η δίκη του περιοδικού Metropoli, processo – δ] μέρος

από την ιστορία του ανταγωνιστικού κινήματος στην Ιταλία στα χρόνια '70, '80

Posted on 04/05/2016 by kleovis  Από GLIANNI70.ITGENNAIO 7, 2015AUTONOMIA OPERAIADOSSIERS Δίκη Processo Metropoli

03. Οι σχέσεις των Piperno και Pace με τις BR

Στην διάρκεια των ερευνών του γενικού εισαγγελέα που ακολούθησαν την επίθεση στα γραφεία της ρωμαϊκής Επιτροπής της χριστιανοδημοκρατίας D.C. στην Piazza Nicosia η επιτροπή των ερευνητών στρέφονταν, βάσει των κατάλληλων ενδείξεων, σε ένα διαμέρισμα που βρίσκονταν στον IV όροφο ενός κτιρίου στο viale Giulio Cesare, n° 47, στο οποίο κατοικούσε η Conforto Giuliana, πρώην στρατευμένη στο διαλυμένο πλέονe P.O., η οποία  “λόγω εμπιστευτικότατων πληροφοριών”, φαίνονταν πως φιλοξενούσε ένα ζευγάρι υποτιθέμενων παρανόμων.
Στις 29 μαίου 1979, ύστερα από προσεκτικές παρακολουθήσεις, συλλαμβάνονταν σε εκείνο το σπίτι οι φυγόδικοι Morucci Valerio και Faranda Adriana, στην κατοχή των οποίων βρέθηκε ένα πραγματικό οπλοστάσιο όπως επίσης και ένας τεράστιος αριθμός ταυτοτήτων εν λευκώ, διάφορα πιστοποιητικά και άδειες, ντοκουμέντα παράνομης προέλευσης, ήδη παραποιημένα ή προς παραποίηση, σφραγίδες και άλλα εργαλεία πλαστογραφίας, αλεξίσφαιρα γιλέκα, κλπ. .
Στο υπνοδωμάτιο μιας από τις κορούλες της Conforto ανακτήθηκε μια τσάντα που περιείχε ένα “Skorpion” διαμ. 7,65, τσέχικης κατασκευής, με τον σειριακό να είναι ξυσμένος, με τα αντίστοιχα πυρομαχικά και σιγαστήρα, μια χειροβομβίδα επίσης, πυροκροτητές και άλλα.
Σε εκείνη την περίπτωση η Conforto δήλωνε  “πως φιλοξενούσε το ζευγάρι, που τυχαία είχε γνωρίσει στο Pincio, από το προηγούμενο Πάσχα και πως ποτέ δεν είχε υποψιαστεί τίποτα γύρω από την αληθινή ταυτότητα των δυο, που της παρουσιάστηκαν σαν “Enrico” και “Gabriella” όπως επίσης και γι αυτά που κατείχαν.
Όμως, στην συνέχεια, στην διάρκεια της ανάκρισης η Conforto παραδέχονταν πως για τους δυο νέους είχε “αναφερθεί” ο Piperno, συνάδελφος της στο πανεπιστήμιο της Καλαβρίας, και τους είχε παρουσιάσει σαν “ανθρώπους τίμιους και σωστούς” που εργάζονταν για λογαριασμό του “περιοδικού Metropoli ή του περιοδικού “Pre-print” συνεργαζόμενοι με τον ίδιο τον Piperno “στην πολιτική του δραστηριότητα”και σε εκείνη της ομάδας του δηλαδή τον Oreste Scalzone, Lanfranco Pace και άλλους”.
Δικάστηκαν στο αυτόφωρο από το Δικαστήριο της Roma, ο Morucci και η Faranda καταδικάστηκαν συνολικά σε επτά χρόνια κάθειρξης και  2.000.000 πρόστιμο, ενώ η Conforto αθωώθηκε για τα ποινικά αδικήματα (απόφασ. 4/7/1979 λόγω δεδικασμένου).
Από τα λεγόμενα των ενδιαφερομένων έγινε δυνατό να καθοριστεί πως στην υπόθεση εμπλέκονταν και ο Lanfranco Pace.

Αυτός πρώτος μίλησε με την γυναίκα, και στο όνομα του Piperno, παροτρύνοντας την να αποδεχτεί “και για μιαν σύντομη περίοδο ένα ζευγάρι συντρόφων” οι “θα μπορούσαν να έχουν προβλήματα με την δικαιοσύνη”.
Στην συνέχεια συναντήθηκε με τον ίδιο τον Piperno στο Πανεπιστήμιο της Aquila, η Giuliana Conforto πείστηκε κατόπιν των εγγυήσεων που αυτός της έδωσε “σχετικά με την συμπεριφορά των δυο”, να δώσει την συγκατάθεση της στην μετακίνηση στο σπίτι της του “Enrico” και της Gabriella.
Στην διάρκεια της διαδικασίας (ακρ. 20.6.79) η Conforto, αμφισβητούμενη από την Έδρα, δήλωνε πως “έχοντας μάθει από τον Piperno πως πιθανόν οι δυο να ήταν καταζητούμενοι” μιας και τα ονόματα τους βρέθηκαν από την αστυνομία “σε μιαν ύποπτη ατζέντα”, είχε συμφωνήσει μαζί τους να δώσει, σε περίπτωση ανάγκης, την εκδοχή της τυχαίας συνάντησης στο Pincio.
ο Piperno, ερωτώμενος από τον ανακριτή, μετά την έκδοση τους από την Γαλλία, έδινε μια διαφορετική εκδοχή.
Ήταν ο Pace που τον ενημέρωσε, στην διάρκεια μιας συνάντησης που έγινε στην Roma, για την φιλοξενία που συμφωνήθηκε από την Conforto για τον Morucci και την Faranda, λόγω του ενδιαφέροντος που έδειξε γι αυτούς.
Με την ευκαιρία του επιβεβαιώθηκαν αυτά, στην συνέχεια, από την ίδια την Conforto στην διάρκεια μιας συνάντησης που είχαν στην L’Aquila.
Στεναχωρέθηκε για την πρωτοβουλία του Pace, γιατί του φάνηκε πως η Conforto είχε σκοπό να χρησιμοποιήσει την συμφωνημένη φιλοξενία στους Morucci και Faranda σαν “στοιχείο ανταλλαγής” για ένα δικό του ενδιαφέρον στην πιθανή της μετακίνηση στο πανεπιστήμιο της Aquila.
Σε μια αναπαράσταση με την Conforto (27/X/79 Ανακρ.) ο F. Piperno αρνούνταν όσα αυτή ανέφερε σχετικά με ένα τηλεφώνημα που αυτός θα της είχε κάνει, ζητώντας της φιλοξενία για τους δυο φίλους του. Και η Conforto απαντούσε:
“Έχω την απόλυτη βεβαιότητα πως το τηλεφώνημα παρουσίασης έγινε από τον F. Piperno”.
Ερωτώμενος ο Pace από τον ανακριτή στις 24.1.1980 παραδέχονταν πως είχε βοηθήσει τους Morucci e Faranda να βρουν προσωρινά καταλύματα, ύστερα από αίτημα της ίδιας της Faranda, στον οποίον είχε απευθυνθεί προς τα τέλη του ιανουαρίου ή τις αρχές του φεβρουαρίου του 1979, η οποία ανησυχούσε για την προσωπική της ασφάλεια και εκείνη του Morucci, μετά την απομάκρυνση τους από τις B.R.
Αφού τους τακτοποίησε για κάποιες ημέρες στην κατοικία ενός που δεν είχε σκοπό να κατονομάσει, είχε ζητήσει από τον Aurelio Candido, δημοσιογράφο της εφημερίδας “Messaggero” να τους φιλοξενήσει στο σπίτι του για λίγο, λαμβάνοντας την συναίνεση αυτού.
Όμως η φιλοξενία παρατάθηκε για δυο-τρεις εβδομάδες.
Άλλο κατάλυμα του παραχωρήθηκε από κάποιο άλλο πρόσωπο που δεν προτίθονταν να κατονομάσει.
Και τέλος τους παρέπεμψε στην Giuliana Conforto, που την γνώρισε στην Cosenza το 1977, με ευκαιρία τις εργασίες ενός Συνεδρίου.
“Ήταν ένα σάββατο βράδυ” – συνέχιζε κατά λέξη ο Pace “και της ζήτησα εάν μπορούσε να μου κάνει μια χάρη εμένα και στον Franco Piperno φιλοξενώντας για κάποιο διάστημα τον Enrico και την Gabriella. Ανέφερα και το όνομα του Franco Piperno διότι η γνωριμία μου με την Conforto δεν ήταν στενή, ενώ γνώριζα πως ο Piperno ήταν φίλος της. Η  Conforto με ρώτησε ποιοι ήταν κι εγώ απάντησα πως ήταν δυο σύντροφοι φυγόδικοι, μα όχι για σοβαρά αδικήματα”.
Προσδιόριζε ο  Pace πως είχε αναφέρει στον Piperno το γεγονός μόνο μετά την συμφωνημένη φιλοξενία.
Mα ο Piperno είχε ήδη πληροφορηθεί από την Conforto στην διάρκεια μιας συνάντησης που είχε με αυτήν στο πανεπιστήμιο της Aquila.

Με ημερομηνία  23.1.1980 παρουσιάζονταν αυθόρμητα στον ανακριτή για να καταθέσει ο γραφίστας δημοσιογράφος της “Il Messaggero”, Aurelio Candido.
Αυτός είχε γνωρίσει τον Pace από την Stafania Rossini, εξωτερική συνεργάτιδα της εφημερίδας. Μια μέρα ο Pace τον είχε πλησιάσει ζητώντας του να φιλοξενήσει στην κατοικία του δυο φίλους που βρίσκονταν περαστικοί από την Roma, “διότι είχαν πρόβλημα στην ανεύρεση καταλύματος”.
Αν και δίστασε στο να αποδεχτεί το αίτημα, διότι δεν γνώριζε ακόμη καλά τον Pace, έδωσε την συγκατάθεση του. Η φιλοξενία παρατάθηκε για λίγες ημέρες και στο τέλος οι δυο άνθρωποι, που αυτός γνώρισε με τα ονόματα “Enrico” και “Gabriella” απομακρύνθηκαν, αφήνοντας του στο τραπέζι του studio ένα ευχαριστήριο σημείωμα μη υπογεγραμμένο και τα κλειδιά  του διαμερίσματος.
Στην συνέχεια, μετά την σύλληψη του Morucci και της Faranda, βλέποντας στην σύνταξη τις φωτογραφίες τους,  “κεραυνοβολήθηκε” αναγνωρίζοντας τα πρόσωπα που ο ίδιος φιλοξένησε.
Βιάστηκε να μιλήσει γι αυτό στον Gianfranco Spadaccia, εκφράζοντας του  “σε γενικές γραμμές, τις αμφιβολίες του σχετικά με τους ανωτέρω. Ο Spadaccia τον συμβούλευσε να σκεφτεί καλά, για να “αποφύγει άχρηστες κινδυνολογίες”.
Στην συνέχεια, τις πρώτες ημέρες του ιανουαρίου 1980 έμαθε από τον συνάδελφο του De Nardo Evangelista από την υπηρεσία “δικαστικών ειδήσεων” πως βρίσκονταν στην “λίστα της 21 Δεκεμβρίου”.
Τρομαγμένος πλησίασε ξανά τον Spadaccia για να του μιλήσει “λεπτομερώς” για το επεισόδιο της φιλοξενίας και την μεσολάβηση του Pace (λεπτομέρεια αυτή στην οποίαν δεν είχε αναφερθεί προηγουμένως, διότι του φάνηκε αμελητέα). Μαζί με τον Spadaccio, μες την καρδιά της νύχτας (μεταξύ 4 και 5 ιανουαρίου ’80), πήγε να βρει τον Marco Pannella για να τον ρωτήσει τι να κάνει. Αυτός τον συμβούλευσε να γράψει την ιστορία για αυτά που του είχαν συμβεί και να παραδώσει σε συμβολαιογράφο το ντοκουμέντο, πριν παρουσιαστεί στον Δικαστικό. Αυτό για λόγους προφύλαξης.
Ο αξιότ. Marco Pannella, παρουσιαζόμενος αυθόρμητα σε αυτή την Έδρα (ακρ. 7.4.87) την επομένη ημέρα από εκείνη της κατάθεσης του Candido, επιβεβαίωνε τις περιστάσεις, αναλαμβάνοντας την ευθύνη πως συμβούλευσε τον σύντροφο στο Κόμμα να σημειώσει όσα μπορούσε να θυμηθεί για την υπόθεση, για να παραδώσει το έγγραφο στην συνέχεια, με τις σημειώσεις σε έναν συμβολαιογράφο. Πράγματι, από πλευράς του (του Candido) δεν θα έπρεπε να γίνει αναφορά στον Δικαστικό για“υποψίες”, “εικασίες”, “υποθέσεις”, παρά μόνο για“πράγματα που γνώριζε”. Κάθε άλλο στοιχείο υποθετικό και οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να αντανακλά απλές προσωπικές σκέψεις, έστω και “παράλογες”, και “πνευματώδεις” έπρεπε καταλληλότερα να εκτεθεί γραπτώς με μιαν πράξη κατοχυρωμένη.
Και πάντοτε για λόγους προφύλαξης – συνέχιζε ο ριζοσπάστης βουλευτής –  “ενάντια σε καταστάσεις αντικειμενικού κινδύνου” θα ήταν σκόπιμο, μετά, να προετοιμάσει την είδηση της εκχώρησης της γραπτής πράξης στον συμβολαιογράφο, αναλαμβάνοντας την ευθύνη πως σε αυτό κατέθεσε αυτά που “εγνώριζε” και αυτά που “σκέπτονταν” για την υπόθεση για την οποίαν αυτός, ο Candido, υπήρξε εν αγνοία του πρωταγωνιστής.

Εξ αιτίας των δημοσιεύσεων στο “Metropoli” τον ιούνιο του 1979 κινουμένων σχεδίων, που σχεδίασε ο Madando Giuseppe σχετικά με την ενέδρα στην οδό Fani και για την απαγωγή του αξιοτ. Aldo Moro όπου αποκαλύπτονταν “εκ των υστέρων” μια σειρά από στοιχεία που εκείνη την εποχή ήταν τελείως άγνωστα, και ειδικότερα, η εμφάνιση του σοσιαλιστή βουλευτή, αξ. Signorile, ο Δικαστής ερευνητής αποφάσισε να προχωρήσει στην ακρόαση του.
Προσδιόριζε ο αξ. Signorile πως, πράγματι, στην διάρκεια της τελευταίας φάσης της απαγωγής του αξ. Moro, το σοσιαλιστικό κόμμα P.S.I. είχε αναπτύξει μια πολιτική γραμμή με σκοπό να καταφέρει την σωτηρία του ομήρου διαμέσου μιας αυτόνομης πράξης του Κράτους, που θα επέτρεπε μια ανταλλαγή με το πρόσωπο του αξ. Moro.
Και μέσα στην προσπάθεια  “να γίνει αντιληπτό εάν μια γραμμή αυτού του είδους μπορούσε να είναι επιδεκτική θετικών εξελίξεων”, έγινε προσπάθεια,, μέσα σε  εκείνη την συγκυρία “άλλων προσπαθειών”, να γίνει ένας συνομιλητής μιας μεσολάβησης “για μιαν πιθανή θετική αντίδραση από πλευράς των Brigate rosse”.
Είχε μιλήσει για αυτά, τότε, με τον διευθυντή του περιοδικού Espresso, Livio Zanetti, καλού του φίλου, ο οποίος, προσπαθώντας να του δείξει “την αντίθεση του σε κάθε διαπραγμάτευση”, του ανέφερε για μιαν σειρά αξιόπιστων πληροφοριοδοτών (μεταξύ των οποίων οι Franco Piperno και Oreste Scalzone), στους οποίους συνήθιζε να προστρέχει για τις υπηρεσίες που αυτοί παρείχαν, ο συνεργάτης του, μιλούσαν λοιπόν αυτοί για την ανεπάρκεια της απλής πράξης επιείκειας από πλευράς του Κράτους για να ξεκλειδώσει του πρόβλημα, και αυτό σε συνέπεια με τις θέσεις που είχαν αναλάβει οι B.R. σχετικά με την αναγκαιότητα μιας παρέμβασης που θα έκανε δυνατή μια ντε φάκτο αναγνώριση των B.R. σαν πολιτικό συνομιλητή”. Ο Piperno είχε υποστηρίξει “πως το αίτημα απελευθέρωσης δέκα τριών τουλάχιστον φυλακισμένων δεν είχε – κατά την κρίση του – μιαν απόλυτη αξία, με επικρατούσα την πολιτική σημασία που θα μπορούσε να αποδειχθεί από μιαν πράξη που θα υποδήλωνε εκείνη την εκ των πραγμάτων αναγνώριση, στην οποίαν οι B.R. φιλοδοξούσαν”.
Ο Piperno, ωστόσο, έτεινε πάντα να αποκλείει, κάθε δική του επαφή με στελέχη των B.R. “αρκούμενος να λέει πως μπορούσε να τους καταλάβει, με την έννοια πως μπορούσε να αποκρυπτογραφεί πως λειτουργούσε το νοητικό σύστημα ή καλύτερα οι κώδικες αξιών των ταξιαρχιτών”. Είχε, επίσης, επισημάνει πως η πρωτοβουλία  “του Σ.Κ.Ι. από μόνη της δεν ήταν αρκετή για να σμπλοκάρει την κατάσταση, μα πως χρειάζονταν ένα άλλο είδος παρέμβασης που να είχε χαρακτηριστικά, επίσημα ή άτυπα, μεγαλύτερης αντιπροσωπευτικότητας”.

Με την ευκαιρία είχε γίνει λόγος “για τις πιθανότητες που τότε διακινούνταν δηλαδή για τις παρεμβάσεις της  Amnesty International, του Ερυθρού Σταυρού, του Βατικανού και της ίδιας της Χριστιανοδημοκρατίας D.C. μα σε γενικές γραμμές”.
Έλεγε ο Zanetti (παρ. 26/6/79) σχετικά με την άποψη που είχε υποστηρίξει ο Piperno πως, σύμφωνα με την γνώμη του,  “οι B.R. δεν είχαν πολιτικό συμφέρον να σκοτώσουν τον Moro και πως πολλά εξαρτώνταν από εκείνο που θα μπορούσε να  “επινοηθεί” όχι τόσο από τους σοσιαλιστές του P.S.I. όσο από την χριαστιανοδημοκρατία της D.C.” που έπρεπε να πάρει και να καταστήσει δημόσια “κάποια ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία”.

Λαμβάνοντας υπ όψιν πως ένα από τα θέματα που αντιμετωπίστηκαν στην διάρκεια της πρώτης συνάντησης με τον Πιπέρνο– η απελευθέρωση δεκατριών κρατουμένων – έπρεπε υποχρεωτικά να έπεται της έκδοσης, με ημερομηνία 24/4/78, του ανακοινωθέντος n° 7 που περιείχε το σχετικό αίτημα, ο Signorile δήλωνε πως η ημερομηνία της πρώτης συνάντησης  τοποθετούνταν με ευκολία μιαν ημέρα αμέσως  επόμενη της  24/4/78.
Εκτός εάν αυτό το θέμα δεν αντιμετωπίστηκε στην διάρκεια μιας δεύτερης συνάντησης που αυτός είχε με τον Piperno.
Σε αυτή την συνάντηση, στην οποίαν πήρε μέρος και ο Pace καθορίστηκε “με μεγαλύτερη ακρίβεια ο ρόλος που μπορούσε να αναληφθεί από τηνχριστιανοδημοκρατία D.C. ή από κάποιο επίσημο στέλεχος αυτής”.
Η παρέμβαση ενός αντιπροσωπευτικού παράγοντα του Κόμματος της σχετικής πλειοψηφίας, στις διαπραγματεύσεις που διεξάγονταν, θα ήταν ικανή να προσδώσει στις B.R. μια σιωπηρή αναγνώριση σαν επίσημο συνομιλητή του Κράτους.
Οι συναντήσεις – προσδιόριζε ο Signorile – που είχε ο ίδιος με τον Piperno μπορούσαν κάλλιστα να ήταν τρεις, αντί για δυο. Πάντως αυτός θυμόταν καλά πως η τελευταία συνάντηση συνέβη “την περίοδο μεταξύ 24 απριλίου και 5 μαίου 1978 και, συνεπώς,πριν από το ανακοινωθέν n° 9” είχε τηλεφωνικά παροτρυνθεί από τον Piperno ο οποίος, ανήσυχος, είχε επιμείνει στην “αναγκαιότητα μιας επείγουσας ορατής κίνησης από πλευράς της D.C. για να σωθεί η ζωή του αξ. Moro ή τουλάχιστον για την καθυστέρηση του πιθανού προγραμματισμού των B.R.… για να διακοπεί το τελεσίγραφο” (φράση που χρησιμοποίησε ο Piperno).
Ο αξ. Signorile, αφού πληροφόρησε τον γραμματέα του Κόμματος του, απευθύνθηκε στις 6 μαίου στον sen. Amintore Fanfani για “να πάρει θέση έστω και προσεκτική, δίχως να αναφερθεί, εξάλλου, στις συζητήσεις με τον Piperno”.
Ο sen. Fanfani είχε τηλεφωνήσει στον Πρόεδρο της ομάδας των χριστιανοδημοκρατών senatori, τον Giuseppe Bartolomei, “ζητώντας του – σχετικά με  την ανακοίνωση της Αντιπροσωπείας D.C. – να κάνει μιαν αναφορά στην ανάγκη να γίνουν τα πάντα, να μην παραβλεφθεί τίποτα για να σωθεί η ζωή του αξ. Moro”.
Και την επομένη ημέρα πρακτορεία τύπου και εφημερίδες είχαν “δημοσιεύσει μιαν ανακοίνωση με αυτή την έννοια του sen. Bartolomei”.

Σύμφωνη, σχετικά με τα προηγούμενα, ήταν η κατάθεση του Προέδρου του Senato, Fanfani (κατ. 28/6/79), ο οποίος, μπροστά στην διαφαινόμενη πιθανότητα μιας ανταλλαγής μεταξύ του αξ. Moro και “ενός κομουνιστή αιχμαλώτου” και της χρησιμότητας μιας  “δικής του δημόσιας δήλωσης που θα έκανε γνωστό πως η D.C. ελάττωνε τις αντιθέσεις της σε μπροστά σε μιαν υπόθεση ανταλλαγής”, είχε απαντήσει πως “το πρόβλημα αφορούσε τις αρμόδιες Αρχές του Κράτους και πως μέσα στην δική του θεσμική λειτουργία δεν είχε σκοπό να “προκαταλάβει” την ελευθερία στην λήψη αποφάσεων τόσο της Κυβέρνησης όσο και του κόμματος της D.C.”.
Γι αυτό είχε σκεφτεί να απευθυνθεί στον αξ. Bartolomei, Πρόεδρο της ομάδας D.C. στο Senato, για να του ζητήσει μια δημόσια παρέμβαση του ικανή να παράξει “αποτέλεσμα τέτοιο ώστε η κατάσταση να μην καθιζάνει, καταρρεύσει”.
Για όλα αυτά αμέσως ενημέρωσε την Προεδρία της Δημοκρατίας “δεδομένου πως ο αξ. Signorile είχε προσθέσει πως ο δικηγόρος Giuliano Vassalli θα ήταν στην θέση να υποδείξει κάποιο πρόσωπο που θα μπορούσε πιθανόν να ανταλλαγεί με τον on. Moro”.

Την επόμενη δευτέρα (8/5/78) ο αξ. Craxi είχε ζητήσει να τον δει; με την ευκαιρία ο Γραμματέας του P.S.I. είχε εκφράσει την “μεγάλη του ανησυχία” και είχε επαναλάβει “πως ενώ εύχονταν μιαν εμβάθυνση του νομικού θέματος της ανταλλαγής, θα ήταν πάρα πολύ χρήσιμο, για να μην πούμε υποχρεωτική και επείγουσα, μια δημόσια επίδειξη αποδυναμωμένης αυστηρότητας από πλευράς D.C. γύρω από το γνωστό πρόβλημα”.
Ο sen. Fanfani είχε υποσχεθεί πως στην συνεδρίαση της Διοίκησης της D.C. – που είχε ήδη ορισθεί – θα είχε “δίχως άλλο πάρει τον λόγο για να προσκαλέσει προς  μια εμβάθυνση μιας τόσο σοβαρής περίπτωσης”.
O αξ. Bettino Craxi (κατ. 26/6/79) εξηγούσε, με την σειρά του, πως σε μια πρώτη φάση, “προσχωρώντας και αποδεχόμενος μιαν παράκληση της κυρίας Eleonora Moro” είχε συγκαλέσει τον δικ. Giannino Guiso, υπερασπιστή κάποιων ταξιαρχιτών στην δίκη που διεξάγονταν στο Torino, για να τον παρακαλέσει  “να αναλάβει επαφές με τους πελάτες του” και να αποκτήσει “στοιχεία που θα μπορούσαν να προσανατολίσουν με σκοπό μιαν θετική επίλυση της υπόθεσης”. “Μέσα από τα νέα που είχανε συλλεχθεί” στους σοσιαλιστές είχε “ωριμάσει η πεποίθηση πως δίχως ένα αντάλλαγμα η τύχη του Moro ήταν προκαθορισμένη”.
Υπήρξαν “συχνές” συναντήσεις του avv. Guiso, από τις οποίες είχαν “ληφθεί συμβουλές και αξιολογήσεις όμως κανένα στοιχείο αποφασιστικής σημασίας”.
Ο on. Craxi δήλωνε, πως είχε επίσης εξουσιοδοτήσει τον Claudio Signorile για προσεγγίσεις με στρατευμένους της λεγόμενης  “Autonomia” και αντιθέτως μάλιστα αυτός ο ίδιος είχε συναντηθεί, στις 6 μαίου 1978, με τον Lanfranco Pace που είχε όντως παρουσιαστεί χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του σαν  “υποστηριχτή του Κινήματος της Αυτονομίας”: αυτός συνοδεύτηκε στο Hotel “Raphael” όπου ο ίδιος  διέμενε από τον sen. Antonio Landolfi.
Στην διάρκεια της συζήτησης, ο Pace είχε υποστηρίξει “πως σύμφωνα με την εκτίμηση του, η κατάσταση επιδεινώνονταν και πως κάτι έπρεπε να γίνει”.
Σε ένα ξεκάθαρο του αίτημα εάν θα μπορούσε να έχει επαφές με τους ταξιαρχίτες, είχε απαντήσει πως αυτό θα ήταν πολύ δύσκολο.
Και πως, εν τούτοις, θα ήταν αναγκαία “η παρέμβαση ενός εκπροσώπου της D.C.”.

Στην αναπαράσταση με τον Pace, ο Craxi προσδιόριζε πως “καταλήγοντας την κουβέντα”, είχε προσθέσει πως “για να ξεκουνήσει την D.C.” θα έπρεπε “να έχει στα χέρια… μια απόδειξη πως ο Moro ήταν ακόμα ζωντανός” και πως, γι αυτό, “θα ήταν χρήσιμο να λάβουν ένα γραπτό του on. Moro με μια φράση συμβατική “μέτρο προς μέτρο, misura per misura””.
Στην ακρόαση του από τον ανακριτή με ημερομηνία 28/6/79 ο Antonio Landolfi δήλωνε πως είχε συναντήσει “τυχαία” τον Pace στις 6 μαίου ’78 προς τις 12, στην ζώνη μεταξύ της piazza Navona και το Pantheon. Αυτός του είχε εκφράσει “την άποψη πως, εάν το P.S.I. είχε επιμείνει στην θέση εξαντλήσει κάθε προσπάθεια για να σωθεί η ζωή τουon. Moro, θα μπορούσε να γίνει δυνατή η εμφάνιση κάποιας αχτίδας”.
Τότε αυτός μιας και αυτή ήταν “η γραμμή του Κόμματος του”, τον είχε προσκαλέσει να “επιμείνει την συζήτηση με τον Γραμματέα του Κόμματος”.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας πήγαν και οι δυο τους να βρουν τον on. Craxi, που έμενε στο Hotel “Raphael”.

Ο Pace, που του παρουσιάστηκε σαν ένα γνωστό στέλεχος της ρωμαϊκής Αυτονομίας, αφού απέκλεισε πως ήταν ταξιαρχίτης, είχε επαναλάβει τις ίδιες αιτιάσεις που είχαν γίνει με εκείνον, τονίζοντας την σημασία του “ρόλου που, σύμφωνα με την κρίση του, μπορούσε να αναλάβει το P.S.I. ώστε να φθάσουμε σε μιαν λύση του προβλήματος Moro”; προσθέτοντας πως “η κατάσταση ήταν ναι σοβαρή, όμως ακόμη ακόμη δυνατή μια θετική επίλυση, εάν οι σοσιαλιστές είχαν μπορέσει να εκφράσει μιαν πρωτοβουλία ακόμη πιο ξεκάθαρη και σαφή”.
ο Craxi είχε απαντήσει πως τίθονταν δυο προβλήματα: ένα σχετικό με την απόδειξη της ύπαρξης στην ζωή του on. Moro; το άλλο αφορούσε  “την δυνατότητα να γνωρίζουμε εάν, αφού και από το Κράτος έρχονταν μια κίνηση επιείκειας, αυτό θα ήταν αρκετό ώστε να προκαλέσει μια συμπεριφορά, από πλευράς αυτών που κρατούσαν αιχμάλωτο τον αξ. Moro, θετική με σκοπό να δημιουργηθούν οι συνθήκες για την σωτηρία της ζωής του”.
Και τότε δεν απέμενε άλλο να γίνει από  “την αναζήτηση ενός σημαδιού, ενός σήματος, ενός μηνύματος του τύπου “μέτρο για μέτρο””.
ο Pace είχε καταλήξει πως γι αυτόν θα ήταν πολύ δύσκολο να παράσχει διαβεβαιώσεις σχετικά με αυτά.

Συνεχίζεται..

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License