Ο Ιδεαλισμός που κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει!


«Σκεφτείτε, κύριε, αν μπορούσαμε να ξέρουμε την ατομική ιστορία, τα ονόματα, το χαμόγελο, τα όνειρα, τις αγάπες, τις επιθυμίες και τις δημιουργικές ικανότητες των εκατομμυρίων νεκρών των πολέμων, αν τους γνωρίζαμε σαν τ’ αδέρφια μας, σαν τους ανθρώπους που μεγαλώσαμε μαζί και ονειρευτήκαμε μαζί, τι διάσταση θα είχε για μας η ανθρώπινη ιστορία και πόσο άγρυπνοι και προσεχτικοί θα ήμασταν σε κάθε επιλογή της εξουσίας, σε κάθε ιδεολογική πρόταση…» Χρόνης Μίσσιος, «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;»

Το κράτος, θέλοντας να επιβάλει το δίπολο καλών κακών και την όξυνση των άκρων, τοποθετεί από τη μια τους ακροαριστερούς (με τις «αντιεξουσιαστικές» συνιστώσες τους) και από την άλλη τους ακροδεξιούς ως τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μόνο που το νόμισμα δεν έπεσε κορώνα ή γράμματα, στάθηκε όρθιο. Αυτά τα δίπολα τρέφουν κάθε κυριαρχία, γίνονται τα δεκανίκια της και τη σώζουν από τις δύσκολες καταστάσεις που περνάει. Την ταΐζουν με φροντίδα, μέχρι να ξαναστηθεί στα πόδια της και να μας τσακίσει. Γι’ αυτό δεν θελήσαμε να αρκεστούμε σε μία ακόμη ιστορική παρουσίαση της κτηνωδίας των ναζί, αν και αυτή είναι πάντοτε χρήσιμη ως μνήμη, που δείχνει μέχρι που μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη διάβρωση από την εξουσία. Πολλοί είπαν ότι από τότε και μετά ο κόσμος δε θα ’ταν πια ο ίδιος και ίσως έχουν δίκιο. Μιας και πολύς λόγος γίνεται τελευταία σχετικά με την «φασιστική απειλή», θεωρήσαμε σημαντικό να εξετάσουμε όσα πυροδότησαν κυρίως το ναζισμό, γιατί αυτές είναι οι αιτίες που κατά βάθος υπάρχουν και εμφανίζονται με πολλά ονόματα σε όλες τις εποχές, της τωρινής μη εξαιρουμένης, βέβαια. Και πολλές φορές έχουν και το όνομα του «καλού» της ιστορίας. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι η απολυταρχία, ως μία ακόμη μορφή κρατισμού, αποτελεί μία ακόμη μορφή υποδούλωσης των ανθρώπων στην κυριαρχία, την πλέον φανερή.

Ο εθνικοσοσιαλισμός ως ένα ακόμη πρόσωπο του κράτους, δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Έχει τις ρίζες του σε δεκαετίες ή και αιώνες μισαλλοδοξίας, ρατσισμού και εθνικισμών, που προηγήθηκαν. Η ιδεολογική πλατφόρμα μιας τέτοιας μορφής κρατισμού έλκει την προέλευσή της και από έναν αριθμό «λογίων», που μέσα από εξουσιαστικούς θεσμούς (πανεπιστήμια, ιδρύματα μελέτης άλλων πολιτισμών κλπ.) υπερασπίστηκαν –μέσα από τα φιλοσοφικά και ιστορικά τους πονήματα– τον κρατισμό, το φυλετικό ρατσισμό, τις ανθρωποσφαγές και την εξουσιομανία των εργοδοτών τους. Όταν ανέβαινε ο Χίτλερ στην Ευρώπη, οι ναζιστικές ιδέες και πρακτικές, παρ’ ότι είχαν άλλο όνομα, εφαρμόζονταν και ήταν κοινά αποδεκτές σε πολλά κράτη της Ευρώπης και της Ρωσίας συμπεριλαμβανομένης. Ο αντισημιτισμός, οι απόψεις για τα «υγιή» και «άρρωστα» σώματα, η φυλετική «ανωτερότητα» επιβάλλονταν σε κοινωνίες που οι εξουσιαζόμενοι γεύονταν την επιβολή μέσα από διαφορετικά συστήματα εξουσίας. Η μοναρχική Μ. Βρετανία για παράδειγμα υιοθετούσε παρόμοιες απόψεις σχετικά με την νεότευκτη τότε επιστήμη της ευγονικής σε σχέση με τις απόψεις που παρουσίαζε η δημοκρατική Γαλλία. Το πρόσωπο του κρατισμού είναι εξ ίσου απάνθρωπο. Τα συστήματα επιβολής απλώς προσαρμόζονται –ανάλογα με τον τόπο και χρόνο– με μόνο στόχο την μέγιστη επιβολή της κυριαρχίας στους ανθρώπους.

Οι εθνολόγοι στερέωσαν την επιστήμη τους για πολλά χρόνια, καλλιεργώντας την ιδέα κατώτερων και ανώτερων φυλών και πολιτισμών (αν και στην περίπτωση αυτή κατέστρεψαν κουλτούρες και όχι πολιτισμούς). Η ιδέα, όμως, του πολιτισμού καλλιεργήθηκε σαν κάτι που έπρεπε κανείς να έχει. Όσο απείχε από το ιδεώδες, τόσο κατώτερος θεωρούνταν. Αυτό έκαναν πολλά κράτη (Αγγλία, Γαλλία, Ισπανία, Ολλανδία), που για αιώνες χρησιμοποιούσαν ως εργαλείο καταπίεσης την αποικιοκρατία. Έτσι, προστάτευαν το δικό τους «ζωτικό χώρο». Αντίστοιχα παραδείγματα συναντάμε και στον ελλαδικό χώρο από τη δημιουργία του κράτους με τους λαογράφους, τους φιλολόγους και άλλους επιστήμονες, που έκαναν κάθε προσπάθεια να βρουν και να εφεύρουν όπου χρειαζόταν την ελληνικότητα. Αυτοί οι «εθνοπατέρες» δεν έλειψαν ποτέ. Άλλοτε ήταν ο Πλεύρης και ο Ζουράρις που επισκέπτονταν και μιλούσαν σε σχολεία, ιδιαίτερα για το «Μακεδονικό», άλλοτε κάποιοι επίτιμοι προσκεκλημένοι του κράτους, που ξεπρόβαλαν από κάποιο τηλεοπτικό παράθυρο.

Πρώιμοι αντισημίτες

Ο Μαρτίνος Λούθηρος υπήρξε φανατικός αντισημίτης. Πέρα από την προτεσταντική θεώρηση του χριστιανισμού, για την οποία έμεινε γνωστός, γέννησε και ένα θερμό γερμανικό εθνικισμό. Στο έργο του «Για τους εβραίους και τα ψεύδη τους» (On the Jews and Their Lies), όσα λέει για αυτούς είναι τουλάχιστον προσβλητικά. Τους χαρακτηρίζει ως περιττώματα και μιαρούς, μεταξύ άλλων. Βλέπουμε ότι το ιδεολόγημα του αντισημιτισμού μπορεί να παρατηρηθεί ιστορικά, πολύ πριν την εμφάνιση του ναζισμού, σε όλη την Ευρώπη απ’ τον Λούθηρο μέχρι τον Σαίξπηρ.[1]

Στα 1900 ο Haekel ήταν υπεύθυνος για ένα διαγωνισμό με θέμα «τι μπορούμε να μάθουμε από τις αρχές του δαρβινισμού αναφορικά προς την εσωτερική και πολιτική ανάπτυξη του κράτους;». Το πρώτο βραβείο απονεμήθηκε στο πολύτομο ρατσιστικό έργο του W. Shallmayer, που έγινε ηγέτης της ρατσιστικής βιολογίας. Με αυτό περνάμε από τον εθνικισμό του πνεύματος του Χέγκελ στον εθνικισμό του αίματος και της ράτσας. Αυτή η θεωρία εξέλιξε απλώς τις απόψεις του εγελιανισμού.

Όταν (ξε)γέλασε ο Χέγκελ…

Δεν θα ήταν υπερβολή ν’ αναφέρουμε πως η δυσωδία που απέπνεαν τα πεδία μαχών της Β΄ παγκόσμιας ανθρωποσφαγής ξεκίνησε απ’ τις μουχλιασμένες αίθουσες, όπου δίδασκε ο Χέγκελ, αυτός ο λάτρης του ακατανόητου. Ο ύμνος των φιλοσόφων για το κράτος (κράτος uber alles) πριν τον Χίτλερ εξυπηρέτησε τη συντριβή της ανθρωπινότητας προς όφελος των γραναζιών της λεγόμενης βιομηχανικής επανάστασης. Αφού το λέει ο επιστήμονας-καθηγητής, τότε είναι σωστό και έγκυρο. Όπως για παράδειγμα, όταν ρωτήθηκαν κάποιοι γερμανοί πρώην ναζί γιατί έκαναν ό,τι έκαναν, αυτοί απάντησαν «γιατί πιστέψαμε ότι κάναμε το σωστό», ούτε επειδή φοβήθηκαν, ούτε επειδή εκτελούσαν τις εντολές που είχαν λάβει από τους ανωτέρους τους.

Η επικράτηση της αριστοτελικής λογικής θεώρησε ως δεδομένο ότι κάθε πρόταση, για να θεωρείται αληθινή, θα πρέπει πρώτα να έχει οριστεί ακριβώς και να έχει αποδειχτεί. Πάνω σε αυτή την άποψη στηρίχτηκε όλη η θεωρητική σκέψη από το μεσαίωνα μέχρι σήμερα. Έτσι, οι κάθε λογής επιστήμονες μπήκαν στη διαδικασία να αποδείξουν και όσα ακόμη δεν αποδεικνύονται, λες και το πείραμα και η συστηματική μελέτη οφείλουν να σβήσουν χιλιετηρίδες ελεύθερης περιέργειας και γνώσης σύμφυτες με την ίδια την ανθρωπινή φύση. Έτσι, αν είσαι δουλέμπορος, όπως ο Λοκ για παράδειγμα, θα βρεις τα κατάλληλα επιχειρήματα, για να δικαιολογήσεις την ορθότητα της ιδιότητάς σου με αποδείξεις και σχετικά παραδείγματα. Αν είσαι ρατσιστής ή πολιτικός οποιωνδήποτε πεποιθήσεων που θέλει να ανελιχθεί στην εξουσία, μπορείς με ευκολία να επικαλείσαι οποιαδήποτε από αυτές τις αυθεντίες και τις θεωρίες τους σε βολεύει, ανάλογα με την περίπτωση. Η τέχνη του λόγου χρησιμοποιήθηκε για να αμβλύνει το ύφος της κυριαρχίας, κάνοντάς τη να φαίνεται πιο ανεκτή.

Μπορεί κάποιος να υποστηρίξει, ότι δεν είναι δυνατόν να ευθύνεται ένας συγγραφέας για το πώς θα χρησιμοποιηθεί το κείμενό του και αυτό επίσης ισχύει. Ωστόσο, όταν ο καθένας μας γράφει, κάτι συγκεκριμένο έχει στο μυαλό του και αυτό διαπνέει τη σκέψη του. Όσοι με το όπλο της απόδειξης ισχυρίζονται ότι μόνο αυτοί ξέρουν το σωστό, μάλλον αναζητούν αυθεντίες ή θέλουν να γίνουν οι ίδιοι αυθεντίες. Από την άλλη, πέρασαν αιώνες υπό την επίδραση των θρησκειών, που ως καλοί βοηθοί κάθε είδους εξουσίας, έπεισαν τους ανθρώπους ότι δεν είχαν οι ίδιοι ευθύνη για τη ζωή τους, αλλά αυτή είχε ανατεθεί στο θεό, που φρόντιζε για αυτούς. Από την μία οι αυθεντίες –που και μόνο να πρόφερε κανείς το όνομά τους, αυτό από μόνο του ήταν αρκετό ως επιχείρημα– και από την άλλη άνθρωποι άβουλοι και ανεύθυνοι, που ήταν βέβαιοι ότι η μοίρα τους είναι προδιαγεγραμμένη. Έμενε να προκύψει το πρόβλημα και τότε οι πρώτοι αναδεικνύονταν ως ηγέτες των δεύτερων. Και είναι σημαντικό να τους εξετάσουμε, όχι για να κάνουμε μία φιλοσοφική συζήτηση, αλλά για να δείξουμε ότι οι «υψηλές ιδέες» περί των ανώτερων και κατώτερων ανθρώπων και φυλών υπάρχουν από πολλά χρόνια πριν και μάλιστα σε φιλοσόφους που και σήμερα θεωρούνται ακόμη αυθεντίες. Οι «ανώτερες ιδέες» είναι τα αποδεικτικά στοιχεία για τη γέννηση των τεράτων.

Το 1807 ο Φίχτε άρχισε τις «Ομιλίες προς το γερμανικό έθνος» από το πανεπιστήμιο του Βερολίνου, στο οποίο κατείχε την έδρα φιλοσοφίας. Μιλούσε για την κατωτερότητα των Λατίνων (και ιδιαίτερα των γάλλων) και των εβραίων, που τους χαρακτηρίζει παρακμάζουσες φυλές. Μετά το θάνατο του Φίχτε την έδρα της φιλοσοφικής του πανεπιστημίου του Βερολίνου παίρνει ο Χέγκελ, ο οποίος ενέπνευσε εξίσου τους Μαρξ και Λένιν, όσο και το Β΄ και Γ΄ Ράιχ του Βίσμαρκ και του Χίτλερ.

Η φιλοσοφία του Χέγκελ εμφανίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, μια εποχή που έχτιζε τις ελπίδες της δειλά-δειλά πάνω στη λεγόμενη τεχνολογική πρόοδο. Το ανθρώπινο μυαλό, που μπορούσε να συλλάβει αφηρημένες έννοιες, πίστεψε ότι μπορεί να ξεπεράσει τη φύση και να θεοποιηθεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Ήταν ο ίδιος ο δημιουργός ενός –εφιαλτικού όπως αποδείχτηκε– σύμπαντος. Το πνεύμα του Χέγκελ, όχι μόνο τότε αλλά και τώρα ακόμη, μέσα από το κατάλληλο μίγμα αοριστίας και υπεροχής αποδείχτηκε χρήσιμο για τα σχέδια κάθε είδους εξουσιαστών.[2] Ένας από αυτούς τους εξουσιαστές –και εξουσιομανής εν προκειμένω– ήταν εκείνος που και μόνο η προφορά του ονόματός του είναι αρκετή, για να προσωποποιήσει το κακό, ο Αδόλφος Χίτλερ.[3] Ποια σχέση όμως θα μπορούσε να έχει ένας διαπρεπής φιλόσοφος με τον Αδόλφο Χίτλερ, που μάλιστα έζησε σε μία τελείως διαφορετική εποχή από αυτόν;

Ας εξετάσουμε πρώτα τις προθέσεις του ίδιου του Χέγκελ ως προς τις θεωρίες του, που τις εφάρμοσε σε κάθε τομέα γνώσης (φυσική, ιστορία, φιλοσοφία κλπ.) σε μια γλώσσα ακατανόητη και υπνωτιστική. Τα κείμενα του έχουν την επίδραση των ευαγγελίων στα αυτιά των αμαθών, που απλώς μαγεύονται από τους ήχους των λέξεων και των ψαλμωδιών, χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτε. Αποδέχονταν, όμως, τις ερμηνείες που έδινε ο παππάς στο τέλος της λειτουργίας, υπό την επίδραση του λιβανιού, της θεαματικής τελετουργίας και του υποβλητικού περιβάλλοντος. Έτσι και ο Χέγκελ, σαν άλλος ευαγγελιστής, έγραψε τα ακατανόητα κείμενά του και άφησε τους ιερείς των πανεπιστημιακών εδράνων να τα ερμηνεύσουν και να κάνουν την αποκάλυψη στους αδαείς φοιτητές, που ακούν εκστασιασμένοι. Δεν ξέρουμε αν είχε αυτή την πρόθεση ή μαγεύτηκε και ο ίδιος από τη μεγαλοφυΐα του, αλλά μάλλον τα κίνητρά του ήταν να καθιερωθεί ως αυθεντία όπως δείχνει η ζωή και το έργο του. Το ότι κατάφερε να γίνει μάλιστα αυθεντία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα νταλαβέρια του με το πρωσικό κράτος. Ο «ανώτερος ιδεαλισμός του» έπλασε και καθιέρωσε μία «ανώτερη ηθική» που ταίριαζε με το πανεπιστημιακό κατεστημένο της εποχής.

Τελικά, αυτή η «ήξεις αφήξεις» γλώσσα και θεωρία του Χέγκελ, που βρίθει συμβολισμών κατόρθωσε να υιοθετηθεί τόσο από τους μαρξιστές όσο και από τους φασίστες. Αυτό συμβαίνει πρώτα από όλα γιατί οι σύγχρονοι φιλόσοφοι απευθύνονται στους «ειδικούς», που ξέρουν την ειδική γλώσσα της και την ερμηνεύουν, χωρίς να φτάνει σχεδόν ποτέ αυτή η ερμηνεία έξω από τα όρια της φιλοσοφικής κοινότητας. Με τις ιδέες του εξόπλισε ιδεολογικά το πρωσικό κράτος, στηριζόμενος στις αυθεντίες της αρχαιότητας, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, στυλοβάτες και οι δύο του κρατισμού, που θεωρούσαν φυσική τη διάκριση των ανθρώπων σε κατηγορίες πολιτών και βέβαια τη διάκριση ελευθέρων και δούλων. Έτσι, ο φυλετισμός αναγεννήθηκε μέσα από τις στάχτες του.

Ο Χέγκελ ανανέωσε τη λατρεία για το κράτος, υποστηρίζοντας ότι ο άνθρωπος χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει, σε αυτό οφείλει τη φυσική και πνευματική του ύπαρξη. Και όταν λέμε λατρεία, το εννοούμε κυριολεκτικά. Για τον Χέγκελ, το κράτος είναι η μετενσάρκωση του θεού στη γη. Με τη θεωρία του δεν έκανε μια θεωρία μελέτης της ιστορίας, κατασκεύασε την ιστορία. Το κράτος χρησιμοποίησε ως εργαλείο τη φιλοσοφία του, όχι μόνο για να δικαιολογήσει την παρουσία του, αλλά και για να κερδίσει σε υλικά οφέλη ήδη από την εποχή του. Ήταν πιστός ακόλουθος του Γουλιέλμου Φρειδερίκου Γ΄. Αυτό επιβεβαιώνεται από τον σύγχρονό του Schopenhauer, που αν και συντηρητικός, θεωρούσε τον Χέγκελ ανήθικο. Αλλά και ο ίδιος ο μαθητής και θαυμαστής του Schwegler επιβεβαιώνει την πληρωμένη φιλοκρατική υποταγή του Χέγκελ στο πρωσικό κράτος. Η κλήση του φιλοσόφου στο Βερολίνο για να αναλάβει καθηγητική έδρα έγινε την εποχή που το πρωσικό κράτος χρειαζόταν τους κατάλληλους βοηθούς, για να δικαιολογήσει και ιδεολογικά την πολιτική τού επεκτατισμού του.

Για τον Χέγκελ το κράτος είναι μια από τις υπέρτατες αξίες. Η ιδέα του κράτους ως οργανισμού αποτελεί για αυτόν μία πρόοδο. Το πνεύμα του είναι το πνεύμα του έθνους που διαμορφώνει το κράτος και το κινητοποιεί. Λέει: «το κράτος είναι η ανώτερη αποκάλυψη του ανθρώπινου πνεύματος, η υλοποίηση της ηθικής ιδέας, το ηθικό σύμπαν» και «το κράτος έχει το υπέρτατο δικαίωμα έναντι ενός ατόμου, του οποίου υπέρτατο καθήκον είναι να είναι μέλος του κράτους… διότι το δικαίωμα του παγκόσμιου πνεύματος είναι υπεράνω όλων των προνομίων…». Η σχέση ενός λαού με τους άλλους δεν είναι και πολύ καλύτερη: «ο πόλεμος είναι ο μέγας καθαρτήρας των λαών, οι οποίοι έχουν διαφθαρεί από μακροχρόνια ειρήνη», «μια τόσο ισχυρή μορφή (το κράτος) πρέπει να ποδοπατεί πολλά αθώα άνθη – να συντρίβει πολλά αντικείμενα στο δρόμο της.[…] Όταν έρθει η ώρα της Γερμανίας η αποστολή της θα ‘ναι να αναγεννήσει τον κόσμο». Ο πόλεμος και οι ανθρωποσφαγές έτσι δικαιώνονται.

Στη «Φιλοσοφία του Δικαίου» ο Χέγκελ γράφει, «Η επιστήμη επομένως πρέπει να επιζητεί προστασία από μέρους του κράτους, εφ’ όσον ο σκοπός της επιστήμης είναι η γνώση της αντικειμενικής αλήθειας». Και παρακάτω: «το κράτος πρέπει να προστατέψει την αντικειμενική αλήθεια». Και σε όποιον αναρωτιέται ποια είναι η αντικειμενική αλήθεια, απαντά: «το κράτος πρέπει, γενικά, να αποφασίσει από μόνο του πάνω στο τι πρέπει να θεωρείται αντικειμενική αλήθεια». Είναι, λοιπόν, ξεκάθαρο, πως το κράτος για τον Χέγκελ, οφείλει να είναι ο δημιουργός και προστάτης της… αλήθειας. Κρατισμός και ειλικρίνεια πιασμένοι στοργικά απ’ το χεράκι, σύμφωνα πάντα με αυτόν τον ογκόλιθο των γραμμάτων.

Ο Γουλιέλμος Φρειδερίκος κυβέρνησε «ελέω θεού». Για τον Χέγκελ ο νόμος έρχεται να φέρει ισότητα στη φυσική ανισότητα. Επίσης, ο νόμος ενσαρκώνει την ελευθερία. Επομένως, όσο περισσότεροι νόμοι υπάρχουν, τόση περισσότερη ελευθερία υπάρχει. Και μάλιστα, μόνος κατάλληλος για να ορίσει τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους με νόμους και διατάγματα είναι ο μονάρχης. Μέσα από τη διαλεκτική του προσπάθησε να αποδείξει ότι η μοναρχική Πρωσία είναι η απόλυτη έκφραση της ελευθερίας και μάλιστα το αποκορύφωμα του κράτους, στο οποίο θα πρέπει να φτάσουν και τα υπόλοιπα. Τύφλα να έχει ο Πλάτωνας το άλλο καμάρι του διαλεκτικού φιλοκρατισμού!

Ο Χέγκελ βέβαια δεν εξαναγκάστηκε να διατυπώσει τις φιλοκρατικές του απόψεις, απεναντίας το έκανε με προθυμία, εξασφαλίζοντας την καθηγητική του έδρα. Οι θαυμαστές του τον έλεγαν «δικτάτορα της φιλοσοφίας». Εμπνευσμένος από τον Ηράκλειτο, υποστηρίζει ότι όλα βρίσκονται σε κίνηση, ακολουθώντας μία εξελικτική προοδευτική πορεία. Έτσι, στο πρώτο στάδιο βρίσκεται ο ανατολικός δεσποτισμός, στο επόμενο οι αρχαίες δημοκρατίες και αριστοκρατίες και στο τρίτο και καλύτερο… η γερμανική μοναρχία. Με βάση αυτή τη θεωρία αποδέχεται την ιστορική «δικαίωση», που θέλει την ανθρωπότητα να φτάνει σε έναν ολοκληρωτικό εθνικισμό. Φυσικά δεν του καιγόταν καρφί για το μακελειό, την εξαθλίωση και υποδούλωση που προωθούσαν τα ιδεολογήματα του. Τελικά αυτές οι πανεπιστημιακές «έδρες» και οι καρέκλες που τις συνοδεύουν πρέπει να είναι αφόρητα αναπαυτικές. Γιατί άραγε να δίνει δεκάρα κανείς για το γένος των ανθρώπων μπροστά σε μια τέτοια τρυφηλή προοπτική;

Ο Αλέξανδρος –και οι Σουμέριοι πριν απ’ αυτόν– δημιούργησαν υπερφυλετικές αυτοκρατορίες. Χωρίς να καταργήσουν τις εθνικιστικές διακρίσεις μεταξύ των πρώην πόλεων-κρατών, ανέπτυξαν ένα αυτοκρατορικό σύστημα, ένα συγκεντρωτικό, δηλαδή, σύστημα εξουσίας. Η ιδέα του έθνους-κράτους επανήλθε αρκετά πρόσφατα και τα τελευταία χρόνια αρκετές απόψεις έχουν διατυπωθεί για το πόσο νεαρή είναι σε σχέση με την ανθρώπινη ιστορία, παρ’ όλο που η έννοια του εθνικού κράτους επιβάλλεται ως δεδομένη απ’ την κυριαρχία. Ο Χέγκελ επανέφερε τον εθνικισμό στην απολυταρχική του μορφή. Η γαλλική επανάσταση, πιο πριν, καθιέρωσε τον λαϊκό στρατό, δηλαδή την εθνική στρατολόγηση.

Η άνοδος του εθνικισμού στη Γερμανία την εποχή του Φίχτε εκδηλώθηκε ως αντίδραση στην εισβολή του γαλλικού στρατού από τη μια και ως αντικαταστάτης της χριστιανικής θρησκείας, που είχε παρακμάσει. Ο Χέγκελ αντί να αμβλύνει τις εθνικιστικές υστερίες, τις εκμεταλλεύτηκε και τις χρησιμοποίησε προς όφελος του κράτους και μάλιστα στην απολυταρχική μορφή του. Αυτός ήταν και ο ρόλος του πανεπιστημίου του Βερολίνου, που ιδρύθηκε, για να ενισχύσει το γερμανικό κράτος, όταν αυτό ηττήθηκε από το Ναπολέοντα. Ο Χέγκελ εισήγαγε νέα στοιχεία στον εθνικισμό που ίσχυε ως τότε. Είδε την ιστορία ως το θέατρο των πολέμων μεταξύ των εθνικών κρατών, προκειμένου να επικρατήσει η θέληση του ισχυρού.

Έχει αξία να διαπιστώσουμε τελικά, μεταξύ άλλων, ότι οι πιο εξωφρενικά εξουσιαστικές απόψεις κρύβονται πίσω από τις πιο αμφιλεγόμενες και δυσνόητες φιλοσοφικές μπαρούφες. Φιλόσοφοι σαν τον Χέγκελ παραμόρφωσαν σκόπιμα το λόγο τους, ώστε να κρύψουν την έντονα ρατσιστική και απαξιωτική για την ελευθερία επιχειρηματολογία τους. Αν την εξέφραζαν τουλάχιστον ξεκάθαρα, θα είχαν το θάρρος της άποψής τους. Μέσα από τη θολούρα των λέξεών τους ξεπηδά η πιο στυγνή κυριαρχία, η νομιμοποίηση της υποδούλωσης ανθρώπου από άνθρωπο. Οι οπαδοί του Χέγκελ δημιούργησαν ένα ολόκληρο ρεύμα στη φιλοσοφία, τον εγελιανισμό, στον οποίο συνέβαλε και ο ίδιος ο Μαρξ και οι μαρξιστές. Η εξέγερση κατά της ελευθερίας έγινε χάρη στον εγελιανισμό λαοφιλές κίνημα, που εξόπλισε τα απολυταρχικά καθεστώτα.

Πέρα από τη λατρεία του κράτους και την υποτιθέμενη αναγκαιότητα του πολέμου, αναδεικνύεται η αξία του ηγέτη και του ήρωα, που με κίνδυνο της ζωής του θα σώσει το κράτος και θα το δικαιώσει ιστορικά. Η γενναιότητα ορίζεται ως η απόλυτη υποταγή στο κράτος. Ο γερμανικός ιδεαλισμός είναι ένας ύμνος στο μεγάλο άνδρα, το μεγάλο ηγέτη ή αλλιώς το μεγάλο δικτάτορα. Ο ηγέτης αποκτά μυστικιστικές δυνάμεις. Ο ήρωας στον Χέγκελ προορίζεται από μια μυστηριώδη πρόνοια να «πραγματοποιήσει τη θέληση του παγκόσμιου πνεύματος». Αυτές οι απόψεις, όπως είναι φανερό, ενέπνευσαν τον Χίτλερ. Ο Χέγκελ στη «Φιλοσοφία της ιστορίας» εκφράζει το θαυμασμό του για τον Αλέξανδρο, τον Ιούλιο Καίσαρα και το Ναπολέοντα: «τα έργα τους και οι λόγοι τους είναι ό,τι καλύτερο της εποχής τους». Τι κρίμα για τον αγνό αυτόν στοχαστή να μην έχει έναν απ’ τους παραπάνω κοσμοκράτορες για πάτρωνα, η τύχη υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή μαζί του! Έγραφε πως ο ήρωας σε μια αποστολή είναι υπεράνω οποιασδήποτε ηθικής. Η φράση του Schopenhauer εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο τα συμπεράσματα: «Αν θέλει κανείς να αποβλακώσει το πνεύμα ενός νέου και να κάνει το μυαλό του ανίκανο για οποιοδήποτε είδος σκέψης, δεν θα είχε τίποτε καλύτερο να κάνει απ’ το να του δώσει να διαβάσει Χέγκελ[…]».

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 122, Δεκέμβριος 2012

[1] Το έργο του «Ο έμπορος της Βενετίας» αποτελεί έναν ύμνο στο στερεότυπο του εβραίου ως φιλάργυρου, πλούσιου εμπόρου που ποδοπατά κάθε ανθρώπινη ηθική για το σκοπό του κέρδους.

[2] Ο Popper λέει χαρακτηριστικά: «η επιτυχία του Χέγκελ σημάδεψε την έναρξη της εποχής της ανεντιμότητας (όπως χαρακτήρισε ο Schopenhauer την περίοδο του Γερμανικού Ιδεαλισμού) και της εποχής της ανευθυνότητας (όπως χαρακτήρισε ο K. Heiden την εποχή του νεώτερου ολοκληρωτισμού), πρώτα της διανοητικής και αργότερα μιας από τις συνέπειές της, της ηθικής ανευθυνότητας– μιας νέας εποχής που δεσπόζεται από τη μαγεία των ηχηρών λέξεων και από τη δύναμη μιας εξειδικευμένης, δυσκολονόητης γλώσσας».

[3] Μιας και η επίσημη ιστορία ανέκαθεν γράφεται από τους εξουσιαστές-νικητές, είναι αυτονόητο πως θα παρουσίαζε τον Χίτλερ και τους ναζί ως το τέρας που μόλις εξήλθε απ’ τα ανήλιαγα σκοτάδια του βάλτου και θα τοποθετούσε το μπλοκ των νικητών (Στάλιν, Ρούζβελτ, Τσώρτσιλ και τα τσιράκια τους) στο ρόλο των αγνών και άσπιλων ιπποτών με τις απαστράπτουσες πανοπλίες που πετσοκόβουν το θηρίο στο όνομα της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Πολύ μελάνι και χαρτί για να μας πείσουν πως τα σφυροδρέπανα και οι δημοκρατικοί θυρεοί είναι φορείς «άλλης» ηθικής. Οι ανθρωποσφαγείς, όπως και να αυτοπροσδιορίζονται, παραμένουν ανθρωποσφαγείς. Πιστεύουμε πως οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι δεν νανουρίζονται πλέον με τέτοια παραμύθια. Μάλλον τους προκαλούν αϋπνίες και εφιάλτες…

(Συνεχίζεται)


Ο Τράιτσκε έγινε καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου μεταξύ 1874-1896. Ακολουθώντας τα ίχνη του Χέγκελ, είπε: «ο πόλεμος δεν είναι μόνο μια πρακτική, παρά και μια θεωρητική αναγκαιότητα, μια επιτακτική απαίτηση της λογικής. Η έννοια του κράτους συνεπάγεται την έννοια του πολέμου, γιατί η ουσία του κράτους είναι η δύναμη. Το κράτος είναι ο λαός οργανωμένος σε κυρίαρχη δύναμη». Μία ακόμη… φιλοσοφημένη φράση του είναι: «ο λαός, οι υπήκοοι, δεν πρέπει να είναι τίποτε περισσότερο από δούλοι του κράτους. Δεν έχει σημασία τι σκέπτεστε, αρκεί να υπακούτε» και συνεχίζει: «η πολεμική δόξα είναι η βάση όλων των πολιτικών αρετών. Στον πλούσιο θησαυρό της γερμανικής δόξας η πρωσική στρατιωτική δόξα είναι κόσμημα τόσο πολύτιμο, όσο και τα αριστουργήματα των ποιητών και των σοφών μας. Το να «παίξουμε» στα τυφλά με την ειρήνη έγινε η ντροπή της σκέψης και της ηθικής του καιρού μας». Ως ένας ακόμη λάτρης του πολέμου συμπεραίνει: «το ότι ο πόλεμος θα έπρεπε να εξοστρακιστεί για πάντα από τον κόσμο είναι μια ελπίδα όχι μόνο παράλογη, αλλά και ανήθικη». Τι πολεμοχαρείς κάποιοι φιλόσοφοι! Όνειρο τους να ατενίζουν τα πεδία των σφαγών απ’ τους υψηλούς καθηγητικούς τους θώκους, πάντα συντροφιά με αφέψημα στη σωστή θερμοκρασία και να γεμίζουν αράδες-αράδες τα ταλαίπωρα χαρτιά τους με ύμνους δόξας και ανδραγαθοσύνης στο όνομα της εξουσίας και του ψεύδους.

Και μερικοί ακόμη…

«Για να γνωρίσει κανείς το ναζισμό, πρέπει πρώτα να γνωρίσει τον Βάγκνερ», λέει ο Χίτλερ και κάτι θα ξέρει. Ο Ιωσήφ Αρθούρος ντε Γκομπινώ έγραψε μεταξύ 1853-1855 το τετράτομο έργο «Δοκίμιο επί της ανισότητας των ανθρωπίνων φυλών». Όταν γνωρίστηκαν με τον Βάγκνερ το 1876, ο συνθέτης ενθουσιάστηκε με τις ιδέες του περί υπεροχής της λευκής-άριας φυλής. Ο Γκομπινώ γράφει: «ο άριος Γερμανός είναι ισχυρό πλάσμα· ό,τι σκέπτεται λέει και πράττει, έχει κατά συνέπεια μεγαλύτερη σημασία».

Ο Χ. Σ. Τσάμπερλεϊν γεννήθηκε το 1855 στο Πόρτσμουθ της Αγγλίας. Νευρωτικός και σπάνια μεγαλοφυΐα. Γνώρισε τον Βάγκνερ στα 1882. Πίστευε πως τον κατατρέχανε δαίμονες (!) και καταπιάστηκε με μεγάλη επιτυχία με κάθε είδους επιστημονικό κλάδο. Το βιβλίο του «Τα θεμέλια του 19ου αιώνα» εφοδίασε τους ναζιστές με τις απόψεις περί φυλετικής υπεροχής. Το έργο του αυτό –1200 περίπου σελίδων– το έγραψε μεταξύ Απρίλη 1897 και Οκτώβρη 1898 στη Βιέννη. Δημοσιεύτηκε το 1899. Εκεί αναφέρει πως από τους αρχαιότερους χρόνους κληροδοτήθηκαν τρία πράγματα: η ελληνική φιλοσοφία, το ρωμαϊκό δίκαιο και η προσωπικότητα του Χριστού. Υπήρχαν επίσης τρεις κληρονόμοι: οι εβραίοι, οι γερμανοί, οι «μιγάδες Λατίνοι της Μεσογείου». Μόνο όμως οι γερμανοί ήταν άξιοι για μια τέτοια κληρονομιά. Έλεγε πως ο βάρβαρος Τεύτονας ήταν η μόνη ελπίδα του κόσμου.

Αν και δήλωνε πως και οι εβραίοι είναι «καθαρή φυλή», ήταν βαθιά αντισημίτης. Αναφέρει πως ο Χριστός δεν ήταν εβραίος, αλλά πιθανόν άριος. Θεωρήθηκε από τους ναζί πνευματικός ιδρυτής της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας. Ο Χίτλερ υπήρξε μεγάλος θαυμαστής του και στο «Mein Kampf» εκφράζει τη λύπη του, γιατί οι παρατηρήσεις του Τσάμπερλεϊν δεν έτυχαν μεγαλύτερης προσοχής κατά τη διάρκεια του Β΄ Ράιχ. Και ο Τσάμπερλεϊν βέβαια δεν πάει πίσω, όταν λέει: «το ότι κατά την ώρα της πιο επιτακτικής ανάγκης (1923) η Γερμανία γεννά έναν Χίτλερ αυτό αποδεικνύει τη ζωτικότητά της». Στο «Λαϊκό παρατηρητή», την εφημερίδα του ναζιστικού κόμματος, το έργο του Τσάμπερλεϊν χαρακτηρίστηκε από τον Χίτλερ ως «ευαγγέλιο της ναζιστικής κινήσεως». Παρ’ ότι το έργο του συναγωνίζεται σε σοβαρότητα τους εν Ελλάδι τηλεπλασιέ βιβλίων μεταφυσικού λαϊκισμού, υπήρξε ιδεολογικό εργαλείο στα χέρια του Χίτλερ και των εθνικοσοσιαλιστών για να κάνουν πράξη τον εφιάλτη του κοινωνικού δαρβινισμού στις ανθρώπινες κοινωνίες.

Το σκοτεινό όραμα του Χίτλερ

Στο «Mein Kampf» το κράτος παρουσιάζεται σαν φυλετικός οργανισμός και όχι σαν οικονομική οργάνωση. Θέτει τα θεμέλια ενός πανίσχυρου κράτους, όπως όλα τα κυριαρχικά μοντέλα, αλλά σε άλλη βάση. Η επιχειρηματολογία ήταν ήδη έτοιμη από τους προαναφερθέντες φιλοσόφους. Άλλωστε, ο Χίτλερ υπήρξε οπαδός του δαρβινισμού. Αλλά με την ιδιαίτερη «λεπτομέρεια» ότι επιθυμούσε να την επιβάλει στα κοινωνικά σύνολα. «Ο θάνατος του ασθενέστερου εξασφαλίζει τη ζωή του ισχυρότερου», «ο ισχυρότερος οφείλει να κυριαρχεί και όχι να αναμιγνύεται με τον ασθενέστερο» είναι μερικές από τις ατάκες του στο «Mein Kampf». Η επιχειρηματολογία του είναι πολύ… διαφωτιστική: «είναι βέβαιο ότι ο πρώτος ανθρώπινος πολιτισμός βασίστηκε περισσότερο στην χρησιμοποίηση των κατώτερων (sic) ανθρώπινων όντων και λιγότερο στα εξημερωμένα ζώα. Μόνο μετά την υποδούλωση υποτελών φυλών εξημερώθηκαν-υποδουλώθηκαν και κάποια ζώα. Διότι πρώτος ο ηττημένος πολεμιστής έσυρε το άροτρο και μετά το βόδι ή το άλογο». Άρα, με βάση όλα τα παραπάνω είναι φυσική η υποδούλωση και οδηγεί στην ανάπτυξη και την εξέλιξη του πολιτισμού! Όλα αυτά βέβαια θυμίζουν τις απόψεις του Χέγκελ για την ιστορία και τον πόλεμο…

Και αυτό γίνεται πιο ξεκάθαρο, όταν στο «Mein Kampf» μιλάει για λαϊκό κράτος: «το λαϊκό κράτος πρέπει να τοποθετήσει τη φυλή στο κέντρο όλης της ζωής», υιοθετώντας την απολυταρχία του πρωσικού στρατού. Ο ναζισμός και το Γ΄ Ράιχ αναδείχτηκε ως η λογική συνέχεια της γερμανικής ιστορίας. Στις ετήσιες συγκεντρώσεις του ναζιστικού κόμματος στη Νυρεμβέργη στις αρχές του Σεπτέμβρη πολλοί μικροπωλητές πουλούσαν εικονογραφημένα δελτάρια με τις εικόνες του Φρειδερίκου Α΄, του Βίσμαρκ, του Χίντεμπουργκ και του Χίτλερ. Η επιγραφή έλεγε: «ο βασιλεύς κατέκτησε, ο πρίγκιπας διαμόρφωσε, ο στρατάρχης υπεράσπισε και ο στρατιώτης έσωσε και ενοποίησε». Στη συλλογιστική του Χίτλερ το Α΄ Ράιχ ήταν η «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» και το Β΄ Ράιχ διαμορφώθηκε από τον Βίσμαρκ το 1871 μετά την ήττα της Γαλλίας από την Πρωσία. Το Γ΄ Ράιχ ήρθε να αποκαταστήσει –όπως δήλωναν οι ναζί– το λαμπρό όνομα της Γερμανίας που «κύλησε στη λάσπη η δημοκρατία της Βαϊμάρης». Για τους εθνικοσοσιαλιστές του μεσοπολέμου στη Γερμανία οι δημοκράτες εξουσιαστές δεν συμπύκνωναν στο βαθμό που ήθελαν την επιβολή στους εντός των συνόρων εξουσιαζόμενους. Αλλά και δεν δημιουργούσαν την προοπτική για έναν άμεσο επεκτατικό πόλεμο προς ικανοποίηση του γερμανικού εθνικισμού –που ο κρατισμός κάθε μορφής και απόχρωσης δημιουργεί και τροφοδοτεί. Η φαγωμάρα ανάμεσα στα μπλοκ εξουσίας και στον τρόπο διαχείρισης τής επιβολής δεν δίνει άλλη οπτική ούτε στον κρατισμό ούτε στην εξουσιομανία.

Ο Χίτλερ παρομοιάζει τις δομές του πρωσικού κράτους με αυτές της αρχαίας Σπάρτης. Τα 2/3, ακόμη και τα 5/6 δαπανούνταν κάθε χρόνο για τις ανάγκες του πρωσικού στρατού. Ο Μιραμπό έλεγε: «η Πρωσία δεν είναι ένα κράτος με στρατό, αλλά ένας στρατός με κράτος». Οι πρώσοι διδάσκονταν συστηματικά πως το καθήκον τους στη ζωή είναι η υπακοή, η εργασία, η θυσία και το καθήκον. Ο Kant έλεγε: «το καθήκον απαιτεί την κατάπνιξη των ανθρωπίνων συναισθημάτων». Ο Όττο Βίσμαρκ, όταν ανέλαβε πρωθυπουργός της Πρωσίας το 1862, είπε: «τα μεγάλα ζητήματα δε θα διευθετηθούν με αποφάσεις και πλειοψηφίες, αλλά με σίδερο και αίμα». Στις 18 Ιανουαρίου 1871 ο βασιλιάς της Πρωσίας Γουλιέλμος Α΄ ανακηρύχθηκε αυτοκράτωρ της Γερμανίας στην αίθουσα των κατόπτρων του ανακτόρου των Βερσαλλιών. Αυτή υπήρξε και η αρχή του Β΄ Ράιχ.

Είναι κοινή αλήθεια, πως στους κύκλους της ιστορίας δεν εμφανίζεται τίποτα ως κομήτης. Κάθε γεγονός, κάθε μικρή και μεγάλη εξέλιξη είναι αλληλένδετη με προγενέστερα ιστορικά δεδομένα. Ο κρατισμός, όπως εκφράστηκε μέσα απ’ τον τρόπο άσκησης της εξουσίας των εθνικοσοσιαλιστών, «εμπνεύστηκε» τις μεθόδους επιβολής και ελέγχου από ιδεολογήματα που ξεπήδησαν, αλλά και ωρίμασαν μέσα σε αυτοκρατορίες και δημοκρατίες. Κανένας εξουσιαστής δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ το σκήπτρο του αν δεν έχει στην υπηρεσία του έμμισθους μπράβους αλλά και αδρά αμειβόμενους τσαρλατάνους του λόγου. Τί καλύτερο εργαλείο επιβολής της κυριαρχίας υπάρχει απ’ το να τσακίζεται το ανθρώπινο πνεύμα; Κάτι που είναι ακόμη πιο ευδιάκριτο στις μέρες μας όπου δεν είναι αρκετό για την κυριαρχία να ξυλοκοπεί, να φυλακίζει, να σπέρνει τον πόλεμο, την πείνα και την εξαθλίωση. Παράλληλα θεωρεί υποχρέωση της να μας αποβλακώνει με κάθε φοβερό και τρομερό τεχνολογικό σκουπίδι με επίπεδη οθόνη για επίπεδη ζωή. Ο έλεγχος του ανθρώπινου πνεύματος είναι το μεγάλο στοίχημα των εξουσιαστών και είναι φανερό πως παρά τα όποια συγκρουόμενα συμφέροντα τους, τα μπλοκ της κυριαρχίας –μικρά και μεγάλα– συνασπίζονται για να το πετύχουν.

Συχνά –αν όχι πάντα– οι βαρύγδουποι τίτλοι «επιστημονική διάνοια» και «αυθεντία της σκέψης» έρχονται σαν το δαχτυλίδι του Γύγη[1] να εξαφανίσουν την δυσώδη οσμή που αναδίδει το κράτος και οι εκφραστές του, οι λαμπροί αυτοί επιστήμονες, οι οποίοι το υπερασπίζονται με κάθε τους λέξη και κάθε τους συσκευή. Η κάθε μορφής εξουσία, είτε ονοματίζεται αστική δημοκρατία είτε εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα, υπερασπίζεται τον κρατισμό με νύχια και με δόντια. Αυτός ήταν και είναι το σκοτεινό άστρο στον ουρανό της ανθρώπινης ελευθερίας και δημιουργικότητας. Όπως οι ναζί «εμπνεύστηκαν» (και) απ’ τον υμνητή της αυτοκρατορικής Πρωσίας Χέγκελ, έτσι πολύ εύκολα και οι δημοκράτες υιοθετούν απόψεις και μεθόδους των εθνικοσοσιαλιστών. Οι κρατιστές, εξ άλλου, ποτέ δεν παρουσίασαν τέτοιου τύπου «κολλήματα». Γιατί η πολιτική έχει πολλά πρόσωπα, αλλά η ουσία της παραμένει η ίδια: είναι η τεχνική της εξαπάτησης, της χειραγώγησης των ανθρώπων από τους κάθε είδους εξουσιαστές, της συντριβής της ανθρωπινότητας για την εξύψωση του κράτους. Γι’ αυτό και ο λόγος των αναρχικών οφείλει να παραμένει αταλάντευτα αντιπολιτικός όσο και αν τιτιβίζουν οι σειρήνες και οι άρπυιες[2] των ριζοσπαστικών… κινημάτων. Ας μην ξεχνάμε πως οι αιματοβαμμένοι Nibelungen[3] υπήρξαν εξ ίσου ελκυστικοί τόσο για δημοκράτες όσο και για εθνικοσοσιαλιστές σφαγείς.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 122, Δεκέμβριος 2012

Σχετική βιβλιογραφία: Γκέοργκ Χέγκελ, «Φιλοσοφία της Ιστορίας», «Η επιστήμη της Λογικής», «Φαινομενολογία του Πνεύματος». David Irving, «Ο πόλεμος του Χίτλερ». Gotz Aly, «Το λαϊκό κράτος του Χίτλερ». Laurence Rees, «Οι ναζί». William Shirer, «Η άνοδος και η πτώση του Γ΄ Ράιχ». Mark Mazower, «Η αυτοκρατορία του Χίτλερ», «Σκοτεινή Ήπειρος, ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας». Καρλ Πόππερ, «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της», Β΄ τόμος. Αλμπέρ Καμύ, «Η πανούκλα».

[1] Ο Γύγης, σύμφωνα με μια ιστορία που αφηγείται ο Σωκράτης στον Γλαύκωνα (στην Πολιτεία του Πλάτωνα) ήταν βοσκός στην υπηρεσία του βασιλιά της Λυδίας. Μετά από μια σειρά αναπάντεχων γεγονότων ήρθε στην κατοχή του ένα μαγικό δαχτυλίδι που αυτός που το φορούσε, όταν έστρεφε την πέτρα του προς την μεριά της παλάμης, γινόταν αόρατος.

[2] Μυθικά πλάσματα με σώμα πουλιού και γυναικείο κεφάλι. Θεωρούνταν αγγελιαφόροι των αρχαίων ελλήνων θεών και σχετίζονταν περισσότερο με τις θεότητες των ανέμων. Συχνά είχαν τον ρόλο του τιμωρού των ανθρώπων εκτελώντας έτσι την παραγγελία κάποιου θεού.

[3] Αφηγήσεις εξουσίας, δολοπλοκίας και αίματος της γερμανικής μυθολογίας με πρωταγωνιστές πολέμαρχους και βασιλιάδες (Ζίγκφριντ, Βρουγχίλδη, Άλμπεριχ κ.ά).

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License