Ο Τζων Μπωλ, η εξέγερση των χωρικών και η Πολιτεία της Φύσης (Μέρος α΄) - (Μέρος β΄)

(Μέρος α΄)   https://anarchypress.wordpress.com/2018/02/08/%ce%bf-%cf%84%ce%b6%cf%89%ce%bd-%ce%bc%cf%80%cf%89%ce%bb-%ce%b7-%ce%b5%ce%be%ce%ad%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%83%ce%b7-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%87%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%ce%b9/       (Μέρος β΄)  https://anarchypress.wordpress.com/2018/02/09/%ce%bf-%cf%84%ce%b6%cf%89%ce%bd-%ce%bc%cf%80%cf%89%ce%bb-%ce%b7-%ce%b5%ce%be%ce%ad%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%83%ce%b7-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%87%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-2

Όχι στον κεφαλικό φόρο. Η εξέγερση των Χωρικών.

Ο θάνατος του Wat Tyler

Όταν επιβλήθηκε ένας τρίτος κεφαλικός φόρος σε διάστημα πέντε ετών, για να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο που είχε άδοξη έκβαση στη Γαλλία, οι αγρότες της επαρχίας Μπάρνστειπλ στο  Έσσεξ ήταν οι πρώτοι που εξεγέρθηκαν στις 29 Μαΐου του 1381. Σύντομα η αγροτιά πορευόταν και μέσα στις αγροτικές περιοχές του Κεντ, με κεφαλή τον Γουάτ Τάιλερ (Wat Tyler), λεηλατούσε τα αρχοντικά των μισητών γαιοκτημόνων, έκαιγε τις περγαμηνές με τα αρχεία ιδιοκτησιών, απελευθέρωνε κρατούμενους από τις φυλακές και ανάγκαζε όλους όσους συναντούσε στο πέρασμά της να ορκίζονται πίστη στο «Βασιλιά και τον Λαό». Κατέλαβαν με ευκολία το Rochester Castle στις 6 Ιουνίου, το Canterbury στις 10 και το Maidstone την επόμενη ημέρα, καθώς άρχισαν την πορεία τους προς το Λονδίνο. Στο Canterbury εισέβαλαν στο ναό κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, εκτοξεύοντας απειλές κατά του Αρχιεπισκόπου Sudbury, τον οποίον έκριναν «ένοχο» για τις λανθασμένες συμβουλές που έδωσε στον Ριχάρδο τον Β΄ στη διάρκεια του Πολέμου με την Γαλλία. Βρισκόταν στο Λονδίνο εκείνη την εποχή, αλλά τελικά δεν βρήκε καταφύγιο εκεί.

Ο Τζων Μπωλ (John Ball), τον οποίον είχε αφορίσει η εκκλησία, ο λεγόμενος και «τρελός παπάς του Κεντ», εισέρχεται σε αυτή την ιστορία στις 11 Ιουνίου, όταν είχε ξεσπάσει το σκάνδαλο με την καθαίρεσή του στο Maidstone. Εκεί τον είχαν κατηγορήσει για κήρυγμα χωρίς την απαραίτητη έγκριση τον Απρίλιο. Από μόνος του, άρχισε να κηρύττει στην περιοχή του Γιόρκ, στη συνέχεια στο Κόλτσεστερ (τόπος καταγωγής του Γουάτ Τάιλερ), και έπειτα πέρασε 20 χρόνια να τριγυρνά γύρω από το Κεντ, διαδίδοντας το ανορθόδοξο ευαγγέλιο του, γεγονός για το οποίο φυλακίστηκε δύο φορές. Μετά την πρώτη του αποφυλάκιση, ο Αρχιεπίσκοπος του Canterbury Simon Sudbury δήλωσε παραπονούμενος πως:

«Ξεγλιστρώντας με ελιγμούς επέστρεψε πίσω στην επισκοπή μας σαν μια αλεπού που αποφεύγει τον κυνηγό, και δεν φοβήθηκε να κάνει κήρυγμα και να αγορεύει τόσο μέσα σε εκκλησίες και στον περίγυρο των εκκλησιών (χωρίς την άδεια ή ενάντια στη θέληση των τοπικών αρχών), αλλά και στις αγορές και σε άλλα μέρη μη ιερά, εξαπατώντας τον λαό με κατηγορητήρια, επινοώντας σκάνδαλα που αφορούν το πρόσωπο μου, καθώς και άλλους ιεράρχες και κληρικούς, και (το χειρότερο) χρησιμοποιώντας τόσο χυδαία γλώσσα αναφερόμενος στον Άγιο Πατέρα που συγκλόνισε τα αυτιά των ενάρετων χριστιανών»[1].

Με δεδομένη την μεγάλη εμπλοκή της Εκκλησίας σε κοσμικές υποθέσεις, στο σημείο που ο ηγέτης της στην Αγγλία ενέκρινε τον κεφαλικό φόρο, τον χωρισμό του Παπισμού μεταξύ Ρώμης και Αβινιόν και των έντονων εσωτερικών συγκρούσεων, λόγω του Μεγάλου Σχίσματος, δεν αποτελεί έκπληξη, πως εκφράστηκαν τέτοιες επικρίσεις στην Αγγλία δεκαετίες πριν τον Wycliffe [2].

Ο Μπωλ διέπρεψε όταν οι στρατοί των αγροτών του Κεντ και του Έσσεξ συσπειρώθηκαν στο Blackheath στις 13 Ιουνίου. Σύμφωνα με την Historia Anglicana του χρονικογράφου Thomas Walsingham, πολέμιου της εκκλησίας, ο Μπωλ άρχισε κήρυγμά του με τα εξής λόγια:

«Όταν ο Αδάμ έσκαβε, και η Εύα έγνεφε, ποιός ήταν τότε ο αφέντης;».

Στη συνέχεια εξήγησε, ότι «από την αρχή όλοι οι άνθρωποι δημιουργήθηκαν από τη φύση να είναι ίσοι, και ότι η άδικη και σατανική καταπίεση των ανθρώπων έφερε την δουλεία, παρά τη θέληση του Θεού, ο οποίος, αν επιθυμούσε να δημιουργήσει δουλοπάροικους, σίγουρα στην απαρχή του κόσμου θα είχε ορίσει ποιός θα ήταν ο δουλοπάροικος και ποιός ο άρχοντας».

Και το τέλειωσε με τη σύσταση: «Να ξεριζώσουμε τα ζιζάνια που έχουν συνηθίσει να καταστρέφουν το σιτάρι, πρώτα να θανατώσουμε τους μεγάλους άρχοντες του βασιλείου, στη συνέχεια, τους δικηγόρους, τους δικαστές και τους ενόρκους, και, τέλος, να ξεριζώσουμε όλους όσους ξέρουμε ότι θα είναι επιβλαβείς για την κοινωνία στο μέλλον»[3].

Ο Walsingham κατέληξε  επισημαίνοντας την εκστατική επιδοκιμασία των ανταρτών στο πρόσωπο του Τζων Μπωλ. Είπαν ότι μόνο αυτός ήταν κατάλληλος να αναλάβει την θέση του Αρχιεπισκόπου, όταν βρουν και αποκεφαλίσουν τον παρόντα.

Αυτό είναι πιθανόν να μην το ήθελε, αλλά μετά την αποτυχία του βασιλιά να διαπραγματευτεί, οι αντάρτες συνέχισαν καταστρέφοντας την φυλακή Marshalsea, το παλάτι του Lambeth και τα σπίτια του Θησαυροφύλακα και του δημάρχου του Λονδίνου, πριν από την είσοδο στην ίδια την πόλη, χωρίς αντίσταση, στις 13 Ιουνίου. Οι ιστορικοί διχογνωμούν εάν στο Λονδίνο άνοιξε τις πύλες ο όχλος ή οι συντεχνίες που ήταν εχθρικές προς τον Δήμαρχο, αν και οι τελευταίες σίγουρα συμμετείχαν στις φοβερές σκηνές που ακολούθησαν. Όταν διέσχισαν τη Γέφυρα του Λονδίνου, άνοιξαν την φυλακή Fleet, κατέστρεψαν όλη την περιουσία των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη (θησαυροφύλακας του Τάγματος Hales), καταδίωξαν τους δικηγόρους και τους επαγγελματίες επίορκους που έτρεχαν να φύγουν άρον-άρον από τον Ναό και άναψαν μια μεγάλη φωτιά με όλα τα νομικά έγγραφα και τα νομικά βιβλία που μπόρεσαν να βρουν αλαλάζοντας με κραυγές χαράς: «Κάτω τα κιτάπια των γραφειοκρατών!». Ένας χρονικογράφος περιέγραψε τη σκηνή ως εξής:

«Ήταν υπέροχο θέαμα πώς οι πιο ηλικιωμένοι και ανάπηροι από τους δικηγόρους ποδοπατούνταν κατά την έξοδο για να γλιτώσουν, με την ευκινησία των αρουραίων ή των κακών πνευμάτων»[4].

Στη συνέχεια, έστρεψαν την προσοχή τους στο Savoy, το Παλάτι του Ιωάννη του Gaunt, του Δούκα του Λάνκαστερ και του αρχηγού των στρατευμάτων κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γαλλία. Το Χρονικό Anonimalle κάνει έναν απολογισμό με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο:

«Επιτέλους έφτασαν μπροστά στο Savoy, έσπασαν τις θύρες, μπήκαν στο παλάτι και βρήκαν τα ντουλάπια. Πήραν όλες τις δάδες που θα μπορούσαν να βρουν, τις άναψαν, και έκαψαν όλα τα υφάσματα, τα παπλώματα και τα κρεβάτια, καθώς και τα πολύτιμα κεφαλάρια τους… Όλες τις πετσέτες και τα υπόλοιπα είδη σπιτιού που ανακάλυπταν τα μετέφεραν στην μεγάλη αίθουσα και τους έβαζαν φωτιά με τις δάδες… Λέγεται ότι βρήκαν τρία βαρέλια με πυρίτιδα, και νομίζοντας ότι ήταν χρυσός ή ασήμι, τα έριξαν στη φωτιά, κι έτσι η σκόνη εξερράγη και η τεράστια φλόγα που δημιουργήθηκε κατέστρεψε την μεγάλη αίθουσα, η οποία ήταν η πιο σημαντική απώλεια και καταστροφή για τον Δούκα του Λάνκαστερ»[5].

Η έμφαση δόθηκε στην καταστροφή και όχι στις λεηλασίες, ή στην τιμωρία των «προδοτών». Ένας επαναστάτης θανατώθηκε από άλλους γιατί πήρε ένα ασημένιο κύπελλο από το Savoy[6].

Η πρώτη μέρα καταστροφών στο Λονδίνο τέλειωσε, και οι αγρότες στρατοπέδευσαν κάτω από τον πύργο, όπου είχαν καταφύγει ο νεαρός βασιλιάς, οι σύμβουλοι και η ακολουθία συμπεριλαμβανομένων των Sudbury και Hales. Καθώς δεν ήταν δυνατή η απόδραση, ο Ριχάρδος ο Β΄ συμφώνησε να ακούσει τις απαιτήσεις των «πιο πιστών υπηκόων του» στο Mile End την επόμενη μέρα. Εκεί ο Γουάτ Τάιλερ απαίτησε την κατάργηση της δουλοπαροικίας και όλες τις φεουδαρχικές οφειλές, γενική αμνηστία, την κατάργηση των μονοπωλίων και ένα τέταρτο ενοίκιο ανά στρέμμα για όλους τους ελεύθερους ενοικιαστές. Ο βασιλιάς είπε ότι συμφώνησε σε όλα αυτά και μοίρασε δεκάδες περγαμηνές με αυτή την συμφωνία. Αν κρατούσε τον λόγο του, οι ενέργειες του Ριχάρδου του Β΄ θα είχαν καταστρέψει την φεουδαρχική αριστοκρατία ως τάξη εκείνη ακριβώς την ημέρα, υλοποιώντας τα αιτήματα των αγροτών όπως ήταν διατυπωμένα και πριν από το Μαύρο Θάνατο (πανούκλα), αλλά αργότερα οι περγαμηνές αποδείχτηκαν άνευ ισχύος.

Ένα αίτημα που ο Τάιλερ είχε κερδίσει μέσω της άμεσης δράσης αντί να στηριχθεί στο λόγο του βασιλιά, ήταν ένα τέλος στους «προδοτικούς» αρχιτέκτονες του κεφαλικού φόρου. Ενώ ο βασιλιάς ήταν ακόμα στο Mile End, ο Τάιλερ οδήγησε μερικές εκατοντάδες υποστηρικτές του αγώνα των αγροτών μέσα στον Πύργο και αποκεφάλισε τον Αρχιεπίσκοπο Sudbury, τον θησαυροφύλακα Hales και κάποιους δήμιους. Οι απειλές που είχαν εξαπολυθεί στο Canterbury μόλις τέσσερις ημέρες νωρίτερα είχαν πραγματοποιηθεί. Η φρουρά δεν έκανε τίποτα για να τους σταματήσει να βγάλουν τους παραπάνω από τα διαμερίσματά τους, φοβούμενοι ότι αυτό θα θέσει τον βασιλιά σε κίνδυνο εν μέσω όχλου στο Mile End.

Πολλοί αγρότες έχουν εξαπατηθεί να επιστρέψουν πίσω στα σπίτια τους με άχρηστες περγαμηνές, αφήνοντας το Λονδίνο «στους δημαγωγούς, τους εγκληματίες και τους φανατικούς»[7] που εκμεταλλεύτηκαν την προφανή αδυναμία της Αρχής στο μέγιστο. Ο υπολοχαγός του Τάιλερ, Τζακ Στρο (Jack Straw), –ένας άνθρωπος με πολύ διαφορετικό χαρακτήρα από τον τρέχοντα Υπουργό Εσωτερικών!– έκαψε τη Μονή του κτήματος του Αγίου Ιωάννη στο Highbury, ενώ λεηλάτησε την πόλη ισοπεδώνοντάς την. Έσυραν τον αρχιφύλακα της φυλακής Marshalsea έξω από το ιερό του Αβαείου του Γουέστμινστερ και τον αποκεφάλισαν. Στήθηκαν μπλόκα σε κάθε γωνιά των κύριων δρόμων όπου όλοι όσοι δεν θα επιβεβαίωναν τη στήριξη για στον «Βασιλιά και τον Λαό» θα είχαν την ίδια μοίρα –και τι έκπληξη, αυτοί ήσαν μόνο μερικές εκατοντάδες[8].

Η κατάληψη του Λονδίνου κατέληξε με μια δεύτερη συνάντηση μεταξύ Τάιλερ και Ριχάρδου του Β΄ στο Smithfield Market. Ο βασιλιάς αντιμετωπίστηκε με ασέβεια (από έναν απλό άνθρωπο, τουλάχιστον) και αργότερα προπαγανδίστηκε ότι σκόπευε να συλλάβει τον μονάρχη εκείνη τη στιγμή ώστε να τον χρησιμοποιήσει ως μαριονέτα-όμηρο σε όλη την Αγγλία. Η δεύτερη λίστα των αιτημάτων του Τάιλερ ήταν ακόμη πιο ριζοσπαστική από ότι η πρώτη και ο Τζων Μπωλ είχε σημαντική συμβολή σ’ αυτήν. Περιελάμβανε την κατάργηση της φυγοδικίας και όλων των νόμων εκτός από τους νόμους του Winchester[9], κατάργηση της τάξης των ευγενών εκτός από τον βασιλιά, και όλων των επισκοπών εκτός από μία, και ακόμη απαιτούσε τη διανομή όλων των κτημάτων της εκκλησίας στον λαό. Με κάποια πολιτική οξύνοια, ο βασιλιάς προσπάθησε να αφοπλίσει τις απαιτήσεις του Τάιλερ, λέγοντας ότι «θα χορηγούσε όλα αυτά που ήταν σε θέση να χορηγήσει», κάτι το οποίο ακουγόταν μεν ωραίο, αλλά δε σήμαινε τίποτε, καθώς δεν μπορούσε να χορηγήσει τίποτε από αυτά χωρίς Κοινοβουλευτική έγκριση και οι ευγενείς ήταν ελάχιστα πιθανό να συμφωνήσουν στην αυτο-κατάργησή τους.

Η διαπραγμάτευση έκλεισε όταν ο Τάιλερ προσπάθησε να παλέψει με έναν ακόλουθο του βασιλιά, αλλά πληγώθηκε επανειλημμένα από το ξίφος του Δήμαρχου του Λονδίνου. Ο Ριχάρδος ο Β΄ θα μπορούσε να πέσει στα χέρια του όχλου σε αυτό το σημείο –ο Ομάν σημειώνει την παρουσία «του Τζων Μπωλ και άλλων εξαγριωμένων εξτρεμιστών… κατά την συμπλοκή»[10], αλλά τους εξαπάτησε καλώντας τους να τον ακολουθήσουν μέσω του Aldersgate, ενώ ο υποτακτικός του, ο μισθοφόρος Sir Robert Knolles, συσπείρωσε τις τάξεις των γαιοκτημόνων, στο ενδεχόμενο περικύκλωσης του Λονδίνου, ώστε να διαλύσουν τους αντάρτες. Εκείνη τη στιγμή, ο βασιλιάς έδωσε χάρη, αλλά αργότερα ανακάλεσε τις περγαμηνές που είχαν χορηγηθεί δύο μέρες νωρίτερα και διέταξε να θανατωθούν οι αντάρτες.

Όταν το Λονδίνο έπεσε στα χέρια των ανταρτών, οι αγρότες εξεγέρθηκαν και στο Suffolk, το Norfolk και το Cambridgeshire (το πανεπιστήμιο ήταν συγκεκριμένος στόχος που ανήκε στη ευρύτερη περιοχή) και οι ταραχές τελικά εξαπλώθηκαν ως το Bridgewater, το Somerset, το Beverley και το Scarborough στο Yorkshire. Αυτές οι ταραχές δαμάστηκαν αρκετά γρήγορα, όταν ο βασιλιάς επανέκτησε τον έλεγχο της πρωτεύουσας, και οι μόνες μάχες που έλαβαν χώρα ήταν στο Billericay και το North Walsham, μεταξύ της 26ης και της 28ης Ιουνίου, οι αντάρτες κυνηγήθηκαν πιο πίσω από τα χαρακώματά τους και διέταξαν την άμυνα τους να υποχωρήσει με την πρώτη επέλαση. Ο Τζων Μπωλ ξέφυγε από την πανωλεθρία του Smithfield, αλλά συνελήφθη ενώ κρύβονταν στο Coventry, τον Ιούλιο του 1381 και τον πήγαν να δικαστεί στο St. Albans. Σε συνεργασία με τον Jack Straw και τους άλλους αντάρτες του Λονδίνου κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, ο William Grindcobbe είχε ταπεινώσει τον ηγούμενο, Thomas de la Mare, για τη διατήρηση της φεουδαρχικής καταπίεσης της πόλης για περισσότερο από έναν αιώνα σε σχέση με την υπόλοιπη Αγγλία. Είχε κριθεί «προδότης», μαζί με τον Τζων Μπωλ. Τον κρέμασαν κι αυτόν, τον έσυραν και τον διαμέλισαν στα τέσσερα, στις 17 Ιουλίου.

John Connor

(για το περιοδικό Green Anarchy # 57-58, σελ. 14., φθινόπωρο του 1999)

Μετάφραση Κ.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 126, Απρίλιος 2013

(Συνεχίζεται…)

—————————————-

[1] Τσαρλς Ομάν, «Η Μεγάλη Επανάσταση του 1381», Greenwood, Νέα Υόρκη, 1906, σ. 42.

[2] ΣτΜ. O John Wycliffe ήταν ένας Άγγλος, Σχολαστικιστής φιλόσοφος, θεολόγος,  ιεροκήρυκας, μεταφραστής, αναμορφωτής και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στην Αγγλία, ο οποίος ήταν γνωστός ως πρώιμος αντιφρονών στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα. Οι οπαδοί του ήταν γνωστοί ως Lollards, μια κάπως επαναστατική κίνηση, η οποία κήρυξε αντικληρικές μεταρρυθμίσεις. Ήταν ένας από τους πρώτους αντιπάλους της παπικής εξουσίας που επηρέασαν την κοσμική εξουσία.

Ο Wycliffe ήταν επίσης υπέρμαχος για τη μετάφραση της Αγίας Γραφής στην κοινή γλώσσα και ολοκλήρωσε τη μετάφραση της στην καθομιλουμένη αγγλική το έτος 1382, η οποία είναι  γνωστή ως η Αγία Γραφή Wycliffe.

[3] R.B. Dobson «Η εξέγερση των αγροτών το 1381», Pitman, Μπαθ, 1970, σελ. 373-375.

[4] 3. Ομάν ό.π. σ. 59.

[5] 4. Dobson, ό.π. σελ. 157.

[6] Αυτό, όμως, με σχολαστική ευλάβεια. Το 1382 μια μικρή ομάδα ανδρών στο Ρότσεστερ κατηγορήθηκε πως έκλεψε το σεντούκι του Δούκα περνώντας το από τον Τάμεση στο Southwark, και έγινε πλουσιότερη κατά 1.000 λίρες Αγγλίας. Ομάν, ό.π., σ. 58.

[7] Αυτό, όμως, με σχολαστική ευλάβεια. Το 1382 μια μικρή ομάδα ανδρών στο Ρότσεστερ κατηγορήθηκε πως έκλεψε το σεντούκι του Δούκα περνώντας το από τον Τάμεση στο Southwark, και έγινε πλουσιότερη κατά 1.000 λίρες Αγγλίας. Ομάν, ό.π., σ. 58.

[8] Μια από τα πιο λυπηρές υπερβολές αυτής της τρίτης ημέρας ήταν η σφαγή των 160 Φλαμανδών, ανάμεσά τους μερικές γυναίκες επειδή εργάζονταν ως πόρνες με άδεια του Hales, αλλά και πολλοί απλά επειδή ήταν εμπορικοί αντίπαλοι των μελών των συντεχνιών που ήταν στο πλευρό των ανταρτών.

[9] 8. Dobson, ό.π., σελ. 164n, υπονοεί πως ο «νόμος του Winchester» αφορούσε τη μετατροπή της ποινής για ορισμένα αδικήματα, όπως θάνατο, τύφλωση ή ακρωτηριασμό. Αυτό το ασήμαντο αίτημα δεν ταιριάζει με την προσπάθεια «των επαναστατών να καταστρέψουν ολόκληρο το νομικό σύστημα» (Hilton σ. 227). Νομίζω ο Τάιλερ ζήτησε αντ’ αυτού μια επιστροφή στο προ Νορμανδικό δίκαιο, όταν πήρε την έδρα στο Winchester. Το ότι οι δουλοπάροικοι θα αναφέρουν το Βιβλίο της Κρίσης ως απόδειξη της μη δουλοπαροικίας στις περιοχές τους, αμέσως μετά τη νορμανδική κατάκτηση, υπονοεί μια ζωντανή μυθολογία της χρυσής εποχής της ελευθερίας, πριν από την καθολική εφαρμογή του «Νορμανδικού ζυγού» ήδη από τον 14ο αιώνα, μια στάση που ενισχύεται από όλες τις νομικές διαδικασίες που εξακολουθούν να διεξάγονται σε γαλλική νορμανδική διάλεκτο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

[10] Ομάν, ό.π. σ. 77.                                                                                                                       

Η ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ ΧΙΛΙΕΤΙΑ

Ποιο ήταν το «παραλήρημα»[1] του Τζων Μπωλ, που καταγγέλθηκε λυσσαλέα από τον Walsingham, και το οποίο οδήγησε στην δίωξη του Μπωλ όσο ζούσε και τελικά στον βίαιο θάνατο του;

Οι χρονικογράφοι της Εκκλησίας προσπαθούν πολύ να αμαυρώσουν τον Μπωλ περιγράφοντας τον ως οπαδό του Wycliffe, αποσιωπώντας πως τα κηρύγματα του προηγήθηκαν πάνω από μια δεκαετία από αυτά του Wycliffe. Πιο συγκεκριμένα, αν και οι δύο απαιτούσαν ριζική μεταρρύθμιση της εκκλησίας, ο Wycliffe συμβουλεύει υπακοή στις κοσμικές αρχές, που θεωρούσε ότι θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν το όραμά του, ενώ ο Μπωλ, πιο ριζοσπαστικός, τους απορρίπτει ως «ζιζάνια».

Επίσης, ο Μπωλ δεν δείχνει πουθενά την κοσμική περιφρόνηση για τον άρτο και τον οίνο για την οποία ο Wycliffe ήταν τόσο ευρέως γνωστός. Τείνω να υποστηρίξω την άποψή του Ομάν, ότι: «Η εμπνευσμένη ιδέα του ήταν η «ευαγγελική φτώχεια, η οποία είχε διακηρυχθεί από τους Φραγκισκανούς τον προηγούμενο αιώνα[2] στο σημείο ακόμη και να ζητά την εξαίρεση των μοναχών (μεγάλοι εχθροί του Wycliffe, παρεμπιπτόντως) από τη γενική εκκαθάριση του κλήρου δοθείσης της ευκαιρίας, αλλά θα ήθελα να προσθέσω ότι αυτό δεν βοηθά στο να αντικρούσει τις κατηγορίες, ότι ο Μπωλ ήταν αιρετικός, που εκστόμιζαν εναντίον του οι σύγχρονοι του.

Τρομοκρατημένος με αυτόν το εκφυλισμό των μοναστηριών προς την κοσμικότητα και διακηρύσσοντας την αποκήρυξη του Χριστού για την κατοχή ιδιοκτησίας από τον ίδιο, ο Άγιος Φραγκίσκος απέρριψε σχεδόν όλες τις ιδιοκτησίες και τα αγαθά. Το 1211, ο πονηρός Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ αποφάσισε ότι θα ήταν καλύτερο να έχουμε τον Άγιο Φραγκίσκο «μέσα στην εκκλησία και να λέει χυδαιότητες προς τα έξω, παρά το ανάποδο». Επιτρέποντας υποστηρικτές της χριστιανικής αποποίησης της κατοχής ιδιοκτησίας μέσα στους κόλπους της εκκλησίας, έδωσε τη δυνατότητα στο να γίνει μια αντεπίθεση στους αιρετικούς, όπως οι Καθαροί –οι οποίοι ήταν εκτός εκκλησίας– να ζουν τη ζωή της φτώχειας και να επιτίθενται στην εκκλησία για την κοσμικότητα της. Αυτό –και η αδικαιολόγητη σφαγή από τους σταυροφόρους– αποδείχθηκαν αρκετά αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση των Καθαρών, αλλά ο Άγιος Φραγκίσκος χειρίστηκε μάλλον αδέξια τα πράγματα, αφήνοντας μια προσωπική μαρτυρία που προσπαθεί να κρατήσει τους οπαδούς του στο ακραίο προσωπικό του παράδειγμα και να σταματήσει έτσι το τάγμα του από τον εκφυλισμό προς την κοσμικότητά του και μετά τον θάνατό του. Όταν αυτός ο εκφυλισμός αναπόφευκτα έκανε την εμφάνιση του, οι μοναχοί υπό τον Peter John Olivi της Narbonne εμμέναν στην μαρτυρία του Αγίου Φραγκίσκου και σχημάτισαν ένα «πνευματικό» κόμμα που καταγγέλθηκε ως αιρετικό στα τέλη του 13ου αιώνα. Εμπνευσμένοι από την κοσμοθεωρία του χιλιασμού του Ιωακείμ του Fiore, οι διωκόμενοι από την Εκκλησία υποστήριξαν ότι αυτοί ήταν οι αληθινοί κληρονόμοι του Χριστού και πως η εκκλησία που τους είχε αποκηρύξει ήταν εγκάθετη του Αντίχριστου. Έγιναν αρκετά βίαιοι σχετικά με αυτό[3].

Η πνευματική παράδοση των Φραγκισκανών δεν έφτασε ποτέ στην Αγγλία μαζικά και η τελευταία αξιοσημείωτη είσοδος της αιρέσεως ήταν ένας μικρός αριθμός σταυροφόρων του Pastereux τον προηγούμενο αιώνα, οι οποίοι είχαν γρήγορα εκδιωχθεί μακριά. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο περίεργος μοναχός δεν θα μπορούσε να το έχει επεξεργαστεί από την αρχή και να μεταδώσει τον λόγο στον Μπωλ ή ότι ο Μπωλ θα μπορούσε να σκεφτεί τα πράγματα από μόνος του, δεδομένης της ετερόδοξης «διφορούμενης» φύσης τού παραδοσιακού κηρύγματός του. Ο Norman Cohn υποστηρίζει σθεναρά ότι η αναφορά του Μπωλ προς τα «ζιζάνια» ήταν χιλιαστικού περιεχόμενου.

«Διακηρύσσοντας ότι αυτή η προφητεία έχει φτάσει τώρα στο σημείο της ολοκλήρωσης, ότι η εποχή της συγκομιδής που ορίζεται από τον Θεό έχει έρθει επιτέλους, το κήρυγμα καλεί τους κοινούς ανθρώπους, ως παιδιά του Βασιλείου, να εξοντώσουν τις δαιμονικές δυνάμεις που θα εισέβαλαν στη Χιλιετία»[4].

Αναφέρει, επίσης, μία από τις επιστολές του Μπωλ, όπου επιχειρηματολογούσε ότι «ο Θεός δίνει άφεση, γιατί τώρα είναι η ώρα», ως ενδεικτικό της επικείμενης Δευτέρας Παρουσίας. Ο Rodney Hilton εντοπίζει επίσης περιεχόμενο για την Αποκάλυψη σε ένα δίστιχο του Μπωλ[5] και υπαινίσσεται ότι αυτή η νοοτροπία εξαπλώθηκε στην εξεγερμένη αγροτιά αντί να είναι ιδιοσυγκρασιακό χαρακτηριστικό του Μπωλ. Η περίεργη γενικευμένη ανοχή της λεηλασίας στο Savoy και η καθολική σφαγή των «ζιζανίων» στο Λονδίνο υποστηρίζουν αυτή την άποψη, που θυμίζει το βιβλικό παράδειγμα του Ιησού του Ναυή στην έφοδο κατά της Ιεριχούς[6]. Μετριοπαθείς ιστορικοί, όπως ο Ομάν υποστηρίζουν:

«Δεν υπήρξαν επιθέσεις κατά των κληρικών ως τέτοιων (αν και πολλές επιθέσεις έλαβαν χώρα εναντίον τους, υπό την ιδιότητά τους ως ιδιοκτήτες), ούτε θρησκευτικά αίσχη, προβολή δογματικών παραπόνων, ούτε εικονομαχία, μεμονωμένα μόνο περιστατικά σπασίματος μικρών εκκλησιών»[7].

Πρόκειται για μία προσπάθεια να απορρίψει τα θρησκευτικά στοιχεία στην εξέγερση και να παρουσιάσει τους αντάρτες ως μετριοπαθείς με καθαρά οικονομικές απαιτήσεις. Έχουμε ήδη δει ότι τα περισσότερα κινήματα χιλιαστών προκλήθηκαν από την κοσμικότητα και την υλιστική διάσταση της εκκλησίας («υπό την ιδιότητά τους ως γαιοκτήμονες») και την προτροπή του Τάιλερ για την καταστροφή της εκκλησίας στο Smithfield. Σίγουρα, «οι άγριοι εξτρεμιστές», που εξακολουθούσαν να παραμένουν στο Λονδίνο και διατύπωσαν τα αιτήματα αυτά, ήθελαν κι άλλα πράγματα πέρα από την ανάκληση των λίγων φεουδαρχικών τελών. Μια περίεργη παρέκβαση αντίθετη προς την ισότητα –που εφαρμόζεται από τον όχλο των αγροτών στον ίδιο τον Μπωλ μετά το μεγάλο του κήρυγμά στο Blackheath, ήταν η διατήρηση ενός εκπροσώπου της αριστοκρατίας και του κλήρου, όταν όλοι οι άλλοι ήταν να χάσουν τα αξιώματα τους. Ο Hilton προτείνει:

«Αυτό ήταν μια ψευδαίσθηση ή μια έμπρακτη ύστατη αναγνώριση της ανάγκης για να εδράζει κάπου η εξουσία του κράτους;… Φαίνεται να έχουν οραματιστεί μια μοναρχία του λαού (ή μοναρχίες), στην οποία δεν θα υπάρχει ενδιάμεσος μεταξύ του βασιλιά και των ανθρώπων του, δηλαδή, να μην υπάρχει τάξη γαιοκτημόνων ευγενών και ανώτερη τάξη που να ελέγχουν την δικαιοσύνη και τη διοίκηση. Ομοίως, θα υπήρχε εκκλησία για το λαό, της οποίας η βασική μονάδα θα ήταν η ενορία, και πάλι χωρίς ενδιάμεση ιεραρχία μεταξύ χριστιανών και του μοναδικού επισκόπου ή Αρχιεπίσκοπου ο οποίος, ως επικεφαλής της εκκλησίας θα ήταν το εκκλησιαστικό ισοδύναμο του βασιλιά του λαού. Κάπως έτσι, οι άνθρωποι θα εφάρμοζαν το νόμο και την δικαιοσύνη»[8].

Το ότι οι αντάρτες υποστήριξαν την αναδιάρθρωση ολόκληρης της κοινωνίας τους και όχι μόνο την επιλογή νέων συμβούλων που θα αντικαθιστούσαν τους «προδότες», δείχνει πόσο απείχαν από το να ζητούν απλώς αιτήματα. Σίγουρα προχώρησαν περισσότερο από τους «επαναστάτες» Levellers, δύο αιώνες αργότερα – αν και, φυσικά, θα μπορούσαν να έχουν πάει ακόμη πιο μακριά.

Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Ωστόσο, ο σκοπός μου εδώ δεν είναι να καθοριστούν τα χιλιαστικά πιστεύω του Τζων Μπωλ και των εξεγερμένων αγροτών του, αλλά και να σκιαγραφήσω το πρωτογονιστικό περιεχόμενο του ευαγγελίου του. Περιέργως ο Hilton μας οδηγεί σ’ αυτό, σημειώνοντας πως, ομιλίες που καταγγέλλουν τους πλούσιους… δεν ήταν αποκλειστικές των αιρετικών ή άλλες συνειδητοποιημένων ανταρτών που ήταν εναντίον της εκκλησιαστικής ή της κοσμικής εξουσίας. Ήταν ένας κοινός τόπος των ηθικολόγων κληρικών που επέλεξαν τα χαρακτηριστικά εγκλήματα κάθε κοινωνικής τάξης για να τα διαπομπεύσουν… Ο Walsingham ήταν αναμφισβήτητα σωστός που απέδωσε στον Τζων Μπωλ το κείμενο κήρυγμα «Όταν ο Αδάμ έσκαβε, και η Εύα έγνεφε, ποιός ήταν τότε ο αφέντης;» «αλλά ήταν ήδη ένας κοινός τόπος σε αυτή ή παρόμοιες μορφές, όπως φαίνεται σε θρησκευτικό ποίημα των αρχών του 14ου αιώνα[9]: «Όταν ο Αδάμ έσκαβε, και η Εύα έγνεφε, πού ήταν τότε η υπερηφάνεια του ανθρώπου;»

Το ότι η μεσαιωνική εκκλησία ταλανίζεται από ατελείωτες επιδημίες αιρέσεων οπαδών της ισότητας, οφείλεται στο ότι η ισότητα ήταν ένα εγγενές –αν και παράδοξο– μέρος της δικής τους ιδεολογίας. Η ίδια η βάση του μοναχισμού και των ταγμάτων των επαιτών που τους ακολούθησαν ήταν οι Πράξεις IV των Αποστόλων, γεγονός το οποίο περιγράφει πως η πρωτόγονη χριστιανική κοινότητα στην Ιερουσαλήμ «Είχε όλα τα υπάρχοντα κοινά… και η διανομή γινόταν προς κάθε άνθρωπο ανάλογα με τις ανάγκες του».

Κοιτάζοντας πίσω στην Εδέμ και τους Στωικούς –ο Άγιος Αμβρόσιος (τουλάχιστον), δήλωσε:

«Ο Κύριος ο Θεός ήθελε ειδικά αυτή η γη να βρίσκεται στην κοινή κατοχή όλων, και να παρέχονται οι καρποί της σε όλους. Η φιλαργυρία, όμως, δημιούργησε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας»[10].

Ούτε ήταν ο μόνος με αυτή την άποψη, αλλά μέσα από μια διαδρομή ήταν απίθανο να οδηγήσει εκεί[11], ένα πέρασμα που δόξασε την κοινοτική Πολιτεία της Φύσης –ακόμη και για τον ελεύθερο έρωτα, είχε συμπεριληφθεί διατύπωση στο βασικό κείμενο του Κανονιστικού Δικαίου, στο Decretum του Gratian.(!)

Εκεί φαίνεται να μην υπάρχει σχέση μεταξύ των απόψεων του Αγίου Αμβροσίου και του Τζων Μπωλ (ή και του Winstanley Gerrard), αλλά στην πραγματικότητα οι πατέρες της Εκκλησίας δημιούργησαν μια διάκριση. Στην Πόλη του Θεού, ο χλωμός Άγιος Αυγουστίνος υποστήριξε:

«Η ανισότητα, η δουλεία, η καταναγκαστική διακυβέρνηση, ακόμη και η ιδιωτική περιουσία δεν είχαν κανένα ρόλο στην αρχική πρόθεση του Θεού και δημιουργήθηκαν μόνο ως αποτέλεσμα της πτώσης των πρωτόπλαστων. Μόλις η πτώση είχε πραγματοποιηθεί, από την άλλη πλευρά, άρχισε μια εξέλιξη που έκανε τέτοιου είδους θεσμούς απαραίτητους. Διεφθαρμένη από το προπατορικό αμάρτημα, η ανθρώπινη φύση έχριζε περιορισμών που δεν υπήρχαν στις θέσεις υπέρ της ισότητας. Οι ανισότητες στον πλούτο, το κύρος και τη δύναμη ήταν έτσι όχι μόνο συνέπειες, αλλά και διορθωτικά μέτρα για την αμαρτία»[12].

Ακριβώς όπως ο Μπωλ πήρε το συμβατικό δόγμα της Εκκλησίας για τη Χιλιετία και το ριζοσπαστικοποίησε, καθιστώντας το επίκαιρο, έτσι πήρε και το εκκλησιαστικό δόγμα για τον κοινοτιστικό χαρακτήρα της Φύσης και το ριζοσπαστικοποίησε απορρίπτοντας την Πτώση και το προπατορικό αμάρτημα[13]. Στην παράδοση των Πνευματικών Φραγκισκιανών υπήρχαν εκείνοι που είχαν –ίσως– καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα[14], αλλά αυτή είναι η πιο χαρακτηριστική έκφραση της παράδοσης της αντινομίας στις αρχές του 13ου αιώνα με την αδελφότητα του Ελεύθερου Πνεύματος[15].

Μελετώντας τις ρίζες της κοινωνίας του –αν και μυθικές– προκειμένου να εξηγήσει και να αμφισβητήσει το παρόν, ο Τζων Μπωλ ήταν ένας πρωτογονιστής. Υποστηρίζοντας την ισότητα σε μια Φύση με άφθονα αγαθά, ο Μπωλ πλησίασε στον αναρχο-πρωτογονισμό, αν και έχουμε ήδη δείξει το υπόλειμμα του ιεραρχικού τρόπου σκέψης στην κοσμοθεωρία του. Και στις πρώτες κοινότητες, οι άνθρωποι συγκέντρωναν τους καρπούς της γης αντί να σκάβουν να τους βρουν…

Αναζητώντας ένα ουτοπικό στοιχείο στην εξέγερση των Χωρικών, ο Fredy Perlman, επίσης, εξέτασε την Εδέμ.

«Οι φτωχοί ιερείς… διαβάζουν φωναχτά για ένα μέρος που λέγεται Εδέμ, όπου δεν υπήρχαν ιερείς ή άρχοντες ή οι έμποροι, όπου τα ανθρώπινα όντα ήταν συγγενείς και μοιράζονταν από κοινού όλα τα πράγματα»[16].

Επίσης, ο Μπωλ σημειώνει:

«Καλοί μου άνθρωποι, τα πράγματα δεν μπορούν να πάνε καλά στην Αγγλία, ούτε θα πάνε μέχρις ότου όλα τα αγαθά να είναι κοινά και να μην υπάρχει ούτε δουλοπάροικος ούτε ευγενής, αλλά όλοι μας θα είμαστε το ίδιο»[17].

Ο Perlman τοποθετεί σταθερά τον εαυτό του στον χιλιασμό, στο πρωτογονιστικό στρατόπεδο, με το επιχείρημα ότι αυτό είναι για το ξεπέρασμα της ταξικής κοινωνίας, για την ουτοπία, όχι για τον εργατισμό.

«Οι Άγγλοι αντάρτες ανακοίνωσαν το τέλος του Λεβιαθανικού (Leviathanic) κόσμου, όχι την ολοκλήρωσή του. Η κατάσταση που θέλουν οι αντάρτες δεν είναι καθολική δουλοπαροικία αλλά καθολική ελευθερία. Είναι η κατάσταση των κοινοτήτων των ελεύθερων ανθρώπων στην πολιτεία της φύσης, χωρίς να απειλούνται από Λεβιαθανικούς (Leviathanic) διαχωρισμούς και καταχρήσεις. Οι αντάρτες λένε πως οι απλοί άνθρωποι μπορούν να αποτινάξουν τον ζυγό τους, εάν το θελήσουν. Μπορούν να συγκεντρώσουν όλο το σιτάρι και να κάψουν όλα τα ζιζάνια. Το σιτάρι είναι η Εδέμ. Τα ζιζάνια είναι οι ιερείς και οι άρχοντες, οι δικηγόροι και οι δικαστές, οι αφέντες και οι έμποροι»[18].

Αν ο Τζων Μπωλ κατάφερε να διαδώσει κάποιο μάθημα σε μας στα χρονικά της ιστορίας, αυτό αξίζει ακόμα να το ακούσουμε και όχι κάτι λιγότερο. Όχι ένα μάθημα μετριοπάθειας, βάζοντας περιορισμένες απαιτήσεις για οικονομική βελτίωση, αλλά ένα μάθημα για την επαναστατική επιθυμία, για αυθεντικότητα και αληθινή ανθρώπινη κοινότητα που ενυπάρχει μέσα στους ανθρώπους, για το θάρρος να πολεμήσουμε για τους εαυτούς μας και για τα οράματά μας.

John Connor

(για το περιοδικό Green Anarchy # 57-58, σελ. 14., φθινόπωρο του 1999)

Μετάφραση Κ.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 126, Απρίλιος 2013

[1] R.B. Dobson «Η εξέγερση των αγροτών το 1381», Pitman, Μπαθ, 1970, σ. 42.

[2] Τσαρλς Ομάν, «Η Μεγάλη Επανάσταση του 1381», Greenwood, Νέα Υόρκη, 1906, σ. 375.

[3] «Μεσαιωνική Αίρεση», Malcolm Lambert, Blackwells, Οξφόρδη, 1994 κεφάλαιο 11.

[4] Norman Cohn, «Η αναζήτηση της Χιλιετίας», εκδ. Random, Λονδίνο, 1970, σ. 203.

[5] Rodney Hilton, «Η απελευθέρωση των δέσμιων ανθρώπων», Routledge, Λονδίνο 1988, σ. 223.

[6] Joshua, vi, 18-24.

[7] Ομάν, ό.π., σ. 19.

[8] Hilton, ό.π., σ. σ. 225, 229.

[9] Ό.π., σ. 211.

[10] Cohn, ό.π., σ. 193.

[11] Ό.π., σελ. 193 – 195.

[12] Ό.π., σ. 192

[13] Hilton, ό.π., επιχειρηματολογεί με γλαφυρό τρόπο, σελ. 222-223.

[14] Σκέφτομαι εδώ τον Fra Dolcino και τους οπαδούς του στο Monte Rebello, 1307, ακόμη και με τα ακραία πρότυπα των Πνευματικών Φραγκισκανών, και όχι για αυτό το τάγμα. Damian Thompson, «Το Τέλος του Χρόνου», Random House, Λονδίνο, 1999, σελ. 67-71.

[15] Cohn, ό.π., κεφάλαια 8-9. Τα πιο γνωστά παραδείγματα αυτής της παράδοσης είναι οι Ranters της περιόδου του Αγγλικού Εμφυλίου Πόλεμου. Βλέπε Αl Morton, «Ο Κόσμος των Ranters», Lawrence και Wishart Λονδίνο 1970. Lambert, ό.π., σ. 130 αναφέρεται σε Καθαρούς επισκόπους που μπορεί να σκέφτονταν τον εαυτό τους ότι δεν αμαρτάνουν όταν κάνουν σεξ (συνήθως ταμπού), ήδη από τον 12ο αιώνα.

[16] Fredy Perlman, «Κατά της ιστορίας, κατά του Λεβιάθαν!», Μαύρο και Κόκκινο, Ντητρόιτ, 1983, σ. 212.

[17] Dobson, ό.π., σ. 375.

[18] Perlman, ό.π., σελ. 213.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License