Murray Bookchin: μια νέα προοπτική για τον 21 αιώνα

Στα ογδόντα τέσσερα χρόνια ζωής του, ο Murray Bookchin (1922 – 2006) είχε την ευκαιρία να διατρέξει σαν ριζοσπαστικός κριτικός σχεδόν ολόκληρο το ‘900, αντιμέτωπος με τις κύριες ιδεολογίες του εργατικού κινήματος και στρατευμένος μέσα στα δύο κύρια ρεύματα του, τον μαρξισμό και τον αναρχισμό , σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του.

una nuova prospettiva per il XXI secolo

Δημοσιεύτηκε στις 22 φεβρουαρίου 2018 · in Recensioni ·στις Κριτικές

του Sandro Moiso

Murray Bookchin, LA PROSSIMA RIVOLUZIONE.  Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Από τις λαϊκές συνελεύσεις στην άμεση δημοκρατία, με έναν επίλογο της Ursula K. Le Guin, BFS Edizioni -Εκδόσεις 2018, σελ. 192, € 18,00

Στα ογδόντα τέσσερα χρόνια ζωής του, ο Murray Bookchin (1922 – 2006) είχε την ευκαιρία να διατρέξει σαν ριζοσπαστικός κριτικός σχεδόν ολόκληρο το ‘900, αντιμέτωπος με τις κύριες ιδεολογίες του εργατικού κινήματος και στρατευμένος μέσα στα δύο κύρια ρεύματα του, τον μαρξισμό και τον αναρχισμό , σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του.

Αν και θεωρούσε τον εαυτό του αναρχικό κατά τη δεύτερη και μακρύτερη φάση της ζωής του, ένιωσε όμως την ανάγκη, από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 του εικοστού αιώνα μέχρι το τέλος των ημερών του, να επαναπροσδιορίσει την κριτική του τρόπου παραγωγής που ισχύει ξεκινώντας απ’ το ξεπέρασμα των δύο κυριότερων ιδεολογιών, μαζί με εκείνες που είναι γενικότερα σοσιαλιστικές ή συνδέονται με τον επαναστατικό συνδικαλισμό, για να φτάσει σε μια σύνθεση της επαναστατικής σκέψης που είναι πιο κατάλληλη για να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες που μπορούμε ήδη να δούμε και να προβλέψουμε για τον αιώνα στον οποίον εισήλθαμε εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια.

Το κείμενο που μεταφράστηκε πλέον στα ιταλικά δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στα αγγλικά το 2015 και περιέχει οκτώ δοκίμια γραμμένα μεταξύ 1991 και 2002, καλύπτοντας έτσι το τελικό και ίσως σημαντικότερο μέρος του προβληματισμού και της σκέψης του Bookchin. Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι η εισαγωγή και η ανάπτυξη εντός της ανταγωνιστικής σκέψης του ζητήματος της σχέσης ανθρώπου με το περιβάλλον, όχι μόνο ως πρόβλημα στα πλευρά του επαναστατικού κινήματος ή ως απλό οικολογικό όραμα της πραγματικότητας, αλλά ως κεντρικό και ουσιαστικό σημείο κάθε υπόθεσης μελλοντικού μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και συνύπαρξης με τη φύση. Από εδώ η ανθρώπινη κοινωνία όχι μόνο δεν θα μπορέσει πλέον να οριστεί ως ανταγωνιστική ή κυρίαρχη, αλλά μόνο δεχόμενη να είναι μέρος της, προσαρμόζοντας τις ανάγκες της σε εκείνες του κόσμου και των ειδών που την περιβάλλουν.
Όπως ένα όμορφο μανιφέστο του αγώνα NoTav διακηρύττει: Εμείς δεν υπερασπιζόμαστε τη φύση, είμαστε η φύση που υπερασπίζεται τον εαυτό της.

Το πολιτικό και φιλοσοφικό φαντασιακό του Bookchin δεν επηρεάζεται όμως από τον πρωτογονισμό που θεωρητικοποιήθηκε από κάποιες αναρχικές ομάδες εμπνευσμένες από τη σκέψη του John Zerzan, αλλά ακολουθεί μήτρα μαρξιστικού και διαφωτιστικού ορθολογισμού, [που προέρχεται δηλαδή από τον διαφωτισμό] επειδή ο στόχος δεν είναι να αφήσει πίσω της την επιστημονική σκέψη tout court αλλά να την προσαρμόσει στις πραγματικές ανάγκες της ανθρώπινης κοινότητας και του πλανήτη με τον οποίο συζεί. Ο αμερικανός συγγραφέας υποστηρίζει στην πραγματικότητα την εμπιστοσύνη στην ικανότητα να μπορείς να φτάσεις σε αυτό που ορίζει ως διαλεκτικό φυσιολατρισμό, αυθεντική βάση μιας κοινόχρηστης κοινωνικής οικολογίας και που δεν υπαγορεύεται από τις μόδες ή τις ανάγκες του κεφαλαίου.

“Σε γενικές γραμμές, η κοινωνική κατάσταση που παράγεται από τον σύγχρονο καπιταλισμό δεν συμφωνεί με τις προβλέψεις, απλά ταξικές, που εκτέθηκαν από τον Μαρξ και τους Γάλλους επαναστάτες συνδικαλιστές. Μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο καπιταλισμός υπέστη τεράστιο μετασχηματισμό και δημιούργησε νέα και σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Προβλήματα που ξεπερνούν τα παραδοσιακά αιτήματα του προλεταριάτου για τη βελτίωση των μισθών, του ωραρίου εργασίας και των συνθηκών εργασίας: αφορούν ειδικότερα το περιβάλλον, το φύλο, την ιεραρχία και τα αστικά και δημοκρατικά ζητήματα.[…] Αναπτύσσονται νέες και περίπλοκες αποχρώσεις προσωπικής κατάστασης και συμφερόντων που σήμερα έχουν μεγαλύτερη σημασία από ό, τι είχαν στο παρελθόν. Όλα αυτά καθιστούν τη σύγκρουση μεταξύ μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου που είχε προηγουμένως κεντρική σημασία, γίνονταν κατανοητή και χρησιμοποιούνταν με τρόπο μαχητικό, στρατευμένο από τα παραδοσιακά σοσιαλιστικά κινήματα λιγότερο καθορισμένη. Οι ταξικές κατηγορίες έχουν συγχωνευθεί, συνδυάζονται με τις ιεραρχικές κατηγορίες που βασίζονται στη φυλή, το φύλο, τη σεξουαλική προτίμηση και συγκεκριμένες εθνικές ή περιφερειακές διαφοροποιήσεις. Οι διαφορές ως προς το status και τα ιεραρχικά χαρακτηριστικά τείνουν να συγκλίνουν με τις ταξικές διαφορές, και εμφανίζεται ένας ευρέως διάχυτος καπιταλιστικός κόσμος στον οποίο για την κοινή γνώμη οι εθνοτικές, εθνικές και φυλετικές διαφορές είναι συχνά πιο σημαντικές από τις ταξικές διαφορές.
Ταυτόχρονα, ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει μια νέα αντίφαση, ίσως την πιο σημαντική: τη σύγκρουση μεταξύ μιας οικονομίας που βασίζεται στην απεριόριστη ανάπτυξη και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος”.1

Ακόμη και αν ο Bookchin μερικές φορές φαίνεται λίγο πολύ εντυπωσιασμένος από τον φιλελεύθερο καπιταλισμό των αρχών του εικοστού αιώνα και δεν είναι αρκετά πρόθυμος στην ανάλυση του παρελθόντος και παρόντος της ιμπεριαλιστικής και οικονομικής δυναμικής, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο έργο του βρέθηκε σε θέση να προβλέψει σε μεγάλο βαθμό τα ερωτήματα που επισημάνθηκαν όλο και περισσότερο από την κοινωνία της τρίτης χιλιετίας προσπαθώντας, παράλληλα, να ξεπεράσει τα εύκολα μάντρα και τις υπερβολικές ιδεολογικές απλοποιήσεις που προέρχονται από τις πρακτικές του εικοστού αιώνα, τόσο από τους μαρξιστικούς όσο και στους μπολσεβικούς ή αναρχικούς τομείς-πεδία.

“Καμία από τις αντικαπιταλιστικές ιδεολογίες που διακηρύχθηκαν στο παρελθόν – μαρξισμός, αναρχισμός, συνδικαλισμός και οι διάφορες μορφές σοσιαλισμού – εξακολουθούν να έχουν την ίδια σημασία που είχαν στην προηγούμενη φάση […] Καμιά από αυτές τις ιδεολογίες δεν μπορεί να κατανοήσει πλήρως το πλήθος προβλημάτων, ευκαιριών, άγνωστων μεταβλητών και συμφερόντων που ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει πολλές φορές στην πάροδο του χρόνου.
Επισημαίνοντας τόσο τις ιστορικές όσο και τις υλικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις μιας κοινωνίας νέου τύπου, ο μαρξισμός αποτελεί την πληρέστερη και συνεκτικότερη προσπάθεια να οργανωθεί ένας καλά οργανωμένος σοσιαλισμός. Χρωστάμε πολλά στην προσπάθεια του Μαρξ να μας δώσει μια συνεκτική και διεγερτική ανάλυση των σχέσεων της αγοράς και των σχέσεων μεταξύ της αγοράς και της προοδευτικής σκέψης, καθώς και μια συστηματική κοινωνική θεωρία, μια αντικειμενική ή «επιστημονική» έννοια της ιστορικής ανάπτυξης και μιας πολιτικής στρατηγικής. ευέλικτης. […] Με τον ίδιο τρόπο, ο αναρχισμός αντιπροσωπεύει, ακόμη και στην αυθεντική του μορφή, μια έντονα ατομικιστική προοπτική που προάγει έναν ριζοσπαστικά ελευθεριακό τρόπο ζωής, συχνά σε αντικατάσταση της μαζικής δράσης. Στην πραγματικότητα ο αναρχισμός αντιπροσωπεύει την πιο ακραία διατύπωση της φιλελεύθερης ιδεολογίας, μέχρι τον εορτασμό ηρωικών πράξεων ανυπακοής του Κράτους. Ο αναρχικός μύθος της αυτορρύθμισης – η ριζοσπαστική επιβεβαίωση του ατόμου πάνω ή ακόμη και κατά της κοινωνίας και η προσωπική απουσία ευθύνης για τη συλλογική ευημερία – οδηγεί σε μια επιβεβαίωση μιας παντοδύναμης προσωπικής θέλησης που θα είναι κεντρική στο ταξίδι του Νίτσε.[…] Η τύχη του επαναστατικού συνδικαλισμού έχει επηρεαστεί με διάφορους τρόπους από μια παθολογία που ονομάζεται «εργατισμός» και όσα κατέχει σε ιστορικό, φιλοσοφικό ή πολιτικό επίπεδο τα έχει δανειστεί, συχνά αποσπασματικά και έμμεσα, από τον ΜαρξI “.2

Αυτό που ενώνει τότε, σύμφωνα με τον Bookchin, τα τρία κύρια ρεύματα του αντικαπιταλιστικού κινήματος είναι ότι σχεδόν πάντα μπερδεύουν την «πολιτική» με την κυβέρνηση του Κράτους, χωρίς να καταφέρνουν να κατανοούν πώς το τελευταίο είναι ουσιαστικά προορισμένο να ασκήσει κυριαρχία επί της κοινωνίας από την πλευρά μιας τάξης ή ενός κόμματος, ή ακόμη ενός τρόπου παραγωγής των αξιωματούχων του, περισσότερο από την προώθηση μιας ορθολογικής και κοινόχρηστης οργάνωσης αυτής.

“Ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό της αριστεράς είναι ακριβώς η μαρξιστική, αναρχική και επαναστατική συνδικαλιστική πεποίθηση ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός, κατ ‘αρχήν, μεταξύ της πολιτικής σφαίρας και της κρατικίστικης σφαίρας. Ο Μαρξ δίνοντας έμφαση στο Κράτος-έθνος – συμπεριλαμβανομένου του «εργατικού Κράτους» – ως κέντρο οικονομικής και πολιτικής εξουσίας (καθώς και οι ελευθεριακοί) δεν κατάφερε να δείξει πώς οι εργαζόμενοι μπορούν να ελέγξουν πλήρως και άμεσα το εν λόγω Κράτος χωρίς τη μεσολάβηση μιας ισχυρής γραφειοκρατίας και θεσμικών οργάνων κρατικίστικου τύπου (ή, στην περίπτωση των ελευθεριακών, κυβερνητικών). Ως αποτέλεσμα, οι μαρξιστές αναπόφευκτα συνέλαβαν την πολιτική σφαίρα – την οποία ονόμασαν εργατικό Κράτος – ως κατασταλτική οντότητα, προφανώς θεμελιωμένη στα συμφέροντα μιας μοναδικής τάξης: του προλεταριάτου. […] Οι αναρχικοί έχουν επί μακρόν θεωρήσει κάθε κυβέρνηση ως ένα Κράτος και την καταδίκασαν – μια άποψη που αντιπροσωπεύει τη συνταγή για την εξάλειψη οποιασδήποτε οργανωμένης κοινωνικής ζωής, όποια κι αν είναι. Ενώ το Κράτος είναι το μέσο με το οποίο μια καταπιεστική και εκμεταλλεύτρια τάξη ρυθμίζει και ελέγχει με τρόπο καταναγκαστικό τη συμπεριφορά των εκμεταλλευόμενων τάξεων, μια κυβέρνηση – ή ακόμα καλύτερα, ένα πολιτικό σύστημα – είναι ένα σύνολο θεσμών σχεδιασμένων να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα της κοινοπρακτικής ζωής με τρόπο ομαλό και, ελπίζουν, ισότιμο, δίκαιο. Κάθε θεσμοθετημένη ένωση που αποτελεί ένα σύστημα διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων – με ή χωρίς την παρουσία ενός Κράτους – είναι αναγκαστικά μια κυβέρνηση. Αντίθετα, όλα τα Κράτη, ακόμα και αν είναι στην πραγματικότητα μια μορφή κυβέρνησης, αποτελούν δύναμη καταστολής και ελέγχου της τάξης. Όσο κι αν μπορεί να ενοχλεί τόσο τους μαρξιστές όσο και τους αναρχικούς, η τάξη των καταπιεσμένων απαιτούσε για αιώνες, με ισχυρή φωνή και με δομημένο τρόπο συντάγματα και θεσμούς, υπεύθυνες και ευαίσθητες κυβερνήσεις, ακόμη και νόμους ή nomos, που να την υπερασπίζονται από την άκαμπτη ισχύ των μοναρχών, των ευγενών και των γραφειοκρατών. Η ελευθεριακή αντίθεση-αντιπολίτευση στον νόμο, για να μην αναφέρουμε την κυβέρνηση ως τέτοια, είναι ανόητη […] Αυτό που παραμένει, τελικά, δεν είναι άλλο παρά μια υπολειμματική εικόνα στον αμφιβληστροειδή που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα”.3

Ποια είναι λοιπόν η πρόταση του Bookchin?

“Καθώς εισερχόμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα, οι κοινωνικοί ριζοσπάστες χρειάζονται έναν σοσιαλισμό – ελευθεριακό και επαναστατικό – που να μην είναι ούτε μια παράταση του «ενωτισμού», αγροτικού και βιοτεχνικού τύπου, που βρίσκουμε στο κέντρο του αναρχισμού, ούτε η «εργατολατρεία» » που βρισκόμαστε στο κέντρο του επαναστατικού συνδικαλισμού και του μαρξισμού […] Η προσπάθεια να αναβιώσει ο μαρξισμός, ο αναρχισμός ή ο επαναστατικός συνδικαλισμός, προσδίδοντάς τους μια ιδεολογική αθανασία, θα αποτελούσε ένα εμπόδιο στην ανάπτυξη ενός σημαντικού ριζοσπαστικού κινήματος.[…] Θεωρώ ότι ο κοινοτισμός είναι η καταλληλότερη γενική πολιτική κατηγορία για να κατανοήσουμε πλήρως μια καλά μελετημένη και συστηματική θεώρηση της κοινωνικής οικολογίας […] Ως ιδεολογία, ο κοινοτισμός βασίζεται στην καλύτερη παράδοση των παλαιών αριστερών ιδεολογιών – μαρξισμού και αναρχισμού ή, πιο σωστά, στην ελευθεριακή σοσιαλιστική παράδοση – προσφέροντας της ένα ευρύτερο και αξιόλογο όραμα για την εποχή μας. […] Η επιλογή του όρου communalism, κοινοτισμός για να αντιμετωπίσει τις φιλοσοφικές, ιστορικές, πολιτικές και οργανωτικές συνιστώσες ενός σοσιαλισμού για τον εικοστό πρώτο αιώνα δεν είναι αλόγιστη. Ο όρος προέρχεται από την Κομούνα του Παρισιού του 1871, όταν στη γαλλική πρωτεύουσα ο ένοπλος λαός ανέβηκε στα οδοφράγματα όχι μόνο για να υπερασπιστεί το δημοτικό συμβούλιο του Παρισιού και τις διοικητικές του δομές, αλλά και για να δημιουργήσει μια εθνική συνομοσπονδία πόλεων και χωριών, σε αντικατάσταση του δημοκρατικού έθνους-Κράτους. Ο κοινοτισμός, ως ιδεολογία, δεν μολύνεται από τον ατομικισμό και τον αντι-ορθολογισμό, που είναι συχνά σαφής στον αναρχισμό, ούτε φέρει το βάρος του μαρξιστικού αυταρχισμού που εκφράζεται στον μπολσεβικισμό. Δεν επικεντρώνεται στο εργοστάσιο ως κύριο κοινωνικό του πεδίο ή στο βιομηχανικό προλεταριάτο ως κύριο ιστορικό παράγοντα του και δεν μειώνει τις ελεύθερες κοινότητες του μέλλοντος σe εξωπραγματικές κοινότητες μεσαιωνικού στυλ”.4

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι σημαντικότερες εμπειρίες αγώνα σήμερα, από την Valle di Susa εδώ στην Ιταλία μέχρι το ZAD στη Γαλλία, έχουν κατά κάποιο τρόπο συμμορφωθεί με αυτό το όραμα το οποίο, από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί και ποτέ δεν θα μπορεί να δοθεί για οριστικό μια για πάντα. Ακριβώς όπως δεν μπορεί να είναι τυχαίο το γεγονός ότι το όραμα του Murray Bookchin έχει υιοθετηθεί ή, τουλάχιστον, είναι τόσο κοντά στις μορφές αγώνα και κοινωνικής οργάνωσης που υιοθετήθηκαν στην κουρδική Rojava και επίσης επικυρώθηκαν από τις θεωρίες που εξέφρασε ο Abdullah Öcalan στα μεταγενέστερα του έργα μετά την αναθεώρηση του μαρξισμού-λενινισμού βάσει του οποίου διαμορφώθηκε το PKK.5

Ακριβώς όπως ίσως δεν είναι τυχαίο ότι για να επεξεργαστεί την ιταλική μετάφραση και την εισαγωγή στο κείμενο που δημοσίευσε η BFS υπήρξε ο Martino Seniga, δημοσιογράφος και ανταποκριτής της RAI, ο οποίος ταξίδεψε εκτενώς στο Κουρδιστάν, όπου πραγματοποίησε μια σειρά τηλεοπτικών ρεπορτάζ και διαδικτυακών προγραμμάτων για το web σχετικά με το δημοκρατικό συνομοσπονδιακό σχέδιο στη Συρία (Rojava) και την Τουρκία.

Όπως δήλωσε η Ursula Le Guin, αμερικανή συγγραφέας ουτοπικής επιστημονικής φαντασίας και φεμινίστρια που πρόσφατα απεβίωσε, στον Επίλογο της:

“Σίγουρα σήμερα η φιλοσοφική και κοινωνική σκέψη πρέπει να ασχοληθεί σε αντιστοιχία με την μη αναστρέψιμη υποβάθμιση του περιβάλλοντος που παράγεται από τον αχαλίνωτο καπιταλισμό: ένα προφανές γεγονός για το οποίο η επιστήμη μας μιλάει για περισσότερο από πενήντα χρόνια, ενώ οι τεχνολογικές εξελίξεις προσπαθούν μόνο να το καλύψουν, να το αποκρύψουν. Κάθε πλεονέκτημα που μας έφερε η εκβιομηχάνιση και ο καπιταλισμός, κάθε βελτίωση της επιστήμης, της υγείας, της επικοινωνίας και της ευημερίας ρίχνει πλέον την ίδια θανατηφόρα σκιά. […] Ο καπιταλισμός βασίζεται εξ ορισμού στην ανάπτυξη, όπως λέει ο Bookchin: «για τον καπιταλισμό το να απέχει από την παράλογη ανάπτυξη του θα σήμαινε να διαπράξει κοινωνική αυτοκτονία». Προφανώς πήραμε απλά τον καρκίνο ως πρότυπο του κοινωνικού μας συστήματος.
Η καπιταλιστική επιταγή του «ανάπτυξη ή θάνατος» ριζικά έρχεται σε σύγκρουση με τις οικολογικές επιταγές της αλληλεξάρτησης και της επιβίωσης, της συντήρησης. Αυτά τα δύο οράματα, αυτές οι δυο οπτικές δεν μπορούν πλέον να συνυπάρχουν μεταξύ τους, ούτε μια κοινωνία που βασίζεται στον μύθο αυτής της αδύνατης συνύπαρξης μπορεί να επιβιώσει. Είτε θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε μια οικολογική κοινωνία είτε δεν θα υπάρξει πλέον κοινωνία για κανέναν, ανεξάρτητα από το καθεστώς της, το status της.
Ο Murray Bookchin έχει περάσει τη ζωή του εναντίον του αρπακτικού πνεύματος του καπιταλισμού του «αναπτυσσόμενοι ή πεθαίνοντας». Τα οκτώ δοκίμια που συνθέτουν αυτό το βιβλίο αντιπροσωπεύουν τη σύνθεση του έργου του: τα θεωρητικά θεμέλια για μια οικολογική, ισότιμη και δημοκρατική κοινωνία, με μια πρακτική προσέγγιση για την υλοποίησή της. Αναλύει τις αποτυχίες των παλαιών κινημάτων για κοινωνική αλλαγή, επαναφέρει την προοπτική της άμεσης δημοκρατίας και, στο τελευταίο κεφάλαιο, σχεδιάζει το σχέδιό του να μετατρέψει την παγκόσμια περιβαλλοντική κρίση σε μια ευκαιρία να ξεπεράσει τις παλιές, μπαγιάτικες ιεραρχίες φύλου, φυλής, τάξης και έθνους, την ευκαιρία να βρούμε μια ριζική θεραπεία για το «κακό» που κυβερνά το κοινωνικό μας σύστημα. Διάβασα αυτό το βιβλίο με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη”.6

Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερα λόγια για να κλείσω αυτή την ανασκόπηση.

  1. M. Bookchin, Il progetto comunalista (novembre 2002), in LA PROSSIMA RIVOLUZIONE, pp. 32-33  
  2. Bookchin, op.cit. pp. 34-37  
  3. pp. 38-39  
  4. pp. 39-41  
  5. Sulle interrelazioni tra il pensiero di Abdullah Öcalan quello di Murray Bookchin, si veda Janeth Biehl, Dallo Stato-nazione al comunalismo. Murray Bookchin, Abdullah Öcalan e le dialettiche della democrazia, Edizioni Tabor 2015  
  6. Ursula K. Le Guin, Postfazione, pp.180-181  
 
 

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License