Η γαλλική φεουδαρχική κοινωνία υποδιαιρείται, σύμφωνα με την παράδοση, σε τρεις κλειστές τάξεις: τον κλήρο, τους ευγενείς και την «Τρίτη Τάξη». Η προέλευσή της πρέπει να αναζητηθεί στο Μεσαίωνα, τότε που παγιώθηκε η διάκριση ανάμεσα στην τάξη των διδασκάλων, την τάξη των στρατιωτών και την τάξη των αγροτών. Όποιος δεν ήταν ούτε κληρικός ούτε ευγενής, συγκαταλεγόταν στους labora- tores (καλλιεργητές) από τους οποίους προήλθε η Τρίτη Τάξη. Αυτή αρχικά περιλάμβανε μόνο εκείνους από τους αστούς που είχανε στην κατοχή τους μια άδεια και έτσι δεν εξαρτιόνταν από κανέναν φεουδάρχη. Οι παλιότερα ανελεύθεροι χωρικοί απόκτησαν αργότερα το χαρακτήρα της τάξης και, για πρώτη φορά το 1484, πήραν μέρος στην εκλογή αντιπροσώπων. Οι τάξεις σταδιακά εξελίχθηκαν σε σταθερούς θεσμούς και εξανάγκασαν τη μοναρχία να τις αναγνωρίσει, με τόσο κατηγορηματικό τρόπο, ώστε η διευθέτηση κατά τάξεις έγινε βασικός νόμος του βασιλείου καθαγιασμένος από το εθιμικό δίκαιο.

Η τάξη των ευγενών είχε απωλέσει από παλιά το χαρακτήρα μιας δημόσιας εξουσίας. Μετά από επίμονες προσπάθειες, οι Καπέτοι είχαν καταφέρει τον 13ο-14ο αιώνα να αναλάβουν οι ίδιοι την είσπραξη των φόρων, το σχηματισμό στρατού, τη νομισματοκοπία και τα ζητήματα δικαιοδοσίας. Μετά την οριστική ήττα της «Σφενδόνας» (1647- 1653) η εχθρική παλιά φεουδαρχική αριστοκρατία τιθασεύτηκε πολιτικά από το στέμμα: ωστόσο, τα οικονομικά και κοινωνικά της προνόμια παρέμειναν άθικτα. Η τάξη των ευγενών περιλάμβανε περίπου 350.000 άτομα ή το 1,5% του συνολικού πληθυσμού. Αποτελούσε την κυρίαρχη τάξη μέσα στο βασίλειο και δεν απολαμβάνανε μόνο κάποια τιμητικά προνόμια, όπως ήταν η ξιφοφορία, η ξεχωριστή θέση στην εκκλησία και ο αποκεφαλισμός αντί για τον απαγχονισμό σε περίπτωση εκτέλεσής τους, αλλά και κάποια άλλα χειροπιαστά, όπως ήταν η απαλλαγή από τους βασικούς φόρους και τη διαμονή σε στρατόπεδα, το αποκλειστικό δικαίωμα στο κυνήγι, το μονοπώλιο της πρόσβασης στις ανώτερες βαθμίδες των στρατιωτικών και εκκλησιαστικών αξιωμάτων, καθώς και στις θέσεις της κρατικής μηχανής, δηλαδή στη δικαιοσύνη και τη διοίκηση. Επιπλέον, όσοι ευγενεϊς κατείχαν γη (το φέουδό τους, fief), εισέπρατταν από τους χωρικούς τους φεουδαρχικά δοσίματα. Μπορούσε, όμως, να είναι κανείς ευγενής, χωρίς να έχει φέουδο, ή πάλι να είναι κοινός θνητός (roturier) και να έχει φεουδαρχικό αγρόκτημα: η άμεση συνάρτηση μεταξύ ευγενών και φεουδαρχικού συστήματος είχε ήδη χαθεί. Εξαιρετικά μεγάλη ήταν η γαιοκτησία των ευγενών στο Βορρά και στη Δύση: στην Πικαρδία και το Αρτουά κάλυπτε το 32%, στο Μοζ μέχρι και το 60% της συνολικής εδαφικής έκτασης, στην Κεντρική Γαλλία, στο νότιο και νοτιοανατολικό τμήμα της, ήταν μικρότερη. Κατά μέσο όρο ισοδυναμούσε με το 20% της συνολικής εδαφικής έκτασης. Τα κοινά και καταρχήν ομοιόμορφα προνόμια συνένωναν τους ευγενεις. Ωστόσο, μετά από μια προσεκτικότερη θεώρηση, κι αυτοί χωρίζονταν σε εντελώς ανομοιογενή στρώματα τα οποία συχνά έρχονταν σε εχθρική αντιπαράθεση μεταξύ τους. Οι ευγενεις της Αυλής δεν ήταν παραπάνω από 4.000 άτομα, και στις περισσότερες περιπτώσεις ζούσαν με μεγάλη πολυτέλεια στο περιβάλλον του βασιλιά, στις Βερσαλλίες. Τα έξοδά τους τα κάλυπταν από συντάξεις και δωρεές που τους χορηγούσε γενναιόδωρα ο μονάρχης, από αυλικά αξιώματα και μοναστήρια, από των οποίων τα εισοδήματα ο διορισμένος από το βασιλιά «κατά κόσμον ηγούμενος» καρπωνόταν, χωρίς καμιά αντιπαροχή, το ένα τρίτο. Σ’ αυτά πρέπει να προστεθούν και τα έσοδα από τις συνήθως μεγάλες εκτάσεις που διέθεταν. Παρ’ όλα αυτά ένα τμήμα των ευγενών της Αυλής βρισκόταν στο χείλος της οικονομικής καταστροφής. Το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων τους εξυπηρετούσε τη διαφύλαξη «της ανάλογης κοινωνικής τους θέσης».Πολυάριθμο υπηρετικό προσωπικό, πολυτελή ρούχα, ερωτοδουλειές, τυχερά παιχνίδια, δεξιώσεις, γιορτές, παραστάσεις και κυνήγια απαιτούσαν όλο και περισσότερα χρήματα, τα οποία καταχρέωναν τους μεγαλογαικτήμονες. Οι γάμοι με πλούσιες αστές κόρες, που διέθεταν περιουσία, δεν έφταναν πια για να ξελασπώσουν η κοσμική ζωή των σαλονιών οδηγούσε, ωστόσο, στην προσέγγιση ενός τμήματος των ευγενών της Αυλής με την οικονομική αριστοκρατία, που είχε κερδηθεί από κάποιες ιδέες του Διαφωτισμού. Και μάλιστα, έτσι άρχισε κάποιος κοινωνικός υποβιβασμός, στο υψηλότερο επίπεδο, και αυτή η φιλελευθερίζουσα, αν και προσκολλημένη στα κοινωνικά της προνόμια και προκαταλήψεις, ομάδα ωθήθηκε προς την κατεύθυνση της μεγαλοαστικής τάξης, με την οποία τη συνέδεαν όλο και περισσότερο συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα, όπως η κατοχή μετοχών και η αύξηση των γεωργικών προσόδων. Οι πολύ περισσότεροι ευγενεις της επαρχίας είχαν μια λιγότερο λαμπρή τύχη. Οι αρχοντοχωριάτες ζούσαν συχνά ανάμεσα στους χωρικούς τους και μερικές φορές όχι πολύ καλύτερα απ’ αυτούς. Επειδή η χειρωνακτική εργασία, ένα αστικό επάγγελμα, ή η καλλιέργεια της ίδιας τους της γης, όταν υπερέθαινε κάποια καθορισμένη έκταση, είχε σαν αποτέλεσμα την αφαίρεση του τίτλου του ευγενή.

Στην ουσία οι πηγές των εσόδων τους περιορίστηκαν στα φεουδαρχικά δοσίματα των χωρικών. Τα χρηματικά, των οποίων το ύψος είχε καθοριστεί πριν από εκατονταετίες, απόδιδαν όλο και λιγότερα, αφού η διαρκής ελάττωση της αγοραστικής δύναμης της λίβρας και οι αντίστοιχα σταθερά αυξανόμενες δαπάνες διαβίωσης συνέθλιθαν την πραγματική τους αξία. Έτσι, πολλοί ευπατρίδες χωρικοί φυτοζωούσαν, κατοικώντας σε ερειπωμένα «αρχοντικά» και μισούμενοι όλο και πιο πολύ από τους αγρότες, πράγμα φυσικό, αφού, κατά την είσπραξη των δοσιμάτων, τους αντιμετώπιζαν με ιδιαίτερη σκληρότητα και ιδιοτέλεια. Η λαϊκή γλώσσα τους χαρακτήριζε πολύ παραστατικά με το όνομα του μικρότερου από τα αρπακτικά πουλιά, ενός είδους γερακιού: του hobereau. Πολλοί, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Αλμπέρ Ματιέ (Albert Mathier) αποτελούσαν έναν «πραγματικό όχλο ευγενών», μισητό από τα θύματα της εκμετάλλευσής του και περιφρονημένο από τους μεγάλους εταίρους της τάξης του. Αναπλήρωναν την ένδειά τους κομπάζοντας μπροστά στους κοινούς θνητούς και λιώναν από ζήλια για τις άφθονες πράξεις ευμένειας του βασιλιά προς τους ευγενείς της Αυλής και προς την αστική τάξη, που πλούτιζε αδιάντροπα στις πόλεις.

Οι φεουδάρχες ευγενείς βρίσκονταν στα τέλη του 18ου αιώνα σε πλήρη παρακμή. Όσο πιο κρίσιμη γινόταν η θέση τους, τόσο πιο επίμονα αγκιστρώνονταν από τα καθιερωμένα τους δικαιώματα για την εξασφάλιση της ταξικής τους ηγεμονίας που κινδύνευε. Έτσι, τα τελευταία χρόνια του «παλιού καθεστώτος» (Ancien Régime) σημοδεύτηκαν από μια σκληρή αριστοκρατική αντίδραση. Το 1781 με βασιλικό διάταγμα περιοριζόταν η χορήγηση του τίτλου του αξιωματικού στους υποψήφιους που μπορούσαν να αποδείξουν ότι ήταν τουλάχιστον τετάρτου βαθμού ευγενείς. Οι γαιοκτήμονες εξασφάλισαν μια νομική διάταξη που τους μεταβίβαζε ένα τμήμα της κοινοτικής περιουσίας. Μέσω διορθώσεων στα κτηματολόγια ξανάβαλαν σε ισχύ δικαιώματα που είχαν ατονήσει από καιρό και πιέζανε για την εκπλήρωσή τους.

Από την άλλη, οι ευγενεϊς άρχισαν να παίρνουν μέρος σε αστικές επιχειρήσεις και να επενδύουν στην ανθηρή βιομηχανία· άλλοι εισή- γαγαν στα κτήματά τους σύγχρονες ολλανδικές και αγγλικές γεωργικές τεχνικές. Η μεγάλη, ωστόσο, μάζα των ευγενών της υπαίθρου και της Αυλής θεωρούσε σαν μοναδική της σωτηρία την όλο και πιο σπασμωδική προσκόλληση στην ιδιαίτερη κοινωνική της θέση. Οι ευγενεϊς δεν εμφανίζονταν σαν ενιαία τάξη με πραγματική επίγνωση των συλλογικών της συμφερόντων. Οι αλαζόνες τηβεννοφόροι, οι ανοιχτοί στον κόσμο μεγαλογαιοκτήμονες (grandseig- neurs) και οι επαρχιακοί ευγενεϊς, που ονειρεύονταν μια επιστροφή «στην παλιά κατάσταση του βασιλείου», την οποία με δυσκολία θα μπορούσαν να περιγράψουν ακριβώς, μισούσαν την κυβέρνηση για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Ο ανυπόκριτα αντιδραστικός και συχνά αμόρφωτος επαρχιώτης ευγενής βρισκόταν σε αντίθεση με την απολυταρχία και τη γραφειοκρατία της. Οι ενμέρει πεφωτισμένοι αυλικοϊ ευγενεϊς επωφελούνταν από τις καταχρήσεις του καθεστώτος, του οποίου την αναμόρφωση κάποιες στιγμές υποστήριζαν, χωρίς να συναισθάνονται ότι η υλοποίησή της θα αποτελούσε τη χαριστική τους θολή. Η αυτοδιαλυμένη αριστοκρατία έκανε λίγα πράγματα, κι αυτά, όταν τα έκανε, ήταν αντιφατικά και αντίθετα προς την υπεράσπιση του συστήματος, στο οποίο βάσιζε την ύπαρξή της σαν τάξη, και μάλιστα σαν κυρίαρχη τάξη.


Ο κλήρος, που αριθμούσε γύρω στα 120.000 άτομα, απολάμβανε, σαν η πρώτη από τις κλειστές τάξεις μέσα στο κράτος, σημαντικά προνόμια, τόσο πολιτικά και νομικά, όσο και φορολογικά. Η οικονομική του ισχύς βασιζόταν στη γαιοκτησία και το φόρο της δεκάτης. Η καθολική εκκλησία ήταν εύπορη. Προπαντός στις πόλεις των επισκόπων, της ανήκαν εκτός από τα άκτιστα οικόπεδα, πολυάριθμα οικήματα και μοναστήρια. Ακόμα σημαντικότερη ήταν η κατοχή γαιών κυρίως με τη μορφή μισθωνομένων αγροκτημάτων. Όσες από αυτές τις γαίες υπάγονταν στο έδαφος της Γαλλίας, αποτελούσαν το ένα δέκατο ή και περισσότερο της συνολικής έκτασης. Ο Βολταίρος (Voltaire) υπολόγιζε τα ετήσια έσοδα απ’ αυτές γύρω στα 90 και ο υπουργός Νεκέρ (Necker) λίγο αργότερα, στα 130 εκατομμύρια λίβρες. Στο φόρο της δεκάτης υπαγόταν κάθε γαία, ακόμα και εκείνες των ευγενών και του στέμματος. Οι εισφορές συμποσούνταν κατά μέσο όρο στο ένα δέκατο τρίτο του ακαθάριστου εισοδήματος από τη συγκομιδή, πράγμα που αντιστοιχούσε σε χρηματική αξία 100-120 εκατομμυρίων, επομένως την ίδια περίπου με τα έσοδα από την κατοχή γαιών. Με τη δεκάτη, τις γαίες της εκκλησίας και των μοναστήριών ο κλήρος είχε στη διάθεσή του για πώληση ένα σημαντικό τμήμα της συγκομιδής και έβγαινε κερδισμένος από την άνοδο των τιμών, όσο και από την αύξηση του ενοικίου: επιπλέον φαίνεται ότι και η αξία της δεκάτης διπλασιάστηκε μέσα στον 18ο αιώνα. Ανάμεσα στις κλειστές τάξεις μόνο η θρησκευτική είχε να επι- δείξει ιδιαίτερη διοίκηση και δικαιοδοσία. Κάθε πέντε χρόνια γινόταν η γενική συνέλευση του κλήρου για τη συζήτηση και τη λήψη αποφάσεων πάνω σε θρησκευτικά ζητήματα και σε συμφέροντα της τάξης. Επίσης προσδιόριζε το ύψος μιας «οικειοθελούς συνεισφοράς» στις κρατικές δαπάνες. Αυτή και οι «δεκάτες», που έπρεπε να καταβληθούν από μεμονωμένα πρόσωπα του κλήρου, ήταν οι μόνες εισφορές που κατέβαλλε ο κλήρος: γύρω στα 3,5 εκατομμύρια - ένα γελοίο ποσό σε σύγκριση με τα έσοδά του. Ο κλήρος στάθηκε πιο χρήσιμος για τη μοναρχία μέσω της επιτέλεσης κάποιων δημόσιων λειτουργιών: της σύνταξης των ληξιαρχικών πράξεων για βαφτίσεις, γάμους, κηδείες, της πρόνοιας και της παιδείας.

Τα μοναχικά τάγματα (20.000 μέχρι 25.000 μοναχοί και 40.000 μοναχές) δοκιμάζανε μια διαρκή ηθική κατάπτωση. Μάταια προσπάθησε μια μοναχική επιτροπή, που ιδρύθηκε το 1766, να δρομολογήσει κάποιες μεταρρυθμίσεις. Το 1789 υπήρχαν σχεδόν χίλια μοναστήρια, τα οποία είτε υπάγονταν σε κληρικούς με μόνιμη πρόσοδο, είτε παρα- χωρούνταν αυθαίρετα από το βασιλιά. Η κακή φήμη που απόκτησαν οι μοναχοί πρέπει να αποδοθεί και στο γεγονός ότι τα έσοδα από τις μεγάλες περιουσίες τους πήγαιναν σε ήδη ερημωμένα μοναστήρια ή, ακόμα πιο συχνά, σε ηγούμενους που ούτε καν κατοικούσαν εκεί. Επίσκοποι που σκόπιμα δεν έβλεπαν τον πάσσαλο μέσα στο δικό τους μάτι, παραπονιούνταν για τη χαλάρωση της πειθαρχίας και την ακόλαστη συμπεριφορά πολλών ρασοφόρων. Ακόμα περισσότερο τους ανησυχούσε το γεγονός ότι βρίσκανε πρόσβαση μεταξύ των κληρικών των ταγμάτων κριτικές θεωρίες και πολλοί εγκατέλειπαν τα μοναστήρια. Από αυτούς θα προέλθουν, κατά ένα μέρος, η πιστή στο σύνταγμα εκκλησία της επαναστατικής εποχής και, κατά ένα άλλο μέρος, λίγα, αλλά γνήσια επαναστατικά στελέχη. Λιγότερο αισθητά ήταν τα φαινόμενα διάλυσης στα γυναικεία μοναστήρια, και η Καλόγρια του Ντιντερό (Diderot) περιγράφει μια ακραία μάλλον περίπτωση. Στην πραγματικότητα, ενώσεις γυναικείων μονών, που συγχρόνως συγκαταλέγονταν στις πιο φτωχές, συμμετείχαν στην περιποίηση των αρρώστων και στην εκπαίδευση, ενώ άλλα παρασιτικά μοναστήρια και γυναικεία ιδρύματα ήταν πάμπλουτα.

Το παράδειγμα του Ντοφινέ είναι, σχετικά μ’ αυτό, διδακτικό. Πιο έντονα απ’ ό,τι σε άλλες επαρχίες προετοιμαζόταν εδώ εκείνη η «εξέγερση των εφημέριων», η οποία, σε μια δεδομένη επαναστατική κατάσταση, θα προκαλέσει τον κατακερματισμό της Πρώτης Τάξης. Υλικές ανάγκες οδήγησαν τους εφημέριους και τους βοηθούς τους να διατυπώσουν τις εγκόσμιες απαιτήσεις τους, οι οποίες ωστόσο γρήγορα μεταφέρθηκαν σε θεολογικό επίπεδο. Το 1776 ο κατοπινός φιλοεπαναστάτης επίσκοπος της Γκρενόμπλ Ανρί Ρεμόν (Henri Reymond) δημοσίευσε ένα βιβλίο, στο οποίο μιλούσε για τα δικαιώματα του κατώτερου κλήρου, όπως θεμελιώνονταν από την πρωτοχριστιανική εκκλησία, από τις πρώτες συνόδους και τις διδασκαλίες των εκκλησιαστικών πατέρων. Το 1789 οι εφημέριοι του Ντοφινέ θα οδηγήσουν αυτές τις απόψεις μέχρι τις απώτατες λογικές τους συνέπειες και θα αναζητήσουν τη σωτηρία τους σε μια συμμαχία με την Τρίτη Τάξη. Αν και μια τέτοια στάση πολλών απλών κληρικών έδινε στηρίγματα στον ισχυρισμό του Σιεγές (Sieyés) ότι ο κλήρος αποτελεί μάλλον μια επαγγελματική ομάδα, παρά μια κλειστή τάξη, η καθολική εκκλησία σαν προνομιακό σύνολο, είχε συνδέσει το πεπρωμένο της με εκείνο της αριστοκρατίας. Αυτή, στο μέτρο που οι συνθήκες της διαβίωσής της γίνονταν όλο και πιο δύσκολες, απομονωνόταν όλο και περισσότερο: αντιμέτωπη με την άνοδο της αστικής τάξης απολιθώθηκε σε μια κάστα, που έχασε την κοινωνική της ευκινησία. Απέκλειε τους αστούς από τις ηγετικές θέσεις στην εκκλησία, το στρατό, τη δικαιοσύνη και τη διοίκηση, μέχρι τη στιγμή που δεν μπορούσε πια να δικαιολογήσει τα προνόμια και τις εύνοιες με βάση τις υπηρεσίες που προσέφερε. Τόσο η κοσμική όσο και η εκκλησιαστική αριστοκρατία αποκόπηκε από το έθνος με τη ματαιοδοξία της, με την έλλειψη μέτρου στις απαιτήσεις της και με την πεισματική της άρνηση να προσαρμοστεί και να υποταχτεί στο κοινό όφελος.

Η Τρίτη Τάξη περιλάμβανε τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού και αριθμούσε το 1789 γύρω στα 25 εκατομμύρια. Τη σημασία της τόνισε ο Σιεγές τις παραμονές της επανάστασης στην ονομαστή πραγματεία του Τι είναι η Τρίτη Τάξη; «Ποιος θα τολμούσε να ισχυριστεί ότι η Τρίτη Τάξη δεν διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία, για να σχηματίσει ένα άρτιο έθνος; Είναι ο δυνατός και ρωμαλέος άνθρωπος που το ένα του χέρι είναι ακόμα αλυσοδεμένο... Λοιπόν τι είναι η Τρίτη Τάξη; Το παν, όμως ένα παν αιχμαλωτισμένο και καταπιεσμένο. Τι θα ήτανε χωρίς την προνομιούχα τάξη; Το παν, όμως ένα παν ελεύθερο και ακμαίο. Τίποτα δεν μπορεί να γίνει χωρίς αυτήν, όλα θα πήγαιναν ασύγκριτα καλύτερα χωρίς τις άλλες τάξεις...

Η Τρίτη Τάξη περιλαμβάνει επομένως όλα όσα ανήκουν στο έθνος, και όλα όσα δεν είναι η Τρίτη Τάξη δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν τμήμα του έθνους». Αυτή η «Τρίτη Τάξη» (Tiers Etat) συνίστατο από ακτήμονες και ιδιοκτήτες: από τις εργαζόμενες τάξεις στην πόλη και στην ύπαιθρο, από τους μικροαστούς και τα συγγενικά τους ενδιάμεσα στρώματα, από την αστική τάξη. Η κοινή τους όμως αντίσταση ενάντια στους προνομιούχους και η απαίτησή τους για μικροαστική ισότητα απέναντι στο νόμο έκανε να υποχωρούν οι διαφορές τους.Μόλις όμως επιτευχθεί αυτός ο βραχυπρόθεσμος στόχος στην επανάσταση, η αλληλεγγύη της τάξης θα καταλήξει σε πάλη ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες που τη συναπαρτίζουν. Η αστική τάξη αποτελούσε την κυρίαρχη τάξη μέσα στην Τρίτη Τάξη. Αριθμητικά σαφής μειοψηφία, ακόμα και αν της αποδώσει κανείς μια μικροαστική περιφέρεια, καταλάμβανε από την άποψη της ιδιοκτησίας και της μόρφωσης, την πρώτη θέση μέσα στην κοινωνία του «παλιού καθεστώτος» μια θέση που αμφισβητούσε και αποτελούσε πρόκληση για την πρωτοκαθεδρία των προνομιούχων. Η «μπουρζουαζία των εισοδηματιών» ήταν η λιγότερο παραγωγική μερίδα της τάξης και γι’ αυτό η περισσότερο συντηρητική και ακόμα στενά συνδεδεμένη με την παλιά κατάσταση πραγμάτων. Είχε αυξήσει σταθερά την ευημερία της, που είχε διαφυλάξει με φόβο, και ο αριθμός των εισοδηματιών ανέβαινε ακατάπαυστα. Τα εισοδήματα μπορούσαν να προέρχονται από εμπορικές συναλλαγές ή να έχουν κερδηθεί με τη μορφή ομολογιών της δημόσιας υπηρεσίας δανείων, ή να προέρχονται από ενοίκια ή εκμίσθωση γαιών. Το μερίδιο της μπουρζουαζίας των εισοδηματιών σε γαιοκτησία μπορεί να υπολογιστεί στο 12-15%. Πολύ μεγαλύτερο ήταν στις παρυφές των πόλεων, επειδή η επένδυση κερδών σε ακίνητα γινόταν κατά προτίμηση κοντά στον τόπο κατοικίας. Η bourgeoisie d'affaires, ο καπιταλιστής επιχειρηματίας, ή, κατά τον ’Ανταμ Σμιθ (Adam Smith) η τάξη των «επιχειρηματιών», δεν χωριζόταν μόνο σε μεγάλη, μεσαία και μικρή: χωριζόταν ταυτόχρονα σε ομάδες που διακρίνονταν από ιστορικές και τοπικές ιδιομορφίες. Η οικονομική μπουρζουαζία των τραπεζιτών, των στρατιωτικών προμηθευτών και των ανώτατων υπαλλήλων της οικονομικής διοίκησης συνιστούσε αμέσως-αμέσως μια αριστοκρατία στο εσωτερικό της μεγαλοαστικής τάξης, η οποία αποκτούσε δεσμούς γάμου με τους εξ αίματος ευγενεις. Η κοινωνική τους ισχύς λίγο υπολειπόταν σε σχέση με τον πλούτο τους. Από τις φορολογικές αποδόσεις, με τη χορήγηση κρατικών δανείων και από τα κέρδη του θεμελιωτή, από την ίδρυση ανώνυμων εταιριών, σχημάτιζαν περιουσίες εκατομμυρίων που τους επέτρεπαν, προπάντων στο Παρίσι, να υποσκελίζουν την Αυλή και τους «γαλαζοαίματους», σαν μαικήνες της επιστήμης, της τέχνης και της λογοτεχνίας. Η εμπορική μπουρζουαζία των μεγαλεμπόρων, εφοπλιστών, τοκογλύφων και των μεσιτών του χρηματιστήριου αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στα μεγάλα λιμάνια. Πόλεις όπως το Μπορντό, η Νάντη και η Λα- ροσέλ πλούτισαν από το αποικιακό εμπόριο με τις Αντίλες, με την εισαγωγή καφέ, λουλακιού και μπαμπακιού- στην παγκόσμια αγορά ζάχαρης η Γαλλία πέρασε στην πρώτη θέση χάρη στην αύξηση της παραγωγής στον Αγιο Δομίνικο (Αϊτή). Ακόμα πιο προσοδοφόρο αποδείχτηκε το «τριγωνικό εμπόριο» μέσω της Αφρικής που εφόδιαζε με εκατοντάδες χιλιάδες σκλάβους τα νησιά των φυτειών. Η Μασσαλία είχε ειδικευτεί στο εμπόριο της λεβάντας στην οποία η Γαλλία, χάρη στις παλιές καλές της σχέσεις με την Τουρκία, είχε τα πρωτεία. Η Χάθρη εξυπηρετούσε την αυξανόμενη συναλλαγή με τη Βόρεια Αμερική. Παρά τη συγκριτικά χαμηλότερη ανάπτυξη του πιστωτικού συστήματος, από το 1716 μέχρι το 1789 το αποικιακό και εξωτερικό εμπόριο τετραπλασιάστηκε και συσσώρευσε κεφάλαια που πίεζαν για αξιοποίηση. Η αστική τάξη τα επένδυε κατά το μεγαλύτερο μέρος τους στην έγγεια ιδιοκτησία, σύμβολο κοινωνικού γοήτρου σ’ αυτή την κοινωνία, που στο σύνολό της ήταν ακόμα φεουδαρχικά προσδιορισμένη- όλο και περισσότερο όμως μετέτρεπε τα πλεονάσματά της σε χρηματοδότηση μιας σταδιακά δημιουργούμενης μεγάλης βιομηχανίας. Η μπουρζουαζία της μανιφακτούρας άρχιζε μόλις τώρα να ξεχωρίζει από το εμπορικό κεφάλαιο. Για καιρό η βιομηχανία είχε αποτελέσει παράρτημά του, όταν ο μεγαλέμπορος με το σύστημα της οικοτεχνίας εφόδιαζε τους κάτοικον εργάτες με πρώτη ύλη και παραλάμθανε απ’ αυτούς το τελικό προϊόν. Η πολύ διαδεδομένη βιοτεχνία στην ύπαιθρο, η «βιομηχανία του χωριού», απασχολούσε εκατοντάδες χιλιάδες γεωργούς για τους «εμπόρους» των πόλεων. Η καπιταλιστική μεγάλη παραγωγή που ευδοκιμούσε σε καινούργιους βιομηχανικούς κλάδους, απαιτούσε στο μεταξύ ένα δαπανηρό μηχανικό εξοπλισμό, που εξανάγκαζε σε συγκεντροποίηση. Μεγάλες επιχειρήσεις της βαριάς βιομηχανίας δημιουργήθηκαν στην πλούσια σε μεταλλεύματα Λωρραίνη και οι ευγενείς δεν είχαν αντίρρηση να ασχοληθούν μ’ αυτές. Το Κρεζό, που δημιουργήθηκε το 1787 από μια ανώνυμη εταιρία, διέθετε ατμομηχανές, άμαξες συρόμενες με άλογα πάνω σε σιδηροτροχιές, τέσσερις υψικάμινους και δύο σιδηρουργεία με εξειδίκευση στα τρυπάνια, που ήταν τα πιο σημαντικά στον κόσμο. Ο βαρόνος Ντΐτριχ (Dietrich) στο Στρασβούργο, ο «βασιλιάς του σιδήρου» της εποχής του, που μόνο τα δικά του εργοστάσια απασχολούσαν, όπως και να ’χει το πράγμα, 800 εργάτες, βρισκόταν στην κορυφή της ισχυρότερης βιομηχανικής ομάδας της Γαλλίας. Στην εξόρυξη άνθρακα η ίδρυση ανώνυμων εταιριών επέτρεπε μια ορθολογικοποΐηση της παραγωγής και τη συσσώρευση εργατικής δύναμης. Η μετοχική εταιρία που εκμεταλλευόταν τα ανθρακοφόρα κοιτάσματα του Ανζέν απασχολούσε 4.000 μισθωτούς εργάτες. Ο ρυθμός της βιομηχανικής ανάπτυξης εξελισσόταν ανισόμετρα, τόσο τοπικά όσο και στους μεμονωμένους παραγωγικούς κλάδους.

Τα επαγγέλματα της διανόησης εφόδιασαν την Τρίτη Τάξη με τους διαπρεπέστερους εκφραστές της. Τα μεσαία αξιώματα στη δικαιοσύνη και την οικονομική διαχείριση, που η κατοχή τους δεν οδηγούσε στον τίτλο του ευγενή, αποτελούσαν ένα από τα κύρια πεδία δράσης της. Τα πιο επιθυμητά, αφού ήταν συνάμα και τα πιο επικερδή, ήταν οι νομικοί επαγγελματικοί κλάδοι: εισαγγελέας, συμβολαιογράφος, δικηγόρος, γραφέας ή δικαστικός κλητήρας. Οι πλήρως εκπαιδευμένοι γιατροί ήταν σπάνιοι και δεν απολάμβαναν καμιά ιδιαίτερη φήμη, με εξαίρεση τις διασημότητες, όπως τον Τρονσιέ (Tronchier), τον Γκιλοτέν (Guillotin) ή τον Λουί (Louis). Οι μικρές πόλεις αρκούνταν τις περισσότερες φορές στο φαρμακοποιό, στον πρακτικό χειρούργο, την κομπογιαννίτισσα ή το λουτροθεραπευτή, που στα χωριά μπορούσε να ταυτίζεται με τον κουρέα, αν όχι και με τον προβατοθοσκό. Ακόμα μικρότερη σημασία έδιναν στους καθηγητές, εκτός από ορισμένους που δίδασκαν στο Collège de France της Ακαδημίας ή σε ξακουστές νομικές και ιατρικές σχολές. Το καχύ- ποπτα διαφυλαγμένο διδασκαλικό μονοπώλιο της εκκλησίας εμπόδιζε την ανάπτυξή τους. Επιπλέον οι καθηγητές δεν ήταν πολυάριθμοι και στην επανάσταση θα ξεχωρίσουν ακόμα λιγότεροι σαν κοσμικοί και θρησκευτικοί παιδαγωγοί στα σχετικά αναπτυγμένα ανώτερα σχολεία, το κολέγιο (collège) ή λύκειο (lycée). Σαν λαϊκοί δάσκαλοι δρούσαν στην πλειοψηφία τους οι δάσκαλοι της κατώτερης βαθμίδας ή ακόμα και οι απλοί «παιδαγωγοί» χωρίς επαγγελματική παιδεία. Συγγραφείς και δημοσιολόγοι, που τις περισσότερες φορές βρίσκονταν σε υλικά αβέβαιη θέση όταν έβγαζαν τα προς το ζην μόνο από τα κέρδη της πένας τους, άσκησαν ωστόσο στο Παρίσι, το επίκεντρο της επανάστασης, πριν και κατά τη διάρκειά της, αποφασιστική επίδραση στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Λιγότερης προσοχής τύχαιναν οι εικαστικοί καλλιτέχνες και μουσικοί, που ήταν συχνά εξαρτημένοι από αυλικούς και ευγενείς εντολοδότες. Σε ακόμα πιο άσχημη κατάσταση βρίσκονταν, παρά τη συμπάθεια του κοινού, οι ηθοποιοί, τους οποίους η εκκλησιαστικά διαποτισμένη προκατάληψη εξίσωνε με τους θαυματοποιούς και τους τσιγγάνους, χαρακτηρίζοντάς τους σαν «άτιμους» και πλανόδιο όχλο, έξω από το κοινωνικό σύστημα, στους οποίους, μάλιστα, παρέμενε απαγορευμένη η νομικά κατοχυρωμένη σύναψη γάμου. Οι συνθήκες ζωής των μεσαίων υπαλλήλων καθώς και των ελεύθερων επαγγελματιών δεν ήταν επομένως ενιαίες και δύσκολα μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους. Μερικοί ήταν καλά βολεμένοι και βρίσκονταν δίπλα στους τηβεννοφόρους ευγενείς, η πλειοψηφία ζούσε σε μέτριες, αλλά επαρκείς συνθήκες, ενώ άλλοι, μπορούν να χαρακτηριστούν προλετάριοι της διανόησης. Δικηγόροι που καταπιάνονταν με τη διεξαγωγή δικών αγροτών και αστών ενάντια σε επεμβάσεις της φεουδαρχικής αριστοκρατίας ή του απολυταρχικού κράτους, αποτελούσαν έναν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα ανομοιογενή στοιχεία της Τρίτης Τάξης και το 1789 θα εμφανιστούν σαν ιδεολογικοί εκφραστές και σαν η σημαντικότερη εφεδρεία σε στελέχη της αστικής επανάστασης.

Οι μικροαστοί διέθεταν κυρίως μέσα παραγωγής και κυκλοφορίας. Οι διαβαθμίσεις στις γραμμές τους ήταν, όμως, επίσης σημαντικές. Αυτό το κοινωνικό στρώμα ήταν συνδεμένο με τις αρχαϊκές μορφές οργάνωσης του λιανικού εμπορίου και της βιοτεχνίας σε συντεχνίες, ενώσεις και αδελφότητες. Κεφάλαιο και εργατική δύναμη διασκορπίζονταν σε μικρά και πολύ μικρά εργαστήρια ή μαγαζιά. Ο τρόπος δουλειάς ακολουθούσε μια πανάρχαιη ρουτίνα. Τα εργαλεία και ο εξοπλισμός ήταν πρωτόγονα. Στο μεταξύ αποδιδόταν, ακόμα, μεγάλη οικονομική σημασία στη βιοτεχνική παραγωγή των τεχνιτών και μόνο η τεχνική πρόοδος την απείλησε με μια θανάσιμη κρίση. Στα τέλη του 18ου αιώνα σιγόκαιγε ανάμεσα στους αρχιτεχνίτες μια δυσαρέσκεια. Αλλους τους ανησυχούσε η προοπτική να καταντήσουν εξαρτημένοι μισθωτοί, άλλοι φοβόντουσαν την αχαλίνωτη αύξηση των ανώτερων ανταγωνιστών τους που μπορεί να σήμαινε την καταστροφή τους, αν γκρεμίζονταν τα προστατευτικά τείχη της συντεχνίας.Γι αυτό η πλειοψηφία ήταν απρόθυμη ν’ ακολουθήσει το νόμο του λύκου μέσα στα πλαίσια μιας καπιταλιστικής διαμόρφωσης της παραγωγής. Το ότι η ύπαρξή τους είχε γίνει ανασφαλής, από τη μια, τους έκανε δεκτικούς στις επαναστατικές ιδέες. Σε αντίθεση, όμως, με την αστική τάξη, δεν αγωνίζονταν για την ελευθερία της βιοτεχνίας ή του εμπορίου, αλλά για κάποιες διοικητικές ρυθμίσεις.Ο τρόπος σκέψης τους επηρεαζόταν, κατά τα άλλα, κυρίως από το ύψος των εσόδων τους και από το μερίδιο που είχε σ’ αυτά το επιχειρηματικό κεφάλαιο ή η προσωπική εργασιακή απόδοση. Όσο πιο ψηλά ανέβαινε κανείς στην κοινωνική κλίμακα, τόσο περισσότερη βαρύτητα αποκτούσε. Οι ιδιοκτήτες μαγαζιών επίσης που πουλούσαν οι ίδιοι, πετύχαιναν με την αύξηση των τιμών υψηλότερα έσοδα, και πολλοί που είχαν πατέρα κάπελα αναρριχήθηκαν μέσω της δουλειάς του γραφέα στα ελεύθερα επαγγέλματα. Επίσης οι συντεχνιάρχες που εφόδιαζαν άμεσα την πελατεία τους, ωφελούνταν από τις διαρκείς αυξήσεις των τιμών. Αντίθετα, οι μη ανεξάρτητοι χειρώνακτες που εργάζονταν κυρίως έναντι αμοιβής, έπεσαν θύματα της ψαλίδας ανάμεσα στις τιμές και τους μισθούς. Υπέφεραν από τη γενική επιδείνωση των συνθηκών ζωής που έπληξε κατά το τέλος του παλιού καθεστώτος τις λαϊκές τάξεις των πόλεων.

Η κυρίως χειρωνακτική παραγωγή και η κυκλοφορία των αγαθών μέσω των μικρομάγοζων προκαλούσαν σχεδόν ανεπαίσθητες μετατοπίσεις από τα κατώτερα στρώματα της αστικής τάξης, μέσω της μικροαστικής τάξης, στο προλεταριάτο στο αρχικό στάδιο. Παρ’ όλα αυτά, η αριστοκρατία και η αστική τάξη χαρακτήριζαν τη μάζα που ζούσε από τη χειρωνακτική εργασία με την ίδια περιφρόνηση σαν «λαό» (peuple). Τις πραγματικές αντιθέσεις μέσα στους κόλπους της μαρτυρά η συχνά παρατιθέμενη πληροφορία της κόρης του ιακωθίνου αρχιμαραγκού Ντιπλέ, σύμφωνα με την οποία ο σπιτονοικοκύρης του Ροθεσπιέρου, που τα είχε καταφέρει να ευημερεί και νοιαζόταν για την αξιοπρέπειά του, ποτέ δεν είχε φάει στο ίδιο τραπέζι με τους «υπη- ρετούντες», δηλαδή με τους εργάτες. Στο σημείο σύνδεσης των μικροαστών με τις λαϊκές τάξεις βρισκόταν ο θιοτέχνης που δούλευε με παραγγελίες, όπως οι μεταξοϋφαντουργοί της Λυών, οι «κανούτοι» τους οποίους προμήθευε με πρώτη ύλη προς επεξεργασία ένας επίσης «καπιταλιστής» επονομαζόμενος χονδρέμπορας και αναλάμβανε την πώληση των προϊόντων τους. Ένας τέτοιος χειρώνακτας δούλευε σπίτι του και τις περισσότερες φορές με δικά του εργαλεία· συχνά τον βοηθούσαν άλλα μέλη της οικογένειας και σπανιότερα απασχολούσε ο ίδιος παραγιούς, οπότε εμφανίζεται σαν μικρός εργοδότης ή αφεντικό (patron), ενώ, από οικονομική άποψη, υπόκειται με τη σειρά του σε σχέση μισθωτού απέναντι στον έμπορο καπιταλιστή. Από εδώ και πέρα πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στους χειρώνακτες των συντεχνιών, τους εργάτες μανιφακτούρας και τους εργάτες της νεαρής τότε, μεγάλης βιομηχανίας. Στις συντεχνίες των χειρωνακτών το οικογενειακό εργαστήριο αποτελούσε ένα αυτόνομο κύτταρο παραγωγής. Από εδώ προέκυψε ένας συγκεκριμένος τύπος κοινωνικών σχέσεων. Σε πολλές βιοτεχνίες κατοικούσαν όχι μόνο οι μαθητευόμενοι, αλλά και οι παραγιοί - συνήθως ένας ή δύο - κάτω από τη στέγη του μάστορα και διατρέφονταν απ’ αυτόν. Παρέμεναν εξαρτημένοι από τον τρόπο σκέψης των μαστόρων στο βαθμό που έλπιζαν ότι και οι ίδιοι κάποτε θα έφταναν να γίνουν μάστορες. Στο βαθμό που το παλιό έθιμο άρχισε να χάνεται, προέκυψε ένας σαφέστερος διαχωρισμός ανάμεσα στο μάστορα και τους παραγιούς. Η συγκυρία επιτάχυνε την αποσύνθεση του παραδοσιακού συντεχνιακού πνεύματος, ενώ ταυτόχρονα προκαλούσε την ολοένα μεγαλύτερη αύξηση του αριθμού των παραγιών. Αυτοί τώρα δημιουργούσαν συχνά τις δικές τους αδελφότητες με κάποιον άγιο σαν προστάτη, ή ακόμα και μυστικές ενώσεις και κάποτε κατέφευγαν στο μέσο της απεργίας προκειμένου να βελτιώσουν τις συνθήκες της δουλειάς και της ζωής τους. Πολλοί γίνονταν ανεξάρτητοι χωρίς να πάρουν τον τίτλο του μάστορα, για να κερδίσουν το καθημερινό τους ψωμί σε επιχείρηση του ενός ατόμου, συχνά σαν «λαθραίοι εργάτες» (chambrelans) σ' έναν μεμονωμένο χώρο, εκτός συντεχνίας: συχνά στα προάστια (faubourgs) του Παρισιού, όπως στο Σεντ Αντουάν, όπου οι συντεχνιακοί περιορισμοί δεν ήταν τόσο αυστηροί, όσο στην πρωτεύουσα. Μερικοί κατάφεραν επιπλέον, όπως για παράδειγμα στη λεπτουργία - να περάσουν στη μικροαστική τάξη και σε μεμονωμένες περιπτώσεις και στην τάξη των επιχειρηματιών. Οι εργάτες του βασιλικού εργοστασίου ταπήτων τοίχου, πορσελάνης και καθρεφτών κατείχαν ειδικά προνόμια: οι υψηλά εξειδικευμένοι εργάτες τους δεν θεωρούνταν χειρώνακτες (artisans), αλλά καλλιτέχνες (artistes) μέσα σε επιχειρήσεις, στις οποίες επιδοτήσεις του στέμματος χάριζαν μια σχετική ανεξαρτησία από την κατάσταση της αγοράς. Οι εργάτες των καπιταλιστικών μανιφακτούρων και εργοστασίων υπερτερούσαν έναντι των συντεχνιακών χειρωνακτών στους οποίους δεν ήταν υποχρεωτικός κανένας καθορισμένος χρόνος μαθητείας. Όμως, από την άλλη, υπάγονταν στην αυστηρά ρυθμισμένη οργάνωση δουλειάς του μεγάλου εργαστηρίου και η μεγάλη εργάσιμη μέρα ήταν κατά συνέπεια γι’ αυτούς σωματικά σκληρότερη. Πολύ δύσκολα μπορούσαν να καταγγείλουν τα αφεντικά τους και είχαν ανάγκη από το πιστοποιητικό της απόλυσής τους· το 1781 καθιερώθηκε το βιβλίο εργασίας. Η σημασία των εργατών στις μανιφακτούρες που προανάγγελναν το βιομηχανικό προλεταριάτο του 19ου αιώνα ήταν ακόμα συγκριτικά ασήμαντη. Το προφανώς πολυαριθμότερο στοιχείο των λαϊκών τάξεων των πόλεων αποτελούσαν ανειδίκευτοι μισθωτοί χωρίς σίγουρο εισόδημα: μεροκαματιάρηδες, εργαζόμενοι στις μεταφορές και αχθοφόροι, αγγελιοφόροι, κηπουροί, εργάτες που δούλευαν σε χωματουργικές εργασίες και στην οδοποιία, ανειδίκευτοι βοηθοί. Σ’ αυτούς πρέπει να προστεθούν οι υπηρετούντες και οι υπηρέτες των ευγενών και της αστικής τάξης: λακέδες, αμαξάδες, μάγειροι, οι οποίοι στις «καλύτερες» συνοικίες του δυτικού Παρισιού, όπως στο υπερφεουδαρχικό προάστιο Σεν Ζερμέν, ήταν πολυάριθμοι. Στην «κακή εποχή», μετά το θερισμό, αγρότες και εργάτες γης μετακινούνταν στις πόλεις για να προσφέρουν την εργατική τους δύναμη. Πολλοί «έντιμοι φτωχοί», χήρες και ορφανά, άνεργοι, ανάπηροι και άρρωστοι, ζούσαν μέσα σε φοβερή φτώχεια. Με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο προσπαθούσαν να αποκρούσουν τα λούμπεν προλεταριακά στρώματα, τα οποία κυρίως στην πρωτεύουσα εκπροσωπούνταν πάρα πολύ έντονα: μια στρατιά από ζητιάνους, πόρνες και ο υπόκοσμος των κλεφτών και των κλεπταποδόχων που τον συμπλήρωναν μόνιμα λιποτάκτες και αλήτες. Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ήταν σαφής μια τάση εξαθλίωσης των μισθωτών εργατών. Στη χειροτεχνία δεν διαφέρουν βασικά οι συνθήκες ζωής των παραγιών από εκείνες των κυρίων τους. Το εισόδημά τους ήταν χαμηλότερο, αλλά και για τους δύο η εργάσιμη μέρα διαρκούσε από την ανατολή του ήλιου μέχρι το σούρουπο. Βέβαια η δουλειά δεν ήτανε πολύ εντατική, ο ρυθμός ήταν άνετος και ο αριθμός των αργιών μεγάλος. Το βασικό πρόβλημα των εργαζομένων ήταν η αμφίβολη αγοραστική δύναμη του μισθού. Η δυσανάλογη άνοδος των τιμώντους έπληττε με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το ύψος των αναγκαίων εξόδων τους. Επειδή οι τιμές των σιτηρών αυξάνονταν περισσότερο απ’ όλες τις υπόλοιπες, ο απλός λαός επιβαρυνόταν περισσότερο απ’ όλους. Κι αυτό γιατί ο αριθμός των παιδιών που αποκτούσε ήταν ιδιαίτερα υψηλός, αλλά και γιατί το ψωμί αποτελούσε την κύρια τροφή του. Ο Ε. Λαμπρούς (Ε. Labrousse), υπολογίζει ότι χρειαζόταν γι’ αυτό γύρω στο 50% του οικογενειακού προϋπολογισμού. To 16% αναλογούσε σε λαχανικά, φρούτα, λαρδί και κρασί, 10% σε ρουχισμό, 6% σε θέρμανση και φωτισμό. Κρέας μπορούσαν να απολαύσουν πολύ σπάνια. Ο συγγραφέας κάνει λόγο, για την περίοδο 1771-1789 σε σύγκριση με την περίοδο 1726-1741, για αύξηση του κόστους διαβίωσης κατά 45% και, μάλιστα, για τον ετήσιο μέσο όρο στην περίοδο 1785-1789 κατά 62%. Ακόμα πιο ισχυρές ήταν οι εποχιακές ταλαντεύσεις. Μετά την κακή σοδειά του 1788 εκσφενδονίστηκε τόσο πολύ στα ύψη η τιμή του ψωμιού, ώστε οι πιο φτωχοί εργάτες στην αλλαγή του χρόνου έπρεπε να ξοδέψουν το 58% και το 1789 μέχρι και το 80% του μισθού τους μόνο για ψωμί. Δεν είναι τυχαίο ότι ο χαρακτηρισμός άπορος χρησιμοποιείται κάποτε σαν συνώνυμο τόσο για τους φτωχούς όσο και για τους εργάτες.

Παρ’ όλες τις κοινωνικές διαφωνίες ανάμεσα στην αστική τάξη και τους εργαζόμενους, κυριαρχούσε η κοινή τους εχθρότητα προς την αριστοκρατία και το όψιμο απολυταρχικό κράτος. Αυτή τη βασική αντίθεση ενίσχυε το γεγονός ότι πολλοί εργάτες είχαν αγροτική καταγωγή και είχαν διατηρήσει τις σχέσεις τους με το χωριό. Αποστρέφονταν τον ευγενή για τα προνόμιά του, για την εξουσία του πάνω στη γη, για τα φεουδαρχικά δοσίματα που εισέπραττε. Ο κατώτερος λαός των πόλεων ζητούσε από το κράτος κυρίως μείωση των άμεσων φόρων και των δασμών, από τους οποίους οι διοικήσεις των πόλεων εξασφάλιζαν τα βασικά τους έσοδα, πράγμα που ευνοούσε πάλι τους πλούσιους.

Ακόμα λιγότερο απ’ ό,τι στο κέντρο, η μοναρχία είχε πετύχει μια ενιαιοποίηση της διοίκησης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Η διοικητική διαίρεση του βασιλείου από καιρό δεν βρισκόταν σε συμφωνία με τις ανάγκες του αιώνα. Ακόμα και η γραμμή των συνόρων ήταν απροσδιόριστη: Κανένας δεν ήξερε ακριβώς πού τέλειωνε η Γαλλία και πού άρχιζε η «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία». Η Ναθάρα λογαριαζόταν σαν ξεχωριστό βασίλειο, συνόεδεμένο μόνο από το 1589 και μετά με το στέμμα της Γαλλίας κάτω από τον ίδιο μονάρχη. Στη Βρετάνη, ο βασιλιάς ήταν μόνο δούκας, στην Προβηγκία κόμης. Οι επισκοπές της καθολικής εκκλησίας ανάγονταν στις ρωμαϊκές διοικητικές περιφέρειες της Γαλατίας, τα διοικητήρια ή δικαστικές περιφέρειες (bailliages στο Βορρά, séné chaussées στο Νότο) ανάγονταν στον ιδιαίτερα φεουδαρχικό 13ο αιώνα. Τον 16ο αιώνα ακολούθησε η διαίρεση σε στρατιωτικές περιφέρειες (gouvernements) και τον 17ο η οικονομικοφορολογική διαίρεση σε «δημοσιονομικές περιοχές». Και η ίδια η βασιλική διοίκηση μερικές φορές δεν ήξερε καλά-καλά πώς κατανέμονται. Η Γαλλία ήταν πατροπαράδοτα χιορισμένη σε επαρχίες ή χώρες (pays), που υπόκεινταν για πολύν καιρό στην εξουσία μιας φεουδαρχικής οικογένειας και είχαν συνηθίσει να βρίσκονται κάτω απ’ αυτή με μια καθορισμένη νομική διευθέτηση. Ήθη και έθιμα, κάποτε και η γλώσσα, καθώς και διαφορετικές παραδόσεις διατηρούσαν στη ζωή κάποιες επαρχιακές ιδιαιτερότητες. Τον 18ο αιώνα το «βρετονικό» ή «προβηγκιανό έθνος» με τους δικούς του νόμους και διαλέκτους. των οποίων ήταν αναγνωρισμένη η δημόσια χρήση, ήταν ακόμα πραγματικότητα. Στο μεταξύ, η επαρχία δεν αποτελούσε διοικητική μονάδα. Η κεντρική κυβέρνηση την αγνοούσε, όσο κι αν ο βασιλιάς. για πολιτικούς περισσότερο λόγους παρά για συνταγματικούς, λάβαινε υπόψη του τις επαρχιακές ιδιαιτερότητες.

Στην εποχή της άνθισης της φεουδαρχικής μοναρχίας, ευγενείς διοικητές δρούσαν σαν τοπικοί πληρεξούσιοι του βασιλιά. Από τότε που ο τίτλος τους μπορούσε να πουληθεί, ο ιβάιλοι και οι σενεσάλοι της Αυλής είχανε μόνο να καλέσουν στα όπλα ή να κινητοποιήσουν τους αγρότες και να συγκαλέσουν τους αντιπροσώπους των τάξεων της περιφέρειάς τους. Έτσι το 1789, οι περιοχές των βάιλων - και στο Νότο αυτές των σενεσάλων - αποτέλεσαν, ας πούμε, την εκλογική περιφέρεια.

Ο φόρος εισοδήματος και περιουσίας επιβάρυνε μόνο τους μη προνομιούχους. «Προσωπικός φόρος» στη Βόρεια Γαλλία ήταν φόρος επί του συνολικού εισοδήματος, «πραγματικός φόρος» στο Νότο ήταν φόρος επί του εισοδήματος από κατοχή ακινήτων. Αυτός ο φόρος κατανεμόταν. Ο βασιλιάς δεν καθόριζε τι ποσοστό έπρεπε να πληρώσει το μεμονωμένο άτομο. Μια φορολογική ομάδα ή κοινότητα ευθυνόταν συλλογικά για το συνολικό ποσό. Κάθε χρόνο, η κυβέρνηση όριζε αυτό το συνολικό ποσό για όλη τη Γαλλία και ο σύμβουλος των οικονομικών το κατένεμε στις δημοσιονομικές περιοχές και τις φορολογικές περιφέρειες. Σ’ αυτές ο παραπέρα καταμερισμός στις κοινότητες γινόταν μέσω ενός εκλεγμένου γραφείου. Σε κάθε κοινότητα, πάλι, εκλεγμένοι από τους φορολογούμενους «διανεμητές» όριζαν τα κατά κεφαλή ποσοστά. Η είσπραξη των φόρων στην κοινότητα γινόταν από φοροεισπράκτορες, στην υποπεριφέρεια από έναν ταμία και στη δημοσιονομική περιοχή από έναν γενικό φοροεισπράκτορα. Τον κεφαλικό φόρο (capitation) που υιοθετήθηκε οριστικά το 1701, έπρεπε αρχικά να τον καταβάλλουν όλοι οι Γάλλοι.

Τη διακυβέρνηση ασκούσε κάτω από την αυθεντία του βασιλιά μια κυβέρνηση από έναν καγκελάριο, τέσσερις γραμματείς (υπουργοί) και τον γενικό ελεγκτή των οικονομικών. Δεν διευθυνόταν από κάποιον πρωθυπουργό, αλλά αποτελούσε μια ένωση ανεξάρτητων μεταξύ τους ανώτατων κρατικών υπαλλήλων. Οι υπουργοί είχαν γραμματείες, στην κορυφή των οποίων βρίσκονταν οι «πρώτοι βοηθοί». Η ενότητα της διεύθυνσης εξασφαλιζόταν από το βασιλιά και τους συμβούλους του. Κάθε βδομάδα, μια καθορισμένη μέρα, παρουσιαζόταν κάθε υπουργός για ακρόαση. Αν η υπόθεση ήταν σημαντική, συζητιόταν προηγούμενα με τους συμβούλους, οι οποίοι μ’ αυτόν τον τρόπο κατηύθυναν την κυβέρνηση. Η εσωτερική κρατική διοίκηση περιστρεφόταν γύρω από τους τέσσερις υπουργούς· ο βασιλιάς τους μοίραζε την Πρωτοχρονιά τη Γαλλία, έτσι ώστε στον καθένα αναλογούσαν κάθε φορά κάποιες συγκεντρωμένες σ' ένα «διαμέρισμα» επαρχίες. Οι υπουργοί έπρεπε σαν διαμεσολαβητές ανάμεσα στο βασιλιά και τις επαρχίες, τις πόλεις, τα σωματεία και τις κλειστές τάξεις να διεκπεραιώνουν την αλληλογραφία ενός τέτοιου διαμερίσματος.

Ο βασιλιάς διανέμει τις θέσεις, απονέμει αξιώματα και βαθμούς. Οι πρακτικές απαιτήσεις τον έκαναν να μεταβιβάσει ένα τμήμα της εξουσίας του σε διεκπεραιωτές («πράκτορες»). Για τις ανάγκες του κράτους «του» επιβάλλει φόρους με την ισχύ του κύρους του και είναι ταυτόχρονα ο μόνος που αποφασίζει πώς θα χρησιμοποιηθούν. Είναι, τέλος, αυτός που αποφασίζει για πόλεμο και ειρήνη. Ένα από τα πα- λιότερα καθήκοντά του είναι η προστασία του βασιλείου από τον εξωτερικό εχθρό. Διευθύνει την εξωτερική πολιτική και τη διπλωματία κατά την κρίση του και είναι αρχηγός του στρατού. «Η δημόσια τάξη», όπως πληροφορείται το παρλαμέντο στο Παρίσι του 1766 από το στόμα του Λουδοβίκου 15ου, «εκπορεύεται όλη ανεξαιρέτως μόνο από Εμένα».

Πιο επικίνδυνη ήταν για το μονάρχη η πολιτική φιλοδοξία των παρλαμέντων. Σαν «φύλακες των βασικών νόμων του βασιλείου», αυτά τα υψηλά δικαστήρια επωφελούνταν από το «δικαίωμα καταχώρησης» για να βρεθούν στο προσκήνιο.Οι νόμοι που εξέδιδε ο βασιλιάς άρχιζαν να ισχύουν, αφού πρώτα ένα παρλαμέντο - τις περισσότερες φορές αυτό του Παρισιού - τους συζητούσε, εξέταζε την ορθότητά τους και ύστερα τους καταχωρούσε. Μπορούσε επίσης να απορρΐψει την καταχώρηση με βάση το «δικαίωμα αρνησικυρίας» μετά από την τεκμηρίωση των αντιρρήσεών του. Τα παρλαμέντα, σαν προμαχώνες του τρόπου σκέψης των κλειστών τάξεων, το ερμήνευαν αυτό σαν ιστορικό τους δικαίωμα και το βασίλειο σαν μια σιωπηλή, ωστόσο όχι δεσμευτική, παραχώρηση του στέμματος. Στην πραγματικότητα, οι αρμοδιότητες είχαν διαμορφωθεί σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο.

Συγγενεύοντας με τους φτωχούς χωρικούς, ένας μεγάλος αριθμός μικροαγροτών κατείχε πάρα πολύ λίγη γη για να ζήσει απ’ αυτήν. Έπρεπε να εξασφαλίζουν πρόσθετα έσοδα με μισθωτή εργασία ή με την αγροτική οικοτεχνία. Οι εκκλησιαστικοί, ευγενείς και αστοί γαιοκτήμονες, που σπάνια διαχειρίζονταν οι ίδιοι τη γη τους, την έδιναν σ’ αυτούς με μίσθωση ή έναντι κάποιου μεριδίου στη συγκομιδή. Οι κλήροι ήταν διασκορπισμένοι και τους διαθέτανε μεμονωμένα. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι εργάτες γης μπορούσαν να μισθώσουν επιπλέον ένα κομματάκι γης στον οικίσκο τους, ενώ οι μικροαγρότες συμπλήρωναν έτσι το νοικοκυριό τους. Οι εισφορές στους γαιοκτήμονες έγιναν τελικά βαθύτατα απωθητικές. Το φεουδαρχικό καθεστώς επιβάρυνε κάθε έδαφος που δεν ανήκε σε ευγενή και απ’ αυτό αντλούσε το δικαίωμα να το φορολογεί. Τα δικαιώματα των γαιοκτημόνων, πιο συγκεκριμένα, περιλαμβάνανε το αποκλειστικό δικαίωμα στο κυνήγι, το ψάρεμα και τη διατήρηση πε- ριστερώνων, διόδια σε γέφυρες και δρόμους, αγοραστικούς δασμούς, αγγαρείες και δοσίματα, όπως στο άλεσμα, το πατητήρι και το φούρνι- σμα. Αυτά τα «εμπράγματα» δικαιώματα δεν στηρίζονταν στο πρόσωπο, που μπορούσε να ανακληθεί ή να απομακρυνθεί, αλλά στη γη. Ο γαιοκτήμονας (Seigneur) διαφύλαγε νομικά την «άμεση» ανώτερη έγγεια ιδιοκτησία, στην οποία οι αγρότες είχαν μόνο το δικαίωμα χρήσης. Γι’ αυτό καταβάλλανε έναν ετήσιο φόρο σε χρήμα (cens, φόρος, απ’ όπου και οι φόρου υποτελείς γεωργοί) και ένα τμήμα από τη σοδειά τους (φόρος σε είδος, champart). Με την αλλαγή ιδιοκτησίας ο γαιοκτήμονας εισέπραττε φόρους αγοράς και κληρονομιάς. Σ’ αυτές τις νόμιμες επιβαρύνσεις πρέπει να προστεθούν αυθαιρεσίες και καταχρήσεις που αυθαίρετα ασκούσε η κυρίαρχη τάξη.

«Η ανάγκη των περιστάσεων», είχε δηλώσει ο Σεν-Ζιστ, «μας οδηγεί ίσως σε αποτελέσματα, που ούτε καν είχαμε φανταστεί. Ο πλούτος βρίσκεται στα χέρια ενός αρκετά μεγάλου αριθμού εχθρών της επανάστασης και οι ανάγκες της επιβίωσης κάνουν τον εργαζόμενο λαό να εξαρτάται από τους εχθρούς του. Μπορείτε να φανταστείτε ότι μπορεί να υπάρχει κράτος, όταν οι σχέσεις ανάμεσα στους πολίτες του έρχονται σε αντίθεση με τις μορφές διακυβέρνησης;»

Ο Εμπέρ τελείωσε με την απαρίθμηση ενός καταλόγου επιθυμιών, που ήταν καταπληκτικά άδειος από περιεχόμενο:
«Εγγυηθείτε σε όλους τους πολίτες δουλειά, εγγυηθείτε στους γέρους και τους αρρώστους ενίσχυση και για να στέψετε το έργο σας, οργανώστε αμέσως τη λαϊκή παιδεία!»

«Οι φτωχοί είναι οι ισχυροί αυτής της γης, έχουν το δικαίωμα να μιλάνε σαν αφέντες στις κυβερνήσεις που τους παραμελούν.»

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς άντλησαν μέσα από την κριτική της αφομοίωση. Ο Λένιν έγραφε: «Δεν λέγεται άδικα μεγάλη. Για την τάξη της, για εκείνη που εξυπηρετούσε, για την αστική τάξη, έκανε τόσα πολλά, ώστε ολόκληρος ο 19ος αιώνας, που έδωσε τον πολιτισμό και την κουλτούρα σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, πέρασε κάτω από το σύνθημα της γαλλικής επανάστασης».

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License