Μέρες της ΟΠΛΑ στη Θεσσαλονίκη

από Ακα 14/06/2017 3:43 μμ.

https://anarchypress.wordpress.com/2017/06/12/%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7/

Τα χρώματα της βίας (1941-1945)

Η συγγραφέας στον πρόλογο αναφέρει ότι η έρευνά της βασίζεται όσον αφορά το πρωτογενές υλικό για την λειτουργία της ΟΠΛΑ στην Θεσσαλονίκη στο αρχείο του Ν. Τσιρώνη, στελέχους της ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης, που της παραχωρήθηκε από την οικογένειά του. Το αρχείο αυτό διασταυρώθηκε με τα δεδομένα του αρχείου του ΚΚΕ, και μάλιστα τους φακέλους της Επιτροπής Πόλης Θεσσαλονίκης της περιόδου 1941-1944, που φυλάσσονται σήμερα στο ΑΣΚΙ. Το υλικό αυτό εμπλουτίστηκε περαιτέρω με στοιχεία από δύο ακόμη αρχεία: α) το Ιστορικό αρχείο του Δήμου Θεσσαλονίκης και β) το αρχείο του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης.

Στον πρόλογο η συγγραφέας εκτός των άλλων παρατηρεί ότι «είναι άξιο απορίας το γεγονός ότι, ως τις μέρες μας σχεδόν, σημαίνοντα στελέχη που ελέγχονταν από το ΚΚΕ διεμήνυαν σε όλους τους τόνους στους επιζώντες πρωταγωνιστές, αλλά και στους δυνάμει ερευνητές πως δεν είχε ακόμα ωριμάσει ο χρόνος για την διαπραγμάτευση του ζητήματος της ΟΠΛΑ, διαπίστωση που νομίζω ότι ευθύνεται για την διαμόρφωση ενός ολισθηρού και νεφελώδους εν πολλοίς τοπίου, αποφευκτέου από τον ερευνητή».

Στην πρώτη ενότητα με τον τίτλο Σκοποί και στόχοι της έρευνας, η συγγραφέας θέτει περιληπτικά τις ερευνητικές της κατευθύνσεις οι οποίες μεταξύ άλλων αφορούν την αξιολόγηση της δράσης της ΟΠΛΑ στην Θεσσαλονίκη, την συσχέτιση της δράσης με τα ξεχωριστά δημογραφικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της πόλης κ.λπ.

Στην δεύτερη ενότητα με τον τίτλο Περιγραφή και αξιολόγηση των πηγών η Σοφία Ηλιάδου-Τάχου προχωρεί σε ταξινόμηση των πηγών και περιγράφει το περιεχόμενό τους, ενώ στην τρίτη με τον τίτλο Μεθοδολογία εξηγεί προβλήματα σχετικά με την αξιοποίηση των αυτοβιογραφικών κειμένων του προσωπικού αρχείου του Ν. Τσιρώνη και γενικότερα των πηγών, που χρησιμοποιούνται.

Η τέταρτη ενότητα με τον τίτλο Το πλαίσιο στην κατοχική και μετακατοχική Θεσσαλονίκη (1941-1945), περιγράφει αρχικά την θέση των προσφυγικών συνοικισμών στον αστικό ιστό της πόλης μετά την Μικρασιαστική Καταστροφή, μια θέση που αποσκοπούσε στην απομόνωσή τους σύμφωνα και με σχετική έκθεση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Η κατοχή επιδείνωσε τα προβλήματα στους προσφυγικούς συνοικισμούς, με αποτέλεσμα η πείνα και οι αρρώστιες να θερίζουν κυριολεκτικά τους κατοίκους τους. Η συνθήκη αυτή οδήγησε στην γρήγορη ριζοσπαστικοποίηση των πληθυσμών των προσφυγικών καταυλισμών και την ένταξή τους στον ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ, ενώ μια μερίδα αντίθετα προσχώρησε στα Τάγματα Ασφαλείας.

Στην ενότητα αυτή υπάρχει μια σύντομη αναφορά στις δομές τόσο της γερμανικής διοίκησης, όσο και της ελληνικής διοίκησης, ενώ στην συνέχεια η συγγραφέας ασχολείται με την ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Θεσσαλονίκη, που τοποθετείται μετά την ψήφιση στις 7 Απριλίου από την κυβέρνηση Ράλλη, του νόμου που προέβλεπε την ίδρυση ένοπλων ομάδων, δύο για την Αθήνα και δύο για την Θεσσαλονίκη:

«Ειδικά στην Θεσσαλονίκη, η ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας υπήρξε αποτέλεσμα των ενεργειών της γερμανικής διοίκησης. Στα σώματα κατατάχτηκαν πολλές και διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες. Υπήρχαν εκείνοι οι κάτοικοι που ήταν επηρεασμένοι από την αντικομμουνιστική προπαγάνδα του κατοχικού κράτους, η οποία περιελάμβανε εθνικιστικές διακηρύξεις και ενεργοποίηση, χάρις στις διακηρύξεις του ΚΚΕ περί «σλαβομακεδονικής μειονότητας», της σλαβο-βουλγαροφοβίας. Υπήρχαν εκείνοι που βρήκαν ευκαιρία να εκδικηθούν τον ΕΛΑΣ για την εκτέλεση μελών της οικογενείας τους. Υπήρχαν οι πρόσφυγες από την Μ. Ασία και τον Πόντο, οι οποίοι κατατάχτηκαν, εξαιτίας της ενεργοποίησης των φοβικών τους συνδρόμων, που αφορούσαν σε μια πιθανή εκδίωξη των προσφύγων, εξαιτίας του εναγκαλισμού από τον ΕΛΑΣ. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία όμως εκείνοι που κατατάχτηκαν στα σώματα ήταν οι τυχοδιώκτες και οι καιροσκόποι που εξασφάλιζαν μέσα από την ένταξή τους στα τάγματα μισθό, συσσίτιο, περίθαλψη και προστατευμένη από τον εχθρό ασυδοσία».

Έτσι, συγκροτείται στις 22 Μαΐου 1943 από την γερμανική διοίκηση το διαβόητο, για τις εκτελέσεις και τις αγριότητες κάθε είδους, τάγμα Πούλου. Τον Αύγουστο του 1944 ο Τσιρώνης ο οποίος εξελίσσεται σε σημαντικό στέλεχος της ΟΠΛΑ λαμβάνει την εντολή μαζί με την ομάδα του να σκοτώσει τον ίδιο τον Πούλο, ενώ όπως ο ίδιος (ο Τσιρώνης) εξηγεί: «η εξόντωση του σιχαμερού ερπετού που έχυνε άφθονο το δηλητήριό του ήταν μια πράξη ανάγκης, ΑΥΤΟΑΜΥΝΑΣ των Ελλήνων πατριωτών. Όλοι γνωρίζαμε πως όσο πιο γρήγορα ο Πούλος άφηνε τον μάταιο αυτό κόσμο, τόσο περισσότεροι Έλληνες θα γλίτωναν τις εκτελέσεις, τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς…».

Στην ίδια ενότητα η συγγραφέας αναφέρει τις εθνικιστικές αστικές αντιστασιακές οργανώσεις της Θεσσαλονίκης, δίνοντας ορισμένα στοιχεία γι’ αυτές όσον αφορά την προέλευση, την συγκρότηση και τα χαρακτηριστικά τους.

Προχωρώντας η συγγραφέας στην υποενότητα με τον τίτλο Το ΕΑΜ και το συγκείμενο του 1944-1945 και οι Επιπτώσεις στην ΟΠΛΑ, διευκρινίζει ποιο ήταν το πολιτικό πλαίσιο, εκείνο μέσα στο οποίο κρίθηκε η δράση της ΟΠΛΑ, αλλά και η τύχη των μελών της.

Το πλαίσιο αυτό καθόρισαν: α) οι όροι της Συνθήκης του Λιβάνου που διαμορφώθηκαν στις 20 Μαΐου 1944, β) οι όροι της Συμφωνίας της Καζέρτας που διαμορφώθηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου 1944 και οι όροι της Συμφωνίας της Βάρκιζας που συνομολογήθηκαν στις 12 Φεβρουαρίου 1945.

«Μέσα στο πλαίσιο που διαμορφώθηκε ήταν φανερό ότι το ΕΑΜ/ΚΚΕ δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή της ΟΠΛΑ/ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΗΣ στη δικαιοδοσία της κυβέρνησης Παπανδρέου, από την οποία θα ελεγχόταν η διαδικασία για την ενσωμάτωση του ΕΛΑΣ στον ενιαίο και μη πολιτικό εθνικό στρατό».

Η συγγραφέας καταγράφει, επίσης, τους «ιδεολογικούς και πολιτικούς ακροβατισμούς» του ΕΑΜ ειδικά στην Θεσσαλονίκη:

«πρώτα πρώτα στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό δήλωσε αρχικά πως ήταν σύμμαχο με την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και κάλεσε, στις 14 Σεπτεμβρίου 1944, τις άλλες πολιτικές δυνάμεις για έναν πολιτικά μετακατοχικό σχεδιασμό σύμφωνο με τους όρους του Λιβάνου. Τις κάλεσε δηλαδή να συμπράξουν, συνυπογράφοντας τους όρους του».

Τα κόμματα απαντώντας διαφοροποιήθηκαν στο ζήτημα του ΕΛΑΣ/ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΗΣ που είχαν αναλάβει αστυνομικά καθήκοντα στην πόλη, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις η Εθνική Πολιτοφυλακή είχε διενεργήσει αναρίθμητες συλλήψεις, καθώς σύμφωνα με υπολογισμούς περίπου 3.000 σοσιαλδημοκράτες βρίσκονταν στην φυλακή υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.

«Τέλος θα πρέπει να τονιστεί ότι το ΕΑΜ/ΚΚΕ τον Οκτώβριο του 1944 διαπραγματεύτηκε, όπως αποδεικνύει η μελέτη των αρχείων ΑΣΚΙ, με τους Γερμανούς, στο πλαίσιο της μυστικής διπλωματίας. Αποτέλεσμα της διπλωματίας ήταν να μην παρενοχλήσει ο ΕΛΑΣ την αποχώρηση των Γερμανών από την πόλη, για να μπορέσει ο ΕΛΑΣ να στρέψει τις δυνάμεις του αποκλειστικά ενάντια στους ταγματασφαλίτες εδραιώνοντας την κυριαρχία του στις συνοικίες, αλλά και αργότερα στο κέντρο, μαζικοποιώντας τα κτυπήματα, αλλά και τα θύματα από τις δύο πλευρές».

Ο ΕΔΕΣ ύστερα από διαπραγματεύσεις παραδίδει τις οπλαποθήκες με το οπλισμό της οργάνωσης, ενώ καλούν και τους άντρες των ταγμάτων να παραδοθούν και να δεχθούν τον αφοπλισμό τους από τον ΕΛΑΣ.

«Το ΕΑΜ αποτελούσε στην ουσία κράτος στη Θεσσαλονίκη».

Παρ’ όλα αυτά το ΕΑΜ διαπραγματεύεται την συνύπαρξη του με τις βρετανικές δυνάμεις, που κερδίζουν χρόνο, ώστε να μετακινήσουν δυνάμεις στην πόλη, ενώ τα νέα της συντριβής στην Αθήνα στα γεγονότα των Δεκεμβριανών και η συμφωνία της Βάρκιζας η οποία μεταξύ άλλων προέβλεπε την απόσυρση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από την Θεσσαλονίκη ως τις 16-17 Ιανουαρίου, δρομολογούν την υπό ταπεινωτικούς όρους αποστράτευση και αποχώρηση των δυνάμεων της ΟΠΛΑ/Πολιτοφυλακής.

Στην πέμπτη ενότητα με τον τίτλο Περιοδολόγηση-Παρουσίαση των δράσεων της ΟΠΛΑ, η συγγραφέας χωρίζει σε τέσσερις περιόδους την λειτουργία της, όπως αυτές σηματοδοτούνται από τομές στην σύστασή της, στην στοχοθεσία και στην λειτουργία.

Η έκτη ενότητα ασχολείται με την Περίοδο της σαμποταριστικής δράσης των ημιστρατιωτικών ομάδων και της «πρόδρομης ΟΠΛΑ»: (1941-1942) ξεκινώντας από την συγκρότηση της αντιστασιακής οργάνωσης «Ελευθερία» στην οποία συνασπίστηκαν κομμουνιστές και δημοκρατικοί και στην διάλυση της οργάνωσης Ειρήνη-Λευτεριά στην οποία προχώρησε το ΜΓ (Μακεδονικό Γραφείο) του ΚΚΕ:

«Η ομάδα θεωρούνταν από τον Βασβανά (γραμμ. του ΚΚΕ πόλης Θεσσαλονίκης) ότι αποτελούνταν από τροτσκιστές, δηλωσίες, και μερικούς νέους με επικεφαλής έναν δάσκαλο από τον Πειραιά και έναν παλιό κομμουνιστή, ενώ ο Γ. Καφκαντζής αναφερόμενος σ’ αυτούς, τους χαρακτήριζε μέλη της Προσωρινής χαφιέδικης διοίκησης του ΚΚΕ. Για την αντιμετώπιση των μελών της οργάνωσης Λευτεριά ο Βασβανάς έγραφε: “Οι δικοί μας ανακάλυψαν το στέκι τους, πήγαν οπλισμένοι και τους πήραν όλα τα μέσα που διέθεταν. Έτσι η οργάνωση διαλύθηκε αμέσως”».

Στην συνέχεια αναφέρονται οι δράσεις των ημιστρατιωτικών τμημάτων και της πρόδρομης ΟΠΛΑ (1941) στο πλαίσιο της αντιστασιακής οργάνωσης Ελευθερία μέχρι και την διάλυσή της, οπότε και ακολουθεί σύμφωνα με την συγγραφέα η περίοδος της Εαμικής αντίστασης (Σεπτέμβριος 1941-Ιανουάριος 1943).

Ειδικότερα αναφέρεται η αντίδραση του πρόδρομου μηχανισμού της ΟΠΛΑ κατά το έτος 1942 απέναντι στην δράση της Ειδικής Ασφάλειας η οποία προχωρούσε σε μπλόκα με σκοπό την εξάρθρωση των ένοπλων μορφών αντίστασης, αλλά και τον εκφοβισμό και την καταστολή όσων συμμετείχαν στις μαζικές κινητοποιήσεις που είχε εγκαινιάσει το ΕΑΜ στις πλατείες των συνοικιών.

Η έβδομη ενότητα αφορά την Περίοδο της επίσημης ίδρυσης της ΟΠΛΑ (Ομάδας Περιφρούρησης Λαϊκών Αγώνων) στην Θεσσαλονίκη (Ιανουάριος 1943, 7 Απριλίου 1944).

Στο αρχείο του Τσιρώνη διασώζεται χειρόγραφο κείμενο το οποίο διευκρινίζει τα εξής:

«Στα τέλη του Γενάρη του 1943 με οργάνωσε ο Βασίλης Μαλίγκος, που έμενε στην Πυλαία Θεσσαλονίκης στις ένοπλες ομάδες κρούσης της πόλης Θεσσαλονίκης. Οι ομάδες αυτές ήταν οργανωμένες και συνωμοτικά κατά τριάδες με επικεφαλής των ομαδάρχη των. Δεν γνωρίζονταν μεταξύ των δια λόγους ασφαλείας. Οπλίστηκαν από την προσφοράν σε αυτές οπλισμού από πολίτας, που είχαν κρυμμένα, από κλοπές και αγορές που κάναμε από τον κατακτητή –κυρίως Ιταλούς. Οι ομάδες είχαν σαν σκοπό να περιφρουρούν τις εκδηλώσεις του λαού για τα ζητήματα του, την αναγραφή συνθημάτων και την περιφρούρησιν αυτών που τα έγραφαν, την περιφρούρησιν αυτών που μοίραζαν προκηρύξεις και γενικά κάθε αγωνιζόμενου. Την υπεράσπισιν του λαού από τις επιθέσεις και τα μπλόκα των κατακτητών».

Η ενότητα αυτή κλείνει με αναφορά στην Δομή της ΟΠΛΑ και τους συνομωτικούς κανόνες που εφαρμόζονταν όπως η χρήση ψευδωνύμων, η μη γνωριμία των μελών κάθε ομάδας με τα μέλη των υπολοίπων, η χρήση σπιτιών που έπαιζαν τον ρόλο γιάφκας κ.ά.

Η όγδοη ενότητα αναφέρεται στην Περίοδο μετεξέλιξης της περιφρουρητικής ΟΠΛΑ σε οργάνωση τιμωρητικής βίας (7 Απριλίου 1943-Απρίλιος 1944), αλλά και στην Διαδικασία λήψης και εκτέλεσης των τιμωρητικών αποφάσεων.

«Εκείνο που πρέπει να επισημανθεί για την περίοδο αυτή, είναι το γεγονός ότι οι εκτελέσεις της ΟΠΛΑ δεν αποφασίζονταν από τα στελέχη της. Τα στελέχη του ΚΚΕ στην περιοχή έπαιρναν τις σχετικές αποφάσεις των εκτελέσεων, τις οποίες γνωστοποιούσαν ως εντολές στην ΟΠΛΑ».

Στην συνέχεια ακολουθεί αναφορά στους εκατοντάδες φόνους-εκτελέσεις με μη καταγεγραμμένη γνωστή αιτία και αφορούν είτε μέλη της ΟΠΛΑ που σκοτώθηκαν σε μπλόκα, συμπλοκές, μάχες ή ενέδρες των Ταγμάτων, ή αντίθετα μέλη των Ταγμάτων που σκοτώθηκαν σε ανάλογες συνθήκες.

Η ενότητα κλείνει με την περίοδο της δοκιμασίας του σχήματος «εφεδρικός ΕΛΑΣ/ΟΠΛΑ ή ΟΠΛΑ/αντάρτικα σώματα και της απαρχής των μαζικών κτυπημάτων.

Η ένατη ενότητα μας οδηγεί στην περίοδο Από την σύσταση της ΠΕΕΑ και την ίδρυση της Πολιτοφυλακής ως την αναχώρηση (23 Απριλίου 1944-19 Ιανουαρίου 1945).

«Την περίοδο αυτή η δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας, χαρακτηρίζεται όλο και περισσότερο από πρακτικές που είχε υιοθετήσει η Ειδική Ασφάλεια σε προηγούμενες περιόδους. Συγκεκριμένα, τα Τάγματα επανέλαβαν τα μπλόκα στις συνοικίες, επαναπροσδιόρισαν όμως τα μέσα και τις τακτικές που χρησιμοποιούσαν: έτσι για παράδειγμα, τα Τάγματα διενεργούσαν μπλόκα στις συνοικίες της πόλης συνηθέστερα πια μετά από καταγγελίες, είχαν ανοιχτή στήριξη από γερμανικά ένοπλα τμήματα και αδιαφορούσαν για τις παράπλευρες απώλειες, με αποτέλεσμα σε κάθε επιδρομή τους να μετράμε πολλά θύματα ανάμεσα στον άμαχο πληθυσμό».

Στις 12 Σεπτεμβρίου 1944, έλαβε χώρα συμπλοκή ανάμεσα στον εφεδρικό ΕΛΑΣ και στα Τάγματα Ασφαλείας στην Τούμπα:

«Σύμφωνα με τον Βασβανά: Το ευχάριστο που είχαμε στον ΕΛΑΣ είναι ότι ξεπέρασε το πρώτο στάδιο των μεμονωμένων κτυπημάτων ή των περιορισμένων στόχων και άρχισε τα μαζικά κτυπήματα, Έτσι είχαμε την περικύκλωση της Τούμπας από τον ΕΛΑΣ που σε αυτήν πήρε μέρος ένας λόχος από 57 άνδρες. Η συνοικία ζώστηκε από τον ΕΛΑΣ για δύο ώρες κάναν έλεγχο στον κόσμο, κάψανε 5 σπίτια προδοτών και εκτέλεσαν 3…».

Παρ’ όλα αυτά οι εκτελέσεις της ΟΠΛΑ (τα μεμονωμένα κτυπήματα) όχι μόνο εξακολουθούσαν να πραγματοποιούνται αλλά και πολλαπλασιάζονταν ραγδαία.

«Οι αντεκδικήσεις και οι ποικίλες μορφές αυτοδικίας πολλαπλασιάζονταν, όπως και οι επώνυμες καταγγελίες. Ο πολλαπλασιασμός τους φαίνεται ότι προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, αφού σε αναφορά του Β. Βασβανά με ημερομηνία 10 Απριλίου 1944, υπήρχε δυσαρέσκεια για την υπερβολή με την οποία συμπεριφέρονταν τα μέλη της ΟΠΛΑ:

Αυτές τις μέρες σύντροφοι έχουμε καταγγελίες για το παρακράτημα το υπερβολικό που κάνουν οι οργανώσεις… σοβαρές καταγγελίες έχουμε για εκτελέσεις άσκοπες που αν είσαστε εδώ θα τραβούσατε τα μαλλιά σας, γιατί πραγματικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι στα ζητήματα αυτά η ΟΠΛΑ και ο ΕΛΑΣ πέρασαν πάνω από τις καθοδηγήσεις…».

Η δέκατη ενότητα τιτλοφορείται Η Διάταξη περί «φυσικών αυτουργών» και η περίπτωση της ΟΠΛΑ.

«…θα πρέπει να αναρωτηθούμε για την ολοφάνερη αδιαφορία του ΕΑΜ/ΚΚΕ να παρέμβει στον τρόπο απονομής δικαιοσύνης και να διαμορφώσει θετικότερους όρους για οπλισμένα στελέχη του, μια και η συμμετοχή του στις εξελίξεις, λόγω δυναμικής και απήχησης δημιουργούσε κατά την γνώμη μας, για το πρώτο διάστημα, τις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο».

Σύμφωνα με τον ΑΝ της 14ης Φεβρουαρίου 1945 περί παροχής αμνηστίας εις τα πολιτικά εγκλήματα, η αμνήστευση αφορούσε αδικήματα που διαπράχθηκαν μετά τις 3 Δεκεμβρίου 1944, και μολονότι ίσχυε ως τη δημοσίευση του νόμου δεν συμπεριελάμβανε τα αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας, ενώ επιπροσθέτως έθετε ως όρο την παράδοση των όπλων από τα μέλη των ΕΛΑΣ, Εθνικής Πολιτοφυλακής και ΕΛΑΝ έως τις 15 Μαρτίου.

«…εκείνο που πρυτάνευσε ως κριτήριο κατά την εφαρμογή του νόμου ήταν η διάταξη που ενώ απάλλασσε τους ηθικούς αυτουργούς των εκτελέσεων, δηλαδή τους εκπονητές και εγκεφάλους που αποφάσιζαν ποιους θα σκότωναν τα μέλη της ΟΠΛΑ, καθιστούσε εύκολη λεία των συγγενών των θυμάτων τους εκτελεστές. Η φυσική αυτουργία καταγγελλόταν από τους ίδιους τους συγγενείς, γείτονες, συναδέλφους και δεν παραγραφόταν από το Συμβούλιο Εφετών, αλλά παραπεμπόταν για εκδίκαση στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο».

Η συγγραφέας κλείνοντας αυτή την ενότητα θέτει το ζήτημα της παράδοσης του οπλισμού πολλών από τους χαρακτηρισθέντες ως φυσικούς αυτουργούς δολοφονιών, μέσα από το πρίσμα διαφόρων νομοθετικών διατάξεων που παρατίθενται προηγουμένως.

«Με βάση όλα αυτά μήπως τελικά η μη παράδοση και η φυγοδικία, ή ο εκπατρισμός, εκβιάστηκαν από τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν; Και γιατί το ΕΑΜ δεν παρενέβη διαμορφώνοντας στο πλαίσιο της Βάρκιζας συνθήκες επανένταξης των μελών της ΟΠΛΑ; Μήπως επειδή ήθελε όντως να τους χρησιμοποιήσει για επόμενα σχέδια του;».

Το ενδέκατο κεφάλαιο πραγματεύεται τις Αντιλήψεις του Ν. Τσιρώνη για το Μακεδονικό ζήτημα.

Στο δωδέκατο κεφάλαιο η συγγραφέας επιχειρεί μια Συνολική θεώρηση-συζήτηση.

Εξετάζοντας μεταξύ άλλων η συγγραφέας τα επαγγέλματα και την ιδιότητα των θυμάτων της ΟΠΛΑ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ενώ τα πρώτα χρόνια στα θύματα της ΟΠΛΑ συμπεριλαμβάνονται κυρίως χωροφύλακες, τα επόμενα θύματα ήταν κυρίως ταγματασφαλίτες, ενώ οι μικρομεσαίοι και οι μεγαλοαστοί ήταν μια πολύ μικρότερη κατηγορία. Αυτό μας οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η ΟΠΛΑ/ΕΠ στο πλαίσιο της τιμωρητικής της δράσης, στρεφόταν κατά κύριο λόγο ενάντια στις ανταγωνιστικές προς την ίδια αστυνομίες των δύο κατοχικών διοικήσεων της ελληνικής (Χωροφυλακή) και της γερμανικής (Τάγματα). Η χρονική αλληλουχία, επομένως, μπορεί να ερμηνεύσει την επιλογή των στόχων, αφού τα πρώτα χρόνια στην Θεσσαλονίκη η Χωροφυλακή ασκούσε αστυνομικά καθήκοντα, περιφρουρώντας την ελληνική και γερμανική διοίκηση, ενώ η ίδρυση από την κυβέρνηση Ράλλη των Ταγμάτων Ασφαλείας ως παρακρατικής αστυνομίας του κατοχικού κράτους επαναπροσδιόρισε τον εχθρό, άρα και τους στόχους της ένοπλης βίας των ΕΛΑΣ/ΟΠΛΑ/ΕΠ».

Η συγγραφέας παρατηρεί επιπλέον σ’ αυτό το σημείο ότι «όπως αποδεικνύει η μελέτη των επαγγελμάτων των θυμάτων, η ΟΠΛΑ, εκτός από μεμονωμένες εξαιρέσεις μαυραγοριτών και ατόμων για τα οποία υπήρξαν καταγγελίες, δεν στράφηκε στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης μαζικά ενάντια στην μεσαία τάξη και δεν φόρεσε μανδύα κομμουνιστικής κάθαρσης. Μόνο τον τελευταίο χρόνο της κατοχής έγιναν, χωρίς αποδεικτικές διαδικασίες, μαζικές εκτελέσεις προσώπων, βασισμένες σε καταγγελίες, οι περισσότερες από τις οποίες είχαν προσωπικά κίνητρα».

Ακολουθεί εκ μέρους της συγγραφέως μια σκιαγράφηση του προφίλ των μελών της ΟΠΛΑ βασισμένη στην ηλικία, την καταγωγή, το επάγγελμα και την τυχόν ιδεολογική τους συγκρότηση σε σχέση με την στρατολόγησή τους από τις προσφυγικές συνοικίες.

Κλείνοντας, η συγγραφέας, το τελευταίο αυτό κεφάλαιο επιμένει στην απάντηση του ερωτήματος που και προηγουμένως είχε θέσει, δηλαδή γιατί η μετακατοχική δικαιοσύνη στράφηκε κυρίως ενάντια στην ΟΠΛΑ ως οργάνωσης, ενώ αμνήστευσε τους ηθικούς αυτουργούς του ΚΚΕ που σχεδίασαν τις εκτελέσεις.

«Η αποδεδειγμένα ακούσια σε πολλές περιπτώσεις μεταφορά των μελών της ΟΠΛΑ, που έγινε με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, στην πρώην Γιουγκοσλαβία και μάλιστα στα στρατόπεδα στο Μοναστήρι, στο Τέτοβο, το Νόβι-Σίβατς και ιδίως το Μπουλκές προϋποθέτουν μια λογική παραδοχή, που δεν σχετίζεται μόνο με την απειλή ενάντια στα στελέχη της ΟΠΛΑ από την μετακατοχική δικαιοσύνη, αλλά εκφράζει και την πρόθεση του ΚΚΕ να συντηρήσει μια μάχιμη δύναμη σε ετοιμότητα, μια δύναμη εξαρτημένη από τις επιταγές της εκάστοτε ηγεσίας του, αφού αποτελούνταν από άτομα που όφειλαν ευγνωμοσύνη για την διάσωσή τους από τις δαγκάνες της ελληνικής δικαιοσύνης στο κόμμα και τους ταγούς του».

Τέλος ακολουθεί Παράρτημα με τα ενδεικτικά βιογραφικά κάποιων από τους προαναφερθέντες στο βιβλίο στελεχών της ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης.

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 170, Απρίλιος 2017

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

Τίτλος:

Δημιουργός:

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License