Παρουσίαση της έκδοσης "Η προλεταριακή δημόσια σφαίρα"

Εισήγηση του αντιεξουσιαστικού κομμουνιστικού εγχειρήματος Αντίθεση στις παρουσιάσεις του βιβλίου "Η προλεταριακή δημόσια σφαίρα" που πραγματοποιήθηκαν στην Κατάληψη Στρούγκα στη Νέα Φιλαδέλφεια, στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα στα Εξάρχεια, στην Κατάληψη Παραρτήματος στην Πάτρα και στη Λαϊκή Βιβλιοθήκη στη Θεσσαλονίκη.

Παρουσίαση του βιβλίου: «Η προλεταριακή δημόσια σφαίρα»
Στόχος αυτής της έκδοσης  είναι να ανοίξουμε τη συζήτηση πάνω στο ζήτημα της οργάνωσης του ταξικού ανταγωνιστικού κινήματος. Όχι από τη σκοπιά της συγκρότησης μιας διαχωρισμένης πολιτικής συλλογικότητας που εμφορείται από λιγότερο ή περισσότερο πρωτοποριακές αντιλήψεις αλλά από τη σκοπιά της δημιουργίας των αναγκαίων μορφών και μέσων επικοινωνίας και δράσης μέσω των οποίων οι κατακερματισμένες εμπειρίες αντίθεσης και αγώνα ενάντια στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις θα μπορέσουν να συνδυαστούν σε μια συλλογική πρακτική, σε έναν τρόπο ζωής και αγώνα μέσα από τα οποία θα μπορέσουμε να μετασχηματίσουμε τις υφιστάμενες κοινωνικές συνθήκες και σχέσεις και να κινηθούμε προς την κατάργηση του κεφαλαίου και όλων των αλλοτριωτικών του μεσολαβήσεων (χρήμα, μισθωτή εργασία, κράτος, ιδιότητα του πολίτη κ.ο.κ.).

Για μας αυτή η συζήτηση είναι σήμερα περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Μετά την αποτυχία του κύκλου αγώνων της προηγούμενης περιόδου, οι οποίοι απέτυχαν να αντιμετωπίσουν τη συνολική επίθεση του κεφαλαίου και του κράτους του, βιώνουμε τα τελευταία χρόνια μια μεγάλη ύφεση του κινήματος. Χαρακτηριστικά αυτής της ύφεσης είναι η εσωτερίκευση της ήττας και ένας κακώς εννοούμενος ρεαλισμός των «μειωμένων προσδοκιών» εντός της προλεταριακής υποκειμενικότητας που έχει οδηγήσει το μεγαλύτερο κομμάτι των προλετάριων στην ιδιώτευση αλλά και στην ενίσχυση του δεξιού ή αριστερού εθνικισμού. Ταυτόχρονα, αυτή η κατάσταση έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη μιας νοοτροπίας πολιορκίας μέσα στα πιο οργανωμένα κομμάτια του ανταγωνιστικού κινήματος, δηλαδή στην περιχαράκωση και την έλλειψη ουσιαστικής κριτικής αντιπαράθεσης και διαλόγου. Ενδεικτικό αυτής της συνθήκης της υποχώρησης και του κατακερματισμού είναι και η καταβύθιση στις πολιτικές της ταυτότητας, δηλαδή η περιχαράκωση μέσα σε παγιωμένους ρόλους και ταυτότητες που βασίζονται στο φύλο, στον σεξουαλικό προσανατολισμό, στη φυλή κοκ.

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση του ανταγωνιστικού κινήματος και τις εκτιμήσεις μας για το τι έγινε και τι πρέπει να γίνει. Θα μπορούσε αυτός να είναι ένας από τους άξονες στη συζήτηση που θα ακολουθήσει την εισήγηση.

Περνώντας στην παρουσίαση του βιβλίου πρέπει να πούμε ότι προσεγγίσαμε τα ζητήματα που θίξαμε παραπάνω μέσα από την υιοθέτηση της έννοιας της προλεταριακής δημόσιας σφαίρας που εισήγαγαν οι Oskar Negt και Alexander Kluge στο βιβλίο τους «Δημόσια σφαίρα και εμπειρία. Μια ανάλυση της αστικής και της προλεταριακής δημόσιας σφαίρας», το οποίο εκδόθηκε το 1972 στη Γερμανία και αποτελούσε παρέμβαση στο ιδιαίτερα αναπτυγμένο κίνημα της περιόδου εκείνης στη Γερμανία.

O Oskar Negt (1934) είναι γερμανός φιλόσοφος που ανήκει στη θεωρητική παράδοση της Σχολής της Φρανκφούρτης. Έκανε τη διδακτορική του διατριβή υπό την επίβλεψη του Theodor Adorno και υπήρξε βοηθός του Jürgen Habermas στα πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης και της Φρανκφούρτης. Ήταν μέλος της αριστερής φοιτητικής παράταξης SDS και του κινήματος της Εξωκοινοβουλευτικής Αντιπολίτευσης (APO) το 1968. Τη δεκαετία του 1970 εντάχθηκε στην οργάνωση Sozialistisches Büro που ανήκε στο ρεύμα της Νέας Αριστεράς και στην οποία μεταξύ άλλων συμμετείχαν οι Rudi Dutschke και Elmar Altvater. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 υποστήριξε το SPD διαγράφοντας μια πορεία ενσωμάτωσης στο κυρίαρχο ρεύμα της αστικής πολιτικής όπως και πολλά άλλα μέλη του κινήματος της δεκαετίας του ’60 στη Γερμανία.

O Alexander Kluge (1932) είναι γερμανός σκηνοθέτης, νομικός, συγγραφέας και φιλόσοφος που εντάσσεται και αυτός στη θεωρητική παράδοση της Σχολής της Φρανκφούρτης. Συνδέθηκε φιλικά με τον Theodor Adorno ως νομικός σύμβουλος του Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας της Φρανκφούρτης. Υπήρξε βοηθός του σκηνοθέτη Fritz Lang και θεωρείται ιδρυτής του ρεύματος του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου στο οποίο ανήκαν επίσης ο Φασμπίντερ και ο Χέρτσοκ, μεταξύ άλλων.

Οι μαρξιστές αυτοί όρισαν τη δημόσια σφαίρα ως την αναγκαία μεσολάβηση ανάμεσα στις μεταβαλλόμενες μορφές της καπιταλιστικής παραγωγής, από τη μια μεριά, και την οργάνωση της κοινωνικής εμπειρίας, από την άλλη. Με μαρξικούς όρους, η δημόσια σφαίρα είναι η αναγκαία μεσολάβηση ανάμεσα στο κοινωνικό είναι και τη συνείδηση.

Προτού παρουσιάσουμε την έννοια της προλεταριακής δημόσιας σφαίρας όπως την εισήγαγαν οι εν λόγω συγγραφείς είναι απαραίτητο να δούμε πώς πρωτοχρησιμοποίησε την έννοια της δημόσιας σφαίρας ο Jürgen Habermas στο έργο του Αλλαγή δομής της δημοσιότητας που εκδόθηκε το 1962 στη Γερμανία.

Η έννοια της αστικής δημόσιας σφαίρας στον Habermas
 
Ο γερμανικός όρος Öffentlichkeit (δημόσια σφαίρα) υποδηλώνει, αφενός, την έννοια του δημόσιου χώρου υπό μια γεωγραφική έννοια, δηλαδή των κοινωνικών τόπων όπου αρθρώνονται, διαδίδονται και τίθενται υπό διαπραγμάτευση τα κοινωνικά νοήματα και, αφετέρου, την έννοια του συλλογικού σώματος που διαμορφώνεται μέσω και εντός αυτής της διαδικασίας: του «κοινού». Αλλά ο όρος Öffentlichkeit αναφέρεται επίσης και σε μια ουσία ή κριτήριο του νοήματος –τη διαφάνεια ή ανοικτότητα (που έχει την ίδια ρίζα στη Γερμανική γλώσσα, «offen»)– το οποίο παράγεται τόσο μέσα σε αυτά τα πεδία όσο και σε ευρύτερα πλαίσια που δεν είναι χωροταξικά οριοθετημένα. Η αστική δημόσια σφαίρα, όπως αυτή αναδύθηκε στις απαρχές του καπιταλισμού, ήταν ανοιχτή σε ένα ευρύτερο κοινό αρκεί αυτό το κοινό να απαρτιζόταν από κατόχους ιδιοκτησίας και μόρφωσης, να ήταν δηλαδή κομμάτι της αστικής τάξης, και είχε ως αρχή την ισότιμη σχέση μεταξύ των συμμετεχόντων. Αυτό ερχόταν σε αντιπαράθεση με τους κλειστούς κύκλους των αριστοκρατών που συμμετείχαν, για παράδειγμα, στις συζητήσεις περί τέχνης στην αυλή του βασιλιά.

Πιο συγκεκριμένα, ο Habermas γράφει σχετικά στο βιβλίο του ότι η αστική δημόσια σφαίρα μπορεί να νοηθεί ως η σφαίρα των ιδιωτών που απαρτίζουν ένα κοινό. Αυτό το κοινό των ιδιωτών χρησιμοποιεί τη δημόσια σφαίρα για να ασκήσει κριτική στη δημόσια εξουσία. Η κριτική που ασκεί αυτό το κοινό των ιδιωτών αφορά τους κανόνες που ρυθμίζουν τη σφαίρα της κοινωνικής εργασίας και της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο πλαίσιο της επιβολής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Άλλα ζητήματα που συζητιούνται είναι οι ειδήσεις, που γίνονται πλέον προσβάσιμες σε ένα ευρύτερο κοινό λόγω της ανάπτυξης του Τύπου, και η τέχνη που γίνεται πλέον εμπόρευμα και μπορεί να την κατέχει όποιος διαθέτει χρήμα.

Έτσι, μέσα στη σύγκρουσή της με τις απόκρυφες και γραφειοκρατικές πρακτικές του απολυταρχικού κράτους, η αναδυόμενη αστική τάξη αντικατέστησε σταδιακά τη δημόσια σφαίρα των επίσημων εμφανίσεων των κοσμικών και θρησκευτικών αρχόντων, μέσα στην οποία απλώς προβαλλόταν η εξουσία τους ενώπιον των υπηκόων τους, με μια δημόσια σφαίρα εντός της οποίας η κρατική εξουσία ελέγχεται δημόσια από τους αστούς-πολίτες μέσω του τεκμηριωμένου και κριτικού λόγου. Σχολιάζοντας αυτή την ιδανική μορφή της αστικής δημόσιας σφαίρας που περιγράφει ο Habermas, οι Negt και Kluge σημειώνουν ότι η αστική τάξη χρησιμοποίησε τη δημόσια σφαίρα τόσο ως επαναστατικό σύνθημα όσο και ως ένα μέσο για τη διεξαγωγή του πολιτικού της αγώνα που έθετε ως στόχο τη διευρυμένη ιδιοποίηση του κοινωνικού πλούτου. Η αστική δημόσια σφαίρα αποτέλεσε ένα μέσο κοινωνικής επιβολής.

Η κριτική των Negt και Kluge στον Habermas
 
Πάνω σε αυτό το πλαίσιο ξεδιπλώνεται η κριτική που ασκούν στον Habermas:
 
  1. Οι Negt και Kluge έρχονται σε αντίθεση με τον Habermas καθώς ορίζουν τη δημόσια σφαίρα ως μια κατηγορία που αφορά την ολότητα της κοινωνίας και όχι ως έναν διακριτό σχηματισμό ανάμεσα στην «κοινωνία των ιδιωτών» και το κράτος. Για τους συγγραφείς αυτούς, η δημόσια σφαίρα είναι η ιστορικά προσδιορισμένη και μεταβαλλόμενη μορφή μεσολάβησης ανάμεσα στην καπιταλιστική παραγωγή και την οργάνωση των ανθρώπινων ιδιοτήτων και αισθήσεων. Υπό αυτή την έννοια, η δημόσια σφαίρα είναι ο «γενικός ορίζοντας της κοινωνικής εμπειρίας», δηλαδή το πλαίσιο μέσα στο οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται και ερμηνεύουν την κοινωνική πραγματικότητα. Αυτό δεν είναι κάτι δεδομένο και ιστορικά απαράλλαχτο αλλά είναι προϊόν της ανθρώπινης δραστηριότητας μέσα στην ιστορία. Επομένως, η έρευνά τους εστιάζει στην ανάλυση της σχέσης των διάφορων μορφών της δημόσιας σφαίρας με τα αντιτιθέμενα κοινωνικά συμφέροντα που διαμορφώνουν την πρακτική της καθημερινής ζωής στον καπιταλισμό.
  2. Σε αυτή τη βάση, ασκούν κριτική στον Habermas για το γεγονός ότι αποδέχεται την ιστορική αξίωση νομιμότητας της αστικής δημόσιας σφαίρας, ότι δηλαδή αυτή αποτελεί μορφή ελέγχου της κρατικής εξουσίας από την «κοινή γνώμη». Αντιθέτως, για τους συγγραφείς, η αστική δημόσια σφαίρα αποτελεί στην πραγματικότητα εργαλείο ταξικής κυριαρχίας. Όπως χαρακτηριστικά γράφουν: «οι μορφές της αστικής δημόσιας σφαίρας –λ.χ. η διάκριση των εξουσιών, ο διαχωρισμός ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική ζωή, ανάμεσα στην πολιτική και την παραγωγή, ανάμεσα στην καθημερινή γλώσσα και την αυθεντική κοινωνική έκφραση, ο διαχωρισμός μεταξύ της εκπαίδευσης, της επιστήμης και της τέχνης, από τη μια μεριά, και των συμφερόντων και των εμπειριών των μαζών από την άλλη– δεν επιτρέπουν καν την απλή έκφραση της κοινωνικής κριτικής και της χειραφέτησης της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Είναι αδύνατη η οργάνωση των εμπειριών και των συμφερόντων του προλεταριάτου [από τη σκοπιά του προλεταριάτου ως επαναστατικού υποκειμένου], υπό την ευρύτερη έννοια, εντός αυτού του κατακερματισμού όλων των αλληλοσυσχετιζόμενων ποιοτικών στοιχείων της εμπειρίας και της κοινωνικής πρακτικής».
Εδώ θα πρέπει να κάνουμε μια αναγκαία παρέκβαση σε σχέση με την έννοια του προλεταριάτου. Τόσο οι Negt και Kluge όσο και εμείς, αντιλαμβανόμαστε την έννοια του προλεταριάτου όπως ορίστηκε από τον Μαρξ. Για τον Μαρξ, η έννοια του «προλεταριάτου» έχει ένα περιεχόμενο που δεν προκύπτει από τον κοινωνιολογικό ορισμό της εργατικής τάξης ή τον ορισμό της στα πλαίσια της πολιτικής οικονομίας, παρότι συγκροτεί το υλικό της θεμέλιο. Το προλεταριάτο συνοψίζει την πρακτική άρνηση του υπάρχοντος κόσμου, η οποία πρέπει να εκφραστεί ρητά για να γίνει κομμάτι της ιστορίας της πολιτικής χειραφέτησης της εργατικής τάξης. Στην Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, ο Μαρξ σημειώνει σχετικά: «Αναγγέλλοντας τη διάλυση της προγενέστερης τάξης του κόσμου, το προλεταριάτο δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εκφράζει το μυστικό της ίδιας του της ύπαρξης, γιατί είναι η ντε φάκτο διάλυση της τάξης αυτής. Ζητώντας την άρνηση της ατομικής ιδιοκτησίας, το προλεταριάτο ανυψώνει σε αρχή της κοινωνίας εκείνο που η κοινωνία έθεσε σαν αρχή για αυτό, αυτό το οποίο αθέλητα προσωποποιεί ως αρνητικό αποτέλεσμα της κοινωνίας».
  1. Παρόλο που και ο Habermas αναγνωρίζει τις αντιφάσεις του φιλελεύθερου μοντέλου της δημόσιας σφαίρας, αντιπαραθέτει τον ιδεατό της τύπο στην πραγματική της ύπαρξη. Σε σχέση με αυτό του ασκούν κριτική για το ότι ενώ παραδέχεται ότι η αστική δημόσια σφαίρα αποτελεί αντικείμενο χειραγώγησης από «προνομιούχες ομάδες», αναφέρεται στο γεγονός αυτό ως «αναβίωση της φεουδαρχίας» και αναζητά μια διαφορετική και γνήσια θεμελίωση της αστικής δημόσιας σφαίρας στον δημοκρατικό πλουραλισμό του κοινωνικού κράτους. Αντιθέτως, οι Negt και Kluge υπογραμμίζουν ότι μια τέτοια θεμελίωση απλώς αποκρύπτει τις θεμελιώδεις αντιφάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας και ότι οι ιστορικά μεταβαλλόμενες μορφές της αστικής δημόσιας σφαίρας θα πρέπει να ερμηνευθούν στη βάση της ιστορικής πορείας της καπιταλιστικής αξιοποίησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι συγγραφείς σημειώνουν ότι η κλασική αστική δημόσια σφαίρα, δηλαδή ο αστικός τύπος, τα κόμματα, οι λέσχες και οι σύλλογοι που σχετίζονται με τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, έχει ξεπεραστεί από τις λεγόμενες «βιομηχανοποιημένες δημόσιες σφαίρες της παραγωγής». Τις ονομάζουν έτσι για να δείξουν, από τη μια, ότι αποτελούν άμεση έκφραση της σφαίρας της παραγωγής και, από την άλλη, ότι παράγονται βιομηχανικά ως διακριτοί τομείς του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Σε αυτές συγκαταλέγουν τα ΜΜΕ, την οργάνωση της φαινομενικότητας του αστικού τοπίου και των βιομηχανικών ζωνών, δηλαδή την πολεοδομία, τη «βιομηχανία της συνείδησης», δηλαδή τη διαφήμιση και το μάρκετινγκ, τα τμήματα δημόσιων σχέσεων των επιχειρήσεων και των «ομάδων συμφερόντων», τους κρατικούς θεσμούς κοινωνικής πρόνοιας κ.ο.κ. Σε αντίθεση με την κλασική αστική δημόσια σφαίρα της οποίας κύρια αδυναμία ήταν ο διαχωρισμός της δημόσιας από την ιδιωτική ζωή, οι βιομηχανοποιημένες δημόσιες σφαίρες διακρίνονται από το γεγονός ότι επεκτείνονται σε όλες τις πλευρές της καθημερινής ζωής. Η εμπορευματική παραγωγή έχει αγκαλιάσει όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής. Σε αυτό το πλαίσιο η εμφάνιση των εμπορευμάτων αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία τείνοντας να αποσπαστεί από την αξία χρήσης. Μέσα από αυτή την εξέλιξη τα εμπορεύματα συμμετέχουν και αυτά στη δημόσια σφαίρα: γίνονται αντικείμενα της φαντασιακής κατανάλωσης και φορείς τρόπων ζωής και κοσμοθεωρήσεων. Γίνονται φαντασιακές αξίες, απευθύνονται δηλαδή στη φαντασία, και αντλούν το υλικό τους από τις ανάγκες, τις επιθυμίες, τη φαντασία και τη συνείδηση των ανθρώπων.

Με αυτή την έννοια, οι ανθρώπινες ανάγκες και οι μορφές συνείδησης γίνονται και αυτές αντικείμενα της καπιταλιστικής παραγωγής.

Οι ανάγκες των προλετάριων αναγνωρίζονται στον βαθμό που μπορούν να ενταχθούν στην καπιταλιστική διαδικασία αξιοποίησης. Το κεφάλαιο προσαρμόζεται στις πραγματικές ανάγκες αλλά την ίδια στιγμή τις διαμορφώνει ώστε να μπορεί να τις εντάξει στην αξιοποίησή του. Την ίδια στιγμή, η υπόσχεση του κόσμου των εμπορευμάτων και η συσσώρευση του κοινωνικού πλούτου οδηγεί στη δημιουργία νέων αναγκών, που δεν μπορούν να εκπληρωθούν μέσα στον καπιταλισμό. Έτσι, η προλεταριακή εμπειρία και οι προλεταριακές ανάγκες χωρίζονται στα δύο: ένα κομμάτι απορροφάται εντός των νέων βιομηχανοποιημένων δημόσιων σφαιρών ενώ το άλλο αποκλείεται αφού δεν είναι αναγκαίο ή τίθεται ενάντια στη διαδικασία αναπαραγωγής του κεφαλαίου και τους θεσμούς νομιμοποίησης. Έτσι, το κεφάλαιο συγκροτεί αρνητικά ένα σύνολο συμφερόντων και ιδιοτήτων που δεν μπορούν να ενταχθούν πλήρως στη διαδικασία αξιοποίησής του.

Οι Negt και Kluge έβλεπαν αυτό το σύνολο ιδιοτήτων και συμφερόντων να εκφράζεται την εποχή που έγραφαν, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, στις τάσεις φυγής και τις φαντασιακές δραστηριότητες της αντικουλτούρας και των υποκουλτούρων, στην καταφυγή στην παραβατικότητα που επίσης οδηγεί σε μια δική της υποκουλτούρα, στις ατομικές απαλλοτριώσεις από τα πολυκαταστήματα, στις άγριες απεργίες κ.ο.κ. Χωρίς να εξισώνουν τις προαναφερθείσες μορφές προλεταριακής δραστηριότητας, ήταν για αυτούς όλες λιγότερο ή περισσότερο συνειδητές εκδοχές έμπρακτης κριτικής της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης.

Χρησιμοποιούν μάλιστα τον όρο «φράγμα της πραγματικής ζωής» για να μιλήσουν για αυτό το σύνολο ιδιοτήτων και συμφερόντων. Όπως χαρακτηριστικά έγραφαν: «όπου γίνονται προσπάθειες ενσωμάτωσης αυτού του φράγματος στα καπιταλιστικά συμφέροντα, π.χ. μέσω της υπαγωγής του πλαισίου ζωής των προλετάριων στη βιομηχανία της συνείδησης και τη βιομηχανία προγραμμάτων ή τις νέες δημόσιες σφαίρες της παραγωγής, η διαδικασία καταπίεσης και αποκλεισμού παράγει ένα νέο, πιο διαφοροποιημένο φράγμα αναλόγως». Αυτό το «φράγμα της πραγματικής ζωής» αποτελεί τη βάση για τη δυνητική δημιουργία της προλεταριακής δημόσιας σφαίρας.

Συνοψίζοντας, η αυξανόμενη κοινωνικοποίηση των αναγκών εντός της βιομηχανοποιημένης δημόσιας σφαίρας θέτει δυνητικά σε κίνηση την αντίσταση στην αλλοτριωμένη παραγωγή στο πεδίο της φαντασίας. Οι νέες ανάγκες που προκύπτουν μέσα από αυτή τη διαδικασία αντιτίθενται στην πειθαρχία και τον αφηρημένο χαρακτήρα της καπιταλιστικής παραγωγής θέτοντας τις βάσεις για την ανάδυση της προλεταριακής δημόσιας σφαίρας που τις οργανώνει σε πολιτικές μορφές συνείδησης και δραστηριότητας. Αυτή η αρνητική, διαλεκτική σχέση του «φράγματος της πραγματικής ζωής» με την καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής θα συνεχίσει να υπάρχει εφόσον το κεφάλαιο είναι εξαρτημένο από τη ζωντανή εργασία που είναι η μοναδική πηγή της αξίας. Όπως σημειώνουν και οι συγγραφείς, το κεφάλαιο πρέπει να λερώσει τα χέρια του με τους ανθρώπους κι αυτός είναι ο λόγος της ακραίας του αστάθειας.

Η προλεταριακή δημόσια σφαίρα

Θα προσπαθήσουμε στη συνέχεια να παρουσιάσουμε με πιο συγκεκριμένο τρόπο την έννοια της προλεταριακής δημόσιας σφαίρας. Σύμφωνα με τους Negt και Kluge, η προλεταριακή δημόσια σφαίρα βρίσκεται σε διαμετρική αντίθεση με την αστική δημόσια σφαίρα, καθώς τίθεται ενάντια στις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής και αναπαραγωγής μέσα από την αυτόνομη οργάνωση των προλεταριακών αναγκών και συμφερόντων. Η οργάνωση εδώ δεν αναφέρεται στην τεχνοκρατική έννοια της ένωσης ανθρώπων αλλά στη διαδικασία παραγωγής της μορφής και του περιεχομένου της εμπειρίας. Δηλαδή, η προλεταριακή δημόσια σφαίρα κάνει το ίδιο το πλαίσιο των σχέσεων της ζωής αντικείμενο μιας ιδιαίτερης διαδικασίας παραγωγής, νοούμενης ως παραγωγής νέων μορφών κοινωνικής επικοινωνίας, νέων τρόπων ζωής, νέων κοινωνικών σχέσεων που τίθενται ενάντια στο κεφάλαιο.

Η προλεταριακή δημόσια σφαίρα αποτελεί επομένως την αναγκαία μορφή μεσολάβησης μέσω της οποίας οι κατακερματισμένες εμπειρίες αντίθεσης στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις μπορούν να συνδυαστούν σε μια θεωρητικά μεσολαβημένη συνείδηση και τρόπο ζωής που είναι προσανατολισμένα σε μια συλλογική πρακτική η οποία καταργεί και μετασχηματίζει τις υπάρχουσες συνθήκες. Πρόκειται για μια αντιφατική και μη-γραμμική διαδικασία η οποία δεν έχει καμία σχέση με την προγραμματική ενότητα της τάξης και της συνείδησής της που σύμφωνα με τους λενινιστές συγκροτείται από το προλεταριακό κόμμα.

Η ταξική οργάνωση δεν μπορεί πια να στηρίζεται στον μύθο της συγκρότησης του ολοκληρωμένου και ενιαίου προλεταριακού υποκειμένου που οργανώνεται στο κόμμα και διαμορφώνεται πέραν των επιμέρους αναγκών και συμφερόντων των διαφορετικών κομματιών της τάξης, π.χ. των γυναικών, των μειονοτήτων, των ανέργων, των βιομηχανικών εργατών, κλπ. Αντιθέτως, η επαναστατική στρατηγική συνδυάζει τις αντιστάσεις σε όποια σφαίρα της κοινωνικής ζωής εμφανίζονται: στα εργοστάσια, στην εκπαίδευση, στην οικογένεια, στη σφαίρα του λεγόμενου ελεύθερου χρόνου και αυτή είναι μια διαρκής ιστορική διαδικασία. Όπως έγραφε ο Negt: «Η ιστορία του εργατικού κινήματος σε όλες τις βιομηχανικές χώρες αποδεικνύει ότι ήταν καταστροφικό για τα προλεταριακά κόμματα να χαρακτηρίζουν συνεχώς τα μέλη τους ως … ταξικά συνειδητούς προλετάριους, την ίδια στιγμή που οι συγκεκριμένες ανάγκες τους, όπως οι συνθήκες ζωής, η φροντίδα των παιδιών, η σεξουαλικότητα, ο ελεύθερος χρόνος παρέμειναν υπανάπτυκτες και στάσιμες ή οργανώθηκαν από τα πάνω με τέτοιο τρόπο που τα συμφέροντα και οι ανάγκες τους δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν την ελεύθερη έκφρασή τους».

Για τους συγγραφείς, κάθε ιστορικά οριοθετημένη μορφή της προλεταριακής δημόσιας σφαίρας που τίθεται ως οριστική μορφή του εργατικού κινήματος προστίθεται στο συνολικό σύστημα μπλοκαρίσματος και κατακερματισμού της προλεταριακής εμπειρίας και το σύστημα αυτό πρέπει να καταστραφεί συνολικά. «Η οργάνωση του κόμματος βασίζεται στον μύθο ότι αποτελεί την οριστική μορφή της προλεταριακής δημόσιας σφαίρας, που μεσολαβεί τη σχέση της ολότητας της κοινωνίας με τη συγκεκριμένη προλεταριακή εμπειρία. Αυτός ο μύθος εμποδίζει τη δημιουργία και την ανάπτυξη νέων μορφών εμπειρίας, νέων μορφών της προλεταριακής δημόσιας σφαίρας».

Αντιθέτως, μόνο η σκόπιμη πολιτικοποίηση των ζωτικών συμφερόντων και αναγκών μπορεί να αποτελέσει το πλαίσιο της επαναστατικής πράξης. Σύμφωνα με τον Negt, «αν, οι κατεστημένες οργανώσεις προϋποθέτουν ένα ‘ολοκληρωμένο’ ανθρώπινο ον που συνδέεται με αυτές μέσω της δέσμευσής του ως μέλος τους, η πρώτη πολιτική πράξη μιας επαναστατικής οργάνωσης πρέπει να είναι η αποκάλυψη αυτής της απατηλής ολότητας. Ο ολοκληρωμένος άνθρωπος ξεπροβάλλει στο τέλος της επαναστατικής διαδικασίας και όχι στην αρχή της, εφόσον είναι κατακερματισμένος από την καπιταλιστική παραγωγή και κατανάλωση ως προς τα χαρακτηριστικά, τις ικανότητες, τα συμφέροντα και τις ανάγκες του» και αυτός ο κατακερματισμός παίρνει συχνά τη μορφή των διαχωρισμένων ταυτοτήτων θα προσθέταμε εμείς. Η προλεταριακή δημόσια σφαίρα είναι το συστατικό στοιχείο μιας ιδιαίτερα σύνθετης διαδικασίας οργάνωσης που έχει ως στόχο «να απελευθερώσει και να ανακατευθύνει (Aufhebung) την εμπειρία που είναι μπλοκαρισμένη [και διαχωρισμένη] στο πλαίσιο ζωής των προλετάριων εντός του καπιταλισμού». Όπως γράφουν: «σε μια προλεταριακή δημόσια σφαίρα η σύνδεση ανάμεσα στις [διαφορετικές] ανάγκες και τις αισθήσεις θα πρέπει να οργανωθεί από την ίδια τη δραστηριότητα των ανθρώπων». Εμείς θα προσθέταμε ότι αυτή η σύνδεση πρέπει να είναι ταυτόχρονα άρση των παγιωμένων και διαχωρισμένων ρόλων και ταυτοτήτων.

Υπό αυτή την έννοια, η προλεταριακή δημόσια σφαίρα δεν ταυτίζεται με την δημόσια σφαίρα των εργατών όπως αυτή υπάρχει (συνδικάτα, κόμματα, κλπ) καθώς αυτή εμπεριέχει αστικές δομές και στοιχεία. Η προλεταριακή δημόσια σφαίρα είναι μια ενεργός διαδικασία εντός της υπάρχουσας δημόσιας σφαίρας των εργατών, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή της ταξικής συνείδησης και της ταξικής πάλης.

Αυτή η διαδικασία μπορεί να εμπεριέχει διάφορες μορφές δραστηριότητας όπως ομάδες αυτομόρφωσης, αναρχικές και κομμουνιστικές εκδόσεις, καταλήψεις, αυτόνομες μορφές προλεταριακής οργάνωσης που έρχονται σε σύγκρουση με τις κρατικά ενσωματωμένες οργανώσεις των εργαζόμενων, αυτόνομες μορφές παραγωγής τέχνης που τίθενται κριτικά απέναντι στην κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων και ενάντια στο διαχωρισμό τέχνης-ζωής, κλπ. Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω μορφές δραστηριότητας δεν πρέπει να φετιχοποιούνται και να θεωρούνται οριστικές.

Το ζήτημα για τους Negt και Kluge είναι επομένως η απελευθέρωση της παραγωγικής δύναμης της φαντασίας μέσα από τη δημιουργία νέων αυτόνομων μορφών και μέσων επικοινωνίας που θα μπορούν να συνδέσουν τις εντυπώσεις του παρόντος, τις επιθυμίες του παρελθόντος και την εκπλήρωση των επιθυμιών στο μέλλον και να υπερβούν τον ανιστορικό, ποσοτικοποιημένο χρόνο, το ανιστορικό παρόν και μέλλον της καπιταλιστικής κοινωνίας. Τα ιδιαίτερα συμφέροντα, οι ανάγκες και οι επιθυμίες μέσα στις σφαίρες της παραγωγής και της καθημερινής ζωής πρέπει να συνδεθούν με την ολότητα της κοινωνίας και την κριτική της μέσα από τη δημιουργία αυτών των μορφών επικοινωνίας. Η διάλυση του πλαισίου της ενσωμάτωσης της φαντασίας και των επιθυμιών στον κόσμο των εμπορευμάτων και του θεάματος μπορεί να γίνει μόνο εφόσον η εκπλήρωση αυτών των νοημάτων και των επιθυμιών αναληφθεί μέσα σε μια προλεταριακή δημόσια σφαίρα, ώστε να μπορέσουν να ενσωματωθούν μέσα στις αυτόνομες μορφές της προλεταριακής δράσης.

Για τους συγγραφείς, η φαντασία νοείται ως παραγωγική δύναμη για το μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων, τον μετασχηματισμό των σχέσεων του ανθρώπου με τη φύση και την επανοικειοποίηση της νεκρής εργασίας μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, δηλαδή την επανοικειοποίηση από τους προλετάριους της ίδιας της ιστορίας τους. Αν η διαδικασία της κοινωνικής επανάστασης δεν γίνει κατανοητή ως κρατική παρέμβαση και υπόθεση αλλά αν αντίθετα γίνει κατανοητή ως η ιδιαίτερη διαδικασία παραγωγής νέων κομμουνιστικών κοινωνικών σχέσεων, γίνεται ξεκάθαρο ότι χωρίς τη φαντασία οι προλετάριοι δεν θα μπορέσουν να πάρουν στα χέρια τους τη διαδικασία της κοινωνικής αλλαγής. Επιπλέον, χωρίς τη συγκρότηση της προλεταριακής δημόσιας σφαίρας, στην οποία οργανώνεται η εμπειρία ως ένα ζωντανό στοιχείο υπάρχει ο κίνδυνός μετά από μια επιτυχημένη εξέγερση που φαινομενικά θα έχει καταστρέψει τον παλιό κρατικό μηχανισμό να ανασυσταθούν όλα τα αφηρημένα συστήματα μεσολάβησης του καπιταλιστικού κράτους. Όπως έγραφαν οι συγγραφείς για τη ρώσικη επανάσταση, «Οι κομισάριοι του λαού γίνονται υπουργοί, τα μέλη των σοβιέτ μετατρέπονται σε χαμηλόβαθμους γραφειοκράτες».

Κριτική της διαχωρισμένης δραστηριότητας των πολιτικών ομάδων
 
Πέραν της προηγούμενης γενικής παρουσίασης της προλεταριακής δημόσιας σφαίρας, εξαιρετικό ενδιαφέρον σε σχέση με τη σημερινή συγκυρία έχει η κριτική που κάνουν οι Negt και Kluge στις «ριζοσπαστικές» πολιτικές ομάδες της εποχής τους. Πρώτα-πρώτα ασκούν κριτική σε έναν στρεβλό ριζοσπαστισμό, ο οποίος χαρακτηρίζει τις πολιτικές ομάδες και οργανώσεις, που δεν γειώνεται στην πραγματική εμπειρία των προλετάριων και των αγώνων τους αλλά στηρίζεται σε διαχωρισμένες, ιδεολογικές αρχές και προγράμματα (π.χ. φέρνουν ως παράδειγμα το πρότυπο του «νέου σοσιαλιστικού ανθρώπου» που πλάσαραν τα κάθε λογής σταλινικά κόμματα). Αυτού του είδους ο ριζοσπαστισμός παράγει μια «υπερβολική, επεξεργασμένη εμπειρία» την οποία βιώνουν τα μέλη αυτών των ομάδων, η οποία είναι διαχωρισμένη από την προλεταριακή εμπειρία. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, ένας ριζοσπαστισμός τέτοιου είδους λειτουργεί με καπιταλιστικούς όρους αφού αντιμετωπίζει τους προλετάριους ως αντικείμενα που πρέπει να εκπαιδευτούν και να χειραγωγηθούν σύμφωνα με τις προτεραιότητες της πολιτικής ομάδας, ενώ οι ανάγκες και τα συμφέροντα των ανθρώπων που δεν έχουν σχέση με αυτές τις προτεραιότητες θεωρούνται υποδεέστερα και άχρηστα για την επαναστατική διαδικασία. Πρόκειται στην ουσία για μια ιδιαίτερα σκληρή κριτική στην αλλοτριωμένη και αλλοτριωτική πολιτική δραστηριότητα πολλών πολιτικών ομάδων, που θέτουν την εξυπηρέτηση των δικών τους αφηρημένων και διαχωρισμένων πολιτικών στόχων πάνω από τα ενδιαφέροντα, τα συμφέροντα και τις ανάγκες των προλετάριων.

Το δεύτερο σκέλος της κριτικής –που έχει άμεση σχέση με το προηγούμενο– εστιάζει στην κινητοποίηση των πολιτικών ομάδων όχι βάσει των συγκεκριμένων συμφερόντων και διεκδικήσεων μέσα στους χώρους εργασίας, εκπαίδευσης και καθημερινής ζωής αλλά βάσει των αποκαλούμενων «πολιτικών αξιακών αφαιρέσεων» (π.χ. τις κινητοποιήσεις για τη νίκη ενός εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος ή ακόμη και για τη νίκη ενός παραδειγματικού εργατικού αγώνα). Με αυτό τον τρόπο τα άμεσα ζητήματα που μπορεί να βιώνει το υποκείμενο της πολιτικής δράσης στη δική του ζωή διαχωρίζονται από τους αφηρημένους πολιτικούς σκοπούς που θέτει. Είναι μάλιστα πολύ εύστοχη η παρατήρησή τους ότι οι επαναστατικά διατυπωμένοι στόχοι μπορεί να συνδυάζονται με την απουσία οποιασδήποτε σύγκρουσης των πολιτικοποιημένων με τις υφιστάμενες αστικές σχέσεις στη δική τους ζωή. Ουσιαστικά, οι Negt και Kluge θέτουν εδώ το ζήτημα της διαλεκτικής αλληλεπίδρασης ανάμεσα στους αφηρημένους πολιτικούς στόχους και τα συγκεκριμένα καθημερινά βήματα του αγώνα. Η διάρρηξη αυτής της αλληλεπίδρασης οδηγεί από, τη μια μεριά, στη διαχωρισμένη ιδεολογική πρακτική που, εκτός των άλλων, δεν έχει καμία αποτελεσματικότητα και, από την άλλη μεριά και αντίστροφα, στην ικανοποίηση επιμέρους συμφερόντων μέσα από την οργανική σύνδεσή τους με τη νομιμοποίηση του συστήματος. Και τα δύο παραπάνω σκέλη της κριτικής παραπέμπουν άμεσα στις πρακτικές και τις λογικές κομματιών του ανταγωνιστικού κινήματος σήμερα στην Ελλάδα.

Τέλος, οι συγγραφείς ασκούν κριτική στις ομάδες που παρότι εμφανίζονται ως υπέρμαχοι των αυτόνομων αγώνων (π.χ. των άγριων απεργιών) θεωρούν ότι η δική τους πολιτική δραστηριότητα είναι η μόνη ορθή. Παρόλο που υπάρχουν πολλές άλλες ομάδες που ξεκινούν από παρόμοιες αφετηρίες, δημιουργούνται ανταγωνιστικές σχέσεις ανάμεσα σε πρωτοβουλίες που παραμένουν απομονωμένες και αφηρημένες. Έτσι, δεν μπορεί να αναπτυχθεί μια προλεταριακή δημόσια σφαίρα μεταξύ αυτών των ομάδων γιατί δεν κρίνουν, δεν διορθώνουν και δεν ερμηνεύουν τους δικούς τους στόχους και τις δικές τους ανάγκες ως προς τους στόχους και τις ανάγκες των άλλων ομάδων.

Κλείνοντας την παρουσίαση θέλουμε να πούμε ότι η έκδοση που παρουσιάσαμε δεν παρέχει έτοιμες συνταγές για την οργάνωση του προλεταριακού κινήματος ενάντια στον κόσμο του κεφαλαίου και όλες τις αλλοτριωτικές διαμεσολαβήσεις του. Αποτελεί απλώς μια απόπειρα να προσεγγιστεί το ζήτημα της οργάνωσης από τη σκοπιά της δημιουργίας μιας προλεταριακής δημόσιας σφαίρας, δηλαδή από τη σκοπιά της ιστορικής παραγωγής νέων μορφών προλεταριακής εμπειρίας, δραστηριότητας και επικοινωνίας ενάντια στην απονέκρωσή της μέσα στον καπιταλισμό. Ελπίζουμε να φανεί χρήσιμο στους αγώνες που θα δώσουμε την επόμενη περίοδο και να συμβάλλει έστω και λίγο στο ιστορικό κίνημα για τη δημιουργία ενός νέου κομμουνιστικού κόσμου χωρίς κράτος, εκμετάλλευση, καταπίεση και αλλοτρίωση.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License