Η ριζική αντίθεση ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό


Κομμάτι από το βιβλίο ''Διαλεκτικός Υλισμός'' της ακαδημίας επιστημών ΕΣΣΔ 


Η κοσμοθεωρία του μαρξιστικού- λενινιστικού κόμματος ονομάζεται διαλεκτικός υλισμός, επειδή η ερμηνεία που δίνει στα φαινόμενα της φύσης, η αντίληψή του για τα φαινόμενα της φύσης, η θεωρία του είναι υλιστική. Τι είναι όμως υλισμός;

Στη διάρκεια των χιλιετών εξέλιξης της φιλοσοφίας στην ταξική κοινωνία υπήρχαν και υπάρχουν ως τα σήμερα οι πιο διαφορετικές φιλοσοφικές διδασκαλίες. Όσο όμως κι αν διαφέρουν οι διδασκαλίες αυτές μεταξύ τους, όλες τους, έτσι είτ’ αλλιώς, απαντούν στο ερώτημα- ποια είναι η σχέση συνείδησης και είναι, νόησης και ύλης, ψυχικού και φυσικού. Αυτό είναι και το κύριο, το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, που αποτελεί τη θεωρητική αφετηρία για τη λύση όλων των άλλων φιλοσοφικών ζητημάτων.

Ποιο προηγείται από το άλλο: η συνείδηση από το είναι, το πνευματικό από το υλικό, ή, αντίστροφα, το είναι προηγείται από τη συνείδηση, το υλικό από το πνευματικό; Αυτή είναι η πρώτη πλευρά του βασικού φιλοσοφικού ζητήματος, που αφορά τη σχέση συνείδησης και είναι. Είναι ικανός ο άνθρωπος να γνωρίσει τον υλικό κόσμο ή μήπως η γύρω από τον άνθρωπο πραγματικότητα δεν μπορεί να γίνει γνωστή; Αυτή είναι η δεύτερη πλευρά του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας.

Στη λύση του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας όλοι οι φιλόσοφοι χωρίστηκαν σε δύο αντίθετα στρατόπεδα. Οι εκπρόσωποι του ενός απ’ αυτά – οι ιδεαλιστές – ισχυρίζονται ότι η συνείδηση, το πνευματικό είναι το πρωτεύον, ενώ η ύλη, η φύση είναι το παράγωγο, το δευτερεύον: αντίθετα, οι άλλοι- οι υλιστές- ξεκινούν από την άποψη ότι η ύλη είναι το πρωτεύον και η συνείδηση το δευτερεύον.

Οι υλιστές δέχονται ότι η ύλη είναι το πρωτεύον και η συνείδηση το δευτερεύον και, ξεκινώντας απ’ αυτή την άποψη, υποστηρίζουν ότι η ύλη είναι αιώνια και άπειρη, ότι ο κόσμος δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος τόσο στο χρόνο, όσο και στο χώρο. Αντίθετα, οι ιδεαλιστές, θεωρώντας την ύλη δευτερεύον, παράγωγο, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος έχει αρχή μέσα στο χρόνο και όρια μέσα στο χώρο, ότι γι΄αυτό ήταν, όπως ισχυρίζονται, ένας καιρός που η ύλη, η φύση δεν υπήρχε, ότι γεννήθηκε ή δημιουργήθηκε. Μ’ αυτό τον τρόπο οι ιδεαλιστές υπερασπίζουν τη θρησκευτική άποψη της δημιουργίας του κόσμου.

Υπάρχουν δύο βασικές παραλλαγές της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας: ο αντικειμενικός ιδεαλισμός και ο υποκειμενικός ιδεαλισμός. Ο αντικειμενικός ιδεαλισμός ξεκινάει από την άποψη ότι υπάρχει κάποια υπερφυσική, υπερανθρώπινη πνευματική δύναμη, που δημιουργεί τάχα όλα όσα υπάρχουν στη φύση και στην κοινωνία. Η συνηθισμένη θρησκευτική ιδέα για την ύπαρξη ενός θεϊκού, εξωφυσικού όντος βρίσκεται στη βάση αυτής της ιδεαλιστικής αντίληψης, που λέγεται αντικειμενικός ιδεαλισμός, μόνο επειδή παραδέχεται την ανεξάρτητη από την ανθρώπινη συνείδηση ύπαρξη κάποιας «κοσμικής ψυχής», κάποιου «κοσμικού πνεύματος». Οι μεγαλύτεροι εκπρόσωποι του αντικειμενικού ιδεαλισμού ήταν στην αρχαιότητα ο Πλάτωνας (γύρω στα 427- 347 π.Χ.) και στους νεότερους χρόνος ο Χέγκελ (1770-1831).

Ο Πλάτωνας δημιούργησε ένα μυστικιστικό σύστημα αντικειμενικού ιδεαλισμού όπου διατυπώνονται οι αντιλήψεις για τον αιώνιο και αμετάβλητο κόσμο των ιδεών, που ωχρή και φθαρτή αντανάκλασή του είναι δήθεν ο κόσμος των αισθητών πραγμάτων. Ο Χέγκελ παρουσίασε ένα ιδεαλιστικό, μυστικιστικό σύστημα, όπου η συνείδηση, υψωμένη στη σειρά του «κοσμικού λόγου», της «απόλυτης ιδέας», ανακηρυσσόταν πρωτεύον, ενώ όλος ο υπόλοιπος κόσμος, όλα τα φαινόμενα της άπειρης φύσης εξετάζονταν απλώς σαν κάτι το πρόσκαιρο και το παράγωγο, που γεννιέται κι εκμηδενίζεται από την «απόλυτη ιδέα». Ο Χέγκελ θεωρούσε ότι η φιλοσοφική, ιδεαλιστική αντίληψη του κόσμου ξεκινάει από το θρησκευτικό, που το «καθαρίζει» προσδίνοντάς του την «επιστημονική», εκφρασμένη σε έννοιες μορφή.

Ο Χέγκελ, αφού θεοποίησε τη νόηση δίνοντάς της την ονομασία «απόλυτη ιδέα», θεωρούσε τη φύση «αλλιώτικο είναι» της ιδέας, ενώ την κοινωνία και τις μορφές συνείδησης τις θεωρούσε επόμενες βαθμίδες της αυτοσυνείδησης της «απόλυτης ιδέας». Τις νομοτέλειες της φύσης και της κοινωνίας ο Χέγκελ τις ανήγαγε στους λογικούς νόμους της νόησης, και σε σύνδεση μ’ αυτό η έννοια ανακηρύχθηκε ουσία των πραγμάτων. Στις προσπάθειές του να παρουσιάσει το κάθετί που υπάρχει στον κόσμο σαν έλλογο και λογικό στη βάση του, ο Χέγκελ δεν καλούσε σε αγώνα κατά των αντιδραστικών κοινωνικών θεσμών που υπήρχαν τότε στη Γερμανία, αλλά στην αναγνώριση σε τελευταία ανάλυση αυτών των θεσμών σαν λογικών και μεταβαλλόμενων προς το καλύτερο, ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές επιδιώξεις του ανθρώπου. Ο Χέγκελ ανακήρυχνε αιώνια τη μοναρχία στη συνταγματική της μορφή, και μαζί της και τη διαίρεση της κοινωνίας σε κλειστές τάξεις, ιδιαίτερα την κυριαρχία της τάξης των ευγενών.

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού ο νεοχεγκελιανισμός σαν μια από τις πιο διαδεδομένες κατευθύνσεις του αντικειμενικού ιδεαλισμού έγινε η ιδεολογία της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Σε διάκριση από το Χέγκελ οι νεοχεγκελιανοί ισχυρίζονται ότι το πνεύμα, που είναι τάχα η πρώτη βάση του υπάρχοντος, δεν είναι λογικό και συνειδητό, αλλά πνεύμα που δρα στοιχειακά,και συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι τάχα οι «άλυτες» και «τραγικές» αντιφάσεις της κοινωνικής ζωής. Η νεοχεγκελιανή αυτή φιλοσοφία, φιλοσοφία της απαισιοδοξίας, αντανακλά τη γενική κρίση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Ακολουθώντας τον Χέγκελ, οι νεοχεγκελιανοί διακηρύχνουν ότι το κράτος αποτελεί ενσάρκωση του απόλυτου πνεύματος ή του θεού, και μ’ αυτή την αιτιολογία απαιτούν την τυφλή, αγόγγυστη υποταγή στο ιμπεριαλιστικό κράτος, απορρίπτοντας τη δημοκρατία, που τη θεωρούν άνομη ανάμιξη των μαζών στα θεϊκά προνόμια της αστικής κρατικής μηχανής.

Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι του αντικειμενικού ιδεαλισμού στις ΗΠΑ είναι οι λεγόμενοι «περσοναλιστές», που ισχυρίζονται ότι πρώτη αρχή, πηγή του κάθε υπάρχοντος είναι μια «ανώτατη προσωπικότητα»- ο θεός, που έπλασε τον κόσμο κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους, Γι’ αυτό το λόγο όλα τα πράγματα στον κόσμο είναι πνευματικές ατομικότητες: κάθε αντικείμενο έχει, κατά τα λεγόμενά τους, μια απόλυτα ατομική πνευματική ουσία, αποτελεί μια ιδιόμορφη «προσωπικότητα». Ξεκινώντας απ’ αυτές τις θέσεις, οι περσοναλιστές αρνούνται την αλληλουχία, την αλληλεξάρτηση των φαινομένων και υποκαθιστούν τους νόμους της φύσης με το θεϊκό προκαθορισμό. Ο περσοναλισμός απολυτοποιεί το ατομικό και έτσι αντιτάσσεται στην επιστημονική γνώση του κόσμου, εξαίροντας τη μυστικιστική αποκάλυψη, τη θρησκευτική έκσταση κτλ.

Το σύστημα του περσοναλισμού έχει για σκοπό του την «κοσμική» θεμελίωση του αστικού ατομικισμού: όλα στο σύμπαν, όπως ισχυρίζονται οι περσοναλιστές, έχουν ατομικιστικό χαρακτήρα, πηγάζουν από την «προσωπική» «εξατομικεύουσα» αρχή. Από την άποψη του αστικού ατομικισμού, που επιδιώκει προσωπικούς ιδιοτελείς σκοπούς και δε διστάζει να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε μέσο, οι περσοναλιστές προσπαθούν να θεμελιώσουν την αντιδραστική ιδεολογία του κοσμοπολιτισμού, χαρακτηρίζοντας την εθνότητα και τα κυριαρχικά δικαιώματα του κράτους σαν κάτι το «επουσιώδικο».

Ο υποκειμενικός ιδεαλισμός σε διάκριση από τον αντικειμενικό ιδεαλισμό υποστηρίζει ότι η πνευματική πρώτη αρχή, που συμπίπτει με τη συνείδηση του υποκειμένου, με την ατομική συνείδηση, δηλ. με το ανθρώπινο Εγώ, γεννάει τάχα και καθορίζει καθετί το υπάρχον. Ένας από τους ιδρυτές του υποκειμενικού ιδεαλισμού, ο άγγλος επίσκοπος Μπέρκλι, προσπαθούσε στον καιρό του ν’ αποδείξει ότι τα πράγματα που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας ( και δεν έχουμε, λέει, λόγους να μιλάμε για ύπαρξηπραγμάτων που δεν είναι αντιληπτά από κανέναν) υπάρχουν μόνο στις αισθησιακές μας αντιλήψεις. Υπάρχω σημαίνει είμαι αντιληπτός, έλεγε ο Μπέρκλι. Όλες τις ιδιότητες που ενυπάρχουν στα πράγματα- χρώμα, οσμή, ήχος, βάρος, σκληρότητα, κατάσταση θερμοκρασίας κτλ- ο Μπέρκλι τις θεωρούσε υποκειμενικές, δηλ. ιδιότητες που γεννιούνται από την ίδια την πράξη της αντίληψης.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς σε πόσο παράλογα συμπεράσματα οδηγεί ο υποκειμενικός ιδεαλισμός. Αν όλα τα φαινόμενα υπάρχουν μόνο χάρη στο υποκείμενο που τα αντιλαμβάνεται, αν αποτελούν μόνο συνδυασμούς αισθημάτων, παραστάσεων, ιδεών αυτού του υποκειμένου, τότε το ανθρώπινο Εγώ αποδείχνεται η μοναδική πραγματικότητα, και μάλιστα πρέπει να θεωρηθεί ότι οι άλλοι άνθρωποι υπάρχουν μόνο στην αντίληψη του δοσμένου υποκειμένου. Το συμπέρασμα αυτό, που απορρέει αναπόφευκτα από τον υποκειμενικό ιδεαλισμό, λέγεται σολιψισμός. Το γεγονός ότι πολλοί υποκειμενικοί ιδεαλιστές προσπαθούν με κάθε τρόπο να ξεφύγουν από την κατηγορία για τα άκρα και τα παράλογα αυτά τα συμπεράσματα δείχνει παραστατικά το εντελώς ασύστατο του υποκειμενικού ιδεαλισμού.

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού ο υποκειμενικός ιδεαλισμός, η πιο αντιδραστική μορφή του ιδεαλισμού, που απορρίπτει κατηγορηματικά την αντικειμενικότητα των νόμων της φύσης και της κοινωνίας, είναι η πιο διαδεδομένη φιλοσοφική άποψη της αστικής τάξης. Στις σύγχρονες συνθήκες ο υποκειμενικός ιδεαλισμός παρουσιάζεται συνήθως σαν εμπειρισμός, δηλ. σαν άποψη βασισμένη στην εμπειρία: οι υποκειμενικοί ιδεαλιστές παραπέμπουν στις μαρτυρίες των αισθητηρίων οργάνων, διακηρύχνουν την εμπιστοσύνη τους στια αισθήσεις, επικαλούνται την «εμπειρία» , που την εννοούν σαν βιώματα του υποκειμένου. Στην πραγματικότητα όμως οι υποκειμενικοί ιδεαλιστές είναι οι πιο άσπονδοι εχθροί της εμπειρικής γνώσης, αρνούνται το αντικειμενικό περιεχόμενο, την αντικειμενική σημασία της εμπειρίας.

Στο μεγαλοφυές του έργο «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός» ο Λένιν ξεσκέπασε μια από τις πιο διαδεδομένες κατευθύνσεις του υποκειμενικού ιδεαλισμού- το μαχισμό ή εμπειριοκριτικισμό. Ένας από τους κυριότερους εκπρόσωπους αυτής της κατεύθυνσης, ο Μαχ, ισχυριζόταν ότι τα σώματα της φύσης αποτελούν «συμπλέγματα στοιχείων». Στοιχεία ο Μαχ ονόμαζε κάθετι το αισθησιακά αντιληπτό, λόγου χάρη το θερμό, το κόκκινο, το μαλακό, το σκληρό, κτλ. Επίσης ο Μαχ ισχυριζόταν ότι όλες αυτές οι αισθησιακά αντιληπτές ιδιότητες μόνο από μια άποψη είναι φυσικά στοιχεία: από μια άλλη άποψη δεν είναι τίποτε άλλο από αισθήματα. Έτσι το «σύμπλεγμα στοιχείων» αναγόταν σε «συμπλέγματα αισθημάτων», το φυσικό θεωρούνταν μια από τις εκδηλώσεις του ψυχικού: τα αισθήματα και οι παραστάσεις ανακηρύχνονταν η μοναδική πραγματικότητα, που επιπλέον απεκαλείτο εμπειρικά δοσμένη. Ένας άλλος εκπρόσωπος της ίδιας μπερκλικής κατεύθυνσης, ο Αβενάριος, ισχυριζόταν ότι η ύπαρξη του αντικειμένου έχει σαν προϋπόθεσή της την ύπαρξη του αντικειμενικού έχει σαν προϋπόθεσή της την ύπαρξη του υποκειμένου: και το αντικείμενο και το υποκείμενο βρίσκονται, λέει, σε σχέση μιας «κατ’ αρχήν συναρμογής», δηλ. μιλώντας απλά, είναι αναπόσπαστα το ένα από το άλλο. Ο Β.Ι. Λένιν, ξεσκεπάζοντας αυτή την παράλλαγή του υποκειμενικού ιδεαλισμού, που κρύβεται πίσω από τη μάσκα της επιστημονικότητας, τονίζει πως το να θεωρούνται τα φαινόμενα παράγωγα της αισθησιακής αντίληψης είναι παπαδοσύνη, απαράλλακτα όπως και κάθε άλλη θέση του αντικειμενικού ιδεαλισμού, γιατί το κύριο και στη μια και στην άλλη περίπτωση είναι ο ισχυρισμός ότι η φύση είναι το δευτερεύον, το παράγωγο.

Η κριτική του μαχισμού από τον Λένιν έχει τεράστια σημασία για το ξεσκέπασμα της σύγχρονης υποκειμενικο-ιδεαλιστικής φιλοσοφίας της ιμπεριαλιστικής κεφαλαιοκρατίας. Η κριτική αυτή στρέφεται κατ΄ ευθείαν εναντίον απόψεων σαν και κείνες, λόγου χάρη, που αναπτύσσει ο γνωστός Άγγλος φιλόσοφος Μπ. Ράσσελ, που θεωρεί αφετηρία της γνώσης όχι τον αντικειμενικό κόσμο, αλλά την ίδια τη συνείδηση. «Τα δεδομένα μας- λέει- είναι προπαντός γεγονότα της αισθησιακής γνώσης, δηλ. δικά μας αισθησιακά δεδομένα και νόμοι της λογικής». Δεν είναι δύσκολο να δούμε εδώ ότι ο Ράσσελ επαναλαβαίνει τα επιχειρήματα των μαχιστών, που από καιρό τα έχει ξεσκεπάσει ο Λένιν.

Ο διαλεκτικός υλισμός, ξεσκεπάζοντας ολοκληρωτικά και τον αντικειμενικό και τον υποκειμενικό ιδεαλισμό, δείχνει ότι και η μια και η άλλη παραλλαγή της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας στην ουσία είναι ένα και το ίδιο πράγμα, συμπίπτουν στο βασικό, στο κύριο, στο αποφασιστικό- στην υπεράσπιση της παπαδοσύνης.

Στις σύγχρονες συνθήκες οι ιδεαλιστές- φιλόσοφοι προσπαθούν συνήθως να σκεπάσουν τον ιδεαλισμό τους. Για το σκοπό αυτό φλυαρούν ότι «πάλιωσε» η αντίθεση ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό και η πάλη ανάμεσά τους. Πολλοί σύγχρονοι αστοί φιλόσοφοι διατείνονται ότι ξεπέρασαν τάχα τη «μονομέρεια» του υλισμού και του ιδεαλισμού και δημιούργησαν μια φιλοσοφία, που δεν είναι ούτε υλιστική ούτε ιδεαλιστική. Στην πραγματικότητα δεν είναι δυνατό ούτε να συμφιλιώσει κανείς τον υλισμό με τον ιδεαλισμό, που είναι αλληλοαποκλειόμενες φιλοσοφικές διδασκαλίες, εχθρικά φιλοσοφικά κόμματα, ούτε να υψωθεί «υπεράνω» της αντίθεσης υλισμού και ιδεαλισμού. Οι αξιώσεις αυτού του είδους μοιάζουν πάρα πολύ με τις άλλες υποκριτικές δηλώσεις αυτών των φιλόσοφων, που διακηρύχνουν ότι οι διδασκαλίες τους υψώνονται πάνω από την αλήθεια και την πλάνη.

Ξεσκεπάζοντας την ηλίθια αξίωση των αστών φιλοσόφων να υψωθούν από τον υλισμό και τον ιδεαλισμό, τις προσπάθειές τους να παρουσιάσουν σαν παλιωμένη την πάλη ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό, ο Β. Ι. Λένιν έδειξε ότι στα δυο χιλιάδες χρόνια εξέλιξης της φιλοσοφίας δεν πάλιωσε και ούτε μπορεί να παλιώσει η πάλη ανάμεσα στον υλισμό και στον ιδεαλισμό, δεν πάλιωσε και ούτε μπορούσε να παλιώσει η πάλη ανάμεσα στη θρησκεία και την επιστήμη, η πάλη των οπαδών της υπεραισθησιακής γνώσης εναντίον των αντιπάλων της.

Στο χωρισμό των φιλοσοφικών ρευμάτων σε υλιστικά και ιδεαλιστικά ρεύματα εκφράζεται ξεκάθαρα η κομματικότητα της φιλοσοφίας, η αδιάρηκτη σύνδεσή της με ορισμένες- προοδευτικές ή αντιδραστικές- κοινωνικές τάξεις και ομάδες.

Η πάλη των βασικών φιλοσοφικών κατευθύνσεων- του υλισμού και του ιδεαλισμού- από τον καιρό της γένεσής τους ως τις μέρες μας είναι πάλη φιλοσοφικών κομμάτων, που εκπροσωπούν τα συμφέροντα εχθρικών μεταξύ τους τάξεων και κοινωνικών ομάδων. Η μια ή η άλλη λύση του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας, του ζητήματος της σχέσης της συνείδησης προς το είναι, εκφράζει σε τελευταία ανάλυση τη στάση της μιας ή της άλλης τάξης απέναντι στη γύρω πραγματικότητα.

Έτσι, λόγου χάρη, η πάλη της υλιστικής «γραμμής του Δημόκριτου» κατά της ιδεαλιστικής «γραμμής του Πλάτωνα» στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία ήταν η αντανάκλαση της πάλης ανάμεσα στην προοδευτική δουλοχτητική δημοκρατία και την αντιδραστική αριστοκρατία. Η πάλη του Μπελίνσκι, του Χέρτσεν, του Τσερνισέφσκι, του Πισάρεφ κατά του ιδεαλισμού του Γιούρκεβιτς και των σλαβόφιλων ήταν η αντανάκλαση της διαμαρτυρίας της ρωσικής αγροτιάς κατά της κυριαρχίας των τσιφλικάδων.

Συνεπώς, όσο υπάρχουν στην κοινωνία αντίθετες τάξεις, η πάλη του υλισμού κατά του ιδεαλισμού αποτελεί νομοτέλεια της εξέλιξης της φιλοσοφίας.

Στην ιστορία της ανθρωπότητας ο υλισμός είναι, κατά κανόνα, η κοσμοθεωρία των προοδευτικών τάξεων και κοινωνικών ομάδων, ενώ ο ιδεαλισμός εκφράζει τα συμφέροντα των αντιδραστικών τάξεων και ομάδων καθώς και την κάθε λογής συνδιαλλαγή με την αντίδραση.

Ο υλισμός είναι το θεωρητικό βάθρο και η ιδεολογική κινητήρια δύναμη της εξέλιξης της επιστημονικής γνώσης. Αντίθετα, ο ιδεαλισμός αποτελεί τροχοπέδη στην εξέλιξη της επιστήμης, τραβάει την επιστήμη προς τα πίσω, τρέφεται παρασιτικά από τις δυσκολίες ανάπτυξη της φυσικοεπιστημονικής σκέψης. Η φυσιογνωσία δεν μπορεί να υπάρξει, να νοηθεί έξω από τον υλισμό, χωρίς σύνδεση με την υλιστική φιλοσοφία. Η υλιστική φιλοσοφία βάζει μπροστά στην επιστήμη ζητήματα που απαιτούν λύση, χαράζει σε γενικές γραμμές αυτές τις λύσεις, δείχνει τους τρόπους και τις μέθοδες της επιστημονικής έρευνας. Είναι γνωστό ότι οι θεμελιακές θέσεις της φυσιογνωσίας- όπως είναι η ιδέα της αφθαρσίας της ύλης και της κίνησης, η ιδέα της εξέλιξης, το ζήτημα της σχέσης του ψυχικού με το φυσικό, η θέση της ατομικής δομής της ύλης- προβλήθηκαν προπαντός από τους υλιστές φιλοσόφους και ότι όλη η άμεση δημιουργική δράση των ίδιων των φυσιοδιφών στηρίζεται στις ιδέες του υλισμού.

Η υλιστική ιδέα της σύνδεσης της ύλης με την κίνηση οδήγησε το μεγάλο επιστήμονα Μ.Β. Λομονόσοφ στην επιστημονική αντίληψη ότι η θερμότητα δεν είναι κάποιο άυλο άβαρο «ρευστό», αλλά κίνηση μορίων. Η ιδέα αυτή αποδείχτηκε από την επιστήμη και στάθηκε μια από τις λαμπρότερες κατακτήσεις της.

Η υλιστική θέση ότι η αλληλεπίδραση των σωμάτων, που βρίσκονται σε απόσταση το ένα από το άλλο, είναι αδύνατη χωρίς έναν υλικό φορέα αυτής της αλληλεπίδρασης, οδήγησε στη γένεση της προοδευτικής για την εποχή υπόθεσης για τον «κοσμικό αιθέρα», που γεμίζει όλο τον χώρο. Αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής της υπόθεσης είναι η σύγχρονη θεωρία για το «φυσικό πεδίο» σαν ιδιαίτερη ειδική μορφή της ύλης. Χωρίς τη θεωρία του υλικού πεδίου δεν μπορεί να νοηθεί η σύγχρονη φυσική, που η θεωρία αυτή αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της.

Η υλιστική αντίληψη για την πραγματικότητα των ατόμων οδήγησε τον Α. Μ. Μπουτλερόφ στη δημιουργία της θεωρίας της χημικής δομής, που υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα ορόσημα στην εξέλιξη της επιστήμης.

Οι υλιστικές αντιλήψεις για τη σύνδεση του ζωντανού οργανισμού με το υλικό περιβάλλον του βοήθησαν ν’ ανακαλυφθεί η πηγή της εξέλιξης του ζωικού κόσμου και προώθησαν πολύ τη βιολογία.

Από τα γεγονότα αυτά βλέπουμε ότι υπάρχει εσωτερική σύνδεση ανάμεσα στην εξέλιξη της επιστήμης και την εξέλιξη του υλισμού.

Οι αστοί φιλόσοφοι επιδιώκουν με κάθε τρόπο να μειώσουν το ρόλο του υλισμού στην ιστορία της γνώσης. Μα οι προσπάθειές τους αυτές είναι μάταιες: η ιστορία της φιλοσοφίας είναι ιστορία της γένεσης και της εξέλιξης της επιστημονικής υλιστικής κοσμοθεωρίας και των νόμων της στην πάλη κατά του εχθρικού προς την επιστήμη ιδεαλισμού. Στις προσπάθειές τους να δυσφημίσουν τον υλισμό, οι αστοί φιλόσοφοι αποδίδουν στους υλιστές το κήρυγμα του εγωισμού, της κοιλιοδουλείας και τις άλλες ανήθικες ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τους ίδιους τους κεφαλαιοκράτες. Η συκοφάντηση αυτή της υλιστικής φιλοσοφίας αποκαλύπτει την ιδεολογική φτώχια της σύγχρονης αστικής τάξης, που δε διστάζει να χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να ανασκευάσει τον υλισμό.

Η μεγάλη υπηρεσία του υλισμού στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι ότι θεμελίωσε τον αθεϊσμό, που πηγάζει άμεσα από την υλιστική λύση του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας. Η θρησκεία, που στη διάρκεια χιλιετιών της ανθρώπινης ιστορίας καθαγίαζε την υποδούλωση του ανθρώπου από άνθρωπο και εξυμνούσε την αμάθεια σαν «μακαριότητα», βρίσκει στο πρόσωπο της υλιστικής φιλοσοφίας έναν αδιάλλακτο αντίπαλο. Με το ξεσκέπασμα των θρησκευτικών προλήψεων ο υλισμός εμπνέει στον άνθρωπο πίστη στις δυνάμεις του, στη δυνατότητα να κατακτήσει την ευτυχία εδώ, στη γη, κι όχι σε κάποιο φανταστικό μεταθανάτιο κόσμο.

Αντίθετα, ο ιδεαλισμός δέχεται την ύπαρξη υπερφυσικών άυλων, μυστικών δυνάμεων. Όπως κι αν ονομάζουν οι ιδεαλιστές την υπερυλική αυτή δύναμη, σ΄όλες τις περιπτώσεις οι ονομασίες αυτές είναι απλώς συνώνυμα του θεού. Γι’ αυτό ο ιδεαλισμός αποτελεί μια εκλεπτυσμένη, εξωραϊσμένη παπαδοσύνη, που εκθέτει με επιστημονικοφάνεια τα θρησκευτικά δόγματα. «Όλοι οι ιδεαλιστές, τόσο της φιλοσοφίας, όσο και της θρησκείας, τόσο οι παλιοί, όσο και οι καινούργιοι- τονίζουν οι Μαρξ και Ένγκελς- πιστεύουν στη θεία έμπνευση, στην αποκάλυψη, στους σωτήρες, στους θαυματουργούς, και μόνο από τη βαθμίδα της μόρφωσής τους εξαρτιέται το αν η πίστη αυτή παίρνει χοντροκομμένη, θρησκευτική μορφή ή διαφωτιστική, φιλοσοφική μορφή..»( Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Άπαντα τομ. 4ος, 1937, σελ. 532).

Ο ιδεαλισμός έτσι είτ’ αλλιώς ανάγεται πάντα στην υπεράσπιση ή στην υποστήριξη της θρησκείας και από τη φύση του είναι βαθιά εχθρικός προς την επιστήμη.

Εξαιρετικά εχθρικός προς την επιστήμη είναι ο σύγχρονος ιδεαλισμός, που αποτελεί την κοσμοθεωρία της ιμπεριαλιστικής κεφαλαιοκρατίας, της τάξης που έχει κηρύξει εκστρατεία κατά της επιστημονικής γνώσης και της αλήθειας γενικά, Ένας από τους εκπρόσωπους της αντιδραστικής αμερικανικής φιλοσοφίας του «περσοναλισμού», ο Χόκκινγκ, εκφράζει τη λύπη του, γιατί η εκκλησία προσπαθούσε ως τώρα να καταπραΰνει την επιστήμη και υποχωρούσε στην πίεσή της, αναζητώντας άσυλο σε ανεξερεύνητες ακόμα περιοχές. Ο Χόκκινγκ καταδικάζει αυτή την «τακτική άμυνας» και απαιτεί «επίθεση κατά της επιστήμης. Ένας άλλος αντιδραστικός φιλόσοφος, ο Φλιούελινγκ, δηλώνει κατηγορηματικά: «Το καλύτερο που έχει να κάνει η φιλοσοφία, είναι να δείξει λογικότητα με την παραδοχή του θεού». Έτσι, αναβιώνοντας το μεσαιωνικό σκοταδισμό, η σύγχρονη ιδεαλιστική φιλοσοφία δείχνει παραστατικά την έχθρα της προς την επιστήμη.

Μόνο ο διαλεκτικός υλισμός είναι πραγματικά επιστημονική κοσμοθεωρία.

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License