Εβδομήντα χρόνια από τη ρήξη Γιουγκοσλαβίας-ΕΣΣΔ: ιστορικό, αιτίες, αποτελέσματα

Στις 28 Ιούνη 1948 η δεύτερη διάσκεψη των κομμουνιστικών κομμάτων της Κομινφόρμ αποφασίζει την αποπομπή του γιουγκοσλαβικού ΚΚ με την κατηγορία του εθνικισμού. Η ρήξη, που έχει μείνει στην ιστορία ως ρήξη Τίτο-Στάλιν, αποτέλεσε μια αιφνιδιαστική εξέλιξη τόσο για φίλους, όσο και για αντιπάλους ενώ επηρέασε ποικιλοτρόπως τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια. Στην περίπτωση του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα η ρήξη Γιουγκοσλαβίας-ΕΣΣΔ και λοιπών Λαϊκών Δημοκρατιών υπήρξε καθοριστική για την τελική έκβαση των πραγμάτων. Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να ερευνήσουμε το ιστορικό βάθος αυτής της σύγκρουσης, τις βασικές αιτίες που οδήγησαν εκεί αλλά και τα αποτελέσματά της.

Εβδομήντα χρόνια από τη ρήξη Γιουγκοσλαβίας-ΕΣΣΔ: ιστορικό, αιτίες, αποτελέσματα.
πηγή: Our Balkans

“Ο Τίτο πρέπει να φροντίσει τον εαυτό του, να μην του συμβεί τίποτα … γιατί εγώ δεν θα ζήσω πολύ ακόμα … νόμοι της φυσιολογίας…, αλλά εσύ θα παραμείνεις για την Ευρώπη…” – Στάλιν προς Τίτο σε συνάντηση Σοβιετικών και Γιουγκοσλάβων στη Μόσχα, 27/5/1946

Στις 28 Ιούνη 1948 η δεύτερη διάσκεψη των κομμουνιστικών κομμάτων της Κομινφόρμ αποφασίζει την αποπομπή του γιουγκοσλαβικού ΚΚ με την κατηγορία του εθνικισμού. Η ρήξη, που έχει μείνει στην ιστορία ως ρήξη Τίτο-Στάλιν, αποτέλεσε μια αιφνιδιαστική εξέλιξη τόσο για φίλους, όσο και για αντιπάλους ενώ επηρέασε ποικιλοτρόπως τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια. Στην περίπτωση του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα η ρήξη Γιουγκοσλαβίας-ΕΣΣΔ και λοιπών Λαϊκών Δημοκρατιών υπήρξε καθοριστική για την τελική έκβαση των πραγμάτων. Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να ερευνήσουμε το ιστορικό βάθος αυτής της σύγκρουσης, τις βασικές αιτίες που οδήγησαν εκεί αλλά και τα αποτελέσματά της.

Προβλήματα στη διάρκεια του Β’ΠΠ

Τα πρώτα προβλήματα που εμφανίζονται στις σχέσεις Γιουγκοσλάβων και Σοβιετικών κομμουνιστών εντοπίζονται στη διάρκεια του Β’ΠΠ και αφορούν στην αντίληψη για τα χαρακτηριστικά του αντιφασιστικού αγώνα και την αρωγή της ΕΣΣΔ προς τα αντιστασιακά κινήματα.

Στις 8/9/1941, λίγους μήνες μετά την έναρξη του αγώνα στη Γιουγκοσλαβία, ο Δημητρόφ μεταφέρει στον Μολότοφ γιουγκοσλαβικό αίτημα για αποστολή οπλισμού. Η απάντηση που φτάνει στους Γιουγκοσλάβους είναι αρνητική καθώς οι ανάγκες της ΕΣΣΔ είναι τεράστιες επί του παρόντος. Ένα νέο αίτημα και μια νέα αρνητική απάντηση θα φτάσει στους Γιουγκοσλάβους στις 12 Δεκέμβρη του ίδιου έτους.
Τον Μάρτιο του 1942, ο Τίτο στέλνει νέο τηλεγράφημα στον Δημητρόφ ζητώντας επειγόντως βοήθεια σε πυρομαχικά καθώς, όπως επισημαίνει, έχουν ξεμείνει λόγω των συνεχόμενων μαχών που αναγκάζονται να δίνουν. Ο Δημητρόφ το προωθεί με κατεπείγον τρόπο στους Στάλιν, Μπέρια. Παράλληλα στις 10/3/1942, ο Δημητρόφ λαμβάνει την έκκληση προς τον γιουγκοσλαβικό λαό του Ανώτατου Στρατηγείου των Παρτιζάνων. Σημειώνει ότι είναι πολύ κομματοκεντρικό, ότι αναφέρει πως το Κόμμα οργάνωσε τους Παρτιζάνους, λέει ζήτω ο Κόκκινος Στρατός, ζήτω ο Στάλιν ενώ δεν αναφέρει πουθενά τους Άγγλους ή τους Αμερικάνους. Ο Δημητρόφ θα γράψει στο ημερολόγιό του ότι κατεύθυνε τον Τίτο να αλλάξει αυτές τις αναφορές και να δώσει στην έκκληση ευρύ, εθνικό χαρακτήρα. Στις 20/3/1942, ο Δημητρόφ ενημερώνεται ότι ο Στάλιν υποστηρίζει ότι η δημοσίευση της Έκκλησης των γιουγκοσλάβων παρτιζάνων πρέπει να καθυστερήσει καθώς κάτι τέτοιο θα δυσχέραινε τις σχέσεις με την εξόριστη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση.
Στα τέλη Μάη του 1942, ο Δημητρόφ λαμβάνει νέο τηλεγράφημα από τον Τίτο, στο οποίο ο τελευταίος περιγράφει την άσχημη κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι Παρτιζάνοι καθώς βάλλονται από τους Τσέτνικς, τους Γερμανούς και τους Κροάτες ταυτόχρονα ενώ έχουν τρομερή έλλειψη πυρομαχικών. Ο Δημητρόφ απαντά την 1η Ιούνη ότι χρειάζεται να αποκαλυφθεί ο ρόλος των Τσέτνικς και θεωρούν ότι θα ‘ταν στο παρόν επωφελές να γίνει αυτό μέσω μιας έκκλησης απ’ την πλευρά των Παρτιζάνων προς την εξόριστη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση. Τους συμβουλεύει δηλαδή να εκθέσουν τους Τσέτνικς αλλά όχι με τη μορφή παράλληλης καταγγελίας της κυβέρνησης. Προτείνει ανάπτυξη καμπάνιας για τον κοινό αγώνα Σέρβων, Κροατών, Μαυροβούνιων κλπ εναντίον των κατακτητών. Με αυτόν τον τρόπο οι Παρτιζάνοι πρέπει να κερδίσουν μέρος των υποστηρικτών των Τσέτνικς, να ουδετεροποιήσουν άλλους και να εξοντώσουν χωρίς έλεος το πιο κακό κομμάτι τους. Για άλλη μια φορά εξηγείται στον Τίτο ότι δεν μπορεί να υπολογίζει σε μεταφορά οπλισμού και πολεμοφοδίων κυρίως λόγω της αδυναμίας μεταφοράς τους υπό τις παρούσες συνθήκες.
Οι αναφορές από τη Γιουγκοσλαβία σχετικά με τον προδοτικό ρόλο των Τσέτνικς συνεχίζουν να φτάνουν στη Μόσχα. Ας σημειωθεί ότι ως τότε οι Τσέτνικες λογίζονται επίσημα ως φιλο-συμμαχικός στρατός και χαίρουν αναγνώρισης από τη συμμαχία ΗΠΑ-Βρετανίας-ΕΣΣΔ. Στις 24/7/1942, ο Μολότοφ επικοινωνεί τηλεφωνικώς με τον Δημητρόφ σχετικά με τους γιουγκοσλαβικούς ισχυρισμούς ότι οι Τσέτνικς του Μιχαήλοβιτς είναι ένα πρόθυμο εργαλείο στα χέρια των κατακτητών. Ο Μολότοφ θα υποστηρίξει ότι αυτός ο ισχυρισμός του φαίνεται απλουστευτικός και μονόπλευρος. Στις 29 Ιουλίου όμως θα συμφωνήσουν να σταλούν στοιχεία για τη συνεργασία του Μιχαήλοβιτς με τους κατακτητές στη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση.

Ο Τίτο επιθεωρεί την 1η Προλεταριακή Ταξιαρχία Κρούσης (η δημιουργία της είχε προγραμματιστεί να συμπέσει με τα γενέθλια του Στάλιν)


Μια νέα έκκληση από τη Μόσχα προς τους Γιουγκοσλάβους κομμουνιστές θα σταλεί στις 8 Αυγούστου 1942. Αυτή τη φορά αντικείμενο της κριτικής γίνεται η ίδρυση των λεγόμενων “προλεταριακών ταξιαρχιών” από τους Γιουγκοσλάβους Παρτιζάνους. Πιο συγκεκριμένα, ο Δημητρόφ στέλνει στο Τίτο το εξής μήνυμα: “Μην αποκαλείτε τις προλεταριακές ταξιαρχίες σας, προλεταριακές. Αντ’ αυτού πείτε τες Ταξιαρχίες Σοκ (Shock brigades).” Αυτή η θέση δικαιολογείται από τον Δημητρόφ λέγοντας πως θα πρέπει να ενωθεί ο λαός εναντίον των κατακτητών και των συνεργατών τους με την εξής υπόμνηση: “Διεξάγετε έναν λαϊκό απελευθερωτικό πόλεμο χρησιμοποιώντας δυνάμεις που αποτελούνται από εργάτες, αγρότες, τη λαϊκή διανόηση και άλλους πατριώτες -δεν διεξάγετε έναν προλεταριακό αγώνα.” Ζητείται επίσης να πάψουν οι προλεταριακές ταξιαρχίες να φέρουν ως σύμβολο το πεντάκτινο κόκκινο αστέρι καθώς υποστηρίζει πως ο εχθρός μπορεί να εκμεταλλευτεί τα παραπάνω για τους δικούς του σκοπούς…
Ο Έντβαρντ Καρντέλ (νο2 μετά τον Τίτο) θα απαντήσει στις 11 Αυγούστου λέγοντας πως θα συμμορφωθούν με τις υποδείξεις, με τις οποίες συμφωνούν. Ο ίδιος ο Τίτο τηλεγραφεί στις 12 Αυγούστου λέγοντας για ακόμη μια φορά πως θα ακολουθήσουν τις οδηγίες τους κι ότι η ονομασία “προλεταριακή” θα διατηρηθεί μόνο για την 1η και 2η Ταξιαρχία που αποτελούνται κυρίως από εργάτες ενώ για τις υπόλοιπες θα υιοθετηθεί το Ταξιαρχία Σοκ/Ταξιαρχία Κρούσης (Udarna Brigada στα σερβοκροατικά). Ο Τίτο δικαιολογείται λέγοντας πως ανεξάρτητα από τη σύνθεσή τους, οι ίδιοι οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί τους είχαν ζητήσει να ονομαστούν προλεταριακές οι ταξιαρχίες τους. Ωστόσο, στην πραγματικότητα ο τίτλος “προλεταριακή” θα δοθεί σε δέκα ταξιαρχίες προσθέτοντας και τον προσδιορισμό Udarna πλάι στο Proleterska.
Όσον αφορά τη ρητορική του Αρχηγείου των Παρτιζάνων και του ΚΚΓ, οι συμβουλές της Μόσχας θα υιοθετηθούν και στο εξής οι αναφορές στην κοινωνική/ταξική φύση της αναμέτρησης και στην προοπτική του σοσιαλισμού/κομμουνισμού θα απαλειφθούν ενώ θα υιοθετηθεί η ανάλυση του εθνικοαπελευθερωτικού, αντιφασιστικού αγώνα.

Όμως οι εκκλήσεις των Παρτιζάνων για υλική βοήθεια από τη Μόσχα είναι διαρκείς. Στα τέλη Αυγούστου του 1942, ο Δημητρόφ λαμβάνει άλλο ένα τηλεγράφημα από τον Τίτο, ο οποίος και πάλι ζητάει πυρομαχικά, αυτή τη φορά δίνοντας έμφαση στο πόσο μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης του αγώνα υπάρχουν. Λέει ότι με την κατάλληλη βοήθεια ο παρτιζάνικος στρατός μπορεί να φτάσει να αριθμεί έως και 500 χιλιάδες άτομα ενώ σημειώνει ότι αν ανοίξει δεύτερο μέτωπο στα Βαλκάνια τότε υπάρχουν πολύ καλές προοπτικές στη Γιουγκοσλαβία. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Τίτο, ο κόσμος στέκεται κατά 95% υπέρ της ΕΣΣΔ και των Συμμάχων ενώ ο λαός κυρίως πιστεύει στη δύναμη της ΕΣΣΔ και όχι τόσο της Αγγλίας.
Στις 7/9/1942, ο Ήντεν (Υπ.Εξ. της Βρετανίας) προτείνει στους Σοβιετικούς να προσπαθήσουν να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα σε Παρτιζάνους και Τσέτνικς. Παρά την έκδηλα προδοτική στάση των τελευταίων, ακόμα αναγνωρίζονται ως συμμαχικός στρατός γεγονός που εξοργίζει τους Γιουγκοσλάβους κομμουνιστές.
Μπαίνοντας στο 1943 και πιο συγκεκριμένα στις 3 Φεβρουαρίου, ο Δημητρόφ λαμβάνει τηλεγράφημα από τον Τίτο στο οποίο ο τελευταίος αφού υπογραμμίζει ότι εκατοντάδες χιλιάδες προσφύγων που ακολουθούν τους Παρτιζάνους κινδυνεύουν να πεθάνουν από την πείνα αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν μετά από 20 μήνες ηρωικού αγώνα να μην έχει βρεθεί κάποιος τρόπος για να αποσταλλεί βοήθεια εκ μέρους της ΕΣΣΔ. Μια βδομάδα μετά, στις 10 Φλεβάρη, ο Δημητρόφ του απαντά ότι δεν πρέπει να αμφιβάλλει ούτε για μια στιγμή πως αν υπήρχε τρόπος να τους σταλεί ενίσχυση αυτό θα είχε γίνει. Του ζητά να έχει εμπιστοσύνη και να μην αμφιβάλλει για τις προθέσεις τους και να κάνει υπομονή σε αυτή τη δύσκολη καμπή χωρίς να χάσουν το κουράγιο τους με τους συντρόφους του.
Την 1/4/1943, ο Δημητρόφ στέλνει στον Τίτο κωδικοποιημένο τηλεγράφημα στο οποίο τον ρωτάει για ποιο λόγο έχουν προβεί σε ανταλλαγή αιχμαλώτων με τους Γερμανούς ενώ παράλληλα έστειλαν αντιπροσωπεία τους για συνομιλίες με τις γερμανικές αρχές στο Ζάγκρεμπ. Του επισημαίνει ότι όλο αυτό μπορεί να οδηγήσει σε χαλάρωση του μίσους που νιώθει ο λαός προς τους κατακτητές και μπερδέματα. Επίσης, επισημαίνει ότι το να σηκώνει τους τόνους εναντίον της Βρετανίας σε αυτή τη συγκυρία δε βοηθάει. Το μίσος κι η πολεμική θα πρέπει να στρέφονται εναντίον των κατακτητών.

Σοβιετικός στρατιώτης στην αγκαλιά κατοίκων του Βελιγραδίου, Οκτώβρης 1944

Τελικά η καταδίκη των Τσέτνικς κι η παύση οποιασδήποτε βοήθειας προς αυτούς γίνεται κατορθωτή κατά τη Διάσκεψη της Τεχεράνης στα τέλη του ’43. Έκτοτε οι Γιουγκοσλάβοι Παρτιζάνοι λαμβάνουν κάποια βοήθεια από τους Βρετανούς, μέχρι την είσοδο του Κόκκινου Στρατού στα εδάφη της Γιουγκοσλαβίας τον Οκτώβριο του ’44. Ωστόσο, στην ηγεσία του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας και τα μεσαία στελέχη τους έχει μέχρι τότε αποκρυσταλλωθεί η ιδέα ότι ο απελευθερωτικός πόλεμος που διεξήγαγαν ήταν γέννημα και υπόθεση των ίδιων. Αυτό δε σημαίνει ότι παύουν έστω και για μια στιγμή να μιλούν στο όνομα της Σοβιετικής Ένωσης κάνοντας και συστηματική ιδεολογική δουλειά στις τάξεις των Παρτιζάνων.

Μια ακόμη αιτία δυσαρέσκειας των Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών απέναντι στους Σοβιετικούς θα αποτελέσει η επιμονή και πίεση των τελευταίων για τη δημιουργία κυβέρνησης εθνικής ενότητας με την εξόριστη κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας, στο Λονδίνο, σύμφωνα με τις βρετανικές απαιτήσεις.

Η δυσαρέσκεια θα κορυφωθεί όταν προς το τέλος του Β’ΠΠ τα γιουγκοσλαβικά στρατεύματα θα εισέλθουν πρώτα στην ιταλική περιοχή της Τεργέστης, την οποία διεκδικεί η νέα γιουγκοσλαβική κυβέρνηση ως παλαιό γιουγκοσλαβικό έδαφος. Όμως ΗΠΑ και Βρετανία αρνούνται να δεχτούν τετελεσμένα και πιέζουν τη Μόσχα, η οποία εν μέρει υποχωρεί στις απαιτήσεις τους:

Τότε, στα τέλη Μάη του ’45, ο Τίτο θα εκφωνήσει έναν πύρινο λόγο επί σλοβενικού εδάφους, κοντά στα σύνορα με τις διαφιλονικούμενες περιοχές. Μιλώντας ενώπιον χιλιάδων κατοίκων της Λιουμπλιάνα, ο Τίτο θα πει τα εξής:

Λεγόταν ότι αυτός ο πόλεμος ήταν ένας δίκαιος πόλεμος κι εμείς τον αντιμετωπίσαμε ως τέτοιο. Αλλά εμείς ζητάμε κι ένα δίκαιο τέλος, εμείς ζητάμε ο καθένας να είναι κύριος του εαυτού του/του τόπου του. Εμείς δεν επιθυμούμε να πληρώσουμε τους λογαριασμούς άλλων, εμείς δεν θέλουμε να γίνουμε νόμισμα σε παζάρια, εμείς δεν θέλουμε να μας ανακατεύουν σε κάποια πολιτική σφαιρών επιρροής. Γιατί θα πρέπει οι λαοί μας να μπουν σ’ αυτό το κακό αφού επιθυμούν να είναι από κάθε άποψη ανεξάρτητοι και γιατί αυτή η ανεξαρτησία τους να περιορίζεται και να τους την αρνούνται. Εμείς δεν επιθυμούμε να είμαστε εξαρτημένοι από κανέναν […] Αυτή είναι η νέα Γιουγκοσλαβία […] Μ’ αυτή τη Γιουγκοσλαβία δεν έχει μπερδέματα, δεν έχει εμπόρια”

Οι Σοβιετικοί θα εκφράσουν έντονα παράπονα καθώς θεωρούν ότι υπάρχει εξίσωση του ρόλου της ΕΣΣΔ με τις καπιταλιστικές δυνάμεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας κι οι Γιουγκοσλάβοι θα απολογηθούν, όμως λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του ’45, οι τελευταίοι θα αρνηθούν να αποσύρουν τα στρατεύματά τους από την Τεργέστη, βάσει της Συμφωνίας με τους Αμερικάνους φέρνοντας τα πράγματα σε οριακή κατάσταση. Τότε ο Στάλιν θα τηλεγραφήσει προσωπικά στον Τίτο και σε οργισμένο τόνο θα ζητήσει την απόσυρση των γιουγκοσλαβικών στρατευμάτων εντός 48 ωρών καθώς όπως αναφέρει γλαφυρά:
“…δεν επιθυμώ να ξεκινήσω τον Γ’Π.Π. λόγω της Τεργέστης”.
Οι Γιουγκοσλάβοι για ακόμη μία φορά θα πειθαρχήσουν.

Ο σοβιετικός στρατηγός Ζντάνοφ σε ομιλία του στο απελευθερωμένο Βελιγράδι (διακρίνονται η σοβιετική κι η γιουγκοσλαβική σημαία)

Μετά το τέλος του πολέμου: Ανοικοδόμηση, εθνικά ζητήματα και Βαλκάνια

Η αμοιβαία δυσαρέσκεια γύρω από τα εθνικά/συνοριακά ζητήματα και τη διαχείρισή τους μεταπολεμικά θα συνεχίσει να εκδηλώνεται περιστασιακά. Το καλοκαίρι του ‘46, κατά τη σύσκεψη των Υπουργών Εξωτερικών στο Παρίσι, η Γαλλία προτείνει η Τεργέστη να μετατραπεί σε ειδική ζώνη υπό τον έλεγχο του ΟΗΕ. Οι Σοβιετικοί, αν και στηρίζουν το γιουγκοσλαβικό αίτημα για απόδοση της Τεργέστης στη Γιουγκοσλαβία, δέχονται τη γαλλική πρόταση ως βάση συζήτησης κι οι Γιουγκοσλάβοι διαμαρτύρονται ότι οι Σοβιετικοί δεν τους στηρίζουν. Ο Στάλιν απαντά στον Τίτο μη-αποδεχόμενος την κριτική και λέγοντας ότι η ΕΣΣΔ ήταν υποχρεωμένη να συμβιβαστεί καθώς οι Δυτικές δυνάμεις δεν θα συμφωνούσαν σε καμιά περίπτωση να παραδώσουν την Τεργέστη στη Γιουγκοσλαβία. Αντίστοιχες διαφωνίες προκύπτουν και κατά τον χειρισμό του ζητήματος της αυστριακής περιοχής της Καρίνθια πάνω στην οποία οι Γιουγκοσλάβοι προβάλλουν επίσης απαιτήσεις. Συνολικά, οι Γιουγκοσλάβοι τείνουν να θεωρούν τη σοβιετική πολιτική όσον αφορά τις μεταπολεμικές απαιτήσεις υποχωρητική απέναντι στη Δύση.
Οι ίδιοι αντιλαμβάνονται τη νέα Γιουγκοσλαβία, όχι ως ακόμη ένα κράτος, αλλά περίπου ως μία δεύτερη Σοβιετική Ένωση εν τη γεννέσει, η οποία όσο περισσότερες περιοχές περιλάβει στα νέα της σύνορα, τόσο το καλύτερο για την υπόθεση του σοσιαλισμού στα Βαλκάνια.
Από την αντίθετη πλευρά διαπιστώνεται διαρκώς μία τάση των Γιουγκοσλάβων να αντιμετωπίζουν τα πράγματα στενά εθνικά ή μάλλον γιουγκοσλαβικά προβαίνοντας συχνά σε απερίσκεπτες, τυχοδιωκτικές ενέρειες. Έτσι, το Τμήμα Εξωτερικής Πολιτικής της ΚΕ του ΚΚΣΕ θα φτάσει τον Σεπτέμβριο του ‘47 να σημείωσει ότι η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση “εδώ και πολύ καιρό έχει πάρει μια λανθασμένη στάση στο ζήτημα της Τεργέστης, αγνοώντας τα γενικά συμφέροντα των δημοκρατικών δυνάμεων στον αγώνα τους ενάντια στους Αγγλο-Αμερικάνους”.

Διαφωνίες όμως μεταξύ των δύο κομμάτων εντοπίζονται και σε ζητήματα ανοικοδόμησης και οικονομικών σχέσεων. Πιο συγκεκριμένα υπάρχουν διαφωνίες στο ζήτημα δημιουργίας μικτών Σοβιετο-Γιουγκοσλαβικών μετοχικών εταιρειών. H πρώτη συμφωνία, που αποτελεί γιουγκοσλαβικό αίτημα, υπογράφεται στις 8 Ιουνίου 1946. Τα προβλήματα σχετίζονται με το ποια θα είναι η υλική συνεισφορά της κάθε πλευράς. Αναλυτικότερα, η θέση της Γιουγκοσλαβίας είναι η υπολογισμένη αξία των αποθεμάτων να λαμβάνεται υπόψη ως πληρωμή. Οι Σοβιετικοί αντιθέτως υποστηρίζουν ότι τα αποθέματα των ορυκτών δεν μπορούν να λογίζονται ως πληρωμή. Κάποιοι στην ΚΕ του ΚΚΓ θεωρούν τη σοβιετική στάση ως αντίστοιχη των καπιταλιστικών χωρών (Σεπτέμβριος 1946). Αυτό θα φτάσει στα αυτιά του Σοβιετικού πρέσβη αλλά δε θα δοθεί συνέχεια. Η συμφωνία για τις μικτές επιχειρήσεις θα μείνει σχεδόν στα χαρτιά καθώς ελάχιστες από τις προβλεπόμενες θα ιδρυθούν και θα μπουν σε λειτουργία. Στις 23 Γενάρη 1947 ο Λαβρίσεφ (υπεύθυνος του σοβιετικού Υπ.Εξ. για θέματα Βαλκανίων) σημειώνει στο ημερολόγιό του πράγματα από τη συνάντησή του με τον πρέσβη της Γιουγκοσλαβίας στην ΕΣΣΔ, Πόποβιτς. Μεταξύ άλλων σημειώνει ότι έχει υπάρξει διαφωνία όσον αφορά στις μεικτές εταιρείες που είναι να συσταθούν μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και ΕΣΣΔ καθώς οι Σοβιετικοί ειδικοί θεωρούν ότι το περίσσευμα του προϊόντος τους θα πρέπει να διατίθεται στην ΕΣΣΔ ενω οι Γιουγκοσλάβοι εμπειρογνώμονες θεωρούν ότι λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης για κοινωνικοποίηση της βιομηχανίας θεωρούν ότι η πώληση των προϊόντων που είναι σε πλεονάζουσα προσφορά στη Σοβιετική Ένωση θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τις οδηγίες της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης. Επίσης, ο πρέσβης μεταφέρει ερώτηση του Τίτο που ζητάει να εξεταστεί το σε ποιο βαθμό η Γιουγκοσλαβία θα πρέπει να είναι οικονομικά συνδεδεμένη με την ΕΣΣΔ και σε ποιο βαθμό θα μπορεί να εξασκεί αυτόνομη οικονομική πολιτική στις σχέσεις της με τις άλλες χώρες. Ο πρέσβης λέει ότι ο Τίτο του ζήτησε να συναντηθεί με τους Μολότοφ, Στάλιν για να εξακριβωθούν αυτά τα ζητήματα. Τελικά, μετά από συζητήσεις και διαφωνίες, τον Απρίλιο του ‘47, ο Καρντέλ επισκέπτεται τη Μόσχα και προτείνει να εγκαταλειφθεί το σχέδιο των μικτών εταιρειών και να δοθεί σοβιετική βοήθεια στη Γιουγκοσλαβία σε εξοπλισμό και υλικά με δανεισμό, τεχνική βοήθεια, συμβουλές κ.ο.κ. Η νέα συμφωνία υπογράφεται τον Ιούλιο του ‘47.
Επίσης, υπάρχει ζήτημα με το εξοπλιστικό δάνειο της Γιουγκοσλαβίας για το οποίο η ΕΣΣΔ προτείνει να αποπληρωθεί σε 5 χρόνια ενώ η Γιουγκοσλαβία υποστηρίζει πως αυτό είναι αδύνατο και αντιπροτείνει αποπληρωμή σε 15-20 χρόνια.
Με αφορμή τα παραπάνω γεννιέται νέα δυσαρέσκεια στις τάξεις της γιουγκοσλαβικής ηγεσίας ενώ τίθεται πλέον το ερώτημα αν η ανοικοδόμηση της Γιουγκοσλαβίας μπορεί όντως να βασιστεί στη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης.

Την ίδια περίοδο (Μάιο του ’47) φτάνουν στα αυτιά των Σοβιετικών και τα πρώτα παράπονα από το αλβανικό ΚΚ. Συγκεκριμένα, ο Ενβέρ Χότζα θα παραπονεθεί στον σοβιετικό πρέσβη σχετικά με τις διαφωνίες μεταξύ Αλβανίας-Γιουγκοσλαβίας σε οικονομικά ζητήματα. Οι Αλβανοί υποστηρίζουν ότι οι Γιουγκοσλάβοι τους πιέζουν να ανοίξουν τα σύνορα στην κυκλοφορία προϊόντων των δύο χωρών κι απαντούν στις αλβανικές επιφυλάξεις για την πιο ευάλωττη θέση της αλβανικής οικονομίας με μαρξιστικά τσιτάτα. Ο Χότζα τονίζει ότι η Αλβανία θέλει καλές σχέσεις με όλα τα γειτονικά κράτη και ειδικά με τη Γιουγκοσλαβία αλλά με την προϋπόθεση ότι θα την αντιμετωπίζουν σαν ανεξάρτητο κράτος. Υπογραμμίζει ότι οι Γιουγκοσλάβοι πάντα και παντού τονίζουν την ανωτερότητά τους και αντιμετωπίζουν τους Αλβανούς σαν “αγριοκάτσικα”. Οι Αλβανοί δεν είναι οι μόνοι που διατυπώνουν παράπονα σχετικά με τη στάση των Γιουγκοσλάβων. Βουλγαρικές κι ελληνικές αναφορές, όπως και άλλες από σοβιετικούς πρέσβεις κατά τα έτη ’46-’47 συχνά περιγράφουν μια αφ’ υψηλού αντιμετώπιση των Γιουγκοσλάβων προς τα αδελφά ΚΚ, η οποία κωδικοποιείται συχνά με τη φράση “παραζάλη από τις επιτυχίες”.

Οι σοβιετικοί εκδηλώνουν τη δυσαρέσκειά τους και για άλλα μικρότερα ζητήματα, όπως για τη μη υιοθέτηση των τραγουδιών και χορών του Κόκκινου Στρατού απ’ τη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση. Η γιουγκοσλαβική πλευρά απολογείται μέσω του πρέσβη Πόποβιτς ο οποίος για λογαριασμό του Τίτο σημειώνει ότι αυτό δημιούργησε κακή εντύπωση στη Μόσχα και στον Στάλιν όμως καθώς δεν υπήρχε πρόθεση είναι κάτι που θα διορθωθεί άμεσα.

Πανηγυρισμοί στο απελευθερωμένο Βελιγράδι με πανό υπέρ του Στάλιν, του Κόκκινου Στρατού και του Αδελφού Ρώσικου Λαού

Σε κάθε περίπτωση, παρά τα όποια προβλήματα, η Γιουγκοσλαβία συνεχίζει να αποτελεί τον πιο πιστό και δυνατό σύμμαχο της Σοβιετικής Ένωσης στα Βαλκάνια και το δεύτερο φόβητρο για τη Δύση. Ο, δε, Τίτο θεωρείται από τους διπλωμάτες της Δύσης ως ο “δεύτερος Στάλιν”. Καθόλου τυχαία, το Βελιγράδι θα είναι η πρώτη πρωτεύουσα που θα αποκηρύξει την οικονομική βοήθεια του Σχεδίου Μάρσαλ, χωρίς να χρειαστεί σοβιετική πίεση και πειθώ όπως στην περίπτωση της Τσεχοσλοβακίας.

Η αμερικάνικη ματιά

Όπως γράψαμε προηγουμένως, στα μάτια της Δύσης οι Γιουγκοσλάβοι παρέμεναν ένας απόλυτος εκφραστής των συμφερόντων της ΕΣΣΔ κι ο Τίτο ένας αμετανόητος σταλινικός δικτάτορας. Εντούτοις, από τα μέσα του ’47 κι έπειτα η διεισδυτική ματιά των Αμερικάνων διπλωματών εντοπίζει το σπέρμα μιας πιθανής μελλοντικής αντιπαράθεσης μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και ΕΣΣΔ.

Μέχρι τα μέσα του ’47, όποτε προσπαθούσαν, οι Αμερικανοί πρέσβεις στο Βελιγράδι (Πάττερσον και μετά Κάμποτ), να προσεγγίσουν ή να ανοίξουν διαύλους με τη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση έβρισκαν σε τοίχο. Όμως στα μέσα του ’47 υπάρχει η πρώτη αναφορά από τον Κάμποτ ότι οι Γιουγκοσλάβοι βλέποντας την κατάσταση στην Ουγγαρία και την Ελλάδα αρχίζουν να αναρωτιούνται αν θα πρέπει να εναποθέσουν όλες τους τις ελπίδες στην ΕΣΣΔ. Αντίστοιχα το καλοκαίρι του ’47, ο Κάμποτ παρατηρεί ότι παρά τον φανατισμό που υπάρχει υπέρ του κομμουνισμού στις τάξεις του γιουγκοσλαβικού καθεστώτος θα ήταν πιο πιθανό να προκύψει αντιπολίτευση στους σοβιετικούς από τις τάξεις των παρτιζάνων παρά από τους αντι-Τιτοϊκούς. Ο Κάμποτ χαρακτήριζε τους Παρτιζάνους πολύ ετερογενή ομάδα ενώ προσέθετε ότι σε περίπτωση κρίσης “ο έντονος εθνικισμός της χώρας ίσως να έπαιζε αποφασιστικό ρόλο” θεωρώντας παράλληλα ότι ήταν αναπόφευκτες οι συγκρούσεις Γιουγκοσλάβων-Σοβιετικών στο μέλλον.

Ο Κάννον που διαδέχεται τον Κάμποτ μες στο ’47 επίσης υποστηρίζει ότι “ο εθνικισμός (των Γιουγκοσλάβων) ίσως κάποια μέρα συγκρουστεί με τους Σοβιετικούς σκοπούς” θεωρώντας όμως ότι κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να συμβεί άμεσα. Ο Κάννον θεωρούσε τη Γιουγκοσλαβία ως τον πιο πιστό συνεργάτη, όχι όμως δορυφόρο, της ΕΣΣΔ και ότι τα αιτήματά της πολλές φορές ήταν τόσο προωθημένα που η ΕΣΣΔ δεν ήταν έτοιμη να τα υποστηρίξει.


Η βαλκανική πολιτική της Γιουγκοσλαβίας

Όταν γύρισα τον Ιούλη του ‘47 από τη Μόσχα, λέει ο Ζαχαριάδης, πληροφόρησα τον Τίτο ότι η Μόσχα θα μας βοηθήσει. Ο Τίτο τότε απάντησε: “Αυτό δείχνει ότι ο Στάλιν δεν έγινε οπορτουνιστής” 

Τρία είναι τα ζητήματα που απασχολούν τις σοβιετο-γιουγκοσλαβικές σχέσεις από τη λήξη του Β’ΠΠ ως τη ρήξη του Ιούνη του ’48 όσον αφορά την περιοχή των Βαλκανίων. Το πρώτο αφορά τη στάση απέναντι στον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα, το δεύτερο τις βουλγαρο-γιουγκοσλαβικές σχέσεις και την προοπτική μιας νοτιοσλαβικής ή βαλκανικής (συν) ομοσπονδίας και το τρίτο τις σχέσεις Γιουγκοσλαβίας-Αλβανίας.

Το καλοκαίρι του ’47 οι ηγεσίες των ΚΚ Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας συμφωνούν να υπογράψουν τη Συνθήκη του Μπλεντ, η οποία αποτελεί αποφασιστικό βήμα προς την κατεύθυνση της ομοσπονδιοποίησης των δύο κρατών. Η Συμφωνία υπογράφεται την 1η Αυγούστου, χωρίς να ενημερωθεί η Μόσχα ενώ η τελευταία είχε συμβουλέψει τα δύο κράτη να περιμένουν την επικύρωση της Συνθήκης Ειρήνης για τη Βουλγαρία κι έπειτα να προχωρήσουν σε ανάλογα βήματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε σημειώσεις με ημερομηνία 22 Ιούλη 1947, του σοβιετικού ανώτατου διπλωμάτη στη Γιουγκοσλαβία, Ανατόλι Λαβρέντιεφ από τη συνάντησή του με τον πρέσβη της Βουλγαρίας στη Γιουγκοσλαβία, Γκανόφσκι, ο τελευταίος υποστηρίζει ότι απ’ όσο γνωρίζει, μες στους σκοπούς της επίσκεψης Δημητρόφ στη Γιουγκοσλαβία δεν θα είναι η υπογραφή συμφώνουν συνεργασίας κι αμοιβαίας βοήθειας.
Στις 12 Αυγούστου ο Στάλιν, αφού πληροφορείται την υπογραφή του Συμφώνου, στέλνει τηλεγράφημα στον Τίτο χαρακτηρίζοντας την υπογραφή “λάθος” σημειώνοντας ότι δεν έλαβαν υπόψη τους την προειδοποίηση της ΕΣΣΔ, αυτό να μη γίνει πριν τεθούν σε ισχύ οι Συμφωνίες Ειρήνης. Η σοβιετική κυβέρνηση θεωρεί ότι με αυτή τους την κίνηση οι δύο χώρες έδωσαν δικαιολογία στους αγγλο-αμερικάνους να ενισχύσουν την στρατιωτική τους ανάμιξη στην Ελλάδα και την Τουρκία εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας. Προειδοποιεί, δε, ότι η σοβιετική κυβέρνηση δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη για την υπογραφή συνθηκών μεγάλης σημασίας που γίνονται χωρίς πρότερη διαβούλευση μαζί της.

Η αντιπαράθεση γύρω από τη μέθοδο και το timing της βουλγαρο-γιουγκοσλαβικής πρωτοβουλίας δεν θα εμποδίσει ωστόσο να παρουσιαστεί η Γιουγκοσλαβία και το ΚΚΓ ως πρότυπα για τα υπόλοιπα κομμουνιστικά κόμματα και Λαϊκές Δημοκρατίες κατά την ιδρυτική διάσκεψη της Κομινφόρμ στα τέλη Σεπτέμβρη του 1947. Πρόκειται για μία διάσκεψη που λαμβάνει χώρα μετά την αποφασιστική αμερικάνικη διείσδυση στην Ευρώπη με το Δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσαλ. Με καθοδηγητή τον Αντρέι Ζντάνοφ, το γιουγκοσλαβικό μοντέλο οικοδόμησης του σοσιαλισμού κι η αντίληψή τους περί Λαϊκού Μετώπου, η πολιτική των Παρτιζάνων κατά τον Β’ΠΠ κι η αξία του ένοπλου αγώνα (γιουγκοσλαβικό κι ελληνικό παράδειγμα) κι η διεθνιστική αλληλεγγύη της Γιουγκοσλαβίας προς τους κομμουνιστές στην Ελλάδα εξάρονται ενώ κατακεραυνώνεται η πολιτική των δυτικών ΚΚ, Ιταλίας και Γαλλίας λόγω υποχωρητικότητας, ενδοτικότητας και κοινοβουλευτικών αυταπατών. Ωστόσο, η εισήγηση του Ζντάνοφ κάνει μια πολιτική επιλογή. Επιλέγει στη δεδομένη συγκυρία να χτυπήσει τα “δεξιά” λάθη αφήνοντας στο απυρόβλητο τα “αριστερά”. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η κριτική γι’ αυτά δεν είναι ήδη αντικείμενο συζήτησης κι επεξεργασίας στα επιτελεία του ΚΚΣΕ.
(για περισσότερες λεπτομέρειες για την ιδρυτική διάσκεψη της Κομινφόρμ, βλ. εδώ)

Βούλγαροι στρατιώτες, μετά την ανατροπή του φιλο-Αξονικού καθεστώτος στη Βουλγαρία, κατευθύνονται υπό την κόκκινη σημαία για τη μάχη της απελευθέρωσης του Βελιγραδίου

Μπορούμε να πούμε ότι από το καλοκαίρι του ’47 έως τις αρχές του ’48 υπάρχει μια περίεργη ισορροπία στα Βαλκάνια και τις σοβιετο-γιουγκοσλαβικές σχέσεις καθώς υπάρχουν ταυτόχρονα θετικά και αρνητικά δείγματα.

Οι Γιουγκοσλαβο-Αλβανικές σχέσεις δεν αποτελούν εξαίρεση. Κατά τη συνάντηση των Τίτο-Στάλιν την άνοιξη του ’46, ο τελευταίος δεν είχε φέρει αντίρρηση στη συμπερίληψη της Αλβανίας στη νέα γιουγκοσλαβική ομοσπονδία παρά μόνο είχε συμβουλέψει αυτό να γίνει αφότου επιλυθεί το ζήτημα της Τεργέστης. Επίσης, ο Στάλιν είχε δεχτεί το γιουγκοσλαβικό αίτημα η σοβιετική βοήθεια προς την Αλβανία να κατευθυνόταν μέσω Γιουγκοσλαβίας. Με αυτή την κίνηση η σοβιετική ηγεσία αναγνώριζε ότι η υπόθεση της Αλβανίας ήταν κυρίως αντικείμενο διαχείρισης απ’ την πλευρά της Γιουγκοσλαβίας, η οποία είχε προτεραιότητα πολιτικά και οικονομικά. Είναι ενδεικτικό ότι το 1946 ο Στάλιν δεν είχε δεχτεί ακόμα αλβανική αντιπροσωπεία στη Μόσχα. Ωστόσο, μετά την επίσκεψη των Αλβανών ηγετών στη Μόσχα το καλοκαίρι του 1947, η ΕΣΣΔ αρχίζει να συσφίγγει τις οικονομικές και πολιτικές της σχέσεις με την Αλβανία. Στα τέλη του καλοκαιριού του ‘47 το τμήμα Εξωτερικής Πολιτικής της ΚΕ του ΚΚΣΕ σημείωνε πως οι Γιουγκοσλάβοι ζηλεύουν την προσέγγιση Αλβανίας-ΕΣΣΔ ενώ σημειωνόταν ότι στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής συγκεκριμένοι ηγέτες του ΚΚΓ παρουσιάζουν μία συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από “εθνική στενότητα” δηλαδή ότι δε λαμβάνουν υπόψη τους τα συμφέροντα και τις προτεραιότητες άλλων ΚΚ. Ταυτόχρονα υπήρχε κριτική προς το ΚΚΓ ότι υπερπροβάλλουν τις κατακτήσεις και τα επιτεύγματά τους ενώ προσπαθούν να τοποθετήσουν το ΚΚΓ σε ηγετική θέση ανάμεσα στα βαλκανικά ΚΚ. Την ίδια περίοδο, καλοκαίρι-φθινόπωρο 1947, έφταναν στη Μόσχα αναφορές απ’ τη σοβιετική πρεσβεία στο Βελιγράδι που μιλούσαν για “τοπικό εθνικισμό” και “εθνικά περιοριστική στάση”, υπερεκτίμηση της σημασίας του ένοπλου αγώνα τους και υποτίμηση της συνεισφοράς της ΕΣΣΔ σε αυτόν. Βέβαια παρά την πρόταση του σοβιετικού πρέσβη στο Βελιγράδι να γίνει συζήτηση με τους Γιουγκοσλάβους και παρατήρηση για τα ζητήματα αυτά, κατά την επίσκεψη του Τζίλας στη Μόσχα, δεν ειπώθηκε τίποτα από τη σοβιετική μεριά.
Οι ενδείξεις για έναν υπόγειο ανταγωνισμό είναι υπαρκτές ωστόσο μέχρι τα τέλη του ’47 φαίνεται μια διάθεση συνεννόησης. Στις 13 Δεκέμβρη 1947 ο σοβιετικός πρέσβης στο Βελιγράδι ενημερώνει τον Τίτο ότι η ΕΣΣΔ πρόκειται να στείλει στην Αλβανία 5.000 τόνους βρώμη και τον ρωτάει αν έχει αντίρρηση. Ο Τίτο του απαντά ότι δεν χρειάζεται καθώς η Αλβανία θα προμηθευτεί τη βρώμη απ’ τη Γιουγκοσλαβία. Όμως η γιουγκοσλαβική βρώμη τελικά δε θα φτάσει ποτέ. Το μικρό αυτό επεισόδιο θα σχολιαστεί αργότερα απ’ τη σοβιετική πλευρά ως φόβος των Γιουγκοσλάβων να μην τους πάρουν την Αλβανία οι Σοβιετικοί.
Οι Γιουγκοσλάβοι όμως φαίνεται να είναι δυσαρεστημένοι και με την παρουσία σοβιετικών εμπειρογνωμόνων στην Αλβανία. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1947 ο Γιουγκοσλάβος πρέσβης στην ΕΣΣΔ συναντιέται με τον Ζντάνοφ και συζητούν το θέμα της απόσυρσης των Σοβιετικών εμπειρογνωμόνων και ειδικών στην Αλβανία για να ενισχυθεί η θέση της Γιουγκοσλαβίας. Μάλιστα, ο Στάλιν, στις 23 Δεκέμβρη, ζητάει απ’ τον Τίτο να στείλει κάποιο υπεύθυνο στέλεχος, ίσως τον Τζίλας, που να γνωρίζει καλά την κατάσταση στην Αλβανία και να μπορεί να διατυπώσει με σαφήνεια τις γιουγκοσλαβικές απαιτήσεις, τις οποίες όπως τόνισε ο Στάλιν δεν αρνούνταν να εκπληρώσει αρκεί να γνωρίζει ποιες ακριβώς ήταν.

Στην άλλη πλευρά των Βαλκανίων, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, στις 27 Νοέμβρη 1947, Τίτο και Δημητρόφ υπογράφουν, σε πανηγυρικό κλίμα, στην κωμόπολη του Εφκσίνογκραντ τη διακρατική Συμφωνία που εκκρεμούσε από τη Συμφωνία του Μπλεντ τον Αύγουστο. Οι δύο χώρες έρχονται πιο κοντά από ποτέ και τα δυτικά ΜΜΕ κυριεύονται από ανησυχία για το ενδεχόμενο πραγματοποίησης μιας βαλκανικής ομοσπονδίας. Αυτή τη φορά τα δύο μέρη, περίμεναν να τεθεί σε ισχύ η βουλγαρική Συνθήκη Ειρήνης, ενημέρωσαν τη Μόσχα εγκαίρως και έστειλαν το προσχέδιο της συμφωνίας για έγκριση. Το ίδιο έπραξαν οι Γιουγκοσλάβοι και με τις συμφωνίες που υπέγραψαν ένα μήνα αργότερα με τη Ρουμανία και την Ουγγαρία.

Στις 17 Γενάρη 1948 πραγματοποιείται στη Μόσχα συνάντηση μεταξύ Τζίλας-Στάλιν-Μολότοφ και Ζντάνοφ όπου οι Σοβιετικοί συμφωνούν η ανάπτυξη της Αλβανίας να είναι δεμένη με αυτή της Γιουγκοσλαβίας φτάνοντας έως και την ενοποίηση των δύο κρατών. Επίσης, συμφωνήθηκε οι σοβιετικοί στρατιωτικοί κι οικονομικοί σύμβουλοι που βρίσκονταν στην Αλβανία να συντονίζονται με τους Γιουγκοσλάβους. Όπως τονίστηκε όμως τα δύο κράτη δεν θα πρέπει να βιαστούν με την ένωση των δύο χωρών αλλά να περιμένουν μια κατάλληλη συγκυρία.

Στις 19 Γενάρη 1948, αμέσως μετά την ενημέρωση από τον Τζίλας για τα αποτελέσματα της συνάντησης στη Μόσχα, ο Τίτο στέλνει τηλεγράφημα στον Χότζα με το οποίο του ζητάει να παρέχει στη Γιουγκοσλαβία μια στρατιωτική βάση στη Νότια Αλβανία για να προληφθεί πιθανή εισβολή των Ελλήνων και των ΑγγλοΑμερικάνων. Ο Τίτο ισχυρίζεται ότι έχει το πράσινο φως από τους Σοβιετικούς. Ο Χότζα δέχεται το αίτημα του Τίτο στις 20 Γενάρη. Όμως λίγες μέρες αργότερα οι σοβιετικοί πληροφορούνται ανεπίσημα το γεγονός και ο Μολότοφ στέλνει τηλεγραφήματα με τα οποία χαρακτηρίζει μια τέτοια κίνηση “ανώμαλη” ενημερώνοντας ότι η Σοβιετική Ένωση δεν θα αποδεχθεί τετελεσμένα. Στο τηλεγράφημά του, επίσης μιλάει για σοβαρές διαφορές μεταξύ των δύο κυβερνήσεων σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Ο Τίτο αποδεχόμενος για πολλοστή φορά το λάθος του δέχεται να γίνει συνάντηση μεταξύ στελεχών των δύο κομμάτων για να συζητηθούν αυτές οι διαφορές.

Όμως η κίνηση Τίτο για αποστολή γιουγκοσλαβικού στρατού στην Αλβανία συμπίπτει χρονικά με τη δημόσια δήλωση Δημητρόφ, στις 17 Γενάρη, περί επικείμενης ίδρυσης βαλκανικής και παραδουνάβιας ομοσπονδίας, η οποία όπως υπογραμμίζει θα περιλαμβάνει και την Ελλάδα.

Η αναπάντεχη δήλωση Δημητρόφ προκαλεί σάλο στον Δυτικό κόσμο, ο οποίος μιλά για πρωτοφανή ανάμιξη στην κατάσταση στην Ελλάδα ενώ άμεσα ακούγονται φωνές που μιλούν για την ανάγκη συγκρότησης “δυτικού μπλοκ”. Ο συνδυασμός των παραπάνω κινήσεων πείθει την ηγεσία του ΚΚΣΕ ότι πλέον δεν πρόκειται για σποραδικές διαφωνίες ή λανθασμένους χειρισμούς αλλά για μία άλλη αντίληψη για τα πράγματα που προχωρά χωρίς την ενημέρωση και τη συγκατάθεση της Σοβιετικής Ένωσης.
Οι ηγέτες των ΚΚ Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας καλούνται εσπευσμένα στη Μόσχα στην ιστορική συνάντηση της 10ης Φλεβάρη (δες αναλυτικά εδώ). Εκεί η σοβιετική ηγεσία θα επιτεθεί σε Γιουγκοσλάβους και Βούλγαρους για τις απερίσκεπτες ενέργειές τους που διευκολύνουν την αμερικάνικη εμπλοκή στα Βαλκάνια και τη δημιουργία καπιταλιστικού μπλοκ ενώ καθιστούν πιθανότερη μια επέκταση του ελληνικού εμφυλίου στις Λαϊκές Δημοκρατίες. Επιπλέον, ο ίδιος ο Στάλιν θέτει υπό αμφισβήτηση την προοπτική του αντάρτικου στην Ελλάδα αποδεχόμενος ωστόσο, μετά από πίεση Βούλγαρων και Γιουγκοσλάβων, να δοθεί μία παράταση της βοήθειας προς τους Έλληνες κομμουνιστές. Από την άλλη πλευρά, ο Στάλιν παροτρύνει τις δύο χώρες να προχωρήσουν στην ομοσπονδιοποίηση άμεσα γεγονός που ενθουσιάζει τους Βούλγαρους αλλά εγείρει υποψίες στην πλευρά των Γιουγκοσλάβων.

Καταιγιστικές εξελίξεις: Η αλληλογραφία ΚΚΓ-ΚΚΣΕ, πριν τη ρήξη

Έτσι, μετά την επιστροφή της γιουγκοσλαβικής αντιπροσωπείας από τη Μόσχα, στη συνεδρίαση της 19ης Φλεβάρη 1948, η ΚΕ του ΚΚΓ αποφασίζει ότι δε συμφωνεί με την ομοσπονδία με τη Βουλγαρία. Η γιουγκοσλαβική ηγεσία θεωρεί ότι οι Σοβιετικοί θα προσπαθήσουν να ελέγξουν τη Γιουγκοσλαβία μέσω της συνένωσής της με την πιστή στη Μόσχα Βουλγαρία. Ως ειρωνεία καθώς δεν είναι ενήμεροι για τη συνάντηση της 10ης Φλεβάρη, οι Αλβανοί ζητούν εκ νέου, μετά από προτροπή των Γιουγκοσλάβων, μες στον Φλεβάρη να ενισχυθούν με μία μεραρχία του γιουγκοσλαβικού στρατού και βάζουν ζήτημα ένωσης των δύο χωρών στους σοβιετικούς.

Στις 21 Φεβρουαρίου η γιουγκοσλαβική ηγεσία συναντιέται με τους Ζαχαριάδη-Ιωαννίδη και τους ενημερώνει για τη στάση των σοβιετικών αλλά και τη δική τους διαφωνία. Οι Γιουγκοσλάβοι υπόσχονται απεριόριστη στήριξη στους αντάρτες του ΔΣΕ παρά τις επιφυλάξεις της Μόσχας ενώ ο Ζαχαριάδης δηλώνει πως θα πείσει τους Σοβιετικούς για το δίκιο της στάσης της ηγεσίας του ΚΚΕ.

Στη συνεδρίαση της ΚΕ του ΚΚΓ του Μαρτίου εκφράζονται επικρίσεις για την καθυστέρηση της ενίσχυσης της Γιουγκοσλαβίας απ’ την ΕΣΣΔ σε στρατιωτικό κι οικονομικό επίπεδο και την προσπάθεια της τελευταίας να επιβάλλει στις μικρότερες χώρες τη δική της ατζέντα, μη υπερασπιζόμενη τις ανάγκες και τις διεκδικήσεις τους. Οι απόψεις αυτές διαρρέουν προς τη σοβιετική πλευρά και ο Μολότοφ, σε τηλεγράφημά του προς τον Λαβρέντιεφ, χαρακτηρίζει τα μέλη της ΚΕ του ΚΚΓ που εκφράζουν αυτές τις απόψεις “ψεύτικους φίλους” της ΕΣΣΔ. Βέβαια, στις 13 Μάρτη, ο Μολότοφ σε τηλεγράφημά του προς τον Τίτο εκφράζει τη διάθεση να διευθετηθούν τα ζητήματα για την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια από την ΕΣΣΔ για τα οποία εξέφρασε παράπονα η γιουγκοσλαβική ηγεσία.

Ακολουθεί η άρνηση των Γιουγκοσλάβων να παρέχουν στοιχεία για την οικονομία της χώρας στους σοβιετικούς αντιπροσώπους.

Πορεία Πρωτομαγιάς στη Γιουγκοσλαβία, Μάης ’46

Επόμενο βήμα, ένα γράμμα του Τίτο στον Μολότοφ, στις 18 Μάρτη 1948, με παρατηρήσεις για τη σύναψη εμπορικής συμφωνίας με την ΕΣΣΔ, την ισοτιμία ρουβλιού-δηναρίου και την παράδοση πολεμικού υλικού της ΕΣΣΔ στη Γιουγκοσλαβία. Σχετικά με το εμπορικό πρωτόκολλο μεταξύ των δύο χωρών, ο Τίτο υποστηρίζει ότι η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση συμπέρανε ότι η Μόσχα δεν επιθυμεί την εφαρμογή του από τον Μάη ως το τέλος του ‘48. Αυτό το στηρίζει στο γεγονός ότι στις 26 Φλεβάρη κατά τη διάρκεια επίσκεψης γιουγκοσλαβικής αντιπροσωπείας στη Μόσχα και συνομιλίας των υπουργών εξωτερικού εμπορίου των δύο χωρών, ο σοβιετικός αναπληρωτής υπουργός, Κρουτίκοβ, ενημέρωσε τον Γιουγκοσλάβο ομόλογό του ότι έχει αλλάξει η αρχική άποψη του σοβιετικού Υπουργείου εξωτερικού εμπορίου και ότι δεν μπορεί να υπογράψει το εμπορικό πρωτόκολλο για το β’ μισό του ‘48 ενώ ενημέρωσε ότι οι συνομιλίες για την εμπορική συμφωνία για το έτος ‘49 δεν θα γίνουν πριν τα τέλη του ‘48. Αυτό, όπως υποστηρίζει ο Τίτο, έρχεται σε αντίθεση με παλαιότερο τηλεγράφημα του Στάλιν ο οποίος είχε γράψει πως η σοβιετική κυβέρνηση είναι έτοιμη να υπογράψει το εμπορικό πρωτόκολλο για τα έτη ‘48-’49. Ο Μολότοφ θα απαντήσει ότι η κατηγορία ότι ο Κρουτίκοβ αρνήθηκε να υπογράψει το πρωτόκολλο είναι αναληθής μιλώντας για συκοφαντίες.

Επιπλέον, ο Τίτο ζητά να υπάρξει μέριμνα για την ισοτιμία ρουβλιού-δηναρίου αν και δηλώνει ότι καταλαβαίνει ότι το ρούβλι καθορίζεται σε σχέση με το δολάριο. Παρ’ όλα αυτά αυτό δημιουργεί επιπρόσθετα οικονομικά βάρη στις διμερείς συμφωνίες Γιουγκοσλαβίας-ΕΣΣΔ. Τέλος ζήτημα τίθεται και με την στρατιωτική ενίσχυση της Γιουγκοσλαβίας για την απόκτηση αξιόμαχου στόλου. Οι σοβιετικοί εμφανίζονται να εκτιμούν ότι οι γιουγκοσλαβικές απαιτήσεις είναι πολύ υψηλές ενώ ο Τίτο σημειώνει ότι κατά τις προηγούμενες συνομιλίες, οι σοβιετικοί ειδικοί δεν είχαν παρόμοια άποψη. Ο Τίτο δείχνει κατανόηση ότι η ΕΣΣΔ έχει υποχρεώσεις για την μεταπολεμική οικοδόμηση της χώρας της αλλά τονίζει τον γεωγραφικό και πολιτικό ρόλο της Γιουγκοσλαβίας και ζητά να τηρηθούν τα προβλεφθέντα τόσο σε εμπορικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο.

Όμως, ενώ αρχικά φαίνεται να υπάρχει διάθεση συζήτησης, τα πράγματα αλλάζουν όταν η Μόσχα πληροφορείται την άρνηση των Γιουγκοσλάβων να παράσχουν οικονομικά στοιχεία στους Σοβιετικούς ειδικούς. Έτσι, στις 18 Μάρτη ακολουθεί δεύτερο τηλεγράφημα από τη Μόσχα, πάλι από τον Μολότοφ, αυτή τη φορά σε πολύ πιο σκληρή γλώσσα. Η άρνηση της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης να παράσχει στοιχεία στους σοβιετικούς εμπειρογνώμονες, χαρακτηρίζεται ως “εκδήλωση μη-φιλικής συμπεριφοράς”. Ως απάντηση οι Σοβιετικοί ανακαλούν όλους τους εμπειρογνώμονές τους αλλά και τους στρατιωτικούς συμβούλους κι εκπαιδευτές.

Συμπτωματικά την ίδια μέρα στη Μόσχα το Τμήμα Εξωτερικής Πολιτικής του ΚΚΣΕ παρουσίασε μνημόνιο με τίτλο “Για τις αντιμαρξιστικές θέσεις των ηγετών του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας στα ζητήματα εξωτερικής κι εσωτερικής πολιτικής”. Το μνημόνιο αναφερόταν στην υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων και των επιτευγμάτων από τους Γιουγκοσλάβους ηγέτες κι ότι επιτρέπουν σε στοιχεία τυχοδιωκτισμού (adventurism) να εισέλθουν στους μελλοντικούς τους σχεδιασμούς για την εξωτερική τους πολιτική επιζητώντας έναν ηγετικό ρόλο μεταξύ των βαλκανικών και παραδουνάβιων κρατών. Πιο συγκεκριμένα, η Γιουγκοσλαβία φέρεται να επιτίθεται στο βουλγαρικό κόμμα για το μακεδονικό ζήτημα, να δημιουργεί διεθνείς περιπλοκές με την επιμονή της στο ζήτημα της Τεργέστης αγνοώντας τα γενικά συμφέροντα των δημοκρατικών δυνάμεων, να φέρεται στην Αλβανία “σαν σε μία απ’ τις αποκίες της” και να παροτρύνει τους ηγέτες του αυστριακού ΚΚ σε τυχοδιωκτικά μονοπάτια ζητώντας τους να θέσουν ζήτημα διαίρεσης της Αυστρίας σε δύο τμήματα. Αρκετά από τα ζητήματα που έθετε το εν λόγω μνημόνιο είχαν πρωτοαναφερθεί στο μνημόνιο του ίδιου τμήματος που είχε ετοιμαστεί το καλοκαίρι του ‘47, πριν την 1η Διάσκεψη της Κομινφόρμ αλλά τελικά, όπως είδαμε, τότε είχε επιλεγεί να μην τεθούν επί τάπητος αφού είχε αξιολογηθεί ότι προτεραιότητα είχε το ζήτημα της πολιτικής του ΚΚΙ και ΚΚ Γαλλίας.

Τα σημάδια της επιδείνωσης στις διμερείς σχέσεις είναι ποικίλα. Την ίδια περίοδο, σε γιορτή στα Τίρανα για την επέτειο των 30 ετών του Κόκκινου Στρατού, ο εκπρόσωπος της ΕΣΣΔ, Α. Γκαγκαρίνοφ κάνει πρόποση στην οποία λέει: “Για τον σύντροφο Τίτο, αν αυτός δουλεύει για την ενίσχυση της δύναμης και της ενότητας του δημοκρατικού μπλοκ”. Η δημόσια αυτή πρόποση προκαλεί την αντίδραση του Γιουγκοσλάβου πρέσβη ο οποίος θα πει ότι ο Σοβιετικός εκπρόσωπος μπορεί να πιει στην υγεία του Τίτο αλλά χωρίς επιφυλάξεις.

Ο Τίτο σε γράμμα του στις 20 Μάρτη απορρίπτει τις κατηγορίες της Μόσχας για αντισυντροφική και μη-φιλική συμπεριφορά προς τους σοβιετικούς ειδικούς και σε φιλικό τόνο προτείνει απ’ ευθείας συζητήσεις ώστε να λυθούν τυχόν παρεξηγήσεις. Λέει ότι κανείς έως εκείνη τη στιγμή δεν τους είχε διαμαρτυρηθεί για κάτι.

Τίτο-Στάλιν-Μολότοφ

Στις 22 Μαρτίου 1948 φτάνει νέα αναφορά στον Μολότοφ αυτή τη φορά για αντισυντροφική συμπεριφορά του Τζίλας (μέλος του ΠΓ του ΚΚΓ) προς τον σοβιετικό αντιπρόσωπο κατά τον εορτασμό των 100 ετών απ’ την ουγγρική επανάσταση του 1848.
Ο Τζίλας, επικεφαλής της γιουγκοσλαβικής αντιπροσωπείας, φέρεται να προσπάθησε να κάνει ότι δεν παρατηρεί τη σοβιετική αντιπροσωπεία. Έτσι ενώ οι υπόλοιπες αντιπροσωπείες προσέγγισαν πρώτη-πρώτη τη σοβιετική, αυτός δεν πήγε προς το μέρος της και στη διάρκεια της βραδιάς δε χαιρέτισε κανένα μέλος της σοβιετικής αντιπροσωπείας. Επιπλέον, στην ομιλία του στο ουγγρικό κοινοβούλιο στις 15 Μάρτη δεν αναφέρθηκε καθόλου στη σοβιετική συμβολή στην απελευθέρωση της Γιουγκοσλαβίας, ούτε στη βοήθεια που έδωσε μεταπολεμικά, σε αντίθεση με τους ομιλητές από τις άλλες χώρες. Ταυτόχρονα φέρεται να υπερτόνισε τον ρόλο του γιουγκοσλαβικού αγώνα λέγοντας ότι “δείχνει το νέο δρόμο και τη νέα μορφή του αγώνα για την ελευθερία και την ανεξαρτησία των λαών”. Επίσης, τόνισε ότι η “νέα Γιουγκοσλαβία έκανε και κάνει τα πάντα, που δύναται να κάνει, για να βοηθήσει στην ανάπτυξη της δημοκρατίας στην Ουγγαρία, για να βοηθήσει τον ουγγρικό λαό να ανυψωθεί από τα ερείπια και τον εξευτελισμό ώστε να γίνει πραγματικά ελεύθερος και ανεξάρτητος”. Σύμφωνα με τον σοβιετικό διπλωμάτη δεν ήταν τυχαίο ότι όταν ο Τζίλας μιλούσε για συνεργασία και φιλία των λαών έδινε έμφαση στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη

Ακολουθεί συνάντηση του Μολότοφ με τον Γιουγκοσλάβο πρέσβη στη Μόσχα, Πόποβιτς, στις 24 Μαρτίου 1948. Ο Πόποβιτς ζητά να ακυρωθεί η απόφαση ανάκλησης των σοβιετικών ειδικών λέγοντας πως οι σοβιετικοί ειδικοί κι εμπειρογνώμονες τους είναι απαραίτητοι κι ότι δεν μπορούν να φέρουν εις πέρας τις συγκεκριμένες δουλειές χωρίς αυτούς. Δηλώνει πως οι υπεύθυνοι για την κατάσταση θα τιμωρηθούν αυστηρά ενώ φέρνει και δύο γράμματα από τον Τίτο. Ο Μολότοφ λέει ότι η πλήρης ευθύνη για την κατάσταση με τους σοβιετικούς ειδικούς ανήκει στη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση. Τότε ο Πόποβιτς ζητά εκ νέου να ακυρωθεί η απόφαση δηλώνοντας πως δεν υπάρχουν αμφιβολίες εκ μέρους της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης για τις σχέσεις με την ΕΣΣΔ. Ο Μολότοφ απαντά ότι η σοβιετική κυβέρνηση δείχνει τη φιλία της όχι με τα λόγια αλλά με τις πράξεις κι ότι για τη σοβιετική κυβέρνηση αυτά τα δυο δε διαχωρίζονται. Ο Πόποβιτς ρωτά αν για όλα ευθύνεται η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση κι ο Μολότοφ απαντά ότι “στη δεδομένη περίπτωση ναι”. Ο Πόποβιτς λέει ότι μια τέτοια θέση είναι δύσκολο να τη δεχτούν οι Γιουγκοσλάβοι. Ο Μολότοφ απαντά ότι η σοβιετική κυβέρνηση βασίζεται σε γεγονότα και όχι σε υποθέσεις.

Περαιτέρω, στην απάντηση της Μόσχας στις 27 Μάρτη (γράμμα Τίτο 20/3) λέγεται ότι τους είναι γνωστό ότι υπάρχουν κύκλοι μες στο ΚΚΓ που κατηγορούν διαρκώς την ΕΣΣΔ και δημιουργούν αντι-σοβιετικό κλίμα. Συγκεκριμένα κατηγορούνται ονομαστικά οι Τζίλας, Βουκμάνοβιτς, Κίντριτς, Ράνκοβιτς. Οι κατηγορίες που ακούγονται απ’ αυτούς εναντίον της ΕΣΣΔ, σύμφωνα με τον Μολότοφ, είναι για “μεγαλοκρατικό σοβινισμό”, ότι η ΕΣΣΔ είναι βάρος στην οικονομία της Γιουγκοσλαβίας, ότι ο σοσιαλισμός στην ΕΣΣΔ σταμάτησε να είναι επαναστατικός κ.ο.κ. Οι παραπάνω και άλλοι, σύμφωνα με τον σοβιετικό Υπ.Εξωτερικών, θεωρούν ότι μόνο το γιουγκοσλαβικό κόμμα είναι φορέας της επαναστατικότητας πλέον.
Επιπλέον, ο Μολότοφ κατηγορεί το ΚΚΓ ότι λειτουργεί σε ημι-παράνομο καθεστώς, ότι δε συνεδριάζουν τα όργανά του και δεν κρατιούνται πρακτικά. Τέλος, ότι δεν υπάρχει εσωτερική δημοκρατική λειτουργία στη βάση του κόμματος. Σύμφωνα με τον Μολότοφ αντί το Κόμμα να ασκεί εξουσία στο κράτος, το Κόμμα εξουσιάζεται απ’ το Υπουργείο Ασφάλειας. Μάλιστα φτάνει να υποστηρίξει ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν να θεωρούν ένα τέτοιο κόμμα κομμουνιστικό και μπολσεβίκικο. Κατηγορεί το ΚΚΓ ότι δεν έχει δικό του πρόγραμμα κι ότι έχει διαχυθεί/υποταχθεί στο Λαϊκό Μέτωπο πράγμα που αποτελεί ένδειξη οπορτουνισμού κι επιρροής από τις θεωρίες των Μπουχάριν, Μπερνστάιν κ.α. Επίσης, ότι επιτρέπει την ανάπτυξη καπιταλιστικών στοιχείων ιδιαίτερα στο χωριό και δεν προχωρά σε κολλεκτιβοποίηση. Τέλος καταγγέλει τον βοηθό υπουργό εξωτερικών, Βέλεμπιτ ως σπιούνο των Άγγλων και λέει ότι η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση το ξέρει και δεν τον απομακρύνει. Απαιτεί την απομάκρυνσή του αλλιώς απειλή με διακοπή της αλληλογραφίας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σοβιετικές πρωτοβουλίες ήδη απ’ τις αρχές Απρίλη του ‘48 για τη διάλυση του Συμβουλίου Βαλκανικής Νεολαίας και την οργάνωση των συνδικάτων των βαλκανικών κρατών. Θεωρούνται αμφότερα όργανα των Γιουγκοσλάβων για την κυριαρχία τους στα Βαλκάνια και πιέζονται τα βαλκανικά ΚΚ να αποχωρήσουν. Ιδιαίτερη πίεση ασκείται στη βουλγαρική ηγεσία.

Στο γράμμα της 13ης Απρίλη 1948 η ΚΕ του ΚΚΓ απευθυνόμενη προς τους Μολότοφ και Στάλιν επιρρίπτει τις ευθύνες στη λανθασμένη πληροφόρηση του ΚΚΣΕ από αντικομματικά στοιχεία και διαφωνούντες στη Γιουγκοσλαβία. Κατονομάζουν του Ζούϊοβιτς και Χέμπρανγκ. Λένε ότι κινούνται από εγωιστικά ελατήρια. Επιπλέον, υπενθυμίζουν στη σοβιετική πλευρά ότι και στη Γιουγκοσλαβία οικοδομείται σοσιαλισμός, όπως και τους εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς που έπεσαν γι’ αυτόν το σκοπό. Απορούν, ωστόσο, γιατί όλα αυτά τα ζητήματα που θέτει το τελευταίο γράμμα των Σοβιετικών δεν τέθηκαν κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της γιουγκοσλαβικής αντιπροσωπείας στη Μόσχα τον Φλεβάρη. Απαντώντας στην ονομαστική καταγγελία εναντίον στελεχών του ΚΚΓ, υπενθυμίζεται ότι τα στελέχη του ΚΚΓ που κατηγορούνται είναι αυτοί που ξεσηκώθηκαν το 1941 για να υπερασπιστούν τη Σοβιετική Ένωση. Αρνούνται ότι τα στελέχη τους έχουν εκφράσει τις αντι-σοβιετικές απόψεις που τους καταλογίζονται. Στο γιουγκοσλαβικό γράμμα εκφράζεται η απορία που για το ζήτημα έλλειψης δημοκρατίας στην εσωτερική ζωή του κόμματος πηγή φέρεται να είναι ο Σοβιετικός πρέσβης λέγοντας ότι αυτή δεν είναι δουλειά ενός πρέσβη αλλά πρέπει να είναι αντικείμενο ενημέρωσης μεταξύ των ΚΕ. Για την ανοχή στα καπιταλιστικά στοιχεία οι Γιουγκοσλάβοι υποστηρίζουν ότι όλοι γνωρίζουν ότι μετά την Οκτωβριανή επανάσταση η μόνη περίπτωση που ‘χει προχωρήσει τόσο πολύ η σοσιαλιστική υπόθεση είναι στη σημερινή Γιουγκοσλαβία. Το ΚΚΓ έχει πλήρη έλεγχο πάνω στο Λαϊκό Μέτωπο κι έχει επιβάλλει το πρόγραμμά του ενώ πολλά κόμματα αλλάζουν τα ονόματά τους σε “Εργατικό” με τη σύμφωνη γνώμη του ΚΚΣΕ. Οι Γιουγκοσλάβοι υποστηρίζουν ότι χτίζουν τον σοσιαλισμό λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες της χώρας τους και της διεθνούς κατάστασης μετά τον πόλεμο αλλά δεν συγκρίνονται με τον σοβιετικό τρόπο, δεν μπαίνουν σ’ αυτή τη λογική. Τέλος, για τον Βέλεμπιτ θα ισχυριστούν ότι δε διαθέτουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι είναι σπιούνος.

Ταυτόχρονα, πέρα από τις απαντήσεις εκφράζονται και κάποια παράπονα. Θεωρούν αδιανόητο οι σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες να στήνουν δίκτυο στη Γιουγκοσλαβία -χώρα που χτίζει σοσιαλισμό- στρατολογώντας αξιωματικούς, κομματικά μέλη ακόμα και διαφωνούντες με τη νέα Γιουγκοσλαβία. Το θεωρούν παραβίαση της κυριαρχίας της χώρας. Αν η ΕΣΣΔ θέλει πληροφορίες, σύμφωνα με την ΚΕ του ΚΚΓ, θα πρέπει να συνεργαστεί με τις γιουγκοσλαβικές υπηρεσίες. Δεύτερον, πρέπει να υπάρχει καλή πίστη μεταξύ των δύο κομμάτων αλλιώς δεν μπορούν να υπάρχουν στέρεες σχέσεις. Πίστη ότι η γιουγκοσλαβική ηγεσία οικοδομεί τον σοσιαλισμό κι επίσης, ότι είναι έτοιμη να υπερασπιστεί την ΕΣΣΔ και να μοιραστεί την τύχη της σε οποιαδήποτε κατάσταση. Άλλο παράπονο των Γιουγκοσλάβων είναι ότι αναμένουν υλική βοήθεια απ’ την ΕΣΣΔ για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού για να βγει το πενταετές πλάνο τους. Όπως τονίζεται, η ΕΣΣΔ πρέπει να θέλει η Γιουγκοσλαβία να είναι ισχυρή καθώς βρίσκεται δίπλα-δίπλα με τις καπιταλιστικές χώρες (εδώ υπάρχει ενδεχομένως ένα υπονοούμενο ότι η σοβιετική ηγεσία επιθυμεί να διατηρεί τη Γιουγκοσλαβία σχετικά αδύναμη για να την ελέγχει ευκολότερα)

Η ΚΕ του ΚΚΓ υπογραμμίζει ότι θέλει να λυθεί η κατάσταση με αδελφικό και συντροφικό τρόπο, να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην ΚΕ του ΚΚΓ, να φύγουν οποιεσδήποτε υποψίες και σκιές. Θεωρούν ότι έχει υπάρξει παρεξήγηση κι έτσι προτείνουν η ΚΕ του ΚΚΣΕ να στείλει ένα ή περισσότερα μέλη της για να εξετάσουν την κατάσταση.

Όμως την ίδια περίοδο, στα μέσα Απρίλη, η γιουγκοσλαβική ηγεσία αποφασίζει την αποπομπή των Ζούγιοβιτς και Χέμπρανγκ από την ΚΕ του ΚΚΓ (ήταν τα μόνα μέλη της ΚΕ που υπερασπίστηκαν τη θέση του ΚΚΣΕ στην αντιπαράθεση) και διατάσσει τη σύλληψή τους.

Στις 3 Μάη 1948, σε σημειώσεις από τις συνομιλίες του Λαβρέντιεφ με τον Ούγγρο πρέσβη στη Γιουγκοσλαβία Ζ. Σάντο σχετικά με το γράμμα της ΚΕ του ΚΚΣΕ για την ηγεσία του ΚΚΓ, ο τελευταίος θα υποστηρίξει ότι υπάρχει μια τάση στους Γιουγκοσλάβους να αναπτύξουν τις οικονομικές τους σχέσεις με τις χώρες της Δύσης εις βάρος της ενίσχυσης των οικονομικών δεσμών με τις Λαϊκές Δημοκρατίες. Καταμαρτυρεί, επιπλέον, ότι μετά την υπογραφή της γιουγκοσλαβο-ουγγρικής εμπορικής συμφωνίας οι Γιουγκοσλάβοι φέρονται σαν “καθαροί έμποροι”, χωρίς να ψάχνουν την πραγματική συνεργασία. Ο Σάντο λέει ότι ο πρόσφατος λόγος του Τζίλας στην ουγγρική Βουλή μιλούσε για οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη χώρα αλλά χωρίς πουθενά να αναφέρει ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τη συνεργασία με τις άλλες λαϊκές δημοκρατίες και την ΕΣΣΔ. Δημιουργείται, λοιπόν, η εντύπωση ότι η Γιουγκοσλαβία θέλει να οικοδομήσει έναν “ιδιαίτερο/ξεχωριστό, εθνικό σοσιαλισμό”. Οι πληροφορίες αυτές προφανώς συλλέγονται στη Μόσχα.

Μια νέα απάντηση θα φτάσει στο Βελιγράδι από την ΚΕ του ΚΚΣΕ στις 4 Μάη 1948. Ο τόνος του τελευταίου γιουγκοσλαβικού γράμματος χαρακτηρίζεται ενδεικτικός της φιλοδοξίας της γιουγκοσλαβικής ηγεσίας. Για τη σοβιετική πλευρά, η ηγεσία του ΚΚΓ δεν θέλει να δει τα λάθη της, ούτε να βρεθεί άκρη ενώ δεν δέχεται τη μαρξιστική κριτική. Οι Γιουγκοσλάβοι κατηγορούνται ότι αρνούνται τα γεγονότα και τα ντοκουμέντα με μια “παιδιάστικη μέθοδο” που μπορεί “μόνο να προκαλέσει γέλιο”.
Στο σημείο 4. αναλύεται το ζήτημα του σοβιετικού πρέσβη. Απ’ τη θέση που παίρνει η γιουγκοσλαβική ηγεσία φαίνεται ότι αντιμετωπίζει τον σοβιετικό πρέσβη όπως έναν οποιονδήποτε πρέσβη ενός αστικού κράτους. Όπως αναφέρεται στο σοβιετικό γράμμα, η ΕΣΣΔ που απελευθέρωσε τη Γιουγκοσλαβία κι έχει οικοδομήσει τον σοσιαλισμό έχει δικαίωμα μέσω του πρέσβη της να ενδιαφέρεται για κομματικά ζητήματα των άλλων κομμάτων, να συζητάει με μέλη αυτών των κομμάτων και να διαμορφώνει άποψη. Φαίνεται, όμως, ότι οι Γιουγκοσλάβοι αντιμετωπίζουν την ΕΣΣΔ σαν ιμπεριαλιστικό κράτος. Τότε παρατίθεται απόσπασμα από τον λόγο του Τίτο τον Μάη του 1945 στη Λιουμπλιάνα (βλ. αρχή άρθρου). Αυτά τα λόγια του Τίτο θεωρούνται ότι στρέφονται και εναντίον της ΕΣΣΔ, η οποία εξισώνεται έκτοτε με τους ΑγγλοΑμερικάνους.
Κατόπιν αναφέρονται σε κάποιο σχόλιο του Τζίλας τον Μάρτη, με αφορμή κάποιο περιστατικό όπου εμπλέκονταν σοβιετικοί αξιωματικοί, ότι από ηθική άποψη οι σοβιετικοί αξιωματικοί είναι κατώτεροι απ’ τους Άγγλους . Χαρακτηρίζεται αντι-σοβιετική δήλωση γιατί δεν μπορεί λόγω 2-3 αξιωματικών να γενικεύει.
Επιπλέον η ηγεσία του ΚΚΣΕ κατηγορεί το ΚΚΓ ότι αντιμετωπίζει την αγροτιά σαν ένα ενιαίο σύνολο και αρνείται να κάνει δουλειά ενάντια στα καπιταλιστικά στοιχεία στο χωριό. Δεν υπάρχει εθνικοποίηση γαιών.
Επιπλέον επανέρχονται οι κατηγορίες για ανυπαρξία δημοκρατίας στο Κόμμα καθώς ο Ζούϊοβιτς που εξέφρασε τη συμφωνία του με το γράμμα του ΚΚΣΕ διαγράφηκε αμέσως απ’ την ΚΕ. Στη συνέχεια του γράμματος σημειώνεται ότι κανείς δεν αρνείται τα επιτεύγματα του ΚΚΓ όμως τα επιτεύγματα των άλλων ΚΚ δεν είναι μικρότερα. Όμως οι ηγεσίες των άλλων ΚΚ φέρονται με μετριοπάθεια και δεν κομπάζουν για τα επιτεύγματά τους σε αντίθεση με τους Γιουγκοσλάβους ηγέτες που “έχουν σπάσει τα τύμπανα όλων μας με την τους υπερβολικούς αυτο-επαίνους τους”. Μάλιστα η ΚΕ του ΚΚΣΕ επιλέγει να υπογραμμίσει ότι τα ΚΚ Ιταλίας και Γαλλίας δεν έχουν προσφέρει λιγότερα αλλά περισσότερα στην υπόθεση της επανάστασης και το ότι δεν έχουν πετύχει περισσότερα δεν οφείλεται σε κάποια ιδιαίτερη ποιότητα των Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών. Οι Γιουγκοσλάβοι, σύμφωνα με την ΚΕ του ΚΚΣΕ, πέτυχαν όσα πέτυχαν διότι τη στιγμή που ο Απελευθερωτικός Στρατός περνούσε μεγάλη κρίση, έχοντας διαλυθεί απ’ τις γερμανικές δυνάμεις προσέτρεξε ο Κόκκινος Στρατός και τον βοήθησε κι έτσι έθεσε τις βάσεις για να ανέβει στην εξουσία το κομμουνιστικό κόμμα για να συμπληρωθεί ότι “Δυστυχώς ο σοβιετικός στρατός δεν έδειξε και δεν μπορούσε να δείξει τέτοια βοήθεια προς το γαλλικό και το ιταλικό κόμμα”.

Τέλος, οι οι Σοβιετικοί αντιπροτείνουν να εξεταστεί το θέμα των σοβιετο-γιουγκοσλαβικών ζητημάτων απ’ την Κομινφόρμ, σε σύσκεψη στην Ουκρανία, και όχι από μια επίσκεψη σοβιετικής αντιπροσωπείας στο Βελιγράδι.

Στις 17 Μάη θα φτάσει η απάντηση της ΚΕ του ΚΚΓ προς τους Στάλιν και Μολότοφ στην οποία αναφέρεται ότι το τελευταίο γράμμα της ΚΕ του ΚΚΣΕ, τους έκανε άσχημη εντύπωση. Οι Γιουγκοσλάβοι δηλώνουν ότι νιώθουν μεγάλη ανισότητα και δεν μπορούν να πάνε στην Κομινφόρμ ενάντια σε εννέα κόμματα που έβγαλαν απόφαση εναντίον τους έχοντας λάβει μόνο το πρώτο γράμμα από πλευράς ΕΣΣΔ. Το θέμα, όπως λένε: “θα λυθεί μέσω των πράξεών μας. Θα αποδειχθεί ότι μένουμε πιστοί στον σοσιαλισμό, στη Σοβιετική Ένωση, στις διδαχές των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Στάλιν. Το μέλλον θα δείξει όπως έχει δείξει και το παρελθόν ότι θα κάνουμε αυτό που σας υποσχόμαστε.”

Στην απάντησή τους, στις 22 Μάη 1948, οι σοβιετικοί θα χαρακτηρίσουν τη γιουγκοσλαβική θέση, ότι νιώθουν μη-ισότιμοι κι ότι δεν μπορούν να παραστούν στη συνεδρίαση της Κομινφόρμ ανάμεσα στα άλλα εννιά κόμματα, απαράδεκτη καθώς κάθε κόμμα είναι ισότιμο κι έχει το δικαίωμα να ασκήσει κριτική στο άλλο όπως έγινε και με τα ΚΚ Γαλλίας, Ιταλίας σε προηγούμενες συνεδριάσεις. Τότε ήταν οι Γιουγκοσλάβοι αυτοί που επέκριναν τα συγκεκριμένα ΚΚ αλλά τώρα οι ίδιοι επιζητούν ιδιαίτερη μεταχείριση δηλαδή να μην τους ασκηθεί κριτική. Έτσι, κατά τους σοβιετικούς, οι Γιουγκοσλάβοι δεν αποδέχονται τις αρχές πάνω στις οποίες δομήθηκε η Κομινφόρμ. Στο τέλος του γράμματος η ΚΕ του ΚΚΓ προειδοποιείται ότι αν δεν παρουσιαστούν στην Κομινφόρμ σημαίνει ότι δεν αντέχουν την κριτική κι εμμέσως αναγνωρίζουν τη λάθος στάση τους, ότι αποσύρονται από το ενιαίο μέτωπο και περνάνε σε εθνικιστικές θέσεις.

Τελευταία πράξη στην αλυσίδα αυτής της αλληλογραφίας αποτελεί το γιουγκοσλαβικό γράμμα της 20ης Ιούνη, όπου η ΚΕ του ΚΚΓ αιτιολογεί γιατί δεν μπορεί να πάρει μέρος στη συνεδρίαση της Κομινφόρμ με βασικό επιχείρημα το κακό κλίμα, τη δυσπιστία, τον μη-συντροφικό τόνο της κριτικής, το ότι δε λαμβάνεται υπόψη κανένα επιχείρημά τους κ.ο.κ. Αντ’ αυτού προτείνουν το θέμα να λυθεί με διμερείς συναντήσεις με το ΚΚΣΕ.

 

Η έκδοση της Απόφασης

Πρέπει να σημειωθεί ότι στις επιστολές που στέλνει η σοβιετική ηγεσία στους Γιουγκοσλάβους στο διάστημα Μαρτίου-Μαϊου 1948 δεν υπάρχει αναφορά σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής αλλά μόνο στο ζήτημα των κουλάκων, της θέσης και λειτουργίας του Κόμματος και του Μετώπου. Μόνο στο τελευταίο γράμμα των Στάλιν-Μολότοφ στις 2 Μάη γίνεται αναφορά στο ζήτημα της Τεργέστης όπου λέγεται ότι έχοντας εξαντλήσει όλες τις άλλες μεθόδους το μόνο που τους απέμενε να κάνουν ήταν να καταλάβουν την πόλη στρατιωτικά, πράγμα το οποίο η ΕΣΣΔ δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει.

Επιπλέον, στη διαδικασία προετοιμασίας της Διάσκεψης διατυπώνονται περισσότερες κατηγορίες προς τους Γιουγκοσλάβους κατά την εσωκομματική προετοιμασία του ΚΚΣΕ. Γίνεται αναφορά στις ομιλίες Καρντέλ και Τζίλας στην 1η Διάσκεψη της Κομινφόρμ για να τονιστεί η λανθασμένη αντίληψη περί της θέσης του Μετώπου ενώ οι Γιουγκοσλάβοι κατηγορούνται για Μπραουντερισμό (από τον αμερικάνο κομμουνιστή Browder). Ουσιαστικά κατηγορούνται ότι αντιμετωπίζουν το Μέτωπο ως Κόμμα. Τέλος, ως προς την εξωτερική πολιτική ο Τίτο κατηγορείται ότι ήδη απ’ την Άνοιξη του ‘45 αγνοούσε τις σοβιετικές θέσεις θέλοντας να κατακτήσει μία θέση “τρίτης δύναμης” μεταξύ της ΕΣΣΔ και της Δύσης.

Γενικά στην Απόφαση της 2ης Συνδιάσκεψης οι διαφωνίες για τη διεθνή πολιτική με τη Γιουγκοσλαβία υποβαθμίζονται είτε δεν αναφέρονται καν. Προφανώς η σοβιετική πλευρά δεν θέλει να τις δημοσιοποιήσει κι έτσι στέκεται σε ιδεολογικά ζητήματα κυρίως. Επίσης, δε γίνεται αναφορά στον χωρισμό του κόσμου σε δυο μπλοκ, το ένα με ηγέτιδα δύναμη την ΕΣΣΔ (Απόφαση 1ης Διάσκεψης). Αντιθέτως, χρησιμοποιούνται οι όροι “κοινό σοσιαλιστικό μέτωπο” (αλληλογραφία Στάλιν-Μολότοφ), “κοινό σοσιαλιστικό μέτωπο εναντίον του ιμπεριαλισμού” και “κοινό κομμουνιστικό μέτωπο”. Επίσης δεν υπάρχει καμία αναφορά στην 1η Διάσκεψη της Κομινφόρμ. Φαίνεται, λοιπόν, ότι το ΚΚΣΕ προβαίνει σε μια “διόρθωση” της τακτικής του, αυτή τη φορά αντιμετωπίζοντας τα “αριστερά” λάθη.

Στη διάρκεια της Διάσκεψης, κανένα ΚΚ δεν υπερασπίζεται τους Γιουγκοσλάβους. Πέρα από τους Ιταλούς και τους Γάλλους που έχουν κάθε λόγο να πάρουν μία “ρεβάνς”, στάση καταδίκης κρατούν και οι Βαλκάνιοι γείτονες των Γιουγκοσλάβων. Σύμφωνα με ενημέρωση που στέλνεται στον Στάλιν για τη συνάντηση με τους Βούλγαρους ηγέτες Τσερβένκοφ και Κόστοφ στο περιθώριο της 2ης Διάσκεψης στο Βουκουρέστι, ο Τσερβένκοφ φέρεται να κατηγόρησε τον Τίτο ότι υποστήριζε την ανάγκη να φέρουν την ΕΣΣΔ “προ τετελεσμένων” ακόμα από τις πρώτες συναντήσεις που αφορούσαν στη σύσταση της βαλκανικής ομοσπονδίας το 1944. Κι οι δυο Βούλγαροι ηγέτες κατηγορούν τη Γιουγκοσλαβία ότι κρατάει κακή στάση απέναντι στη Βουλγαρία στο Μακεδονικό ενώ αρνήθηκαν ότι συμφώνησαν ποτέ με τον Τίτο να κάνουν κοινή καμπάνια υπέρ της σύστασης μιας βαλκανικής ομοσπονδίας ή συνομοσπονδίας. Επιπλέον, φέρονται να συμφωνούν με τα περί γιουγκοσλαβικής παρέκκλισης από τον μαρξισμό-λενινισμό και τις κατηγορίες περί εθνικισμού που απευθύνονται στους Γιουγκοσλάβους. Τέλος, δέχονται τις σοβιετικές αιτιάσεις ότι Αγγλο-Αμερικάνοι πράκτορες μπορεί να έχουν διεισδύσει στην ηγεσία του ΚΚΓ και εκφράζουν την άποψη ότι πολύ δύσκολα η γιουγκοσλαβική ηγεσία θα αποδεχτεί και διορθώσει τα λάθη της.

Έτσι, με ομοφωνία, στις 28 Ιούνη 1948, θα εκδοθεί η Απόφαση της 2ης διάσκεψης της Κομινφόρμ με την οποία το γιουγκοσλαβικό κόμμα κατηγορείται για εθνικισμό, ρεβιζιονισμό, απομάκρυνση απ’ τον μαρξισμό-λενινισμό, αντισοβιετισμό κ.ο.κ. (ολόκληρη η απόφαση μπορεί να βρεθεί μεταφρασμένη εδώ – δε μας αφορά το εισαγωγικό σχόλιο). Ωστόσο, στην Απόφαση, πιθανότατα και για πρακτικούς λόγους, ο τόνος θα δοθεί στις ιδελογικές διαφορές και όχι στη βαλκανική πολιτική του ΚΚΓ.

Τα αποτελέσματα

Η Απόφαση, αν και θετική έκπληξη, θα πέσει σαν κεραυνός εν αιθρία για τις πολιτικές ηγεσίες αλλά και την κοινή γνώμη του δυτικού κόσμου. Αμφότεροι θα αργήσουν να πειστούν ότι η ρήξη είναι όντως βαθιά και αγεφύρωτη.
Αντίστοιχο σοκ, αλλά αρνητικό, θα δοκιμάσουν οι λαοί της βαλκανικής. Τόσο στη Βουλγαρία και την Αλβανία λόγω της διμερούς προσέγγισης, όσο και στις τάξεις του ΔΣΕ και του ΚΚΕ λόγω της στενής συνεργασίας με τη Γιουγκοσλαβία επικρατεί απορία και σύγχιση στην κομματική βάση αλλά και σε μερίδες των ηγεσιών.

Κομματική διάλεξη στη σοβιετική Λεττονία με τίτλο: “Η φασιστική κλίκα του Τίτο – πράκτορες του αγγλο-αμερικανικού ιμπεριαλισμού”

Μέσα στην ίδια τη Γιουγκοσλαβία το σοκ είναι ακόμη μεγαλύτερο καθώς η κομματική βάση έχει μάθει να θεωρεί τη Σοβιετική Ένωση ως τον καλύτερο φίλο της Γιουγκοσλαβίας. Για παράδειγμα στις κομματικές οργανώσεις Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και Μαυροβουνίου εκδηλώνονται σοβαρές διαφωνίες για τη στάση του ΚΚΓ καθώς υποστηρίζεται ότι έπρεπε να παραστεί στη Διάσκεψη της Κομινφόρμ και να αναγνωρίσει μερικά απ’ τα λάθη που του καταλογίζονται.

Η ηγεσία του ΚΚΓ από τη μία παίρνει μέτρα θωράκισης του κόμματος καθώς θεωρεί πιθανή προσπάθεια ανατροπής της από στοιχεία πιστά στη Σοβιετική Ένωση. Χαρακτηριστικό είναι το τέλος των δύο μελών της ΚΕ που πήραν φιλο-σοβιετική θέση στην αντιπαράθεση. Ο μεν Χέμπρανγκ πέθανε στη φυλακή υπό μυστηριώδεις συνθήκες το 1949 αφού είχε πρώτα κατηγορηθεί από το ΚΚΓ ως κατάσκοπος των Ουστάσι στον Β’ΠΠ, ο δε Σρέταν Ζούιοβιτς παρέμεινε σε απομόνωση δύο χρόνια ενώ στη δεκαετία του ’50 αφού παραδέχθηκε τα λάθη του δημοσίως αποφυλακίστηκε. Συνολικά πάνω από 16.000 άτομα συνελήφθησαν ή καταδικάστηκαν ως Κομινφορμιστές μετά το ’48 στη Γιουγκοσλαβία με πολλούς απ’ αυτούς να στέλνονται εξόριστοι σε νησιά της Αδριατικής.

Από την άλλη η ηγεσία του ΚΚΓ, τουλάχιστον τους πρώτους μήνες μετά την αποπομπή της από την Κομινφόρμ, προσπαθεί να υποβαθμίσει τη σύγκρουση σε παρεξήγηση και παράλληλα να πάρει όλα τα μέτρα που θα αποδεικνύουν ότι οι κατηγορίες εναντίον της δεν είναι σωστές. Για παράδειγμα στo 5o Συνέδριο του ΚΚΓ που λαμβάνει χώρα στις 21 Ιούλη 1948 (από μόνο του μια προσπάθεια απάντησης στην κατηγορία ότι το Κόμμα δε λειτουργεί) λαμβάνεται απόφαση για την επιτάχυνση της κολλεκτιβοποίησης στην ύπαιθρο, ζήτημα που αποτέλεσε βασικό πυλώνα της κριτικής της Κομινφόρμ προς το ΚΚΓ. Το Συνέδριο κοσμούν ακόμα πορτραίτα του Στάλιν πλάι σ’ αυτά του Τίτο ενώ γίνεται λόγος για τη συμμαχία, τη φιλία και τη συνεργασία με την ΕΣΣΔ. Άλλωστε ο Τίτο ήδη από τη συνεδρίαση της ΚΕ του ΚΚΓ στις 12 Απρίλη 1948 υποστηρίζει ότι το θέμα είναι “ζήτημα σχέσεων μεταξύ δύο κρατών” κι ότι τα υπόλοιπα που τίθενται αποτελούν απλά ένα προκάλυμμα.

Ωστόσο, η σοβιετική πλευρά δε μένει ικανοποιημένη. Σε γράμμα του Λαβρέντιεφ προς τον Μολότοφ, στις 7 Ιούλη, γίνεται κριτική στο σχέδιο προγράμματος του 5ου Συνεδρίου του ΚΚΓ. Ο Λαβρέντιεφ επισημαίνει ότι το πρόγραμμα μιλάει πολύ λίγο για την επιρροή της ΕΣΣΔ στις επαναστατικές διαδικασίες μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και ειδικά στο επαναστατικό κίνημα στη Γιουγκοσλαβία ενώ αφιερώνει πολύ περισσότερο χώρο για το εργατικό κίνημα στα Βαλκάνια. Η καχυποψία των σοβιετικών είναι πλέον ιδιαίτερα μεγάλη. Για παράδειγμα ο Λαβρέντιεφ κάνει λόγο για αποσπασματική χρήση του λενινισμού σημειώνοντας για παράδειγμα ότι ενώ υπάρχει χωρίο απ’ τον ορισμό του Στάλιν ότι “Λενινισμός είναι ο μαρξισμός της εποχής του ιμπεριαλισμού και της σοσιαλιστικής επανάστασης” λείπει η συνέχεια ότι “λενινισμός είναι η θεωρία και τακτική της προλεταριακής επανάστασης συνολικά, η θεωρία κι η τακτική της δικτατορίας του προλεταριάτου ειδικά”. Αυτό, κατά τον Λαβρέντιεφ, πρέπει να έχει απαλειφθεί σκοπίμως και συνδέεται με τη θέση που έχουν οι Γιουγκοσλάβοι για τις σχέσεις αναμεταξύ των ταξικών δυνάμεων στη χώρα καθώς στο πρόγραμμα δεν γίνεται λόγος για τους εσωτερικούς ταξικούς αντιπάλους εντός της χώρας αλλά μόνο για υπολείμματα του καπιταλισμού. Αυτό, κατά Λαβρέντιεφ, συνηγορεί στο ότι η ηγεσία του ΚΚΓ αποφεύγει το ζήτημα της έντασης της ταξικής πάλης στη χώρα και ειδικά στην ύπαιθρο. Επίσης, πουθενά δεν αναφέρεται στο πρόγραμμα σε εθνικοποίηση της γης ενώ το πέρασμα από την ατομική καλλιέργεια με απαρχαιωμένα μέσα στην υψηλού επιπέδου τεχνική και τους συνεταιρισμούς επαφίεται στην εθελοντική πρωτοβουλία των αγροτών.

Άλλο σημείο κριτικής είναι ότι στο πρόγραμμα του ΚΚΓ πουθενά δε γίνεται λόγος για τη συμβολή του Κόκκινου Στρατού στην απελευθέρωση των λαών της Γιουγκοσλαβίας, ούτε στον ρόλο της ΕΣΣΔ για την εγκαθίδρυση της ανεξάρτητης δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Αντιθέτως, το ΚΚΓ βάζει μπροστά του ως καθήκον την πάλη για τη δημιουργία μίας Βαλκανικής Ομοσπονδίας μέσω της ένωσης της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας και της Αλβανίας. Ο Λαβρεντίεφ σημειώνει ότι μια τέτοια στάση στο ζήτημα είναι αφελής και πολιτικά λανθασμένη. Για άλλη μια φορά η στάση της Μόσχας στο ζήτημα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας είναι διφορούμενη.

Μέχρι και τις αρχές του ‘49, οι Γιουγκοσλάβοι απέφευγαν να κάνουν οποιαδήποτε κριτική στον Στάλιν και να μπαίνουν σε φραστικές αντεγκλήσεις ενώ προσπάθησαν να αποδείξουν με πράξεις ότι οι κατηγορίες της Κομινφόρμ εναντίον τους δεν ευσταθούσαν. Με αυτό το σκεπτικό προχώρησαν σε μέτρα κολλεκτιβοποίησης στην ύπαιθρο μες το 1949.

Η τακτική της αμυντικής υπεράσπισης της θέσης τους απέναντι στις κατηγορίες της ΕΣΣΔ σταματάει μες το 1949 όταν η ρήξη οριστικοποιείται. Η νέα τακτική που θα υιοθετηθεί σταδιακά περιλαμβάνει ιδεολογική αντεπίθεση και δικαιολόγηση των γιουγκοσλαβικών επιλογών. Καταγγέλεται ο “σοβιετικός γραφειοκρατικός σοσιαλισμός”, ο ηγεμονισμός κι ιμπεριαλισμός του μέσα στα όρια του σοσιαλιστικού κόσμου. Η ΕΣΣΔ, επιπλέον, κατηγορείται για άρνηση της ισοτιμίας μεταξύ των κομμουνιστικών κομμάτων και σοσιαλιστικών κρατών.

Ο Δυτικός παράγοντας θα μπει στο παιχνίδι σταδιακά και προσεκτικά. Τους πρώτους μήνες μετά την επισημοποίηση της ρήξης οι Αμερικάνοι ακολουθούν μια προσεκτική πολιτική προς τους Γιουγκοσλάβους. Δεν κάνουν δημόσιες δηλώσεις υπέρ τους καθώς αυτές θα δυσχέραιναν τη θέση του Τίτο αλλά ενδεχομένως και τη δική τους απέναντι στην κοινή γνώμη τους και τους υπόλοιπους συμμάχους τους. Είναι όμως πρόθυμοι να ανταποκριθούν σε αιτήματα όπως η παροχή τόνων αργού πετρελαίου η οποία πραγματοποιείται το καλοκαίρι του ’48. Σιγά σιγά θεωρούν ότι με αυτόν τον τρόπο θα γίνει δυνατή μια μεγαλύτερη οικονομική -άρα και πολιτική- διείσδυση στη Γιουγκοσλαβία.

Το 1949 η Γιουγκοσλαβία, που αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα λόγω του αποκλεισμού της απ’ τους μεταπολεμικούς εμπορικούς της εταίρους του “σοσιαλιστικού μπλοκ” αλλά και μιας χρονιάς ξηρασίας που μειώνει δραματικά την αγροτική της παραγωγή, δείχνει πρόθυμη να κάνει βήματα προς την ανάπτυξη του εμπορίου της με τη Δύση. Παρ’ όλα αυτά κύκλοι στις ΗΠΑ ακόμα θεωρούν ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί μια πιο σκληρή πολιτική απέναντι στον Τίτο, να του ζητηθούν παραχωρήσεις. Ο Cannon, πιο διορατικός, από το Βελιγράδι προειδοποιεί ότι οι επιλογές της Δύσης είναι “Τίτο ή κάποιο όργανο της Μόσχας”. Έτσι, τον Φλεβάρη του ’49 το Επιτελείο Σχεδιασμού Πολιτικής στις ΗΠΑ αξιολογούσε τον Τίτο ως τον πιο πολύτιμο ατού στην αντι-Σοβιετική πολιτική καθώς “αποκάλυπτε απ’ το εσωτερικό την ιμπεριαλιστική πολιτική της ΕΣΣΔ”.

Το άρθρο του Ζαχαριάδη, από το επίσημο περιοδικό της Κομινφόρμ, με το οποίο αποδίδει την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στην προδοσία του Τίτο

Απότοκο της σύγκρουσης είναι κι η δυσχέρανση της θέσης του Δημοκρατικού Στρατού στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα απ’ το καλοκαίρι του ’48 που το ΚΚΕ παίρνει δημόσια τη θέση της Σοβιετικής Ένωσης τα προβλήματα μεταξύ των δύο πλευρών οξύνονται. Η βοήθεια προς τον ΔΣΕ αν και δεν παύει, μειώνεται, ενώ υπάρχει διαρκής φαγωμάρα και αλληλοκατηγορίες. Επίσης, στο εσωτερικό του ΔΣΕ παρατηρείται διχασμός ανάμεσα σε φιλο-Γιουγκοσλάβους και φιλο-Σοβιετικούς. Στην πρώτη κατηγορία εμπίπτουν κυρίως οι Σλαβομακεδόνες αλλά όχι μόνο. Το μεγαλύτερο πλήγμα που δέχεται όμως ο ΔΣΕ είναι πολιτικό. Μετά τη σταδιακή προσέγγιση του Τίτο με τη Δύση και το πλήρες πάγωμα των σχέσεων με την Αλβανία και τη Βουλγαρία, ο αγώνας του ΔΣΕ χάνει κομμάτι της πολιτικής του αίγλης, ως εγγυητής της ομαλής ένταξης και γειτνίασης της Ελλάδας με τη βαλκανική ενδοχώρα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ελληνική κυβέρνηση σπεύδει να βελτιώσει τις σχέσεις της με τη Γιουγκοσλαβία. Η προοπτική των ενωμένων σοσιαλιστικών ή έστω λαϊκοδημοκρατικών Βαλκανίων απομακρύνεται.

Στις 26 Μάη 1949 ο Cannon τηλεγραφεί στον Άτσεσον ενημερώνοντάς τον ότι η γιουγκοσλαβική βοήθεια προς τους Έλληνες αντάρτες έχει πάψει, παρ’ όλα αυτά, όπως σημειώνει, η γιουγκοσλαβική ηγεσία ακόμα ελπίζει σε μια εξομάλυνση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ και μια μεταστροφή του Στάλιν…
Τελικά κατόπιν αμερικάνικης πίεσης έρχεται η επίσημη ανακοίνωση του Τίτο για το κλείσιμο των ελληνο-γιουγκοσλαβικών συνόρων και την παύση της βοήθειας προς τον ΔΣΕ (Ιούλιος – Αύγουστος 1949). Αυτή συμπίπτει χρονικά με το αίτημα της Γιουγκοσλαβίας για δάνειο ύψους 200 εκ. δολλαρίων από τις ΗΠΑ και βασικά αποτελεί όρο για τη σύναψή του.

Η 3η Συνδιάσκεψη των κομμουνιστικών κομμάτων της Κομινφόρμ που έλαβε χώρα το Νοέμβριο του ’49 επισφράγισε και οριστικοποίησε τη ρήξη. Οι εμπορικές σχέσεις των σοσιαλιστικών κρατών με τη Γιουγκοσλαβία έπαυσαν ενώ η ηγεσία του ΚΚΓ χαρακτηριζόταν πλέον ανοιχτά φασιστική, εθνικιστική. Ειδικό τμήμα της Απόφασης είχε τον τίτλο: “Το κομμουνιστικό κόμμα Γιουγκοσλαβίας στα χέρια δολοφόνων και κατασκόπων”. Ακολουθεί περίοδος διώξεων φιλο-τιτοϊκών στοιχείων σε όλα τα σοσιαλιστικά κράτη. Σημαίνοντα στελέχη που σε πολλές περιπτώσεις έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο καταδικάζονται με την κατηγορία του τιτοϊσμού που πηγαίνει χέρι-χέρι με αυτήν του εθνικισμού. Ανάμεσά τους οι πιο γνωστές περιπτώσεις ήταν αυτές των Τράιτσο Κόστοφ στη Βουλγαρία, Κότσι Τζότζε στην Αλβανία, Λάσλο Ράικ στην Ουγγαρία και Ρούντολφ Σλάνσκι στην Τσεχοσλοβακία.
Η Γιουγκοσλαβία από το 1949 κι έπειτα θα αναπτύξει τον δικό της δρόμο προς το σοσιαλισμό επικρίνοντας το σοβιετικό μοντέλο και παίρνοντας η ίδια τον ρόλο του μοντέλου για τα στοιχεία εκείνα μες στα ΚΚ που υποστήριζαν τη λογική του “εθνικού κομμουνισμού”. Μετά τον θάνατο του Στάλιν, η πλειοψηφία της ηγεσίας του ΚΚΣΕ, υπό τον Χρουτσόφ θα αξιολογήσει τον χειρισμό των προκατόχων της ως επιβλαβή καθώς οδήγησε τη Γιουγκοσλαβία στην αγκαλιά της Δύσης. Οι προσπάθειες του Χρουτσόφ να επαναφέρει συνολικά τη Γιουγκοσλαβία στο σοσιαλιστικό μπλοκ πολύ σύντομα θα βρουν το όριό τους στην καχυποψία και την επιφυλακτικότητα των Γιουγκοσλάβων αλλά και στη συνολικά διαφορετική λογική που αποκρυσταλλώνεται στο εσωτερικό του ΚΚΓ στη δεκαετία του ’50. Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’50 θα φανεί ότι η Γιουγκοσλαβία επιλέγει μία ενδιάμεση θέση ανάμεσα στους δύο κόσμους, πράγμα που αργότερα θα λάβει πιο στέρεη θεωρητική βάση με το “Κίνημα των Αδεσμεύτων”.

Τελικά, η ρήξη Γιουγκοσλαβίας-Σοβιετικής Ένωσης πήρε πολύ μεγαλύτερη έκταση απ’ ότι περίμεναν οι εμπλεκόμενες πλευρές αποδεικνύοντας ότι πολλές φορές η δυναμική μιας σύγκρουσης υπερβαίνει τα σχέδια και τους στόχους όσων την προκαλούν. Μερίδα ιστορικών υποστηρίζει ότι η σκλήρη στάση της σοβιετικής ηγεσίας εξυπηρετούσε την ανάγκη να “δεθούν” τα υπόλοιπα κομμουνιστικά κόμματα και σοσιαλιστικά κράτη με το ΚΚΣΕ και την ΕΣΣΔ αντίστοιχα, σε μια φάση όξυνσης του Ψυχρού Πολέμου και της Αμερικάνικης παρέμβασης στην Ευρώπη. Άλλοι, δίνουν περισσότερο βάρος στο ότι η σοβιετική ηγεσία προσπαθούσε να προλάβει τη δημιουργία ενός δεύτερου, ανεξάρτητου κομμουνιστικού πόλου στα Βαλκάνια με άλλη ατζέντα και προτεραιότητες από τη δική της. Τέλος, κάποιοι δείχνουν τις αντικειμενικές συνθήκες και τις διαφορετικές ανάγκες που προέκυπταν ανάμεσα στα νέα σοσιαλιστικά κράτη και την ΕΣΣΔ ως βάση της αντιπαράθεσης. Η συζήτηση είναι μεγάλη και μάλλον όλες οι προσεγγίσεις αναδεικνύουν κομμάτια της πραγματικότητας. Ωστόσο, η προσπάθεια συμβολής αυτού του άρθρου σταματάει εδώ ελπίζοντας να έχει συμβάλλει στην πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση των δεδομένων.

από unitat 01/07/2018 3:53 μμ.


παραθεση πηγων!

από Blog 02/07/2018 1:51 πμ.


Οι πηγές σε πολλές περιπτώσεις είναι αρχειακό υλικό στη ρωσική και σερβοκροατικη γλώσσα, μη-άμεσα προσβάσιμο στον μέσο αναγνώστη.
Στο πρώτο κομμάτι υπάρχουν αρκετά στοιχεία από το ημερολόγιο του Δημητρόφ (αγγλική έκδοση)

Αν έχεις κάποια συγκεκριμένη απορία ή αμφιβολία για κάποιο γεγονός που παρατίθεται, εδώ είμαστε...


ολόκληρη Μακρόνησο άνοιξε ο Τίτο, το Γκόλι Ότοκ ("φαλακρό νησί") για όσους τον επέκριναν για τη φιλοϊμπεριαλιστική πολιτική του. Είχε το θράσος να ζητά από την ΕΣΣΔ να σταματήσουν οι εμιγκρέδες εκεί γιουγκοσλάβοι κομμουνιστές να τον "κράζουν". Μην είστε τόσο "αντικειμενικοί".

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License