Φουτουρισμος & Φασισμος

από @ 17/06/2017 7:27 μμ.

Στο μανιφέστο του 1910 Contro Venezia passatista ο Μαρινέτι ζητεί την καταστροφή της Βενετίας, αυτής της «λεπρής», όπως τη χαρακτηρίζει, «πόλης των τουριστών». Τα παλάτια της πρέπει να γκρεμιστούν, με τα μπάζα τους να γεμίσουν τα κανάλια και η πόλη να μετατραπεί σε βιομηχανικό λιμάνι.

Ανάγνωσμα: Ο φουτουρισμός, ο φασισμός και η πρωτοπορία Ζητούσαν την καταστροφή όλων των μουσείων, των βιβλιοθηκών, της παλιάς τέχνης και την αντικατάσταση της φύσης από τις πόλεις και τις μηχανές ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  27/07/2014 05:45 Ο Φιλίπο Τομάσο Μαρινέτι (δεξιά), ηγετική μορφή του φουτουρισμού, και ο ζωγράφος και γλύπτης Ουμπέρτο Μποτσιόνι σε έκθεση φουτουριστών ζωγράφων στο Παρίσι στις 5 Φεβρουαρίου 1912   Οι φουτουριστές αναστάτωσαν την Ευρώπη τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και βρέθηκαν πολύ κοντά στον φασισμό. Ηταν ένα από τα κινήματα της πρωτοπορίας που έκλιναν προς την Ακροδεξιά. Η καλοκαιρινή σειρά των «Βιβλίων», αρχίζοντας με τους φουτουριστές, παρουσιάζει τα μεγάλα κινήματα του 20ού αιώνα. Ακολουθούν ο μοντερνισμός, ο Κύκλος του Μπλούσμπερι, ο υπερρεαλισμός και ο εξπρεσιονισμός.
Ολα τα μεγάλα κινήματα στις νεότερες εποχές υπήρξαν γεννήματα της ουτοπίας. Στην τέχνη και στην πολιτική θεωρία τα ξύπνια όνειρα των προπαγανδιστών της στοίχειωσαν τη ζωή εκείνων που τους ακολούθησαν αλλά και όσων τους αντιστάθηκαν.
Η τέχνη δεν είναι αλώβητη από την αμετροέπεια. Ο φουτουρισμός, ένα από τα κυριότερα ουτοπικά κινήματα του 20ού αιώνα, ήταν τόσο αμετροεπής όσο και ο ιδρυτής του Φίλιπο Τομάσο Μαρινέτι. Αν το πρώτο μανιφέστο του φουτουρισμού που δημοσίευσε στις 20 Φεβρουαρίου 1909 στη Figaro δημοσιευόταν σήμερα, ή θα περνούσε απαρατήρητο ή θα προκαλούσε απλώς τη θυμηδία. Αφήνω το ότι η εφημερίδα δεν θα δημοσίευε τώρα ένα τέτοιο κείμενο... Ποιος θα συμφωνούσε με το κήρυγμα του Μαρινέτι, που σαν άλλος Σαβοναρόλα ζητούσε τότε την εξαφάνιση όλων των παραδοσιακών πολιτιστικών θεσμών, από τα μουσεία ως τις βιβλιοθήκες, την καταστροφή όσων προηγήθηκαν στην τέχνη και την ολοκληρωτική αντικατάσταση της φύσης από τις πόλεις και τα αυτοκίνητα;
Αν αυτά ακούγονται τώρα εξωφρενικά, τότε ήταν επαναστατικά. Η Ευρώπη από τα μέσα ακόμη του 19ου αιώνα άλλαζε με δραματικό τρόπο εξαιτίας της Βιομηχανικής Επανάστασης. Ο παλιός κόσμος πέθαινε και μαζί του πέθαιναν οι  θεσμοί που τον στήριζαν. Το μέλλον λοιπόν για τον Μαρινέτι θα έπρεπε να ξεκινά από ένα ιδεατό σημείο μηδέν σαρώνοντας το παρελθόν από το οποίο είχε προκύψει. Γύρω από το σημείο αυτό θα αναπτυσσόταν ο κόσμος μιας ουτοπίας την οποία κυβερνούσαν η βιομηχανία, το σίδερο και η ταχύτητα. Και όποιος αρνιόταν να επιβιβαστεί στο όχημά της θα πέθαινε μαζί με τον παλιό κόσμο.
Η αίσθηση που προκάλεσε το πρώτο μανιφέστο του φουτουρισμού υπήρξε τεράστια. Ακολούθησαν κι άλλα, με αποτέλεσμα από το 1909 ως το 1924 τα μανιφέστα του Μαρινέτι μόνο στη Γαλλία να γνωρίσουν 28 εκδόσεις. Ο συγγραφέας τους ήταν, θα λέγαμε, ο αντιπροσωπευτικότερος αναρχικός της Ακροδεξιάς που παρουσιάστηκε ποτέ στα παγκόσμια Γράμματα. Κοσμοπολίτης και ωστόσο ακραίος εθνικιστής, ο Μαρινέτι ήρθε σε επαφή με τις ιδέες των αναρχικών της Μονμάρτρης στο Παρίσι στα τέλη του 19ου αιώνα μέσω του Αλφρέντ Ζαρί. Δεν είναι αξιοπερίεργο επομένως  που από τα αναρχικά δόγματα της καταστροφής πέρασε στη δοξολόγηση και στη λατρεία του πολέμου, αφού ο πόλεμος είναι το μόνο μέσον για να καταστραφούν τα πάντα.  

Να καταστραφεί η Βενετία! Στο μανιφέστο του 1910 Contro Venezia passatista ο Μαρινέτι ζητεί την καταστροφή της Βενετίας, αυτής της «λεπρής», όπως τη χαρακτηρίζει,  «πόλης των τουριστών». Τα παλάτια της πρέπει να γκρεμιστούν, με τα μπάζα τους να γεμίσουν τα κανάλια και η πόλη να μετατραπεί σε βιομηχανικό λιμάνι.
Αν όμως καταστραφούν τα πάντα, τότε θα πρέπει να καταστραφούν και όλες οι παλιές μορφές έκφρασης. Η κίνηση και η ταχύτητα θα μπουν δυναμικά στους πίνακες, στα αρχιτεκτονικά σχέδια, στις μουσικές συνθέσεις και πρωτίστως στην ίδια τη γραφή, που θα χρειαστεί να δημιουργήσει μιαν άλλη επικράτεια για τις λέξεις ώστε να πάψουν να αναγνωρίζονται μέσα από τα νεκρά σχήματα του παρελθόντος. Πώς μπορεί να γίνει αυτό το τελευταίο; Πώς θα πρέπει να γράφεται ένα φουτουριστικό κείμενο; Το 1912 στο Τεχνικό μανιφέστο του φουτουρισμού ο Μαρινέτι το εξηγεί: με την κατάργηση των επιθέτων, των επιρρημάτων και της στίξης προκειμένου η γλώσσα να αποκτήσει έναν δυναμισμό που να ξεπερνά την αξίωση για την «ακριβή λέξη» (mot juste) του Φλομπέρ.
Οσον αφορά τον πόλεμο, ο μιλιταρισμός του ευρωπαϊκού φουτουρισμού ήταν επόμενο να συναντηθεί λίγα χρόνια αργότερα με τις ιδέες του ιταλικού φασισμού. Και ένα από τα αξιοπερίεργα που δίνουν και το μέτρο της βίαιης αντίφασης που πέραν των άλλων τον χαρακτηρίζει είναι πως μια εθνικιστική τέχνη αναζητούσε οπαδούς εκτός Ιταλίας. Ο γεννημένος στην Αλεξάνδρεια Μαρινέτι έφτασε μάλιστα στο σημείο να χαρακτηρίσει τα ποιήματα του Καβάφη φουτουριστικά και να προσπαθήσει να τον εντάξει στο «κίνημα». Αλλά, βέβαια, ο ευφυής Αλεξανδρινός δεν «τσίμπησε».         

Στο πλευρό του Μουσολίνι Με τον Τζιοβάνι Τζεντίλε, διακεκριμένο στέλεχος του ιταλικού φασιστικού κόμματος και διόλου ασήμαντο διανοούμενο, μέντορας του οποίου υπήρξε ο Μπενεντέτο Κρότσε, το 1925 ο Μαρινέτι συνέγραψε το Μανιφέστο των φασιστών διανοουμένων, που εκτός από τους ίδιους το υπέγραψαν κάποιοι από τους σημαντικότερους συγγραφείς της Ιταλίας. Ανάμεσά τους και οι: Κούρτσιο Μαλαπάρτε, Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι και Λουίτζι Πιραντέλο.
Το μανιφέστο προκάλεσε την οργή του Μπενεντέτο Κρότσε, ο οποίος σε απάντηση συνέταξε το δικό του Μανιφέστο των αντιφασιστών διανοουμένων, το οποίο υπέγραψαν άλλοι συγγραφείς επίσης πρώτης γραμμής, όπως ο Μοντάλε, ο Ντε Σάνκτις (που οι θεωρίες του επηρέασαν τον δικό μας λησμονημένο δυστυχώς κριτικό Πέτρο Σπανδωνίδη), ο Λουίτζι Εϊνάουντι και ο Γκαετάνο Μόσκα.
Ο Τζεντίλε συνελήφθη από ιταλούς αντάρτες και εκτελέστηκε στις 15 Απριλίου 1944. Είχε μείνει πιστός στο φασιστικό καθεστώς και στον Μουσολίνι ως το πικρό τέλος. Ο Μαρινέτι πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς.
Και σήμερα κάποιες περιθωριακές πειραματικές εκφράσεις έχουν την αφετηρία τους στον φουτουρισμό. Η λεγόμενη slam poetry, η οποία γεννήθηκε στη δεκαετία του 1980 στο Σικάγο, όπου ο ποιητής παρουσιάζει με θεατρικές κινήσεις και εκφράσεις τα ποιήματά του, παραπέμπει στα λεγόμενα ηχοποιήματα του Μαρινέτι, που η σκηνική του παρουσία ήταν απείρως ανώτερη της καθαυτό αξίας των ποιημάτων του. Η λεγόμενη concrete poetry (συγκεκριμένη ποίηση) που παρουσιάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και βασίζεται στην εικαστική εκδοχή τυπογραφικών σχημάτων έχει επίσης τις ρίζες της στη ζωγραφική των πλακάτ, που και αυτή είναι επίσης μεταφορά των φουτουριστικών δογμάτων στο πεδίο της προπαγάνδας. Η τέχνη της αφίσας και η αρ ντεκό βγαίνουν από τον φουτουρισμό. Που, με εξαίρεση τη Ρωσία, καλλιτέχνες και διανοοουμένους πρώτης γραμμής δεν μας έδωσε.
Τόσο ο βορτικισμός όσο και ο αγγλοσαξονικός μοντερνισμός, τουλάχιστον όσον αφορά την επιθετικότερη πλευρά τους, ακολουθούν το παράδειγμα του φουτουρισμού. Γι' αυτά όμως την επόμενη Κυριακή.    

Ο Μαρινέτι στη Ρωσία Οταν ο Μαρινέτι έφθανε στη Μόσχα στις 26 Ιανουαρίου 1914 προκειμένου να προωθήσει την υπόθεση του φουτουρισμού, οι ρώσοι φουτουριστές είχαν ήδη δώσει σημαντικότατο έργο όχι μόνο στη λογοτεχνία αλλά και στις Καλές Τέχνες. Στην πραγματικότητα δεν είχαν να διδαχθούν τίποτε από τον ιταλό γκαουλάιτερ του κινήματος. Είχαν ήδη μελετήσει τα μανιφέστα του και τον είχαν μεταφράσει. Δεν ήταν εν τούτοις διατεθειμένοι να αποδεχθούν τις πατερναλιστικές υποδείξεις του. Κατά τις παραδοσιακές αρχές της ρωσικής φιλοξενίας το κοινό που παρακολούθησε τις διαλέξεις και τις απαγγελίες του φέρθηκε ευγενώς, όχι όμως και οι σημαντικοί εκπρόσωποι του ρωσικού φουτουρισμού.
Στις διαλέξεις του ο Μαρινέτι χαρακτήρισε «υποκριτή» τον Τολστόι και «υστερικό» τον Ντοστογέφσκι και ζήτησε από τους συγγραφείς να γράφουν σύμφωνα με τις οδηγίες του αν ήθελαν να απαλλαγούν από τα τοτέμ αυτά του ρεαλισμού. Η απάντηση που εισέπραξε ήταν περίπου η εξής: Μη μας κάνεις τον έξυπνο και τον προωθημένο. Ενας-δύο ήταν ακόμη πιο επιθετικοί. «Κατέστρεψες τη στίξη στο όνομα της ομορφιάς της ταχύτητας, αλλά εμείς την ομορφιά τη φτύνουμε» έγραψε ο Μπένεντικτ Λίβσιτς. Και ο Μιχαήλ Λαριόνοφ σε άρθρο του σε εφημερίδα της Μόσχας ζήτησε από το κοινό να του πετάξουν κλούβια αβγά γιατί πρόδωσε τις αρχές του φουτουρισμού - χωρίς ωστόσο να αναφέρει ποιες.
Δεν ήταν και ό,τι καλύτερο για τον Μαρινέτι που αδυνατούσε να φανταστεί πως η οίηση των ρώσων φουτουριστών και η αυθάδειά τους θα ήταν μεγαλύτερες από τις δικές του. Αλλά προφανώς ο Ιταλός δεν είχε υποψιαστεί ότι οι ρίζες του ρωσικού μηδενισμού ήταν βαθύτερες από τις αντίστοιχες του ευρωπαϊκού και απλώνονταν στο ρωσικό αναρχικό κίνημα, το ισχυρότερο εκείνη την εποχή σε όλη την Ευρώπη. Και όσον αφορά τουλάχιστον τη λογοτεχνία υπήρχε για το θέμα ένα μυθιστόρημα από τον προηγούμενο αιώνα που ανήκει στα σημαντικότερα της ρωσικής πεζογραφίας: το Πατέρες και γιοι του Τουργκένιεφ.  
Οι λόγοι για τους οποίους, ενώ ο φουτουρισμός στην Ευρώπη συνδέθηκε με την Ακροδεξιά και τον ιταλικό φασισμό, στη Ρωσία συνδέθηκε με την Οκτωβριανή Επανάσταση, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Μαγιακόβσκι, είναι πολλοί. Αυτή η ριζική πολιτική διαφορά εν τούτοις δεν αναιρεί τις ομοιότητες. Για παράδειγμα, οι παροτρύνσεις του Μαγιακόβσκι στο κοινό όταν απήγγελλε τα ποιήματά του να τον συνοδεύουν ή να τον διακόπτουν με σφυρίγματα είναι δανεισμένες από τον Μαρινέτι, που κι εκείνος ζητούσε ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Η αρνητική υποδοχή του Μαρινέτι εκ μέρους των ρώσων φουτουριστών του προκάλεσε σοκ. Γι' αυτό και όταν επέστρεψε απογοητευμένος στην Ιταλία τους χαρακτήρισε «ψευδοφουτουριστές».
Από τον φουτουρισμό ωστόσο ξεπήδησε όλη η ρωσική πρωτοπορία και κάλυψε κάθε έκφανση της κουλτούρας: από την ποίηση ως τη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική, τη μουσική, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Η όπερα Μύτη του Ντμίτρι Σοστακόβιτς βγαίνει από τη φουτουριστική παράδοση. Οι πρώτες ταινίες του Τζίγκα Βερτόφ επίσης. Το ίδιο κι ο κονστρουκτισμός, όπως και ο σουπρεματισμός του Καζιμίρ Μάλεβιτς, καθώς σε μεγάλο βαθμό και οι παραστάσεις του Μέγερχολντ, με τον οποίο συνεργάστηκε τόσο ο Σοστακόβιτς όσο και ο Μαγιακόβσκι και ο Μάλεβιτς. Η ρωσική πρωτοπορία έτσι αποδεικνύει πως ο φουτουρισμός είναι το μόνο κίνημα στον 20ό αιώνα που στη Μόσχα και στην Πετρούπολη τουλάχιστον γέννησε όλα τα υπόλοιπα κινήματα της πρωτοπορίας που ακολούθησαν.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Ανατόλι Λουνατσάρσκι, ο οποίος πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση, όταν ήταν ακόμη άσημος δημοσιογράφος, έγραψε τρία κείμενα για τον φουτουρισμό.
Αργότερα, βέβαια, τα πράγματα άλλαξαν. Μολονότι ο Στάλιν ανακήρυξε τον Μαγιακόβσκι, τον κυριότερο εκπρόσωπο του ρωσικού φωτουρισμού, ως τον μεγαλύτερο ποιητή της σοβιετικής εποχής, η μοίρα των άλλων σημαντικών φουτουριστών και εκπροσώπων της πρωτοπορίας ήταν κακή όσο και η δική του. Μόνο που εκείνοι επιπλέον δεν είχαν την υστεροφημία του. Ο Βελιμίρ Χλέμπνικοφ πέθανε νεότατος το 1922. Το ίδιο και ο Βαντίμ Σερσένιεβιτς, μεταφραστής του Μαρινέτι, που πέθανε το 1942 στα 59 του χρόνια ξεχασμένος. Ο Μπένεντικτ Λίβιτς, τα απομνημονεύματα του οποίου το 1933 είναι μία από τις καλύτερες ιστορίες του ρωσικού φουτουρισμού, συνελήφθη το 1937, στην περίοδο της γεζοφικής τρομοκρατίας, και εκτελέστηκε τον επόμενο χρόνο ως «εχθρός του λαού».
Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός σηματοδότησε τον θάνατο της ρωσικής πρωτοπορίας η οποία προέκυψε από τον φουτουρισμό. Την επιτάφια πλάκα την έβαλε η Πράβδα το 1936 με δύο άρθρα που δεν ξέρουμε ποιος τα έγραψε αλλά πολλοί τα αποδίδουν στον ίδιο τον Στάλιν. Το ένα από αυτά είχε τίτλο Μπέρδεμα αντί για μουσική. Στα άρθρα εκείνα, που επετίθεντο στον Σοστακόβιτς, αποκαλούμενο τότε και «Μαγιακόβσκι της μουσικής», καταδικάζονταν στο πυρ το εξώτερον ο φορμαλισμός, ο φουτουρισμός και οι εκπρόσωποί τους. Αυτό ήταν και το τέλος της ρωσικής πρωτοπορίας


ισα - ισα. Η αφορμή ήταν το ανέβασμα της όπερας Λαιδη Μάκβεθ του Μιντσεσκ απο τον Σοστακόβιτς.  Παρακαλώ να μας βρείτε που ακριβώς χτυπιέται ο φουτουρισμός του Μαγιακόφσκι και βεβαίως που κατηγορείται ο Σοστακόβιτς ως "Μαγιακόφσκι της Μουσικής".

Προφανως αγνοείτε οτι ο Μαγιακόφσκι το 1936 θεωρείτο ο μεγαλύτερος ποιητης της επαναστατικής περιόδου και το έργο του ανεκτίμητο από τον ίδιο τον Στάλιν!!!

ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΑΠΑΡΑΓΕΤΕ ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ ΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ....

ολο το άρθρο, στο οποίο αναφέρεστε εδώ. Αυτούσιο παρακάτω. Συν τοις αλλοις, το άθρο αυτο αποδεικνύει το εξής. ΕΙΝΑΙ ΜΕΙΟΨΗΦΙΚΟ σε σχέση με τα διθυραμβικα άρθρα αλλων εφημερίδων που αποθέωναν το συγκεκριμένο έργο του Σοστακόβιτς.

χα χα χα!!!

 

Για να δούμε:

Συνονθύλεμα αντί για μουσική

Μαζί με τη γενική πολιτιστική άνοδο στη χώρα μας αυξήθηκε και η ζήτηση για καλή μουσική. Ποτέ και πουθενά αλλού οι συνθέτες δεν είχαν μπροστά τους ένα τόσο ευγνώμον κοινό. Οι λαϊκές μάζες περιμένουν καλά τραγούδια και επίσης καλές οργανικές εκτελέσεις, καλές όπερες.

Καποια θέατρα, ως καινοτομία, ως επίτευγμα παρουσιάζουν στο νέο, ώριμο πολιτιστικά κοινό την όπερα του Σοστακόβιτς “Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ”. H χαϊδευτική μουσική κριτική εξυψώνει στα σύννεφα την όπερα, πομπωδώς το δοξάζει. Ο νεαρός συνθέτης, αντί για μεθοδική και σοβαρή κριτική, η οποία θα μπορούσε να τον βοηθήσει στο έργο του στο μέλλον, ακούει μόνο ενθουσιαστικά κομπλιμέντα.

Ο ακροατής από το πρώτο κιόλας λεπτό μένει αποσβολωμένος στην όπερα από έναν συνειδητά άμορφο, συγκεχυμένο χείμαρρο ήχων. Τμήματα μελωδιών, βάσεις μουσικών φράσεων βυθίζονται, έπειτα, αναδύονται, ξανά χάνονται μέσα στη βαβούρα, το τρίξιμο και τη στριγκλιά. Το να ακολουθήσει κανείς αυτή τη μουσική είναι δύσκολο, το να την απομνημονεύσει – αδύνατο.

Έτσι είναι σχεδόν καθ’όλη τη διάρκεια της όπερα. Στη σκηνή, το τραγούδι αντικαθίσταται από κραυγές. Όπου ο συνθέτης τυχαίνει και παίρνει το δρόμο της απλής και κατανοητής μελωδίας, άμεσα, ωσάν να φοβόταν μια τέτοια ατυχία, σπεύδει να ξαναπέσει στη ζούγκλα της μουσικής σύγχυσης – κάτι που σε μερικά σημεία καθίσταται κακοφωνία. Η εκφραστικότητα, την οποία ζητά ο ακροατής, έχει αντικατασταθεί από έναν μανιώδη ρυθμό. Το πάθος πρέπει να εκφράζεται από μουσικό θόρυβο.

Όλα αυτά δεν οφείλονται σε έλλειψη ταλέντου του συνθέτη, ούτε από καποια ανικανότητά του να εκφράσει απλά και δυνατά αισθήματα. Πρόκειται για μουσική, η οποία σκόπιμα έγινε αναποδογυρισμένα, ώστε τίποτα να μη θυμίζει κλασική μουσική όπερας, να μην έχει τίποτα το κοινό με το συμφωνικό ήχο, με τον απλό, προσβάσιμο σε όλους μουσικό λόγο. Πρόκειται για μουσική, η οποία δομήθηκε πάνω στην ίδια αρχή της άρνησης της όπερας, πάνω στην οποία αρχή η αριστερίστικη τέχνη γενικά αρνείται στο θέατρο την απλότητα, το ρεαλισμό, τη σαφήνεια της εικόνας, το φυσικό ηχητικό λόγο. Πρόκειται για μεταφορά στην όπερα, στη μουσική των πιο αρνητικών πτυχών του “Μεγιερχολντισμού” σε πολλαπλάσια μορφή. Πρόκειται για αριστερίστικο συνονθύλευμα, αντί για φυσική, ανθρώπινη μουσική. Η ικανότητα της καλής μουσικής να κερδίζει τις μάζες θυσιάζεται προς χάρη μίας μικροαστικής φορμαλιστικής απόπειρας, η οποία αξιώνει ότι δημιουργεί μία πρωτοτυπία μέσα από φτηνά τρικ. Πρόκειται για παιχνίδι με δυσνόητα πράγματα, το οποίο μπορεί να τελειώσει πολύ άσχημα.

Ο κίνδυνος αυτής της τάσης στη σοβιετική μουσική είναι ξεκάθαρος. Η αριστερίστικη παραμόρφωση στην όπερα αναβλύζει από την ίδια πηγή άπό την οποία αναβλύζει η αριστερίστικη παραμόρφωση στη ζωγραφική, την ποίηση, την παιδαγωγική, τις επιστήμες. Οι μικροαστικές “καινοτομίες” οδηγούν στην απόσπαση από την πραγματική τέχνη, από την πραγματική επιστήμη, από την πραγματική λογοτεχνία.

Ο δημιουργός της “Λαίδης Μάκβεθ του Μτσένσκ” χρειάστηκε να προσφύγει και να δανειστεί από τη τζαζ το νευρώδη, σπασμωδικό και επιθετικό της τόνο για να προσδώσει “πάθος” στους χαρακτήρες του έργου.

Ενώ η κριτική μας – συμπεριλαμβανομένης της μουσικοκριτικής – γίνεται στο όνομα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, αυτό που μας παρουσιάζεται σε αυτή τη δημιουργία του Σοστακόβιτς είναι ένας ωμός νατουραλισμός. Μονότονα και με κτηνώδη μορφή παρουσιάζονται όλοι – και οι έμποροι και ο λαός. Αρπακτικό η γυναίκα του εμπόρου, λαίμαργη για πλούτο και εξουσία μέσω δολοφονιών, παρουσιάζεται ως περίπου “θύμα” της αστικής κοινωνίας. Στην ηθογραφία του Λέσκοφ έχει επιβληθεί ένα νόημα, το οποίο δεν έχει.

Και όλα αυτά ωμά, πρωτόγονα, χυδαία. Η μουσική κρώζει, βουίζει, σφαδάζει και πνίγεται προκειμένου όσο πιο φυσικά γίνεται να αναπαραστήσει τις σκηνές αγάπης. Και η “αγάπη” απλώνεται σε ολόκληρη την όπερα με την πιο χυδαία της μορφή. Το διπλό κρεβάτι του εμπόρου καταλαμβάνει τον κεντρικό χώρο στη σκηνή. Πάνω σε αυτό επιλύονται όλα τα “προβλήματα”. Πάνω σε αυτό επίσης το ωμό-νατουραλιστικό στυλ παρουσιάζεται ο θάνατος από δολοφονία και τα χτυπήματα – σχεδόν πάνω στη σκηνή.

Ο συνθέτης, όπως φαίνεται, δεν έθεσε στον εαυτό του το καθήκον να ακούσει τι περιμένει, τι αναζητεί στη μουσική το σοβιετικό ακροατήριο. Λες και επίτηδες κρυπτογράφησε τη μουσική του, και ανακάτεψε όλους τους ήχους σε αυτή, ώστε να προσεγγιστεί η μουσική του μόνο από όσους έχουν χάσει την υγιή αίσθηση του ωραίου – τους φορμαλιστές. Προσπέρασε τις απαιτήσεις της σοβιετικής κουλτούρας να αποβάλλει την ωμότητα και την αγριότητα από κάθε γωνιά της σοβιετικής ζωής. Αυτή την εκθείαση της λαγνείας του εμπόρου καποιοι κριτικοί τη χαρακτηρίζουν σάτιρα. Όμως για καμία σάτιρα δεν μπορεί να γίνεται λόγος εδώ. Με όλα τα μέσα και τη μουσική και δραματουργική έκφρασή του ο δημιουργός προσπαθεί να αποσπάσει τη συμπάθεια του κοινού προς τις ωμές και χυδαίες επιδιώξεις και ενέργειες της γυναίκας του εμπόρου Κατερίνας Ισμαήλοβα.

Η “Λαίδη Μάκβεθ” γνωρίζει επιτυχία στο αστικό κοινό στο εξωτερικό. Δεν την εκθειάζει το αστικό κοινό επειδή η όπερα είναι γεμάτη σύγχυση και απολύτως απολίτικη; Δεν είναι επειδή γαργαλά τη διεστραμμένη αίσθηση του αστικού ακροατηρίου η σπασμωδική, φλύαρη και νευρωτική μουσική;

Τα θέατρά μας έχουν κάνει όχι λίγα για να παρουσιάσουν πλήρως την όπερα του Σοστακόβιτς. Οι ηθοποιοί επέδειξαν σημαντικό ταλέντο για να ξεπεράσουν το θόρυβο, τις κραυγές και το τρίξιμο της ορχήστρας. Με τη δραματική τους ερμηνεία, προσπάθησαν να αποζημιώσουν για τη μελωδική μετριότητα της όπερας. Δυστυχώς, από αυτό κατέστησαν ακόμα πιο ξεκάθαρες οι ωμές-νατουραλιστικές πτυχές της. Η ταλαντούχα ερμηνεία αξίζει αναγνώριση, οι χαμένες προσπάθειες – λύπη.

ολο εδώ:

 

____________________________

αν σας έβαζα να δειτε την όπερα του Σοστακόβιτς ειμαι σίγουρος οτι οι περισσότεροι θα μιλούσατε για...δηθενιά και ελιτισιμο.

Η οπτικη της κριτικής της Πράβντα ομως δεν ειναι σεφερλιστική και του κώλου. Αντιτίθεται απο κλασσικιστική σκοπιά σε νέες φόρμες στην όπερα, σε πειραματισμους που ακομη δεν ειχαν φέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, πειραματισμους που ο Σοστακόβιτς αναδεικνύει με ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟ ΤΡΟΠΟ αναμφίβολα στην 7η (Λένινγκραντ) και απογειώνεται ως συνθέτης που ΠΡΩΤΟΤΥΠΕΙ έναντι των κλασσικών, εγκαταλείποντας το δρόμο του Μεγάλου Σεβαστιανου.. (αν κατανοείτε τι σημαινει αυτο).

Να στε σοβαροι στη κριτικη σας αλλη φορά.

__________________

και ο φουτουρισμος εχει τη ρωσσική του επαναστατικη πλευρά από αρχές του εικοστού. Οταν οι ρωσοι φουτουριστες ύψωσαν το δικό τους μανιφέστο (μπάτσο στο δημόσιο γούστο) δεν προκάλεσαν καμια θυμηδία. Δέχτηκαν αμέσως την καταστολή του καθεστώτος και τη λυσσαλέα επιθεση ολων των κριτικών.

από @special aka αντικκε 20/06/2017 7:58 μμ.


τον Μαγιακόβσκυ ποιός τον έφαγε?

μήπως είχε ψυχολογικά ο σύντροφος?

και ποιός τον ανακύρηξε εθνικό ποιητή?

εεε?

Ποιο αστός από το Στάλιν πεθαίνεις...

από el quinto regimiento 21/06/2017 9:05 πμ.


μονος του αυτοκτόνησε. Δεν το ξέρεις αυτο; Καιρός να το μάθεις.

Στο τελευταίο του σημείωμά του γράφει τα εξής:

Για το θάνατό μου μην κατηγορήσετε κανένα και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Το απεχθανόταν αυτό φοβερά ο μακαρίτης. Μητέρα, αδελφές και σύντροφοι, συγχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος- (δεν τον συμβουλεύω σε άλλους) μα δεν έχω διέξοδο. Λίλια αγάπαμε.


Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι
η Λίλια Μπρικ, η μητέρα, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλοτοβα Πολόνσκαγια.
Αν τους εξασφαλίσεις μια υποφερτή ζωή, ευχαριστώ.

Τ’ αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ.

Αυτοί θα τα ξεδιαλύνουν.

“Το επεισόδιο θεωρείται λήξαν” καθώς λεν και εμείς ας πούμε τη βάρκα του έρωτα τη συνέτριψε η ζωή. Είμαστε πάτσι τώρα οι δυό μας και δεν έχει νόημα να καταγραφούνε κάθε αμοιβαίος πόνος, συμφορά και προσβολή. Να ‘στε καλά.   _____________________________________________________________   οπως βλέπεις καποιοι δεν ειμαστε ΚΟΥΤΣΟΜΠΟΛΗΔΕΣ όπως έγραφε και ο μακαρίτης που δεν γούσταρε τους ΜΙΚΡΟΑΣΤΟΥΣ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥΣ.   κατα τα άλλα τον μεγαλύτερο ποιητή της επανάστασης τον ¨"ανακήρυξε" ο ίδιος ο Στάλιν το 1935 με ρητή δημόσια εντολή μάλιστα στην NKVD να αναζητησει τύχον δόλο σε όσους υπονομεύουν το έργο του.   Εκτοτε ολα τα έργα του δημοσιεύτηκαν σε άπειρες εκδόσεις, μεταφράστηκαν σε άπειρες γλώσσες και διαβάζονταν απο όλους  μικρους και μεγάλους σε ολο τον πλανήτη, πρώτα απ' ολα στα σχολεία. Τα θεατρικά του ανεβάζονταν συνεχώς στην ΕΣΣΔ. Ολοι όσοι ασκησαν λανθασμένη κριτική στο Μαγιακόφσκι άσκησαν την αυτοκριτική τους ΔΗΜΟΣΙΑ.   Ετσι έμαθες και εσύ τον Μαγιακόφσκι.   Ο Στάλιν ευθύνεται γι αυτό.   Να τον ευγνωμονείς

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

Τίτλος:

Δημιουργός:

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License