Η Μοναδική και η αλαζονεία της

Μια κριτική στο αφισάκι της συνέλευσης των Μιγάδα περί βρεφοκτονίας

post image

Η φρόνησι μήπως μοιάζει με τον κόρακα, που τον ενθουσιάζει στη γη η οσμή του πτώματος;”

Φρειδερίκος Νίτσε, Το Λυκόφως των Ειδώλων

 

Οι κυρίαρχες τάξεις χρησιμοποιούν την καθιερωμένη γλώσσα της ηθικής σαν όπλο απέναντι στα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα. Η εξουσιαστική πολιτισμική δομή που πήρε την μορφή του Οριενταλισμού και εν πολλοίς διαμόρφωσε το ηγεμονικό κοινωνικό παράδειγμα μέσα από το οποίο οι αποικιοκρατικές ελίτ κατοχύρωναν την υποτιθέμενη “ανωτερότητα” τους απέναντι στους “υπανάπτυκτους” λαούς της καπιταλιστικής περιφέρειας,i έστρεψε την παραμορφωτική επίδραση της και στον ιστορικό πυρήνα του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και διαπότισε το φαντασιακό που αναπαράγει τις καταπιεστικές σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις της μητροπολιτικής Ευρώπης. Οι φτωχοί και οι καταπιεσμένοι της μητρόπολης μεταμορφώθηκαν αίφνης σε υπανθρώπους. Σε οντολογικά κατώτερες υπάρξεις που αδυνατούσαν να προσαρμοστούν στον τρόπο ζωής και τους ηθικούς κανόνες της “πολιτισμένης” κοινωνίας που είχε δημιουργήσει η μπουρζουαζια για λογαριασμό της. Έτσι, στους φτωχούς μαύρους της Αμερικής προσάπτουν μια έμφυτη, κληρονομική ανικανότητα να ανταποκριθούν με επιμέλεια στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η απόκτηση παιδιών. Οι νεαροί νέγροι/ες προλετάριοι/ες κάνουν παιδιά πολύ νωρίς και χωρίς να το προσχεδιάζουν, δεν τα φροντίζουν όπως “θα έπρεπε”, δείχνουν απρόθυμοι να αναλάβουν το οικονομικό κόστος της συντήρησης και της ανατροφής τους. Με λίγα λόγια, δυσκολεύονται να συμπεριφερθούν σαν “κανονικοί γονείς”, όπως κάνουν οι εύποροι λευκοί νεομπουρζουάδες “οικογενει-άρχες” (αρχηγοί της οικογενείας).

Κι αυτή η ηθική απαξίωση της προλεταριακής νεολαίας των υποβαθμισμένων γκέτο των πόλεων, δεν είναι τίποτα μπροστά στην κτηνωδία που καταλογίζει ο κυρίαρχος ιδεολογικός λόγος του συστήματος στους μουσουλμάνους προλετάριους οι οποίοι, είτε σαν οικονομικοί μετανάστες στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας, ή σαν πληθυσμοί που βρίσκονται υπό μια διαδικασία κατάκτησης και στρατιωτικής κατοχής στο εξωτερικό, ενσαρκώνουν το αρχέτυπο της ιδεολογικής ετερότητας του συστήματος.ii Αυτοί οι ανατολίτες παρείσακτοι βαθιά μέσα τους παραμένουν αμετανόητοι νομάδες, οπαδοί μιας πρωτόγονης κουλτούρας, ανέγγιχτοι από τις ηθικές επιταγές του σύγχρονου πολιτισμού. Δεν διστάζουν να δολοφονήσουν τις γυναίκες τους στο όνομα μιας αμφιλεγόμενης οικογενειακής “τιμής” που έχει τις ρίζες της στις πιο τυραννικές παραδόσεις της πατριαρχίας και μετατρέπουν τα ίδια τα παιδιά τους σε σκόνη για τα κανόνια των ισραηλινών και αμερικανών κατακτητών προκειμένου να εκμεταλλευτούν τις μαζικές δολοφονίες τους για να πετύχουν μια νίκη στον πόλεμο προπαγάνδας εναντίον της κατοχής. Έτσι, στο οριενταλιστικό σύμπαν δεν φταίνε οι πάνοπλοι ισραηλινοί ή αμερικάνοι στρατιώτες που σκοτώνουν αδιακρίτως γυναικόπαιδα. Φταίνε οι μουσουλμάνοι που εκθέτουν τους αδύναμους της κοινότητας τους σε κίνδυνο. Ακόμη και τα άγρια θηρία νιώθουν την ανάγκη να προστατέψουν τα μικρά τους. Ωστόσο, αν πιστέψουμε τις αφηγήσεις του τμήματος προπαγάνδας του “πιο ηθικού στρατού στον κόσμο”, με τις οποίες το επίσημο ισραηλινό κράτος επιχειρεί να ξεπλύνει και να εξωραϊσει τις εκατόμβες των νεκρών παιδιών στην Παλαιστίνη, οι αυτόχθονες Άραβες υστερούν ακόμα και σ' αυτό το στοιχειώδες φυσικό ένστικτο που εγγυάται τη συνέχεια του ανθρώπινου γένους. Με αυτόν τον τρόπο βέβαια θέτουν εαυτούς εκτός της οικουμενικής ανθρώπινης οικογένειας.

Όπως έχει δείξει ο Τραβέρσο, είναι αδύνατο η συγκρουσιακή δυναμική που παράγεται από τους ανταγωνισμούς που επικρατούν ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες, οι οποίοι συνιστούν δομικό στοιχείο σε κάθε ετερόνομη κοινωνική ολότητα, να μείνει ανεπηρέαστη από αυτή την ισοπεδωτική τάση φυσικοποίησης των ταξικών διαφορών και αποανθρωποποίησης του κοινωνικού αντιπάλου.iii Ιστορικά, ο ρατσισμός που είναι τόσο εμφανής όταν ο φαντασιακός λόγος των θεσμοποιημένων εξουσιών αναλαμβάνει να αναπαραστήσει τους προλετάριους που τυχαίνει να έχουν άλλο χρώμα ή να ανήκουν σε διαφορετική φυλή, εμπότισε σε τέτοιο βαθμό το πολιτισμικό υπόβαθρο του κοινωνικού παραδείγματος της ετερονομίας ώστε να περιλάβει σε ένα ιδιότυπο μείγμα ταξικού ρατσισμού όλα τα μέλη των κατώτερων τάξεων, ανεξαρτήτως αν μιλάμε για Γάλλους λούμπεν-προλετάριους, Ιταλούς αναρχικούς ή Αλγερινούς φελλάχους. Ο “επιφανέστερος” εκπρόσωπος αυτής της νοσηρής σχολής σκέψης υπήρξε αναμφίβολα ο εγκληματολόγος Λομπρόζο, ο οποίος γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα προπαγάνδιζε με μανία τη θεωρία του για τις φυλετικές και γενετικές προδιαθέσεις που απολήγουν στην παρεκκλίνουσα συμπεριφορά των κοινωνικών υποκειμένων και που άφηναν το αποτύπωμα τους ακόμη και στην μορφολογία της εξωτερικής εμφάνισης των ανθρώπων. Για εκείνον, η στράτευση στο αναρχικό κίνημα, η παραφορά και η αυταπάρνηση των αναρχικών, δεν ήταν παρά μια ένδειξη της ατομικής ψυχοπαθολογίας από την οποία υπέφεραν οι κοινωνικοί αγωνιστές, ένα σύμπτωμα ελλιπούς γενετικού προγραμματισμού, η κορύφωση μιας έμφυτης τάσης για παραφροσύνη. Οι αντιλήψεις αυτές έφτασαν στο απόγειο τους με την άνοδο του Τρίτου Ράιχ στην εξουσία κι έκτοτε ποτέ δεν μας εγκατέλειψαν.

Ένα από τα στοιχεία που ενέχονται εξορισμού στην προλεταριακή συνθήκη είναι η φτώχεια που επικαθορίζει την ταξική υπόσταση του κοινωνικού υποκειμένου και διαμορφώνει την ταξική εμπειρία του, πρωτίστως με όρους ανάγκης, αλλά και σε ένα δεύτερο επίπεδο, με όρους απόλυτης σιωπής, με όρους αδυναμίας εκφοράς πολιτικού λόγου κι αυτόνομης έκφρασης. Αντλώντας από την αμερικανική επαναστατική παράδοση, η Χ. Άρεντ σωστά είχε επισημάνει ότι η φτώχεια ήταν μια συμφορά όχι μόνο διότι καθήλωνε την επιθυμία και τη σκέψη του ανθρώπου στο επίπεδο της άμεσης βιολογικής αναγκαιότητας, αλλά κι επειδή καθιστούσε αόρατους τους ενσώματους φορείς της, εξαφανίζοντας τους ως κοινωνική ομάδα από τον δημόσιο βίο.iv Αποκλεισμένοι από όλες τις δομές αναπαραγωγής της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας και χωρίς να έχουν πρόσβαση στις θεσμοποιημένες πηγές πολιτικής και οικονομικής δύναμης, οι φτωχοί αδυνατούν να διαμορφώσουν το δικό τους εναλλακτικό φαντασιακό και να διεκδικήσουν την κοινωνική χειραφέτηση τους, ή έστω ένα μερίδιο από την υφιστάμενη εξουσία. Αντίθετα, μετατρέπονται σε παθητικούς δέκτες του συστήματος αξιών και ιδεών που εμπεριέχεται στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα. Με τον ίδιο τρόπο που το εξεγερμένο νεοελληνικό έθνος δημιουργήθηκε κυριολεκτικά απ' το μηδέν, σύμφωνα με τα πολιτισμικά πρότυπα που είχαν επεξεργαστεί γι' αυτό οι αλλοεθνείς φιλέλληνες διαφωτιστές της Δύσης, και τα οποία έσπευσαν να μεταφυτεύσουν στις εξεγερμένες ελλαδικές περιοχές οι διανοούμενοι που συμμετείχαν στο κίνημα του νεοελληνικού διαφωτισμού, έτσι και τα ετεροκαθοριζόμενα κοινωνικά στρώματα εσωτερικεύουν την ιδεολογικοποιημένη εικόνα που δημιουργούν γι' αυτά οι ελίτ. Αναπαράγουν στους κώδικες αξιών και στις κοινωνικές πρακτικές τους την ίδια την συμβολική αναπαράσταση τους από το κυρίαρχο κοινωνικό φαντασιακό. Υιοθετούν χωρίς δεύτερη σκέψη τα στερεότυπα ηθικής κατωτερότητας που τους καταλογίζουν οι ελίτ και πιθηκίζουν ρόλους και συμπεριφορές που άλλοι έχουν προδιαγράψει γι' αυτούς / ες.

Μια τέτοια περίπτωση αλλοτρίωσης του ταξικού φαντασιακού θεωρούμε ότι είναι και η υπεράσπιση της βρεφοκτονίας ως χειρονομίας μεστής ταξικού νοήματος από την αυτόνομη συνέλευση των Μιγάδα. Η εσωτερίκευση της επικρατούσας κανιβαλικής αντίληψης για τις κοινωνικές ορίζουσες της ατομικής αυτονομίας, οδηγεί στην ιδεολογική τερατογένεση της δολοφονίας σαν ενδεδειγμένης πρακτικής για την επανάκτηση της αυτονομίας του κοινωνικού υποκειμένου, της προσπάθειας του να αποκαταστήσει έναν βαθμό ελέγχου πάνω στη ζωή του/ της. Τούτο μας φέρνει έντονα στο μυαλό την ειδωλολατρεία του χρήματος στις υποβαθμισμένες μητροπολιτικές κοινότητες των φτωχών και την, διαστρεβλωμένη έστω, αφομοίωση των κοινωνικών ρόλων και των πολιτισμικών προτύπων που εμπεριέχονται στο ηγεμονικό καπιταλιστικό φαντασιακό, από υποτελή κοινωνικά υποκείμενα που βρίσκονται έξω από τα κυκλώματα αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Για παράδειγμα, τι άλλο είναι ο νεαρός γκάνγκστερ του γκέτο από μια λούμπεν εκδοχή της φιγούρας του νεαρού επιχειρηματία καπιταλιστή, που επιδεικνύει καινοτόμο και δυναμικό πνεύμα πέφτοντας με τα μούτρα στις περιθωριακές δραστηριότητες του έκνομου κεφαλαίου, στρεφόμενος ταυτόχρονα ενάντια στα θεμέλια της ίδιας της κοινότητας του; Έτσι, στις υποβαθμισμένες συνοικίες των μαύρων της Αμερικής οι Μαύροι Πάνθηρες, κοινωνικοί αγωνιστές με ταξική συνείδηση που σαν σκοπό τους είχαν την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των μαύρων προλετάριων αδελφών τους μέχρι του σημείου της καθολικής απελευθέρωσης τους, παραχώρησαν τη θέση τους στις συμμορίες των πρεζέμπορων που καταδυναστεύουν τις μητροπολιτικές κοινότητες από τις οποίες προέρχονται, αντί να τις προστατεύουν και να τις βοηθάνε. Αυτό, τηρουμένων των αναλογιών, θεωρούμε πως είναι το είδος της “αυτονομίας” που εκθειάζουν στην ανακοίνωση τους τα μέλη της Μιγάδα. Την αυτονομία που προάγει πρακτικές ατομικής λύτρωσης, σε βάρος της συλλογικής λύτρωσης του ταξικού συνόλου.

Ή ας πάρουμε για παράδειγμα εκείνον τον οδηγό φορτηγού που παρέσυρε πρόσφατα τρία αυτοκίνητα στο αντίθετο ρεύμα της οδού Κηφίσιας, σκοτώνοντας ακαριαία τους δύο οδηγούς και τραυματίζοντας σοβαρά άλλη μια επιβαίνουσα. Ο ψευδεπίγραφος ηθικισμός της ετερόνομης κοινωνίας δεν άργησε να φανεί σε όλη την κατασταλτική - πειθαρχική διάσταση του, όταν σύσσωμοι οι γραβατωμένοι σχολιαστές των τηλεπαραθύρων καταφέρθηκαν με έκδηλη αγανάκτηση ενάντια στην εγκληματική ανευθυνότητα του επαγγελματία οδηγού. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να αναρωτηθεί αν το ωράριο του φορτηγατζή ήταν υπερφορτωμένο, αν είχε υποχρεωθεί να βρίσκεται αδιαλείπτως πίσω απ' το τιμόνι για το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας, αν οι οδηγικές δεξιότητες του είχαν υποστεί φθορά εξαιτίας της συσσωρευμένης κόπωσης. Ιδού λοιπόν μια σειρά από πολύ πραγματικές, υλικές παραμέτρους που αφορούν τις ακραίες συνθήκες μέσα στις οποίες ο εργαζόμενος οδηγός εκδιπλώνει την δραστηριότητα του και από μόνες τους αρκούν για να προσδώσουν μια σειρά από ελαφρυντικά και να ανατρέψουν τις εύκολες, αμιγώς ηθικές καταδίκες, που εστιάζουν στην μειωμένη αίσθηση ατομικής ευθύνης του υποκειμένου. Παρ' όλα αυτά, προς κατάπληξη όλων, αποδείχτηκε ότι ο έμπειρος οδηγός είχε τελικά καταναλώσει σημαντικές ποσότητες αλκοόλ προτού ξεκινήσει για το δρομολόγιο του το μοιραίο εκείνο βράδυ. Οι αντίξοες συνθήκες που απορρέουν από την ταξική υπόσταση του υποκειμένου σίγουρα πρέπει να ληφθούν υπόψη σε μια συνολική αξιολόγηση των πράξεων του οδηγού, αλλά δεν αρκούν για να απαλείψουν εντελώς το μερίδιο της ατομικής ευθύνης που του αναλογεί. Και σίγουρα δεν μπορεί μια απελευθερωτική ταξική ηθική να διεκδικήσει στα σοβαρά το δικαίωμα του φορτηγατζή να παίρνει παραμάζωμα τα υπόλοιπα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν στον δρόμο, όποτε αισθάνεται την ανάγκη να εκδηλώσει την ατομική εξέγερση του κόντρα στους κοινωνικά επιβεβλημένους ρόλους με τους οποίους τον έχουν επιφορτίσει οι ελίτ της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας.

Από την άλλη μεριά, σίγουρα δεν είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε τη διαπόμπευση των προλετάριων στο όνομα μιας ηθικιστικής τυπολατρίας που εκπορεύεται από τις ανώτερες βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας και δεν ανταποκρίνεται σε τίποτα στους υλικούς όρους της διαβίωσης των καταπιεσμένων. Σε αυτό το σημείο καλό θα ήταν να αναφέρουμε πως η δημόσια διαπόμπευση δεν είναι παρά το αναγκαίο συμπλήρωμα της κανονιστικής ηθικής. Μιας και η ηθική δεν είναι ταυτόσημη με τον Νόμο και δεν διαθέτει έναν υλικό μηχανισμό επιβολής στην υπηρεσία της, είναι υποχρεωμένη να προσφύγει στην δημόσια αποδοκιμασία μιας ενέργειας, ως μια απο-τα-πάνω οργανωμένη και συντεταγμένη κίνηση, προκειμένου να επικυρώσει την συλλογική ισχύ μιας ηθικής επιταγής. Να επικυρώσει δηλαδή την “αυθόρμητη”, εθελούσια αποδοχή που με την σειρά της ορίζει την “κανονικότητα” της ηθικής προσταγής, τη θεμελιακή συμβατότητα της με τις ενδόμυχες παρορμήσεις του ηθικού υποκειμένου. Μόνο έτσι μπορεί η ηθική να ισχυρίζεται ότι αποτελεί την πρωταρχική συλλογική έκφραση του Νόμου, ο οποίος έπειτα διατείνεται ότι κωδικοποιεί αυτό που ήδη υπάρχει, ότι “αντικειμενοποιεί” τις διάχυτες τάσεις και τα αξιακά συστήματα που προηγούνται της θεσμοποίησης του. Γιατί όμως θα πρέπει να περιμένουμε από έναν άστεγο ή έναν εξαθλιωμένο πρόσφυγα που κοιμάται κάτω από μια γέφυρα να επιδείξει τον ίδιο σεβασμό για τον θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας που επιδεικνύει ο κεφαλαιοκράτης ή ο εύπορος νεομπουρζουάς, ο οποίος διαθέτει όλα τα μέσα προκειμένου να ζήσει μια άνετη ζωή και να αναπτύξει ολόπλευρα όλες τις πτυχές της προσωπικότητας του; Αυτοί που έχουν τα πάντα δεν μπορούν να κρίνουν όσους δεν έχουν τίποτα. Κι εφόσον οι κανόνες της ηθικής, καθώς επίσης και οι νόμοι της “πολιτισμένης” κοινωνίας γράφονται από τους κατέχοντες, έπεται από τα παραπάνω ότι οι μη-έχοντες δεν δεσμεύονται από τις κατηγορηματικές προσταγές που επινοήθηκαν χωρίς αυτούς για λογαριασμό τους. Όπως είχε γράψει παλαιότερα ο Βίλχελμ Ράιχ, σε αυτή την κοινωνία που ζούμε, όπου κυριαρχούν η δομική βία του συστήματος και οι ταξικές διακρίσεις, το ερώτημα που θα έπρεπε να θέτουν οι λεγόμενες κοινωνικές “επιστήμες” δεν είναι γιατί κάποιοι από τους καταπιεσμένους εξεγείρονται ή στρέφονται προς την παραβατικότητα και τις άλλες μορφές άτυπης κοινωνικής ανυπακοής, αλλά γιατί δεν πράττει το ίδιο το σύνολο των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας.v

Μολαταύτα, η κριτική μας στην ετερόνομη ηθική δεν μπορεί παρά να εκκινεί από το ζήτημα του ρόλου που αυτή αναλαμβάνει να επιτελέσει στη διαδικασία αναπαραγωγής των ιεραρχικών δομών της εξουσιαστικής κοινωνίας, που ουσιαστικά ακυρώνει στην πράξη την όποια αξίωση για οικουμενικότητα μπορεί αυτή να εμπεριέχει. Κι αυτό γιατί η οικουμενικότητα προϋποθέτει σε κάποιο στοιχειακό επίπεδο πρωταρχικής οντολογίας τη θεμελιώδη ισότητα ανάμεσα στις μονάδες που υπόκεινται εξίσου στην ισχύ της δεσμευτικής της προσταγής. Έτσι, ζητούμενο της κριτικής μας δεν μπορεί παρά να είναι μια εναλλακτική οικουμενικότητα, ή καλύτερα μια αυθεντική οικουμενικότητα που θα εκπορεύεται από τους υλικούς όρους διαβίωσης της κοινότητας. Απορρίπτουμε την ετερόνομη ηθική ως ξένη προς εμάς και ως ανακόλουθη προς τους ίδιους τους σκοπούς που δηλώνει ρητά οτι υπηρετεί, αλλά δεν απορρίπτουμε τον ηθικό σκοπό αυτό καθ' εαυτό. Μια κριτική στις καθιερωμένες ηθικές έννοιες και αντιλήψεις μπορεί να πάρει την μορφή της κριτικής ανάλυσης των οικουμενικών ηθικών κατηγοριών και της εκ βάθρων αναμόρφωσης τους, ή της καθολικής κατάργησης τους προς όφελος μιας καθαρά ατομιστικής, ιεραρχικής ηθικής που θα διαρθρώνεται γύρω από τη σχέση αφέντη-σκλάβου. Πρόκεται για τη νιτσεϊκή προτροπή να χρησιμοποιήσουμε τους άλλους σαν μέσο για τους σκοπούς μας, ή να τους βγάλουμε από την μέση όταν η ύπαρξη τους συνιστά εμπόδιο στην πραγματοποίηση αυτού του “ανώτερου” σκοπού στην υπηρεσία του οποίου είμαστε ταγμένοι. Όπως έγραψε και ο ίδιος ο συνήγορος του “υπερανθρώπου”, “[...] η θέληση δεν είναι μόνο μια πολύπλοκη αίσθηση κι ένα περίπλοκο προϊόν του στοχασμού, αλλά είναι πάνω απ' όλα ένα αίσθημα, και κατά βάση το αίσθημα της προσταγής. Αυτό που ονομάζουμε 'ελευθερία της θέλησης' είναι κατ' ουσία το αίσθημα της υπεροχής απέναντι σε αυτόν που πρέπει να υπακούσει: 'Είμαι ελεύθερος', 'αυτός πρέπει να υπακούσει' – αυτή η συνείδηση είναι εμμενής σε κάθε θέληση”.vi

Ο βαθμός στον οποίο θα κατορθώσουμε να κάνουμε πράξη αυτό το ιδανικό της “δύναμης της θέλησης”, ή καλύτερα να λέγαμε, της “θέλησης για δύναμη”, συνιστά και το μοναδικό μέτρο που έχουμε στη διάθεση μας για την αξιολόγηση του ηθικού μεγαλείου του σκοπού που φιλοδοξούμε να φέρουμε σε πέρας. Μήπως λοιπόν δεν είμαστε δικαιολογημένοι όταν λέμε ότι η αφίσα των Μιγάδα εξορισμού εκφράζει μια παρόμοια ελιτίστικη αντίληψη για την ταξική ηθική; Αν η βρεφοκτονία δεν είναι τίποτε άλλο από ένα μέσο για την ανάκτηση μιας εγωιστικής, εξατομικευμένης “ανεξαρτησίας”, τότε το βρέφος δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα εξάρτημα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ή να ξεφορτωθούμε, ανάλογα με αυτό που απαιτούν από εμάς οι περιστάσεις. Έτσι όμως η ρεαλιστική μας ουτοπία ποτέ δεν θα γίνει πραγματικότητα. Η ηθική στις ετερόνομες κοινωνίες δεν είναι παρά ο κυνικός απολογητής ενός Νόμου που αναπαράγει την ανισοκατανομή της δύναμης και αποκρυσταλλώνει τις κοινωνικές ιεραρχίες. Στην ακρατική κοινωνία όμως δεν θα έχει άλλη λετουργία απ' το να συνιστά το τελευταίο καταφύγιο των αδυνάτων. Δεν μπορεί παρά να συμβολίζει εκείνη την ψυχική και διανοητική κατάσταση που ρυθμίζει τις σχέσεις των ανθρώπων κατά τέτοιον τρόπο ώστε να προετοιμάζει το έδαφος για την οριστική κατάλυση του Νόμου, με την ιουδαιοχριστιανική, μωσαϊκή έννοια, αυτή του εξωτερικού καταναγκασμού. Ήταν εκείνη η στιγμή στην ιστορία όπου ο άνθρωπος έπαψε να αναγνωρίζει τον εαυτό του στους άλλους, κατά την οποία εμφανίστηκε το κτήνος της εξουσίας. Το τέρας αυτό μπόρεσε να θεριέψει παίρνοντας την μορφή του αναγκαίου εξωτερικού εγγυητή στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ανέλαβε τον ρόλο μιας υπέρτατης αρχής που καταπατά την αυτονομία και την ελευθερία του κοινωνικού ανθρώπου, με τίμημα την προστασία του απ' όλους τους άλλους.

Ούτε αποτελεί ένδειξη κοινωνικού συντηρητισμού να αποδεχτούμε το βάρος της ευθύνης που αναλογεί σε έναν γονέα αναφορικά με την ευζωία των παιδιών του. Μέχρι η κοινωνία να δημιουργήσει δομές συλλογικής ανατροφής των παιδιών, σαν αυτές που οραματίστηκε η Βέρα Σμίττ κατά την Ρωσική Επανάσταση,vii ο γονιός θα εξακολουθήσει να είναι ο πρωταρχικός υπεύθυνος για την τύχη του παιδιού του. Πρόκειται για έμπρακτη εκδήλωση της ηθικής της αλληλεγγύης, δηλαδή της υποχρέωσης που έχουμε να τασσόμαστε πάντοτε με το μέρος των αδύναμων και ανυπεράσπιστων, στην πιο αναγκαία της μορφή. Γιατί ποιος είναι περισσότερο ανυπεράσπιστος, περισσότερο αδύναμος να φροντίσει τον εαυτό του από ένα βρέφος που μόλις έχει έρθει στη ζωή; Θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε όψιμα εκείνον τον γονιό που υποχρεώθηκε ακόμη και να αφαιρέσει μια άλλη ζωή για να προστατέψει την ζωή του παιδιού του, αλλά ποτέ εκείνον τον γονιό που, όπως έκανε ο χιλιοτραγουδισμένος σταλινικός “επανάστατης” Νερούδα, αποφάσισε να γυρίσει την πλάτη του στην μοναδική του κόρη επειδή εκείνη έπασχε από νοητική υστέρηση.viii Η επίγνωση της μητρότητας ή της πατρότητας έχει τη δύναμη να γίνει ο καταλύτης για να υποκύψει κανείς σε μια υπερσυντηρητική κοσμοθεωρία. Για να μικρύνει απότομα η αντίληψη που έχουμε για τα πράγματα και το εύρος των ενδιαφερόντων μας να φτάνει μόνο μέχρι την ευημερία του στενού κύκλου της οικογένειας “μας”, ακόμη και με τίμημα την μιζέρια και την εξαθλίωση ολόκληρης της ανθρωπότητας. Ή αντίθετα, μπορεί να επιδράσει ως το πιο ευγενές κίνητρο για να αφοσιωθούμε σε μια προσπάθεια να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο. Να πολεμήσουμε ενάντια στην αδικία και την καταπίεση, έχοντας επίγνωση ότι μέσα από την ιδιότητα του γονιού, μετέχουμε σε μια καθολική εμπειρία η οποία είναι θεμελιωδώς οικουμενική για ολόκληρη την ανθρωπότητα που τη βιώνει με τον ίδιο τρόπο. Οι γονείς αγαπούν το ίδιο, πονάνε το ίδιο, χαίρονται το ίδιο και αγωνιούν το ίδιο. Ας γίνουμε κήρυκες αυτής της ιδέας που ριζώνει στα κοινά βιώματα της ανθρωπότητας και δημιουργεί τους κοινούς τόπους μιας μελλοντικής συλλογικής συνεύρεσης. Ας γίνουμε ξανά οι κήρυκες της ουτοπίας.

Πρωτοβουλία αναρχικών 

 

iiP.A. Silverstein & Ch. Tetreault, Postcolonial Urban Apartheid, http://riotsfrance.ssrc.org/Silverstein_Tetreault/.

iiiΕ. Τραβερσό, Οι Ρίζες της Ναζιστικής Βίας (Εκδόσεις του 21ου).

ivH. Arendt, On Revolution (Penguin Books), σελ. 59-115.

vΤζ. Σπρινγκ, Το Αλφαβητάρι της Ελευθεριακής Εκπαίδευσης (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 78-107.

viFr. Nietzsche, Beyond Good and Evil (The Macmillan Company), σελ. 26.

viiΤζ. Σπρινγκ, στο ίδιο.

viii Λεπτομέρειες για τη σχέση ανάμεσα στον ποιητή και την κόρη του μπορεί κανείς να βρει στο εν μέρει βιογραφικό μυθιστόρημα Ο Ουρουγουανός Εραστής, του Σ. Ρονκαλιόλο (Καστανιώτη).

Εικόνες:

από as 12/07/2018 10:30 μμ.


https://antisystemic.wordpress.com/

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License