Επανάσταση μέσα στην επανάσταση; Κροστάνδη, 1921

“Από τη Ρωσική Επανάσταση, όπως κι απ' όλα τα μεγάλα γεγονότα, μπορούν να αντληθούν χρήσιμα διδάγματα. Πολλοί σύντροφοι όμως φαίνεται ότι εξήγαγαν απ' αυτήν απλώς το δίδαγμα που προσέφεραν οι μπολσεβίκοι σχετικά με το πώς κατακτάται η εξουσία και με το πώς υποδουλώνεται η βούληση των μαζών στην αυθαιρεσία των αφεντικών της δικτατορίας του προλεταριάτου. Απεναντίας, στη δράση των μπολσεβίκων εμείς επιβεβαιώσαμε τις ιδέες μας, αλλά εκ του αντιθέτου”.   Diego Abad de Santillan, Ένα Ελευθεριακό Πρόταγμα

post image

Αλλά οι αντιεξουσιαστές απαιτούν να καταργηθεί το κράτος μονομιάς, πριν ακόμα κι από την εξάλειψη των κοινωνικών συνθηκών στις οποίες οφείλεται η γένεση του. Απαιτούν η πρώτη πράξη της κοινωνικής επανάστασης να είναι η κατάργηση της εξουσίας. Έχουν δει ποτέ αυτοί οι κύριοι μια επανάσταση; Η επανάσταση είναι πέρα από κάθε αμφιβολία το πιο αυταρχικό πράγμα που υπάρχει”.

F. Engels, Περί Εξουσίας

Από τη Ρωσική Επανάσταση, όπως κι απ' όλα τα μεγάλα γεγονότα, μπορούν να αντληθούν χρήσιμα διδάγματα. Πολλοί σύντροφοι όμως φαίνεται ότι εξήγαγαν απ' αυτήν απλώς το δίδαγμα που προσέφεραν οι μπολσεβίκοι σχετικά με το πώς κατακτάται η εξουσία και με το πώς υποδουλώνεται η βούληση των μαζών στην αυθαιρεσία των αφεντικών της δικτατορίας του προλεταριάτου. Απεναντίας, στη δράση των μπολσεβίκων εμείς επιβεβαιώσαμε τις ιδέες μας, αλλά εκ του αντιθέτου”.

Diego Abad de Santillan, Ένα Ελευθεριακό Πρόταγμα

 

Η πολεμική γύρω από την εξέγερση της Κροστάνδης διεξάγεται με αμείωτη ένταση εδώ και περίπου εκατό χρόνια και δεν λέει να κοπάσει. Κι ενώ έχουν γραφτεί πλήθος χρονικά, ιστορικές αφηγήσεις και πολιτικές ερμηνείες σχετικά με τα γεγονότα, ακόμα και σήμερα βρισκόμαστε ελάχιστα πιο κοντά σε μια οριστική ετυμηγορία της ιστορίας αναφορικά με όσα έλαβαν χώρα στο εξεγερμένο φρούριο τον Μάρτη του 1921. Αυτό συμβαίνει κατά την γνώμη μου επειδή στο ζήτημα της Κροστάνδης συγκρούονται δύο αντιδιαμετρικά αντίθετες κοσμοθεωρίες και δύο ριζικά διαφορετικές αντιλήψεις για την κοινωνική επανάσταση. Και κάθε καινούρια ανάλυση που γράφεται για την εξέγερση είναι υποχρεωμένη εκ των πραγμάτων να ταχθεί με το μέρος της μιας, ή της άλλης πλευράς. Να διαμορφώσει τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα κατά τρόπο ώστε να ενσωματωθεί χωρίς δυσκολία σε ένα από τα δύο αντιμαχόμενα ρεύματα ιστορικής ερμηνείας της Κροστάνδης. Έτσι, μια ιστορική εμπειρία κομβικής πολιτικής σημασίας που θα μπορούσε να αποτελέσει το εφαλτήριο για μια προσπάθεια δημιουργικής αναθεώρησης κάποιων από τις αναλυτικές κατηγορίες και τα θεωρητικά εργαλεία τόσο της ετερόνομης, όσο και της αυτόνομης πολιτικής σκέψης, μεταμορφώνεται στο αντίθετο της. Μετατρέπεται σε συντελεσμένο “γεγονός” παγωμένο στον χρόνο, μια ακολουθία από συμβάντα που διαδέχονται μηχανικά το ένα το άλλο και που ενσαρκώνουν στην ολότητα τους τα ιδεολογικά στερεότυπα των αντιμαχόμενων πολιτικών παραδόσεων ως προς τα ζητήματα της αντισυστημικής κοινωνικής αλλαγής.

Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αποδώσουμε την ίδια ιστορική και πολιτική αξία σε αμφότερες τις ιδεολογικές αφηγήσεις. Οι εξουσιαστές σοσιαλιστές, οπαδοί του κρατισμού και του συγκεντρωτισμού, υφάρπαξαν μια υπαρκτή ιστορική εμπειρία και την κακοποίησαν θεωρητικά, μέχρι το σημείο που την έκαναν αγνώριστη, προκειμένου να χωρέσουν τις ιδεοληψίες τους στην επικρατούσα άποψη για τα γεγονότα. Από την άλλη, οι αναρχικοί και οι ελευθεριακοί σοσιαλιστές εκκινούν και αυτοί από την ιστορική εμπειρία της Κροστάνδης προκειμένου να δώσουν πνοή στις οντολογικές κατηγορίες της κοσμοθεωρίας τους και να επιβεβαιώσουν ότι η εναλλακτική πολιτική παράδοση της αυτονομίας είναι εκείνη που εκφράζει και υπερασπίζεται τα πραγματικά συμφέροντα και τις επιθυμίες των μαζών. Αναμφίβολα, υπάρχει μια ποιοτική διαφορά ανάμεσα στις δύο ιδεολογικοποιημένες προσεγγίσεις. Οι αναρχικοί δεν χρειάστηκε ποτέ να καταφύγουν σε μια εκτεταμένη παραχάραξη της ιστορίας για να αποδείξουν την βασιμότητα των πεποιθήσεων τους. Αντίθετα, οι απανταχού κρατιστές , επιστράτευσαν τις συκοφαντίες και τα απροκάλυπτα ψέματα προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τις εγκληματικές ενέργειες τους. Κατόπιν τούτου, το μόνο που είχαν να κάνουν οι ελευθεριακοί ήταν να υπερασπιστούν την διυποκειμενική εκδοχή της ιστορίας ενάντια στις χοντροκομμένες και μονόπλευρες διαστρεβλώσεις της σταλινικής ιστοριογραφίας, για να δώσουν στα επιχειρήματα τους την βαρύτητα της ιστορικής επαλήθευσης. Πράγματι, η κυβερνητική προπαγάνδα των μπολσεβίκων αναγκάστηκε να εξυφάνει μια ολόκληρη θεωρία συνωμοσίας με πρωταγωνιστές καταχθόνιους μυστικούς πράκτορες ξένων δυνάμεων και αμετανόητους αντιδραστικούς στρατηγούς του παλαιού καθεστώτος, προκειμένου να πείσει τους υποστηρικτές της να βαδίσουν ενάντια στους εξεγερμένους και να καταστείλει με αυτόν τον τρόπο στη γέννηση τους, τις ενδεχόμενες φυγόκεντρες δυνάμεις που θα μπορούσε να βάλει σε κίνηση η εξέγερση ενάντια στη συνοχή του σοβιετικού καθεστώτος.1

Γιατί πώς αλλιώς μπορούσε ένα καθεστώς το οποίο υποτίθεται πως αντλούσε την νομιμοποίηση του από την αφοσίωση του στην υπόθεση της κοινωνικής επανάστασης και την άμεση σχέση που διατηρούσε με τις προλεταριακές μάζες, να δικαιολογήσει μια στρατιωτική εκστρατεία με σκοπό την καταστολή και τον σφαγιασμό των προλετάριων που είχαν σηκώσει ξανά τα λάβαρα της επανάστασης στην Κροστάνδη; Ο A. Badiou έχει γράψει ότι ο “λαός” υπάρχει στον βαθμό που ένα τμήμα του συνέρχεται για να συγκροτηθεί δυναμικά σαν συλλογικό υποκείμενο και να παραγάγει νέες μορφές θεσμικής συνύπαρξης και αυτό ακριβώς είναι που συμβαίνει σε όλες τις λεγόμενες προεπαναστατικές ή επαναστατικές περιόδους.2 Σε τέτοιες περιόδους κοινωνικής αναταραχής, τα λαϊκά στρώματα διακατέχονται πάντοτε από μια έντονη πίστη στη δημιουργική ικανότητα τους, αλλά και στο απεριόριστο δικαίωμα της αυτοθέσμισης που τους ανήκει, και το οποίο εκπορεύεται από έναν αυξημένο βαθμό ταξικής συνειδητοποίησης και την επίγνωση ότι δεν υπάρχει κανένας εξωτερικός “σωτήρας” που θα φροντίσει για αυτούς. Ανατρέχοντας προσεκτικά στο χρονικό της εξέγερσης, ο αναγνώστης εντυπωσιάζεται αμέσως από την εμπιστοσύνη που φαίνεται πως είχαν οι μάζες στα συλλογικά όργανα τους, την ετοιμότητα τους να συνέλθουν σε σώμα, να συγκροτήσουν επιτροπές και να στείλουν εντολοδόχους για να πληροφορηθούν από πρώτο χέρι τα τεκταινόμενα. Εδώ φαίνεται πως έχουμε να κάνουμε με έναν ζωντανό κοινωνικό οργανισμό και μια καθιερωμένη μορφή οριζόντιας διασύνδεσης και αμφίδρομης επικοινωνίας ανάμεσα στις συνελεύσεις των σοβιέτ.

Μέσα σε μια τέτοια συγκυρία, όπου η ταξική συνείδηση των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων έχει αφυπνιστεί και κυριαρχεί το αίσθημα της συλλογικής υπευθυνότητας, το κάθε όργανο αυτοθέσμισης της κοινωνίας έχει δικαίωμα να αναλάβει την πρωτοβουλία ως προς μια ορισμένη δράση και να την υποβάλλει στην κρίση των υπολοίπων συλλογικών οργάνων με τα οποία σχηματίζει μια ισότιμη και ελεύθερη ένωση. Μοναδική προϋπόθεση σ' αυτή την περίπτωση, είναι οι αναληφθείσες ενέργειες να είναι σύμφωνες με την αρχή της αμοιβαίας λογοδοσίας, δέσμευση που το σοβιέτ της Κροστάνδης καθόλου δεν αθέτησε με τα πεπραγμένα του. Για να καταπολεμήσουν αυτή τη βαθιά ριζωμένη πίστη των υποτελών στρωμάτων στη δημιουργική δύναμη της αυτενέργειας και στην ηθική ανωτερότητα της υπόθεσης τους, ήταν λογικό ότι οι κομμουνιστές αναγκάστηκαν να παρουσιάσουν εξαρχής τους εξεγερμένους σαν κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που ήταν στην πραγματικότητα. Υιοθετώντας μια τακτική που έμελλε να επαναληφθεί αρκετές φορές στο μέλλον από τους σταλινικούς, ο Λένιν και το επιτελείο του των “επαγγελματιών επαναστατών” βάφτισαν τους ναύτες, τους εργάτες και τα προλεταριακά στρώματα της Κροστάνδης συλλήβδην “εχθρούς του λαού”, μόνο και μόνο επειδή διατράνωσαν χωρίς περιστροφές πως δεν ήταν πλέον διατεθειμένοι να υποταχτούν άνευ όρων στην δικτατορική εξουσία των μπολσεβίκων.

 

Το “κρυμμένο νόημα” των γεγονότων

Πίσω από αυτά τα μάλλον επουσιώδη ζητήματα που εμπεριέχονται στις γελοίες κατηγορίες και την λάσπη που εκτόξευσε με το κιλό η σταλινική νομενκλατούρα ενάντια στην εξέγερση, ελλοχεύουν πολύ πιο σημαντικές κριτικές, που σε τελική ανάλυση, έχουν να κάνουν με τα συντηρητικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στον ίδιο τον ορθόδοξο μαρξισμό των μπολσεβίκων, αλλά και με την βιωσιμότητα του αναρχικού προτάγματος ως στρατηγικής για τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σε ελευθεριακά πρότυπα. Κάποιος που διατηρεί έστω και κάποια ψήγματα εμπιστοσύνης στην ικανότητα των ατομικών, αλλά και των συλλογικών υποκειμένων να ενεργούν αυτοστοχαστικά και με γνώμονα την αυτοπραγμάτωση των συλλογικών επιθυμιών τους, πραγματικά αγανακτεί μπροστά στην έπαρση με την οποία ο Τρότσκυ, σαν άλλος μεσαιωνικός μύστης που μέσω της απόκρυφης επιστήμης του μαρξισμού έχει αποκτήσει πρόσβαση στη μοναδική ιστορική “αλήθεια” και είναι σε θέση να διαυγάσει το “κρυμμένο νόημα” των γεγονότων, αποκηρύσσει τους εξεγερμένους και υπεραμύνεται κυνικά της μαζικής δολοφονίας τους.

Ο Καστοριάδης είχε γράψει παλιότερα για τη συμβιωτική σχέση αλληλεξάρτησης που υπήρχε ανάμεσα στο ετερόνομο θεωρητικό σύμπαν του μαρξισμού και στις θεσμοποιημένες κοινωνικές ιεραρχίες που αναπαράγουν την ανισοκατανομή της δύναμης στο σύστημα του κρατικιστικού σοσιαλισμού: “Ακολουθώντας την 'επαναστατική θεωρία', το κόμμα 'κατέχει' τη θεωρητική αλήθεια – και τις 'πραχτικές αλήθειες', που απορρέουν από την εφαρμογή της. Έτσι, έχει και τη δυνατότητα και το δικαίωμα να κρίνει, να καθορίζει, να διευθύνει τη 'δράση' της εργατικής τάξης προς την απελευθέρωση της. Το κόμμα ξέρει, π.χ., ότι οι εργάτες, κάνοντας το τάδε πράγμα, δρουν ως εργάτες, με το ρόλο που τους αποδίδει η θεωρία, ανταποκρίνονται στην ουσία της εργατικής τάξης – ενώ αν κάνουν κάτι άλλο, μια απεργία π.χ. με την οποία δεν συμφωνεί, δεν είναι παρά 'εμπειρικοί' εργάτες, που δεν αντιπροσωπεύουν 'αληθινά' και 'ουσιαστικά' το προλεταριάτο. Έτσι φτάνουμε στην αλληλεγγύη και στη συνενοχή της 'θεωρίας' και του πραγματικού θεσμού”.3 Κάνοντας χρήση των “κυριαρχικών δικαιωμάτων” που απορρέουν από την ανώτερη γνώση του, ο Τρότσκι αποφαίνεται με στόμφο ότι δεν έχουν την παραμικρή σημασία οι διακηρυγμένες προθέσεις ή το πολιτικό πρόγραμμα που εμφανίζεται να υποστηρίζει ένα κίνημα στην επιφάνεια. Πρωτίστως σημασία έχει το ταξικό υπόβαθρο και η κοινωνική του προέλευση. Και φυσικά μόνο όσοι κατέχουν τα μυστικά της μαρξιστικής κοινωνικής επιστήμης είναι σε θέση να διεισδύσουν στην εσώτερη ουσία των πραγμάτων και να αποκαλύψουν τα “αντικειμενικά” κίνητρα που καθορίζουν τη συμπεριφορά των κοινωνικών υποκειμένων, ακόμη κι όταν ούτε τα ίδια τα κοινωνικά υποκείμενα δεν συνειδητοποιούν πλήρως τις αντικειμενικές δυνάμεις που τα σπρώχνουν προς τη δράση.

Μακριά από εμάς η οποιαδήποτε απόπειρα απαξίωσης της χρησιμότητας και της αναγκαιότητας της ταξικής ανάλυσης για τη διαμόρφωση μιας απελευθερωτικής κοινωνικής θεωρίας. Ωστόσο, από ένα σύνολο θεωρητικών αρχών και αναλυτικών εννοιών που αντικείμενο τους ήταν η μελέτη του καπιταλισμού ως οικονομικού συστήματος, αλλά και ως ετερόνομης κοινωνικής ολότητας που κατοχυρώνει τις ταξικές διακρίσεις κι έναν ιεραρχικό καταμερισμό εργασίας στο εσωτερικό του, ο ορθόδοξος μαρξισμός του Τρότσκι καταντάει μια ιδεολογικοποιημένη αναπαράσταση της κοινωνικής πραγματικότητας. Εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν μαρξισμό γυρισμένο ανάποδα και στερεωμένο στο κεφάλι του. Ο Τρότσκι συνάγει, μάλλον αυθαίρετα, από το περιεχόμενο του πολιτικού προγράμματος του εξεγερσιακού κινήματος της Κροστάνδης, την κοινωνική ιδιοσυστασία και την ταξική του σύνθεση, αντί να εφαρμόσει μια κοινωνιολογική ανάλυση στις δυνάμεις που απάρτιζαν το κίνημα και στον τρόπο που αυτές εκφράστηκαν πολιτικά. Έτσι, με τρόπο οριστικό και αμετάκλητο, ένα ολόκληρο κοινωνικό κίνημα αφορίζεται σαν “μικροαστικό” ή “αντεπαναστατικό”, εφόσον τυχαίνει ο πολιτικός προσανατολισμός και οι οργανωτικές δομές του να διαφοροποιούνται από τις επιταγές του μ-λ ιερατείου αναφορικά με αυτά τα ζητήματα. Ο Τρότσκι από την πλευρά του, εύκολα συμπέρανε ότι οι εξεγερμένοι αντιπροσώπευαν πολιτικά τα πιο συντηρητικά και οπισθοδρομικά ρεύματα της καπιταλιστικής αντεπανάστασης. Η συλλογιστική του γκουρού του επιστημονικού σοσιαλισμού είναι μάλλον απλή. Οτιδήποτε υποχωρεί μπροστά στην αναγκαιότητα της κομματικής δικτατορίας και υποτάσσεται σε αυτή άνευ περαιτέρω διατυπώσεων, είναι ωφέλιμο από επαναστατικής άποψης και, φυσικά, αυθεντικά “προλεταριακό”. Από την άλλη, αν κάποια πολιτική οργάνωση, φορέας ή κίνημα τολμά να αντιστέκεται στην “δικτατορία του προλεταριάτου”, ιστορικός φορέας και αποκλειστικό όργανο της οποίας είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα, τότε βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε ευθεία σύγκρουση με τα “αντικειμενικά” συμφέροντα της εργατικής τάξης και γι' αυτό δεν μπορεί παρά να είναι το πολιτισμικό προϊόν της “καθυστερημένης” και “αποβλακωμένης” αγροτιάς. Και βέβαια ο κομισάριος πολέμου κρατάει για τον εαυτό του το δικαίωμα να αποφασίζει ποια τάση της κοινωνίας θα συνεχίσει να υπάρχει και ποια θα αφανιστεί, ρίχνοντας καταπάνω της τη θηριώδη δύναμη του μονοπωλίου της οργανωμένης βίας που διαθέτει το κράτος. Δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με την αναρχική Λουίζ Μισέλ που κάποτε είχε γράψει: “...όμως μισώ αυτούς που αντί να σκοτώσουν έναν, και να τους στείλουν γι' αυτό στα κάτεργα, σκοτώνουν χιλιάδες, και γίνονται κυβέρνηση”.4

Εξάλλου, σύμφωνα με τον Τρότσκι, οι ναύτες που τέθηκαν επικεφαλής της αντικυβερνητικής εξέγερσης του 1921, δεν ήταν οι ίδιοι με εκείνους που το 1917 λειτούργησαν αυθόρμητα σαν ταξική πρωτοπορία ανάμεσα σε εκείνα τα τμήματα του στρατού που τάχθηκαν ενεργά με το μέρος της προλεταριακής επανάστασης. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά:

“Ναι, ή Κροστάνδη είχε γράψει μια ηρωική σελίδα στην ιστορία της επανάστασης. Αλλά ο εμφύλιος πόλεμος σηματοδότησε τον συστηματικό αποδεκατισμό του πληθυσμού της Κροστάνδης και ολόκληρου του στόλου της Βαλτικής. Από την εποχή κιόλας της εξέγερσης του Οκτώβρη, εκστρατευτικά σώματα που αποτελούνταν από τους ναύτες της Κροστάνδης είχαν σταλεί για να βοηθήσουν την Μόσχα. Κατόπιν τούτου, άλλα αποσπάσματα στάλθηκαν στον Ντον, στην Ουκρανία για να κατασχέσουν ψωμί και να οργανώσουν την τοπική σοβιετική εξουσία. Αρχικά, φαινόταν ότι η πηγή της Κροστάνδης σε ανθρώπινο δυναμικό ήταν ανεξάντλητη. Ευρισκόμενος σε διαφορετικά μέτωπα, έστειλα πολλές ντουζίνες τηλεγραφήματα κινητοποιώντας νέα και “αξιόπιστα” εκστρατευτικά σώματα στελεχωμένα από τους εργάτες της Αγ. Πετρούπολης και τους ναύτες της Βαλτικής. Αλλά από τις αρχές του 1918 και μετά, και σε κάθε περίπτωση όχι αργότερα από το 1919, παράπονα άρχισαν να έρχονται από τα μέτωπα ότι τα νέα συντάγματα που είχαν σταλεί από την Κροστάνδη δεν ήταν ικανοποιητικά, ότι ήταν μαλθακά, απείθαρχα, αναξιόπιστα στην μάχη και ότι έκαναν περισσότερο κακό παρά καλό. Μετά την τελική ήττα του Yudenich (τον χειμώνα του 1919), ο στόλος της Βαλτικής και το φρούριο της Κροστάνδης είχαν απογυμνωθεί από όλες τις επαναστατικές δυνάμεις. Όλα τα στοιχεία που εξακολουθούσαν να έχουν κάποια χρησιμότητα είχαν ριχτεί εναντίον του Denikin στον νότο. Αν το 1917-18 ο ναύτης της Κροστάνδης έστεκε ομολογουμένως ψηλότερα από τον μέσο όρο του Κόκκινου Στρατού και συνεισέφερε τον σκελετό τόσο των πρώτων στρατιωτικών αποσπασμάτων όσο και του Σοβιετικού καθεστώτος σε πολλές περιφέρειες, οι ναύτες που παρέμειναν στην “ειρηνική” Κροστάνδη μέχρι την αρχή του 1921, χωρίς να χωρούν σε κανένα από τα μέτωπα του εμφυλίου πολέμου, βρισκόντουσαν τώρα σε ένα επίπεδο αρκετά πιο κάτω από το μέσο επίπεδο του Κόκκινου Στρατού, και περιλάμβαναν ένα μεγάλο ποσοστό από εντελώς εκφυλισμένα στοιχεία, που κυκλοφορούσαν εδώ κι εκεί με παντελόνια-καμπάνες και μοδάτα κουρέματα”.5

Στην εισαγωγή που συνέγραψε για την μπροσούρα της Ida Mett με θέμα την Κροστάνδη, ο Murray Bookchin χαρακτήρισε “αξιοκαταφρόνητη” την απόπειρα αυτή του Τρότσκυ να τεκμηριώσει τον “αντικειμενικά” αντιδραστικό χαρακτήρα της εξέγερσης με βάση μια σειρά από ψευτοεπιστημονικά κοινωνιολογικά-ταξικά κριτήρια.6 Από την μεριά μας, νομίζω ότι θα ήταν αρκετό να παρατηρήσουμε πως η παραγωγική βάση της ρωσικής οικονομίας ήταν πρωτίστως αγροτική το 1917, όπως εξακολουθούσε να είναι και το 1921. Συνακόλουθα, η Ρωσία ήταν μια κοινωνία αγροτική το 1917, όπως ήταν και το 1921. Η συντριπτική πλειοψηφία των επαναστατών ναυτών με την οξυμένη ταξική συνείδηση, οι οποίοι βομβάρδισαν με τα κανόνια τους τα χειμερινά ανάκτορα το 1917, δεν προέρχονταν από τους διαλεγμένους απογόνους των βιομηχανικών εργατών της Αγ. Πετρούπολης, αλλά ήταν νεαροί με καταγωγή από την ύπαιθρο, οι οποίοι είχαν κοινωνικοποιηθεί σύμφωνα με τις αντιλήψεις, τις παραδόσεις και το πολιτισμικό υπόβαθρο της “καθυστερημένης” ρωσικής αγροτιάς. Αυτό άλλωστε είναι κάτι που δεν αμφισβητεί και ο ίδιος ο Τρότσκι, ο οποίος αναλύοντας τον πολιτικό συσχετισμό των δυνάμεων στις γραμμές του εξεγερμένου στρατεύματος της Κροστάνδης την περίοδο της επανάστασης, παραδέχεται ότι τόσο στο φρούριο όσο και στον στόλο της Βαλτικής, κυριαρχούσαν το αγροτικό κόμμα των Σοσιαλεπαναστατών και οι αναρχικοί.7 Αν ανάμεσα στο 1917 και το 1921 υπήρξε μια μεταστροφή της αγροτιάς απέναντι στην κυβέρνηση των μπολσεβίκων, αυτό δεν σημαίνει ότι είχαν αλλάξει και οι διαθέσεις της απέναντι στην σοσιαλιστική επανάσταση αυτή καθαυτή.

Το 1917 ήταν η αλληλεπίδραση του στόλου και του φρουρίου της Κροστάνδης με την κοινωνική πάλη και τις ριζοσπαστικές ιδέες του εξεγερμένου προλεταριάτου της Αγ. Πετρούπολης, η οποία άσκησε αποφασιστική επίδραση στην πολιτική εξέλιξη των ναυτών και στην βαθμιαία προσχώρηση τους στο αντισυστημικό στρατόπεδο των επαναστατών σοσιαλιστών. Το 1921, η αμφίδρομη αυτή σχέση ανάμεσα στα δύο κέντρα της κοινωνικής επανάστασης, εξακολούθησε να παίζει καθοριστικό ρόλο για τις διαθέσεις που επέδειξε η Κροστάνδη να ξεσηκωθεί και να ανατρέψει την καταπίεση των κρατιστών. Αν κανείς ανατρέξει στο χρονικό της εξέγερσης όπως το κατέγραψαν ο Berkman, η Mett και άλλοι αναρχικοί συγγραφείς, θα αποκομίσει την εντύπωση ότι η εξέγερση των ναυτών και των λαϊκών στρωμάτων της Κροστάνδης, αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό την ευθεία προέκταση της εργατικής αναταραχής που επικράτησε στην Αγ. Πετρούπολη και την πολιτική μορφή που πήρε το κίνημα των άγριων απεργιών που είχε ξεσπάσει από-τα-κάτω και είχε συνταράξει τα μεγαλύτερα εργοστάσια του βιομηχανικού κέντρου της χώρας το αμέσως προηγούμενο διάστημα.8 Οι απεργίες αυτές συνιστούσαν την πρώτη οργανωμένη απόπειρα αντίστασης και αυτονόμησης του βιομηχανικού προλεταριάτου από την βούληση του πολιτικού κόμματος που υποτίθεται ότι κυβερνούσε εξ ονόματος του, αλλά και την πρώτη απόπειρα έμπρακτης αμφισβήτησης της θεσμοποιημένης κυριαρχίας του κρατικού μηχανισμού πάνω στα σοβιέτ των εργαζομένων. Όπως πολύ όμορφα το έθεσε ο Diego Abad de Santillan σε ένα μεταγενέστερο πόνημα του, “...εμείς οι αναρχικοί δεν θέτουμε ως υπέρτατη επιδίωξη μας το να απελευθερωθούμε ως μέλη μιας καθορισμένης κατηγορίας εργαζομένων, αλλά ως άνθρωποι. Δηλαδή δεν πιστεύουμε ότι ο καπιταλισμός είναι ο μοναδικός ούτε ο ισχυρότερος εχθρός. Ο καπιταλισμός είναι καρπός της ιδέας της αυθεντίας. Η επανάσταση που θα μας ελευθερώσει και θα ελευθερώσει και τους ομοίους μας οφείλει να είναι μια επανάσταση ενάντια στην αρχή της αυθεντίας, διαφορετικά δεν θα δούμε ποτέ την γη της επαγγελίας”.9

Από αυτήν την άποψη, η Κροστάνδη όχι μόνο δεν ήταν μια αντεπανάσταση των μικροαστών με έσχατη επιδίωξη την αποκατάσταση του καπιταλισμού στη Ρωσία, αλλά αντίθετα, υπήρξε ο θεματοφύλακας της πρωτοπορίας της επανάστασης. Ένα αμεσοδημοκρατικό κίνημα από-τα-κάτω που αντιλαμβανόταν σαν ιερή αποστολή του να διαφυλάξει την ουσία της επαναστατικής διαδικασίας, η οποία παρά τις στρατιωτικές νίκες των “κόκκινων” στον εμφύλιο πόλεμο, στο κοινωνικό πεδίο είχε υποστεί απανωτές ήττες και πισωγυρίσματα, και να διεκδικήσει εκ νέου την αυτοτέλεια των δομών αυτοθέσμισης του κινήματος από το κτήνος της εξουσίας που είχε αρχίσει πάλι να αναδεύεται. Το κτήνος αυτό της ετερονομίας είχε τραπεί σε φυγή προσωρινά το 1917-8 χάρη στις θυσίες των προλεταριακών μαζών, όμως τώρα είχε περιβληθεί τον μανδύα του “εργατικού κράτους” και είχε επιστρέψει πιο αδηφάγο και πιο αγριεμένο από πριν. Καταβρόχθιζε διαρκώς αρμοδιότητες από τα όργανα της μαζικής κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης και άλλαζε, αργά αλλά μεθοδικά, τον συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος της εξουσίας, του συγκεντρωτισμού και της απολυταρχίας. Η εξέγερση των ναυτών ενάντια στο ετερόνομο κομμουνιστικό καθεστώς δεν ήταν δείγμα πολιτικού οπορτουνισμού, ανωριμότητας ή ανομολόγητων αντιδραστικών φιλοδοξιών, όπως εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να διατείνονται οι οπαδοί του Τρότσκι. Ίσα, ίσα είναι η μοναδική απόδειξη που διαθέτουμε ότι, για μια σύντομη στιγμή μέσα στον ιστορικό χρόνο, η κοινωνία-που-σκέφτεται-για-τον-εαυτό-της και που παλεύει για τις επιθυμίες της υπήρξε μια χειροπιαστή, υλική πραγματικότητα. Ήταν η ετοιμότητα που επέδειξαν οι προλετάριοι να αντισταθούν στην περαιτέρω υποβάθμιση της ταξικής αυτονομίας τους και να συμπεριφερθούν σαν ανεξάρτητα και αυτοστοχαστικά κοινωνικά υποκείμενα που αποδεικνύει ότι στην Κροστάνδη, η οποία αποτελούσε λίκνο του λαϊκού ξεσηκωμού του Οκτώβρη, η ταξική αφύπνιση που είχε επιφέρει η επανάσταση δεν είχε καταντήσει νεκρό γράμμα, αλλά παρέμενε το κεντρικό σημείο αναφοράς του κοινωνικού φαντασιακού, του αξιακού συστήματος και της καθημερινής ζωής των ναυτών. Συνιστά απόδειξη ότι στην Κροστάνδη το κοινωνικό παράδειγμα που κατείχε την ηγεμονία ήταν αυτό της αυτονομίας, τουλάχιστον μέχρι τον Μάρτη του 1921.

 

Ο λενινισμός ως παρέκκλιση

Ας υποθέσουμε ωστόσο ότι η δεσποτική διακυβέρνηση των μπολσεβίκων είχε κάποιον ρόλο να επιτελέσει μέσα στη διαδικασία της κοινωνικής αλλαγής που θα οδηγούσε στην οριστική υπέρβαση του καπιταλισμού στην Ρωσία. Να δεχτούμε ακόμη ότι η συνειδητή τους τάση προς μια συγκεντροποίηση του συνόλου των κοινωνικών λειτουργιών από-τα-πάνω και η συγκέντρωση ολοένα και μεγαλύτερων εξουσιών στα χέρια τους, επέτρεψε στους μπολσεβίκους να βγουν νικητές από την εμφύλια σύρραξη, να αποκρούσουν τις εισβολές των ιμπεριαλιστικών στρατευμάτων και με αυτόν τον τρόπο, να βάλουν τις βάσεις για τη μετάβαση στο νέο καθεστώς. Αυτό με κανέναν τρόπο δεν συνεπάγεται ότι η “επανάσταση” βγήκε αλώβητη από αυτή την ιστορική διαδικασία. Ούτε σημαίνει ότι ένας πυρήνας από αγνές προλεταριακές κατακτήσεις, με την έννοια της διατήρησης των δομών συλλογικού αυτοκαθορισμού στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πεδίο, επιβίωσε χάρη στον αναγκαίο βαθμό συγκεντρωτισμού που επέβαλλαν οι μπολσεβίκοι. Συγκεντρωτισμός και αποκέντρωση δεν μπορούν να συνυπάρξουν επί ίσοις όροις κάτω από τη σκέπη του ίδιου πολιτικού κινήματος, ούτε μπορούν να εναλλάσσονται ανάλογα με τις ανάγκες που ανακύπτουν σε κάθε φάση εξέλιξης της επαναστατικής διαδικασίας. Ο M. Buber έσφαλε όταν ισχυρίστηκε ότι η ετερονομία και η αυτονομία δεν συνιστούσαν δύο υπαρξιακά αντίθετους πόλους, αλλά αλληλοσυμπληρούμενα μεγέθη που μπορούσαν να συνύπαρξουν στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Έγραφε ο Buber: “Στην πραγματικότητα, όλοι οι σώφρονες αντιεξουσιαστές σοσιαλιστές ζητούσαν μόνο ν’ αρχίσει η επανάσταση θεραπεύοντας την υπερτροφία της εξουσίας, τον πολλαπλασιασμό της, και κατόπιν να εστιάσει την προσοχή της στον περιορισμό της στις διαστάσεις που θ’ ανταποκρίνονται στις δεδομένες περιστάσεις της χρονικής στιγμής”.10

Παρ' όλα αυτά, ο ιεραρχικός καταμερισμός της εργασίας προϋποθέτει την ολοκληρωτική κατάργηση των οργάνων της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης ή της ουσιαστικής μετατροπής τους σε υποδεέστερα βοηθητικά εξαρτήματα του κρατικού μηχανισμού. Η σύνθεση ανάμεσα στα δύο μπορεί να γίνει μόνο με όρους υποτέλειας των δομών ταξικής αυτοδιάθεσης και η ανάγκη για κεντρική κυβέρνηση που εξηγείται πάντοτε με μια επίκληση στις ανεπαρκείς για το άλμα της κατάργησης της εξουσίας, υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες, μετατρέπεται σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία αναπαράγοντας τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες που υποτίθεται πως συνηγορούσαν από την αρχή υπέρ της επιβολής της. Έτσι, δεν υπάρχει κράτος που να μπορεί να συνυπάρξει με την κοινωνική αυτοδιεύθυνση, γιατί αν υπάρχει αυτοδιεύθυνση σε μαζική κοινωνική κλίμακα, τότε εκλείπει η αναγκαιότητα για την ύπαρξη του κράτους. Από αυτή την άποψη, εξόχως προβληματική είναι και η ύπαρξη της μορφής-κόμμα σε σχέση με τις κοινωνικές ομάδες που υποτίθεται πως εκπροσωπεί και τις κοινωνικές διεργασίες που υποτίθεται ότι εκφράζει. Γιατί αν το κόμμα είναι πραγματικά ανοικτό προς τις κοινωνικές διεργασίες, τότε δεν νοείται να οργανώνεται ως ξεχωριστός πολιτικός φορέας, που τοποθετείται απέναντι και πάνω από την κοινωνία αυτή καθ’ εαυτή και τα όργανα που εκείνη έχει συγκροτήσει προκειμένου να δημιουργήσει τις κοινωνικές συνθήκες για την αυτοθέσμιση της. Κατά την άποψη μας, είναι κάτω απ' το βάρος της παραπάνω διαπίστωσης που θα πρέπει να αξιολογηθεί η συνεισφορά όχι μόνο του μπολσεβικισμού ως ιδεολογίας, αλλά και των ρευμάτων του συμβουλιακού κομμουνισμού στην εναλλακτική παράδοση της αυτονομίας και να δοθεί η πρέπουσα σημασία στην αποτυχία τους να απαλλαγούν ολοκληρωτικά από την ιδέα του κόμματος και να πραγματοποιήσουν το πολιτικό άλμα προς τη μεριά του συνειδητοποιημένου κοινωνικού αναρχισμού. Αν μη τι άλλο, το μοναδικό χρέος που μπορεί το προλεταριάτο να αναγνωρίσει στους εξουσιαστές σοσιαλιστές, είναι ένα ιστορικό χρέος αρνητικό. Αυτό της προπαρασκευής μέσα στη μήτρα της προηγούμενης φάσης της ιστορικής εξέλιξης, των αντικειμενικών συνθηκών για τη μετάβαση στην επόμενη φάση της σοσιαλιστικής δημιουργίας, που δεν μπορεί όμως παρά να ενσαρκώνει ως προς τις υποκειμενικές συνθήκες που καθορίζουν τους όρους της αυτοσυνείδησης των κοινωνικών υποκειμένων, το διαλεκτικά αντίθετο από αυτό που προετοιμάζει.

Σε αυτήν ακριβώς την έννοια της διαλεκτικής αντίφασης μέσα από την οποία εκδιπλώνεται μηχανιστικά η ιστορία, έγκειται το ουτοπικό στοιχείο που ήταν εγγενές στην ορθόδοξη μαρξιστική σκέψη και που, σύμφωνα με τον Buber, αποδείκνυε ότι οι αξιώσεις του μαρξισμού για “ανωτερότητα” απέναντι σε εκείνα τα αποκεντρωτικά, ημι-αναρχικά προτάγματα τα οποία οι μαρξιστές περιέγραφαν υποτιμητικά σαν “ουτοπικά”, δεν μπορούσαν να είναι δικαιολογημένες.11 Εξάλλου, ακόμη κι αν είμασταν διατεθειμένοι να αποδεχτούμε το ιστορικό μοντέλο του διαλεκτικού υλισμού, θα πρέπει να επιμείνουμε στο σημείο ότι μέσα σε αυτό το θεωρητικό σχήμα, η ιστορική πρόοδος συντελείται μέσα από τη διαδοχή αντιθετικών ιστορικών μορφών, που η κάθε μία συνιστά υπέρβαση και βελτιωμένη εκδοχή της προηγούμενης. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Μαρξ το τελικό προϊόν της ιστορικής εξέλιξης, ή ο τελικός προορισμός αυτού που ο Μαρξ ονόμαζε “προϊστορία” της ανθρωπότητας, ήταν ο μαρασμός και η εξαφάνιση του Κράτους μέσω της κατάργησης των κοινωνικών τάξεων και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Άρα σύμφωνα με τα κριτήρια της ίδιας της μαρξιστικής φιλοσοφίας της ιστορίας, το κόμμα των μπολσεβίκων δεν μπορούσε να εκπροσωπεί την ταξική εμπροσθοφυλακή, ούτε να είναι ο καταλύτης της ιστορικής προόδου προς τον στόχο της κοινωνικής απελευθέρωσης, αλλά, στην πραγματικότητα, μπορούσε μόνο να λειτουργεί σαν ανάχωμα στην ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας προς την ακρατική κοινωνία και να ενσαρκώνει την αλλοτριωμένη και ετερόνομη συνείδηση της εργατικής τάξης, την οποία το προλεταριάτο είχε ιστορικό καθήκον να υπερβεί. Και προκειμένου να εκπληρώσει το ιστορικό του καθήκον και να πραγματοποιήσει την μετάβαση προς την αυτόνομη σοσιαλιστική κοινωνία, τίποτα λιγότερο δεν θα ήταν αρκετό από μια γενικευμένη εξέγερση των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων ενάντια στην θεσμοποιημένη άρνηση της αυτονομίας τους, ενάντια στην κομματική δικτατορία που αποτελούσε την ζωντανή αντίφαση του αγώνα των λαϊκών στρωμάτων για αυτοκαθορισμό. Μόνο μέσα από την εξέγερση και την καθολική ρήξη είναι νοητή η γέννηση κάποιου πράγματος από το αντίθετο του, αφού ένα πράγμα είναι και δεν μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι που δεν είναι. Η έννοια της εξέλιξης εμπεριέχει τα στοιχεία της διατήρησης και της συνέχειας. Από την άλλη, η ριζική ετερότητα που υποδηλώνει η έννοια του αντιθέτου, φέρει εντός της τη λογική αναγκαιότητα της μη-ύπαρξης, της κατάργησης των στοιχείων που προσδιορίζουν ένα πράγμα ως αυτό που είναι. Της καθολικής έκλειψης και της αντικατάστασης στον χώρο και τον χρόνο από κάτι άλλο που είναι υλικά αντίθετο προς αυτό. Απ' ότι φαίνεται, ο Τρότσκι και οι εξουσιαστές κομμουνιστές βρέθηκαν στη λάθος πλευρά της ιστορίας όταν αποφάσισαν να πνίξουν την εξέγερση της Κροστάνδης στο ίδιο της το αίμα.

 

Ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;

Είπαμε προηγουμένως ότι η επανάσταση δεν βγήκε αλώβητη από το καθεστώς ασφυκτικού ελέγχου και τρομοκρατίας που επικράτησε στη μετεπαναστατική Ρωσία. Λίγο πριν ξεσπάσει η εξέγερση στην Κροστάνδη, η Εργατική Αντιπολίτευση (Ε.Α.) είχε επιχειρήσει να εγείρει μέσα στα επίσημα κομματικά όργανα του κυβερνώντος κόμματος, το ζήτημα της σταδιακής έκλειψης της αυτόνομης κοινωνικής υπόστασης του προλεταριάτου, σαν αποτέλεσμα του κρατικού επεκτατισμού που εφάρμοζαν σε όλα τα επίπεδα οι μπολσεβίκοι. Η εσωκομματική αυτή τάση έβλεπε τα συνδικάτα σαν τα πραγματικά όργανα της ταξικής χειραφέτησης του προλεταριάτου, εφόσον η ίδρυση ενός συνδικάτου γινόταν με σημείο αναφοράς το επάγγελμα και, συνακόλουθα, την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκαν τα μέλη του. Με αυτόν τον τρόπο, τα αυτόνομα συνδικάτα συνιστούσαν την εκδήλωση της αυθεντικής βούλησης του οργανωμένου προλεταριάτου στην πιο καθαρή της μορφή, σε αντιδιαστολή με το ιεραρχικά διαρθρωμένο σώμα των αξιωματούχων του Κράτους, στο οποίο είχαν βρει καταφύγιο τα υπολείμματα των αντιδραστικών κοινωνικών ομάδων που διατηρούσαν ακόμα δεσμούς με το καπιταλιστικό σύστημα. Τα στοιχεία αυτά εμφορούνταν από συντηρητικές νοοτροπίες και μια ατολμία στο πεδίο του κοινωνικού πειραματισμού. Παρέμεναν προσκολλημένοι στις εξουσιαστικές προκαταλήψεις και στις αντιλήψεις περί της απαραίτητης ιεραρχικής οργάνωσης της κοινωνικής ζωής που είχε τις πνευματικές καταβολές της στο ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα της μέχρι πρόσφατα κυρίαρχης μπουρζουαζίας. Η σταδιακή διείσδυση τους στην κρατική μηχανή είχε προκαλέσει, “την αποσύνθεση μέσα στους σοβιετικούς θεσμούς, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα εντελώς εχθρική απέναντι στην εργατική τάξη”.12 Η Al. Kollontai συνόψιζε το κρίσιμο ερώτημα της εποχής, ως εξής: “[...] ποιος θα αναπτύξει τις δημιουργικές δυνάμεις στη σφαίρα της οικονομικής αναδιάρθρωσης; Θα είναι τα γνήσια ταξικά όργανα, που έχουν άμεσους και ζωντανούς δεσμούς με τις βιομηχανίες – δηλαδή θα αναλάβουν οι βιομηχανικές ενώσεις το έργο της αναδιάρθρωσης – ή αυτό το έργο θα ανατεθεί στον σοβιετικό μηχανισμό, που δε χαρακτηρίζεται από μια άμεση και ζωντανή σύνδεση με τη βιομηχανική λειτουργία και που είναι ανομοιογενής ως προς τη σύνθεση του; Αυτή είναι η ρίζα της ρήξης”.13

Σαν απάντηση, ο Λένιν ανέστειλε τις δημοκρατικές διαδικασίες στο εσωτερικό του κόμματος που επέτρεπαν την ανταλλαγή απόψεων γύρω από ζητήματα πολιτικής στρατηγικής. Έθεσε εκτός νόμου την Ε.Α., μαζί με όλες τις οργανωμένες ενδοκομματικές παρατάξεις που τολμούσαν να εκφέρουν ανεξάρτητο πολιτικό λόγο ο οποίος διέφερε από την επίσημη κομματική γραμμή. Για εκείνον, η Ε.Α. δεν ήταν παρά μια “αναρχοσυνδικαλιστική παρέκκλιση”. Αντί να ενώσουμε και τη δική μας φωνή με την χορωδία των δήθεν αμερόληπτων, φιλελεύθερων σχολιαστών που σχίζουν τα ρούχα τους για τη νομιμοφροσύνη του κινήματος της Kollontai και του Sliapnikov, διακηρύσσοντας προς πάσα κατεύθυνση ότι οι “συκοφαντίες” του Λένιν ενάντια στην Ε.Α. ήταν αστήρικτες, άποψη μου είναι πως θα πρέπει να φέρουμε με περηφάνεια και ηθική ικανοποίηση την κατηγορία για υπολανθάνοντα αναρχισμό που προσάπτει ο Λένιν στα μέλη της Ε.Α. Εξάλλου, η Kollontai είχε υποστηρίξει ανοικτά μέσα στα γραπτά της την άποψη ότι, “Το να αναζητήσουμε να βρούμε και να δημιουργήσουμε νέα κίνητρα για την παραγωγικότητα της εργασίας είναι κάτι που μπορεί να γίνει μόνο από τις συλλογικές εργατικές οργανώσεις, που είναι στενά συνδεδεμένες με τις νέες μορφές παραγωγής. Μόνο αυτές οι συλλογικότητες, είναι ικανές, μέσα από την καθημερινή τους εμπειρία, να εξαγάγουν συγκεκριμένα συμπεράσματα”. Και πιο κάτω επέμενε πως, “Η επίλυση αυτού του προβλήματος [της εξεύρεσης νέων κινήτρων για εργασία πέρα από τον καπιταλιστικό μισθό], όπως προτείνεται από τα βιομηχανικά συνδικάτα, συνίσταται στο να δοθεί πλήρης ελευθερία στους εργάτες για πειραματισμό, ταξική εκπαίδευση, εφαρμογή και ανακάλυψη νέων μορφών παραγωγής, καθώς και για έκφραση και ανάπτυξη των δημιουργικών ικανοτήτων τους, δηλαδή να δοθεί πλήρης ελευθερία στη μόνη τάξη που μπορεί να είναι ο δημιουργός του Κομμουνισμού”.14

Φυσικά, η Ε.Α. ουδέποτε έφτασε μέχρι το σημείο να απαιτήσει την αυτοκατάργηση του Κράτους και της κομμουνιστικής κυβέρνησης. Επιβεβαιώνοντας ωστόσο την εμπιστοσύνη που είχε στο προλεταριάτο να αυτοσυγκροτηθεί σαν τάξη μέσα από τα όργανα συλλογικής αυτοθέσμισης του και να οικοδομήσει τον σοσιαλισμό μέσα από μια ελεύθερη και δημιουργική κοινωνική διαδικασία, στην οποία θα συμμετείχε ενεργά ο μεγάλος όγκος των προλεταριακών στρωμάτων και, μοιραία, θα είχε και πειραματικό χαρακτήρα, η Κολοντάι προσχωρεί στη βαθύτατα αναρχική πεποίθηση ότι ένα άλλο είδος πολιτικής είναι εφικτό. Μιλάμε βέβαια για την πολιτική σαν αυτοδιεύθυνση της κοινωνικής ολότητας και σαν την δραστηριότητα αυτοθέσμισης του προλεταριάτου, αντί για μια μορφή συγκέντρωσης της πολιτικής δύναμης και αλλοτρίωσης των υποτελών στρωμάτων από τις θεσμοποιημένες πηγές της πολιτικής εξουσίας. Από αυτή την άποψη, η διαμόρφωση της τάσης για την κατοχύρωση της εργατικής αυτονομίας μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα, δεν ήταν παρά η θεσμική έκφραση ενός ενιαίου κινήματος που εκδηλώθηκε από-τα-κάτω και στην Κροστάνδη προσέλαβε αντιθεσμικά, αντικρατικά χαρακτηριστικά.

Υπό το φως των παραπάνω διαπιστώσεων, γίνεται αντιληπτό ότι η παραδοσιακή λενινιστική υπεράσπιση του συγκεντρωτισμού σαν αναπόφευκτου επαναστατικού μέτρου που είναι αναγκαίο για την προστασία της επανάστασης, αποκρύπτει ουσιαστικά τον απόλυτο διαχωρισμό που είχε επέλθει ανάμεσα στο Κόμμα, ως φορέα ενός “γενικού κοινωνικού συμφέροντος”, και στο προλεταριάτο, ως αυτόνομου κοινωνικού υποκειμένου, ικανού να ασκήσει συλλογικά την επαναστατική εξουσία. Απορρίπτοντας τις κριτικές και τα επιχειρήματα της Ε.Α., ο Λένιν κάποτε αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα: “Ποιο το νόημα του να έχουμε ένα Κόμμα, αν οι διευθυντές της βιομηχανίας πρόκειται να διορίζονται από τα συνδικάτα, τα 9/10 των οποίων είναι εργάτες που δεν ανήκουν στο Κόμμα”.15 Από μόνη της, αυτή η διερώτηση παρέχει έμμεση αναγνώριση στην καταπιεστική σχέση ασυμμετρίας της δύναμης που είχε αρχίσει να παγιώνεται και να αποκρυσταλλώνεται σε θεσμικές μορφές, ανάμεσα στην επαναστατική πολιτική εξουσία, από την μία, και στην επαναστατική κοινωνική τάξη, από την άλλη. Η έκθεση του Λένιν προς την Ολομέλεια του 1922 αναγνώρισε και σε επίπεδο επίσημης ιδεολογικής γραμμής αυτή την νέα ζοφερή πραγματικότητα που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται. Σύμφωνα με την Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ), τα συνδικάτα όφειλαν να αναλάβουν εκ νέου τον ρόλο του ενεργού υπερασπιστή των ταξικών συμφερόντων του προλεταριάτου, εφόσον η καινούρια προνομιούχος τάξη των διευθυντών της βιομηχανίας συγκέντρωνε στα χέρια της όλο και μεγαλύτερη δύναμη και είχε πλέον αναδυθεί σαν ξεχωριστή κοινωνική ομάδα, με δικές της αξίες, επιθυμίες και συμφέροντα.16 Η άρρητη παραδοχή που διέπει το πνεύμα, αν όχι το γράμμα, των οδηγιών προς τα συνδικάτα είναι ότι στην ΕΣΣΔ, ακόμη και πριν από την περίοδο της ΝΕΠ, είχαν αναπτυχθεί κοινωνικές σχέσεις που αντιστοιχούσαν σε ένα σύστημα κρατικού καπιταλισμού και ότι η ταξική πάλη έπρεπε να εισαχθεί ξανά στην θεσμική διάρθρωση της πολιτειακής δομής της ΕΣΣΔ, ως απαραίτητη διορθωτική ενέργεια για τον λάθος δρόμο που φαίνεται πως είχε πάρει η επανάσταση.17

Έτσι, βλέπουμε ότι οι πολιτικές που εφάρμοσαν οι μπολσεβίκοι και αργότερα υποβλήθηκαν σε θεωρητική επεξεργασία, συστηματοποιήθηκαν και αποκρυσταλλώθηκαν στο δόγμα του λενινισμού-σταλινισμού, διέσωσαν μόνο το εξωτερικό περίβλημα της επανάστασης, το τυπικό μέρος της, καταστέλλοντας την ίδια στιγμή χωρίς κανένα έλεος το δικαίωμα και τις υλικές προϋποθέσεις για τον αυτοκαθορισμό και την ταξική αυτοδιάθεση των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων. Αυτή η διαπίστωση έχει εξαιρετική σημασία, εφόσον οι απολογητές της μεταβατικής στρατηγικής του μπολσεβικισμού διατείνονται ότι μόνο μέσα από τις μεθόδους του κρατικού συγκεντρωτισμού μπορεί να επιτευχθεί η πολυπόθητη ενότητα του προλεταριάτου ως τάξης, μπορεί να αντιτάξει η επανάσταση αποτελεσματική αυτοάμυνα απέναντι στις δυνάμεις που απειλούν να την υπονομεύσουν και να διασφαλιστεί η αρμονική σχέση του προλεταριάτου με το σύνολο των υπόλοιπων κοινωνικών τάξεων. Μάλιστα, δεν είναι τυχαίο ότι η πολεμική γύρω από την Κροστάνδη, εντάθηκε από την μεριά των κρατιστών, την εποχή που βρισκόταν σε εξέλιξη η ελευθεριακή επανάσταση στην Ισπανία.

Ο προφανής σκοπός που εξυπηρετούσε αυτή η πολεμική ήταν διττός. Κατ' αρχάς, ήθελε να υπερτονίσει τις αντιφάσεις που είναι έμφυτες στις αποκεντρωτικές και φεντεραλιστικές ιδέες του αναρχισμού, έτσι ώστε να καταδείξει την ανεπάρκεια της μεταβατικής στρατηγικής των αναρχικών στην Ισπανία, και να αλλάξει τον πολιτικό συσχετισμό των δυνάμεων μέσα στο επαναστατικό στρατόπεδο προς όφελος του εξουσιαστικού σοσιαλισμού. Κατά δεύτερο, απέβλεπε να δικαιώσει αναδρομικά τη σκληρή αντίδραση της σοβιετικής κυβέρνησης ενάντια στην Κροστάνδη, αναδεικνύοντας τον “αντικειμενικά” ανασταλτικό ρόλο που έπαιζαν οι ελευθεριακοί στην οργανωμένη πάλη για την επιβολή της αντισυστημικής κοινωνικής αλλαγής στην Ισπανία. Ένας μεταγενέστερος λενινιστής επικριτής των αναρχικών έσπευσε να ειρωνευτεί τις ανακολουθίες στη μεταβατική στρατηγική του ελευθεριακού κινήματος, γράφοντας με μπόλικο σαρκασμό: “Την εποχή που η Επιτροπή των Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών, ήταν η κυρίαρχη δύναμη στην Καταλονία, οι αναρχικοί επέλεξαν να συνυπάρξουν ειρηνικά με την κυβέρνηση. Φαίνεται πως η αναρχική αντίθεση ενάντια στην κυβέρνηση, τώρα ερμηνευόταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να περιλαμβάνει και την αντίθεση ενάντια στη διάλυση της κυβέρνησης”.18 Σε άλλο σημείο του κειμένου, ο ίδιος συγγραφέας περιγράφει την αδυναμία της αναρχικής ομοσπονδίας των βιομηχανικών και αγροτικών κολεκτίβων, να ενεργήσει συντονισμένα σαν ενιαίο αντισυστημικό κίνημα με αντικειμενικό σκοπό τον καθολικό μετασχηματισμό του ετερόνομου κοινωνικού παραδείγματος. Υπενθυμίζει ότι η αλληλοβοήθεια δεν εξασκήθηκε εθελοντικά σε κλίμακα τέτοια ώστε να οδηγήσει στην αναδιανομή του πλούτου ανάμεσα στις κολεκτίβες και στην εξίσωση, κατά τον μέγιστο δυνατό βαθμό, των συνθηκών ζωής που επικρατούσαν σε κάθε κολεκτίβα ξεχωριστά.

Επιπλέον, η ίδια έλλειψη ταξικής αλληλεγγύης εκδηλώθηκε και στους κόλπους του αναρχικού μητροπολιτικού προλεταριάτου. Σε πολλά από τα κατειλημμένα εργοστάσια όπου οι αναρχικοί είχαν επιβάλλει καθεστώς εργατικής αυτοδιαχείρισης, οι εργάτες φαίνεται πως αντιλαμβάνονταν την βιομηχανία όπου δούλευαν σαν συλλογική ιδιοκτησία τους και δεν αποδέχονταν ότι απλώς λειτουργούσαν και διαχειρίζονταν τη μονάδα παραγωγής τους στο όνομα και για λογαριασμό ολόκληρης της εργατικής τάξης. Αυτή η έλλειψη του ενδεδειγμένου βαθμού πολιτικής ενότητας του προλεταριάτου, είχε σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας μικροκαπιταλιστικής ανταγωνιστικής νοοτροπίας σε πολλές από τις αυτοδιαχειριζόμενες βιομηχανικές μονάδες και την άρνηση τους να συνδράμουν οικονομικά και να μοιραστούν τους πόρους τους με τις λιγότερο εύπορες βιομηχανίες. Το μέλος της Εθνικής Επιτροπής της CNT, Horacio Prieto έγραψε σχετικά το 1938: “Ο κολεκτιβισμός που βιώνουμε στην Ισπανία δεν είναι αναρχικός κολεκτιβισμός, αλλά η δημιουργία ενός νέου καπιταλισμού, περισσότερο ανόργανου από το παλιό καπιταλιστικό σύστημα το οποίο καταστρέψαμε... Οι πλούσιες κολεκτίβες αρνούνται να αναγνωρίσουν οποιαδήποτε ευθύνη, καθήκον ή αλληλεγγύη απέναντι στις φτωχές κολεκτίβες... Κανείς δεν καταλαβαίνει τις περιπλοκές της οικονομίας, την εξάρτηση που υπάρχει μεταξύ των βιομηχανιών”.19

 

Επανάσταση και “αντιπολιτική”

Τα ζητήματα αυτά είναι υπαρκτά και σίγουρα ακουμπάνε πάνω στις έμφυτες αντιθέσεις της αναρχικής μεταβατικής στρατηγικής. Παρ' όλα αυτά, η μέθοδος που θα μπορούσε να επιλύσει τα συγκεκριμένα προβλήματα δεν μπορεί να έλθει μέσα από μια υπερσυγκέντρωση των εξουσιών στα χέρια μιας μειοψηφικής ελίτ με θεσμοποιημένη κυριαρχία πάνω στο σύνολο της κοινωνίας, με τη μορφή της “επαναστατικής” κυβέρνησης. Είδαμε και πιο πάνω πώς η “ταξική ενότητα” που οικοδόμησαν στη Ρωσία οι κομμουνιστές, δεν ήταν παρά το αποκύημα της φαντασίας των γραφειοκρατών. Τα παραγωγικά πλάνα της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας δεν είχαν καταρτιστεί με γνώμονα την εμπειρία, το επίπεδο της τεχνογνωσίας, καθώς και τις εκφρασμένες επιθυμίες και ανάγκες των προλεταριακών στρωμάτων, αλλά συνιστούσαν ασκήσεις επί χάρτου διαμορφωμένες σύμφωνα με τις αφηρημένες ιδέες και τις ιδεολογικές προκαταλήψεις που είχαν γι' αυτά οι γραφειοκράτες και οι “ειδικοί” του καθεστώτος. Ο “σοβιετικός εργάτης” δεν ήταν η αφετηρία από την οποία ξεκινούσε το πλάνο της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, ένα αυτεξούσιο κοινωνικό υποκείμενο που συμμετείχε ενεργά στην ανάπτυξη των υποκειμενικών και αντικειμενικών συνθηκών του νέου κοινωνικού παραδείγματος της αυτονομίας, αλλά το τελικό προϊόν μιας άνωθεν διευθυνόμενης διαδικασίας. Η εργατική τάξη ήταν μια παθητική οντότητα, την οποία ο πανταχού παρόν και πανίσχυρος κρατικός μηχανισμός βάλθηκε να διαπλάσει βήμα, βήμα, κατ΄ εικόνα και ομοίωση του.20 Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν δεχτούμε ότι υπάρχει κάποια δόση αλήθειας στις ισοπεδωτικές κριτικές που απευθύνουν οι λενινιστές στους αναρχικούς της Ισπανίας, μπορεί κανείς βάσιμα να ισχυριστεί πως κανένα πολιτικό κόμμα και καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να πετύχει εκεί όπου αποτυγχάνουν τα συλλογικά όργανα αυτοθέσμισης της τάξης.

Τα παραπάνω βέβαια δεν συνεπάγονται ότι οι αναρχικοί δεν οφείλουν να αντλήσουν διδάγματα από την εμπειρία της Ισπανίας και από τυχόν λάθη που μπορεί να έκαναν. Έχει μείνει στην ιστορία η αλλοπρόσαλλη αντίδραση του αναρχικού κινήματος απέναντι στην αστική κυβέρνηση της “Δημοκρατίας”, την οποία οι αναρχικοί απέρριπταν για λόγους αρχής, αλλά τελικά υποχρεώθηκαν να συνεισφέρουν σε αυτή ακόμα και υπουργούς από το αναρχικό κίνημα. Σίγουρα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την άποψη που υποθέτει εύλογα πως η λήψη οποιουδήποτε ριζοσπαστικού μέτρου με σκοπό τη διεύρυνση της κοινωνικής αυτονομίας και την εμβάθυνση της επανάστασης, θα είχε σαν αποτέλεσμα τον πολιτικό κατακερματισμό του “δημοκρατικού” μετώπου από την επόμενη κιόλας μέρα και συνακόλουθα την επιτάχυνση της ήττας από τους φασίστες. Μολαταύτα, η μετριοπάθεια που επέδειξαν οι αναρχικοί είχε τελικά πανομοιότυπα αποτελέσματα, εφόσον οι εξουσιαστές σοσιαλιστές δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να κάνουν ότι μπορούσαν για να υποσκάψουν την ενότητα των δημοκρατικών, υπό τον όρο ότι αυτό θα τους βοηθούσε να διασφαλίσουν την πολιτική ηγεμονία του προτάγματος τους μέσα στο στρατόπεδο της επανάστασης. Αν κανείς είναι επιρρεπής στην εύκολη κριτική, καλό θα ήταν να θυμόμαστε ότι η ΕΣΣΔ ήταν η μοναδική μεγάλη δύναμη που έδειξε προθυμία να εξοπλίσει τη “Δημοκρατία” με όπλα και πυρομαχικά. Και είναι σχεδόν βέβαιο πως μια επιθετική πολιτική των αναρχικών εναντίον της συμμαχίας των κρατιστών που συνέθεταν την υπόλοιπη δύναμη του δημοκρατικού στρατεύματος, θα επέφερε την παύση των φορτίων με σοβιετικό πολεμικό υλικό, αφήνοντας ανυπεράσπιστη την “Δημοκρατία”. Τουλάχιστον όμως ως προς την Καταλονία, οι αναρχικοί θα μπορούσαν να έχουν διαλύσει την Generalitat την οποία ανέχτηκαν δημιουργώντας παράλληλα δομές μαζικής κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης σε επίπεδο περιφέρειας.

Στον βαθμό που μιλάμε εδώ για ένα θεσμικό πλαίσιο συνομοσπονδιακής δικτύωσης των λαϊκών συνελεύσεων, μπορούμε εδώ να παρατηρήσουμε οτι η δύναμη του ελευθεριακού κινήματος στην Ισπανία, η αναρχοσυνδικαλιστική δομή που του έδωσε τον μαζικό χαρακτήρα του, αποτέλεσε τελικά και την αχίλλειο πτέρνα του, το αδύνατο του σημείο. Και τούτο διότι η CNT δημιούργησε μεν τις συνθήκες για την μαζική κοινωνικοποίηση των αναρχικών ιδεών μέσα στον κόσμο της εργασίας, αλλά παράλληλα προσάρμοσε την αναρχική κοσμοθεωρία στα ιδεολογικά μοτίβα του εργατισμού. Εκείνο που χρειαζόταν η επανάσταση δεν ήταν μόνο αναρχικά συνδικάτα, αλλά αναρχικές λαϊκές συνελεύσεις. Πολιτικά όργανα που θα επέκτειναν την αυτοδιεύθυνση έξω από το πεδίο της παραγωγής και θα επανέφεραν την οικονομία κάτω απ' τον θεσμικό έλεγχο και την εποπτεία της κοινότητας ως κοινωνικής ολότητας. Μπορεί οι αναρχικοί να κάνουν διάκριση ανάμεσα στο συνδικάτο σαν αδιαμεσολάβητο ταξικό όργανο άμεσα συνδεδεμένο με την κοινωνική τάξη, σε αντιδιαστολή με τα “τεχνητά” πολιτικά μορφώματα μέσα απ' τα οποία δραστηριοποιούνται και οργανώνονται τα διάφορα πολιτικά σχήματα της Αριστεράς. Ωστόσο, το αναρχικό συνδικάτο δεν είναι λιγότερο “πολιτικό” από το σοσιαλιστικό, το κομμουνιστικό ή το ρεφορμιστικό, με την έννοια ότι είναι φορέας μιας προκαθορισμένης αντίληψης αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να επιλυθεί το κοινωνικό ζήτημα και ως προς τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για να γίνει κάτι τέτοιο.

Από αυτήν την άποψη, δεν θα ήταν αρκετό να προτείνει κανείς τη θέσμιση αμεσοδημοκρατικών δομών κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης και ύστερα να επαναπαυτεί, υπολογίζοντας στο αδιαμφισβήτητο αριθμητικό βάρος της εργατικής τάξης, σαν την πολιτική δύναμη που θα υπερασπίσει εξορισμού την ύπαρξη της ακρατικής κοινωνίας μέσα στις συνελεύσεις. Το προλεταριάτο είναι πρωτίστως μια κοινωνιολογική κατηγορία που δεν ανταποκρίνεται κατ' ανάγκη σε μια ριζοσπαστική ή ελευθεριακή πολιτική ταυτότητα. Τουτέστιν, το πολιτικό υπόβαθρο των συνελεύσεων είναι απαραίτητο προκειμένου η διαρκής διεύρυνση της κοινωνικής αυτοθέσμισης ως δομής και ως διαδικασίας να καταστεί αυτοσκοπός του εναλλακτικού κοινωνικού παραδείγματος της αυτονομίας, δηλαδή ρητή και απαράγραπτη επιδίωξη του. Κάτι που συνεπάγεται ότι η συνομοσπονδία δεν θα αναγνωρίζει άλλη αρχή ανώτερη από την ίδια, και σίγουρα δεν θα συνυπάρχει και δεν θα αναγνωρίζει την δικαιοδοσία καμίας κυβέρνησης πάνω από αυτή. Επιπλέον, χωρίς τα πολιτικά όργανα της συνομοσπονδίας, η αμοιβαία λογοδοσία της αυτόνομης κοινωνικής ολότητας με τις δομές τις αυτοδιαχείρισης στο πεδίο της παραγωγής θα ήταν αδύνατη και το δημοκρατικό πλάνο της παραγωγής δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί. Εδώ δεν μιλάμε για έναν δυισμό, αφού οι ίδιοι εργαζόμενοι θα συμμετέχουν και στις συνομοσπονδιακές συνελεύσεις, τούτη τη φορά όμως με την ιδιότητα του μέλους της κοινότητας. Τέλος, είναι προφανές ότι η συνομοσπονδία δεν μπορεί να είναι απλώς ένας παθητικός παρατηρητής των γεγονότων, ανήμπορη να παρέμβει εκεί που οι κολεκτίβες αρνούνται να κάνουν πράξη το ιδανικό της αλληλοβοήθειας. Ένας βαθμός δικαιοδοσίας πάνω στα υπερτοπικά ζητήματα (π.χ. μεταφορές, ηλεκτροδότηση και ενέργεια, κλπ.) θα μπορούσε να χορηγηθεί στη συνομοσπονδία, η οποία θα μπορούσε να λειτουργεί και να αποφασίζει πλειοψηφικά. Η υιοθέτηση του πλειοψηφικού τρόπου λήψης των αποφάσεων δεν συνεπάγεται την καταπίεση της μειοψηφικής μερίδας από την πλειοψηφία, εφόσον δεν πρόκειται για δύο σταθερές και παγιωμένες πολιτικές οντότητες που βρίσκονται σε μόνιμη αντιπαράθεση, αλλά για εναλλασσόμενες συσσωματώσεις με διαφορετική κοινωνική σύνθεση κάθε φορά. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν έχουμε να κάνουμε με τις απαρχές συγκέντρωσης της πολιτικής δύναμης, αλλά, πολύ απλά, με την θεσμοποίηση της διαφωνίας ανάμεσα στις ομόσπονδες συνελεύσεις. Η συνομοσπονδία άλλωστε αποκτά υπόσταση στον βαθμό που τα μέλη της μοιράζονται από κοινού την αμοιβαία δέσμευση να υλοποιήσουν και εκείνες τις συλλογικές αποφάσεις με τις οποίες μπορεί να διαφωνούν. Δεν γίνεται να δηλώνει κάποιος μέλος μιας ένωσης, αλλά να συμμορφώνεται μονάχα με τις αποφάσεις που εγκρίνει εκείνος προσωπικά χωρίς να λαμβάνει υπόψη ούτε την εκφρασμένη θέληση, ούτε το κριτήριο της συλλογικής ευφυίας της κοινότητας της οποίας είναι μέλος. Με αυτόν τον τρόπο, η ατομική αυτονομία διατηρείται, αλλά σε βάρος της κοινωνικής αυτονομίας. Πρόκειται δηλαδή για την ανεξαρτησία του μοναχικού, εγωιστικού ατόμου, που δεν είναι ικανό να εκμεταλλευτεί τις πολυεπίπεδες δυνατότητες που του παρέχει η κοινωνική συμβίωση για να επεκτείνει τα μέσα και την εμβέλεια της αυτονομίας του, επειδή είναι ανίκανο να αναπτύξει σταθερούς δεσμούς αμοιβαίας κατανόησης και αλληλεξάρτησης με τους συνανθρώπους του. Σε αυτή την περίπτωση όμως, η αναρχία έχει αποτύχει. Γιατί το ιστορικό καθήκον το οποίο η αναρχία ανέλαβε να φέρει σε πέρας είναι ακριβώς τούτο. Της κατάργησης της αντίφασης που πάντοτε αναπαράγει η ετερόνομη κοινωνία, ανάμεσα στην ελευθερία και την ευημερία του ατόμου, από την μία, και την ελευθερία και την ευημερία της κοινωνίας συνολικά, από την άλλη.

 

 

 

 

 

1Στην μπροσούρα που συνέγραψε για την Κροστάνδη, ο Alexander Berkman αναδημοσιεύει αυτούσιο το ραδιοφωνικό μήνυμα που εξέπεμψε στις 3 Μαρτίου το κυβερνητικό ραδιόφωνο της Μόσχας και περιέγραφε με τις εξής ονειροφαντασίες τα γεγονότα που διαδραματίζονταν στο εξεγερμένο φρούριο: “Το γεγονός ότι η ένοπλη εξέγερση του πρώην στρατηγού Κοζλόφσκυ οργανώθηκε από τους κατασκόπους της Αντάντ, όπως και πολλά άλλα προηγούμενα τέτοια σχέδια, έγινε φανερό χάρις την Γαλλική μπουρζουάδικη εφημερίδα Ματέν, η οποία δύο εβδομάδες πριν την εξέγερση του Κοζλόφσκυ δημοσίευσε το ακόλουθο τηλεγράφημα από το Χέλσινγκφορς: 'Λόγω της πρόσφατης εξέγερσης στην Κροστάνδη οι στρατιωτικές αρχές της κυβέρνησης των Μπολσεβίκων έλαβαν μέτρα για να απομονώσουν την Κροστάνδη και να εμποδίσουν τους ναύτες και τους στρατιώτες από το να εισέλθουν στο Πέτρογκραντ'... είναι ξεκάθαρο ότι ο ξεσηκωμός της Κροστάνδης σχεδιάστηκε στο Παρίσι και οργανώθηκε από την Γαλλική μυστική υπηρεσία... Οι Σοσιαλεπαναστάτες, οι οποίοι επίσης ελέγχονται και διευθύνονται από το Παρίσι, εδώ και καιρό ετοίμαζαν εξεγέρσεις ενάντια στην Σοβιετική Κυβέρνηση, και μόλις οι ετοιμασίες ολοκληρώθηκαν έκανε την εμφάνιση του το πραγματικό αφεντικό, ο στρατηγός του Τσάρου”. Στο Al. Berkman, The Kronstadt Rebellion, https://www.marxists.org/reference/archive/berkman/1922/kronstadt-rebellion/index.htm. Από την μεριά μας, αρκεί νομίζω να σχολιάσουμε ότι αν οι ιμπεριαλιστές πράγματι συνομωτούσαν για να ανατρέψουν την κυβέρνηση των μπολσεβίκων, σίγουρα δεν είχαν κανέναν λόγο να αποκαλύψουν τα σχέδια τους με ένα δημοσίευμα σε συστημική εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας, δύο εβδομάδες πριν την πραγματοποίηση τους.

2“Τι θέλουν να πουν οι καταληψίες της πλατείας Ταχρίρ, στην Αίγυπτο, στο αποκορύφωμα της 'αραβικής άνοιξης', όταν διακηρύσσουν: 'είμαστε ο αιγυπτιακός λαός'; Οτι το κίνημα τους, η ιδιάζουσα ενότητα τους, τα συνθήματα τους σχηματίζουν έναν αιγυπτιακό λαό που έχει βγει από την κατεστημένη εθνική του αδράνεια, έναν αιγυπτιακό λαό που έχει το δικαίωμα να ξαναδιεκδικήσει ενεργά το εθνικό επίθετο, επειδή το έθνος για το οποίο μιλά είναι ακόμα ελευσόμενο. Επειδή υπάρχει μόνο με τη δυναμική μορφή ενός τεράστιου πολιτικού κινήματος. Επειδή, μπροστά σ' αυτό το κίνημα, το κράτος που δηλώνει ότι αντιπροσωπεύει την Αίγυπτο είναι παράνομο και πρέπει να εξαφανιστεί [...] Οπότε βλέπουμε ότι ο 'λαός' παίρνει εδώ μια έννοια που συνεπάγεται την εξαφάνιση του υπάρχοντος κράτους. Και, παραπέρα, την εξαφάνιση του ίδιου του κράτους, αφ' ης στιγμής η πολιτική απόφαση βρίσκεται στα χέρια ενός νέου λαού που έχει συγκεντρωθεί σε έναν τόπο, που έχει συγκεντρωθεί επιτόπου. Αυτό που επιβεβαιώνεται στα αχανή λαϊκά κινήματα είναι πάντα η υπόγεια αναγκαιότητα αυτού που ο Μαρξ θεωρούσε υπέρτατο στόχο κάθε επαναστατικής πολιτικής: του μαρασμού του κράτους”. Στο Τι Είναι Λαός;, Αθήνα: Εκδόσεις 21ου, 2014, σσ. 16-17.

3Κ. Καστοριάδης, Το Επαναστατικό Πρόβλημα Σήμερα , Αθήνα: Ύψιλον, 2000, σελ. 67.

4Α. Νατάφ, Η Καθημερινή Ζωή των Αναρχικών στη Γαλλία, Αθήνα: Παπαδήμας, 1994, σελ. 96.

5L. Trotsky, Hue and Cry Over Kronstadt, https://www.marxists.org/archive/trotsky/1938/01/kronstadt.htm.

6I. Mett, The Kronstadt Uprising of 1921, https://libcom.org/book/export/html/23.

7L. Trotsky, στο ίδιο.

8Τόσο ο Berkman, όσο και η I. Mett ξεκινούν την περιγραφή τους για τα γεγονότα από τις εργατικές ταραχές που εκδηλώθηκαν στο Πέτρογκραντ παραμονές της εξέγερσης και το απεργιακό κύμα που ξέσπασε από-τα-κάτω στα μεγαλύτερα εργοστάσια της χώρας ενάντια στα μέτρα στρατιωτικοποίησης της κοινωνικής ολότητας, που εφάρμοζε η διακυβέρνηση του κομμουνιστικού κόμματος.

9D. Abad de Santillan, Ένα Ελευθεριακό Πρόταγμα, Αθήνα: Στάσει Εκπίπτοντες, 2016, σελ. 84.

10 Μ. Μπούμπερ, Μονοπάτια στην Ουτοπία, Αθήνα: Νησίδες, 2000, σελ. 110.

11 Ο Buber διερωτάται πώς θα προέλθει άραγε η μέγιστη πολλαπλότητα και αυτονομία της κομμουνιστικής κοινωνίας από τον μέγιστο συγκεντρωτισμό και την πνιγηρή ομοιομορφία της μεταβατικής “σοσιαλιστικής” κοινωνίας. Στο ίδιο, σελ. 26.

12 Αλ. Κολοντάι, Η Εργατική Αντιπολίτευση, Αθήνα: Άρδην, 2008, σελ.27.

13 Αλ. Κολοντάι, Η Εργατική Αντιπολίτευση, Αθήνα: Άρδην, 2008, σελ.27.

14 Στο ίδιο, σελ. 51.

16 V.I. Lenin, Role and Function of the Trade Unions Under the New Economic Policy, https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1921/dec/30.htm.

17 Για την έννοια της ταξικής πάλης σαν δομικού ρυθμιστικού παράγοντα που διόρθωνε τις υπερβολές του καπιταλισμού και συνακόλουθα συντέλεσε στην συνοχή και την μακροημέρευση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, Bob, Τυφλοπόντικα είσαι εδώ; Αναδιαρθρωμένο κεφάλαιο, πάλη των τάξεων και επαναστατική προοπτική, http://www.blaumachen.gr/2013/10/%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CE%BF%CF%80%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1-%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%B4%CF%8E-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%B8%CF%81%CF%89%C2%B5%CE%AD/.

18 J. Green, The Black Autonomy Collective and the Spanish Civil War, http://communistvoice.org/10cSpanishCivil.html.

19 Στο ίδιο.

20 Για μια αναλυτική ιστορική καταγραφή και φιλοσοφική τεκμηρίωση των εκδηλώσεων της κοινωνικής πάλης στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ, Σ. Μπετελέμ, Οι Ταξικοί Αγώνες στην ΕΣΣΔ, Αθήνα: Κουκκίδα, 2010.

https://antisystemic.wordpress.com/ 

Εικόνες:

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License