδικασία. Επειδή και ο Μassimo αναφέρεται συγκεκριμένα στον Μαρξ, θα κάνω quote από ένα κομμάτι και θα ήθελα καταρχάς να μου πει τη γνώμη του πάνω σε αυτό, ποια είναι η διαφωνία του:

«[...] μαζί με το μέγεθος του δαπανημένου κεφαλαίου, αυξά­νει και η μάζα του κέρδους αν και με μικρότερο ποσοστό. Ωστό­σο, αυτό συνεπάγεται ταυτόχρονα συγκέντρωση του κεφαλαίου, γιατί τώρα οι όροι παραγωγής απαιτούν τη χρησιμοποίηση μεγά­λης μάζας κεφαλαίου. Συνεπάγεται επίσης τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, δηλαδή την καταβρόχθιση των μικρών κεφαλαιο­κρατών από τους μεγάλους και την αποκεφαλαιοκρατοποίηση των πρώτων.»8

Εδώ είναι το ενδιαφέρον κομμάτι:

«Πρόκειται πάλι, αν και σε δεύτερο βαθμό, για τον χωρισμό των όρων εργασίας από τους παραγωγούς, στους όποιους ανή­κουν ακόμα αυτοί οι μικρότεροι κεφαλαιοκράτες, γιατί σ’ αυτούς παίζει ακόμα κάποιο ρόλο ή δική τους προσωπική εργασία.[... ] Ακριβώς αυτός ό χωρισμός των όρων εργασίας, από τη μία, και των παραγωγών, από την άλλη, είναι πού συγκροτεί την έννοια του κεφαλαίου πού αρχίζει με την πρωταρχική συσσώρευση [...] και πού εμφανίζεται μετά σαν μόνιμη διαδικασία στη συσσώρευ­ση και στη συγκέντρωση του κεφαλαίου, και που εδώ τέλος εκ­φράζεται σαν συγκεντροποίηση σε λίγα χέρια υπαρχόντων ήδη κεφαλαίων και σαν αποκεφαλαιοκρατοποίηση πολλών (αυτή εί­ναι τώρα ή νέα μορφή τής απαλλοτρίωσης). Αυτή η διαδικασία θα οδηγούσε σύντομα την καπιταλιστική παραγωγή στην κατάρρευ­ση, αν δεν δρούσαν ξανά διαρκώς αποκεντρωτικά αντιτιθέμενες τάσεις δίπλα στην κεντρομόλο δύναμη.»9

Άρα, λοιπόν, αυτό που ο Massimo ονομάζει παραδοσιακή αντί­ληψη για την πρωταρχική συσσώρευση, στην ουσία εμφανίζεται από τον Μαρξ σαν μία συνεχής διαδικασία απαλλοτρίωσης κεφαλαίων μικρότερων καπιταλιστών -κατά τις αναδιαρθρώσεις- από μεγαλύ­τερους καπιταλιστές. Σίγουρα το κεφάλαιο -σε αυτό το πράγμα δε μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε- επεκτείνεται ακόμη και σήμερα με την εκτόπιση των παραγωγών από τη γη τους. Προφανώς, υπάρ­χουν ακόμη φτωχοί αγρότες οι οποίοι ζουν μόνο από την εκμετάλλευ­ση της γης τους, όπως υπάρχουν και ιθαγενείς κυνηγοί, ελάχιστοι μεν αλλά υπάρχουν. Η πρωταρχική συσσώρευση ήταν μια μακρά ιστορι­κή διαδικασία μέσω της οποίας επιβλήθηκε η κυριαρχία του καπιτα­λιστικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή η κυριαρχία της αντίφασης της εκμετάλλευσης πάνω σε όλες τις άλλες αντιφατικές κοινωνικές σχέ­σεις, οι οποίες εξακολουθούν να υπάρχουν και να ανήκουν οργανικά στην καπιταλιστική κοινωνία.

Κατά τη γνώμη μου, πίσω από τη χρήση του όρου «συνεχιζόμενη πρωταρχική συσσώρευση» υπάρχει μια ιδεολογία, η ιδεολογία αυτή είναι ότι αναγνωρίζει ένα εξωτερικό του καπιταλισμού σύμπαν κοι­νωνικών σχέσεων, το οποίο αντιμετωπίζει το κεφάλαιο ως μία συνε­χή κατάληψη αυτού του χώρου, συνεχή εμπορευματοποίηση πτυχών της ανθρωπινότητας. Ο Massimo έφερε ας πούμε το παράδειγμα της Υφανέτ, υπάρχουν και άλλα παραδείγματα από το κείμενο του, όμως το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου γίνεται ακόμη μεγαλύτερο, στη αντί­ληψη για τα κοινά όχι μόνο όταν μιλάμε για τους εναλλακτικούς χώ­ρους αναπαραγωγής, όπως θεωρεί ο Massimo την Υφανέτ, αλλά όταν φτάνουμε στην ιδιωτικοποίηση των κρατικών υπηρεσιών. Λέει για παράδειγμα σε ένα από τα κείμενα που έχει μεταφράσει το rebel.net: «Η ιδιωτικοποίηση των κοινών αγαθών στις Ηνωμένες Πολι­τείες και στην Ευρώπη επίσης πρέπει να εξεταστεί με αυτό τον τρόπο, [δηλαδή ως νέα περίφραξη]. Για μένα ωστόσο είναι σημα­ντικό να δοθεί έμφαση, όχι μόνο στο ότι οι περιφράξεις συμβαί­νουν διαρκώς αλλά επίσης και στο ότι διαρκώς δημιουργούνται κοινά.»10

Σε άλλο σημείο λέει όμως το εξής:

«Οι σύγχρονές μορφές της πρωταρχικής συσσώρευσης εμφα­νίζονται σε εντελώς διαφορετικά πλαίσια από αυτά στις οποίες έλαβε χώρα το κίνημα ενάντια στις περιφράξεις στην Αγγλία και το δουλεμπόριο, όμως το να τονίζουμε τον χαρακτήρα των κοινών μας επιτρέπει να ερμηνεύσουμε τη σημερινή κατάσταση χωρίς να ξεχνάμε τα σκληρά μαθήματα του παρελθόντος.»11 Και συνεχίζει:

«Κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα είναι τις περισσότερες φο­ρές το αποτέλεσμα παλαιότερων μαχών, κρατικοί θεσμοί έχουν αναπτύξει και προσπαθήσει να ενσωματώσουν πολλά από αυτά τα δικαιώματα με βάση τις προτεραιότητες του καπιταλιστικού συστήματος, για παράδειγμα τα εγγυημένα δικαιώματα του με­ταπολεμικού κράτους πρόνοιας μπορεί να κατανοηθούν ως θε­σμοθέτηση σε ορισμένες μορφές των κοινωνικών κοινών (social commons).»12

Το ζήτημα αυτό το θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό γιατί άπτεται και της κατάστασης της ταξικής πάλης στην Ελλάδα σήμερα. Ανεγείρο­νται, δηλαδή, θεωρητικά ερωτήματα σχετικά με το πώς πρέπει να αντιληφθούμε την ιδιωτικοποίηση των κρατικών υπηρεσιών. Είναι οι υπηρεσίες που παρέχει το κράτος «κοινωνικά κοινά»; ‘Η μήπως στην πραγματικότητα είναι έμμεσος μισθός; Οι αγώνες ενάντια στις ιδιω­τικοποιήσεις είναι αγώνες για τα κοινά; Ή είναι στην πραγματικό­τητα ουσιαστικά μισθολογικοί αγώνες; Τι σημαίνει για μας να παρα­μένουν οι παρεχόμενες υπηρεσίες στο κράτος, αλλά παράλληλα, ας πούμε, να γίνονται συνεχώς πιο ακριβές, όπως για παράδειγμα στην υγεία; τι σημαίνει δηλαδή γενικώς η πρόταξη της μη ιδιωτικοποίη­σης; Τελικά, δηλαδή, το ερώτημα είναι πώς πρέπει να αντιμετωπίζου­με τη σημερινή κατάσταση στην οποία το κράτος πρόνοιας ισοπεδώ­νεται, καταστρέφεται; Πρέπει να το επαναδιεκδικούμε; Αυτό το σχό­λιο ήθελα να κάνω. Ευχαριστώ.

Σχόλιο 3:

Πάντως παιδιά, λίγο πριν απαντήσει, με όλη την εκτίμηση γιατί από ότι φαίνεται δούλεψε και το έψαξε για να κάνει αυτό το πράγμα, νο­μίζω ότι αυτές οι τοποθετήσεις, δηλαδή η παράθεση αποσπασμάτων τόσο μεγάλων, δεν εξυπηρετούν. Θέλω να πω ας μπαίνουν τα ζητή­ματα αλλά να μπαίνουν με ένα τρόπο που να κινείται η κουβέντα για­τί ουσιαστικά θεωρώ ότι η κουβέντα γίνεται για να επικοινωνούμε τα σκεπτικά μας, τους αγώνες μας, τις εμπειρίες μας. Τοποθετήσεις αυ­τού του τύπου θα έπρεπε, νομίζω, να είναι γραπτές, όπως μια κριτική αλληλογραφία όπου γράφεις ένα κείμενο, το στέλνεις και περιμένεις απάντηση ή έρχεσαι αύριο το πρωί στη συνέντευξη ας πούμε και το συζητάς. Κατά τη γνώμη μου πάντα και με όλο το σεβασμό.

Σχόλιο του Massimo De Angelis:

Αν δε σας πειράζει, θα αρχίσω να απαντώ σε κάποια πράγματα για­τί ήδη η πληροφορία γίνεται αρκετά πυκνή. Ξεκινώντας με την τε­λευταία παρατήρηση, ισχυρίζομαι ότι μπορεί να αποδοθεί στον ίδιο τον Μαρξ αυτή η θεωρία της συνεχιζόμενης πρωταρχικής συσσώρευ­σης. Οπότε συμφωνώ με αυτά τα αποσπάσματα του Μαρξ που δια­βάστηκαν, δεν έχω κάποιο πρόβλημα με αυτά. Αναφερόμουν όμως, προηγουμένως, στην ορθόδοξη μαρξιστική ανάγνωση του Μαρξ, η οποία πάντα περιθωριοποιεί την πρωταρχική συσσώρευση σαν κάτι που ανήκει στις απαρχές του καπιταλισμού. Το μόνο φως, ας πού­με, η μόνη αναλαμπή σε όλη αυτή την παράδοση είναι η Ρόζα Λού- ξεμπουργκ.

Υπάρχει και ένα ακόμα ζήτημα, όμως, που ο Μαρξ ίσα-ίσα που αναφέρει: όχι μόνο η επέκταση του κεφαλαίου περιφράσσει συνεχώς νέους χώρους και τους εντάσσει μέσα στην παγκόσμια αγορά, δηλα­δή οι περιοχές που πριν δεν εντάσσονταν μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή τώρα ενσωματώνονται σε αυτή, αλλά και για τους εργατι­κούς αγώνες -ακόμη και για τους παραδοσιακούς εργατικούς αγώ­νες- τα μέσα του αγώνα είναι η δημιουργία των κοινών. Δεν έχου­με παρά να μελετήσουμε για παράδειγμα την ιστορία των ελευθερια- κών κινημάτων στις Η.Π.Α. Εκεί μπορούμε να βρούμε, για παράδειγ­μα, μοντέλα αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης που επέτρεπαν στους εργάτες και τις οικογένειές τους να αναπαράγονται και συγχρόνως παρείχαν το έδαφος για την ενότητα των εργατών στην αντιπαράθε­σή τους με το κεφάλαιο. Οι πρώτες ελευθεριακές οργανώσεις και οι κοινότητες του αγώνα ουσιαστικά δημιουργήθηκαν γύρω από αυτήν τη δραστηριότητα του commoning. Όταν μιλάμε για τα κοινά στην ιστορία του καπιταλισμού, στην ουσία μιλάμε για οργανώσεις και θε­σμούς της εργατικής τάξης. Και παράλληλα, μιλάμε πάντα για την προσπάθεια του κράτους και του κεφαλαίου να ενσωματώσει αυτούς τους θεσμούς, όχι μόνο να τους καταστείλει -αν και πάντα υπάρχει και καταστολή- αλλά και σε ορισμένες ιστορικές περιόδους να τους απορροφήσει και να τους μετασχηματίσει κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι συμβατοί με τη λειτουργία του κεφαλαίου.

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, το κοινωνικό συμβόλαιο μετα­ξύ των οργανώσεων της εργατικής τάξης και του κεφαλαίου περιε- λάμβανε από τη μία την αναγνώριση κάποιων κοινών πόρων, όπως η πρόνοια, αλλά ταυτόχρονα από την άλλη την εφεύρεση μηχανισμών μέσω των οποίων τέτοιοι εργατικοί θεσμοί θα μπορούσαν να τεθούν στην υπηρεσία της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Και όλο αυτό, απο­κλείοντας παράλληλα συγκεκριμένους τομείς. Τέτοιο παράδειγμα εί­ναι φυσικά οι γυναίκες που κατά τη μεταπολεμική περίοδο περιο­ρίστηκαν και κλείστηκαν εκ νέου στα σπίτια τους. Ή επίσης, όσον αφορά τις Η.Π.Α., οι κοινότητες των μαύρων που και αυτές αφέθη- καν εκτός του κοινωνικού συμβολαίου. Για να μη μιλήσουμε για τους αγρότες του Τρίτου Κόσμου που βομβαρδίστηκαν με βόμβες ναπάλμ.

Έτσι, λοιπόν, η σχέση των κοινών με τον καπιταλισμό κουβαλάει μια αμφίσημη και αντιφατική ιστορία. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν έχει αξία να σκεφτόμαστε με όρους κοινών το παρόν, χωρίς να αγνοούμε τα προβλήματα του παρελθόντος.

Θέτεις πολύ σημαντικά και θεμελιώδη ερωτήματα: θα έπρεπε να διεκδικούμε υπηρεσίες από το κράτος; Τι σημαίνει αυτό; Να γυρί­σουμε πίσω στο χρόνο, στην εποχή πριν τις περικοπές; Να επιστρέ­ψουμε, δηλαδή, στην περίοδο των αλλοιωμένων κοινών; Ή μήπως να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ευκαιρία που ανοίγεται μέσα από τους αγώνες εναντίον των περικοπών ώστε να οραματιστούμε νέους τρό­πους ανάκτησης των κοινών, που θα συνεπάγονται ανώτερες βαθμί­δες χειραφέτησης και κοινωνικής εξουσίας; Αν θεωρήσουμε το σύ­στημα υγείας ως ένα κοινό, τότε ποια είναι η κοινότητα; Ποια η σχέ­ση μεταξύ ασθενών και γιατρών, διοικητών και αρμόδιων υπουργών; Όλα αυτά οφείλουν να ανασυσταθούν, να μετασχηματιστούν. Και όλα αυτά οφείλουν να πέσουν στο τραπέζι και να συζητηθούν μέσα στο πλαίσιο του αγώνα.

Θα ήθελα επίσης, πολύ σύντομα, να κάνω ένα σχόλιο πάνω στην πρώτη τοποθέτηση, σχετικά με το ερώτημα κατά πόσο τα κοινά είναι κάτι ουδέτερο: νομίζω ότι δεν κατόρθωσα να γίνω ιδιαίτερα σαφής πάνω σε αυτό. Φυσικά εσύ και εγώ, όπως και οποιοσδήποτε άλλος/η από όσους/ες βρίσκονται απόψε εδώ, προβάλουμε τις δικές μας αξί­ες, τις δικές μας αρχές σε οποιαδήποτε κατάσταση εμπλακούμε. Και προφανώς οι υποκειμενικότητές μας είναι κομμάτι της εξίσωσης από την πρώτη στιγμή που παρεμβαίνουμε, οπουδήποτε και αν συμβαί­νει αυτό. Με αυτήν την έννοια, εντάσσω τον εαυτό μου στη θεωρία της κοινωνικής κατασκευής [κονστρουκτιβισμού], δεν είμαι υποστη- ρικτής της νεωτερικότητας. Αλλά αληθεύει, επίσης, ότι συχνά ακούμε για καταστάσεις στις οποίες δε θα επιλέγαμε να εμπλακούμε, διότι οποιοδήποτε κοινό βρίσκεται μπροστά μας δε σημαίνει αυτόματα ότι συμμερίζεται τις δικές μας αξίες. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα ου­δετερότητας των κοινών. Εφόσον μιλάμε για πραγματική πράξη, για την πρακτική δραστηριότητα του commoning, πάντα μέσα από αυτήν τη δραστηριότητα αναδύονται αξίες. Αλλά οι αξίες που κομίζουμε μέσα από τη ριζοσπαστική κινηματική μας παράδοση, μέσα από τους αγώνες μας για τη χειραφέτηση, ενάντια στους αποκλεισμούς, την εκ­μετάλλευση, τις ιεραρχίες, αυτές οι αξίες πρέπει να εισαχθούν στις σφαίρες αναπαραγωγής της ζωής, να γειωθούν στο εκάστοτε κοινω­νικό υπόβαθρο, στο κοινωνικό έδαφος στο οποίο αυτές λαμβάνουν χώρα. Και έτσι η μάχη που πρέπει να δώσουμε, που συχνά είναι ένας αγώνας διττός, δεν είναι μόνο η μάχη ενάντια στο κεφάλαιο αλλά επί­σης και η αναδιαμόρφωση των κοινοτήτων μας και συχνά η δημιουρ­γία νέων κοινοτήτων μέσα από τον κοινωνικό κατακερματισμό.

Στην Ιταλία, εκεί που μένω, δουλεύω μεταξύ άλλων σε ένα κοινο­τικό κήπο που έχουμε στήσει και αν ήταν να εφαρμόσω τις ριζοσπα­στικές μου αξίες, θα συνεργαζόμουν μόνο με τη σύντροφό μου και ίσως με καναδυό άτομα ακόμη. Αλλά αντίθετα, υπάρχουν και συμμε­τέχουν άνθρωποι με διαφορετικές καταβολές, ως προς τη θρησκεία -κάποιοι καθολικοί για παράδειγμα και μάλιστα πολύ πιστοί-, ή ως προς την ιδεολογία -υπάρχουν κάποιοι αριστεροί και κάποιοι δεξι­οί, κάποιοι που ψηφίζουν τον Μπερλουσκόνι και τη Λίγκα του Βορ­ρά και υπάρχει μάλιστα και ένας φασίστας. Το πλαίσιο εκεί, το πο­λιτιστικό υπόβαθρο στην ευρύτερη περιοχή, εκφέρει ένα λόγο έντο­να αντιμεταναστευτικό και επικριτικό ως προς τους πολιτισμούς της Βόρειας Αφρικής. Παρ’ όλα αυτά, έχουμε και δύο άτομα από το Μα­ρόκο που δουλεύουν μαζί μας, οι οποίοι είναι μετανάστες που έφτα- σαν πρόσφατα στην Ιταλία, όπως επίσης και δύο μετανάστες από την Αιθιοπία που έφτασαν μόλις πριν από μια βδομάδα. Και αυτοί οι άν­θρωποι, δουλεύουν πλάι-πλάι με αυτούς που ψήφισαν τον Μπερλου­σκόνι και τη Λίγκα του Βορρά. Πώς είναι αυτό δυνατό; Δε χτίσα­με αυτή την κατάσταση ξεκινώντας με ιδεολογικές συζητήσεις αλλά αφήνοντας την ιδεολογική μας συζήτηση να ωριμάσει και να δημι­ουργήσει μια εκρηκτική δυναμική ενώ κάνουμε πράγματα. Έχουμε έτσι φτάσει στο σημείο, αυτός που ψήφισε Μπερλουσκόνι να έχει αρ­χίσει να το ξανασκέφτεται. Επίσης, άκουσα από κάποιον που μέχρι πέρυσι ήταν σθεναρά ενάντια στους μετανάστες, να λέει ότι «τελι­κά, αυτός ο τύπος είναι καλό παιδί» και ακόμα οι φασίστες σταμάτη­σαν πια να κάνουν post φωτογραφίες του Μουσολίνι στην σελίδα που έχουμε στο facebook. Πράγμα που είναι κάτι πολύ καινούριο και για μένα. Έχω ζήσει σε μεγάλες πόλεις όλη μου τη ζωή, και σε μια πα­ρόμοια κατάσταση κάπου αλλού, θα έλεγα «άντε γαμηθείτε» και θα έκανα κάτι άλλο. Αλλά είναι πολύ ενδιαφέρον και το συνειδητοποίη­σα τώρα, ότι ζώντας σε μια μικρή περιοχή τα τελευταία τρία χρόνια, τόσο εγώ προσωπικά όσο και η οικογένειά μου, δεν έχουμε την επι­λογή να μην αντιμετωπίσουμε τους ανθρώπους που πρέπει να αντιμε­τωπίσουμε. Η μόνη επιλογή που έχουμε είναι το κατά πόσο θα μπο­ρέσουμε να κάνουμε κάτι συλλογικά, κάτι το οποίο εμείς θεωρούμε σημαντικό για τις ζωές μας ή όχι. Και το πώς αυτό θα συμβεί εξαρτά- ται και από τη δική μου συμβολή, από εμένα τον ίδιο, και εκεί είναι που θα θέσω τις δικές μου αξίες και θα τραβήξω τις διαχωριστικές μου γραμμές και αν κάποιος κάνει, για παράδειγμα, ένα ρατσιστικό σχόλιο, θα το αντικρούσω και θα προσπαθήσω να το συζητήσω και να το αντιμετωπίσω. Έτσι, οι υποκειμενικότητες και οι ταυτότητες είναι καίριας σημασίας αλλά παράλληλα είναι παράγοντες που εξελίσσο­νται ταυτόχρονα με τη διαδικασία της δημιουργίας των κοινών.

Σχόλιο 4:

Εγώ θα ήθελα να ρωτήσω, όχι τον Massimo, μιας και δεν είναι ο μό­νος ομιλητής εδώ, υπάρχουν και άλλοι. Εγώ δεν κατάλαβα τη φεμινι­στική κριτική στα commons, ήταν εντελώς επιγραμματική, όπως επί­σης και για το μισθό και για την οικιακή εργασία. Δηλαδή, αν πια­στούμε από το τελευταίο που είπε ο Massimo, ότι μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία λειτουργίας των κοινών, που κατά τη δική του γνώμη είναι κομμουνισμός -δεν παίρνω θέση πάνω σε αυτό, η δική μου αντί­ληψη είναι κάπως διαφορετική αλλά τελοσπάντων- αν όλη αυτή η δι­αδικασία αλλάζει τις ταυτότητες, είναι ξεπέρασμα παγιωμένων κοι­νωνικών ταυτοτήτων και ρόλων και προσωπείων ας πούμε, γιατί στον καπιταλισμό δεν υπάρχουν ακριβώς πρόσωπα, υπάρχουν ρόλοι, ποια είναι δηλαδή η κριτική, ότι η λογική του commoning ή του μισθού για την οικιακή εργασία, αν τελοσπάντων πούμε ότι ανήκουν στην ίδια θεωρητική παράδοση του Αυτόνομου μαρξισμού, διατηρούν τους ρό­λους του κοινωνικού φύλου; Αυτή είναι η κριτική που κάνετε;

Σχόλιο από το Μωβ Καφενείο:

Όπως το αντιλαμβάνομαι, και νομίζω ότι έτσι κάπως ειπώθηκε, από την εισήγηση μπήκε ένα ζήτημα ότι οι περιφράξεις περιορίζουν την πρόσβαση στα μέσα διαβίωσης και παράλληλα κατασκευάζουν την ίδια τη γυναίκα, όπως ειπώθηκε, ως αγαθό. Οπότε, με δύο παραδείγ­ματα που τέθηκαν στις περιφράξεις στους δημόσιους χώρους και το χαρακτήρα αυτών των περιφράξεων, αναδείχθηκε αυτό, μία διερώ- τηση για το αν το ίδιο πράγμα θα αναπαραχθεί μέσα στα κοινά. Αν δηλαδή τα κοινά αναπαράγουν τη γυναίκα ως αγαθό. Ναι, ενδείξεις ανιχνεύτηκαν στα δύο παραδείγματα που είπες.

Σχόλιο 5:

Λίγο όπως το κατάλαβα εγώ, αν ο μισθός της οικιακής εργασίας είναι για γυναίκες, ναι, αναπαράγει τις έμφυλες [περιφράξεις]. Αν υπάρ­χει ένας μισθός εργασίας, και είναι έτσι, ένας μισθός εργασίας, τότε ίσως δεν τις αναπαράγει. Αν είναι για τις γυναίκες, τις αναπαράγει.

Σχόλιο Α από το Μωβ Καφενείο:

Θα πω κάποια πράγματα σε σχέση με τον οικιακό μισθό για τον οποίο ερωτηθήκαμε. Καταρχήν, συμφωνούμε κάπως με αυτά που είπε και ο Χ. στην εισήγησή του, ότι τα κοινά δεν μπορούν να απαιτηθούν, όπως εμείς δεν αναπαραγόμαστε με τη μορφή αιτημάτων αλλά αναπαρα­γόμαστε μέσα από σχέσεις. Επομένως, βλέπουμε και κατασκευάζου­με τα κοινά εντός των αγώνων. Ένα συν που βάζουμε είναι τα ποιο­τικά χαρακτηριστικά, τα οποία βλέπουμε μέσα στους αγώνες και τους αποκλεισμούς που γίνονται. Γι’ αυτό κάπως βάλαμε και το υποκεί­μενο μετανάστης. Δε νοούνται κοινότητες που αποκλείουν κάποιους άλλους, είτε αυτοί είναι μετανάστες είτε ομοφυλόφιλοι, τρανς, γκέι και λεσβίες. Και μια άλλη κριτική που κάναμε σχετικά με ένα λόγο που έχει αναπτυχθεί κυρίως από τη Federici, που ανήκει στο πλαί­σιο των Αυτόνομων μαρξιστών, είναι ότι, όταν λέγεται ότι οι γυναί­κες πρέπει να αναλάβουν ηγετικό ρόλο στην αναπαραγωγική εργα­σία και στην κολλεκτιβοποίηση αυτής -με κάποια παραδείγματα κυ­ρίως από την Αφρική- αυτό που βλέπουμε εμείς είναι η φυσικοποίη- ση του ρόλου μας και προτιμούμε να μπούμε ως κάτι άλλο στα κοινά, και όχι με τις ήδη υπάρχουσες ταυτότητες.

Σχόλιο Β από το Μωβ Καφενείο:

Και κάποια πολύ σύντομα σχόλια σε σχέση με το υποκείμενο και το ρόλο που κατέχει στην εισήγησή μας. Διαλέξαμε το παράδειγμα του δημόσιου χώρου ακριβώς γιατί φαίνεται σε αυτόν πώς ακριβώς δο­μείται το κοινό. Εμείς θεωρούμε ότι ο χώρος κατασκευάζεται από τις σχέσεις και από τα υποκείμενα, αυτό για μας είναι κεντρικό, και εκεί κάπως βλέπουμε τις περιφράξεις και όχι απλώς στα κάγκελα ή στις κάμερες αφηρημένα. Συνεπώς, το υποκείμενο έχει κεντρική θέση σε όλη αυτή την ανάλυση μας, καθώς από αυτό ξεκινά και τελειώνει η κατασκευή των κοινών και των περιφράξεων. Και εκεί ακριβώς τις βλέπουμε και εντός των κινημάτων -για να απαντήσω ίσως και στην παρατήρηση του Massimo. Νομίζω ότι δεν ενδιαφέρει τόσο το πόσο χώρο χρησιμοποιούμε εδώ, δηλαδή ποσοτικά αν το δούμε, τα τετρα­γωνικά που χρησιμοποιούμε, για να δούμε τις περιφράξεις που ενδε­χομένως υπάρχουν. Περισσότερο εστιάζουμε στις σχέσεις που έχου­με εδώ μέσα και στον τρόπο με τον οποίο δομούνται. Γ ιατί φυσικά και εντός των κινημάτων μπορούμε να αντιληφθούμε περιφράξεις και φυσικά και την έμφυλη διάστασή τους.

Ένα άλλο πολύ σύντομο σημείο για την νεωτερικότητα και τη με- τανεωτερικότητα: δεν ταυτιζόμαστε σε καμία περίπτωση με τη γιγά­ντωση, όπως αναφέρθηκε, της ιδιωτικής σφαίρας. Θέλουμε ακριβώς να ξεφύγουμε από αυτά τα δίπολα. Δε σημαίνει δηλαδή πως μια κρι­τική στη νεωτερικότητα αυτόματα πρέπει να σε ταυτίσει με την με- τανεωτερικότητα, τον μεταμοντερνισμό. Παρ’ όλα αυτά, ο τρόπος με τον οποίο έχει κληροδοτηθεί η αντίληψη για τον χώρο, τουλάχιστον στις δυτικές κοινωνίες και στη νεωτερικότητα, νομίζω ότι αποτελεί ένα εξαιρετικό εργαλείο κριτικής και αναστοχασμού πάνω στο πώς πια θα θέλαμε, εντός των κοινών, να αντιλαμβανόμαστε το χώρο και τις σχέσεις μας μέσα σε αυτόν.

Σχόλιο 6:

Εγώ δύο πράγματα θέλω να πω, μπαίνω σαν αστερίσκος και αστερί­σκους θα βάλω. Το ένα είναι σχετικό με αυτό που τέθηκε στην εισή­γηση, στο κομμάτι του Μωβ Καφενείου. Νομίζω ότι το ζήτημα των κοινών γυναικών, έτσι όπως προκύπτει μέσα στην ιστορική του εμφά­νιση, αρθρώνεται ακριβώς μέσα σε κοινωνίες που είναι ήδη εκμεταλ­λευτικές, εξουσιαστικές και πατριαρχικές, δηλαδή πάνω στον τριπλό άξονα που συγκροτεί όλες τις ιστορικές κοινωνίες. Μάλιστα, ταυτί­ζεται με τη χρονική περίοδο που διαμορφώνεται ο διαχωρισμός της σφαίρας δημόσιου-ιδιωτικού, κάτι που συμβαίνει σε όλα τα επίπεδα.

Συνεπώς, εφόσον το ζήτημα των γυναικών υπάγεται πλέον στο ζήτη­μα της κατοχής των ανδρών, υπάρχουν γυναίκες οι οποίες είναι ιδι­ωτικές -ανήκουν δηλαδή ατομικά σε κάποιον συγκεκριμένο άνδρα- και γυναίκες οι οποίες είναι κοινές, όπως ακριβώς υπάρχει η διάστα­ση ατομικού/ιδιωτικού και δημόσιου σε όλα τα επίπεδα.

Το δεύτερο σημείο σαν αστερίσκος, έχει σχέση πολύ με τη δική μας κοινωνία, την ελληνική κοινωνία. Νομίζω ότι το μόνο που πρέ­πει να προσέξουμε στην προσέγγιση των περιφράξεων είναι να μην τις διαχωρίσουμε από την ιδιοκτησία. Επειδή, λοιπόν, ακριβώς μιλά­με για μία σχέση, που χαρακτηρίζεται από διαδικασία και από αξίες, αυτό που λέμε περιφράξεις δεν είναι μια διαδικασία που πραγματώ­νεται έτσι γενικά και αόριστα -επειδή όταν συνήθως λέμε κεφάλαιο, είναι σαν να καταλαβαίνουμε ένα μεγάλο πράγμα. Αυτή η σχέση εί­ναι εγκαθιδρυμένη σε όλο τον ιστό και καθετοποιημένη μέσα στην κοινωνία. Και αυτό σημαίνει το εξής: το έχουμε συναντήσει όλοι, εί­ναι από τις εικόνες που έχουμε, σε διάφορα επαρχιακά μέρη, αν πας στα νησιά είναι όλα χωρισμένα, δηλαδή τα τελευταία διακόσια χρό­νια έχουν γίνει όλα ιδιοκτησίες. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι η δι­αδικασία των περιφράξεων δεν εξελίσσεται μόνο σε μια υψηλή κλί­μακα. Είναι καθετοποιημένη μέσα σε όλο τον κοινωνικό ιστό. Εκτός από εκείνους που δεν έχουν καμία ιδιοκτησία. Αλλά στην Ελλάδα, το θέμα που έχουμε συζητώντας για τις περιφράξεις και τα κοινά, είναι ότι έχουμε τεράστια διασπορά μικρής ιδιοκτησίας.

Και αυτός είναι ο λόγος, που αν εδώ στην ελληνική κοινωνία, εγώ δηλαδή, ας πούμε αναρχικός, είκοσι χρόνια το λέω και στην γειτο­νιά μου και τα λοιπά, κάποια στιγμή μετά από κάποια χρόνια το απο­δέχτηκαν. Αν πας στη γειτονιά σου και πεις «παιδιά, κοινοκτημοσύ­νη!», μιλάμε για πολύ πέτρα. Υπάρχει πρόβλημα. Το μεγάλο πρόβλη­μα που υπάρχει, ακόμα και πιο βαθιά από την αναγνώριση πολιτικών ταυτοτήτων, είναι να πας και να πεις στη γειτονιά σου ότι «είμαι πού- στης, είμαι γκέι» ή «πιστεύω στην κοινοκτημοσύνη». Τελείωσε. Είναι τα δύο ζητήματα τζιζ. Ακόμα και να πεις «είμαι αναρχικός, είμαι εκεί­νο, είμαι το άλλο, κ.λπ.», τελικά με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο είναι πιο εύκολα διεκδικήσιμο, διαχειρίσιμο και αναγνωρίσιμο στο πλαί­σιο του κοινωνικού ιστού. Το λέω αυτό με την έννοια ότι, θέλοντας να δουλέψουμε μέσα από κοινότητες σαν αυτές που συζητάμε, θέλοντας να μπούμε σε διάφορα μέτωπα και να δημιουργήσουμε αυτές τις κοι­νότητες, το λέω σαν ένα πράγμα, που μας απασχολεί και συλλογικά και εμένα προσωπικά, ότι σίγουρα έχουμε ένα βαθμό δυσκολίας που είτε τον συναντάμε πολύ σύντομα είτε τον συναντάμε σε δεύτερο χρό­νο. Δηλαδή, κάποιος ακούει κομμουνισμό και το πρώτο πράγμα που σκέφτεται είναι «θα μου πάρουν το αμάξι, θα μου πάρουν το σπίτι». Είναι μια πολύ γρήγορη αυτόματη σκέψη, σκέφτεται κάτι σαν Μόσχα, Dacia, Ιράγκα, σπίτια από το κράτος, ένα τέτοιο πράγμα.

Σχόλιο 7:

Λοιπόν, εγώ θέλω να θέσω ένα άλλο ερώτημα που είναι διττό. Κάτι που αντιμετωπίζουμε πολύ έντονα είναι ότι προσπαθούμε να χτίσου­με αγώνες γύρω από κάποια πράγματα που θέλουμε να τα χτίσουμε ως κοινά -γιατί είναι μια διαδικασία- αλλά την ίδια στιγμή βιώνουμε μια απόλυτη έλλειψη κοινότητας από τα πριν. Δηλαδή, έχει προχω­ρήσει τόσο πολύ η ιδιώτευση και η εξατομίκευση του κόσμου, οπότε ξαφνικά του λες, έλα να συζητήσουμε για τη Δ.Ε.Η., ή έλα να συζητή­σουμε για την υγεία, ή έλα να συζητήσουμε για το βουνό στη Χαλκι­δική. Εκεί λοιπόν, αντιμετωπίζουμε ένα ζήτημα με την απόλυτη εξα­τομίκευση στις γειτονιές, τουλάχιστον των πόλεων γιατί στα χωριά ενδέχεται να είναι κάπως διαφορετικά τα πράγματα. Πρέπει να χτί­σουμε κάτι από την αρχή. Το ξεκινάμε αυτό το πράγμα, μπορεί σε κά- ποιες περιπτώσεις να έχει ήδη ξεκινήσει, έχουν γίνει διάφοροι αγώ­νες για τέτοια πράγματα -ακόμα και για έναν δρόμο που περιφρά­χτηκε στη γειτονιά μπορεί να γίνει αγώνας. Αλλά είναι τόσο δυνα­τές οι σχέσεις του καπιταλισμού που μετά γυρνούν πολύ εύκολα στην εξατομίκευση και χάνουμε αυτές τις κοινότητες.

Είναι ένα άλλο, μεγάλο κεφάλαιο αυτό, πώς χάνονται δηλαδή οι κοινότητες αγώνα που δοθήκαν, που παλέψαν και χαθήκαν, ακόμα και οι κοινότητες από τον χώρο εργασίας, κοινότητες συναδέλφων. Αυτό δηλαδή είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα, στο βαθμό που έχει προ­χωρήσει η εξατομίκευση και η αλλοτρίωση των ανθρώπινων σχέσεων και ακόμα και οι ανάγκες μας μπαίνουν στο παιχνίδι, για να επιβι­ώσουμε πρέπει να αναπαραχθούμε, πρέπει να δουλέψουμε. Κόσμος φεύγει και πηγαίνει σε άλλα μέρη, ανθρώπους που παλέψαμε μαζί, τους χάνουμε και με αυτόν τον τρόπο.

Την ίδια στιγμή, είπε ο Massimo κάτι που και εγώ πιστεύω είναι πολύ σωστό, ότι η αδυναμία αυτή τη στιγμή του νεοφιλελεύθερου μο­ντέλου για την αναπαραγωγή του ίδιου του καπιταλισμού τους βά­ζει να σκεφτούν ξανά, να στηριχτούν στα κοινά των ανθρώπων, επει­δή δε βλέπουν την προοπτική της επιστροφής σε ένα κρατικό μοντέ­λο, σε έναν κεϋνσιανισμό. Είπε ο ίδιος π.χ. ότι στην Αγγλία το πρό­γραμμα των συντηρητικών θέλει να στηριχτεί ξανά στις κοινότητες και στους δήμους, όπου οι φτωχοί δήμοι θα καταφέρουν άλλα πράγ­ματα, οι πλούσιοι δήμοι θα καταφέρουν άλλα πράγματα. Την ίδια στιγμή αυτό είναι και ένα στοίχημα όμως πάλι και για τον καπιτα­λισμό, δηλαδή με τέτοια εξατομίκευση που υπάρχει δε ξέρω πώς θα καταφέρουν να στηριχτούν σε τοπικά νομίσματα που θα δημιουργη- θούν στο Μάντσεστερ και αυτό να είναι ένα καλό αφομοιωτικό μα­ξιλάρι. Γιατί η εξατομίκευση έχει προχωρήσει τόσο πολύ που σε κά­ποια ζητήματα νιώθουν φοβερά αδύναμοι, όπως για παράδειγμα εί­ναι η υγεία. Πώς δηλαδή στο Μάντσεστερ, όσο και να μπορέσουν να αναλάβουν τομείς τη υγείας οι κοινότητες, ο κόσμος δε θα απαιτή­σει μια κεντρική κρατική κοινωνική ρύθμιση της υγείας, ας πούμε ότι θέλω αξονικό τομογράφο για να κάνω κάτι. Αυτήν την τάση τη βλέ­πουμε και εδώ πέρα, δηλαδή, ο δήμος Συκεών-Νεάπολης έχει βγά­λει ιατρείο για ανέργους, δε ξέρω άμα το έχετε δει, ή τώρα υπάρχει πρόταση για το κοινωνικό ιατρείο αλληλεγγύης. Θα παίξουν τέτοια πράγματα.

Μιλώντας με το Γ. στο πηγαδάκι, λέγαμε ότι η μόνη λύση, όσον αναφορά το πρώτο σκέλος για τις κοινότητες αγώνα, είναι να κυκλο­φορούν οι αγώνες σαν εμπειρίες, γιατί οι κοινότητες χάνονται, χά­θηκε η κοινότητα στην Ολυμπιάδα, ας το πούμε αυτό, δεν ξέρει ο Massimo γι’ αυτό... Λέμε, λοιπόν, ότι η απάντηση είναι η κυκλοφορία των αγώνων. Αλλά και εδώ ανοίγει ένα τεράστιο ζήτημα που λέγεται διαχείριση της ιστορικής μνήμης και πώς αυτή τη μνήμη θα την κά­νεις πραγματικό κτήμα του άλλου, υπάρχει πλέον μια φολκλόρ ιστο­ρία για την Ολυμπιάδα, τεράστιο ζήτημα. Π.χ. η Δ.Ε.Η. ήταν ιδιω­τική, ήταν η εταιρία Power που έδινε ηλεκτρισμό στην Ελλάδα και έχουν γίνει φοβεροί εργατικοί αγώνες το 1928, το 1929, το 1930 από τους εργάτες και από κοινότητες των Αθηνών ενάντια στα τιμολόγια της Power. Που είναι αυτή η μνήμη;

Σχόλιο του Massimo De Angelis:

Απλά δύο σχόλια, γιατί το μυαλό μου έχει αρχίσει να εκρήγνυται. Δύο πολύ σύντομα σχόλια. Το πρώτο είναι μια πολύ σύντομη απάντη­ση στη συντρόφισσα. Το ερώτημα κατά πόσο οι σχέσεις είναι ποιοτι­κές ή το ποιοτικό ενάντια στο ποσοτικό. Στην πραγματικότητα είναι και τα δύο. Αν θέλουμε δηλαδή να καταργήσουμε, να ξεπεράσουμε τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων και να δημιουργήσουμε κάτι και­νούριο ταυτόχρονα, τότε μιλάμε σίγουρα και για τα δύο, γιατί μιλά­με για τη δημιουργία νέων κοινωνικών σχέσεων αλλά αυτές οι νέες κοινωνικές σχέσεις θα χρησιμοποιούν πράγματα. Και σε έναν καπι­ταλιστικό κόσμο, που μας κατακλέβουν τους πόρους καθημερινά, τα πράγματα είναι πολύ σημαντικά. Μόνο μέσω των πραγμάτων μπο­ρούμε να επαναδιαμορφώσουμε τις σχέσεις μας. Αν κάτι μας έχει δι­δάξει ο Μαρξ, αυτό είναι να μη φετιχοποιούμε τις κοινωνικές σχέ­σεις. Δηλαδή να μη σκεφτόμαστε τη σχέση μεταξύ ανθρώπων σαν τη σχέση μεταξύ πραγμάτων. Είναι πολύ σημαντικό όμως να κατα­λάβουμε και δε θα πρέπει να αγνοούμε ότι στην πραγματικότητα τα πράγματα διαμεσολαβούν τις κοινωνικές μας σχέσεις.

Μίλησες για την περίπτωση που κάποιος αγώνας εξαφανίζε­ται μετά από κάποιες στιγμές ή μετά από κάποια χρόνια. Αυτό εί­ναι ένα εξαιρετικά σημαντικό σημείο, η σχέση μεταξύ των αγώνων και του καπιταλισμού. Ένα πράγμα που έχω μάθει, προερχόμενος από μια αυτόνομη παράδοση, είναι ότι αυτό που καθορίζει τους ρυθ­μούς της καπιταλιστικής ανάπτυξης, στις ποιοτικές της εκφάνσεις και μορφές, είναι οι αγώνες. Ο Μαρξ είπε ότι μπορούμε να διαβάσουμε ακόμη και την ανάπτυξη της τεχνολογίας ως αποτέλεσμα τέτοιου εί­δους αγώνων. Ο Mario Tronti, ο Ιταλός εργατιστής, μας έδειξε πώς οι αγώνες διαμορφώνουν το κεφάλαιο και πώς το κεφάλαιο πάντα ακολουθεί, πάντα προσπαθεί να αντιμετωπίσει τους αγώνες, να ανα­κτήσει αυτήν τη μορφή. Αλλά, η πραγματική πηγή κάθε καινοτομί­ας είναι ο ίδιος ο κοινωνικός αγώνας. Αυτή η άποψη έχει όμως ένα όριο. Γιατί δεν μας έδειξε ποτέ πώς να βγούμε από τον καπιταλισμό, πώς να καταργήσουμε το σύστημα. Εκτός και αν δεχτούμε την ορθό­δοξη μαρξιστική οπτική που μας λέει ότι κάποια στιγμή ο καπιταλι­σμός θα καταρρεύσει ή ότι θα καταφέρουμε να πάρουμε την εξουσία, κάτι στο οποίο δεν πιστεύω. Οι αγώνες πάντα κυκλοφορούσαν, χρει­άζεται και εμείς να το υποβοηθάμε αυτό μέσω των δικτύων μας αλλά αυτό γινόταν πάντα. Οι αγώνες πάντα κυκλοφορούν. Μα η κυκλο­φορία των αγώνων αυτών διαμόρφωσε την καπιταλιστική ανάπτυξη, οπότε υπάρχει πάντα και η κυκλοφορία του κεφαλαίου. Έτσι, η κυ­κλοφορία των αγώνων είναι αναγκαία, όχι όμως και ικανή συνθήκη ώστε να μας βγάλει από τον καπιταλισμό. Επομένως, για όλους αυ­τούς τους λόγους, η ερώτηση για μένα είναι πλέον με μια ευρεία έν­νοια: πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε την κυκλοφορία των κοινών; Πώς αρθρώνουμε τα κοινά; Πώς τα μεγαλώνουμε σε κλίμακα, κρα­τώντας όμως ταυτόχρονα αυτό το στοιχείο της από τα κάτω ριζοσπα­στικής, δημοκρατικής συμμετοχής σε αυτά; Πώς μπορούμε να συμ­βάλλουμε στην εξάπλωση των κοινών, διατηρώντας παράλληλα εντός τους το χαρακτήρα του διαρκούς αγώνα ενάντια στην ιεραρχία, στην καταπίεση κ.λπ.;

Σχόλιο 8:

Έγινε πολύς λόγος για υποκειμενικότητα, για ταυτότητες. Βέβαια, όλοι ξέρουμε ότι η δικιά μας υποκειμενικότητα, οι δικές μας ταυτότη­τες διαμορφώθηκαν μέσα στις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις και οπωσ­δήποτε, όπως ειπώθηκε, είναι εγγεγραμμένες σε αυτές. Όλα αυτά που είπε το Μωβ Καφενείο, οι εκπρόσωποι του Μωβ Καφενείου έδειξαν πολύ καλά, ότι αυτό το πράγμα θα μεταφερθεί και μεταφέ- ρεται όχι μόνο με εξωτερικούς τρόπους αλλά και με εσωτερικούς στα κοινά που ενδεχομένως θα κάνουμε. Το θέμα είναι το εξής: διαμορ­φωνόμαστε μέσα σε αυτήν την κοινωνία, μας διαμορφώνει οπωσδή­ποτε και ο αγώνας μας ενάντια σε αυτήν την κοινωνία καθώς επίσης και η κριτική που ασκούμε σε αυτήν την κοινωνία. Αλλά πόσο βα­θιά μας διαμορφώνουν; Εγώ νομίζω ότι η κριτική μας και η διαφο­ρετική μας στάση από άλλους ανθρώπους, ενδεχομένως μας διαμορ­φώνουν ως ένα βάθος αλλά όχι εντελώς βαθιά. Και γι’ αυτό όλοι εί­μαστε αντιφατικά υποκείμενα, είμαστε πατριαρχικοί ενώ δε θέλουμε να είμαστε πατριαρχικοί και έχουμε την ιδιοκτησία βαθιά γραμμένη μέσα μας. Νομίζω, επομένως, ότι ακριβώς γι’ αυτό στα κοινά οι υπο­κειμενικότητες θα είναι πολύ σημαντικές και οι διαπροσωπικές σχέ­σεις πολύ σημαντικές. Πώς, λοιπόν, αυτό μπορούμε να το δούμε χω­ρίς μια θεώρηση των σχέσεων, χωρίς μια θεώρηση του υποκειμένου;

Και κυρίως μιλάω για την ψυχολογία, που είναι ένας αποκλεισμένος χώρος και από τον αριστερό και από τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Εν­νοώ εδώ τη συζήτηση γι’ αυτό που είναι το ψυχικό υποκείμενο ή αλ­λιώς γι’ αυτό που είναι το ψυχολογικό στις σχέσεις μας. Εγώ, λοιπόν, εκτιμώ ότι μια θεώρηση -πολλές θεωρήσεις αν θέλετε- του υποκειμέ­νου, της υποκειμενοποίησης, καθώς επίσης και των διαπροσωπικών σχέσεων είναι απαραίτητη σε αυτήν την προσπάθεια.

Σχόλιο του Massimo De Angelis:

Συμφωνώ απόλυτα με την τελευταία τοποθέτηση. Από την στιγμή που ξεκινάει αυτή η διαδικασία, από τη στιγμή που εμπλεκόμαστε με τη διαδικασία δημιουργίας των κοινών, του commoning, ανοίγει αυτό­ματα και αυτή η διερώτηση για το ποιοι είμαστε, ποιες είναι οι δια­προσωπικές μας σχέσεις, ποιες οι εσωτερικές μας αντιφάσεις. Η ψυ­χολογία -ή καλύτερα κάποιες εκδοχές της ψυχολογίας- έχουν εδώ αναμφισβήτητα θέση και θα πρέπει να μπαίνουν στην εξίσωση. Το commoning, αυτή η διαδικασία δημιουργίας των κοινών, είναι μία σφαίρα ανθρώπινων διαπροσωπικών σχέσεων. Και από τη στιγμή που βρισκόμαστε μέσα σε αυτήν τη διαδικασία, καθίσταται αυτόμα­τα κρίσιμο το ερώτημα του ποιοι είμαστε εμείς, ποιος είναι ο καθένας από εμάς και ποιο είναι το άτομο που έχουμε απέναντι μας.

Συντονίστρια:

Εάν δεν υπάρχουν άλλες τοποθετήσεις, μάλλον σιγά-σιγά θα πρέ­πει να κλείσουμε αυτόν τον σημερινό μαραθώνιο. Υπενθυμίζουμε το αυριανό ραντεβού στις 13.00 για μία δημόσια συνέντευξη με τον Massimo όπου όποιες/οι θέλουν μπορούν να παρευρεθούν. Ευχαρι­στούμε πολύ για την παρουσία και τη συμμετοχή σας.

5.5  Σημειώσεις

  1. Πρόκειται για τη λεγόμενη «θεωρία της τραγωδίας των κοινών» του Χάρντιν, ο οποίος υποστήριξε στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 ότι αν υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση και έλλειψη δικαιωμάτων ιδιοκτησίας στους κοινούς πόρους, τότε οι χρήστες τους συμπεριφέρονται εγω­ιστικά σαν «ελεύθεροι καβαλάρηδες» και υπερχρησιμοποιούν τους

πόρους μέχρι που τους καταστρέφουν ολοκληρωτικά. «Εκεί είναι η τραγωδία. Ο καθένας κλειδώνεται σε ένα σύστημα το οποίο τον υπο­χρεώνει να αυξήσει τη χρήση του χωρίς όρια σε έναν κόσμο που έχει όρια. Η καταστροφή είναι το αποτέλεσμα όταν κάθε άνθρωπος ακο­λουθεί το συμφέρον του σε μια κοινωνία που πιστεύει στην ελευθε­ρία των κοινών. H ελευθερία των κοινών φέρνει την καταστροφή σε όλους» (Hardin G. 1968. The tragedy of the commons, Science, 162: 1243-1248)

  1. Μαρξ, Κ., Ένγκελς, Φρ., (1997), Η γερμανική ιδεολογία, Αθήνα: Gutenberg.
  2. Για τους όρους εξουσία-για (ή δύναμη-για) και εξουσία-επί βλ. Holloway John. (2006). Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλά­βουμε την εξουσία. Αθήνα: Σαββάλας. - Σ.τ.Ε.
  3. Εννοεί εξωτερικός ως προς το εγχείρημα της συγκεκριμένης κατάλη­ψης - Σ.τ.Ε.
  4. Ο Massimo De Angelis αναφέρεται στη γνωστή ρήση του Αρχιμήδη: «Δός μοι πά στώ και τα γαν κινάσω», την οποία λανθασμένα αποδί­δει στον Πυθαγόρα. - Σ.τ.Ε.
  5. Local Exchange Trading Systems - LETS. Έχουν αποδοθεί στα ελ­ληνικά ως Τοπικά Συστήματα Εμπορικών Συναλλαγών ή ως Τοπικά Συναλλακτικά Εμπορευματικά Συστήματα. Τα LETS δε χρησιμοποι­ούν στο εσωτερικό τους το επίσημο κρατικό νόμισμα αλλά αντίθετα βασίζονται στην έκδοση τοπικών πιστωτικών μονάδων, τις λεγόμενες Τ.Ε.Μ (Τοπικές Εναλλακτικές Μονάδες). Ένα μέλος μπορεί να κερ­δίσει τέτοιες πιστωτικές μονάδες παρέχοντας κάποια υπηρεσία σε άλλο άτομο που συμμετέχει στο σύστημα και στη συνέχεια μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτές τις μονάδες για να προμηθευτεί κάποιο προϊόν ή υπηρεσία που χρειάζεται. - Σ.τ.Ε.
  6. Αναφέρεται στο Meillasoux, Claude. (1975). Femmes, Greniers et Capitaux. Paris: Ed. Maspero. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί στα αγ­γλικά ως Maidens, Meal and Money: Capitalism and the Domestic Community.
  7. Μαρξ, Καρλ. (1978), Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονο­μίας. Τόμος Τρίτος. Κεφάλαιο 15, Ανάπτυξη των εσωτερικών αντι­φάσεων του νόμου-Γενικές Παρατηρήσεις. σελ.311-312. Αθήνα: Σύγ­χρονη Εποχή. Μετάφραση διορθωμένη από τον ίδιο τον ομιλητή.
  8. Μαρξ, Καρλ. ο.π. Και πάλι η μετάφραση διορθωμένη από τον ομιλητή.

10.De Angelis, M, Stavrides, St. (2011). Σχετικά με το νόημα ων Κοι­νών. στο Commons vs Crisis: Η έξοδος από την κρίση τον καπιταλι­σμό και κάθε ετερονομία περνάει μέσα από τον αγώνα για τα κοινά. Θεσσαλονίκη: Rebel.

11.De Angelis, M. (2011). Μαρξ και Πρωταρχική Συσσώρευση: ο δι­αρκής χαρακτήρας των «περιφράξεων» του κεφαλαίου. Μετάφρα­ση άρθρου του De Angelis από το Rebel.net στη διεύθυνση: http:// www.rebelnet.gr/artides/view/Marx-and-primitive-accumulation-The- continuous-cha

12.De Angelis, M. ο.π.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License