Ο Μαλατέστα και ο φασισμός, οι αναρχικοί και η δημοκρατία

Η απάντηση του Μάσιμο Ορτάλι, που δημοσιεύτηκε στο 262ο τεύχος του «Rivista Anarchica», σε ένα φοιτητή** που ζητούσε διευκρινίσεις για τη σχέση του Μαλατέστα (και γενικότερα του αναρχισμού) με το φασισμό δε με έ­χει πείσει πλήρως. Γι’ αυτό, θα ήθελα να προσθέσω κά­ποιες σκέψεις πάνω σ’ αυτήν τη σχέση, ελπίζοντας να συμβάλω σε μία συζήτηση που τη θεωρώ χρήσιμη, όχι μό­νο από ιστοριογραφικής απόψεως, αλλά επίσης, και κυ­ρίως, από απόψεως πολιτικής επικαιρότητας.

Ο Μαλατέστα και ο φασισμός, οι *


Tου Φραντσέσκο Μπέρτι

Η απάντηση του Μάσιμο Ορτάλι, που δημοσιεύτηκε στο 262ο τεύχος του «Rivista Anarchica», σε ένα φοιτητή** που ζητούσε διευκρινίσεις για τη σχέση του Μαλατέστα (και γενικότερα του αναρχισμού) με το φασισμό δε με έ­χει πείσει πλήρως. Γι’ αυτό, θα ήθελα να προσθέσω κά­ποιες σκέψεις πάνω σ’ αυτήν τη σχέση, ελπίζοντας να συμβάλω σε μία συζήτηση που τη θεωρώ χρήσιμη, όχι μό­νο από ιστοριογραφικής απόψεως, αλλά επίσης, και κυ­ρίως, από απόψεως πολιτικής επικαιρότητας.

Ο Ορτάλι γράφει ότι ο Μαλατέστα και οι Ιταλοί αναρχι­κοί δεν έθεταν στο ίδιο επίπεδο τη δημοκρατία και το φασισμό και ότι ήξεραν να συλλαμβάνουν πλήρως τις ου­σιώδεις διαφορές των δύο συστημάτων εξουσίας καθώς και τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους έπρεπε να οργανώνουν τον αγώνα τους εναντίον της αντίδρασης. Δεν αποδέχομαι αυτήν την άποψη του Ορτάλι, επειδή πιστεύω, αντίθετα, ότι ο Μαλατέστα και οι Ιταλοί αναρχι­κοί, όπως και όλο το σοσιαλιστικό κίνημα εν γένει, όχι μόνον υποτίμησαν αρχικά την επικινδυνότητα του φασι­στικού κινήματος, αλλά και δεν κατανόησαν για πολλά χρόνια την αληθινή ολοκληρωτική φύση του καθεστώτος του Μουσολίνι, από τη στιγμή που θεωρούσαν ότι δεν εί­ναι κάτι διαφορετικό, από ποιοτικής και ποσοτικής απόψεως, από οποιαδήποτε μορφή αυταρχικής κυβέρνησης τύπου Κρίσπι.

Οπωσδήποτε, για μας σήμερα το να προβαίνουμε σε κά­ποιες διακρίσεις είναι σχετικά εύκολο (γράφω σχετικά, διότι ένα μεγάλο μέρος των συντρόφων επιμένει ακόμα πεισματικά να ταυτίζει τη δημοκρατία με τα χειρότερα πολιτικά καθεστώτα), ενώ 80 χρόνια πριν ήταν πιο δύ­σκολο, αν δεν ήταν σχεδόν αδύνατο (κάποιοι ωστόσο, μεταξύ των οποίων ο Φραντσέσκο Σαβέριο Μερλίνο, εί­χαν ήδη οδηγηθεί σε καθοριστικά συμπεράσματα, πολύ πριν την άνοδο του φασισμού).

Ο Μαλατέστα στο ζήτημα της δημοκρατίας δεν ήξερε (ή ίσως δεν ήθελε) να κοιτά­ζει τόσο μακριά όσο ο Μερλίνο, ο σύντροφός του σε τό­σους αγώνες, και παρέμεινε, σ’ αυτό το ζήτημα, ένας άνθρωπος του καιρού του ή καλύτερα ένας επαναστάτης, με την μπακουνική σχεδόν έννοια του όρου, στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Ωστόσο, δεν ήταν εύκολο, το επανα­λαμβάνω, να κατανοηθούν τότε κάποιες διαφορές: η δη­μοκρατία δεν ήταν όπως αυτή που γνωρίζουμε σήμερα, με τους περιορισμούς της βέβαια αλλά με μία εξασφαλι­σμένη σχετική ελευθερία και μία διαδεδομένη ευημερία του αναπτυγμένου καπιταλισμού.

ΟΛΟΙ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΕΠΙΠΕΔΟ;

Το φιλελεύθερο ιταλικό κράτος του τέλους του 19ου και των αρχών του 20οΰ αιώνα ήταν ένα αυταρχικό κράτος, πολύ πιο ταξικό από το σημερινό, υπό την έννοια ότι η πολιτική εξουσία ήταν στην πραγματικότητα ο προστάτης μιας οικονομικής τάξης θεμελιωμένης στη διαίρεση μετα­ξύ μιας μειοψηφίας ιδιοκτητών και μιας μεγάλης πλειοψηφίας προλεταρίων και αγροτών που ζούσαν μέσα σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας και εξαθλίωσης. Μόνο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Τζολίτι προσπάθησε να μετασχηματίσει το φιλελεύθερο κράτος σε ένα φιλελεύθερο-δημοκρατικό κράτος, αλλά δεν τα κατάφερε: στα χρόνια, λοιπόν, πριν την άνοδο του φασισμού, το ιτα­λικό κράτος έμοιαζε πολύ περισσότερο με τα προγενέ­στερα φιλελεύθερα καθεστώτα παρά με τις σημερινές δημοκρατίες. Η καθιέρωση του καθολικού δικαιώματος της ψήφου για τους άνδρες και διάφορες άλλες μεταρ­ρυθμίσεις αφορούσαν σχεδόν αποκλειστικά τη θεσμική οργάνωση και δε συνέβαλαν στη σημαντική βελτίωση των υλικών συνθηκών των καταπιεσμένων τάξεων.

Από μία πλευρά λοιπόν, ήταν πολύ δύσκολο να κατανοη­θεί η διαφορά μεταξύ του αυταρχικού και του φιλελεύθε­ρου κράτους (διότι μία τέτοια διαφορά ήταν στην πράξη συχνά γελοία) καθώς και η διαφορά μεταξύ του φιλελεύ­θερου και του δημοκρατικού κράτους (διότι οι δημοκρα­τίες δεν είχαν ακόμα εδραιωθεί) – από την άλλη, η ανθρω­πότητα δεν είχε δοκιμάσει ακόμα τις χαρές του ολοκληρωτισμού, με αποτέλεσμα το να τίθενται όλα τα πολιτικά καθεστώτα πάνω στο ίδιο επίπεδο δεν ήταν κάτι το δύ­σκολο, ούτε από ηθικής ούτε από πολιτικής απόψεως.

Με την κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές στη Ρωσία, όμως, τα πράγματα άλλαξαν, και το περίφη­μο γράμμα προς τον Φάμπρι, το 1919, δείχνει ότι ο Μα­λατέστα, αψηφώντας την αντιλαϊκότητα, κατανόησε όσο λίγοι το τι επρόκειτο να συμβεί στην πρώην Τσαρική Αυτοκρατορία. Σ’ αυτό το γράμμα, καθώς και σε επόμενες παρεμβάσεις του, ο Ιταλός αναρχικός, εφαρμόζοντας και εμβαθΰνοντας τις αναλύσεις του Μπακούνιν, που έβλε­παν το μαρξισμό ως την ιδεολογία μιας καινούργιας γρα­φειοκρατικής τάξης εν ανόδω, η οποία, από τη στιγμή που θα έφτανε στην εξουσία, θα εγκαθίδρυε το χειρότε­ρο δεσποτισμό που μπορούμε να φανταστούμε, υποστή­ριξε ότι το μπολσεβίκικο καθεστώς ήταν πολύ πιο αυταρ­χικό από το φιλελεύθερο, επειδή επρόκειτο για μία «από­λυτη κυβέρνηση και χωρίς συνταγματικούς περιορι­σμούς», για «δικτατορία ενός κόμματος ή καλύτερα των η­γετών ενός κόμματος», που θα εδραίωνε «τα καινούργια συμφέροντά της» και που θα υπερασπιζόταν «εναντίον της μάζας, μία καινούργια προνομιούχα τάξη».1 Για τον Μαλατέστα, οι μπολσεβίκοι στη Ρωσσία είχαν εγκαθιδρύσει ένα πραγματικό αστυνομικό καθεστώς, όπου η α­στυνομία της καινούργιας κυβέρνησης «έφτασε και ξεπέρασε σε ελευθεροκτόνο αγριότητα και μανία την αστυνο­μία του τσαρικού καθεστώτος».2

Στην ανάλυση του μπολσεβίκικου φαινομένου, ο Ιταλός αναρχικός, λοιπόν, συνέλαβε πλήρως τη μελλοντική ανά­πτυξη της ολοκληρωτικής, ελευθεροκτόνου και αστυνομι­κής φύσης του κομμουνισμού. Το κομμουνιστικό κράτος ήταν ένα καθεστώς ποιοτικώς διαφορετικό από όλα τα προηγούμενα καθεστώτα: ποτέ μέσα στην ιστορία δεν υ­πήρξε τέτοιος συγκεντρωτισμός της πολιτικής και της οι­κονομικής εξουσίας, ποτέ κυβέρνηση δεν είχε τέτοια κυ­ριαρχία πάνω στα άτομα. Το κράτος των μπολσεβίκων ή­ταν μία δικτατορία που αρνούνταν τις «τυπικές» ελευθε­ρίες, τους συνταγματικούς κανόνες και τον καταμερισμό της εξουσίας, που ήταν τα τυπικά χαρακτηριστικά των φι­λελεύθερων κρατών και που τόσο χλευάζονταν και περιφρονούνταν από την επαναστατική αριστερά. Οι κομμου­νιστές στη Ρωσία δημιούργησαν μία μορφή κυριαρχίας που κατήργησε εκείνα τα νομικά αναχώματα που εμπόδι­ζαν την απόλυτη ανάπτυξη της κρατικής εξουσίας, τα ο­ποία ο φιλελευθερισμός και η αστική τάξη είχαν επιβά­λει στις ευρωπαϊκές μοναρχίες του 18ου και του 19ου αιώνα, προσπαθώντας να προστατεύσουν, κατά πρώτο λόγο, τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντά τους, αλλά συγχρόνως προστάτευαν ή καλύτερα έθεταν τις προϋπο­θέσεις ώστε το Κράτος να μην παραβιάζει τις θεμελιώ­δεις ελευθερίες όλων των πολιτών.

Οπωσδήποτε, τα φιλελεύθερα κράτη καταδίωκαν, φυλά­κιζαν και εξόντωναν ακόμα τους αναρχικούς και τους ε­παναστάτες, χρησιμοποιώντας συχνά ειδικούς νόμους για να υπερβαίνουν τους προαναφερόμενους περιορι­σμούς (κάτι που ορισμένες φορές συμβαίνει και σήμερα, αλλά με μορφές που δε συγκρίνονται με το παρελθόν). Σε ορισμένες χώρες, η φιλελεύθερη μορφή του κράτους ήταν μόνο μία μάσκα ενός αυταρχισμού που δεν είχε τί­ποτε σχεδόν το φιλελεύθερο, όπως ακριβώς σήμερα σε κάποιες χώρες, για παράδειγμα νοτιοαμερικάνικες, η δη­μοκρατική πρόσοψη αποτελεί το κάλυμμα ενός στρατιω­τικού ή παραστρατιωτικού καθεστώτος, μιας τέτοιας διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις, με τους λίγους να έ­χουν τα πάντα και την τεράστια πλειοψηφία να μην έχει σχεδόν τίποτε, γεγονός που καθιστά εξ αντικειμένου ε­λάχιστα σημαντικά, για να μην πούμε ψευδεπίγραφα, τα δημοκρατικά και φιλελεύθερα χαρακτηριστικά.

ΤΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΛΑΤΕΣΤΑ

Ωστόσο, η εξουσία των φιλελεύθερων κρατών και συχνά ακόμα και των δεσποτικών, όπως η Ρωσία, δεν ήταν σχε­δόν ποτέ τόσο ευρεία και τόσο διεισδυτική, ούτως ώστε να εμποδίζει πλήρως μια κάποια μορφή προπαγάνδας, α­κόμα και παράνομης, των ελευθεριακών και μια κάποια μορφή αυτονομίας της κοινωνίας των πολιτών και των α­τόμων. Εν τω μεταξύ, υπήρχαν χώρες στις οποίες οι θεμε­λιώδεις ελευθερίες είχαν εδραιωθεί από αιώνες και το φιλελεύθερο κράτος είχε μετασχηματιστεί, γρήγορα και χωρίς μεγάλους κλυδωνισμούς, σε δημοκρατικό κράτος. Η Μεγάλη Βρετανία ήταν μία από αυτές τις χώρες, και δεν ήταν τυχαίο που ακριβώς σ’ αυτήν τη χώρα είχαν βρει καταφύγιο πολλοί επαναστάτες και αναρχικοί, μεταξύ των οποίων ο Μαλατέστα και ο Κροπότκιν.

Επιστρέφοντας στον Μαλατέστα, κατά τη γνώμη μου στην ανάλυση του φασισμού υπήρξε αρκετά αντιφατικός, αν κάνουμε σύγκριση με τη στάση που κράτησε απέναντι στον μπολσεβικισμό, έτσι που χρειάζεται να σκεφτούμε βαθιά, ακόμα και σήμερα, πάνω στα σφάλματά του και πάνω σε εκείνα της γενιάς του: εκείνο που την εποχή του Μαλατέστα μπορεί να ήταν ιστορικά κατανοητό, σήμερα δεν είναι πλέον, και το ότι δεν οδηγεί σε ένα αναστοχασμό σημαίνει, πάντα κατά τη γνώμη μου, ότι καταδικαζό­μαστε σε μία στειρότητα και σε μία περιθωριακότητα, που είναι ασυγχώρητες. Είναι αλήθεια ότι ο Μαλατέστα κατανόησε, πριν από τους άλλους, ήδη κατά τη διάρκεια της κόκκινης διετίας, ότι η ήττα του κινήματος των εργα­ζομένων θα οδηγούσε την Ιταλία στην καταστροφή, ότι το κράτος και η εργοδοσία θα εξαπέλυαν εναντίον των λαϊκών τάξεων μια αντίδραση άνευ προηγουμένου.

Όταν αναπτύχθηκε η φασιστική αντίδραση, ήταν μεταξύ των πρώτων που κατήγγειλε τη σοβαρότητα της βίας των φασιστικών ομάδων, που υποστήριξε την ένοπλη αντίσταση και που αναζήτησε πλατιές συμμαχίες για να εμποδίσει τη ραγδαία εξέλιξη των γεγονότων. Προέτρεψε τα κόμ­ματα της αριστερός και τις μάζες να αντιδράσουν αποφα­σιστικά. Όταν οι φασίστες βάδιζαν προς τη Ρώμη, κατέ­βηκε στους δρόμους, στα εβδομήντα του χρόνια, για να αγωνιστεί και αυτός στα οδοφράγματα. Ο Μαλατέστα έ­κανε τελικά πολλά, πάρα πολλά. Για ποιο πράγμα, λοι­πόν, μπορούμε να τον κατηγορήσουμε; Όχι βέβαια για τη δημιουργία εκείνου του κλίματος της γενικευμένης βίας, που αυτός πολύ ξεκάθαρα επεσήμανε ως μία από τις αι­τίες που είχαν στην πραγματικότητα ευνοήσει την επιτυ­χία του φασισμού: όσο ήταν ριζοσπαστικός στις ιδέες και στους στόχους, άλλο τόσο ήταν μετριοπαθής στις στάσεις του, και δεν προέτρεπε ποτέ στη βία για τη βία. Οι αντι­φατικές σκέψεις του των τελευταίων χρόνων της ζωής του ακριβώς πάνω στο πρόβλημα της βίας είναι από τις πιο ωραίες και πιο συγκινητικές που μας έχει αφήσει, και πή­γασαν, κατά τη γνώμη μου, από ένα μακρόχρονο στοχα­σμό.

Ωστόσο, είναι σήμερα αναγκαίο να αναγνωρίσουμε ότι η απονομιμοποίηση του φιλελεύθερου κράτους, στην οποία και αυτός συνέβαλε, έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να μην αντιδράσει ο ιταλικός λαός για να υπερασπίσει τις θεμε­λιώδεις ελευθερίες που το φιλελεύθερο κράτος, καλώς ή κακώς, εξασφάλιζε. Μπορεί να εξηγηθεί μόνο με την κό­πωση που προήλθε από την αποτυχία του επαναστατικού κινήματος της κόκκινης διετίας και με την κυβερνητική προστασία και υποστήριξη που απολάμβαναν οι φασιστι­κές ομάδες η ανεπαρκής και σε ορισμένες περιπτώσεις μηδενική λαϊκή αντίδραση μπροστά στην πλημμυρίδα της φασιστικής βίας; Ειλικρινά, σκέπτομαι πως όχι, και πιστεύω ότι μία συγκε­κριμένη αναρχική προπαγάνδα, καθώς και του ίδιου του Μαλατέστα, είχε το δικό της, όχι ασήμαντο ρόλο, στην κατάρρευση των φιλελεύθερων θεσμών. Μήπως δεν επα­ναλάμβαναν επί δεκαετίες, ο Μαλατέστα και οι αναρχι­κοί, ότι οι δημοκρατικές ελευθερίες ήταν τυπικές και α­στικές και ότι οι αληθινές ελευθερίες ήταν κάτι εντελώς άλλο;

Ο Ορτάλι θεωρεί ότι ο Μαλατέστα και οι αναρχικοί εκεί­να τα χρόνια είχαν μία πολύ ξεκάθαρη αντίληψη για το μικρότερο κακό. Διαβάζοντας κάποιες σελίδες του Μα­λατέστα αποκόμισα μάλλον την αντίθετη εντύπωση. Σε έ­να άρθρο του 1922, γραμμένο λίγους μήνες πριν την Πο­ρεία προς τη Ρώμη, ο σύντροφός μας έγραφε: «Κανείς δε θα αμφισβητήσει τη ζωντανή επιθυμία μας να νικήσουμε το φασισμό και τη σταθερή βούλησή μας να συμβάλουμε, όσο μπορούμε, στο ξερίζωμα του. Αλλά δε θέλουμε να καταρρεύσει ο φασισμός για να αντικατασταθεί από κά­τι χειρότερο, και χειρότερο από το φασισμό θα ήταν η σταθεροποίηση του κράτους…. Οι φασίστες ξυλοκοπούν, πυρπολούν, σκοτώνουν, βιάζουν κάθε ελευθερία, ποδο­πατούν με τον πιο προσβλητικό τρόπο την αξιοπρέπεια των εργαζομένων. Αλλά, ειλικρινά, όλο το κακό που ο φασισμός έχει κάνει τα τελευταία δύο χρόνια και που θα κάνει για όσο καιρό οι εργαζόμενοι τον αφήνουν στη ζωή μπορεί μήπως να συγκριθεί με το κακό που το κράτος έ­χει κάνει, με την ησυχία του και νόμιμα για αμέτρητα χρόνια και που θα συνεχίσει να κάνει όσο θα υπάρχει;»3

ΤΟ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΚΑΚΟ

Επαναλαμβάνω ότι είναι πάντοτε εύκολο να κρίνουμε εκ των υστέρων και, σ’ αυτήν την περίπτωση κυρίως, χρειά­ζεται να λάβουμε υπ’ όψιν μας μία μεγάλη σειρά παραγό­ντων: στην πραγματικότητα, ο φασισμός εμφανίστηκε αρ­χικά με ένα συγκεχυμένο και ετερογενές πολιτικό πρό­γραμμα, και το κόμμα του Μουσολίνι φαινόταν να μην εί­ναι τίποτε περισσότερο από ένα κίνημα χρηματοδοτημέ­νο από την μπουρζουαζία και το κεφάλαιο για να αποκαταστήσει εκείνη την «αστική» τάξη πραγμάτων που το ερ­γατικό κίνημα είχε προσπαθήσει να ανατρέψει. Επι­πλέον, το φασιστικό κόμμα έδωσε την εντύπωση ότι δεν είναι παρά ένα άθροισμα κακοποιών και απατεώνων που θα επέστρεφαν στις θέσεις τους, αφού πρώτα θα διέσπειραν το χάος και τον τρόμο.

Ας διαβάσουμε, επί παραδείγματι, τι έγραφε ο Μαλατέστα αμέσως μετά την Πο­ρεία προς τη Ρώμη: «Εκτός από τις πόζες που θα ήθελαν να φαίνονται ναπολεόντειες, αλλά που αντίθετα δεν εί­ναι παρά οπερετικές, όταν δεν είναι ενέργειες αρχικακοποιών, εμείς πιστεύουμε ότι στο βάθος δε θα αλλάξει τί­ποτε, εκτός από ένα κάποιο διάστημα μεγαλύτερης αστυ­νομικής καταπίεσης εναντίον των εξεγερμένων και των εργαζομένων. Μία καινούργια έκδοση του Κρίσπι και του Πελού».4 Ακόμα και μετά από κάποια χρόνια που ο Μουσολίνι είχε εγκατασταθεί στην εξουσία, πολλοί (με­ταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Μαλατέστα) εκτιμούσαν ό­τι το φασιστικό καθεστώς δε θα είχε μεγάλη διάρκεια.

Ο Μαλατέστα, λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, υποτίμησε τό­σο τον Μουσολίνι όσο και το φασισμό, έστω και εάν κα­τανόησε εξαρχής ότι ανάμεσα στους φασίστες και στους κομμουνιστές οι ομοιότητες ήταν πολύ περισσότερες από τις διαφορές και ότι και τα δύο κινήματα στόχευαν στην εγκαθίδρυση ενός πολύ παρόμοιου τύπου καθεστώτος.5 Αργότερα, προς το τέλος της ζωής του, διαισθάνθηκε, αποδεικνύοντας τη βαθιά νοημοσύνη του και την πνευματική ευστροφία του, ότι ο φασισμός και ο κομμουνισμός οδηγούσαν σε έναν ανέκδοτο τύπο εξουσίας και σε ένα αρκετά παρόμοιο τύπο καθεστώτος: ένα Κράτος που χα­ρακτηρίζεται από οικονομικό συγκεντρωτισμό, με τον α­νάλογο πολιτικό απολυταρχισμό, που κατέστησαν βαθ­μιαία, κυρίως μετά τον Πόλεμο, ένα είδος καθολικού πι­στεύω.

Πρόκειται για εκείνον τον τύπο κράτους που εν συνεχεία ονομάστηκε ολοκληρωτικό – η επινόηση του ό­ρου είναι του ίδιου του Μουσολίνι- και που δε συγκαταλεγόταν, ακριβώς επειδή ήταν κάτι το πρωτοφανέρω­το, στις παραδοσιακές μορφές ταξινομήσεως της πολιτι­κής εξουσίας: κατηγορία αμφισβητήσιμη, φυσικά, από τη μαρξιστική ιστοριογραφία μέχρι προσφάτως, και που α­κόμα σήμερα απορρίπτεται από κάποιους δεινόσαυρους της μαρξιστικό-λενινιστικής εποχής.

Σχετικά τώρα με το πρόβλημα του μικρότερου κακού, δεν πιστεύω ότι οι κρίσεις του Μαλατέστα οφείλονταν μόνο σε σφάλματα εκτιμήσεως (εκτιμήσεις που αφορούσαν τη δύναμη και τη διάρκεια του φασιστικού κινήματος), και συνεπώς δε σκέπτομαι ότι πρόκειται απλώς για σφάλμα­τα τακτικής. Επαναλαμβάνω, αντιθέτως, ότι αυτά τα σφάλματα προήλθαν από την πραγματική ανικανότητα των αναρχικών και του ίδιου του Μαλατέστα να κατανο­ήσουν την αξία των δημοκρατικών και φιλελεύθερων ε­λευθεριών. Ας διαβάσουμε τα άρθρα που ο Μαλατέστα έγραψε για τη δημοκρατία, κατά τη δεκαετία του 1920. Ωπωσδήποτε, είναι πιο «εκλεπτυσμένα» από τα προηγού­μενα γραπτά του, και σε πολλές περιπτώσεις ο Ιταλός α­ναρχικός έφτασε να υποστηρίζει ότι η χειρότερη δημο­κρατία είναι προτιμότερη από την καλύτερη δικτατορία, όπως, επί παραδείγματι, υποστήριξε σε άρθρο του στις 15 Μαρτίου 1924 (στο περιοδικό «Σκέψη και Βούληση» — «Ρensiero e Volonta).

Βρισκόμαστε όμως ακριβώς στο 1924, και το γάλα είχε ήδη χυθεί. Και όχι μόνο: η συγκε­κριμένη «ομολογία» του Μαλατέστα γίνεται πάντοτε με σφιγμένα δόντια, και υπάρχει πάντοτε η τάση να θέτει στο ίδιο επίπεδο τα δύο καθεστώτα, επειδή θεωρεί τη δη­μοκρατία και τη δικτατορία σχεδόν αποκλειστικά ως «τυ­πικές» παραλλαγές της κρατικής ουσίας: εν συγκρίσει προς την αναρχία, οι διαφορές ανάμεσα στη δημοκρατία και στη δικτατορία εμφανίζονται ελάχιστα σημαντικές, και του φαίνονται κυριολεκτικά ως παρεκκλίσεις από το σωστό δρόμο. Ας διαβάσουμε, πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, το άρθρο που έγραψε ο Μαλατέστα στις 6 Μάίου του 1926 στο περιοδικό «Σκέψη και Βούληση» και ας σκεφτούμε με προσοχή πάνω στο επόμενο απόσπασμα: «Θα μπορούσα να μακρηγορήσω για να δείξω, αντλώντας λο­γικά επιχειρήματα από τα σύγχρονα γεγονότα, ότι δεν εί­ναι καθόλου αληθινό πως οι διαταγές μιας κυβέρνησης μπορεί να είναι διαταγές της πλειοψηφίας και ότι στην πραγματικότητα κάθε «δημοκρατία» ήταν, είναι και θα εί­ναι μία «ολιγαρχία», μία κυβέρνηση των λίγων, μία δικτα­τορία».6 Η δημοκρατία λοιπόν εξομοιώνεται ουσιαστικά από τον Μαλατέστα, ακόμα και το 1926, με τη δικτατορία.

ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΟ ΚΑΛΟ

Δε θα εξετάσουμε την απόρριψη από τον Μαλατέστα και από τους αναρχικούς του καιρού του (και ακόμα από ένα μεγάλο τμήμα των σημερινών αναρχικών) της αρχής της πλειοψηφίας ως ρυθμιστικού κριτηρίου των πολιτικών α­ποφάσεων, στο όνομα της αρχής της «ελεύθερης συναίνεσης», που δύκολα μπορεί να εφαρμοστεί σε ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας ζωής, ακόμα και σε μία ελευθεριακή κοινωνία, όπως είχε ήδη δείξει ο Μερλίνο στην περίφη­μη πολεμική του με τον Μαλατέστα.

Θα περιοριστούμε στην εξέταση της ανάλυσης του Μα­λατέστα για τη σχέση δημοκρατίας και δικτατορίας. Πώς θα μπορούσε ο Μαλατέστα να υποστηρίξει ότι, πέρα από το αναμφισβήτητο γεγονός πως ακόμα και σε ένα δημο­κρατικό καθεστώς είναι οι μειοψηφίες που αποφασίζουν, η δημοκρατία είναι καλύτερη απο τη δικτατορία, από μία ελευθεριακή οπτική γωνία; Κατά την άποψή μου, αυτός θα μπορούσε να σκεφτεί τη δημοκρατία και τη δικτατορία όχι σε σχέση με το απόλυ­το καλό (η αναρχία), αλλά σε σχέση με το σχετικό καλό (η ουσιαστική και πραγματική ελευθερία καθίσταται δυ­νατή μέσα από τη θεσμική και «τυπική» ελευθερία): είναι από αυτήν την άποψη που πραγματικά τόσο η δημοκρα­τία και η δικτατορία όσο και η δημοκρατία και ο ολοκλη­ρωτισμός διαφοροποιούνται ριζικά.

Η δημοκρατία και η δικτατορία διαφοροποιούνται πραγ­ματικά όχι μόνον εξαιτίας των μηχανισμών με τους οποί­ους επιλέγονται οι διευθυντικές ελίτ, αλλά κυρίως εξαιτί­ας των θεμελιωδών ελευθεριών που απολαμβάνουν οι πολίτες, διότι η ελευθερία που ζωογονεί την κοινωνία των πολιτών υπάρχει, και είναι δυνατή ακριβώς στο βαθ­μό που στην εξουσία του κράτους τίθενται σαφείς περιο­ρισμοί. Ας συγκρίνουμε, από την οπτική γωνία της ελευ­θερίας των ατόμων και της κοινωνίας, τη δικτατορία, το ολοκληρωτικό Κράτος και τη δημοκρατία.

Στην περίπτω­ση της δικτατορίας, η ελευθερία, τόσο της κοινωνίας όσο και του ατόμου, είναι ελάχιστη· στην περίπτωση του ολο­κληρωτικού Κράτους, και η μία και η άλλη είναι ανύπαρ­κτες, διότι η πολιτική εξουσία απορροφά πλήρως την κοι­νωνία και ναρκώνει τα άτομα, όχι μόνο επιβάλλοντας την πειθαρχία των σωμάτων, αλλά απαιτώντας και την προ­σχώρηση των συνειδήσεων στην περίπτωση των δημο­κρατιών, η ελευθερία της κοινωνίας των πολιτών και των ατόμων που την αποτελούν είναι εν γένει μεγάλη, έστω και αν όχι πάντα και όχι για όλους. Χρειάζεται λοιπόν να ενεργούμε για να την ενισχύουμε και να τη διευρύνουμε και όχι να την πολεμάμε ως μία φενάκη. Όπως έγραψε ο Πιερ Κάρλο Μασίνι: «Ένα πράγμα είναι να καταγγέλ­λουμε τις ψευδαισθήσεις της δημοκρατίας· άλλο πράγμα είναι να καταδικάζουμε τη δημοκρατία ως ψευδαίσθηση».7

ΕΝΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΕΧΘΡΙΚΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Πιστεύω ότι ο Μαλατέστα και γενικότερα ο αναρχισμός εκείνης της ιστορικής περιόδου, εξαιτίας μιας ολόκληρης σειράς λόγων που μόνο εν μέρει έχω θίξει, πολέμησε τη δημοκρατία ως μία ψευδαίσθηση και ότι αυτή η προπα­γάνδα ευνόησε, μαζί με μία σειρά άλλων παραγόντων, ασφαλώς πιο σημαντικών και αποφασιστικών, την εγκα­θίδρυση του φασισμού. Όπως ήδη έχω γράψει, ο Μαλα­τέστα δεν μπόρεσε, εξαιτίας των ξεκάθαρων αντεπαναστατικών επιπτώσεων που η εφαρμογή αυτής της αρχής συνεπαγόταν στο πολιτικό επίπεδο, να ακολουθήσει μέ­χρι τέλους το μεθοδολογικό κριτήριο που ο ίδιος επεξερ­γάστηκε τη διάκριση ανάμεσα στην κρίση των γεγονό­των και στην κρίση των αξιών.

Αυτός πράγματι είχε ε­φαρμόσει αυτό το μεθοδολογικό κριτήριο στο πεδίο της επαναστατικής πολιτικής, συλλαμβάνοντας την επανά­σταση ως μία βίαιη δράση, με την οποία ένα ευρύ προο­δευτικό μέτωπο, μέσα στο οποίο οι αναρχικοί θα έπρεπε να αποτελούν το πιο προχωρημένο τμήμα, θα ανέτρεπε το αστικό Κράτος και θα εγκαθίδρυε όχι την αναρχία, που δεν είναι ποτέ δυνατό να επιβληθεί με τη βία, αλλά ένα καθεστώς πιο ελεύθερο, το οποίο θα καταργούσε το Κράτος και το σύστημα της καπιταλιστικής παραγωγής: σ’ αυτό το έδαφος της ουδέτερης ελευθερίας, ο καθένας θα μπορούσε, σύμφωνα με τον Μαλατέστα, να πειραμα­τίζεται με κοινωνικές και οικονομικές μορφές που θα τις θεωρούσε ως τις πιο κατάλληλες, χωρίς φυσικά να περιο­ρίζει την ίση ελευθερία των άλλων να πράττουν αναλόγως.

Εν ολίγοις, ο Μαλατέστα είχε κατανοήσει ότι η ελευθε­ρία, ιστορικά και πολιτικά, προηγείται της αναρχίας και ότι μπορούμε να αποβλέπουμε στο «απόλυτο» μόνο εάν προηγουμένως πραγματοποιήσουμε το «σχετικό». Ωστό­σο, αυτός παρέμεινε ένας επαναστάτης βαθύτατα εχθρι­κός προς την «αστική δημοκρατία», και θεωρούσε μέχρι τέλους ότι η δημοκρατία δεν μπορούσε να δημιουργήσει εκείνο το ουδέτερο έδαφος της ελευθερίας, εκείνο το χώ­ρο του ελεύθερου πειραματισμού, που θα έπρεπε, αντιθέτως, να τον δημιουργήσουν οι μάζες με την εξέγερση. Βέβαια, κάποιες σκέψεις του μπορούν να μας κάνουν να σκεφτούμε ότι ίσως να υπήρξε μία εξέλιξη στη σκέψη του προς την κατεύθυνση να θεωρήσει τη δημοκρατία όχι μό­νον ως το χειρότερο κακό αλλά και ως το σχετικό καλό, από το οποίο είναι δυνατό να αρχίσει το έργο της δη­μιουργίας μιας ελεύθερης κοινωνίας.8 Αλλά … ας σταμα­τήσουμε εδώ. Δε θα ήταν πράγματι ούτε χρήσιμο ούτε σωστό να ερμηνεύσουμε τη σκέψη του Μαλατέστα και να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι θα έλεγε και τι θα έ­κανε.

Ο Μαλατέστα έζησε εκατό χρόνια πριν, και εγώ σκέπτομαι ότι, αναφορικά με το ζήτημα της δημοκρατίας, χωρίς να μετατραπούμε σε υποστηριχτές της διαδικασίας των ε­κλογών και χωρίς να αποκηρύξουμε την ιδέα της δη­μιουργίας μιας ελεύθερης κοινωνίας που θα προέλθει κυρίως έξω από τους κρατικούς θεσμούς, μπορούμε και οφείλουμε να πάμε πέρα από τις απόψεις του Μαλατέστα. Άλλωστε, κάποιοι σύντροφοί μας, κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια, το έχουν ήδη κάνει: δεν γράφω λοιπόν τίποτε το πολύ καινούργιο ή το πολύ ετερόδοξο.9

ΝΑ ΕΝΔΥΝΑΜΩΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ

Πιστεύω ότι ο καλύτερος σεβασμός που μπορούμε να α­ποδώσουμε στις ιδέες του Μαλατέστα —όπως και στις ι­δέες του αναρχισμού εν γένει— συνίσταται στην ανάπτυ­ξη των καλύτερων διαισθήσεων του, παραμένοντας πι­στοί στο πνεύμα του με το να εφαρμόσουμε τη μέθοδό του —που μου φαίνεται μέχρι τώρα η καλύτερη μεταξύ των όσων υπάρχουν— στη σημερινή πραγματικότητα. Το να είμαστε Μαλατεστικοί, υπό την έννοια να επαναλαμ­βάνουμε όσα έχει πει ο Μαλατέστα μέσα σε ιστορικές συνθήκες πολύ διαφορετικές από τις σημερινές, μπορεί πράγματι να οδηγήσει στο θάνατο της σκέψης του, εάν δεν οδηγήσει στο χειρότερο που είναι η γελοιοποίηση του- αντιθέτως, πιστεύω ότι εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι να δώσουμε ζωή στη διδασκαλία του μέσα σε μία μορφή που να μπορεί να ευδοκιμήσει στο παρόν.

Πιστεύω, τέλος, ότι η δημοκρατία με όλους τους περιορι­σμούς και τα ελαττώματά της – και κάθε κοινωνία, ακό­μα και η πιο ελεύθερη και η πιο ίση, ακόμα και η ελευθεριακή, θα έχει περιορισμούς και ελαττώματα, διότι η ε­λευθερία, που πραγματώνεται ιστορικά, δεν μπορεί πα­ρά είναι πάντοτε, όπως καθετί το ζωντανό, σχετική, συγκρουσιακή, πλουραλιστική – μπορεί να θεωρείται ότι βρίσκεται πολύ κοντά σ’ εκείνο το έδαφος της «ουδέτε­ρης» ελευθερίας, που, σύμφωνα με τον Μαλατέστα, έπρε­πε να αποτελεί το σημείο εκκινήσεως για την ίδια την πο­ρεία της κοινωνίας προς την αναρχία. Η δημοκρατία, για έναν αναρχικό, δεν μπορεί να είναι φυσικά ο σκοπός. Μπορεί να αποτελεί, εκλαϊκευτικά, το χώρο για τη συνά­ντηση και τη σύγκρουση των ιδεών, για την αγορά των ε­λεύθερων επιλογών, όπου η καθεμία προσπαθεί να «κερ­δίσει τη μάχη», χωρίς επιβολή και χωρίς βία.

Επίσης, υπό το φως των ολοκληρωτικών εμπειριών του 20ου αιώνα, πιστεύω ότι ο καλύτερος τρόπος για να φτά­σουμε σε μία κοινωνία χωρίς Κράτος και χωρίς τάξεις — στόχος που θεωρώ ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί ιστορικά με την κυριολεκτική και απόλυτη έννοια του όρου, διότι το απόλυτο δεν μπορεί ποτέ να πραγματοποιηθεί στην ανθρώπινη ιστορία— συνίσταται στο να ενδυναμώσουμε και να διευρύνουμε τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα δικαιώματα του ατόμου, τόσο στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο όσο και στο οικονομικό, ένα πεδίο που απειλείται τρομερά από μία οικονομική και χρηματιστηριακή ολι­γαρχία που πάντοτε θέλει να είναι αποδεσμευμένη από κάθε πολιτικό έλεγχο (και αυτό είναι φυσικά μία μορφή εξουσιασμού που δεν πρέπει να υποτιμάται, όπως έχει σωστά υπενθυμίσει ο Μάσιμο Ορτάλι και όπως η πολιτι­κή επικαιρότητα μάς υπενθυμίζει συνεχώς).

Να ενδυνα­μώνουμε τις ελευθερίες και τις κοινοτικές αυτονομίες, να ελέγχουμε ακόμα περισσότερο και ακόμα καλύτερα την άσκηση της εξουσίας, να αγωνιζόμαστε για την αποκέντρωση της και για τη δημιουργία μιας όσο το δυνατόν περισσότερο άμεσης δημοκρατίας προς αντικατάσταση της σημερινής μορφής της αντιπροσωπευτικής δημοκρα­τίας· να αγωνιζόμαστε ώστε να γίνονται σεβαστά και να διευρύνονται τα δικαιώματα των εργαζομένων και των καταναλωτών σε κάθε μέρος του κόσμου, να αγωνιζόμα­στε ώστε η δημοκρατία να αρχίζει να εφαρμόζεται ακό­μα και στο οικονομικό πεδίο, από το οποίο, προκειμένου να ικανοποιούνται οι τάξεις των επιχειρηματιών, πάντο­τε απωθήθηκε· να διευρύνουμε τα δικαιώματα των πολι­τών και τα πολιτικά δικαιώματα που δεν τα απολαμβά­νουν, όπως οι μετανάστες, να υπερασπιζόμαστε πάντοτε και σε κάθε περίπτωση τις θεμελιώδεις ελευθερίες των ατόμων, όλων των ατόμων, ανεξαρτήτως χρώματος του δέρματος, φυλής, θρησκείας, πολιτικών ιδεών.

Αυτοί και πολλοί άλλοι είναι, κατά τη γνώμη μου, οι αγώ­νες που εμείς οι αναρχικοί πρέπει να αναπτύξουμε σήμε­ρα – και εν μέρει, στο μέτρο των δυνάμεών μας, τους έ­χουμε ήδη αναπτύξει – , προκειμένου να κατευθυνθούμε προς τη δημιουργία μιας βιώσιμης αναρχίας, που δεν εί­ναι, κατά τη γνώμη μου, τίποτε άλλο από μία ελευθεριακή μορφή δημοκρατίας. Να συμβάλλουμε ώστε η δημο­κρατία να προχωρήσει προς την αναρχία και όχι να προ­σπαθούμε να την κατεδαφίσουμε. Όπως έχει υποστηρί­ξει ο Μάρτιν Μπούμπερ, και πριν από αυτόν ο Γκουστάβ Λαντάουερ, το Κράτος αφανίζεται τη στιγμή κατά την ο­ποία οι άνθρωποι δημιουργούν ανάμεσά τους άλλους τύ­πους σχέσεων, διαφορετικούς από τους κρατικούς.

Είναι αναγκαίο, λοιπόν, να αγωνιζόμαστε πρωτίστως για να δημιουργούν οι άνθρωποι ανάμεσά τους ελευθεριακές σχέσεις και για να απελευθερώνουν το μυαλό και τη δραστηριότητά τους από το Κράτος: η υπέρβαση του Κρά­τους, υπό την έννοια μιας προοδευτικής κατεύθυνσης της κοινωνίας προς την αναρχία, θα καταστεί δυνατή μόνον όταν η πολιτική κοινωνία θα είναι πολύ ισχυρή, βαθιά διαρθρωμένη κοινοτιστικά, πολύ ώριμη δημοκρατικά, ώ­στε να μπορεί να υπάρχει χωρίς την παρουσία μιας συ­γκεντρωτικής και ιεραρχικής πολιτικής εξουσίας. Διαφο­ρετικά, η επανάσταση δε θα είναι παρά ένα επικίνδυνο σάλτο στο κενό, που θα εμπεριείχε τον κίνδυνο να οδη­γήσει προς τα πίσω την κοινωνία, εδώθεν, αντί να την ο­δηγήσει εκείθεν, της δημοκρατίας, όπως έχει γράψει ο Αμεντέο Μπέρτολο και όπως όλοι θέλουμε.10

*********************************************

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ OSCAR GREGO

Αγαπητέ Μάσιμο Ορτάλι,

είμαι ο Όσκαρ Γκρέκο, φοιτητής της σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Καλαβρίας και αναγνώστης από καιρό της «Rivista Anarchica», και θα ήθελα την άποψή σου για το βιβλίο «II Βuon Senso Della Rivoluzione» (επι­μέλεια του Τζιαμπιέτρο Νίκο Μπέρτι), όπου είναι συγκεντρωμένα πολλά άρθρα του Ερρίκο Μαλατέστα.

Στην Εισαγωγή παρουσιάζεται η μορφή του Μαλατέστα, προσελκύοντας την προσοχή μας πάνω στη σπουδαιότητα που προσέλαβε ο Καζερτάνος αναρχικός μέσα στο ε­θνικό πανόραμα. Η ανάλυση του Μπέρτι είναι αναμφί­βολος αξιόλογη, αλλά επίτρεψέ μου να διαφωνήσω σε έ­να μόνο σημείο. Ο Μπέρτι υποστηρίζει ότι ο Μαλατέστα, όπως επίσης και όλοι οι αναρχικοί, δεν αναγνωρίζει το «μικρότερο κακό». Ο Μπέρτι υποστηρίζει ότι αυτή η το­ποθέτηση μπορεί να εξακριβωθεί στη στάση του Μαλα­τέστα απέναντι στο φασισμό, ο οποίος, πράγματι, θεω­ρούσε τη δημοκρατία και το φασισμό, χρησιμοποιώντας το ίδιο κριτήριο, ως δύο μορφές του εξουσιασμού, καταλήγοντας έτσι να υποτιμά το πρόγραμμα του Μουσολίνι. Επιπροσθέτως, υποστηρίζει ότι ο Μαλατέστα εφαρμόζει στο φασισμό μία ερμηνεία «κλασικά σοσιαλιστική, χωρίς να συλλαμβάνει την αντιδραστική φύση του».

Δε βρίσκω πειστική τη θέση του Μπέρτι και θυμάμαι ότι ακόμα και ένας πολιτικός όπως ο κόμης Σφόρτσα, μην έ­χοντας φυσικά καθόλου ελευθεριακές ιδέες, χαρακτηρί­ζοντας τον Μαλατέστα έναν «εξαίρετο πολιτικό», είχε επισημάνει το γεγονός ότι ο Καζερτάνος υπήρξε ο πρώτος που προσδιόρισε το φασισμό ως απάντηση των αφεντι­κών της βιομηχανίας και της γαιοκτησίας στην «κόκκινη διετία» και στους φόβους που αυτή η «διετία» είχε προξε­νήσει στις κυρίαρχες τάξεις της χώρας.

Θα ήθελα τη γνώμη σου πάνω σε αυτό το ζήτημα.

Με ελευθεριακούς χαιρετισμούς

‘Οσκαρ Γκρέκο.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΣΙΜΟ ΟΡΤΑΛΙ

Αγαπητέ Ορέστη,

το πρόβλημα που θέτεις στην επιστολή σου έχει να κάνει με ένα από τα κεντρικά προβλήματα της αναρχικής δρά­σης, και γι’ αυτό θα άξιζε ένα βαθύτερο και ευρύτερο αναστοχασμό από αυτόν που θα προσπαθήσω να παρου­σιάσω εδώ σε εσένα και στους αναγνώστες της «Rivista Anarchica «.

Ο Νίκο Μπέρτι επισημαίνει σωστά την ιδιαιτερότητα της διάκρισης που υπάρχει στην κοινωνική ανάλυση του Μα­λατέστα μεταξύ ενός ηθικού επιπέδου —δηλαδή της α­ναρχίας ως ενός έσχατου και αναλλοίωτου στόχου — και ενός πολιτικού επιπέδου —δηλαδή εκείνου που σε μία α­ναπτυγμένη κοινωνία, επί παραδείγματι, εκφράζεται διαμέσου των κανόνων του δημοκρατικού συστήματος: το λεγόμενο «μικρότερο κακό», όπως το χαρακτηρίζει ο Μπέρτι, και που ακόμα σήμερα είμαστε συνηθισμένοι να το αντιμετωπίζουμε στην πρακτική της αγωνιστικής πα­ρέμβασης.

Επίσης, σωστά ο Μπέρτι παρατηρεί ότι ο Μαλατέστα πο­τέ δεν παραλείπει να θέτει στο κέντρο της σκέψης του αυτήν τη διάκριση, και συγχρόνως ασχολείται συνεχώς με την προτεραιότητα της ηθικής πλευράς της επαναστα­τικής κοινωνικής δράσης και με τη συνεπή, απόλυτη, α­φοσίωση σ’ αυτήν.

Όπως είπα, το πρόβλημα της αναφοράς μας στο «μικρό­τερο κακό» επαναπροβάλλεται συνεχώς, και γι’ αυτό εί­μαστε υποχρεωμένοι να διερωτόμαστε επανειλημμένα ε­άν είναι αποδεκτή μία περιπτωσιακή παραβίαση των αυ­στηρών ιδεολογικών αντιλήψεων ή εάν, αντιθέτως, οφεί­λουμε να επιβεβαιώνουμε τη βαθιά προσκόλλησή μας σε αυτές, χωρίς να τις αναστοχαζόμαστε σε σχέση με την πραγματικότητα. Η ιστορία μάς έχει θέσει μπροστά σε αυτό το δίλημμα σε περιόδους μεγαλύτερης ή μικρότερης δραματικότητας, αλλά το ασυμβίβαστο των επιλογών τέ­θηκε πάντοτε με τον ίδιο δραστικό τρόπο. Στην Ισπανία του 1936, επί παραδείγματι, είχαμε να επιλέξουμε στην αρχή εάν θα συμμετάσχουμε στις εκλογές (χωρίς να είναι αναγκαίο να κάνουμε εκλογικό αγώνα) και εν συνεχεία εάν θα συμετάσχουμε σε μία επαναστατική κυβέρνηση. Ενώ σε μία πιο πρόσφατη χρονική περίοδο, αντιμετωπί­σαμε το ζήτημα εάν, προκειμένου να προσλάβει μία με­γαλύτερη διεισδυτικότητα η ηθική και κοινωνική αντίθε­σή μας στον πόλεμο στο Κόσοβο, θα ήταν αποδεκτή μία τακτική και προσωρινή συμμαχία με κινήματα των Καθο­λικών που βρίσκονταν πιο κοντά στις δικές μας αντιμιλιταριστικές απόψεις. Το ίδιο ζήτημα έχει παρατηρηθεί πολλές φορές με τις πολυάριθμες επιτροπές πολιτών στις οποίες έχουν συμμετάσχει πολλές αναρχικές ομάδες.

Η σχέση μας με το «μικρότερο κακό», όπως βλέπουμε, εί­ναι κάτι το συνεχές, διότι είναι σπάνιες οι στιγμές στις ο­ποίες είναι δυνατή μία καθαρή ρήξη με την υπάρχουσα κατάσταση και μία πράξη καθαρά αναρχική, μόνον ηθι­κή, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Μπέρτι, και ό­χι πολιτική. Να γιατί θεωρώ εξ ολοκλήρου κατάλληλη την ανάλυση του Μπέρτι, σύμφωνα με την οποία οι αναρχι­κοί — και ο Μαλατέστα πρώτος— οδηγούνται «εκ φύσεως» στην υποτίμηση της σπουδαιότητας του πολιτικού ρε­αλισμού και στην αναγκαιότητα να αναλογίζονται τις δι­κές τους δυνάμεις και πεποιθήσεις με βάση τις περιστά­σεις του καθημερινού αγώνα.

Νομίζω ότι μέσα στα γεγονότα, ιστορικά, η αντίληψη του «μικρότερου κακού» δε θεωρήθηκε ποτέ με αφηρημένους όρους, αλλά μάλλον αντιμετωπίστηκε με εμπειρικό τρό­πο, συλλαμβάνοντας, σε κάθε περίπτωση, τη σημασία της και την ιδιαιτερότητά της. Χωρίς να θέλω να αποδώσω στους αναρχικούς και στον Μαλατέστα μακιαβελισμό, και από την άποψη της εντιμότητας τίποτε δε θα ήταν πιο άδικο, ακόμα και εμείς ωστόσο, μπροστά σε καταστάσεις που επιβάλλουν σύνθετες επιλογές σε επίπεδο συνοχής, θέτουμε το ζήτημα της συμβίωσης με μία πραγματικότη­τα που απαρνείται τη δική μας διαδρομή.

Παραμένοντας στα παραδείγματα, είναι αναμφίβολο ότι όλα όσα προέρχονται από το Κράτος δεν μπορούμε να τα θέλουμε, ωστόσο δεν μπορούμε να αγνοούμε ότι, στη ση­μερινή κατάσταση, χωρίς μία επαναστατική ώθηση εν δράσει, μόνο η ύπαρξη των κοινωνικών αντιστάσεων μπορεί να μετριάσει τις πιο καταστροφικές πλευρές της άγριας φιλελευθεροποίησης που επιβάλλεται από τα άκρως επιθετικά αφεντικά. Προφανώς, αυτό δεν αναιρεί ούτε κατ’ ελάχιστον την αναγκαιότητα του δικού μας αντικρατικού αγώνα, όπως επίσης δεν αναιρεί τη βασιμότητα της ανάλυσης που βλέπει τον κρατικό μηχανισμό ως τον κύριο εγγυητή των καπιταλιστικών συμφερόντων. Εί­ναι ωστόσο εμφανές ότι, ταυτοχρόνως, υπάρχει μία αντί­φαση μεταξύ του κράτους και του κεφαλαίου και ότι υ­πάρχουν πραγματικές διαφορές ανάμεσα στους ρόλους τους: το κράτος είναι ακόμα υποχρεωμένο να προστα­τεύει κάποιες κοινωνικές ανάγκες, που η μη ικανοποίησή τους θα απειλούσε τη συναίνεση. Το κεφάλαιο στοχεύει στην αύξηση των κερδών και στην ελεύθερη δραστηριό­τητα, χωρίς να ανησυχεί για τις συνέπειες.

Ετσι λοιπόν, παραμένοντας για μας και τα δυό, κράτος και κεφάλαιο, απόλυτοι εχθροί, με τους οποίους είναι αδύνατη μία ο­ποιαδήποτε μορφή σχέσης, είναι μία πραγματικότητα το ότι η δική μας ανατρεπτική δράση μπορεί να αναπτυχθεί στο εσωτερικό αυτών των αντιφάσεων, με τη δική μας ι­διαιτερότητα, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Παραμένο­ντας σταθεροί σε μία αυστηρή ανάλυση που δεν μας ε­μποδίζει να διακρίνουμε την αληθινή φύση των πραγμά­των και την αντιδραστική ή συντηρητική ουσία τους, υ­πάρχει πάντοτε μία θεώρηση που μας υποχρεώνει, αντι­κειμενικά, να συλλαμβάνουμε τις διακρίσεις και να εκτι­μούμε στην πληρότητά τους τις αντικειμενικές διαφορές. Περνώντας τώρα στον τρόπο που ο Μαλατέστα και οι α­ναρχικοί του καιρού του ανέγνωσαν το φασιστικό φαινό­μενο, δε νομίζω ότι μπορούμε να ισχυριστούμε ότι έθε­σαν στο ίδιο επίπεδο το φασισμό και την αδύναμη δημο­κρατία των Τζολίτι, Νίτι και Τουράτι.

Σύμφωνα με τον Μπέρτι, αντιθέτως, το σφάλμα του Μαλατέστα συνίστατο ακριβώς στο ότι δεν προχώρησε στη σχέση του φασισμού και της δημοκρατίας αναμεταξύ τους, εμμένοντας να τις συσχετίζει απλώς με την αναρχία, χάνοντας έτσι τη δυνα­τότητα να φτάσει σε μία βαθύτερη ανάλυση. Εάν αναμφιβόλως στην αναρχική ανάλυση συλλαμβάνεται και κα­ταγγέλλεται με την ίδια διαύγεια η εξουσιαστική και ανε­λεύθερη φύση που χαρακτηρίζει αμφότερα τα συστήματα (όπως επί παραδείγματι η εξουσία της πλειοψηφίας επί της μειοψηφίας) και ως εκ τούτου συλλαμβάνεται η τερά­στια απόστασή τους από κάθε ελευθεριακή υπόθεση, ω­στόσο μέσα στα γεγονότα, μέσα στη συγκεκριμένη πραγ­ματικότητα του αγώνα, η αντίδραση του Μαλατέστα και των συντρόφων μας απέναντι στο φασισμό και η ξεκάθα­ρη απόρριψη κάθε μορφής συμβιβασμού υπήρξαν πολύ περισσότερο αποφασισιστικές και δραματικές απ’ ό,τι υ­πήρξαν απέναντι στο δημοκρατικό σύστημα.

Ακόμα και όταν αυτό το τελευταίο εκπροσωπούνταν από ξεκάθα­ρους αντιδραστικούς, όπως ο Κρίσπι. Αυτό, κατά τη γνώ­μη μου, σημαίνει ότι, πέρα από τη συνοχή της ανάλυσης και από την αφοσίωση στις αντιεξουσιαστικές αρχές, ή­ξεραν πολύ καλά να συλλαμβάνουν τις ουσιώδεις διαφο­ρές μεταξύ των δύο συστημάτων εξουσίας καθώς και να επιλέγουν τα κατάλληλα μέσα για τον αγώνα εναντίον της αντίδρασης. Η θεωρητική ανάλυση του Μαλατέστα είναι σωστή ακριβώς υπό αυτήν την έννοια, διότι, συγκρίνοντας το φασισμό και τη δημοκρατία με τον πραγματικό στόχο, ηθικό και πρακτικό, που είχε στο μυαλό του, δη­λαδή την αναρχική κοινωνία, συνέλαβε τέλεια την έννοια του «μικρότερου κακού». Και πράγματι, ως πραγματικός επαναστάτης που αναμφισβητήτως ήταν, συνέζευξε στα­θερά την πρακτική ευλυγισία με την ιδεολογική συνοχή, προσαρμόζοντας τις τακτικές ανάγκες (αλλά οπωσδήπο­τε όχι τις στρατηγικές) στην πραγματικότητα.

Εάν ο Μαλατέστα διέπραξε κάποια σφάλματα, επρόκειτο για σφάλματα της αρχικής εκτίμησής του γύρω από την επικινδυνότητα του φασισμού και γύρω από την ικανότη­τά του να αυτονομηθεί από την εξουσία των αφεντικών, και όχι για σφάλματα γύρω από τη φύση του φασισμού. Αυτά τα σφάλματα όμως οφείλονταν στο γεγονός ότι τα στοιχεία της ανάλυσης ήταν ακόμα εντελώς καινούργια και ρευστά, έτσι που δεν ήταν δυνατόν ακόμα να προχω­ρήσει σε μία ενδελεχή εκτίμηση.

Εάν οι αναρχικοί διέπραξαν σφάλματα στον αντιφασι­στικό αγώνα, αυτά ήταν σφάλματα πρακτικής που οφεί­λονταν στη δυσκολία να συγκροτήσουν αξιόπιστες συμμαχίες, σφάλματα δηλαδή τακτικής συνυφασμένα με τον καινοτόμο χαρακτήρα του φαινομένου και με την τερά­στια δυσκολία να το αντιμετωπίσουν και να του ανατα­χθούν, και όχι πραγματικά σφάλματα ερμηνείας της βα­θιά αντιδραστικής και δικτατορικής φύσης του φασι­σμού. Σφάλματα που ο Λουίτζι Φάμπρι, με μία σκέψη κα­τά πολύ μπροστά από την εποχή του, γρήγορα εξουδετέ­ρωσε με το διδακτικό κείμενό του Η Προληπτική Αντε­πανάσταση. Άλλωστε ο φασισμός, όπως έχει δείξει η ι­στορία, δεν υπήρξε ένα φαινόμενο που περιφράχθηκε στις προκείμενες υπό τις οποίες δημιουργήθηκε, αλλά υ­πήρξε, αντιθέτως, μία διαδικασία εν τω γίγνεσθαι, που τον μεταμόρφωσε απο απλό όργανο της εξουσίας σε αυ­τόνομη και ανεξάρτητη πολιτική οντότητα.

Προφανώς, αυτές οι σκέψεις μου δεν προτίθενται να αφαιρέσουν τίποτε από την εγκυρότητα της ανάλυσης που έγινε από τον Μπέρτι στην εισαγωγή του στη θαυμάσια ανθολογία κειμένων του Μαλατέστα που ο ίδιος επιμελήθηκε. Ο Μαλατέστα είναι μία πολυσύνθετη προσωπικό­τητα, που η σκέψη της δεν μπορεί να περιχαρακωθεί μέ­σα σε σχηματοποιήσεις οιουδήποτε τύπου, και ο πλούτος και το ανεπανάληπτο της διαδρομής της ζωής του είναι α­κόμα μία περιουσία, από την οποία εμείς οι αναρχικοί μπορούμε να αντλούμε συνεχώς.

Σημειώσεις:

* ) Το κείμενο του Φραντσέσκο Μπέρτι μεταφράστηκε από το ιταλικό περιοδικό Rivista Anarchica» (η. 265, καλοκαίρι του 2000). Η μετά­φραση είναι του Γιάννη Καρύτσα.

**) Μετά το κείμενο του Μπέρτι παρατίθενται και η επιστολή του φοιτητή και η απάντηση του Ορτάλι.

1) Επιστολή του Μαλατέστα προς τον Λουίτζι Φάμπρι πάνω στο ζήτημα της «δικτατορίας του προλεταριάτου», Λονδίνο, 30 Ιουλίου 1919.

2) Απόσπασμα από το άρθρο του Μαλατέστα «Μπολσεβικισμός και Αναρχισμός», 7 Νοεμβρίου 1923.

3) Άρθρο του Μαλατέστα στην «Umanita Νοvα», 14 Μαρ­τίου 1922.

4) «Ο φασισμός και η νομιμότητα», άρθρο του Μαλατέστα στην «Umanita Νονα», 25 Νοεμβρίου 1922.

5) «Κομμουνιστές και Φασίστες», άρθρο του Μαλατέστα στο περιοδικό «Pensiero e Volonta», 1 Μάίου 1922.

6) «Ούτε με τη δημοκρατία ούτε με τη δικτατορία: αναρ­χικοί», άρθρο του Μαλατέστα στο περιοδικό «Pensiero e Volonta», 6 Μαΐου 1926.

7) Εισαγωγή του Πιέρ Κάρλο Μασίνι στο βιβλίο της Luce Fbbri «Λουίτζι Φάμπρι: Η Ιστορία ενός ελεύθερου αν­θρώπου», Πίζα, 1996.

8) Γι’ αυτό το ζήτημα μπορούμε να διαβάσουμε μία επι­στολή του Μαλατέστα προς τον Φάμπρι που γράφηκε λί­γο πριν το θάνατό του και δημοσιεύτηκε από τον ίδιον τον Φάμπρι στις 30 Σεπτεμβρίου του 1932.

9) Σκέπτομαι τις κριτικές και «αναθεωρητικές» παρεμβά­σεις της Φάμπρι, του Ρούντολφ Ρόκερ, του Γκουντμάν, του Κόλιν Γουώρντ, του Φρέιρε, του Μάρραιη Μπούκτσιν και εδώ στην Ιταλία του Αμεντέο Μπέρτολο, του πατέρα μου Τζιαμπιέτρο Νίκο Μπέρτι, του Τζιαμπιέτρο Λάντι, του Φοΰριο Μπιατζίνι, του Αντρέα Πάπι, του Φράνκο Μελάντρι, του Πιέτρο Αντάμο. Σκέπτομαι επί­σης την αξιέπαινη πολιτιστική εργασία των εκδόσεων Εleuhera, των περιοδικών «Volonta», «Lidertaria»,“Rivista Aanarchica”και των συντακτών τους.

10 ) Αμεντέο Μπέρτολο «Πέραν της δημοκρατίας. Η α­ναρχία», τεύχος 4ο του περιοδικού Volonta, 1994.

Δείτε και αυτο: Ο δρόμος προς το φασισμό (Η άνοδος του ιταλικού φασισμού και οι σχέσεις του με τον αναρχισμό, το συνδικαλισμό και το σοσιαλισμό)

Πηγές:

Πρώτη έντυπη δημοσίευση περιοδικό “Ελευθεριακή Κίνηση” τεύχος 15

Πρώτη ψηφιακή δημοσίευση παλιός “Ελευθεριακός Κόσμος”

Ο Μαλατέστα και ο φασισμός, οι αναρχικοί και ηδημοκρατία

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License