Σχετικά με το διήμερο του ΔΣΕ και εισήγηση για τη γυναικεία συμμετοχή στο αντάρτικο


Στις 10 και 11 Φεβρουαρίου του 2017 πραγματοποιήθηκε στο Πολυτεχνείο το διήμερο ιστορικής και επαναστατικής μνήμης για τα 70 χρόνια του Δημοκρατικού Στρατού από τηνΠρωτοβουλία για την υπεράσπιση της επαναστατικής ιστορίας, που γεννήθηκε από μέλη της Ταξικής Αντεπίθεσης (Ομάδα Αναρχικών και Κομμουνιστών) με σκοπό την εξέταση και εμβάθυνση πάνω σε ζητήματα της ιστορίας της ταξικής πάλης στην σύγχρονη Ελλάδα. Από την πλευρά μας ευχαριστούμε τις συντρόφισσες και τους συντρόφους που συνεισέφεραν με τον προσωπικό τους κόπο και την εργασία τους στην επιτυχή διοργάνωση του διημέρου. Ευχαριστούμε, επίσης, και τις συντρόφισσες και τους συντρόφους από τον αναρχικό χώρο και την κομμουνιστική αριστερά που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα και συνεισέφεραν με τις τοποθετήσεις τους στην ανάπτυξη ενός πλούσιου διαλόγου, ο οποίος παρέμεινε βαθιά πολιτικός και ευπρεπής ακόμα κι όταν εκφράστηκαν διαφωνίες. Αυτή η αυξημένη συμμετοχικότητα στις εκδηλώσεις είναι ένα διαρκές έλλειμμα τα τελευταία χρόνια και μας χαροποιεί πως σε ένα βαθμό, έστω και μικρό, αυτό το κενό καλύφθηκε στο διήμερο για τον ΔΣΕ.

Δυστυχώς, την ίδια ευπρέπεια δεν επέδειξε και ο σύντροφος (εντός ή εκτός εισαγωγικών) Βασίλης Κρίτσας, διαχειριστής του μπλογκ «Σφυροδρέπανο», ο οποίος αφού επισκέφθηκε για περιορισμένο χρονικό διάστημα την εκδήλωση δημοσίευσε ένα προσβλητικό και λιβελογραφικό έμεσμα, μνημείο ημιμάθειας, που άγγιζε τα όρια του (α)πολιτικου χουλιγκανισμού και του οπαδισμού και διαστρέβλωνε το περιεχόμενο της εκδήλωσης. Διακατεχόμενος από μια ιδιοκτησιακή αντίληψη για τον ΔΣΕ, ο Β. Κρίτσας δεν μπορεί να κατανοήσει πως οι αγώνες και οι θυσίες των ανταρτών και των ανταρτισσών είναι κτήμα ολόκληρου του εργαζόμενου λαού και όχι ενός κομματικού μηχανισμού που φέρει το όνομα του ΚΚΕ, ενώ έχει υπογράψει δήλωση νομιμοφροσύνης στο αστικό καθεστώς. Την ίδια απολίτικη και ανθρωποφαγική μικροπρέπεια, επίσης, δείχνουν όσοι αναπαράγουν το συγκεκριμένο έμεσμα ως ανώνυμοι σχολιαστές, κατά τα ειωθότα τους, στο φόρουμ του Indymedia, εγκλωβισμένοι μέσα στην αδυναμία τους να παράξουν μια συγκροτημένη και συνεκτική πολιτική κριτική. Ας γνωρίζουν, λοιπόν, πως τα πυρά τους είναι άσφαιρα και δεν μας αγγίζουν. Είμαστε ανοιχτοί στην πολιτική κριτική και την επιθυμούμε, αλλά ταυτόχρονα διακατεχόμαστε από δυσανεξία στη μικροπρέπεια που μεταμφιέζεται σε ψευδοκριτική για τα εκφράσει τα συσσωρευμένα συμπλέγματά της. 

Εμείς από την πλευρά μας θα συνεχίσουμε να παράγουμε πολιτική δουλειά και δράση, εντός της οποίας συμπεριλαμβάνουμε και την ιχνηλασία της σύγχρονης επαναστατικής ιστορίας. Γι αυτό και η Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση της επαναστατικής ιστορίας θα συνεχίσει με τις μικρές της δυνάμεις να βάζει ένα λιθαράκι στη διατήρηση της επαναστατικής μνήμης. Όπως το έχουμε ξαναπεί, για εμάς η ιστορία δεν είναι ένα πεδίο ακαδημαϊκής ενασχόλησης, αλλά ένα πεδίο μάχης του ταξικού πολέμου, ένα ταμπούρι που οφείλουμε να υπερασπιστούμε με νύχια και με δόντια.

Στη σημερινή συγκυρία της σφοδρής μνημονιακής επέλασης, της μετωπικής επίθεσης του κεφαλαίου εναντίον του κόσμου της εργασίας, διεξάγεται ένας παράλληλος ιδεολογικός πόλεμος. Μια απόπειρα για την απονεύρωση και απόνοηματοδότηση της επαναστατικής ιστορίας. Οι σύγχρονοι τσανακογλείφτες του κεφαλαίου προσπαθούν να μας πείσουν πως όλοι οι αγώνες που δόθηκαν στο παρελθόν υπήρξαν μάταιοι, πως δεν μπορεί να χτιστεί ένας κόσμος διαφορετικός από την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Για αυτό βλέπουμε και τον ιστορικό αναθεωρητισμό να προχωρά συντονισμένα με την υλική επίθεση του κεφαλαίου. Ίσως, το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο ιστορικός Νίκος Μαρατζίδης που έχει αναλάβει το διπλό ρόλο της υπεράσπισης της μνημονιακής επέλασης και της απονοηματοδότησης της επαναστατικής ιστορίας.

Το ίδιο συντονισμένη πρέπει να είναι και η απάντησή μας. Η μάχη που δίνουμε για την υπεράσπιση της επαναστατικής ιστορίας είναι αδιαχώριστη με το ξεδίπλωμα της ταξικής πάλης. Η μάχη για μια ζώσα επαναστατική ιστορία είναι ταυτόχρονα και μάχη για να γκρεμίσουμε την καπιταλιστική βαρβαρότητα του ανταγωνισμού και της αλληλοφαγίας, και να την αντικαταστήσουμε με μια αταξική κοινωνία που θα οικοδομηθεί με τα υλικά της ισότητας και της αλληλεγγύης. Σε αυτή τη μάχη παίρνουμε τη σκυτάλη από τις αγωνίστριες και τους αγωνιστές του χθες, επικαιροποιούμε το περιεχόμενο της πάλης τους και συνεχίζουμε πάνω στα βήματά τους να ανοίγουμε τους δικούς μας δρόμους για την κοινωνική απελευθέρωση. Τους θυμόμαστε όχι νοσταλγικά για ένα χαμένο ένδοξο χθες, αλλά με τη ματιά στραμμένη στο παρόν και το μέλλον. Βυθιζόμαστε στις ρίζες του παρελθόντος για να στήσουμε τον κορμό μας ακόμα πιο στέρεα στο παρόν και να υψώσουμε τα κλαδιά μας ακόμα ψηλότερα στο μέλλον.

Ολόκληρο το υλικό από το διήμερο για τον ΔΣΕ θα τυπωθεί σύντομα σε δυο μικρά βιβλία, ενώ σύντομα θα ακολουθήσει και φωτογραφικό αφιέρωμα από τις εκδηλώσεις. Εδώ, δημοσιεύουμε την πρώτη εισήγηση της πρώτης μέρας του διημέρου, σχετικά με τη γυναικεία συμμετοχή στον ΕΛΑΣ και τον ΔΣΕ.

Π.Γ. (μέλος της Πρωτοβουλίας για την υπεράσπιση της επαναστατικής ιστορίας)

 

Η γυναικεία παρουσία στην Αντίσταση και τον Εμφύλιο 

Χέρια που επανάσταση ξέρουν να τραγουδούν/ της παρηγόριας προσευχές δε κάθονται να πουν/ Απ’ το λαιμό αν θέλουνε μπορούν να σας αρπάξουν/ εσάς αριστοκράτισσες, ευγενικές αστές/ τα τρυφερά τα άκρα σας, λευκά και βυσσινιά, να τα συνθλίψουν μονομιάς, σαν τα ξερά κλαδιά/ με τούτες τις παλάμες τους τις τόσο δυνατές/ Η καστανή η λάμψη σας, χέρια αγαπημένα, τ’ αθώα πρόβατα τραβά/ Στα δάχτυλά σας τα καρυκευμένα, ρουμπίνι αφήνει ο ήλιος όταν τα κοιτά/ Η λαϊκή καταγωγή τα κηλιδώνει, το καφετί τους χρώμα αμαρτωλό λεκέ απ’ το χθες ζητάει να θυμίσει/ όμως περήφανος επαναστάτης δεν υπάρχει που αυτά τα χέρια δεν λαχταράει να φιλήσει/ Υπέροχα χλωμά τα χέρια τούτα, χάρισμα ενός ήλιου με αγάπη φορτωμένου/ πάνω στο μπρούντζινο των όπλων χρώμα του Παρισιού του επαναστατημένου.  

Με το ποίημα αυτό ο Αρθούρος Ρεμπώ ύμνησε τη γυναικεία συμμετοχή στα οδοφράγματα της Παρισινής Κομμούνας. Το ποίημα θα μπορούσε κάλλιστα να περιγράφει και τις χιλιάδες αγωνίστριες που με κάθε μέσο στελέχωσαν τον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού, τις χιλιάδες συντρόφισσες που πολέμησαν με το όπλο στο χέρι για μια ελεύθερη και λαοκρατική Ελλάδα. Αυτές τις επαναστάτριες ύμνησε από τον Γράμμο ο μεγάλος Πωλ Ελυάρ τον Ιούνιο του 1949:

 

Στις Ελληνίδες αδελφές μου (Γράμμος, Ιούνης ’49)

Αδελφές μου της ελπίδας, ω, γυναίκες γενναίες,
Έχετε κλείσει συμφωνία ενάντια στο θάνατο
Ω, αθάνατες αγαπημένες μου,
Παίζετε τη ζωή σας
Για να θριαμβεύσει η ζωή
Είναι κοντά η μέρα, ω, αδελφές μου του μεγαλείου,
Που θα κοροϊδεύουμε τις λέξεις πόλεμος και μιζέρια
Γιατί θα έχετε νικήσει

Ωστόσο, η μαζική συμμετοχή των γυναικών στον Δημοκρατικό Στρατό αποτέλεσε ένα ποιοτικό άλμα, ένα άλμα ενάντια στις πατριαρχικές προκαταλήψεις της συντηρητικής ελληνικής κοινωνίας, που αναπαράγονταν (έστω και σε αμβλυμμένη μορφή) και μέσα στο λαϊκό κίνημα. Χρόνια αγώνων χρειάστηκαν για να δοθεί στη γυναίκα όχι μόνο το δικαίωμα ψήφου (που πρωτοεμφανίστηκε στα αντάρτικα βουνά πριν τις αστικές κάλπες), αλλά και να της δοθεί το δικαίωμα να πάρει το τουφέκι και να πολεμήσει με ίσους όρους στο πλάι των αντρών. Χρόνια χρειάστηκε να καμφθεί η καχυποψία των ανταρτών, μέχρι να δουν στην πράξη την τόλμη και την αποφασιστικότητα των μαχητριών του ΔΣΕ. Μέχρι να καταλάβουν πως μπορούν να σταθούν όχι μονάχα ισάξιές τους, αλλά πολλές φορές και καλύτερες. Η ιστορία, όμως, της ενεργητικής συμμετοχής των γυναικών στην ένοπλη ταξική σύγκρουση του 1946-49 ξεκινάει από πιο παλιά.

Η κατάκτηση της Ελλάδας από τους Γερμανούς ανέτρεψε μια σειρά από ισορροπίες. Η ήδη κατώτερη θέση της γυναίκας καταβαραθρώθηκε από την πλήρη επικράτηση του ναζισμού, που την ήθελε υπάκουη αναπαραγωγική μηχανή. Όπως αναφέρει και η έκδοση της ΚΕ του ΕΑΜ (“πως πρέπει να δουλεύει η γυναίκα στο ΕΑΜ”, Φλεβάρης 1943): “Και ήρθε ο φασισμός. Την χτύπησε αλύπητα τη γυναίκα ο φασισμός. Για αυτόν ήταν και είναι το κατώτερο πλάσμα, ανάξια να αυτοκυβερνηθεί, που πρέπει να κάνει μόνο παιδιά, πολλά παιδιά, άφθονη σάρκα για την πολεμική μηχανή του Χίτλερ και του Μουσολίνι”. Η βαρβαρότητα της κατοχής ήταν αυτή που έβγαλε τη γυναίκα από το σπίτι και την έφερε στο δρόμο, στην ενασχόληση με τη δημόσια σφαίρα. Δειλά-δειλά στην αρχή, αναπαράγοντας ακόμα και μέσα στο λαϊκό κίνημα τον καταμερισμό εργασίας που θέλει ενεργητικό τον άνδρα και παθητική τη γυναίκα, σε βοηθητικό ρόλο. Η αρχική συμμετοχή των γυναικών στην Αντίσταση ήταν μια προέκταση του κοινωνικού ρόλου που τους είχε ανατεθεί: Σύζυγος, Μητέρα, Νοικοκυρά. Οι γυναίκες της αντίστασης, όμως, δεν είχαν να αντιμετωπίσουν μονάχα την αναπαραγωγή των πατριαρχικών ρόλων και την αρσενική προκατάληψη, αλλά και τον μικροαστικό φεμινισμό που θέλει τη γυναίκα ίση με τον άντρα σε ένα ληστρικό και εκμεταλλευτικό σύστημα. Οι μαχήτριες της Αντίστασης, όμως, χλευάζοντας τα αστικά σαλόνια του φεμινισμού, διεκδίκησαν και πήραν χώρους ελευθερίας από την πολλαπλή καταπίεση που βίωναν. Ενδεικτική της διττής φύσης της γυναικείας δουλειάς στην Αντίσταση είναι η ανταπόκριση από τη Β’ Περιφερειακή Συνδιάσκεψη της Εθνικής Αλληλεγγύης στην Καστοριά στις 27/09/1944: “Είδαμε τις γυναίκες, τα όντα αυτά, που πριν μόνο να δουλεύουνε ξέρανε και να εχτελούν τις διαταγές του αφέντη συζύγου τους, να ξετυλίγουν μπροστά μας μια δράση πιο πλούσια από του άντρα, μια τεράστια συμβολή σε όλες τις ανάγκες του αγώνα. Μας παρουσιάστηκαν μητέρες και αντάρτισσες μαζί, αδελφές και νοσοκόμες, νοικοκυρές και οργανώτριες, πραγματικοί σύντροφοι των συναγωνιστών, αληθινές επαναστάτριες”. Και αντίστοιχα, στο Α’ Πανθεσσαλικό Συνέδριο η ΕΑ προέτρεπε τα στελέχη της: “Να μάθουμε τη γυναίκα της πόλης οτι εκτός από το ρομάτζο, τα σαλόνια και τις βόλτες υπάρχουν κι άλλα καλύτερα πράγματα να ασχοληθούμε. Να μάθουμε πιο πολύ στις εργάτριες και τις αγρότισσες πως δεν γεννήθηκαν μόνο για τη δουλειά και για τη δυστυχία, μα πως έχουν δικαίωμα στη ζωή και στα αγαθά, στον πολιτισμό και τη λευτεριά”. 

Ακόμα πιο ενδεικτικοί, όμως, είναι οι καταληκτικοί στίχοι από τον ύμνο της γυναικείας οργάνωσης Λέυτερη Νέα, που γράφτηκαν την περίοδο που γραμματέας της ήταν η ηρωική φυσιογνωμία του κομμουνιστικού κινήματος Ηλέκτρα Αποστόλου:

 

Να λυτρωθούμε από την τριπλή σκλαβιά

κατακτητή, προϊστάμενου και άντρα

να κατακτήσουμε τη λευτεριά

και να γίνουμε άξιες γι αυτήν για πάντα

 

Η οργάνωση Λεύτερη Νέα ιδρύθηκε το 1942 ως εξειδικευμένη γυναικεία αντιστασιακή οργάνωση και συσπείρωσε χιλιάδες νέες σε ένα αγώνα που έβαζε προωθημένα για την εποχή ζητήματα. Μαζί με τις δεδομένες επιδιώξεις (διώξιμο του κατακτητή και λαοκρατική λύση για την Ελλάδα), οι νεαρές κομμουνίστριες έβαζαν και το ζήτημα του ξεσκλαβώματος της γυναίκας από τη διπλή καταπίεση που βιώνει: του εργοδότη και του άντρα. Μαζί με τους άντρες συναδέλφους τους, προσπαθούσαν να εμφυσήσουν την ταξική συνείδηση στις γυναίκες, να συνδράμουν στην πολιτική και κοινωνική τους ανύψωση, να τις δώσουν αυτοπεποίθηση και να τις πείσουν να σταθούν στον αγώνα ισάξιες με τους άντρες, χωρίς να πέφτουν στην παγίδα του χυδαίου εξισωτισμού του μικροαστικού φεμινισμού, που ήθελε τη γυναίκα το ίδιο εκμεταλλεύτρια ή το ίδιο εκμεταλλευόμενη με τον άντρα. Η Λεύτερη Νέα αυτοδιαλύθηκε και ενσωματώθηκε στην ΕΠΟΝ στις 23 Φεβρουαρίου του 1943, αφήνοντας τεράστια ιστορική παρακαταθήκη στον αγώνα για τη γυναικεία χειραφέτηση. 

Οι γυναίκες στην Αντίσταση σταδιακά, αλλά σταθερά, διεκδίκησαν και πήραν περισσότερο χώρο από την αντρική κυριαρχία. Δεν συμμετείχαν μονάχα σε περιφερειακές και βοηθητικές εργασίες ή σαν πολύτιμες αρωγοί στο πλάι των ένοπλων ανταρτών και των φυλακισμένων αγωνιστών (κυρίως μέσα από τις τάξεις της Εθνικής Αλληλεγγύης). Συνεισέφεραν και στην πολιτική και οργανωτική δουλειά της Αντίστασης, πήραν μέρος στις διαδηλώσεις, τις συγκρούσεις, το ενεργητικό σαμποτάζ ενάντια στην ναζιστική κατοχική μηχανή. Όπως αναφέρει και η ΚΕ του ΕΑΜ στην προαναφερθείσα απόφασή της:

“Σε κάθε εργοστάσιο ή εργαστήρι θα οργανώνει με τις συναδέλφους της ομάδες του ΕΑΜ που θα εκτελούν τα συνθήματα της δράσης και θα διαφωτίζουν σχετικά με τις ενέργειες που χρειάζεται να γίνουν μέσα σε κάθε μορφή πάλης εναντίον του εχθρού. Ιδιαίτερα το κάθε εργοστάσιο είναι κι ένα μέτωπο. Κάθε μια εργάτρια που στέκεται μπροστά σε μία μηχανή μπορεί να δώσει κι ένα χτύπημα στον εχθρό, μπορεί να εμποδίσει ή να καθυστερήσει τον εφοδιασμό του σε ρούχα, σε μηχανές, σε σκεύη, σε τρόφιμα, σε αυτοκίνητα, σε πολεμικά εφόδια. Σήμερα όσα εργοστάσιά μας δουλεύουν, δουλεύουν για τον εχθρό. Κάθε σταμάτημα της μηχανής, κάθε ώρα αργοπορίας, κάθε λάθος στην κατασκευή τον εξασθενεί. Είναι σαν μια λογχιά στο πλευρό του. Μέσα στις ομάδες του ΕΑΜ θα ξεχωρίσουν οι διαλεχτοί άντρες ή γυναίκες. Αυτοί θα οργανώσουν τις ομάδες κρούσεως, αυτές τις ομάδες που θα εκτελούν συστηματικά το μεγάλο σαμποτάζ, το ρήμαγμα της πολεμικής μηχανής του εχθρού. Αυτές είναι οι ομάδες που στέκονται στη μορφή της οργανωμένης πάλης. Εκεί χρειάζεται σύστημα, πρόγραμμα στη δράση και την εκτέλεση, πειθαρχία απόλυτη και λησμονιά του εαυτού σου. Ο πρώτος σκοπός: Η πάλη για τα καθημερινά ζητήματα της εργατιάς, β’ Το ξεχαρβάλωμα της πολεμικής μηχανής, γ’ Η τελική επίθεση, δ’ Η επικράτηση της λαϊκής θέλησης. 

Κάθε αληθινή εργάτρια, σαν πραγματική αγωνίστρια, θα έχει τη φιλοδοξία να μπει σε μια τέτοια ομάδα για να διαλύσει αθόρυβα, να καταστρέψει σιωπηλά και ακούραστα, να ξεχαρβαλώσει σφίγγοντας τα δόντια, ως να ρθει η μεγάλη στιγμή για την άμεση επίθεση. Τότε θα τραβήξει μπροστά, θα εμπνεύσει, θα παρασύρει. Θαχει πάντα μπροστά της πως αυτή είναι ο σημαιοφόρος. Πως, σε αυτήν τη σημερινή ιστορική στιγμή έλαχε η τιμή να αγωνιστεί στην πρώτη γραμμή για τη ζωή ή το θάνατο, για έναν καλύτερο κόσμο και μια ενωμένη ανθρωπότητα που θα βγει από το σημερινό μακελειό και το σημερινό χάος”.

Η γυναίκες, όμως, δεν αρκέστηκαν στις άοπλες μορφές πάλης, όσο επικίνδυνες και δυναμικές κι αν ήταν αυτές. Διεκδίκησαν και πήραν το τουφέκι στα χέρια τους, πολέμησαν τον κατακτητή ένοπλα. Όπως τραγουδούσαν οι ίδιες προς τους συντρόφους τους, για τη θέληση υπέρβασης του παραδοσιακού ρόλου που τους επιφύλασσε η αντροκρατούμενη κοινωνία:

 

Στέκω και συλλογίζομαι, σου κάνω ένα τάμα

πως θαρθω και η ίδια εγώ να πολεμούμε αντάμα

θα πάρω το ντουφέκι μου να βγω κι εγώ στη ράχη

να πολεμώ στο πλάι σου αντάρτισσα στη μάχη

 

Από το 1943 που ο ΕΛΑΣ αποκτά σχετική αφθονία οπλισμού, κυρίως μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, εμφανίζονται εκτός από μεμονωμένες αντάρτισσες και οργανωμένες ομάδες και διμοιρίες ανταρτισσών. Στον εφεδρικό ΕΛΑΣ, μάλιστα, η γυναικεία συμμετοχή έφτασε στο 10%, γεγονός που βοήθησε τόσο στην εκπαίδευση και την αφομοίωση της στρατιωτικής πειθαρχίας όσο και την εξοικείωση με τα όπλα και τις δύσκολες συνθήκες του βουνού. Προς το τέλος της κατοχής, στην πιο αιματηρή της περίοδο, οι ανταρτοεπονίτισσες συμμετείχαν με απόλυτη συνέπεια και αποτελεσματικότητα σε μάχες και εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των Γερμανών, με σκοπό την απελευθέρωση πόλεων και χωριών και την αποκοπή των οδών διαφυγής των κατοχικών στρατευμάτων. Ακόμα κι αν οι περιγραφές του εαμικού τύπου της εποχής, για τον άφθαστο ηρωισμό των γυναικών στη μάχη, χαρακτηρίζονται από τάσεις υπερβολής, είναι ωστόσο άκρως ενδεικτικές για τη γυναικεία συμμετοχή στον ένοπλο αγώνα:

“Οι εκατοντάδες επονίτισσες αντάρτισσες χτυπούν με άφθαστη ορμή και μαχητικότητα τον εχθρό. Στις 10-09-44 αντάρτισσες πήραν μέρος στη μάχη της Νέας Πέλλας και συντρίβοντας τους Γερμανούς πιάσαν έναν αιχμάλωτο. Στις 19-10-44 στην άγρια 8ωρη μάχη της Κρύας Βρύσης έδειξαν υπέροχη ψυχική αντοχή. Τραυματισμένες αντάρτισσες αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης πριν από την οριστική συντριβή των προδοτών”.

Σημαντική ήταν και η γυναικεία συνδρομή στη μάχη της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 1944, ενάντια στους νέους κατακτητές και τους ντόπιους μοναρχοφασίστες. Είναι θρυλική η εικόνα των νεαρών επονιτισσών να κρατούν στα χέρια τους το πανώ με το ιστορικό σύνθημα: “Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα”. Αλλά και σε μάχιμο ρόλο, σημαντικός αριθμός γυναικών συμμετείχαν στην ένοπλη σύγκρουση, όπως η “Θύελλα” Μελπομένη Παπαηλιού που σκοτώθηκε με το όπλο στο χέρι από βρετανικό άρμα και η “Μάνα του ΕΛΑΣ” Ευτυχία Μορίκη που τραυματίστηκε στη μάχη με τους Ριμινίτες.

Η μαζική πολιτική στράτευση ήταν πια γεγονός. Οι γυναίκες μπήκαν ορμητικά στα ρουθούνια της Ιστορίας. Και ήταν αποφασισμένες να παραμείνουν. Ακόμα και με τα όπλα. Μέσα στα δύσκολα χρόνια της κατοχής οι γυναίκες έκαναν αποφασιστικά ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά άλματα, απόκτησαν συνείδηση της ταξικής τους υπόστασης, της πολλαπλής καταπίεσης που βίωναν και του ρόλου τους σε μια αναχρονιστική κοινωνία που τις αντιμετώπιζε σαν μηχανές αναπαραγωγής και πεδία άσκησης της ανδρικής κυριαρχίας. Και θέλησαν να αποτινάξουν αυτόν τον πολλαπλό ζυγό, διεκδικώντας ισότιμο ρόλο με τους άνδρες συντρόφους τους. Η χειραφετιτική αυτή διαδικασία που άνοιξε στα χρόνια της κατοχής επιταχύνθηκε με εντυπωσιακούς ρυθμούς στα χρόνια του εμφύλιου ταξικού πολέμου. Οι γυναίκες με πείσμα και τσαμπουκά διεκδίκησαν και πήραν αναβαθμισμένη θέση στις νέες συνθήκες. Με τα λόγια του Κ. Καραγιώργη: “Η γυναίκα επιβλήθηκε σε όλους, και σε εμάς και στον εχθρό, σαν μαχήτρια”.

Η συμμετοχή των γυναικών στο αντάρτικο και τον Δημοκρατικό Στρατό ήταν χωρίς προηγούμενο. Η άγρια καταστολή που δέχθηκε το εαμικό κίνημα κατά την περίοδο της λευκής τρομοκρατίας συνέβαλε στο να βγουν οι γυναίκες μπροστάρισσες στον αγώνα. Οι γυναίκες στελέχωσαν ένα πολύ σημαντικό ποσοστό των μάχιμων αντάρτικων τμημάτων (οι εκτιμήσεις κυμαίνονται από 23 έως 30%), ενώ εκατοντάδες από αυτές υπηρέτησαν τον ΔΣΕ ως αξιωματικοί και υπαξιωματικοί. Ως ένοπλες μαχήτριες οι γυναίκες δεν υπολειπόταν σε τίποτα από τους άντρες συντρόφους τους: “Η μαχητική γυναικεία επίδοση λίγο-λίγο απλώνεται σε όλους τους τομείς της πολεμικής μας δουλειάς, στη χρήση των βαρειών όπλων ακόμα και του πυροβολικού. (Από την εποχή του ΕΛΑΣ θυμάμαι γυναίκες στο ΕΛΑΝ της Στυλίδα). Στην ανίχνευση, στη ναρκοθέτηση και αποπαγίδευση. Στο σαμποτάζ και γενικότερα στο μηχανικό. Στην ελευθεροσκοπευτική δράση. Στην ενέδρα μέσα στο χιόνι και την παγωνιά. Στη σκοπιά σε προχωρημένη θέση. Στο τολμηρό σούρσιμο μέχρι το χαράκωμα του εχθρού. Και φυσικά στην ορμητική επίθεση στα υψώματα είτε στους κατοικημένους τόπους” (Κ. Καραγιώργης).  Αλλά και στην επιμελητεία και τις εξίσου σημαντικές και απαραίτητες βοηθητικές υπηρεσίες οι γυναίκες πρωτοστάτησαν. Στελέχωσαν κατά 50% τις υπηρεσίες Συνδέσεων και Διαβιβάσεων και κατά 80% τις υγειονομικές υπηρεσίες. Ένα ακόμα καθήκον που ανατέθηκε στις γυναίκες του ΔΣΕ ήταν η διαδικασία της απόπειρας συναδέλφωσης με τους φαντάρους του “εθνικού στρατού” μετά τις μάχες. Οι μαχήτριες του ΔΣΕ απευθύνονταν με τηλεβόες στους στρατιώτες που υπηρετούσαν την υποχρεωτική τους θητεία στις τάξεις του στρατού της αστικής κυβέρνησης, καλώντας τους σε προσχώρηση στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού.

Σημαντική, επίσης, υπήρξε και η συμμετοχή στους θεσμούς λαϊκής εξουσίας που αναπτύχθηκαν στην Ελεύθερη Ελλάδα. Βασικός φορέας της λαϊκής εξουσίας ήταν τα “Λαϊκά Συμβούλια” σε κάθε πόλη και χωριό, που προέκυπταν μετά από καθολική μυστική ψηφοφορία ανδρών και γυναικών άνω των 18 ετών. Να θυμίσουμε πως στην κυριαρχούμενη από τους μοναρχοφασίστες Ελλάδα δεν είχε θεσπιστεί ακόμα η γυναικεία ψήφος. Στα τέλη του 1948 η γυναικεία συμμετοχή ξεπερνούσε το 20% στη στελέχωση των λαϊκών οργάνων, γεγονός που αποτελούσε σημαντικό βήμα για την προοδευτική εξίσωση ανδρών και γυναικών. Ιδιαίτερο ρόλο στον τομέα αυτό έπαιξε η Πανελλαδική Δημοκρατική Ένωση Γυναικών (ΠΔΕΓ) που ιδρύθηκε τον Οχτώβρη του 1948, από μέλη του ΚΚΕ, του ΔΣΕ, του Αγροτικού Κόμματος, του Αντιφασιστικού Μετώπου Σλαβομακεδόνων (ΝΟΦ) και τη Δημοκρατική Νεολαία: “[Την ΠΔΕΓ] την φτιάχνει το αίμα από τις εκατοντάδες συντρόφισσές μας που έπεσαν για τη λευτεριά. Την δημιουργούν οι χιλιάδες μαχήτριες που αυτήν την ώρα στο χαράκωμα χτυπάνε τον εχθρό. Αυτές που σκάβουν το οχυρό και τρέχουν με τη ζαλίγκα. Αυτές που μέσα στη φριχτή τρομοκρατία της πόλης τοιχοκολλούν τον Τύπο της λευτεριάς, παλεύουν και τραγουδώντας αντικρίζουν το εκτελεστικό απόσπασμα”.

Αρχικά αυτή η έντονη γυναικεία παρουσία στον Δημοκρατικό Στρατό αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία: “Η υποτίμηση στη γυναίκα έχει πολύ παλιά παράδοση και δεν είναι εύκολο να φύγουν τα υπολείμματα της, αλλά πρέπει να καταλάβουμε πως στο λαϊκό μας κίνημα και στον ΔΣΕ είναι απαράδεκτη και βλαβερή. Να τη χτυπούμε ανοιχτά σε κάθε συγκεκριμένη της εκδήλωση” (Ρούλα Ζαχαριάδη-Κουκούλου). Κι όπως ανέφερε ο Κ. Καραγιώργης: “Η ίδια η γυναίκα έδειξε θαυμάσια προσαρμογή στις νέες συνθήκες που βρέθηκε, αλλά δεν δείχνει την ίδια προσαρμογή και ο άντρας μαχητής απέναντί της. Αργεί να πάρει είδηση ότι η γυναίκα αυτή, που κρατάει το όπλο στο πλευρό του, είναι η γυναίκα που όχι μόνο θα λευτερώσει μαζί του τούτον τον τόπο, αλλά και μαζί του θα αλλάξει και ολόκληρη την νεοελληνική κοινωνία”. Γρήγορα μέσα στο καμίνι του πολέμου η αρχική καχυποψία των συντρόφων τους μετατράπηκε σε θαυμασμό για όλες τις γυναικείες ικανότητες που ήταν θαμμένες κάτω από τόνους ανδρικής προκατάληψης. Όπως έγραφε ένα πλακάτ του ΕΑΜ Νέας Ιωνίας: την ισοτιμία της η γυναίκα την καταχτά με το αίμα της.

Η έντονη γυναικεία παρουσία, βέβαια, αιφνιδίασε το βουτηγμένο στον παραδοσιακό αναχρονισμό μοναρχοφασισμό, που δεν μπορούσε να χωνέψει πως το “αδύναμο φύλο” επεδείκνυε τέτοια αναίδεια στη θεόπνευστη εξουσία του. Στο ιδεολογικό του σύμπαν δε χωρούσε η ένοπλη και μάχιμη γυναίκα. Δεν μπορούσε να κατανοήσει πώς η γυναίκα άφηνε τον παραδοσιακό ρόλο της υπάκουης συζύγου και της υπομονετικής μητέρας και γινόταν “κλαρίστισσα”. Και κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια έσπευσαν να τις εξευτελίσουν και να υποβιβάσουν τον πραγματικό τους ρόλο στον αγώνα, παρουσιάζοντάς τες ως “πόρνες” (ενίοτε και ως “βουλγάρες πόρνες”) που ανέβαιναν στα βουνά για την σεξουαλική εξυπηρέτηση των “συμμοριτών”.

Η τεράστια συνεισφορά των γυναικών στην ένοπλη ταξική πάλη είχε,όμως, και το αντίστοιχο τίμημα. Χιλιάδες κακοποιήθηκαν, βιάστηκαν και φυλακίστηκαν από το επίσημο κράτος και τις αφιονισμένες  παρακρατικές συμμορίες. Το 1947 μεταφέρθηκαν στο Τρίκερι οι πρώτες εξόριστες κομμουνίστριες μαζί με τα ανήλικα παιδιά τους, ενώ εκατοντάδες μαχήτριες του λαϊκού κινήματος στοιβάζονταν στις φυλακές Αβέροφ. Ως το 1948 στη Χίο κρατούνταν 1050 γυναίκες και 57 ανήλικα παιδιά. Για πολλά χρόνια ακόμα, ακόμα και μετά την στρατιωτική ήττα του ΔΣΕ, χιλιάδες γυναίκες εξορίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Χίο, στη Μακρόνησο, στον Αϊ Στράτη, στο Τρίκερι (όπου μονάχα στα έτη 1948-1953 εξορίστηκαν 3000 γυναίκες).

Μεγάλος ήταν και ο φόρος αίματος που πλήρωσαν οι γυναίκες που μπήκαν στο καμίνι της ταξικής πάλης. Δεκάδες γυναίκες εκτελέστηκαν από τα έκτακτα στρατοδικεία. Στις 26 Ιουλίου του 1946 εκτελέστηκε, μαζί με έξι ακόμα συντρόφους της, στα Γιαννιτσά η σλαβομακεδόνισσα νηπιαγωγός και στέλεχος του ΚΚΕ Ειρήνη Γκίνη (Μίρκα Γκίνοβα). Ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε από το μοναρχοφασιστικό καθεστώς. Οι εφτά μελλοθάνατοι αντιμετώπισαν με θάρρος την εκτέλεση, τραγουδούσαν την Διεθνή, ενώ τα τελευταία της λόγια της Γκίνη στο εκτελεστικό απόσπασμα ήταν: “Πίσω μας έρχονται χιλιάδες, εκατομμύρια μαχητές της λευτεριάς. Εμείς αύριο θα είμαστε στρατός και θα σας συντρίψουμε... Ζήτω το ΚΚΕ”. Ένας από τους φαντάρους που συμμετείχαν στην εκτέλεση έγραφε σε γράμμα του προς τον πατέρα της Γκίνη: “Σας συγχαίρω για την κόρη που γεννήσατε. Αυτή δέχθηκε το θάνατο με το γέλιο στο στόμα, ηρωικά και ψύχραιμα, τραγουδώντας. Όλοι που παραβρεθήκαμε στην περίεργη και άγρια εκείνη εικόνα θαυμάσαμε. Κατά τις 5.30 η ώρα εγώ πλησίασα κοντά της και τη ρώτησα μήπως θέλει τίποτα να γράψω στους γονείς της. Αυτή με κοίταξε ήσυχα και μου είπε: "Εγώ πεθαίνω σαν τίμιος άνθρωπος για κάτι στο οποίο ολοκληρωτικά πιστεύω. Για την καλυτέρευση όχι προσωπικά της δικής μου ζωής, αλλά για τη ζωή όλων των ανθρώπων".  Εκατοντάδες ήταν οι αγωνίστριες που εκτελέστηκαν, όπως η “Κόκκινη Δασκάλα” Αθηνά Μπενέκου, η Κούλα Ελευθεριάδου που δήλωσε πριν εκτελεστεί: “Θέλησαν με την θανατική ποινή να πτοήσουν το γυναικείο φύλο. Το αποτέλεσμα θα είναι το αντίθετο”, η Ευθυμία Πατσά, μέλος της ΟΠΛΑ στη Θεσ/νίκη, που “γελούσε, τραγουδούσε κι έκανε καλαμπούρια πριν εκτελεστεί”,  κλπ. 

Θα κλείσουμε αυτή τη σύντομη εισήγηση με ένα ποίημα που έγραψε η Ρίτα Μπούμη Παπά, από τη συλλογή της “Χίλια νεκρά κορίτσια”. Ένα μικρό αφιέρωμα στις μαχήτριες που έδωσαν το αίμα τους στην υπόθεση του λαϊκού αγώνα και στάθηκαν αλύγιστες μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα:

 

ΑΝ ΒΓΩ ΠΕΡΙΠΑΤΟ ΜΕ ΤΙΣ ΝΕΚΡΕΣ ΜΟΥ ΦΙΛΕΣ

 

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες,

θα πλημμυρίσει η πόλη με βουβά κορίτσια

ο αέρας με στιφή ευωδιά θανάτου

τα φρούρια θα σηκώσουν άσπρες σημαίες

τα οχήματα θα σταματήσουν ―

αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

 

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες,

θα δείτε χίλια κορίτσια με τρυπημένα στήθη

ακάλυπτα, να σας φωνάζουν

«γιατί μας στείλατε έτσι νωρίς να κοιμηθούμε

σε τόσο χιόνι, αχτένιστες, κλαμένες;» ―

αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

 

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

θα ιδούν κατάπληκτα τα πλήθη

πως φάλαγγα πιο ανάλαφρη δεν πάτησε στη γη

πως λιτανεία πιο ιερή δεν έχει παρελάσει

ανάσταση πιο ένδοξη και ματωμένη ―

αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

 

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

γαμήλιο άνθος η πανσέληνος θα υψωθεί να τις στολίσει

μέσα στα κούφια μάτια τους θα κλαίνε ορχήστρες

οι μπούκλες τους, οι επίδεσμοι, θα κυματίζουν·

ω τότε, πολλοί από τύψεις θα πεθάνουν ―

αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License