Οι ρίζες της αναρχίας στο «χρυσούν γένος»


Ονειρέψου και κλάψε άμοιρο γένος,
τον δρόμο δεν βρίσκεις,
τον έχασες αλίμονο!
Είναι το χαίρε σου το βράδυ, αλίμονο! Φραντς Κάφκα, «Η πληγή και η λέξη»

Σαν το κόκκινο νήμα του παραμυθιού, ένας κοινός μύθος ενώνει τις λαϊκές αφηγήσεις πολλών λαών· η ανάμνηση μίας παλιάς εποχής, όπου οι άνθρωποι ζούσαν ελεύθεροι, σε αρμονία με τη φύση. Αυτή η εποχή, που αντιστοιχούσε σε έναν τέτοιο τρόπο ζωής, ονομάστηκε από τον Ησίοδο «χρυσούν γένος». Ο Ησίοδος ήταν ένας βοσκός που αγαπούσε να λέει ιστορίες, ενώ έβοσκε τα πρόβατά του και δεν εμπιστευόταν τον κόσμο του εμπορίου και της ναυπηγικής που εκθείαζε η εποχή του. Και αυτός είχε γεννηθεί μέσα σε συνθήκες πολιτισμού στα δικά του μέρη, για αυτό και ζούσε ως βοσκός και όχι ως κυνηγός ή τροφοσυλλέκτης. Έτσι, ακόμη και o ίδιος, αναπολεί ήδη την «χρυσή εποχή» ως κάτι μακρινό. Οι εποχές που την ακολουθούσαν, κατά τον Ησίοδο, είχαν τα χαρακτηριστικά άλλων μετάλλων, πιο ευτελών, ακολουθώντας μία σχεδόν φθίνουσα πορεία ως τα δικά του χρόνια. Αν ζούσε σήμερα, προφανώς θα χαρακτήριζε το δικό μας γένος πλαστικό, χαλύβδινο ή κάτι παρόμοιο. Την ανάμνηση μίας άλλης ζωής που χάθηκε διατήρησαν στους μύθους τους και άλλοι λαοί, πολύ διαφορετικοί και πολύ απομακρυσμένοι μεταξύ τους, όπως οι Ίνκας, οι Αβορίγινες, οι παλαιότεροι κάτοικοι της Ιαπωνίας, αλλά και οι σύγχρονοι πληθυσμοί της Λατινικής Αμερικής. Άλλωστε, η ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση χρησιμοποίησε αυτό το μύθο και τον προσάρμοσε στο μοτίβο των πρωτοπλάστων, που εκδιώχθηκαν από τον παράδεισο, ως τιμωρία για το αμάρτημα της γνώσης. Η ανάμνηση αυτού του «χρυσού γένους», όμως, δεν ανήκει στον ουράνιο κόσμο των θεών· διαδραματίστηκε εδώ, στη γη και μάλιστα δεν την έφεραν… άγνωστες ομάδες εξωγήινων.

Το «χρυσούν γένος», όπως όλα δείχνουν, ήταν η ανάμνηση της άναρχης κοινοτικής συμβίωσης, πριν επιβληθεί το κράτος και ο πολιτισμός στην ανθρώπινη ελευθερία. Η μνήμη μίας ευτυχισμένης απλής ζωής γοητεύει ακόμη και τους ανθρώπους που έζησαν στην εποχή που ο πολιτισμός ήταν ένα βρέφος πολλά υποσχόμενο. Τους άρεσε, ακόμη και στην πρώιμη φάση του πολιτισμού, να αφηγούνται γοητευτικές ιστορίες, που αναφέρονται σε μία ζωή δίχως θεσμούς και μισθωτή εργασία, κράτος και ιεραρχίες, όταν ο άνθρωπος ήταν κομμάτι της φύσης και όχι η φύση ένα κομμάτι στην τσέπη του ανθρώπου. Σε κάθε πολιτισμό βρίσκουμε αυτό το μύθο του χαμένου παραδείσου, όπου ο κόσμος περιβαλλόταν από ένα είδος ιερότητας. Συχνά οι άνθρωποι αυτοί παρουσιάζονται ως αθάνατοι ή αγέραστοι, που ζουν σε αρμονία μεταξύ τους, δεν κάνουν πολέμους, ούτε με τα άλλα ζώα και τη φύση. Παρά το δεδομένο της υπερβολής, που συναντούμε σε κάθε μύθο ή θρύλο, η αξία της ελεύθερης συλλογικής μνήμης που διασώζεται είναι ανεκτίμητη. Σε όλες τις μυθολογίες έρχεται η στιγμή μίας μεγάλης καταστροφής, ένας κατακλυσμός, που τους αλλάζει τη ζωή. Όσοι μένουν ζωντανοί πρέπει να διαλέξουν «ανάμεσα στο τόξο και στο βέλος», όπως λέει ο μύθος των Απάτσι Τσιρικάουα. Κι αυτοί «διαλέγουν το όπλο και γίνονται λευκοί». Ίσως όμως, αν μιλάμε για συμβολικό κατακλυσμό, η σωστή απάντηση στο εκβιαστικό ερώτημα «κιβωτός ή πνιγμός» να ήταν «ας γίνουμε βροχή, κανείς δεν μπορεί να πνίξει τα δάκρυα του ουρανού», κάτι που θα προκαλούσε μάλλον χάχανα στις ορδές των πολιτισμένων. Το σύνολο, όμως, της αντίληψης των απολίτιστων ανθρώπων συνέθεταν εξίσου η κοινή πραγματικότητα, ο μύθος και το όνειρο. Και σε έναν κόσμο που δεν είδαν ποτέ τους οι οθόνες, μας είναι δύσκολο, όσο και αν το θέλουμε, να αντιληφθούμε πλήρως την διαύγεια και την ένταση του ονειρέματος. Ο χώρος και ο χρόνος δεν είχαν καμία σημασία στο ονείρεμα ενός απολίτιστου κυνηγού και πολλές φορές θεωρούνταν ακόμη και σημαντικότερο το κομμάτι του ημερονυχτίου που περνούσαν στα μονοπάτια του ονείρου. Εξίσου σημαντική ήταν και η εξιστόρηση στους συντρόφους του, όσων είδε και πέρασε, για κόσμους προσωπικούς και γοητευτικούς. Για καταστάσεις παρόμοιες αλλά και εντελώς διαφορετικές απ’ όσα βιώνει ξυπνητός.

Η ηθική όμως των αρχαίων κυνηγών ήταν κάτι τόσο φυσικό για αυτούς, όσο το χορτάρι που ξανθαίνει το καλοκαίρι. Δεν φορμαριζόταν σε κανένα πολιτισμικό καλούπι αλλά στεκόταν ελεύθερη ως ο σημαντικότερος κρίκος που κρατούσε, όχι απλώς δεμένη, αλλά άρρηκτα ενωμένη την ομάδα. Και η ηθική αυτή δεν μπορούσε παρά να περιέχει την πιο ολοκληρωμένη αρχή του σεβασμού και της αλληλεγγύης. Αλλιώς, πώς θα ήταν δυνατόν οι ελεύθερες κοινότητες να συνέχιζαν απρόσκοπτα και για χιλιάδες χρόνια με επιτυχία το κυνήγι ζώων με απλούστατα μέσα, όπως επίσης τον εμπλουτισμό της ελεύθερης κουλτούρας τους με νέα στοιχεία, από αφηγήσεις, μύθους, και ιστορίες για το κυνήγι μέχρι λεπτομερείς παρατηρήσεις για τον ουράνιο θόλο; Ο λόγος των μελών της ομάδας όφειλε να είναι ειλικρινής. Σε διαφορετική περίπτωση τα αποτελέσματα θα ήταν σίγουρα καταστροφικά και η επιβίωση της ελεύθερης κοινότητας θα κινδύνευε. Φανταστείτε έναν αρχαίο κυνηγό να λέει ψέματα στους συντρόφους του πως είδε ένα κοπάδι μαμούθ τρεις μέρες ποδαρόδρομο απ’ τον καταυλισμό. Η ομάδα θα έχανε υπερπολύτιμο χρόνο και θα εμφανιζόταν τέτοια έλλειψη προμηθειών, που το σύνολο της κοινότητας θα κινδύνευε με αφανισμό. Το ζήτημα, όμως, της απολίτιστης ηθικής είναι τόσο ευρύ, που σίγουρα θα χρειαστεί κάποιο μελλοντικό κείμενο για ν’ αναπτυχθεί με επάρκεια.

Πριν από όλα, όμως, είναι χρήσιμο να θυμηθούμε πάλι μία πολύ σημαντική παράμετρο, που χωρίζει σαν ένας βαθύς γκρεμός τη σύγχρονη σκέψη από την προβιομηχανική. Πριν τον γκρεμό αυτό, εκεί που το βλέμμα μας ατενίζει τον ορίζοντα, βρίσκεται ένας κόσμος που εμπιστεύεται το μύθο για αυτό που είναι, χωρίς να τον ντύνει με το σοβαροφανές κουστούμι της λογικής. Όσο πιο εναρμονισμένος με τη φύση είναι ο άνθρωπος, τόσο επικοινωνεί μαζί της με όλο του το είναι. Δε νιώθει την ανάγκη να δικαιολογηθεί στη λογική του, ούτε στη λογική κάποιου άλλου. Όσο πιο κοντά βρίσκεται ο άνθρωπος στη φυσική κατάσταση, τόσο η ζωή και η καθημερινότητα είναι πιο κοντά στο παιγνίδι. Όταν κυριαρχεί η λογική και ο ορθολογισμός, επιδιώκοντας να επιβληθούν ολοκληρωτικά ως μοναδικά μέσα προσέγγισης της αλήθειας, τότε ο μύθος πρέπει να απολογηθεί, να στηρίξει με επιχειρήματα τη θέση του. Τότε, όμως, χάνει και την υπόστασή του, γίνεται σκόνη η ουσία του και μένει ως ένα απλό διήγημα, ένα «ανωφελές διήγημα», που καλό θα ήταν να έχει τουλάχιστον ένα ηθικό δίδαγμα, ώστε να μείνει, έστω έτσι, κάτι χρήσιμο και ωφέλιμο από αυτό. Ακριβώς όμως εκεί, πίσω από τον γκρεμό, προσπαθούμε να κοιτάξουμε με τα κιάλια της φαντασίας μας, μήπως καταφέρουμε, έστω και λίγο, να απαλλαγούμε από το διδακτισμό του μύθου και τα επιχειρήματα της λογικής, που θέλει να διαφεντεύει εξ ολοκλήρου τη σκέψη μας. Για αυτό θα αφήσουμε, όσο είναι δυνατό σε ένα τέτοιο κείμενο, χώρο στον μύθο να αναπνεύσει, χωρίς να προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι είναι «πραγματικός».

Έτσι, λοιπόν, δεν αναζητούμε στο μύθο του «χρυσού γένους» μία ιστορική αλήθεια, αλλά έναν τρόπο ζωής και σκέψης διαφορετικό, όπου ο διαχωρισμός ανάμεσα στο μύθο και το λόγο ήταν περιττός και αχρείαστος. Πολλές φορές εξετάζουμε τις πρώιμες κοινότητες σαν υπερπροστατευτικοί γονείς που νοιάζονται μόνο για το τι φοράει και τι τρώει το παιδί τους και όχι για αυτό που σκέφτεται. Επειδή μόνο αυτά αποδεικνύονται λογικά, οι επιστήμονες απαριθμούν με εξαντλητική ακρίβεια, που μπορεί να τους πάρει μία ολόκληρη ζωή, πόσα εργαλεία, πόσα αγγεία, πόσα οικήματα βρήκαν στον τάδε ή στον δείνα οικισμό, γιατί χρειάζονται αποδείξεις. Συγκεντρώνουν αποδείξεις και στοιχεία, μελετούν σαν ντέντεκτιβ τη ζωή, σα να ήταν ένα έγκλημα. Αλλά συχνά μένουν εκεί, γιατί τα άλλα είναι στη σφαίρα της φαντασίας, είναι μη έγκυρα, άρα καλό είναι να τα κρατάμε μόνο για κανένα ντοκιμαντέρ, καμία ταινία ή για να εντυπωσιάσουμε τους ακροατές σε κάποιο συμπόσιο. Δε διεκδικούμε, λοιπόν, την ιστορική ακρίβεια, για αυτό και δεν επικαλούμαστε άμεσα κάποια επιστημονική βιβλιογραφία σε κανένα από τα κείμενά μας, όπως θα κάναμε αν γράφαμε μία ακαδημαϊκών αξιώσεων εργασία, αλλά παραθέτουμε σχετικά βιβλία, που μας έδωσαν ιδέες και γνώσεις και δε μας εφοδίασαν απλώς με μερικά ακόμη λογικά επιχειρήματα, ούτε τα αντιμετωπίσαμε ως αυθεντίες. Άλλωστε, ένα βιβλίο είναι ένα σύνολο από το οποίο ο καθένας παίρνει αυτό που μπορεί να δει καλύτερα.

Η απαρχή του κόσμου

«Όλοι οι θεοί, όλοι οι παράδεισοι,
Όλοι οι κόσμοι βρίσκονται μέσα μας». Joseph Campbell

Οι αρχαϊκές κοινωνίες ήταν διαποτισμένες με το μύθο του αρχαίου παραδείσου, που δεν ήταν απλώς μία νοσταλγία για το παρελθόν, αλλά και μία προσπάθεια να τον επαναφέρουν στην καθημερινότητά τους. Άλλωστε, νόστος είναι η επιστροφή και η νοσταλγία εμπεριέχει ταυτόχρονα και το άλγος, δηλαδή τον πόνο. Η νοσταλγία είναι μία επίπονη επιστροφή, όχι μία εύκολη υπόθεση και προϋποθέτει πολλές ενέργειες από την πλευρά μας για να ολοκληρωθεί, δεν είναι ένας ρεμβασμός στην αιώρα μας εν ώρα καλοκαιρινής μέθης. Έτσι, λοιπόν, σε αυτές τις πρώιμες κοινωνίες οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν με ιερότητα ό,τι τους περιέβαλλε, το καθημερινό ήταν αδιαχώριστο από αυτή την ιερότητα, που έδινε θεϊκή πνοή σε όλα τα πλάσματα, ακόμη και στις πέτρες. Το υλικό και το πνευματικό δεν ήταν ένα δίλημμα, αλλά αδιαίρετη ενότητα. Ωστόσο, αυτοί που πιστεύουν ότι ο πρωτόγονος άνθρωπος ήταν ένα είδος θηρίου, που έδειχνε τυφλή πίστη σε όσα θεωρούσε ιερά, που ήταν λίγο χαζός και ευκολόπιστος, αλλά και αρκετά άγριος και αιμοβόρος, ώστε το αρσενικό να σέρνει το θηλυκό από τα μαλλιά μέσα στη σπηλιά του και το μόνο που ήθελε ήταν να τρώει ωμό κρέας, μάλλον έχουν δει πολλές αμερικάνικες κωμωδίες. Έτσι και αλλιώς, είναι απείρως βολικό για τους κυρίαρχους να παρουσιάζουν ως εξευτελιστικές τόσο τις σχέσεις όσο και το σύνολο της διαβίωσης των πρωτόγονων ανθρώπων. Για τους πρωτόγονους λαούς όλη η φύση πάλλεται από ζωή, «μιλάει», ακόμη και αν είναι μία πέτρα, ένα ποτάμι, ο ήλιος και η σελήνη. Ο υλικός κόσμος είναι κάτι πέρα από όσα βλέπει το μάτι, μέσα από το μύθο ενώνεται και γίνεται ένα καθημερινό παιγνίδι με την ολότητα. Ο μύθος γίνεται το όχημα, για να συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής. Οι πρώιμες κοινωνίες, όπως λέει ο Campbell, μάθαιναν ότι «η ζωή υπάρχει σκοτώνοντας και τρώγοντας και αυτή είναι η ουσία της ζωής· αυτό είναι το μεγάλο μυστήριο με το οποίο πρέπει να ασχοληθούν οι μύθοι».

Ο «προϊστορικός» κυνηγός αντιμετωπίζει το μύθο με την ίδια σημασία που αντιμετωπίζει την επιβίωσή του. Όταν πρέπει να σκοτώσει ένα ζώο, που πρώτα θα το κυνηγήσει, για να το φάει και να επιβιώσει, όχι για να συσσωρεύσει ένα εμπόρευμα, αλλά γιατί του είναι απολύτως απαραίτητο, τότε πρέπει να κάνει και μία υπέρβαση. Πρέπει να σκοτώσει κάτι που θεωρεί ιερό, όπως όλα όσα τον περιβάλλουν· είναι σα να αναγκάζεται να παρέμβει σε αυτό το περιβάλλον, γιατί διαθέτει τη συνείδηση της πνευματικής σχέσης με τον κόσμο. Για να μη σπάσει αυτή την πνευματική σχέση, χρησιμοποιεί το μύθο, δηλαδή την έκφραση της πνευματικότητάς του. Για αυτό δεν χρησιμοποιεί τα ζώα, αλλά τα τρώει και ό,τι απομένει το θάβει, προκειμένου να συνεχίσει να ζει ως μία άλλη μορφή ζωής. Σήμερα οι περισσότεροι θα το θεωρούσαν ανοησία, αλλά δείχνει μία βαθιά σοφία, που ενώνει τη ζωή και το θάνατο. Άλλωστε, ακόμη και στο σημερινό κατακερματισμένο κόσμο που ζούμε, εξακολουθούμε να διατηρούμε το δέος του θανάτου όχι μόνο για τους ανθρώπους που αγαπάμε, αλλά ακόμη και για τα κατοικίδια ζώα μας. Ο θάνατος είναι μια αλλόκοτη αλλά και οριστική παρένθεση στο ταξίδι της ύπαρξης και ο απολίτιστος άνθρωπος νιώθει ένα φυσικό δέος κάθε φορά που τον αντικρίζει. Είτε μιλάμε για τον αρχέγονο κυνηγό είτε για τον άνθρωπο του σήμερα, η λογική δηλώνει ανεπάρκεια αν κληθεί μόνη της να απαντήσει στο άγνωστο και ακατανόητο ζήτημα του θανάτου. Γι’ αυτό οι απολίτιστοι άνθρωποι καταδύθηκαν από νωρίς στο ονείρεμα, στον μύθο και την τέχνη. Αυτή η αγάπη για τη ζωή, λοιπόν, περιέβαλλε τον άνθρωπο που ζούσε από το κυνήγι και τον έφερνε σε οριακό σημείο, όταν έπρεπε να σκοτώσει μια άλλη ζωή για να τραφεί. Μάλιστα, αυτή η πράξη δείχνει μία σοφία, στοιχεία της οποίας βλέπουμε στην «αρχή της διατήρησης της ενέργειας», όπως έχει οριστεί απ’ τους φυσικούς. Τίποτε δεν πεθαίνει, αλλά συνεχίζει να υπάρχει με άλλη μορφή.

Οι θεότητες στο ανθρώπινο πάνθεον αρχίζουν να γίνονται όλο και πιο σκοτεινές από τη στιγμή που οι άνθρωποι μπαίνουν στα δεσμά του πολιτισμού. Συχνά το ζενίθ της θρησκευτικής φρικαλεότητας, οι ανθρωποθυσίες, σχετίζονται με την έκκληση για καλύτερη σοδειά, δηλαδή ιδανικότερες συνθήκες για τις γεωργικές εργασίες. Ο άνθρωπος πιστεύει πλέον, πως το ξύλινο δόρυ του και η ικανότητα του στο κυνήγι δεν είναι αρκετά για να τον θρέψουν. Τα ανταλλάσσει, λοιπόν, με την τσάπα. Και σκάβει την γη, μοχθεί ίσως και περισσότερο αλλά δεν ορίζει πλέον την επιβίωση του. Όση μαστοριά και αν επιδεικνύει στο χωράφι, πάντα κοιτάζει με λατρεία ή μίσος τον ουρανό. Η σωστή αναλογία ήλιου-βροχής μπορεί να γεμίσει την αποθήκη του και η λάθος να τον οδηγήσει στην λιμοκτονία. Το βλέμμα του είναι στραμμένο έτσι συνέχεια ψηλά. Η Γη αρχίζει και υποτάσσεται στον ουρανό γιατί από μόνη της δεν μπορεί πια να τον θρέψει. Και όταν έρχεται η πρώτη μεγάλη πείνα, η ανθρωπινότητα δίνει σιγά – σιγά την θέση της στο μίσος. Γιατί είχε ξηρασία ή πλημμύρες και πεινάσαμε; Κάτι πρέπει να κάνουμε, γιατί ο ουρανός μας τιμωρεί… Το μη φυσικό –δηλαδή το να φυτευτεί ένας σπόρος από ανθρώπινο χέρι– δημιούργησε και μη φυσικά αιτήματα προς το υπερβατικό. Οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες δεν είχαν παρόμοιες απαιτήσεις από το υπερβατικό στοιχείο. Η τροφή τους εξαρτιόταν αποκλειστικά από τις δικές τους ικανότητες στο κυνήγι. Αν συνέβαινε μία γενικότερη φυσική καταστροφή (π.χ. ξηρασία) και αυτό είχε σοβαρές επιπτώσεις στην πανίδα, τότε το θεωρούσαν ως ένα συνολικότερο φυσικό πρόβλημα και μετακινούνταν, για να βρουν αλλού τροφή. Ο κόσμος, έτσι, δεν ήταν ιδιοκτησία, αλλά ένα μονοπάτι, όπως τον έβλεπαν και οι Αβορίγινες, που μέχρι την εισβολή των λευκών στην Αυστραλία ήταν αποκλειστικά τροφοσυλλέκτες και κυνηγοί. Μια σοδειά καλαμποκιού που καταστράφηκε από ένα βάκιλο δημιουργεί διαφορετικά συναισθήματα. Τόση δουλειά και να πάει χαμένη; Γιατί να πεθάνουμε από την πείνα, ενώ τα άγρια ζώα και φυτά ευημερούν; Να, ίσως, ο πρώτος υπερτροφικός εγωισμός. Και ό,τι τρέφεται από δόλια συναισθήματα, αναπόφευκτα έχει και καταστροφικά αποτελέσματα. Πλήρης υποταγή των ανθρώπων στη θεότητα. Ας ξεριζώσουμε μερικές καρδιές, μήπως και δεν ξανθίσει το καλαμπόκι.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 129, Ιούλιος-Αύγουστος 2013

Είναι πιθανόν οι ρίζες του πολιτισμού να έχουν συνδεθεί με τη γέννηση και τη θεμελίωση της έννοιας «φυλακή». Μετά την τσάπα ο άνθρωπος, που πλέον έχει γυρίσει την κλεψύδρα και η άμμος της, που συμβολίζει την ελευθερία του, χάνεται σιγά-σιγά στον χρόνο, επινοεί την πρώτη φυλακή. Εξημερώνει άγρια ζώα και τα εκμεταλλεύεται για φαγητό και ένδυση κυρίως. Η μετατροπή του ανθρώπου-κυνηγού σε άνθρωπο-κτηνοτρόφο γίνεται ακόμη ένας δυνατός βοριάς στον ανεμόμυλο του πολιτισμού. Έτσι αρχίζει η φυλάκιση και εκμετάλλευση άλλων πλασμάτων. Μαλλί, γάλα και στο τέλος κρέας και δέρμα (ανάλογα με το είδος). Ο άνθρωπος μοιράζεται πλέον την τροφή του με τα ζώα που εκτρέφει. Τα φροντίζει και τα περιποιείται ενδεχομένως, για να τα εκμεταλλευτεί… καλύτερα. Αναπτύσσει έντονη οικειότητα με ένα άλλο είδος, για πρώτη φορά, πέρα από το δικό του. Η μοιρασιά της τροφής –στοιχείο δεσίματος στις κοινότητες των κυνηγών– δεν είναι γεγονός πλέον που ορίζει σχέσεις συντροφιάς. Τρέφω ένα άλλο πλάσμα και νοιάζομαι για αυτό, με σκοπό να το εκμεταλλευτώ όσο γίνεται και στο τέλος να του αφαιρέσω και τη ζωή. Ο πρώτος κτηνοτρόφος σίγουρα θα είχε στιγμές συναισθηματικής σύγχυσης το δίχως άλλο. Ο άνθρωπος-κυνηγός δεν προλάβαινε –πώς ήταν δυνατόν άλλωστε;– να αναπτύξει κανένα άμεσο, συναισθηματικό δεσμό με τα θηράματά του. Η διαδικασία της δολοφονίας για αυτόν είχε άλλη σημασία, δεν έχανε την υπερβατικότητά της, καθώς ήταν μία παρέμβαση στην ενότητα.

Η διαδικασία εκτροφή-φροντίδα-εκμετάλλευση-φόνος έφερε στο προσκήνιο ένα νέο πλέγμα συναισθημάτων για τον άνθρωπο. Είναι σχεδόν βέβαιο πως γέννησε μέσα του μια πρώιμη μορφή σαδισμού. Τα όνειρά του θα αλλάξουν άρδην. Ο άνθρωπος φτιάχνει την πρώτη φυλακή και είναι βέβαιο πως δεν θα αργήσει να την χρησιμοποιήσει και εναντίον άλλων ανθρώπων. Είναι, επίσης, βέβαιο πως δημιουργούνται οι γονιμότερες προϋποθέσεις για να γεννηθεί η τέχνη της εξαπάτησης. Σε φροντίζω, σε ταΐζω, σε προστατεύω και στο τέλος σε σκοτώνω. Τα ονειρέματα του θα γίνουν πιο σκοτεινά, πιο βίαια και αυτός θα αισθανθεί έντονα την γεύση της ενοχής. Δεν είναι πια το ξύλινο δόρυ του, που τον ταΐζει, ούτε μόνο η τσάπα, αλλά η υποταγή μέσω της φυλάκισης. Τα ζώα πλέον δεν είναι μόνο ελεύθερα, αλλά εγκλωβίζονται βίαια στην φυλακή του πολιτισμού. Αλήθεια, πόσο στέρεα μπορούν να είναι τα θεμέλια του πολιτισμού, όταν αυτός χτίστηκε με εργαλεία την αιχμαλωσία και τον σαδισμό; Ο «άγριος» κυνηγός θα σάστιζε, αν είχε το θλιβερό προνόμιο να παρατηρήσει κάτι τέτοιο. Μήπως τελικά η μόνη «μηχανή» που δεν αποκτηνώνει την ανθρώπινη τρυφερότητα είναι ο λόγος; Πάντως είναι ξεκάθαρο πως η κυριαρχία τις τελευταίες δεκαετίες εστιάζει όλο και περισσότερο στη γλώσσα και στο πώς θα της επιτεθεί. Κράτα τη γλώσσα σου άνθρωπε, αρκεί να λες μόνο ψέματα με δαύτην. Κράτα τη φαντασία σου, όσο σου χρειάζεται, για να κάνεις μόνο οράματα πλουτισμού. Δώσε μου τον κόσμο μέσα σου και εγώ θα σου χαρίσω την ψηφιακή νιρβάνα. Εγώ είμαι ο κύρης σου, όλα όσα βλέπεις γύρω σου πλέον είναι δικά μου. Πες αντίο στο κελάηδισμα του αηδονιού, στο αργυρό φως των πυγολαμπίδων, στο θρήνο της κουκουβάγιας το μαλακό σκοτάδι, γιατί εγώ σε έκλεισα σε τσιμεντένιο κλουβί αλλά εσύ χαμογελάς ευχαριστημένος. Εγώ είμαι το πανίσχυρο κράτος, εσύ με έφτιαξες για να σε διαφεντεύω. Πώς μπορώ, λοιπόν, να σε απογοητεύσω;

Όσο η εικόνα κυριαρχεί του λόγου, η φαντασία θα γίνεται ένας σωρός με κοπριές. Η φυσική διαδικασία της οπτικοποίησης του λόγου μέσω του ανθρώπινου νου πνέει τα λοίσθια. Η κυριαρχία προσπαθεί μέσα από τη δολοφονία της έμπνευσης να μας παρουσιάσει τον τεχνητό της κόσμο ως κάτι δεδομένο. Κατά τη διάρκεια μιας ενδιαφέρουσας αφήγησης, ο καθένας σχηματοποιεί τις δικές του εικόνες. Αλλιώς είναι ένα μωβ κυκλάμινο για κάποιον, αλλιώς για έναν άλλον, έστω κι αν η ουσιώδης απεικόνισή του έχει πολλά κοινά στους δύο παρατηρητές. Η δυνατότητα να έχω τις εικόνες για τον δικό μου κόσμο είναι αναμφίβολα δείκτης ελευθερίας. Ακόμη και οι λεγόμενες «καταστάσεις κοινής πραγματικότητας» σε συνθήκες ελευθερίας σίγουρα θα ερμηνεύονταν πολύ διαφορετικά από τον κάθε παρατηρητή. Έχει μεγάλη σημασία για τους εξουσιαστές να επιβάλουν πανομοιότυπες αντιλήψεις για τα πάντα γύρω μας. Και ο κατακλυσμός από εικόνες σε τηλεόραση και διαδίκτυο επιχειρεί να το κάνει πράξη. Είναι πάλι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Αβοριγίνων, που οι λέξεις τους ήταν τραγούδια. Πολλοί υπέρμαχοι της εξέλιξης πιστεύουν ότι η γραφή είναι ένδειξη ανωτερότητας ενός πολιτισμού. Ένας άνθρωπος, όμως, που δεν χρησιμοποιούσε τόσο την γραφή, διέθετε εντυπωσιακά καλύτερη μνήμη από έναν σύγχρονό μας άνθρωπο, που τα εμπιστεύεται όλα στα συγγράμματα και στις συσκευές αποθήκευσης σκέψης (όσης έχει απομείνει). Πολλές ελεύθερες φυλές είχαν εξασκηθεί στην απομνημόνευση μακροσκελών ιστοριών, ποιημάτων και τραγουδιών. Ακόμη και το λεξιλόγιο πολλών λαών χωρίς γραφή υπήρξε πολύ πιο σύνθετο από τις σύγχρονες γλώσσες. Συχνά, για να ειπωθούν στην συντροφιά οι ιστορίες τους, χρειάζονταν ώρες ακόμη και μέρες! Δεν είχαν, όμως, ούτε να σταθούν στην ουρά για να πληρώσουν την ΔΕΗ, ούτε να χάσουν την μέρα τους σε ένα ατέλειωτο μποτιλιάρισμα. Τι κορόιδα, τελικά, αυτοί οι αρχαίοι κυνηγοί, να ακονίζουν γενιές και γενιές τέτοια μνήμη, ενώ όλοι εμείς θα χωρούσαμε σήμερα όλες μα όλες τις ιστορίες τους σε ένα απλό «στικάκι»! Την ελευθερία μου για λίγη ριμάδα νανοτεχνολογία, λοιπόν…

Είναι σημαντική η στιγμή που για πρώτη φορά ο αρχαίος άνθρωπος λέει ένα ψέμα. Ήταν άραγε η εξιστόρηση μιας γοητευτικής ιστορίας ή ένα εργαλείο εξαπάτησης; Έτσι και αλλιώς, στην πρώτη περίπτωση δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ψεύδος. Σίγουρα όχι ως εργαλείο εξαπάτησης. Εξάλλου η φαντασία δεν έχει όρια· ακόμη και όλες μαζί οι λέξεις δεν θα μπορούσαν να την αγκαλιάσουν με σιγουριά. Ποια να ήταν άραγε η επίδραση των σκιών στη φαντασία του αρχαίου ανθρώπου; Πολλά ερωτήματα μένουν αναπάντητα, αλλά ίσως ο καθένας να δώσει τις δικές του απαντήσεις μέσα του. Μπορεί η διαδρομή μας σε αυτό τον κόσμο να είναι ο «δεμένος» σπόρος και ο θάνατος το «σκάσιμό» του, για να γεννηθεί ένα τρυφερό βλαστάρι ζωής σε μια εξωκοσμική σφαίρα ύπαρξης. Ο σπόρος, όμως, αυτός θα είναι φυτεμένος απ’ το αόριστο χέρι της τυχαιότητας και όχι απ’ το πολιτισμένο χέρι κάποιου γεωργού.

«Χρυσούν γένος»

Ο Ησίοδος δεν ήταν ένας ποιητής που απήγγειλε ή τραγουδούσε τα ποιήματά του στις αυλές των βασιλιάδων. Ήταν ένας βοσκός, που διασκέδαζε τις ώρες του, συνθέτοντας και ανασυνθέτοντας ιστορίες που είχε ακούσει από παλιότερες εποχές. Από τα έργα του που έχουν σωθεί μπορεί εύκολα κανείς να αντιληφθεί ότι εκτιμούσε πολύ την απλή ζωή, κοντά στη φύση, βόσκοντας πρόβατα ή βοηθώντας τον πατέρα του να καλλιεργήσει τη γη. Παρ’ ότι οι δραστηριότητες του ήταν τα αρχέτυπα του πολιτισμού, αυτό δεν αλλάζει το ότι η επαφή του με τον φυσικό κόσμο ήταν σαφώς πιο άμεση και έντονη από την αντίστοιχη επαφή ενός ανθρώπου της πόλης. Στο ποίημά του «Έργα και Ημέρες», απευθύνεται και εναντιώνεται στον τρόπο ζωής του αδερφού του, ο οποίος βάζει τελείως διαφορετικές προτεραιότητες στη ζωή του και κάνει σχέδια πλουτισμού και κοινωνικής καταξίωσης. Τον κατηγορεί ότι κολακεύει τους «δωροφάγους» άρχοντες, που τους χαρακτηρίζει ανόητους («νήπιοι»), γιατί δεν καταλαβαίνουν πόση σημασία έχουν όσα είναι αναγκαία για τη ζωή και πόσο ωφέλιμα μπορεί να είναι τα απλά άγρια λουλούδια, όπως η μολόχα και ο ασφόδελος, που μπορούν να βοηθήσουν έναν φτωχό άνθρωπο να επιβιώσει (Ησίοδος, στ. 37-48). Παρουσιάζει τον Δία εκδικητικό με τους ανθρώπους, όταν ο Προμηθέας τον εξαπάτησε σε μία θυσία ζώου. Σε απάντηση ο Δίας πήρε από τους ανθρώπους τη φωτιά, που ήδη διέθεταν και σκάρωσε για αυτούς μια παγίδα, την Πανδώρα, μία γυναίκα, που ενώ φαινόταν να έχει όλα τα δώρα, έστειλε στους ανθρώπους συμφορές με την περιέργειά της. Είναι ο γνωστός μύθος της περιέργειας, που υιοθετεί κατόπιν και ο Ιουδαϊσμός, δίνοντας στην γυναίκα πάλι το ρόλο αυτής που με την περιέργειά της έφαγε το μήλο της γνώσης. Σε αυτό τον μάλλον σεξιστικό μύθο, που θέλει τη γυναίκα πηγή συμφορών δε θα μείνουμε προς το παρόν, αλλά τον αναφέρουμε εδώ, γιατί υπήρξε ένα όριο, που έδωσε τέλος στην εποχή που οι άνθρωποι ζούσαν στη γη σαν θεοί, χωρίς συμφορές, χωρίς να κοπιάζουν και χωρίς βαριές αρρώστιες και θάνατο. Αυτή είναι η εποχή του «χρυσού γένους» κατά τον Ησίοδο.

Την ευτυχισμένη αυτή εποχή την χαρακτηρίζει και ως «εποχή του Κρόνου», γιατί τότε ο Κρόνος κυβερνούσε στον ουρανό. Οι άνθρωποι τότε, λέει, ζούσαν σα θεοί, με την καρδιά δίχως θλίψη και δυστυχίες, δεν είχαν ελεεινά γηρατειά (δειλόν γήρας), αλλά χωρίς να αλλάζουν τα πόδια και τα χέρια τους απολάμβαναν τη ζωή και πέθαιναν σαν παραδομένοι σε ύπνο. Είχαν όλα τα αγαθά, καθώς η γη τους έδινε από μόνη της («αυτομάτη») πολύ και άφθονο καρπό (Ησίοδος, στ. 109-119). Μέσα στους δέκα αυτούς στίχους του, μας δίνει μία περιεκτική περιγραφή μιας εποχής, όπου μπορεί οι άνθρωποι να ήταν θνητοί, αλλά ζούσαν σαν θεοί, καθώς δεν υπέφεραν και πέθαιναν ήσυχοι. Το ότι η γη από μόνη της έδινε καρπούς δείχνει ότι δεν την καλλιεργούσαν προφανώς. Αξίζει όμως να σημειωθεί και κάτι ακόμη· ο Ησίοδος τοποθετεί χρονικά αυτή την εποχή στα χρόνια του Κρόνου. Ο πατέρας του Δία, είχε ξεγελάσει τον πατέρα του Ουρανό, για να πάρει τη θέση του. Ήταν μια θεότητα (Τιτάνας για την ακρίβεια), που λατρευόταν σε λόφους και βουνά (το όνομα Όλυμπος, που ακόμη και σήμερα διατηρείται σε αρκετά τοπωνύμια πέρα από το γνωστό βουνό, δήλωνε πιθανότατα γενικά το όρος, το ύψωμα). Ο Κρόνος θα πρέπει να λατρευόταν πολύ από τους κατοίκους του αιγιακού χώρου, πριν παραγκωνιστεί από τη λατρεία του γιού του Δία. Ωστόσο, ως την ύστερη αρχαιότητα ήταν προστάτης των καταπιεσμένων. Στον ελλαδικό χώρο, κατά τη διάρκεια των γιορτών προς τιμήν του, οι δούλοι ήταν ίσοι με τους ελεύθερους. Το ίδιο γινόταν με τα Σατουρνάλια στη Ρώμη, που ουσιαστικά λάτρευαν τον ίδιο θεό (Saturnus = Κρόνος). Επρόκειτο για οργιαστικές γιορτές με παγανιστικά χαρακτηριστικά, με πολλά γλέντια και ανταλλαγές δώρων. Ο χαρακτήρας του Κρόνου ήταν ειρηνικός και θεωρούνταν, επίσης, βασιλιάς της νήσου των Μακάρων.[1]1 Στον ελλαδικό χώρο έχουν αποδειχτεί ανασκαφικά αυτές οι προελληνικές περίοδοι χωρίς πολέμους. Δεν είναι τυχαίο ότι τον διαδέχτηκε ο γιος του Δίας, που αντιστοιχούσε στην εποχή των ιερατείων, των βασιλιάδων, αλλά και κατόπιν των δημοκρατικών αρχόντων και των νόμων τους, που έχει ως σύμβολο τον χρυσό ιερό ζυγό της δικαιοσύνης. Ούτε μπορούμε να παραβλέψουμε ότι κόρη του Κρόνου ήταν και η Δήμητρα, η θεά της γεωργίας. Άλλωστε, πάλι ο Ησίοδος λέει χαρακτηριστικά στην «Θεογονία» του για τον Δία, ότι διευθέτησε όλους τους νόμους ωραία για τους ανθρώπους και όρισε προνόμια (στίχοι 72-73). Ο Δίας νίκησε τον πατέρα του Κρόνο με τη βοήθεια των παιδιών της Στύγας, δηλαδή τον Ζήλο, τη Νίκη, το Κράτος και τη Βία, για αυτό και κάθονται πλάι του στον θρόνο, όταν αυτός γίνεται βασιλιάς θεών και ανθρώπων (στ. 383-394).

Όταν χάθηκαν οι κάτοικοι της εποχής του «χρυσού γένους», έγιναν πνεύματα, κάτι σαν αγαθά φαντάσματα, που φύλαγαν τους ανθρώπους των κατοπινών εκφυλισμένων εποχών. Μετά το χρυσό, ήρθε το αργυρό, ακολούθησε το χάλκινο (πολεμικό), αυτό των ηρώων και τέλος το σιδερένιο (Ησίοδος, Έργα και Ημέρες, στ. 120-201). Ο μύθος των γενών πρέπει να ήταν πανάρχαιος και έχει τις ρίζες του στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, κάτι που του δίνει πανανθρώπινα χαρακτηριστικά. Τον βρίσκουμε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε κάθε μυθολογία. Δε θα πρέπει όμως να μας δίνει την εντύπωση ότι εξέφραζε τη βεβαιότητα πως ο κόσμος βαδίζει σε ένα μονοπάτι παρακμής, όπου «κάθε πέρσι και καλύτερα». Δεν αποτελεί απλοποίηση μίας αντίληψης ότι ο κόσμος οδεύει προς την καταστροφή. Ο χρόνος, στις περισσότερες περιπτώσεις εκλαμβανόταν και ως επανάληψη και ως κύκλος και όχι ως μία γραμμική πορεία προς κάποιο σημείο. Περισσότερο μάλλον νοσταλγεί μία εποχή ελευθερίας, όπου οι άνθρωποι ζούσαν ελεύθεροι κοντά στη γενναιόδωρη φύση και δεν γερνούσαν υπό τη σκλαβιά του φόβου και της δουλειάς-δουλείας. Ή θα μπορούσε να σημαίνει ότι ο κόσμος αυτός ήταν μία πολύτιμη και σεβάσμια κληρονομιά που έπρεπε να διαφυλαχτεί, προκειμένου να μην καταστραφεί. Γι’ αυτό, στο επόμενο κεφάλαιο θα δούμε πώς αντιμετώπισαν την ίδια ιστορία στους μύθους τους και οι άλλοι λαοί.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 129, Ιούλιος-Αύγουστος 2013

[1]  Η φράση «νήσοι των Μακάρων» μάλλον αρχικά δήλωνε τα νησιά όπου μετανάστευαν κάποιες φορές οι θεοί και βρίσκονταν στο πλάι του Ωκεανού. Ήδη όμως στην εποχή του Ησίοδου, σήμαινε τα νησιά των ευτυχισμένων ανθρώπων.

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License