ΔεύτερηΣκέψη

Εάν τα δικαιώματα των εργαζομένων , ανδρών και γυναικών θέτονται υπό αμφισβήτηση, το κοινωνικό κίνημα διαμαρτυρίας που το καταγγέλλει βρίσκεται μπροστά σε ένα πρόβλημα θεωρητικής και στρατηγικής τάξης.Θέλουμε να πούμε πως νόμοι όπως ο «loi travail 2» είναι κυρίως πλούσιοι σε διδάγματα.

BisPensiero

Να ανατρέψουμε αυτό το σύστημα, μας το ζητούν οι καπιταλιστές! Abbattiamo questo sistema, ce lo chiedono i capitalisti!
του-diBenoit Bohy-Bunel–

Εάν τα δικαιώματα των εργαζομένων , ανδρών και γυναικών θέτονται υπό αμφισβήτηση, το κοινωνικό κίνημα διαμαρτυρίας που το καταγγέλλει βρίσκεται μπροστά σε ένα πρόβλημα θεωρητικής και στρατηγικής τάξης.
Θέλουμε να πούμε πως νόμοι όπως ο «loi travail 2» είναι κυρίως πλούσιοι σε διδάγματα.
Ένα σύστημα που θέτει στην πρωτοκαθεδρία στόχους και σκοπούς όπως την «ανάπτυξη», την «παραγωγικότητα», την «ανταγωνιστικότητα», εάν από την μια πλευρά εξασφαλίζει μια νομιμότητα η οποία επιτρέπει πως η λειτουργία της δεν αποκλείει καθόλου την άρνηση των ζωτικών συμφερόντων της εργαζόμενης τάξης (καθιστώντας έτσι δυνατή την δημιουργία της αξίας, με την αυστηρή έννοια του όρου), ταυτόχρονα κάνει μια ρητή εξομολόγηση.

Κατά κάποιο τρόπο, και με έναν παράδοξο τρόπο, αυτό το σύστημα καταγγέλλει τον εαυτό του. Προκηρύσσει χωρίς ντροπή πως αυτό που γι το ίδιο είναι «έντιμο» αντιστοιχεί, εκ των πραγμάτων, σε μια σκίαση της ποιότητας της συγκεκριμένης εμπειρίας, της συγκεκριμένης βιοτής-διαβίωσης εκείνων που κάνουν τη μηχανή να «λειτουργήσει», δηλαδή αντιστοιχεί σε αυτό που από μόνο του είναι σκανδαλώδες.
Αυτή η εξομολόγηση, αυτή η ομολογία είναι μάννα εξ ουρανού: η τάξη που κατέχει το κεφάλαιο, και το Κράτος που υπερασπίζεται τα συμφέροντα της, μας προσφέρουν έτσι το ρόπαλο με το οποίο να τους χτυπήσουμε. Ένας τέτοιος, παρόμοιος κυνισμός, τόσο προφανής, μας δείχνει με οριστικό τρόπο πως το σύστημα δεν έχει απολύτως τίποτα το «υγιές» (πράγμα που ο μύθος των «τριάντα ένδοξων χρόνων» τείνει να μας κάνει να ξεχάσουμε).
Μια επίδειξη τόσο ριζοσπαστική αυτής που είναι μια θεσμοποιημένη περιφρόνηση, είναι μια πρόσκληση στην εξέγερση.

Ποια είναι η έννοια, το νόημα μιας τέτοιας πρόκλησης- «προβοκάτσιας»; Αυτός που προκαλεί περιμένει μιαν αντίδραση ανάλογη με την έκταση της πρόκλησης. O νόμος που τρέχει θα είναι μια τελική πρόκληση, η οποία απαιτεί μια απάντηση ανάλογη με το σκάνδαλο. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, δεν μπορεί κάποιος να περιοριστεί σε μια ακόμη μεταρρύθμιση, σε σχέση με την οποίαν θα απαιτούνταν μονάχα η «αναθεώρηση», ή ακόμη και η «κατάργηση». Αυτό που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι μάλλον ένα ποιοτικό άλμα. Το σύστημα συσσωρευμένης αξίας εκθέτει το πραγματικό του πρόσωπο, και πρέπει να ξέρουμε πως να αδράξουμε αυτή την ευκαιρία. Το ασυνείδητο των παραγόντων της διατήρησης του «δημοκρατικού-ρεπουμπλικάνικου» συστήματος είναι ένα ευρύ πεδίο γεμάτο χαλάσματα που μπορούμε να εξερευνήσουμε.
Εδώ μπορείτε να βρείτε εγκαταλελειμμένα ιδεώδη νεολαίας, απορρίψεις, παραιτήσεις. Οπουδήποτε κι αν βρίσκονται, βασιλεύει αδιαμφισβήτητο ένα «bis-pensiero» (Orwell) μια «δι-σκέψη», πρόκειται για την διαμόρφωση, σύμφωνα με μια κόπωση, εξωπραγματικών τεχνοκρατικών συνταγών, από τις οποίες ξεχάσαμε τελείως την αληθινή έννοια του «ανθρώπινου».

H κοινωνική τους σύνδεση συνοψίζεται στην ποσοτική τους ανάλυση στις «καμπύλες» ή στα «γραφήματα», των «δημοσκοπήσεων» ή των «στατιστικών», που δεν έχουν πλέον τίποτα το απτό. Μέσα σε αυτή την αξιολύπητη παρακμή, αναδεικνύεται λοιπόν μια κουβέντα, ένας λόγος: η «αρετή» αυτού του συστήματος, μας λεν, αντιστοιχεί στην ανάγκη να καταπατήσουμε αυτούς όλους που του επιτρέπουν να λειτουργήσει.
Και ξαφνικά, μας παραδίδεται, έμμεσα μα σίγουρα, μια πικρή αλήθεια, που είχαμε προτιμήσει να μην βλέπουμε: το σύστημα για το οποίο ομιλούμε δεν έχει σαν σκοπό τον προβληματισμό και την θετική αναγνώριση των εργατικών μελών του. Ένα άτομο που αναγνωρίζει πως η «αρετή» του συνίσταται στην συσκότιση-καταστροφή των άλλων αυτοκαταστρέφεται: μια τέτοια πρόκληση απαιτεί μια ανάλογη αντίδραση.
Αναλογικά, ένα σύστημα που καθιστά δυνατή την αμφισβήτηση νόμων όπως ο «loi travail XXL» ζητά τη ριζική κατάργηση του.
Ασυνείδητα, οι πράκτορες της διατήρησης του «δημοκρατικού» συστήματος, προτείνοντας και υποστηρίζοντας σχέδια που αρνούνται την ανθρωπιά με τρόπο τόσο σκανδαλώδη, γνωρίζουν ότι θα προκαλέσουν μιαν αντίδραση αναλογική: παρόλα αυτά, καθοδηγούνται από μια μη αναστρέψιμη λογική, η οποία είναι η λογική της αυτοκαταστροφής του καπιταλισμού, του αυτο-ξεπεράσματος του καπιταλισμού, προς μια κοινωνία μετά-καπιταλιστική, post-capitalista.

Γι αυτό λοιπόν θα έπρεπε να βρεθούμε στο ύψος του σκανδάλου. Σε αυτό το αγωνιστικό κίνημα, θα πρέπει να εξεταστούν δυο επιλογές: ή διεκδικούμε αποκλειστικά την κατάργηση του νόμου (κι έτσι, εάν επιτύχουμε σε αυτό το σημείο, θα μπορούμε να επιστρέψουμε στις «κανονικές» μας δραστηριότητες, θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε να επιβιώνουμε σε ένα σύστημα το οποίο ωστόσο θα έχει επιδείξει με τρόπο τόσο υπερήφανο τον εγγενή μηδενισμό του), ειδαλλέως μπορούμε να επωφεληθούμε από αυτή την ευκαιρία για να προωθήσουμε, με πιο σφαιρικό τρόπο, την ριζική κατάργηση του συστήματος, και το πέρασμα σε νέες μορφές ζωής, δημιουργικές και έντονες.
Φυσικά, οι δυο επιλογές δεν αποκλείονται αμοιβαία.

Πρώτα μέσα σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία που δεν είναι ακόμη επαναστατική, πρέπει φυσικά να μπορούμε να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα των εργαζομένων, ανδρών και γυναικών, την στιγμή που απειλούνται, στο μέτρο κατά το οποίο ο καπιταλισμός ακόμη δεν έχει καταργηθεί, πρέπει έτσι κι αλλιώς να ζήσουμε, κι αυτό πρέπει να γίνεται στις καλύτερες δυνατές συνθήκες. Μα πρέπει να γίνεται επίσης δυνατό – και είναι επίσης απαραίτητο, μου φαίνεται – να κρατούμε από κοινού τους δυο στόχους: την ώρα που υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα των μισθωτών εργαζομένων, ενώ προσπαθούμε να μειώσουμε τις ανισότητες σε επίπεδο διανομής των εμπορευμάτων και της αξίας, ενώ θέλουμε να αποφύγουμε η πολιτική των κομμάτων να παράξει ανεπανόρθωτες ζημιές, μπορούμε ταυτόχρονα να προετοιμάσουμε την έλευση μιας κοινωνίας μέσα στην οποίαν θα καταργηθεί η εργασία, η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, το εμπόρευμα, η αξία και το Κράτος.

Η σημερινή προσοχή στον «loi travail XXL» (που δεν είναι μοναχά ένα πρόσχημα, μα κυρίως ένας πυροκροτητής) δεν θα απέκλειε έτσι σε έναν επαναστατικό ορίζοντα, και δεν θα μας στερούσε από ένα μετά καπιταλιστικό σχέδιο. Το να είμαστε, να βρεθούμε στο «ύψος» της σκανδαλώδους εξομολόγησης που μόλις έχει γίνει, το να βρεθούμε στο ύψος μιας πρόκλησης που αποκαλύπτει στο είναι του ανήθικο και μηδενιστικό, θα μπορούσε γι αυτό να σημαίνει: να προωθήσουμε έναν πιο ριζοσπαστικό αγώνα, να θέσουμε υπό αμφισβήτηση τους κανόνες του οικονομικού και κοινωνικού παιχνιδιού, πέρα από οποιοδήποτε αισθητικό ρετουσάρισμα. Αυτός ο νόμος αποκαλύπτει την ουσία της εργασίας στο καπιταλιστικό καθεστώς.

Πρώτα απ’ όλα, η εργασία βρίσκεται σε κρίση. Η επανάσταση της μικρο-πληροφορικής, la rivoluzione miιcro-informatica, έχει καταστήσει λιγότερο απαραίτητη την ζωντανή εργασία. Η μαζική προσφυγή στην αυτοματοποίηση της παραγωγής, που επιτρέπει ανταγωνιστικά κέρδη, προκαλεί μια σχετική αναποτελεσματικότητα ενός μεγάλου αριθμού εργαζομένων και των δυο φύλων. Αλλά μάταια αυτή η αναποτελεσματικότητα είναι μόνο σχετική: από τη στιγμή που το καπιταλιστικό σύστημα έχει ανάγκη, κάτω απ’ το τραπέζι, την εκμετάλλευση ζωντανής εργασίας, έτσι ώστε να συσσωρευτεί, και επίσης για να διατηρείται, η αξία, ούσα η εργατική δύναμη το μόνο «εμπόρευμα» σε θέση να δημιουργήσει περισσότερη αξία από αυτό που κοστίζει.
Εξ αιτίας αυτής της αντίφασης, ο καπιταλισμός έρχεται αντιμέτωπος με μια ριζική και μη αναστρέψιμη υποτίμηση της αξίας. Η εργασία, που κατέστη άχρηστη, αρχίζει να επιβεβαιώνει την αναντικατάστατη αναγκαιότητα της. Πολιτικά, αυτή η ένταση που είναι εγγενής στον καπιταλισμό δεν μεταφράζεται σε μια τελευταία αναγνώριση των εργαζομένων, αλλά μάλλον στην ανεπανόρθωτη ανασφάλεια τους, επισφαλειοποίηση τους, μέσω μιας κατάλληλης νομοθεσίας: επειδή, στο μέτρο κατά το οποίο το σύστημα έρχεται αντιμέτωπο με τις δυνατότητες αυτοκαταστροφής του, η εξαγωγή της υπεραξίας πρέπει να γίνει πιο «επιθετική», πιο «αποτελεσματική».

Ένα άλλο μάθημα: η εργασία δεν αξίζει δεδομένου ότι παράγει αξίες χρήσης συγκεκριμένες, σε θέση να έχει μια ιδιαίτερη συγκεκριμένη κοινωνική ποιότητα, μα αξίζει μονάχα δεδομένου ότι επιτρέπει μια «ανάπτυξη» που θεωρείται με τρόπο ποσοτικό και αφηρημένο. Με τον «loi travail XXL», στη συνέχεια του «loi El Khomri», εκείνο που προκύπτει ριζοσπαστικά είναι η ιδέα της «εργασίας γενικότερα», της εργασίας «tout court»: πολύ λίγο μας ενδιαφέρει η δραστηριότητα σας, ο τρόπος με τον οποίον αναγνωρίζεστε σε αυτήν, και ο τρόπος με τον οποίον αυτή εξυπηρετεί το κοινό καλό, αυτό που ενδιαφέρει, είναι πρώτα απ’ όλα το γεγονός πως αυτή είναι παραγωγική δραστηριότητα μισθωτή-αμειβόμενη αφηρημένης αξίας. Δεδομένου ότι η «ανάπτυξη» για την οποίαν τόσο πολύ η Πολιτική ενδιαφέρεται και ανησυχεί δεν είναι άλλο παρά ένας στόχος δίχως σώμα, πέρα από οποιοδήποτε ανθρώπινο λογικό ή αυθεντικό έργο, σχέδιο.
Αυτός ο νόμος αποκαλύπτει την ουσία του Κράτους σε καθεστώς καπιταλιστικό. Πρέπει να πάρουμε αυτό το μάθημα. Ποιο είναι αυτό το μάθημα; Το Κράτος είναι μοναχά ο manager του καπιταλισμού. Οι στόχοι του (παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα) μπορούν όλοι να περιοριστούν στην έννοια του κέρδους (κέρδος που έχει να κάνει, που αφορά μια χείριστη μειοψηφία του πληθυσμού ).
O τρόπος με τον οποίον καθορίζει την διαχείριση του επί του κοινωνικού συνόλου ζητά συστηματικά να προνοήσει ένα σύνολο ιδιωτικών συμφερόντων που αρνούνται την κοινή ευημερία. Η «διπλή σκέψη – pensiero doppio» [bis-pensiero] που ενδύεται αποτελείται από τη διέλευση αόριστων και άσχημων παιχνιδιών (ανάπτυξης) για ζητήματα που επηρεάζουν κάποιο αφηρημένο και αμέσως σαγηνευτικό «γενικό συμφέρον». Μα κάθε πράγμα καθολικό-αφηρημένο, όμως, κρύβει κάτι ιδιαίτερο και συγκεκριμένο που έχει την συνολική τάση να υποδύεται παραπλανητικά πως είναι τα πάντα, όταν δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα μη αντιπροσωπευτικό μέρος αυτού του όλου. Δια μέσου νόμων όπως ο «loi travail XXL», το «δημοκρατικό- repubblicano» Κράτος μας εξομολογείται: για αυτό, η ελευθερία δεν είναι άλλο από την ελευθερία της επιχείρησης (ή της κατανάλωσης); μα μια τέτοια ελευθερία είναι το αντίθετο της πολιτικής ελευθερίας με την στενή έννοια, η οποία είναι μια θετική ελευθερία εκ των πραγμάτων και στα λόγια, για το Κράτος, η ισότητα είναι μια ισότητα ποσοτική που αφορά τη σφαίρα της κυκλοφορίας των αγαθών, μα μια τέτοια ισότητα βασίζεται στην αρχή της αριστοκρατίας χωρίς αποκλεισμούς (την εκμετάλλευση στην παραγωγή).
Το να λάβουμε γνώση αυτής της ομολογίας-εξομολόγησης σημαίνει να λάβουμε υπ όψιν μας ένα σημαντικό γεγονός: το ίδιο Κράτος που επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα να υπερασπίζεται τις «δημοκρατικές- democratici» αρχές δηλώνει πως ισχυρίζεται ότι θέλει να τις καταργήσει, στο μέτρο κατά το οποίο υποστηρίζει το αντίθετο της πραγματικής δημοκρατίας.
Στη δημοκρατική σφαίρα, αυτή είναι η συνέπεια της «διπλής σκέψης»: τα ίδια άτομα που είναι οι «αντιπρόσωποι-εκπρόσωποι» της «δημοκρατικής» » εξουσίας», απαιτούν, σίγουρα ασυνείδητα, να ανατραπούν, και να μπει ένα τέλος στα καραγκιοζιλίκια τους. Αν ήταν συνεπείς, και εάν αντιλαμβάνονταν πραγματικά τη σημασία της υπεράσπισης τους προς την «δημοκρατία- democrazia», θα ήταν αυτοί οι ίδιοι που δεν θα ήθελαν πλέον να κυβερνήσουν, και θα αναγνώριζαν τη νομιμότητα κάθε πολιτικού κινήματος ανυπακοής. Συνεπώς, από αυτή την άποψη, ας τους ακούσουμε και σύμφωνα με την ασυνείδητη επιθυμία τους : ας ανατρέψουμε το σύστημα τους, βλέποντας πως φαίνεται να το θέλουν και να το επιθυμούν τόσο πολύ (αν και οι ίδιοι δεν το γνωρίζουν…).

Benoit Bohy-BunelΔημοσιεύτηκε στις 24 σεπτεμβρίου 2017στοLes Enragés
(από: Benoit Bohy-Bunel,La lutte contre la loi travail XXL. Finalités révolutionnaires, stratégies possibles, internationalisme)

πηγή:Les Enragés

http://francosenia.blogspot.gr/

https://aenaikinisi.wordpress.com/2017/10/04/%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%88%CE%B7-bispensiero/

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License