ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΟΡΓΗΣ (Μέρος α΄- β΄)

Σε συντομη μορφη url  Μέρος α΄  https://bit.ly/2wWQzuP    Μέρος β΄ https://bit.ly/2GyzKG4

Είχαμε αναφερθεί σε προηγούμενο κείμενό μας στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ πως, στην παρούσα κατάσταση, το ζητούμενο, από την κυριαρχία και τους συνοδοιπόρους των επιλογών της, δεν βρίσκεται στο ποιοι θα μπουν στην καμπίνα του κυβερνήτη, αλλά να υπάρχουν πάντα οι προϋποθέσεις να μπει κάποιος ή κάποιοι ομαλά.

Αυτό επαναβεβαιώνεται σε όλες τις εκφάνσεις των κινήσεων που πραγματοποιούν οι πολιτικοί διαχειριστές των εξουσιαστικών υποθέσεων. Το πλέον πρόσφατο περιστατικό των ομιλιών, στην έκθεση Θεσσαλονίκης, των δύο από τους βασικούς εκφραστές των διαθέσεων και σχεδιασμών της κυριαρχίας, είναι αρκετά εύγλωττο.

Δεν είναι να απορεί κανείς πως ο ένας, κάτω από τέτοιες συνθήκες μπορεί να συγκαλύπτει τους υπουργούς που εμπλέκονται σε «σκάνδαλα», ενώ ο άλλος με μειλίχιους τόνους υποσχέθηκε πως θα καταργήσει τα νέα φορολογικά μέτρα. Όταν και όποτε έλθει στη διαχείριση των πραγμάτων. Μέχρι τότε όμως συνίσταται υπομονή, περίσκεψη, αυτοσυγκράτηση και προσήλωση στις δημοσκοπήσεις, που κατασκευάζουν πλέον μια άνοδο κατά μονάδες. Η ελπίδα για την καθήλωση έρχεται να αντικαταστήσει την ελπίδα που κινητοποιεί, δρα, εξεγείρει.

Η εναλλαγή των διαχειριστών των υποθέσεων της εγχώριας και ευρύτερης κυριαρχίας συμπορεύεται, από ένα σημείο και μετά, με κάποιου είδους χρονικά όρια που φαίνεται πως έχουν συμφωνηθεί ότι θα πρέπει να τηρούνται με την ανάλογη μεταβλητότητα που θα καθορίζεται από τις εκάστοτε συνθήκες.

Είναι φανερό πως η μεγάλη αναταραχή που υπήρξε στα χρόνια 1988-1990, καθόρισε μια άτυπη(;) συμφωνία ανάμεσα στα κορυφαία στελέχη της εξουσιαστικής πυραμίδας. Αυτό τουλάχιστον δείχνουν τα δεδομένα των περιόδων διαχείρισης των εξουσιαστικών υποθέσεων, με μια ισομερή κατανομή από το 1990 και μετά. Πιο συγκεκριμένα έχουμε: 1990-1993 ΝΔ με Κ. Μητσοτάκη, 1993-1996 Πασόκ με Α. Παπανδρέου, 1996-2004 Πασόκ με Σημίτη και 2004 μέχρι σήμερα ΝΔ με Καραμανλή.

Είναι φανερό πως το σπάσιμο μιας τέτοιου είδους κομματικής και χρονικής αλληλουχίας θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί μόνο όταν διαπιστωθεί πως δεν μπορεί να συγκρατηθεί ένα κοινωνικό ξέσπασμα.

Σ’ αυτές τις προδιαγραφές εντάσσονται και οι σχεδιασμοί που στοχεύουν στη συγκράτηση και τον αποπροσανατολισμό του κόσμου, οι συγκαλύψεις αλλά και οι εσωκομματικές αντιθέσεις, κοινώς φαγωμάρες.

Μέσα από τα «σκάνδαλα» προσπαθούν να στρέψουν την προσοχή του κόσμου μακριά από τα μέτρα που συνεχώς επιβάλλονται. Μέτρα οικονομικής καταστολής, που εφαρμόζονται με τέτοιο τρόπο ώστε ξεγυμνώνουν την επίπλαστη εικόνα της ελευθερίας και αποκαλύπτουν την ουσία που δεν είναι άλλη από τις συνθήκες σκλαβιάς κάτω από τις οποίες βρίσκονται οι άνθρωποι.

Άλλωστε τα «σκάνδαλα» είναι μια εύκολη παγίδευση που προκαλεί την «κοινή γνώμη» να ασχοληθεί με τα ζητήματα διανομής και αναδιανομής της λείας ανάμεσα στους παρατρεχάμενους της εξουσίας. Είναι εξωπραγματικό να γίνονται αναφορές σε «χρήματα του λαού» και άλλες παρόμοιου είδους κουταμάρες, αφού είναι δεδομένο πως ο πλούτος δεν έχει καμία ιδιοκτησιακή σχέση με τον «λαό» αλλά με αυτούς στους οποίους έχει περιέλθει με άμεσους ή έμμεσους φόρους και την εκμετάλλευση των εκατομμυρίων σκλάβων, που φέρουν τον παραπλανητικό τίτλο πολίτες.

Από τη στιγμή που ο τεράστιος πλούτος βρίσκεται στα χέρια των εξουσιαστών – εκμεταλλευτών, η διαχείρισή του ανήκει αποκλειστικά σ’ αυτούς, η δε διανομή μέρους αυτού του πλούτου αφορά και τις αμοιβές όσων συνεπικουρούν ενεργά διεκπεραιώνοντας τις υποθέσεις του κράτους και στηρίζοντας το σύστημα. Προς τί λοιπόν όλη αυτή η φασαρία και οι κραυγές;

Είναι προφανές πως οι «παραμερισμένοι» στα οικονομικά και πολιτικά οφέλη εκπρόσωποι άλλων κομματιών της κυριαρχίας επιδιώκουν μια αναδιανομή (με την ευκαιρία και της ισχνής πλειοψηφίας της ΝΔ στο κυνοβούλιο) χαρακτηρίζοντας ως «σκάνδαλα» τμήματα και διαδικασίες του συνολικού σκανδάλου, που έχει το όνομα κρατισμός.

Μ’ αυτό τον τρόπο η «εύρυθμη» διανομή της λείας (χωρίς «παρεκτροπές» από τους κανόνες) δικαιώνεται και ο κρατισμός παραμένει αλώβητος με τις ευλογίες μάλιστα όσων παλεύουν ενάντια στους «άρπαγες», που σίγουρα δεν πρόκειται ούτε να τιμωρηθούν ούτε και να χάσουν τα «κεκτημένα», αφού η αλληλεγγύη μεταξύ τους στηρίζεται σε ισχυρή οικονομική βάση.

Ο παραπλανημένος, όμως, μπορεί να νοιώθει ικανοποίηση με το να «πλήττεται» ο τάδε ή ο δείνα υπουργός ή ηγούμενος. Έτσι περνά απαρατήρητο το γεγονός πως στην πραγματικότητα τα ποσά που συνδέονται με το «σκάνδαλο» ουδέποτε του ανήκαν, αφού οι «εκπρόσωποί» του στην πραγματικότητα είναι αντιπρόσωποι του κράτους και των κεφαλαιούχων, των οποίων τις επιδιώξεις υλοποιούν.

Οι «λύσεις» και τα πλαίσιά τους

Οι κρατούντες επιδιώκουν οι «λύσεις», σε κάθε «κρίση» και σε κάθε ζήτημα που καλούνται να διευθετήσουν, να προέρχονται από τις δικές του επιλογές σε χρόνο και τρόπο.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, αυτήν την περίοδο, η προσπάθεια καθήλωσης των κοινωνικών αντιδράσεων, είναι συνδυασμένη πολύ περισσότερο από προηγούμενες περιπτώσεις. Αυτός ο συνδυασμός δεν προέρχεται μόνο από μια προσδιορισμένη και οργανωμένη κατεύθυνση όπως αυτή των διαφόρων κέντρων εξουσίας. Συνδέεται και με την «αυτόματα» διαχεόμενη και εντεινόμενη λειτουργία όλων των μηχανισμών χειραγώγησης. Άλλωστε, προκειμένου να ενεργοποιηθεί ένα μηχανισμός αρκεί να «κουρδιστεί» κεντρικά. Από εκεί και μετά μπαίνουν σε κίνηση ακόμα και τα πλέον απομακρυσμένα γρανάζια, που έχουν ταχθεί να υπηρετούν το σύστημα.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Σε κάθε περίπτωση επαναπροσανατολισμού των κατευθύνσεων του συστήματος κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης προτείνονται και προεκτείνονται οι «ευκαιρίες» ένταξης σ’ αυτό. Αυτό οφείλεται στο γεγονός πως οι συνθήκες έντονων διαταραχών, από τη στιγμή που διακυβεύουν την συντομότερη και σύμφωνα με τις επιδιώξεις των κρατούντων περαίωση των σχεδιασμών, εμπεριέχουν κινδύνους εκτροπής.

Αυτός είναι ο λόγος που αφήνεται να φανεί πως υπάρχουν «ευκαιρίες». Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα γίνονται προσκλήσεις και προκαλούνται «ιδεολογικές» και πολιτικές προσμίξεις. Όμως από όλα τα «συμβαλλόμενα» μέρη, παρά τις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις που διαχέονται για το τώρα και τα «αποτελέσματα», εν τούτοις είναι έκδηλη η ασάφεια ως προς τις απώτερες επιδιώξεις.

Γιατί, αντίθετα, το να κατατίθεται ανοιχτά μια ολοκληρωμένη στάση με προοπτική και αποκαλύπτοντας τις προθέσεις, καθιστά όσους το κάνουν ευάλωτους και μειώνουν μεγάλο μέρος του συγκαλυμμένου ή φανερού εξουσιαστικού τους προφίλ αλλά και τους πραγματικούς τους σκοπούς.

Οι ξεκαθαρισμένες και δημόσια κατατεθειμένες απόψεις, αντιθέτως, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Σ’ αυτή την περίπτωση κάθε κατεργάρης θα βρεθεί στον πάγκο του. Γι’ αυτό η αοριστία, η γενίκευση και η αφαιρετικότητα είναι εργαλεία που χρησιμοποιεί η εξουσία. Είναι πολύ εύκολο να γίνεται αναφορά σε μέτρα, στην τάδε ή δείνα επαναστατική ή μη αλλαγή, όταν όχι μόνο είναι απροσδιόριστος ο στόχος, αλλά και τα μέσα δεν ανταποκρίνονται σε μια διαφορετική από την υπάρχουσα κατάσταση. Τουναντίον. Είναι εύπεπτη η υπόσχεση πως θα αλλάξουν πολλά πράγματα όταν αναλάβει τη διαχείριση το Α ή το Β κόμμα ή κομματίδιο, με ή χωρίς συνεργασία, χωρίς, όμως, να προσδιορίζονται με σαφήνεια, ούτε και σε ποιο χρόνο.

Έτσι, όταν αποσπασθεί η εκλογική συναίνεση ενός κομματιού της κοινωνίας, τότε οι χρόνοι, οι τρόποι, τα μέσα και τα πράγματα, γενικότερα, παίρνουν τη θέση που τους έχει προδιαγράψει ο εξουσιαστικός σχεδιασμός. Κάθε τί έχει τη σημασία του και εναπόκειται στη σύμπραξη των θεσμών και των μηχανισμών χειραγώγησης, στο να «χωνευτεί» η διαδικασία από την μια και από την άλλη στην κοινωνική αντικρατική δράση να αναδείξει και να φέρει στο προσκήνιο το απελευθερωτικό πρόταγμα. Μια κατάσταση που επαναλαμβάνεται με αρκετές διαφοροποιήσεις την κάθε φορά.

Εφ’ όσον, όπως ειπώθηκε, οι κίνδυνοι εκτροπής ή και ανατροπής των κατευθύνσεων της κυριαρχίας παραμένουν και πάντοτε υπάρχει δυνατότητα να πάρουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις, μια άλλη διαδικασία έρχεται να βάλει κι αυτή το χεράκι της.

Πρόκειται για εκείνες τις κινήσεις που προέρχονται από την ερμηνεία των συνθηκών, όχι από την σκοπιά της εντατικοποίησης της κοινωνικής δράσης, που θα συμβάλλει στην όλο και μεγαλύτερη αποδιοργάνωση του συστήματος, αλλά σαν ευκαιρία για να υπάρξουν άμεσα και «χειροπιαστά» οφέλη. Πόσες και πόσες εξεγέρσεις δεν χαντακώθηκαν μέσα από κάποιες αυξήσεις μισθών, τη στιγμή που θα μπορούσαν να μεταβληθούν σε επαναστάσεις!

Για τους κυβερνήτες είναι μια ευχάριστη «έκπληξη» να γεμίζει ο κοινωνικός χώρος από κάθε είδους συσπειρώσεις γύρω από τα πιο απίθανα ζητήματα. Αυτή είναι μια θετική κατάσταση για την κυριαρχία. Γι’ αυτό και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που δείχνουν μια αξιοπρόσεκτη εύνοια προς τέτοιες καταστάσεις που βασίζονται στη λογική πως θα υπάρξει «πολύ ψωμί» με «αγωνιστικές» κινητοποιήσεις.

Άλλωστε, όσο αυτές οι κινήσεις εντάσσονται σε διαδικασίες, δρουν αφομοιωτικά και αποσυμπιέζουν την κοινωνική δυσαρέσκεια. Έτσι, μέσα από τις κινήσεις για καθαρισμούς ρεμμάτων και αναδασώσεις – δεντροφυτέματα μέχρι και τις προσπάθειες για τα διάφορα πάρκα και ακόμα παραπέρα με διάφορες συσπειρώσεις, που αναζητούν διευθετήσεις για την καλύτερη λειτουργία του συστήματος (πεζόδρομοι, ποδηλατόδρομοι, χώροι για παρκάρισμα κλπ), κατασκευάζονται τεχνικού χαρακτήρα ασχολίες, οι οποίες, εξ αιτίας της δεδομένης μερικότητάς τους, είναι αδύναμες να πραγματοποιήσουν μια ουσιαστική παρέμβαση σε πολύ πιο ουσιαστικά ζητήματα, που βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη.

Κάθε ενασχόληση, όση διάρκεια κι αν έχει, εφ’ όσον καταπιάνεται με ζητήματα που φαινομενικά δείχνουν πως κινούνται ανταγωνιστικά, (ενώ στην πραγματικότητα συμπορεύονται με την ένταξη διαφόρων αντιθέσεων μέσα στην προοπτική «ανάπτυξης» και «εκσυγχρονισμού»), αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να μοιραστούν κάποια ψίχουλα από το τεράστιο τραπέζι στο οποίο συνδαιτημονούν οι εξουσιαστές.

Αυτά τα ψίχουλα, που είναι πάντα διαθέσιμα όταν οι κοινωνικές συνθήκες γίνονται πιεστικές για τους άρχοντες, χρησιμεύουν στο να παραπλανήσουν τον κόσμο και να προσελκύσουν τους εκκολαπτόμενους χειραγωγούς των διάφορων ανθρώπινων ομάδων, πολιτικών συσπειρώσεων και κινήσεων. Εκείνους, δηλαδή, που θα διαδεχθούν όσους πρόκειται να αποσυρθούν στα πλαίσια της διαδικασίας ανασχηματισμού του συστήματος και των προσώπων, που θα επανδρώσουν τους ενδιάμεσους μηχανισμούς για την καθήλωση του κοινωνικού χώρου.

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 76, Οκτώβριος 2008

Μέσα σ’ ένα πλαίσιο διαταραχής, σε εξουσιαστικό και κοινωνικό πεδίο, εκείνο που προβάλλεται, μεταξύ άλλων, είναι παλιές και αποδειγμένα αποτυχημένες μεθοδεύσεις και συνταγές, που όμως παρουσιάζονται σαν ο καινούργιος δρόμος για την απελευθέρωση της κοινωνίας από την εκμετάλλευση και την καταπίεση.

Για να επιτευχθεί μάλιστα αυτό, γίνεται προσπάθεια να παραμεριστούν και να υποβαθμιστούν ως δήθεν αποτυχημένες εκείνες οι πρακτικές, που στην πραγματικότητα έχουν αποδειχθεί πως συμβάλλουν ουσιαστικά στην απελευθερωτική προοπτική και στην καταστροφή του κράτους και των εξουσιαστικών σχέσεων και δομών.

Προβάλλεται, λοιπόν, αυτός ο «καινούργιος» δρόμος και σαν μια «ευκαιρία» που θα αποφέρει «επιτυχίες και νίκες» και θα εδραιώσει κινήματα και διαδικασίες. Άλλωστε, οι ειδικοί της εξουσίας γνωρίζουν πως το κίνημα όσο πιο δομημένο είναι, τόσο πιο εξουσιαστικά και κατασταλτικά δρα.

Γνωρίζουν πως μέσα από ένα κίνημα, ανεξαρτήτως της έκτασης και της πολιτικής βαρύτητας που έχει, λαμβάνονται αποφάσεις που πρέπει να εκτελεστούν και μάλιστα πολλές φορές ντυμένες με τον μανδύα της συναπόφασης.

Γνωρίζουν, πως το κάθε κίνημα θα παλέψει για να αναστείλει (ακόμα και με «συγκρουσιακές» κινήσεις) τα όσα προτάσσει η κοινωνική κατάσταση και οι διαθέσεις του κόσμου. Σε μια τέτοια βάση και κατεύθυνση προκρίνονται ή στήνονται συνεργασίες με αριστερά σχήματα και ταυτόχρονα πασχίζεται να ξεχαστεί ή να «σκεπαστεί» το γεγονός πως η αριστερά είναι φορέας και εκφραστής εξουσιαστικών απόψεων, ιδεολογιών και πρακτικών.

Στην ουσία, όλη αυτή η φιλολογία και τεχνική των φανερών ή συγκαλυμμένων (που σε κάποια στιγμή αποκαλύπτονται) συνεργασιών, βασίζεται στη εξουσιαστική – καπιταλιστική λογική του «άμεσου αποτελέσματος» του εφικτού κέρδους, που θεωρείται δυνατό ή βέβαιο πως θα υπάρξει. Αυτό, το άμεσο ή βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα είναι στην ουσία μια χίμαιρα κι έτσι, όταν οι κίνδυνοι για ουσιαστική εκτροπή των σχεδιασμών της εξουσίας θα παρέλθουν, τότε το κράτος θα «μετατρέψει» τις «νίκες» σε αυτό που πραγματικά είναι από την αρχή: οδυνηρές αποτυχίες.

Άλλωστε, πως αλλοιώς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν οι κινήσεις «αποκέντρωσης» (με όλες της τις εκδοχές: της δράσης, του χώρου και του προβλήματος) σε συνθήκες αρκετά δύσκολες για το κράτος και τους επιχειρηματίες;

Είναι δυνατόν να μην επιδιώκεται το άπλωμα των συγκρουσιακών κοινωνικών πρακτικών και η οικειοποίησή τους από όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο;

Είναι δυνατόν να αφήνεται στα χέρια των κομματικών, ειδικών της πολιτικής διαχείρισης, η αντιμετώπιση της οικονομικής «αφαίμαξης» των σκλάβων της «σύγχρονης εποχής»;

Δεν υπάρχει αποτυχία (ή τουλάχιστον οδηγεί σε τέτοια αποτελέσματα) με την εξειδίκευση και τον περιορισμό της κοινωνικής συγκρουσιακής προοπτικής, όταν οι συνθήκες επιβάλλουν την γενίκευση και «κεντροποίησή» της, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο; Μια «κεντροποίηση» που δεν ανταγωνίζεται την περιφερειακή δράση αλλά την ενισχύει και ενισχύεται απ’ αυτήν.

Ακόμα κι αν δεν υπήρχαν οι τόσοι και τόσοι επιπρόσθετοι λόγοι (που θα μπορούσαν να καταγραφούν), απλά και μόνο όσοι προαναφέρθηκαν και αφορούν μια ένταση της κρατικής επίθεσης με την ομπρέλα των διεθνών κέντρων, είναι ικανοί να μας υποχρεώσουν, να τοποθετηθούμε από τη σκοπιά της αναρχικής θεώρησης και της απελευθερωτικής προοπτικής. Αυτή η στάση και τοποθέτηση μάς βρίσκει αντίθετους σε αυτοπεριοριστικές λογικές και κινήσεις, ιδιαίτερα σε συνθήκες (όπως οι τωρινές), όπου το άπλωμα της κοινωνική δράσης δεν είναι απλά επιθυμητό, αλλά πραγματοποιήσιμο.

Αυτός είναι ο λόγος όπου η κάθε διεκδίκηση, στο βαθμό που δεν συνδέεται άμεσα και ριζικά με την καταστροφή των άμεσων και μακροπρόθεσμων σχεδιασμών των κρατιστών, καταλήγει να βρίσκεται στη θέση ενός ακόμη κλειδιού που θα διασφαλίσει την εκτόνωση των εντάσεων και το πέρασμα στην παθητικοποίηση, ενός μέρους των αγωνιζόμενων ανθρώπων. Από κει και πέρα μπορεί εύκολα να αναζητηθεί σε πιο κεφάλι θα πέσει το ανάθεμα.

Αυτός είναι ο λόγος που δεν θα μπορούσαμε να ευνοήσουμε την κατασκευή ή ανασύσταση εξουσιαστικών πολιτικών σχηματισμών ή ομάδων από «ειδικούς» σε σχέση με ζητήματα και πρακτικές. Που δεν ευνοούμε τις διαδικασίες που έχουν «ψωμί», αλλά δεν έχουν ίχνος λόγου και δράσης προς την κατεύθυνση της αναρχικής κοινωνικής απελευθέρωσης.

Υπάρχει πλούσια εμπειρία για όλα όσα προαναφέρθηκαν και προέρχεται από καταστάσεις που έχουν σημειωθεί αρκετές φορές στο παρελθόν. Αυτή η εμπειρία έχει δείξει πως: Στην καλύτερη περίπτωση όλα αυτά τα πολιτικά – εξουσιαστικά κατασκευάσματα (ή κάποια από αυτά) θα διαλυθούν, αφού δεν θα μπορούν να αντιμετωπίσουν με κοινωνικούς – απελευθερωτικούς όρους την πραγματικότητα που θα μετασχηματιστεί. Στη χειρότερη, θα αποτελέσουν τμήματα του συστήματος ενδυναμωμένα και αναβαπτισμένα μέσα από «αγώνες».

Οι δυνατότητες υπάρχουν

Σ’ ό,τι αφορά τις δυνατότητες απλώματος της κοινωνικής αναρχικής δράσης, δεν χρειάζεται να πάμε σε πλατιές αναλύσεις για να εξηγήσουμε την κατάσταση που βρίσκεται μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου.

[…]

Θα ήταν αναμενόμενο, μετά από τα τόσα «σκάνδαλα», να έχει «πέσει» η όποια κυβέρνηση στηριζόταν στην πλειοψηφία των δύο μόνο μονάδων. Θα μπορούσε, άλλωστε, να θεωρηθεί μια συνηθισμένη έκβαση σε ανάλογες περιπτώσεις.

Πολύ περισσότερο μάλιστα, θα πρόσθετε κάποιος, όταν υπάρχει και η λεγόμενη εσωτερική αντίθεση βουλευτών και υπουργών, που με διάφορες τοποθετήσεις τους εντός κι εκτός βουλής σε ιστοσελίδες και έντυπα, σε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις στηλιτεύουν και επιτίθενται με σφοδρότητα κατά των ομοίων τους.

Κι όμως. Κανόνες που να ισχύουν παντού και πάντα δεν υπάρχουν. Κάθε περίπτωση και κάθε κατάσταση είναι συγκεκριμένη. Όπως και η εμπειρία που αποκομίζεται. Γιατί, άλλη η πραγματικότητα που ίσχυε πριν από είκοσι χρόνια κι άλλο το σήμερα. Η διαδικασία ενοποίησης της κυριαρχίας, όπως έχουμε ξαναγράψει, δεν είναι κάτι έξω από τις κοινωνίες και τα επί μέρους συστατικά της, τα διάφορα κράτη. Ο πολλαπλασιασμός των κρατών δεν αποδυναμώνει την κυριαρχία. Το ίδιο συμβαίνει και με τον πολλαπλασιασμό των κομμάτων στο κοινοβούλιο. Και μέσα σ’ αυτό το πλέγμα εντάσεων και αλληλοδιεισδύσεων, η αριστερά, σ’ όλες της τις αποχρώσεις, αποτελεί μιαν κατ’ εξοχήν εξουσιαστική και κατασταλτική δύναμη στον κάθε κοινωνικό χώρο και ιδιαίτερα στον ελλαδικό.

Οι άνευρες κι εκτονωτικές της πορείες (όπως αυτές στην φετεινή έκθεση Θεσσαλονίκης) συμπληρώνουν το αντιπολιτευτικό κλίμα των βουλευτών της ΝΔ, στην προκειμένη περίπτωση, που, πέρα από τις πραγματικές αντιθέσεις και τα συμφέροντα που εξυπηρετούν, βαδίζουν στη δοκιμασμένη επί Πασοκικής διαχείρισης πρακτική τής «εσωτερικής αντιπολίτευσης».

Η «εσωτερική αντιπολίτευση» που έχει ανθίσει ιδιαίτερα στο διάστημα των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων, όχι μόνο συμπληρώνει τα «κενά» και τις αδυναμίες τής θεσμοθετημένης αντιπολίτευσης αλλά συγκρατεί και τη δυσαρέσκεια του κόσμου. Δρα βελτιωτικά χωρίς να ανατρέπει τους σχεδιασμούς των εξουσιαστών. Συσπειρώνει, μέσα στα πλαίσια της πολιτικής χειραγώγησης, εκείνους τους κομματικούς οπαδούς που μέσα στο τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα, -που τους προκαλεί η γενικότερη πολιτική διεκπεραίωση των επιταγών της εγχώριας και ευρύτερης κυριαρχίας-, θα μπορούσαν να αποδεσμευτούν και να προκαλέσουν μια σοβαρή κοινωνική και πολιτική κρίση. Κρίση που, χωρίς να προέρχεται από τη βούλησή τους αυτήν καθ’ εαυτή, θα προέκυπτε από το συνολικότερη κατάσταση και οξυνόταν από τη συγκυρία.

Μπορεί μεν τα όσα ίσχυαν πριν μερικές δεκάδες χρόνια να μη μπορούν να ενεργοποιηθούν και να αντιστοιχηθούν με τις σημερινές συνθήκες, όμως η ουσιαστική προϋπόθεση υπάρχει και είναι η έντονη και καθοριστική δράση των καταπιεσμένων. Υπ’ αυτή την έννοια, η αυτοπροσδιοριζόμενη αντικρατική δράση δεν αφήνει περιθώρια στους εξουσιαστές να πραγματοποιούν τους χειραγωγικούς τους ελιγμούς και να κατευθύνουν τους ανθρώπους στην παραίτηση.

Είναι ξεκαθαρισμένο πως η οργανωμένη ιδεολογική και πολιτική εγκατάλειψη στους κομματικούς χειραγωγικούς χειρισμούς δεν είναι μια αυτόματη και φυσιολογική διεργασία. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ανεξάρτητα από το πώς θα ονομαστούν και ποια χροιά θα έχουν, περνούν μέσα από αριστερές και προοδευτικές, συμμαχίες και συμπτύξεις. Τέτοιες διαδικασίες έχουν την τάση να μετατρέπουν την απελευθερωτική και συγκρουσιακή δράση σε εκποιήσιμο εμπόρευμα στα χέρια των αριστερών και λοιπών «προοδευτικών» δυνάμεων.

Ιδιαίτερα στις παρούσες συνθήκες αποδεικνύεται πως η ενοποιημένη κυριαρχία σε κάθε επί μέρους κρατική συγκρότηση, αντί να είναι ισχυρή, βρίσκεται σε ολοφάνερη αδυναμία, με τους παράγοντες που την υπηρετούν να παραπαίουν ανάμεσα στην αυτοκρατορική αναισθησία και τον πανικό, που προέρχεται από το πραγματικό ενδεχόμενο του ξεσπάσματος της κοινωνικής οργής.

Γιατί, αντίθετα με όσα υποστηρίζει και καλλιεργεί η εξουσία, η αδράνεια του κόσμου είναι φαινομενική. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν και αδρανοποιημένα ή «βραδυπορούντα» κομμάτια της. Στην παρούσα φάση πάντως, η τάση της κοινωνίας είναι προς ένα ξέσπασμα.

Εφ’ όσον η κοινωνία δεν είναι κλεισμένη μέσα σε στεγανοποιημένους και απόλυτα ελέγξιμους χώρους, τα πάντα συνεχίζουν να είναι αναμενόμενα. Τα βίαια ξεσπάσματα σε σχέση με διάφορα ζητήματα (π.χ. Λευκίμη) δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν τυχαίες εκδηλώσεις.

Γι’ αυτό και οι προσπάθειες των κομματικών και συνδικαλιστικών μηχανισμών επικεντρώνονται στον αποπροσανατολισμό, την πίεση των δημοσκοπήσεων, την προπαγάνδα μέσω των ΜΜΕ και τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις πως «δεν θα περάσουν τα φορολογικά μέτρα».

Από την άλλη μεριά οι «κινηματικές» πρακτικές που προσπαθούν να αποκόψουν τα δραστήρια κομμάτια της κοινωνίας από συγκρουσιακές κοινωνικές συνθέσεις συμπορεύονται με τον κατασκευασμένο μύθο της κοινωνικής απάθειας. Η οποία όχι μόνο δεν υπάρχει αλλά αν λάβουμε υπ’ όψιν όλη αυτή την πολυδιασπασμένη κινητικότητα, θα διαπιστώσουμε πως όχι μόνο το αντίθετο συμβαίνει, αλλά και ότι οι όροι κοινωνικών συνθέσεων είναι πραγματικοί. Αυτή η αλήθεια είναι υπολογίσιμη από το κράτος κάνοντάς το να καταφεύγει ή να ευνοεί μεθοδεύσεις που έχουν προαναφερθεί.

Ιδιαίτερα στις παρούσες συνθήκες, όπως και πάντοτε, οι αναρχικοί-ές δεν έχουν λόγους να υπηρετούν πρακτικές που συμπορεύονται ή διευκολύνουν την όποια αριστερή πολιτική κατεύθυνση, όσο κι αν αυτή διαφημίζει ή υπαινίσσεται με φανφαρονισμούς την «επαναστατική» ή ανατρεπτική της βαρκαρόλα.

Είναι πολλά τα όσα συνδέουν τους αναρχικούς με τα κομμάτια της κοινωνίας, που ξεσηκώνονται κι αγωνίζονται και άπειρα αυτά που τους χωρίζουν από την εξουσία, την κάθε μορφής εξουσία. Γι’ αυτό συνεχίζουμε και επιμένουμε στα όσα η ίδια η πραγματικότητα μας αποδεικνύει.

Η υπομονή, λένε, έχει τα όριά της. Αν αυτά δεν είναι μετρήσιμα σε ατομικό επίπεδο, άλλο τόσο πιο απροσδιόριστα είναι στον κοινωνικό χώρο, όπου συμπλέκονται οι «υπολογίσιμοι» και οι ανεξέλεγκτοι παράγοντες.

Γι’ αυτό και για μια ακόμη φορά θα επισημάνουμε: Οι συνθήκες είναι εξαιρετικές. Μπορούν να γίνουν θαυμάσιες…

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 76, Οκτώβριος 2008

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License