Κοινωνική Κατάρρευση: Εξουσία, Απληστία και Αφαίμαξη της Φύσης (Μέρος Α΄) - (Mέρος Β΄)

Σε σύντομη μορφη url  (Μέρος Α΄)  :  http://bit.ly/2wRnxM5   (Mέρος Β΄)  :  http://bit.ly/2wkdVFm

Με τον σχεδιασμό που έχουν, από κοινού, χαράξει οι πολιτικές εξουσίες εξωτερικού και εσωτερικού και την αλλαγή όλων εκείνων των θεμάτων που τους φάνταζαν «κακώς κείμενα», επήλθε η μεταβολή και η ανατροπή των λεγόμενων «κεκτημένων» –αλήθεια, υπάρχουν ποτέ κεκτημένα σε ένα εξουσιαστικό περιβάλλον;– και ορισμένων κοινωνικών δομών που ταράσσουν μεγάλες ομάδες ανθρώπων. Ασφαλώς και δεν είναι η πρώτη φορά που στη σύγχρονη πολιτική και οικονομική ιστορία συμβαίνει κάτι τέτοιο, με ίσως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αλλαγών εκείνων που πραγματοποιήθηκαν επί Θάτσερ στη Μ. Βρετανία. Η διαφαινόμενη ή για άλλους συντελούμενη κοινωνική κατάρρευση οδηγεί αρκετούς στην ενίσχυση της εκλογικής συμμετοχής, όχι τόσο ως έκφραση μιας κυβερνητικής αποδοκιμασίας, όσο ως τροχοπέδη στην εφαρμογή των μνημονίων σε μια κοινωνία που εμφανίζει σημάδια αποδόμησης. Είναι ουσιαστικά μια συντηρητική, κατά βάση, στάση όπου διαφαίνονται τα χαρακτηριστικά της επιβίωσης και της διατήρησης. Πράγματι, οι κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές ελίτ, έχουν τη δυνατότητα να «μην αφήσουν τίποτα όρθιο» και να κατασπαράξουν τα πάντα. Όπως και το να σχεδιάζουν τα γεωστρατηγικά τους σενάρια με μεγαλύτερη άνεση απ’ ότι παλαιότερα που οι πόλοι εξουσίας ήταν περισσότεροι του ενός.

Η παρατεταμένη και εκτεταμένη εξαθλίωση, που εντείνει τα αδιέξοδα και συνεπώς και τις αυτοκτονίες αποσαθρώνει σταδιακά τον λεγόμενο κοινωνικό ιστό. Έναν ιστό που διατηρούσε τη διαστρωμάτωση και τις αντιθέσεις, αλλά έστω και κατ’ επίφαση παρουσίαζε και εμφάνιζε μια γενικότερη (και όχι γενικευμένη) ισορροπία. Οι έρευνες και οι αναλύσεις κοινωνικών ινστιτούτων επιβεβαιώνουν αυτό που είναι ευδιάκριτο καθημερινά με μια απλή παρατήρηση. Τον περασμένο Μάρτιο, όμως, μια μελέτη που διενεργήθη από ινστιτούτα του Meryland και της Μinnesota και είχε ως έρευνα αναφοράς αυτό που ονομάζουμε «δυτικό πολιτισμό» προέβη σε ορισμένες παρατηρήσεις και επισημάνσεις, που δημιούργησαν αρκετό θόρυβο. Αρχικά, η συγκεκριμένη μελέτη εμφανιζόταν ως μια μελέτη, υπό την αιγίδα της ΝASA και έτσι δημοσιεύθηκε στην Guardian, κάτι που διαψεύστηκε από τη NASA. Η μελέτη η οποία έχει εγκριθεί να δημοσιευθεί στο περιοδικό Ecological Economics, χρησιμοποιεί ένα μαθηματικό μοντέλο με την ονομασία HANDY (Human And Nature Dynamical) και επεξεργάζεται οικονομικά, φυσικά και κοινωνικά δεδομένα. Το συγκεκριμένο μοντέλο έχει χρηματοδοτηθεί από τη NASΑ, σύμφωνα με την Guardian, αλλά η έρευνα διεξάγεται ανεξάρτητα από εκείνη.

Εξετάζοντας ιστορικά δεδομένα από διάφορες παρηκμασμένες αυτοκρατορίες, αλλά και κοινωνίες με προηγμένο και σύνθετο πολιτισμό, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι και οι σημερινές κοινωνίες απειλούνται με κατάρρευση. Με τη διερεύνηση της δυναμικής σχέσης ανθρώπου – φύσης, το πρόγραμμα εντοπίζει τους πιο χαρακτηριστικούς αλληλένδετους παράγοντες που εξηγούν την πολιτισμική παρακμή και οι οποίοι είναι: Πληθυσμός, Κλίμα, Νερό, Γεωργία, Ενέργεια. Αυτοί οι παράγοντες είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε κατάρρευση, όταν συγκλίνουν στη δημιουργία δύο κρίσιμων κοινωνικών χαρακτηριστικών: στην υφαρπαγή των φυσικών πόρων και στην οικονομική διαστρωμάτωση σε ελίτ και λαό. Σύμφωνα με τη μελέτη, όταν αυτά τα χαρακτηριστικά βρίσκονται στα άκρα τότε υπάρχουν οι προϋποθέσεις για κοινωνική κατάρρευση. Επί πλέον, αμφισβητεί εκείνους που υποστηρίζουν ότι η τεχνολογία θα επιλύσει αυτές τις προκλήσεις με την αύξηση της αποτελεσματικότητας: «Η τεχνολογική αλλαγή μπορεί να αυξήσει την αποδοτικότητα της χρήσης των πόρων, αλλά τείνε, επίσης, να αυξήσει τόσο την κατά κεφαλή κατανάλωση των πόρων και την κλίμακα της εξόρυξης τους, έτσι ώστε, απουσιάζει η παρέμβαση στην πολιτική, ενώ οι αυξήσεις στην κατανάλωση συχνά αντισταθμίζουν την αύξηση της αποδοτικότητας της χρήσης των πόρων». Και συνεχίζουν: «η αύξηση της παραγωγικότητας στη γεωργία και τη βιομηχανία κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων έχει προέλθει από την αυξημένη εκμετάλλευση των πόρων, παρά από την αύξηση της αποδοτικότητας κατά την ίδια περίοδο». Και ενώ οι ερευνητές ακολουθούν διάφορα σενάρια για να ερευνήσουν τις παραμέτρους που έχουν θέσει, θεωρούν σε ένα από αυτά ότι ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι οι φυσικοί πόροι είναι σε βιώσιμη πορεία, οι ελίτ καταναλώνουν ολοένα και περισσότερο, εντείνοντας την ανισότητα και τη κατάρρευση της κοινωνίας. Σε ένα άλλο σενάριο, που η εκμετάλλευση των πόρων είναι συνεχής, η πτώση της μάζας επέρχεται πρώτη, ενώ η ελίτ ανθεί αλλά τελικά και αυτή καταρρέει.

Οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι τα χειρότερα σενάρια δεν είναι καθόλου αναπόφευκτα να συμβούν και προτείνουν, κατ’ αυτούς, κατάλληλες πολιτικές και διαρθρωτικές αλλαγές. Τονίζουν ότι η κατάρρευση μπορεί να αποφευχθεί και ο πληθυσμός μπορεί να φτάσει σε ισορροπία, αν το ποσοστό ανά κάτοικο της «καταστροφής της φύσης» μειώνεται σε ένα βιώσιμο επίπεδο, και αν οι πόροι διανέμονται με λογικά δίκαιο τρόπο.

Σε αυτό το σημείο να σημειώσουμε, ότι η κατάρρευση των κοινωνιών δεν είναι αποτέλεσμα μονάχα των ελίτ και της εξουσίας, αλλά, σε αρκετές περιπτώσεις, συνέπεια των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή μιας κλιματικής μεταβολής. Όμως δεν γνωρίζουμε καμία περίπτωση κοινότητας ανθρώπων που λειτουργούσε αντιιεραρχικά και ανεξούσια να κατέρρευσε από «ανθρώπινα λάθη». Η ικανότητα να μεταναστεύει για περιβαλλοντικούς λόγους και να εγκαθίσταται σε περιοχές που μπορεί να ήταν φτωχές αλλά παρ’ όλα αυτά ικανές να θρέψουν, ξεκίνησε πολύ παλαιότερα από όσο νομίζαμε μέχρι σήμερα. Τελευταία γίνεται λόγος ότι οι πρώτοι άνθρωποι που έφυγαν από την Αφρική για μετανάστευση λόγω ξηρασίας δεν ήταν πριν από 50.000 χρόνια αλλά 130.000 χρόνια.

Υπάρχουν καταγεγραμμένες ορισμένες περιπτώσεις κοινωνιών που κυρίως από «δικά τους» λάθη κατέρρευσαν. Όλες, όμως, οι περιπτώσεις αναφέρονται σε ιεραρχικά μοντέλα κοινωνικής οργάνωσης. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή στο Νησί του Πάσχα του Ειρηνικού Ωκεανού, όπου η καταστροφή και κατάρρευση της κοινωνίας ήταν παντελής. Το Πάσχα είναι ένα τριγωνικό νησί που σχηματίζεται ολόκληρο από τρία ηφαίστεια που ήταν ανενεργά κατά την περίοδο της ανθρώπινης παρουσίας στο νησί. Όπως και αλλού στη Πολυνησία, η παροδοσιακή κοινωνία του Νησιού του Πάσχα ήταν χωρισμένη σε «αρχηγούς» και «κοινούς θνητούς». Οι αρχηγοί και τα μέλη της ελίτ ζούσαν σε κατοικίες που ονομάζονταν hare paenga και είχαν τυπικό μήκος περίπου 12 μέτρα και πλάτος περίπου 3 μέτρα. Ήταν κτισμένες στην παράκτια ζώνη πλάτους 200 μέτρων, ακριβώς πίσω από την εξέδρα με τα αγάλματα. Αντιθέτως, οι κοινές κατοικίες βρίσκονταν σε τοποθεσίες ενδότερα του νησιού, ήταν μικρότερες και συνδέονταν η κάθε μια με το δικό της ορνιθώνα, φούρνο, κήπο και λάκκο για τα σκουπίδια. Η ιδιαιτερότητα του Πάσχα σε σχέση με άλλες πολυνησιακές κοινωνίες, σύμφωνα με προφορικές παραδόσεις και αρχαιολογική έρευνα, είναι ότι τα εδάφη των ανταγωνιστικών πατριών ήταν ενοποιημένα θρησκευτικά και ως ένα βαθμό οικονομικά και πολιτικά, υπό την ηγεσία ενός ανώτατου αρχηγού. Στο Νησί του Πάσχα έχουν εντοπιστεί γιγάντια πέτρινα αγάλματα (μοάι) και πέτρινες εξέδρες (άχου) στις οποίες στέκονταν τα μοάι. Το μέσο όρθιο άγαλμα είχε ύψος 4 μέτρα και ζύγιζε περίπου 10 τόνους. Το ψηλότερο γνωστό και ως «Παρό» είχε ύψος 9,75 μέτρα και βάρος 75 τόνους ενώ έχουν βρεθεί και άλλα εντός του λατομείου που φθάνουν τους 270 τόνους. Η περίοδος κατασκευής των άχου χρονολογείται, σύμφωνα με τελευταίες εφαρμογές ραδιοχρονολόγησης του άνθρακα, στα 1.000-1.600 μ.χ. Είναι βέβαιο ότι όλη αυτή η μεγαλομανία για κατασκευή αυτών των τεράστιων αγαλμάτων οφείλεται στον ανταγωνισμό των πατριών.

Την ίδια περίοδο συναντάται και η ολοκληρωτική αποδάσωση του νησιού ως μια από τις πιο ακραίες περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί. Τα δέντρα (φοίνικες κυρίως) κόβονταν ως καυσόξυλα, για την καύση πτωμάτων, για αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, για κατασκευή μονόξυλων κανό και φυσικά για την μεταφορά και ανέγερση των αγαλμάτων. Η αποδάσωση επέφερε κατά τόπους διάβρωση του εδάφους από τη βροχή και τον άνεμο. Ανασκαφές στη χερσόνησο Πόικε δείχνουν ότι αρχικά υπήρχαν εκεί καλλιέργειες ανάμεσα σε φοίνικες που είχαν αφεθεί στη θέση τους, έτσι ώστε οι φυλλωσιές τους να σκιάζουν και να προστατεύουν το χώμα και τα σπαρτά από τον καυτό ήλιο. Το κόψιμο των φοινίκων προκάλεσε μαζική διάβρωση, με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθούν τα χωράφια του Πόικε γύρω στα 1400. Άλλες ζημιές στο έδαφος εξαιτίας της αποδάσωσης και της μειωμένης απόδοσης των καλλιεργειών ήταν η αφυδάτωση και η διαρροή θρεπτικών ουσιών. Οι αγρότες έχασαν τα περισσότερα φύλλα, φρούτα και κλαδιά από άγρια φυτά, τα οποία χρησιμοποιούσαν ως λίπασμα. Άλλες συνέπειες της αποδάσωσης είναι οι λιμοί, η απότομη μείωση πληθυσμού και τελικά ο κανιβαλισμός.

Οι αρχηγοί και οι ιερείς του Πάσχα δικαιολογούσαν παλιότερα την υψηλή κοινωνική τους θέση με τον ισχυρισμό ότι συγγενεύουν με τους θεούς και την υπόσχεση ότι θα φέρουν πλούσια συγκομιδή και ευημερία. Ενίσχυαν αυτή την ιδεολογία μέσω της μνημειώδους αρχιτεκτονικής και με τελετές σχεδιασμένες έτσι ώστε να εντυπωσιάζουν τον λαό και πραγματοποιήσιμες διότι υπήρχαν τα πλεονάσματα τροφίμων που είχαν αποσπαστεί από αυτόν. Καθώς οι υποσχέσεις γίνονταν ολοένα και περισσότερο κενές, η εξουσία των αρχηγών και των ιερέων ανατράπηκε γύρω στα 1680 από στρατιωτικούς αρχηγούς και η πρώην σύνθετη και συνεκτική κοινωνία του Πάσχα κατέρρευσε μέσω εμφυλίου πολέμου. Οι κοινοί θνητοί έκτιζαν τώρα τις καλύβες τους στην παράκτια ζώνη, εκεί που κάποτε βρίσκονταν οι κατοικίες της ελίτ. Εκείνο που είχε αποτύχει στην περίπτωση του Πάσχα δεν είναι η πολιτική ιδεολογία αλλά και η θρησκεία που καταργήθηκε μαζί με την εξουσία των αρχηγών. Οι προφορικές παραδόσεις αναφέρουν ότι άχου και μοάι ανεγέρθηκαν για τελευταία φορά γύρω στα 1620 και ότι το Παρό (το ψηλότερο άγαλμα) ήταν μεταξύ των τελευταίων. Οι φυτείες που διαχειριζόταν η ελίτ για να θρέψει εκείνους που δούλευαν στα αγάλματα εγκαταλείφθηκαν μεταξύ 1600-1680. Το 1680, την περίοδο της ανατροπής, οι αντιμαχόμενες πατριές άρχισαν να γκρεμίζουν η μια τα αγάλματα της άλλης. Ενώ οι νέες αρχές επέβαλαν μια νέα θρησκευτική λατρεία βασισμένη στον δημιουργό θεό Μακεμάκε, ο οποίος ήταν προηγουμένως απλώς ένας θεός από το Πάνθεον του Πάσχα. Ενώ με την έλευση των δυτικών τον 18ο αιώνα ήρθαν και νέες ασθένειες όπως και η απαγωγή 15.00 ανθρώπων (το ήμισυ του πληθυσμού δηλαδή) από περουβιανά πλοία για να τους πουλήσουν με δημοπρασία και να εργαστούν στη συλλογή γκουανό στο Περού.

Το Νησί του Πάσχα αποτελεί ένα από τα καλύτερα παραδείγματα μιας κοινωνίας που αυτοκαταστράφηκε εξ αιτίας κυρίως δυο βασικών παραγόντων. Της επίδρασης του ανθρώπου στο περιβάλλον, κυρίως με την αποδάσωση και την καταστροφή της ορνιθοπανίδας και με τη παρουσία πολιτικών και θρησκευτικών παραγόντων στην κοινωνική ζωή των κατοίκων του νησιού. Η απομόνωση του νησιού σίγουρα συνετέλεσε ως προς το μέγεθος της καταστροφής αφού ουσιαστικά δεν υπήρχε δίοδος φυγής/μετανάστευσης, αλλά, όπως και να έχει, η επικέντρωση στην κατασκευή τεράστιων αγαλμάτων για λόγους ανταγωνισμού μεταξύ των πατριών και αρχηγών υπήρξε μια δεδομένη και απευκταία κατάσταση, δείχνοντας το αδιέξοδο της κάθε εξουσίας, αργά ή γρήγορα. Στο Νησί του Πάσχα αυτό έγινε εμφανές λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης και των λιγότερων ελιγμών που διέθεταν στη φαρέτρα τους οι εκεί άρχοντες (μεταφορά υλών, τροφίμων, μετανάστευση) τον 17ο αιώνα, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο μεταγενέστερα. Όσο οι παράγοντες και οι σταθερές –εξουσία, ελίτ– παραμένουν ίδιες τότε ο κίνδυνος παραμονεύει. Και εάν οι του Πάσχα δεν γνώριζαν δεν μπορούμε και εμείς να ισχυριστούμε το ίδιο, αφού τα παραδείγματα αντίστοιχων περιπτώσεων κοινωνικής κατάρρευσης είναι αρκετά. Στην συνέχεια θα αναφερθούμε και σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις κοινωνιών που κατέρρευσαν και που αποδεικνύουν ότι η εξουσία βλάπτει σοβαρά την ανθρώπινη ύπαρξη.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Πηγή: Κατάρρευση, του Jared Diamond, εκδ. Κάτοπτρο.

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 138, Μάϊος 2014                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                            

Είδαμε προηγουμένως, ορισμένα παραδείγματα κοινωνιών που υπέστησαν «κατάρρευση», με σημαντικότερο εκείνο της Νήσου του Πάσχα. Είδαμε τις συνέπειες τόσο των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τις αποφάσεις των ανθρώπων που λειτουργούν μέσα σε ιεραρχικά σχήματα, όσο και τον ανταγωνισμό μεταξύ των εξουσιαστών. Έναν ανταγωνισμό που δημιουργούσε μια μεγαλομανία και υπερβολή, οι οποίες εν τέλει λειτούργησαν αυτοκαταστροφικά και για τις ελίτ.Τα παραδείγματα κοινωνιών ή κοινοτήτων που κατέρρευσαν ασφαλώς και δεν είναι λίγα μέσα στην ανθρώπινη κοινωνική ιστορία, όμως τα συγκεκριμένα που παρουσιάζονται σε αυτή την ενότητα εμφανίζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω της πληθυσμιακής πυκνότητας τους και της πολιτισμικής τους «ανάπτυξης».

Στον ελλαδικό χώρο δεν είναι, επίσης, λίγα τα παραδείγματα κοινοτήτων που κατέρρευσαν, όπως εκείνων που ερήμωναν ή καταστρέφονταν από τις αποφάσεις και τις πρακτικές βιομηχανιών. Είτε μέσω της ρύπανσης που επέφεραν στο φυσικό περιβάλλον είτε μέσω της απόλυτης σχέσης εξάρτησης κατοίκου-εταιρείας. Θα αναφέρουμε ένα απλό αλλά ενδεικτικό παράδειγμα. Ένας από τους μεγαλύτερους βιομήχανους στον ελλαδικό χώρο για δεκαετίες ήταν ο Μ. Σκαλιστήρης που δραστηριοποιείτο στην εξόρυξη μεταλλευμάτων. Ολόκληρα χωριά της Κύμης ερήμωσαν κατά τη δεκαετία του ’60 όταν η εταιρεία αποφάσισε να κλείσει τις εξορύξεις στην Εύβοια και να μεταφέρει ή να ενισχύσει τις δραστηριότητες της σε άλλα μέρη όπως Δομοκός, Ελευσίνα, Έβρος, Μαντούδι κλπ.

Είναι εκπληκτικό το πως οι κάτοικοι των χωριών της Κύμης από χωρικοί έγιναν βιομηχανικοί εργάτες και μέσα σε λίγα χρόνια είχαν απωλέσει όλη τη γνώση προγενέστερων γενεών γύρω από αγροτικά θέματα. Δέσμιοι του Σκαλιστήρη ακολουθούσαν ως εσωτερικοί βιομηχανικοί μετανάστες ανά την επικράτεια τις αποφάσεις του βιομήχανου. Εξαρτημένοι από την βιομηχανική σχέση εργασίας μετανάστευσαν ομαδικώς ερημώνοντας, σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά 100% χωριά της περιοχής. Λίγες δεκαετίες αργότερα σε μια άλλη περιοχή της Εύβοιας στο Μαντούδι επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό, όπου μια περιοχή που είχε «μάθει-καλομάθει» να ζει από τη βιομηχανία νεκρώθηκε παραγωγικά και ακόμη και σήμερα 20 χρόνια μετά, ουσιαστικά ζει παρασιτικά. 

Παρόμοια παραδείγματα συναντάμε και σε άλλα σημεία του ελλαδικού χώρου που είτε το περιβάλλον καταστράφηκε και δεν μπορούσε να αντικαταστήσει εύκολα την βιομηχανική δραστηριότητα είτε οι κάτοικοι-βιομηχανικοί εργάτες έγιναν βιομηχανικοί μετανάστες, όταν τα εργοστάσια έκλειναν και μεταφέρονταν. Παρόμοια γεγονότα παρατηρούνται και σε άλλα μέρη του πλανήτη που έχουν δεχθεί εκβιομηχάνιση και σε ορισμένες περιπτώσεις χιλιάδες άνθρωποι έχαναν την πρόσβαση σε καθαρό νερό ή στην αλιεία λιμνών (βλέπε Βικτώρια). Η κύρια «λύση» σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η φυγή και η μετανάστευση καταστρέφοντας ουσιαστικά την τοπική κοινωνία. Ας συνεχίσουμε όμως την παρουσίαση κοινωνιών που κυρίως από δικά τους διαχειριστικά λάθη «κατέρρευσαν».

Στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ, σε ένα άνυδρο περιβάλλον αναπτύχθηκαν σε διάφορες χρονικές φάσεις διάφοροι μεταξύ τους πολιτισμοί. Ένας εξ αυτών είναι των Ανασάζι στο Τσάκο Κάνυον του Νέου Μεξικού, ο οποίος ήκμασε το 600μχχ μέχρι την εξαφάνιση του το 1200 περίπου. Όταν οι ιθαγενείς εγκαταστάθηκαν στο Τσάκο Κάνυον γύρω στα 600μχχ, ζούσαν αρχικά σε υπόγειες καλύβες, στη συνέχεια ως αποτέλεσμα των επαφών τους με άλλους ιθαγενείς των νοτιοδυτικών ΗΠΑ άρχισαν να χρησιμοποιούν ως βάση χαλίκια από πελεκημένη πέτρα με επίστρωση στην πρόσοψη. Σε αυτή τη περιοχή σήμερα κάποιος συναντά ένα άδενδρο ξερό τοπίο, που όμως οι ανασκαφές έχουν δείξει ότι καλυπτόταν παλαιότερα από πεύκα. Η αποψίλωση των δασών για καυσόξυλα και κατασκευές σε συνάρτηση με την παρατεταμένη ξηρασία, είχε ως συνέπεια την επιβράδυνση του ρυθμού ανανέωσης των δέντρων. Στη μακροχρόνια διχογνωμία σχετικά με ποιά από τις δυο περιπτώσεις, εγκαταλείφθηκε το Τσάκο Κάνυον, εξ αιτίας της επίδρασης των ανθρώπων στο περιβάλλον ή εξ αιτίας της ξηρασίας, η απάντηση είναι: εγκαταλείφθηκε και για τους δυο λόγους. Στη πορεία έξι αιώνων, ο πληθυσμός στο Τσάκο Κάνυον αυξήθηκε, οι απαιτήσεις του από το περιβάλλον μεγάλωσαν, οι περιβαλλοντικοί πόροι του μειώθηκαν και οι άνθρωποι κατέληξαν να ζουν όλο και περισσότερο κοντά στα όρια των δυνατοτήτων, που είχε το περιβάλλον για να τους συντηρήσει. Αυτή ήταν η τελική αιτία της εγκατάλειψης. Η άμεση αιτία, η τελευταία σταγόνα η οποία έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει, ήταν η ξηρασία που τελικά έσπρωξε τους κατοίκους του Τσάκο Κάνυον στον γκρεμό, μια ξηρασία στην οποία θα μπορούσε να επιζήσει μια κοινωνία με μικρότερη πυκνότητα πληθυσμού.

Μέχρι τώρα έχουμε δει κοινωνίες μικρής κλίμακας να έχουν καταρρεύσει, μια από τις κοινωνίες μεγάλης κλίμακας που είχε την ίδια κατάληξη είναι εκείνη των Μάγια, που θα εξετάσουμε ευθύς αμέσως. Οι πόλεις των Μάγια έμειναν έρημες, κρυμμένες μέσα στο δάσος και στην πυκνή βλάστηση, ουσιαστικά άγνωστες στον έξω κόσμο μέχρις ότου ανακαλύφθηκαν το 1839 από έναν αμερικανό δικηγόρο τον John Stephens και τον άγγλο σχεδιαστή Frederick Catherwood. Έχοντας ακούσει φήμες για ερείπια στη ζούγκλα, ο Stephens κατάφερε να διοριστεί πρεσβευτής στην τότε Συνομοσπονδία Κεντροαμερικανικών Δημοκρατιών. Οι ίδιοι έγραφαν μετά την επαφή τους με τις πόλεις των Μάγια: «Εδώ βρίσκονταν τα απομεινάρια ενός καλλιεργημένου, εξευγενισμένου και ιδιόρρυθμου λαού, ο οποίος είχε διατρέξει όλα τα στάδια που σχετίζονται με την άνοδο και την πτώση των εθνών, έφθασε στο χρυσό αιώνα και καταστράφηκε. Στο ρομαντικό διήγημα της παγκόσμιας ιστορίας τίποτε δεν με εντυπωσίασε ποτέ πιο έντονα από το θέαμα αυτής της κάποτε σπουδαίας και όμορφης πόλης, γκρεμισμένης, ερειπωμένης και χαμένης, […] σκεπασμένης με δέντρα σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων και χωρίς να τη διακρίνει ούτε ένα όνομα». Η τέχνη και η αρχιτεκτονική στις πόλεις των Μάγια έκανε πολλούς περισσότερους αρχαιολόγους να τους μελετήσουν απ’ ότι θα συνέβαινε αν ήταν απλώς κυνηγοί και συλλέκτες χωρίς γραφή. Οι κλιματολόγοι μπόρεσαν πρόσφατα να αναγνωρίσουν αρκετά σημάδια αρχαίων κλιματικών και περιβαλλοντικών αλλαγών, οι οποίες συνέβαλλαν στην κατάρρευση των Μάγια. Οι Μάγια ήταν πολιτισμικά η πιο προηγμένη κοινωνία στον προκολομβιανό Νέο Κόσμο και μολονότι το περιβάλλον της παρουσίαζε απρόβλεπτες διακυμάνσεις βροχοπτώσεων, δεν θεωρείτε ιδιαίτερα ευπαθές και σίγουρα σημαντικά λιγότερο από το Νησί του Πάσχα. Η κοινωνία των Μάγια αποδεικνύει ότι όχι μόνο περιφερειακές κοινωνίες μπορούν να καταρρεύσουν αλλά και προηγμένες. Από τους κυριότερους λόγους που συνετέλεσαν στην εγκατάλειψη και παρακμή των Μάγια, είναι: Έβλαψαν, οι ίδιοι, το περιβάλλον τους με την αποδάσωση και τη διάβρωση, οι ξηρασίες συνέβαλαν στην πτώση, οι εχθροπραξίες μεταξύ τους έπαιξε σημαντικό ρόλο, όπως και ο ανταγωνισμός μεταξύ βασιλέων και ευγενών, που οδήγησε σε μια μόνιμη έμφαση στον πόλεμο και την ανέγερση μνημείων.

Η περιοχή των Μάγια, αποτελεί τμήμα της ευρύτερης αρχαίας πολιτισμικής περιοχής των ιθαγενών αμερικανών η οποία είναι γνωστή ως Μεσοαμερική και εκτείνεται κατά προσέγγιση από το κεντρικό Μεξικό μέχρι την Ονδούρα. Οι Μάγια είχαν πολλά κοινά με άλλες μεσοαμερικάνικες κοινωνίες, όχι μόνο σε εκείνα που είχαν, αλλά και προς αυτά που τους έλειπαν. Για παράδειγμα, εκείνο που εκπλήσσει είναι ότι οι μεσοαμερικάνικες κοινωνίες δεν είχαν μεταλλικά εργαλεία, τροχαλίες, μηχανές, τροχούς ή οικόσιτα ζώα ώστε να μεταφέρουν φορτία. Όλα τα οικοδομήματα των Μάγια είχαν κατασκευαστεί με λίθινα και ξύλινα εργαλεία και μόνο με την ανθρώπινη μυική δύναμη. Φυσικά η κοινωνία των Μάγια, έντονα ιεραρχική αποτελούνταν από τους βασιλιάδες, τους ευγενείς και τους κοινούς θνητούς. Και ήταν οι έχοντες την εξουσία που βρίσκονταν συχνά-πυκνά σε πόλεμο με άλλους μάγια εξουσιαστές για τον σφετερισμό των θρόνων, γεγονότα που αποτυπώνονται ανάγλυφα στα μνημεία που οικοδομούσαν. Φυσικά δεν έλειπαν και οι συγκρούσεις μεταξύ των κοινών θνητών για την καλλιέργεια της γης αφού ο υπερπληθυσμός ξεπερνούσε τα όρια και η διαθέσιμη γη σπάνιζε. Το άλλο φαινόμενο που είναι σημαντικό για την κατάρρευση των Μάγια συνίσταται στην επανειλημμένη εμφάνιση ξηρασίας. Βασισμένοι σε μελέτες ραδιοχρονολογημένων στρωμάτων οι κλιματολόγοι συμπεραίνουν ότι από το 5500πχχ έως το 500πχχ η περιοχή των Μάγια ήταν σχετικά υγρή. Η επόμενη περίοδος μέχρι το 250πχχ υπήρξε άνυδρη, όπως και η περίοδος 125μχχ μέχρι το 250μχχ. Σε αυτή τη ξηρασία που έχει συνδεθεί με την προκλασσική κατάρρευση του Ελ Μιραντόρ και άλλων περιοχών, ακολούθησε η επάνοδος συνθηκών μεγαλύτερης υγρασίας και η εκ νέου οικοδόμηση πόλεων, η οποία διακόπηκε από μια ξηρασία γύρω στα 600μχχ, με την παρακμή της Τικάλ. Τέλος, γύρω στα 760μχχ άρχισε η χειρότερη ξηρασία των τελευταίων 7000 ετών που κορυφώθηκε στα 800μχχ και η οποία συνδέεται με τη λήξη της κλασσικής περιόδου. Όπως στο Νησί του Πάσχα έτσι και στους Μάγια τα περιβαλλοντικά και δημογραφικά προβλήματα οδήγησαν στην αύξηση των πολέμων και των εμφύλιων αναταραχών. Με τον ίδιο τρόπο που οι αρχηγοί στο Νησί του Πάσχα έστηναν όλο και μεγαλύτερα αγάλματα και η ελίτ των Ανασάζι δώριζε στον εαυτό της περιδέραια με 2000 χάντρες από τιρκουάζ, έτσι και οι βασιλείς των Μάγια προσπαθούσαν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον με όλο και πιο εντυπωσιακούς ναούς, καλυμμένους με όλο και παχύτερες επιστρώσεις. Ήταν οι ελίτ και η εξουσία, και στις δυο περιπτώσεις του Πάσχα και των Μάγια, που παρ’ ότι το πρόβλημα της επιβίωσης ερχόταν απειλητικό, εκείνοι περί άλλων ετύρβαζον, προσβεβλημένοι από την πανούκλα της εξουσίας. Στα παραδείγματα που έχουμε αναφερθεί υπάρχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, είτε αφορούν μικρές ή μεγάλες κοινωνίες. Είναι η παρουσία εξουσιαστικών συστημάτων που σε συνδυασμό με κλιματολογικές συνθήκες και περιβαλλοντικές επεμβάσεις οδήγησαν στον αφανισμό των κοινωνιών.

Αντίθετα υπάρχουν κοινωνίες και κοινότητες που έχουν κατορθώσει να επιβιώσουν σε δυσχερείς συνθήκες αλλά η κοινωνική τους οργάνωση ήταν εντελώς διαφορετική, με κοινή διαχείριση. Ένα κλασσικό παράδειγμα προέρχεται από τα υψίπεδα της Νέας Γουινέας όπου οι άνθρωποι ζουν με αυτάρκεια επί 46.000 χρόνια, χωρίς οικονομικά σημαντικές εισροές από κοινωνίες εκτός των υψιπέδων. Το ανώμαλο έδαφος της ενδοχώρας περιόρισε τους ευρωπαίους εξερευνητές στην ακτή και τους ποταμούς των βαθυπέδων επί 400 χρόνια, κατά τα οποία υπέθεταν ότι η ενδοχώρα ήταν καλυμμένη με δάση και ακατοίκητη. Φανταζόμαστε την έκπληξη που θα είχαν οι πιλότοι και επιβάτες όταν τα μισθωμένα αεροπλάνα από βιολόγους και εταιρείες εξόρυξης πέταξαν για πρώτη φορά πάνω από την ενδοχώρα τη δεκαετία του 1930 και αντίκρυσαν ένα τοπίο μεταμορφωμένο από εκατομμύρια ανθρώπους αγνώστους μέχρι τότε στον έξω κόσμο. Φαρδιές και ανοικτές κοιλάδες με λίγες συστάδες δέντρων, κήποι τους οποίους χώριζαν αυλάκια για άρδευση και στράγγισμα, πεζούλες. Όταν και άλλοι ευρωπαίοι ακολούθησαν δια ξηράς τις ανακαλύψεις των πιλότων, διαπίστωσαν ότι οι κάτοικοι ήταν αγρότες. Χαρακτηρίστηκαν «πρωτόγονοι», ζούσαν σε αχυροκαλύβες, δεν είχαν βασιλείς και αρχηγούς, δεν διέθεταν γραφή και φορούσαν ελάχιστα ή καθόλου ρούχα. Δεν χρησιμοποιούσαν το σίδερο αλλά ήταν σε διαρκή εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ τους. Οι γεωργικές τους μέθοδοι άφησαν έκπληκτους τους ευρωπαίους αγρονόμους που ορισμένοι από αυτούς ακόμη δεν έχουν καταλάβει γιατί οι δικοί τους νεωτερισμοί απέτυχαν εκεί. Για να διατηρήσουν τη γονιμότητα του εδάφους προσέθεταν στο έδαφος αγριόχορτα, χλόη, παλιά κλήματα και άλλες οργανικές ουσίες ως λίπασμα σε ποσότητες που έφταναν τους 4 τόνους ανά στρέμμα. Έστρωναν στην επιφάνεια του εδάφους σκουπίδια, στάχτη από φωτιές, κοπριά από κοτόπουλα και το κυριότερο καλλιεργούσαν όσπρια για να δεσμεύουν το ατμοσφαιρικό άζωτο, μια πρακτική που είναι διαδεδομένη σήμερα στο δυτικό κόσμο αλλά αναπτύχθηκε προγενέστερα και ανεξάρτητα στη Νέα Γουινέα. Μέχρι την εγκατάσταση της ολλανδικής και της αυστραλιανής αποικιακής διακυβέρνησης τη δεκαετία του 1930, δεν είχαν σημειωθεί καθόλου βήματα πολιτικής ενοποίησης των χωριών του υψιπέδου. Σε κάθε χωριό αντί για κληρονομικούς ηγέτες ή αρχηγούς, υπήρχαν οι ονομαζόμενοι «μεγάλοι άνδρες», οι οποίοι με τη δύναμη της προσωπικότητας τους είχαν μεν μεγαλύτερη επιρροή από τους υπολοίπους, αλλά ζούσαν και αυτοί σε καλύβα και καλλιεργούσαν έναν κήπο. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν ή λαμβάνονται από όλους τους χωρικούς ενώ οι «μεγάλοι άνδρες» δεν μπορούσαν να δώσουν εντολές και κάποιες φορές κατάφερναν να πείσουν τους άλλους και άλλοτε όχι. Έτσι στη Νέα Γουινέα οι κάτοικοι κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν τα ίδια προβλήματα, που και άλλες κοινωνίες είχαν και εξαφανίστηκαν, αλλά δεν βρίσκονταν υπό ζυγό. Και αυτή ήταν, ίσως, η ουσιαστικότερη και σημαντικότερη διαφορά με τις υπόλοιπες κοινωνίες που εξαφανίστηκαν…

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 139, Ιούνιος 2014

από @*** 11/09/2017 6:33 μμ.


Το νησί του Πάσχα και η εντροπία

https://athens.indymedia.org/post/1539260/

Επειδή δεν φαίνονται οι εικόνες δείτε το και εδώ

Το νησί του Πάσχα και η εντροπία

 

 

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License