Δυνατότητες, Όρια και Πολιτικά Συμπεράσματα του Κύκλου Αγώνα 2006-2013

Εισήγηση της εκδήλωσης "Δυνατότητες, όρια και πολιτικά συμπεράσματα του κύκλου αγώνα 2006-2013" που διοργανώθηκε από την πρωτοβουλία για έναν δημιουργικό αναστοχασμό και έλαβε χώρα στο αυτοδιαχειριζόμενο κυλικείο της Νομικής, στην Αθήνα στις 10/05/2018.

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ, ΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΑΓΩΝΑ 2006-2013

Ο κύκλος αγώνα 2006-2013
 
Υπάρχει μια παράδοση πολιτικών πρακτικών που δεν χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης στο εγχώριο ανταγωνιστικό κίνημα: είναι ο συλλογικός αναστοχασμός για τους αγώνες μας, για τις επιτυχίες και τις αποτυχίες μας, για την αποτελεσματικότητα των τακτικών και των στρατηγικών μας, για τις νίκες και τις ήττες μας. Κι όμως: ειδικά σήμερα που γύρω μας κυριαρχεί η τάξη «των σκυμμένων κεφαλιών» και η σχεδόν ανεμπόδιστη επέλαση του κεφαλαίου, είναι περισσότερο σημαντικό από ποτέ να θυμόμαστε ότι μέχρι πριν μερικά χρόνια τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Αντίθετα: τουλάχιστον για μια επταετία, μεταξύ του 2006 έως και το 2013, υπήρξε κατά καιρούς μια θυελλώδης αντίσταση της τάξης («των σφιγμένων γροθιών») στα σχέδια του κεφαλαίου και του πολιτικού προσωπικού που το εκπροσωπεί, με σημαντικές συνέπειες στο εγχώριο πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό και πολύ περισσότερο στην καθημερινότητα μας ως εκμεταλλευόμενων. Για την ιστορία αυτού του κύκλου αγώνα, για την εμπειρία μας ως συμμετεχόντων σ’ αυτόν και για την ήττα που υποστήκαμε ως κίνημα, θέλουμε (και σας καλούμε) να συζητήσουμε σήμερα, βάζοντας κι ένα λίθο για να ανακτήσει η παράδοση του συλλογικού μας αναστοχασμού, στην οποία αναφερθήκαμε πριν, τη σημασία που της αντιστοιχεί στην ανταγωνιστική πολιτική σκέψη και δράση.
 
Μιλάμε λοιπόν για τους αγώνες μιας περιόδου, που τους εντάσσουμε στο σχήμα του κύκλου αγώνα, κι αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι υιοθετούμε μια κοινωνιολογική τυπολογία των κοινωνικών αγώνων, ούτε ότι αποδεχόμαστε ένα γεωμετρικό ιστορικό σχήμα επανάληψης («κύκλος») του κοινωνικού ανταγωνισμού, ούτε ότι θέλουμε να κανο-νικοποιήσουμε ένα άθροισμα κοινωνικών εκρήξεων σε ένα ιδεολογικό σχήμα ανάγνωσης μιας περίπλοκης κοι-νωνικής πραγματικότητας. Ο όρος κύκλος αγώνα προέρχεται από την παράδοση της εργατικής αυτονομίας και για μας σημαίνει καταρχήν συγκεκριμένες κοινωνικές και ιστορικές διαδικασίες που αφορούν τόσο τη σύνθεση της τάξης που ενεπλάκησε σε αυτές, όσο και τις μορφές και τα περιεχόμενα των αγώνων στα οποία εκφράστηκαν αυτές οι διαδικασίες.

Πριν αναλύσουμε περαιτέρω ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά που μας ωθούν να μιλάμε για κύκλο αγώνα, θα εξηγήσουμε πρώτα γιατί εστιάζουμε στη συγκεκριμένη περίοδο, την περίοδο -όπως είπαμε και πριν- μεταξύ των ετών 2006-2013. Η περίοδος αυτή αρχίζει από το φοιτητικό κίνημα του Μάη-Ιούνη του 2006, που συνεχίστηκε με μικρές διακοπές μέχρι και το Μάρτη του 2007, δηλαδή σχεδόν για δέκα μήνες ανελλιπώς. Στο διάστημα αυτό ωρί-μασε η πρώτη γενιά που βάζει με μαζικούς και συλλογικούς όρους το ζήτημα των αλλαγών στις σχέσεις εργασίας (επισφαλιοποίηση, κλπ) ως μια από τις κεντρικές πλευρές της καπιταλιστικής κρίσης, που έμελλε να πάρει οξεία μορφή παγκόσμια ένα χρόνο μετά και τρία χρόνια αργότερα στην εγχώρια εκδοχή της. Το έμψυχο δυναμικό που αναδύθηκε μέσα από το φοιτητικό κίνημα του 2006 -2007 θα είναι αυτό που θα δώσει τον τόνο στην εξέγερση του Δεκέμβρη το 2008 και θα καθορίσει σημαντικά τον προσανατολισμό της, όχι απλώς ως ένα μητροπολιτικό ξέσπα-σμα του περιθωρίου (όπως τα αντίστοιχα στα Παρισινά προάστια του 2005, ή στο Λονδίνο το 2011), αλλά ως η πρώτη εξέγερση των επισφαλών εργαζομένων στο ευρωπαϊκό πεδίο. Είναι επίσης αυτό το δυναμικό που θα παίξει ένα σημαντικό ρόλο στους αγώνες που θα ξεσπάσουν, τόσο στις διαδηλώσεις, όσο και στο κίνημα των πλατειών του Μάη-Ιούνη του 2011, όταν το ελληνικό κράτος βυθίζεται στην κρίση χρέους και σε συνεργασία με το ΔΝΤ και το ευρωπαϊκό κεφάλαιο επιβάλλουν τις μνημονιακές εντολές. Αυτό το κίνημα περιλαμβάνει ένα αστερισμό αγώνων και κινητοποιήσεων. Από τις γενικές απεργίες και τις διαδηλώσεις κατά τη διάρκεια τους, μέχρι τις απεργιακές κινητοποιήσεις επιμέρους κλάδων του παραδοσιακού δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα. Από τις κινητοποιήσεις ενάντια στις απολύσεις στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, μέχρι τις κινητοποιήσεις ενάντια στα κλεισίματα δη-μόσιων δομών. Από τους αγώνες για τον έμμεσο μισθό στις δημόσιες συγκοινωνίες κι ενάντια στη σύνδεση της εφορίας με το λογαριασμό του ηλεκτρικού και στα κοψίματα του νερού των συνελεύσεων γειτονιάς, μέχρι τους αγώνες υγειονομικών και χρηστών υγείας ενάντια στους αποκλεισμούς στο δικαίωμα πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας (εισιτήριο 5 ευρώ, κ.α.). Από την υπεράσπιση των καταλήψεων ενάντια στις επεμβάσεις του κράτους, μέχρι τις μαζικές αντιδράσεις κατά τη δολοφονία Φύσσα από το τάγμα εφόδου της συμμορίας των χρυσαυγιτών. Περ-νώντας από την κορύφωση αυτού του κινήματος, στις 12 Φλεβάρη του 2012, θεωρούμε ότι υλικά και συμβολικά, αυτές οι αντιδράσεις αποτελούν και την τελευταία μαζική κάθοδο ενός σεβαστού κομματιού αυτού του κινήματος στο δρόμο.
 
Υπάρχουν λοιπόν κάποια κοινά χαρακτηριστικά σε αυτή την ετερόκλητη πολυφωνία κοινωνικών αγώνων, που μας επιτρέπουν να τους εντάξουμε βάσιμα στον ίδιο «κύκλο αγώνα»; Υποστηρίζουμε πως ναι. Πρόκειται καταρχήν για αγώνες ενάντια στην πολιτική της γενικευμένης αναδιάρθρωσης που επιχειρεί το κράτος και το πολιτικό προ-σωπικό του, αλλαγές που αφορούν και την ίδια τη δομή του κράτους ως συλλογικού εργοδότη (π.χ. απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, επέκταση της επισφάλειας στο δημόσιο, κ.α.) και ως μηχανισμού διανομής του κοινωνικού προϊόντος (φορολογική πολιτική, συρρίκνωση κρατικών δαπανών, κ.α.) και ρύθμισης των αντιτιθέμενων ταξικών συμφερόντων (κράτος έκτακτης ανάγκης), προκειμένου να υπερβεί την κρίση δημόσιου χρέους που το ταλανίζει• αυτή η πολιτική έχει στο κέντρο της την υλική και συμβολική υποτίμηση της ζωντανής εργασίας, δηλαδή τόσο τη μείωση του μισθού και την πλήξη στη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων, όσο και τη συνολική δυνατότητα αναπαραγωγή της τάξης (περικοπές στην υγεία, στην παιδεία, στη στεγαστική πολιτική, αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα, κ.α.). Κύριο χαρακτηριστικό αυτών των αγώνων, πράγμα που εκφράστηκε πιο ρητά στις διαδηλώσεις των γενικών απεργιών και στις κινητοποιήσεις των πλατειών, είναι κατά πρώτο η μαζικότητα τους και κατά δεύτερο μαχητικότητα/ συγκρουσιακότητα τους και η κοινωνική νομιμοποίηση αυτής της συγκρουσιακότητας. Πρόκει-ται παράλληλα για αγώνες, τουλάχιστον στις περιπτώσεις που δεν αφορούν το πεδίο της παραγωγής, όπου εκεί καταφέρνει να συντηρηθεί η παραδοσιακή μορφή συνδικαλιστικής οργάνωσης, που ανακαλύπτουν νέες μορφές κοινωνικότητας και συλλογικής οργάνωσης που καταφάσκουν λιγότερο ή περισσότερο στην συμμετοχικότητα στη συζήτηση, στην οργάνωση και στη λήψη των αποφάσεων στη βάση αμεσο-δημοκρατικών διαδικασιών (κυρίως τα εγχειρήματα που γεννήθηκαν μέσα στο Δεκέμβρη, όπως και στη διάρκεια και μετά τις κινητοποιήσεις των πλατειών).
Ποια είναι η ταξική σύνθεση του υποκειμένου που κινητοποιείται σ αυτό τον κύκλο αγώνα; Για να αναλύσουμε κάτι τέτοιο, πέρα από το εμπειρικό επίπεδο, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας δύο πράγματα που τονίσαμε και πριν: πρώτον ότι μιλάμε για μια γενικευμένη επίθεση του κεφαλαίου σε πολλά πεδία του κοινωνικού ταυτόχρο-να και άρα στο σύνολο σχεδόν των από κάτω αυτής της κοινωνίας και δεύτερο ότι μιλάμε για πολύ μαζικές αντιδράσεις ενάντια σε αυτή την επίθεση, κυρίως στις περιπτώσεις των διαδηλώσεων των γενικών απεργιών και στις κινητοποιήσεις των πλατειών. Με αυτή την έννοια είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσουμε για ένα ενιαίο υποκείμενο τουλάχιστον σε όλη την έκταση των κινητοποιήσεων και σε όλη τη διάρκεια τους. Από την άλλη, είναι γεγονός ότι ένα σεβαστό κομμάτι εργαζομένων κινητοποιήθηκε κατά καιρούς ενάντια στα μέτρα που το έπλητταν, όπως κινητοποιήθηκε κι ένα σημαντικό κομμάτι φοιτητών, ανέργων, απολυμένων εργατών, αλλά και μικροαστών (ελεύθερων επαγγελματιών, κυρίως). Αν ωστόσο θέλουμε να είμαστε πιο ακριβείς θα υποστηρίξουμε ότι τον τόνο στις πιο μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, αυτές των διαδηλώσεων στις γενικές απεργίες, τον έδωσε κυρίως ο/η εργαζόμενος/-η του δημοσίου, κυρίως ο επισφαλής (αναπληρωτές καθηγητές, συμβασιούχοι των δήμων, κ.α.) αλλά και ο μόνιμος, και ακολούθησε η παραδοσιακή εργατική τάξη του ιδιωτικού τομέα, χοντρικά ο/η φορντι-κός/-ή μισθωτός εργάτης/-τρια, που διατηρούσε ακόμα κάποιες παραδοσιακές γραμμές άμυνας (συνδικαλιστι-κή κάλυψη, κλπ). Από την άλλη πλευρά, δεν θα πέφταμε έξω αν υποστηρίζαμε ότι τον τόνο στις κινητοποιήσεις των πλατειών, όπως και στις συνελεύσεις γειτονιάς, τον δώσανε κυρίως υποκείμενα που αδυνατούσαν να βρουν συλλογικές διεξόδους αγώνα στους χώρους εργασίας τους: είτε επειδή ήταν επισφαλείς και αναγκάζονταν να αλλάζουν διαρκώς δουλειά, είτε επειδή ήταν άνεργοι, είτε επειδή δούλευαν σε μικρές επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, όπου η συνδικαλιστική κάλυψη ήταν (και είναι) ανύπαρκτη.

 Νίκη ή ήττα;
 
(και γιατί πράγμα μιλάμε, όταν μιλάμε έτσι)
 
 
Το είπαμε και πριν: αναγνωρίζουμε ότι ως ανταγωνιστικό κίνημα ηττηθήκαμε στον προηγούμενο κύκλο αγώνα. Μπορεί να αντιτείνει κάποιος ότι «δεν λέμε και τίποτα καινούργιο». Θα απαντήσουμε: αν δεν λέμε τίποτα και-νούργιο ας απαντήσει κάποια/-ος αγωνίστρια/-ής σε μερικές διαβολεμένες απορίες μας.
 
Ποιες είναι αυτές; Πρώτα απ’ όλα: γιατί (σχεδόν) κανένας πολιτικός σχηματισμός δεν αναγνωρίζει αυτή την ήττα και κυρίως: γιατί ακόμα κι όσοι μιλάνε γι’ αυτήν, δεν μπαίνουν ωστόσο και στον κόπο να την αναλύσουν; Κι όταν λέμε να την αναλύσουν εννοούμε: να την αναλύσουν με τρόπο που θα ασκήσει μια παραγωγική κριτική και αυ-τοκριτική στα πεπραγμένα μας ώστε να αφήσει ανοιχτά τα περάσματα στους μελλοντικούς αγώνες, όχι με τρόπο που θα βγάζει τα σωθικά του ενάντια στους «συμβιβασμένους» εκμεταλλευόμενους, στην κακούργα κοινωνία, κλπ. Δεύτερο, γιατί όσα πολιτικά υποκείμενα έχουν διατηρήσει την πίστη τους στην προοπτική του δρόμου, πράττουν λες και δεν συνέβη αυτή η ήττα, λες και βρίσκονται σ’ ένα ιστορικό συνεχές, μια κατάσταση που δεν έχει αλλάξει καθόλου σε σχέση με το παρελθόν; Και τρίτο: γιατί το μεγαλύτερο μέρος του εξωκοινοβουλίου (κι 
όχι μόνο) μιλάει για «προδοσία» κι όχι για ήττα; Τα αυτονόητα ζητούν υπεράσπιση, κυρίως γιατί δεν νοούνται ως τέτοια από την πλειοψηφία των πολιτικών υποκειμένων.
 
Ας ξεκαθαρίσουμε το πώς βλέπουμε εμείς τα πράγματα. Καταρχάς. Όταν λέμε ότι ηττηθήκαμε έχουμε στο μυαλό τρία επίπεδα ανάλυσης. Το πρώτο αφορά το επίπεδο των τρεχόντων αποτελεσμάτων των μαχών που δώσαμε στη διάρκεια αυτού του κύκλου αγώνα. Είναι γεγονός ότι η αναδιάρθρωση πέρασε, οι κεντρικές πολιτικές έχουν περάσει πάνω από τα κορμιά μας και στους περισσοτέρους αγώνες, παρά κάποιες επιμέρους νίκες που διατηρούν τη σημασία τους, χάσαμε. Το δεύτερο στο επίπεδο της τρέχουσας κατάστασης του κόσμου της εκμετάλλευσης και του κινήματος: μεγάλο μέρος αυτού του κόσμου έχει απογοητευτεί επιστρέφοντας στην κανονικότητα, ειδικά αυτό το κομμάτι που παράδωσε κάποιες ελπίδες του στο ΣΥΡΙΖΑ• το μεγαλύτερο κομμάτι των πολιτικών υποκειμένων αδυνατεί να αντι-ληφθεί τα αίτια αυτής της ήττας και ειδικά στα σημεία που αφορούν τις ευθύνες που φέρει το ίδιο με αποτέλεσμα να συνεχίζει να πράττει όπως έπραττε σαν να μην συμβαίνει τίποτα• και τέλος τείνει να γίνει είδος προς εξαφάνιση όποια συλλογική αναλυτική ικανότητα, που ανέπτυξε στους καιρούς της ανόδου του το κίνημα με αποτέλεσμα να φτωχαίνουν μαζί και οι πολιτικές συμπεριφορές και πρακτικές του σήμερα. Το τρίτο στο επίπεδο που αναφέραμε και πριν: δηλαδή την παντελή απουσία για τη συζήτηση των αιτιών που οδήγησαν σε αυτή την ήττα από το κίνημα, πράγμα που αξιωματικά οδηγεί στο δεύτερο επίπεδο ανάλυσης  πιο απλά: είναι κομμάτι της ήττας μας το να μην συζητάμε γι’ αυτήν.
 
Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση των αιτιών της ήττας μας, θα κάνουμε μια στάση. Ψελλίσαμε πριν για «κάποιες επιμέρους νίκες που διατηρούν τη σημασία τους». Αξίζει ειδικά σε αυτή τη συζήτηση, μια μνεία σ’ αυτές.
 
Θα ονομάσουμε νίκη του ανταγωνιστικού κινήματος, το γεγονός ότι παρόλη την κριτική που αντιστοιχεί στα εγχειρή-ματα μας, στον προηγούμενο κύκλο αγώνα μπήκαν για πρώτη φορά ζητήματα που δεν είχαν μπει ποτέ μέχρι σήμερα, άλλαξαν νοοτροπίες ενός μέρους ενός πολιτικού υποκειμένου που μέχρι τότε σκεφτόταν και δρούσε με αμιγώς ιδε-ολογικούς όρους, αυξήθηκαν οι υπάρχουσες κοινότητες αγώνα, έστω κι αν σήμερα έχουν χάσει μεγάλο μέρος της δυναμικής τους και περιστρέφονται στο φαύλο κύκλο της εσωστρέφειας.
 
Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι θα κάνουμε δύο ενδεικτικές αναφορές σε συγκεκριμένους αγώνες.
 
Υπήρξαν κινητοποιήσεις σε διάφορα πεδία της κοινωνικής αναπαραγωγής, όπως π.χ. σε αυτό που αφορά το δη-μόσιο σύστημα περίθαλψης, που ξέφυγαν από τα παραδοσιακά πλαίσια, σύνδεσαν εργαζόμενους σε υγειονομικές δομές και χρήστες υπηρεσιών αυτών των δομών σε αγώνες για την διεύρυνση του δικαιώματος της πρόσβασης στην περίθαλψη, για την κατάργηση του εισιτηρίου των 5 ευρώ, για την προμήθεια εξοπλισμού και την βελτίωση των όρων της περίθαλψης, ή/ και ενάντια στο κλείσιμο ή τη συγχώνευση δημόσιων δομών υγείας. Η δυναμική τέτοιων αγώνων, είχε μετρήσιμα ποιοτικά και ποσοτικά αποτελέσματα, αφού κατάφερε να πετύχει καταρχήν τη διατήρηση των περισσότερων δημόσιων δομών υγείας κόντρα στα αρχικά σχέδια του κράτους και των πιστωτών, πράγμα που δεν συνέβη π.χ. σε αντίστοιχες εμπειρίες του εξωτερικού.
 
Με τις μικρές οργανωμένες δυνάμεις που είχε ο κόσμος του κινήματος και με όλο το βάρος της αρνητικής παρά-δοσης που κουβαλούσε στις πλάτες και στα μυαλά του, κατάφερε παρόλα αυτά να δώσει αρκετές μάχες ενάντια σε απολύσεις, για πληρωμή δεδουλευμένων κ.α. και να εμπλέξει κόσμο σε συλλογικότητες στους χώρους δουλειάς, έξω από την κλασική συνδικαλιστική δομή, ή να φτιάξει συλλογικότητες γειτονιάς που βάλανε στο κέντρο του ενδιαφέ-ροντος τους ανάγκες όπως το ηλεκτρικό ρεύμα, το νερό, κ.α. Δεδομένου μάλιστα ότι σε κάποιες πόλεις της επαρχίας για πρώτη φορά φτιάχτηκαν μάχιμες εργατικές συλλογικότητες ή συλλογικότητες στις γειτονιές που έδωσαν τέτοιες μάχες, αυτό είναι κάτι που συνιστά μια ρήξη στις παραδόσεις του κινήματος και αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία για το μέλλον. Δεν είναι περιττό να τονίσουμε ότι είναι στο χέρι μας να αναδείξουμε αυτή την πλευρά του κοινωνικού ανταγωνισμού, που μένει όπως πάντα υποφωτισμένη.

Αντικειμενικά και υποκειμενικά όρια του κινήματος
(και μερικά αναγκαία πολιτικά συμπεράσματα)
 
Αναλύοντας την ήττα του προηγούμενου κύκλου αγώνα θα εστιάσουμε στα υποκειμενικά και στα αντικειμενικά όρια του κινήματος (προφανώς όχι σε όλα, αλλά σε αυτά που θεωρούμε πιο σημαντικά). Όταν αναφερόμαστε στα υποκει-μενικά όρια εννοούμε τις ανεπάρκειες που αφορούν το ίδιο το κίνημα, την ποιότητα της παρέμβασης του, τα όρια της κοινωνικής του σύνθεσης, κλπ. Όταν αναφερόμαστε στα αντικειμενικά όρια εννοούμε την κοινωνική συνθήκη εντός της οποίας αυτό το κίνημα έδρασε. Για παράδειγμα ένα αντικειμενικό όριο του κινήματος, είναι η πολυδιάσπαση της ζωντανής εργασίας που κυριαρχεί σε αυτό τον τόπο, λόγω του τεράστιου αριθμού των μικρών ιδιωτικών επιχειρή-σεων, πράγμα που έχει σαν αποτέλεσμα μια πραγματική αδυναμία συνένωσης της τάξης για να δώσει από κοινού αγώνες. Είναι προφανές ότι υπάρχει αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των δύο: το κίνημα διαμορφώνεται μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνική συνθήκη και με τη σειρά του τη διαμορφώνει το ίδιο. Σε κάθε περίπτωση, εμείς παρόλο που αναγνωρίζουμε την σημαντική επίδραση της κοινωνικής συνθήκης εντός της οποίας είμαστε αναγκασμένοι να δράσουμε και χωρίς να υπεραμύνομαστε της ιδέας ότι «μόνο εμείς φταίμε για την ήττα μας», θα εστιάσουμε ωστόσο στα υποκειμενικά όρια του κινήματος (αφού αναγνωρίσουμε ως πρώτο υποκειμενικό όριο τη μικρή μας ποσοτική δύναμη -σε σχέση με τις ανάγκες των καιρών- ως κίνημα). Επειδή είναι αυτά στα οποία μπορούμε να επιδράσουμε και τα οποία (ευελπιστούμε) να ξεπεράσουμε στους μελλοντικούς αγώνες.

Θα ξεκινήσουμε με την διαπίστωση ότι στον κύκλο αγώνα που εξετάζουμε, υπήρχε μειοψηφική συμμετοχή των “μη-οργανωμένων” πολιτικά εκμεταλλευόμενων στις γειωμένες διαδικασίες αγώνα σε σύγκριση με τη συμμετοχή τους σε κεντρικές κινητοποιήσεις. Η προηγούμενη περίοδος (κυρίως 2010-2012) χαρακτηρίζεται, όπως είπαμε και πριν, από την μαζικότητα των διαδηλώσεων, τη σφοδρότητα των συγκρούσεων και το συχνά εξεγερσιακό κλίμα. Κοινό χαρα-κτηριστικό όλων των μεγάλων κεντρικών διαδηλώσεων αποτελούσε το διακύβευμα να μην περάσουν τα εκάστοτε νέα μέτρα / να πέσουν οι κυβερνήσεις που τα φέρνουν. Το μεγαλύτερο κομμάτι του κόσμου προσδοκούσε ότι με τη μαζική και μαχητική του παρουσία στο δρόμο σε μια νύχτα, θα ανατρέψει τα μέτρα, ή και την κυβέρνηση την ίδια, πράγμα που υπήρξε η έκφραση μιας πραγματικής αδυναμίας /ανικανότητας να συνειδητοποιήσει τι ήταν αυτή η κρί-ση χρέους και που οφείλεται• σ’ αυτό συνέβαλε σε μέγιστο βαθμό η εθνο-λαϊκή διαταξική ρητορική που μίλαγε για «κατοχή», «αποικίες χρέους», και «προδότες πολιτικούς». Αυτή η ρητορική αποτέλεσε και την κυρίαρχη ερμηνεία για την καπιταλιστική κρίση και υιοθετήθηκε συνειδητά από το μεγαλύτερο κομμάτι της αριστεράς, που το βόλευε μια τέτοια ερμηνεία, αφού προσδοκούσε να γίνει η εναλλακτική κοινοβουλευτική λύση στη διαχείριση της κρίσης. Η τάξη μας, στην πλειοψηφία της, είχε παγιδευτεί για τα καλά στο δίπολο μνημόνιο-αντιμνημόνιο και στους αντιπερι-σπασμούς του «αντιγερμανισμού» και του «αντιευρωπαϊσμού», και γι’ αυτό πίστεψε στη δυνατότητα μιας «πολιτικής λύσης της κρίσης», επενδύοντας σε μια κεντρική πολιτική σύγκρουση. Ωστόσο οι μεγάλες κεντρικές διαδηλώσεις δεν κατάφερναν να μπλοκάρουν τα μέτρα, η απογοήτευση του κόσμου συσσωρευόταν, με τελικό αποτέλεσμα τη συνακό-λουθη ανάθεση του αγώνα στο κοινοβουλευτικό τμήμα του αντιμνημονιακού μπλοκ, τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Ωστόσο εδώ μπαίνουν ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα. Γιατί οι εκμεταλλευόμενοι αναγνώριζαν ως προνομιακό πεδίο την συμμετοχή τους σε μια διαδήλωση-πορεία και όχι τη συμμετοχή τους σε μια συνέλευση - σταθερή δια-δικασία αγώνα; Ποιοι είναι οι παράγοντες που καθορίζουν αυτού του είδους την συμπεριφορά; Είναι μόνο μια ιδεολογία, δηλαδή μια αντίληψη των πραγμάτων που διαχωρίζεται από την πραγματικότητα, που τους ώθησε σε κάτι τέτοιο; Υποστηρίζουμε ότι δεν είναι η ιδεολογία της «μεγάλης νύχτας», αλλά άλλοι οι παράγοντες που καθορίζουν κατά κύριο λόγο μια τέτοια συμπεριφορά. Ο πρώτος είναι οι κοινωνικές σχέσεις ενός αγωνιζόμενου μέσα στη σημερινή κοινωνική συνθήκη. Το γεγονός δηλαδή ότι για τους εργαζόμενους σε ένα χώρο δουλειάς, ή για τους γνωστούς σε μια γειτονιά, όπου δεν υπάρχει μια μαχητική εργατική κοινότητα ή μια συλλογικότητα γει-τονιάς, ο δρόμος προσφέρει μια αγωνιστική διέξοδο για τους ίδιους και για τους συναδέλφους ή τους γείτονες, που γνωρίζονται μεταξύ τους, χωρίς να απαιτεί μια πιο σταθερή δέσμευση από αυτούς. Καλώς ή κακώς η ίδια αγωνιστικότητα, η συμμετοχή στα ζητήματα που μας αφορούν, είναι μια κοινωνικά εκπαιδευτική διαδικασία, κι όχι μια ιδιότητα με την οποία γεννιόμαστε. Αυτό πάει να πει ότι απαιτεί θεσμούς πολιτικούς που να την ανα-λαμβάνουν, διαθεσιμότητα, επένδυση χρόνου, κ.α. πράγματα, άρα μια ισχυρή δέσμευση από το κάθε υποκείμε-νο, πράγμα που γενικά δεν είναι κάτι εύκολο. Ο δεύτερος είναι η υπόκλιση στην πεπατημένη οδό. Το γεγονός δηλαδή ότι πολλοί από όσους μπαίνουν στην διαδικασία να αγωνιστούν για πρώτη φορά ίσως στη ζωή τους, χωρίς προηγούμενη αγωνιστική εμπειρία, έχουν πάντα την δυνατότητα να γλιστρήσουν ενώπιον των εμποδίων που θα συναντήσουν σ’ αυτό που έχουν μάθει σε όλη τους τη ζωή: να αναθέτουν σε “άλλους” την αντιμετώπι-ση των προβλημάτων τους. Ο τρίτος παράγοντας είναι το γεγονός ότι ακόμα και εκεί που υπήρχαν μαχητικές συλλογικότητες, πολλές φορές αυτές δεν αποτελούσαν ένα «φιλικό έδαφος» για να εκφραστεί κάποιος/ κάποια αγωνιζόμενος/-η. Το τι εννοούμε, όταν λέμε ότι πολλές φορές ότι δεν υπήρχε “φιλικό έδαφος” στις συνελεύσεις μας για τους υπόλοιπους εκμεταλλευόμενους με μηδαμινή έως και ελάχιστη εμπειρία οργάνωσης και αγώνα, θα το συζητήσουμε παρακάτω. Τέλος υπάρχει κι ένας τέταρτος παράγοντας που δεν πρέπει να μας διαφεύγει ποτέ από το μυαλό: το ότι σε αυτό τον τόπο, παρά τις βαθιές κοινωνικές αλλαγές που συντελούνται τα τελευταία χρόνια, παραδοσιακοί θεσμοί που αναλάμβαναν στο παρελθόν την κοινωνική αναπαραγωγή των εργαζομένων, εξακολουθούν να διατηρούν ένα σημαντικό ρόλο. Δεν είναι για παράδειγμα μυστικό, πράγμα που το ξέρανε και τα αφεντικά, ότι οι συντάξεις της οικογένειας ζούσαν και ζουν για χρόνια πολλά παιδιά, εγγόνια ή ολόκληρες οικογένειες, ή το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της κάλυψης των διατροφικών αναγκών ενός κόσμου, το κάλυψε είτε η εκκλησία, είτε οι δομές των θεσμών της αυτοδιοίκησης (κοινωνικά παντοπωλεία, κ.α.). Θα πρέπει να συ-νυπολογίζουμε αυτή την πραγματικότητα όταν μας μπαίνουν ερωτήματα του τύπου «γιατί δεν υπήρξε ένα κίνημα ανέργων σε αυτή τη χώρα, όπως π.χ. στην Αργεντινή.

Η πρόσφατη γενικευμένη καπιταλιστική αναδιάρθρωση πυροδότησε ένα έντονο κύμα κοινωνικών αγώνων γύρω από την εργασία, αλλά και την κοινωνική αναπαραγωγή. Αυτοοργανωμένες / λαϊκές συνελεύσεις συγκροτήθη-καν σε πολλές γειτονιές αλλά και σωματεία βάσης - εργατικές συνελεύσεις προσπάθησαν να αποτελέσουν μια μαχητική εναλλακτική πρόταση, πέρα από τον συντεχνιακό κρατικό / κομματικό συνδικαλισμό. Προσπάθησαν να βάλουν μπροστά την κοινωνική οργάνωση/ταυτότητα και όχι την αντίστοιχη πολιτική. Αποτέλεσαν αναμφι-σβήτητα το ζωντανότερο κύτταρο του κινήματος και σήκωσαν μια πληθώρα αγώνων. Παρά την νέα δυναμική που ανέπτυξαν ωστόσο, αντιμετώπισαν με τη σειρά τους προβλήματα ιδεολογικοποίησης και κομματικών περι-φράξεων από οργανωμένα κομμάτια του αναρχικού χώρου και της αριστεράς. Απέτυχαν εν τέλει να εκφράσουν μαζικές προλεταριακές ανάγκες και με την ύφεση του κοινωνικού ανταγωνισμού αναδείχθηκαν τα όρια τους ως μορφές οργάνωσης πολιτικοποιημένων. Μπορούμε να επισημάνουμε ως κύριο πρόβλημα γι’ αυτές τις κοινότητες την περιορισμένη ανοιχτότητα τους, πράγμα που καθόρισε αυτό που γράψαμε πριν, για το «μη-φιλικό» έδαφος των συνελεύσεων μας. Εδώ οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι ανοιχτότητα για εμάς σημαίνει πολλά παραπάνω πράγματα από δημόσια γνωστοποίηση του “πότε έχει συνέλευση”. Η ανοιχτότητα αρχίζει από στοιχειώδη πράγ-ματα π.χ. από το που επιλέγεις να ανοίξεις ένα θέμα (στο στέκι, στο εργατικό κέντρο, στην πλατεία;) και φτάνει στη θέσμιση κανόνων ρύθμισης σχέσεων (π.χ. στο πόσο θα μιλάει ο καθένας/καθεμιά, στο αν θα επιτρέπεται η πρωτοκαθεδρία των «παλιών/ έμπειρων»), μέχρι το πόσο επιβάλλει την ιδεολογία της, η συλλογικότητα των πολιτικοποιημένων που έχει τη γενική ευθύνη σε μια πολιτική διαδικασία, ή το κατά πόσο συμβαδίζει με την ανά-πτυξη της ωρίμανσης του κινήματος η πρακτική που εφαρμόζει η πολιτική διαδικασία. Η ανοιχτότητα είναι άμεσα συνυφασμένη με το ζήτημα του «πώς παρεμβαίνουμε» και έχει να κάνει με την ικανότητα των οργανωμένων κομματιών της τάξης να είναι προσιτά στον διάλογο με άτομα που βιώνουν την ίδια συνθήκη, αλλά και με την ικανότητα να δημιουργούν σταθερές και διαρκείς κοινωνικές σχέσεις με τους υπόλοιπους εκμεταλλευόμενους.

Μετά την όξυνση της καπιταλιστικής κρίσης το 2008, τα εγχώρια αφεντικά και το πολιτικό προσωπικό τους απαίτη-σαν και πέτυχαν αυτό που δεν μπορούσαν όλα τα προηγούμενα χρόνια: να ξεφορτωθούν το προηγούμενο «τυπικό σύνταγμα» των εργασιακών σχέσεων. Μετά τις χιλιάδες απολύσεις και το τσάκισμα του μισθού, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και η γενίκευση επισφαλών μορφών απασχόλησης, αποτελούν πλέον τη νέα πραγματικότη-τα για το προλεταριάτο. Η νέα συνθήκη καθιστά ακόμα πιο δύσκολη την προσπάθεια συνδικαλιστικής οργάνωσης μέσα στους εργασιακούς χώρους. Κι ενώ τα προηγούμενα χρόνια τα μαχόμενα σωματεία βάσης έχαναν μεγάλο θε-σμικό έδαφος και αριθμό μελών (απολύσεις, απογοήτευση, κ.α.) και αποτύγχαναν να κερδίσουν μάχες (ανάκληση απολύσεων, υπεράσπιση μισθών), μέσα στο ανταγωνιστικό κίνημα δεν υπήρξαν σοβαρές προσπάθειες αναζήτησης περιεχομένων και μορφών αγώνα που θα ανταποκρίνονται στη νέα τεχνική σύνθεση της εργατικής τάξης.
 
Από την άλλη πλευρά, ένα τόνο αισιοδοξίας την προηγούμενη περίοδο έδωσαν μια πληθώρα διεκδικήσεων από εργαζόμενους/ες, χωρίς την διαμεσολάβηση από συνδικαλιστικούς/κομματικούς φορείς, σε κλάδους του ιδι-ωτικού τομέα όπως οι ταχυμεταφορές, ο επισιτισμός, οι τηλεπικοινωνίες και το εμπόριο. Πρόκειται για κόντρες εργαζομένων που στηρίχθηκαν από αλληλέγγυους/ες - πολιτικά ενταγμένους στον ίδιο πολιτικό χώρο - εργαζό-μενους/ες, παρά από συναδέλφους/ισσες του ίδιου εργασιακού χώρου. Η στήριξη του “κινηματικού κόσμου” σε εργατικούς αγώνες κάθε άλλο παρά θετική και αναγκαία μπορεί να θεωρηθεί. Σε πολλές περιπτώσεις οι (σχετικά) μαζικές κινητοποιήσεις σωματείων βάσης μαζί με αλληλέγγυο κόσμο έξω από μαγαζιά/επιχειρήσεις κατάφεραν να αναγκάσουν την εργοδοσία να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των αγωνιζόμενων εργατών/τριων. Όμως πέρα από τα οφέλη που αποφέρουν τέτοιου είδους κινήσεις, δεν μπορούν από μόνες τους να αποτελέσουν μια ελπιδοφόρα προ-οπτική για την τάξη μας αν δεν συνδυαστούν με κοινότητες αγώνα στο εσωτερικό κάθε εργασιακού χώρου (πράγμα προφανώς πολύ δύσκολο, που διατηρεί ωστόσο την τεράστια αξία του για τα συλλογικά μας ταξικά συμφέροντα). Οι πιο μαχητικοί εργαζόμενοι/ες, που σηκώνουν μια κόντρα στον χώρο εργασίας τους και δεν βρίσκουν στήριξη από συναδέλφους, αργά η γρήγορα στοχοποιούνται από τα αφεντικά και απολύονται. Πολλές είναι οι υποθέσεις απολυμένων εργαζομένων όπου καταλήγουν στα δικαστήρια και χάνουν λόγω απουσίας μαρτύρων.
 
Τα ερωτήματα παραμένουν: Πως μπορεί να ανακτηθεί η συλλογική δύναμη των εργαζομένων που κινούνται μεταξύ επισφάλειας και ανεργίας με εκείνους που δεν έχουν δυνάμεις και οργάνωση στη δουλειά; Πως δίνεις έναν εργατικό αγώνα σε ένα τέτοιο ρευστό περιβάλλον;
 
Ένας μεγάλος αριθμός αγωνιζόμενων υποκειμένων επέλεξε μετά το Δεκέμβρη του 2008, να στραφεί σε ένα είδους εναλλακτισμού, τύπου «συνεργατικών», «κολεκτίβων», κοινωνικών δομών αυτοοργάνωσης και να απο-συρθεί από το κοινωνικό πεδίο της πάλης. Είδαμε λοιπόν να ξεφυτρώνουν συνεργατικά καφέ και εστιατόρια και όχι αγώνες σερβιτόρων και μαγείρων κόντρα στους τσακισμένους μισθούς και την εντατικοποίηση/ επισφαλιο-ποίηση της εργασίας τους. Είδαμε να ανοίγουν σε πολλές γειτονιές κοινωνικά ιατρεία αλλά δεν είδαμε αντίστοι-χους μαζικούς αγώνες ενάντια στην υποβάθμιση και το κλείσιμο δομών πρόνοιας.

Από την άλλη πλευρά, καθώς το κράτος αποσύρεται όλο και περισσότερο από τη διαχείριση της κοινωνικής ανα-παραγωγής και καθώς αυξανόταν η καταστροφή ανθρώπινου κεφαλαίου (απολύσεις, κλπ), οι ανικανοποίητες ανάγκες των από κάτω αυξάνονταν ραγδαία. Η ιδέα που κυριάρχησε σε σεβαστό κομμάτι του κινήματος, ήταν ότι αυτό το κενό ουσιαστικά έρχονται να το καλύψουν οι δομές αλληλεγγύης. Οι συλλογικές κουζίνες, τα χαριστι-κά-ανταλλακτικά παζάρια, τα κοινωνικά ιατρεία, αποτέλεσαν αναπόσπαστο κομμάτι των συνελεύσεων γειτονιάς. Όμως, λόγω της μικρής δυναμικής τους, είτε περιορίστηκαν σε ένα συμβολικό χαρακτήρα, είτε κατάφεραν να καλύψουν για ένα μικρό διάστημα τις ανάγκες ενός μικρού μόνο μέρους του πολιτικοποιημένου κόσμου (αν εξαιρέσουμε το παράδειγμα που αφορά το προσφυγικό ζήτημα, παράδειγμα που παρά την κριτική που μπορεί να του αντιστοιχεί, αξίζει να μελετηθεί σε βάθος).
 
Αν η ίδια η δομή του ελληνικού κεφαλαίου και οι νέες σχέσεις εργασίας που επιβάλλονται και επεκτείνονται ως απάντηση στην κρίση κέρδους των αφεντικών, αποτελούν ένα αντικειμενικό όριο στην ενότητα της τάξης, είναι η αδυναμία σύνδεσης των επιμέρους αγώνων που αναδεικνύεται ως το υποκειμενικό όριο αυτής της ενότητας. Αυτή την αδυναμία σύνδεσης μπορούμε να τη δούμε σε πολλά επίπεδα: αδυναμία σύνδεσης των επιμέρους εργασια-κών και επαγγελματικών κλάδων, αδυναμία σύνδεσης των εργαζομένων στο δημόσιο με αυτούς τους ιδιωτικού τομέα, αδυναμία σύνδεσης μόνιμων και επισφαλών εργαζομένων που δουλεύουν στον ίδιο εργασιακό χώρο και περαιτέρω αδυναμία σύνδεσης συλλογικοτήτων γειτονιών, σωματείων βάσης, κλπ. Στο βαθμό που σκοπός μας είναι να επικεντρωθούμε σε ότι αφορά τα πράγματα που φτάνουν τα χέρια μας, δεν έχει νόημα να συζητήσουμε επιμέρους -σημαντικές κατά τα άλλα- πτυχές αυτού του ζητήματος. Δεν έχει νόημα για παράδειγμα να θέσουμε το ζήτημα της αδυναμίας σύνδεσης μεταξύ των εργαζομένων του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, αφού ως κίνημα, δεν έχουμε ούτε μεγάλο αριθμό εργαζομένων στον δημόσιο τομέα, ούτε σοβαρή οργανωτική δύναμη στους διάφορους κλάδους. Αξίζει ωστόσο να παρατηρήσουμε, ότι όπου φτάνουν τα χέρια μας, όπου δηλαδή επιχείρησε το κίνημα κατά καιρούς να κάνει σοβαρές οργανωτικές απόπειρες μεταξύ π.χ. συλλογικοτήτων γειτο-νιάς, ή μαχητικών εργατικών συλλογικοτήτων, αναδύθηκαν για άλλη μια φορά ζητήματα πολιτικής ταυτότητας, αδυναμίας μιας ουσιαστικής πολιτικής επικοινωνίας και διαλόγου, ιδεολογικοποίησης των πολιτικών σχέσεων. Τόσο η προσπάθεια οργανωτικής ενοποίησης/ ομοσπονδιοποίησης στη βάση καθαρά ιδεολογικών αρχών που επιχειρήθηκε από διάφορα σωματεία βάσης, όσο και η προσπάθεια συντονισμού των 40 (plus) συνελεύσεων γειτονιάς της Παντείου, είναι παραδείγματα που αποκαλύπτουν περισσότερο την πραγματική αδυναμία του κινή-ματος να σπάσει τους δεσμούς που το κρατούν δέσμιο με μια εσωστρέφεια, παρά «χαμένες ευκαιρίες», ή «τίμιες πλην ατυχείς» απόπειρες σύνδεσης της τάξης και των αγώνων της. Παραμένει πάντα ανοιχτό το στοίχημα να βγάλουμε τα σωστά συμπεράσματα από τέτοιου τύπου προαναγγελθείσες αποτυχίες.
 
 
Το παρόν κείμενο αποτελεί την εισήγηση της εκδήλωσης με τίτλο “Δυνατότητες, όρια και πολιτικά συμπεράσματα του κύκλου αγώνα 2006-2013“ που διοργανώθηκε από την πρωτοβουλία για έναν δημιουργικό αναστοχασμό και έλαβε χώρα στο αυτοδιαχειριζόμενο κυλικείο Νομικής, στην Αθήνα στις 10/05/2018.

 

Αρχεία:

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License