ΚΕΙΜΕΝΟ-ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ Π. ΡΟΥΠΑ & Ν. ΜΑΖΙΩΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΩΝ ΠΡΟΚΗΡΥΞΕΩΝ ΤΟΥ Ε.Α.

Το παρακάτω κείμενο είναι η εισαγωγή της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου των προκηρύξεων της ένοπλης αναρχικής οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας. Περιλαμβάνει τις αναλήψεις ευθύνης – αναλύσεις για όλες τις επιθέσεις της οργάνωσης, ενέργειες αντάρτικου κι απαλλοτριώσεις τραπεζών στο διάστημα από το 2003 έως 2016, από την πρώτη βομβιστική επίθεση στα δικαστήρια της οδού Ευελπίδων τον Σεπτέμβριο του 2003 ως την απόπειρα απόδρασης με ελικόπτερο που επιχείρησε η Πόλα Ρούπα τον Φεβρουάριο του 2016 και την απαλλοτρίωση της Εθνικής Τράπεζας στη Μαλεσίνα Φθιώτιδας τον Σεπτέμβριο του 2016. Το βιβλίο θα εκδοθεί από τον αναρχικό εκδοτικό οίκο ‘‘Ελεύθερος Τύπος’’. ΕΝΟΤΗΤΕΣ: 1) Από την πρώτη έκδοση έως σήμερα 2)Το πολιτικό νόημα της καταστολής εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα και τα ‘‘μνημόνια’’ 3) Το περιεχόμενο των δανειακών συμβάσεων 4) Η απάτη της ‘‘εξόδου από τα μνημόνια’’ 5) Το ελληνικό χρέος και η επερχόμενη παγκόσμια οικονομική θύελλα

Το παρακάτω κείμενο είναι η εισαγωγή της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου των προκηρύξεων της ένοπλης αναρχικής οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας. Περιλαμβάνει τις αναλήψεις ευθύνης – αναλύσεις για όλες τις επιθέσεις της οργάνωσης, ενέργειες αντάρτικου κι απαλλοτριώσεις τραπεζών στο διάστημα από το 2003 έως 2016, από την πρώτη βομβιστική επίθεση στα δικαστήρια της οδού Ευελπίδων τον Σεπτέμβριο του 2003 ως την απόπειρα απόδρασης με ελικόπτερο που επιχείρησε η Πόλα Ρούπα τον Φεβρουάριο του 2016 και την απαλλοτρίωση της Εθνικής Τράπεζας στη Μαλεσίνα Φθιώτιδας τον Σεπτέμβριο του 2016. Το βιβλίο θα εκδοθεί από τον αναρχικό εκδοτικό οίκο ‘‘Ελεύθερος Τύπος’’.

Περιέχει τις εξής ενότητες:

1) Από την πρώτη έκδοση έως σήμερα         

2) Το πολιτικό νόημα της καταστολής εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα και τα            ‘‘μνημόνια’’

3) Το περιεχόμενο των δανειακών συμβάσεων

4) Η απάτη της ‘‘εξόδου από τα μνημόνια’’

5) Το ελληνικό χρέος και η επερχόμενη παγκόσμια οικονομική θύελλα

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Από την πρώτη έκδοση έως σήμερα

Έχουν περάσει έξι χρόνια από την πρώτη έκδοση του βιβλίου με τις προκηρύξεις της οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας, το οποίο περιλάμβανε τις προκηρύξεις που αφορούσαν σε ενέργειες από το 2003, οπότε και ξεκίνησε την δράση της η οργάνωση, έως το 2009. Το 2010, καθώς η χώρα εισερχόταν στο μακρύ σκοτεινό δρόμο των ‘‘μνημονίων’’, τις ίδιες ημέρες που προετοιμαζόταν η πρώτη δανειακή σύμβαση των κρατών της Ε.Ε και του ΔΝΤ προς το ελληνικό κράτος, ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας, μέλος του Επαναστατικού Αγώνα έπεφτε νεκρός στην Δάφνη στις 10/3/2010 ύστερα από συμπλοκή με μπάτσους. Συμμετείχε σε απόπειρα απαλλοτρίωσης οχήματος που θα χρησίμευε για την οργάνωση ενέργειας ενάντια στην αναμενόμενη είσοδο της χώρας στο καθεστώς της δικτατορίας των δανειστών και της τρόικας. Ήταν δεδομένο για μια ένοπλη οργάνωση όπως ο Επαναστατικός Αγώνας πως η οικονομική κρίση και η επιβολή των πιο ακραίων μορφών εξουσίας και υποτέλειας, όπως αυτά εκφράζονται με τις επονείδιστες δανειακές συμβάσεις, θα αποτελούσαν την αιχμή της δράσης της, με σαφή στρατηγική κατεύθυνση να συμβάλει με όλες της τις δυνάμεις ώστε να δημιουργήσει τα μέγιστα δυνατά προβλήματα στην προσπάθεια του καθεστώτος να τις επιβάλει πάνω στην κοινωνία. Ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας ως ένας επαναστάτης που συμμετείχε σε αυτό το πολιτικό σχέδιο, έπεσε στον αγώνα ενάντια στα μνημόνια, τις εξευτελιστικές για τους ανθρώπους αυτού του τόπου δανειακές συμβάσεις με τους πρωτοφανείς όρους υποτέλειας και ισόβιας σκλαβιάς και τα μέτρα οικονομικής βίας που ασκούνται τα τελευταία οκτώ χρόνια και θα συνεχίσουν να επιβάλλονται για όσο υπάρχει …ελληνικό χρέος. Δηλαδή, για πάντα. Ένα μήνα μετά την δολοφονία του συντρόφου από τον ένοπλο φρουρό του κράτους, στις 10/4/2010, έγινε το πρώτο κατασταλτικό χτύπημα εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα, μια μέρα πριν την απόφαση για την ‘‘παροχή βοήθειας’’ στην Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την τελική διαμόρφωση του πλαισίου οικονομικής και πολιτικής υποτέλειας που έπρεπε να αποδεχτεί η ελληνική κυβέρνηση και να επιβάλει στην κοινωνία. Λόγω της ιστορικής συγκυρίας που έγινε το πρώτο κατασταλτικό χτύπημα εναντίον της οργάνωσης και ενώ ο Επαναστατικός Αγώνας είχε ήδη από το 2008 αποφασίσει να δράσει ολόψυχα και αποφασιστικά ενάντια στο νέο καθεστώς στην χώρα που θα διαμόρφωνε η κρίση και οι προσπάθειες σωτηρίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και του καπιταλισμού συνολικά, η πολιτική σημασία αυτού του χτυπήματος ήταν μεγάλη. Και αυτό γιατί ποτέ δεν εκλάβαμε είτε τον θάνατο του συντρόφου μας είτε το χτύπημα στην οργάνωση και τις φυλακίσεις μας, μόνο ως χτυπήματα σε μια οργάνωση, σε αγωνιστές – πρόσωπα, αλλά ως χτύπημα σε ένα πολιτικό σχέδιο σαμποταρίσματος ενός σχεδίου εξόντωσης ολόκληρων τμημάτων της κοινωνίας για την επιβίωση του συστήματος από την οικονομική κρίση. Συνεχίσαμε και μέσα από την φυλακή να κρατάμε ζωντανό τον στόχο της μέγιστης δυνατής αντίστασης στα μνημόνια και της οργάνωσης μιας αντεπίθεσης στο καθεστώς. Κρατούσαμε πάντα ψηλά την ‘‘σημαία’’ της επανάστασης, αναλύοντας και προτάσσοντας την επαναστατική προοπτική ως τη μόνη ρεαλιστική απάντηση στην κρίση και το καθεστώς της ισόβιας σκλαβιάς στα ‘‘μνημόνια’’ και τα μέτρα κοινωνικής εξόντωσης. Ακόμα και μέσα από την φυλακή προσπαθούσαμε να διαχέουμε τον λόγο μας και τα προτάγματά μας – ήμασταν η μόνη ένοπλη επαναστατική οργάνωση που το έκανε –, στα αγωνιστικά κοινωνικά κομμάτια που εκείνη την εποχή βρίσκονταν στους δρόμους ενάντια στα ‘‘μνημόνια’’. Κείμενα της οργάνωσης*(*Κείμενα από την Φυλακή) μοιράζονταν κατά χιλιάδες σε κινητοποιήσεις και απεργίες την περίοδο 2010- 2011 όπως αυτή για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση τον Ιούνιο του 2010 με τίτλο ‘‘Η μόνη απάντηση στον σύγχρονο ολοκληρωτισμό είναι η κοινωνική Επανάσταση’’, στις γενικές απεργίες της 15ης Δεκεμβρίου του 2010 και 23ης Φεβρουαρίου 2011 με τίτλο ‘‘Ας κάνουμε στην Ελλάδα την αρχή για μια παγκόσμια κοινωνική Επανάσταση’’ ενώ στις γενικές απεργίες της 11ης Μαΐου, 15ης Ιουνίου και την ημέρα συζήτησης του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος στις 28 Ιουνίου 2011 μοιράστηκε κείμενο του Επαναστατικού Αγώνα με τίτλο ‘‘Καμία επιμήκυνση στο χρόνο ζωής του συστήματος’’. Αποφυλακιστήκαμε με την έλευση του 18μηνου – του ανώτατου ορίου για την προφυλάκιση – και για εφτά μήνες παραμείναμε στη ‘‘νομιμότητα’’. Μια περίοδος σύντομη, όμως καθ’ όλα δημιουργική αφού προσπαθήσαμε να την αξιοποιήσουμε στο μέγιστο βαθμό ώστε να επικοινωνήσουμε την στρατηγική και τους στόχους του Επαναστατικού Αγώνα με πιο άμεσο τρόπο. Σε αυτό το διάστημα εκδώσαμε το πρώτο βιβλίο με τις προκηρύξεις της οργάνωσης και πραγματοποιήσαμε δύο εκδηλώσεις σε συνεργασία με την ‘‘Συνέλευση για την υπόθεση του Επαναστατικού Αγώνα’’: Ένα διήμερο στο Πολυτεχνείο τον Μάρτη του 2012 με δύο θεματικές, η μία για την οργάνωση Επαναστατικός Αγώνας και η άλλη για τις διώξεις και την αλληλεγγύη. Η άλλη μεγάλη εκδήλωση διεθνούς χαρακτήρα που έγινε στην Πάντειο τον Ιούνιο του 2012 είχε ως κεντρικό τίτλο ‘‘Για τον Αγώνα και την Επανάσταση’’ με καλεσμένους ομιλητές συντρόφισσες/ους από την Ευρώπη που ήταν μέλη ένοπλων οργανώσεων – RAF, 2 Ιούνη, Μαχόμενοι Κομμουνιστικοί Πυρήνες (CCC) – και από την Ελλάδα (ΕΛΑ), αλλά και αναρχικούς οι οποίοι είχαν αποδεχθεί το διεθνές κάλεσμα αλληλεγγύης που είχε κάνει ο Επαναστατικός Αγώνας μέσα από την φυλακή για να είναι πολιτικοί μάρτυρες υπεράσπισης στην δίκη μας που ήταν ήδη σε εξέλιξη. Το χρονικό διάστημα που είμαστε στην φυλακή, αλλά και μέχρι το καλοκαίρι του 2012 οπότε και περάσαμε στην ‘‘παρανομία’’ για να συνεχίσουμε την δράση του Επαναστατικού Αγώνα, ήταν ιδιαίτερα καθοριστικό και κρίσιμο τόσο για την επιβολή των δανειακών συμβάσεων και των πακέτων με τα μέτρα κοινωνικής ληστείας και αφαίμαξης των κοινωνικά αδύναμων όσο και για τις αντιστάσεις στο ‘‘μνημονικό καθεστώς’’. Ένα διάστημα όπου ο πολιτικός χρόνος ήταν πολύ πυκνός, αλλά αντιθέτως, για τον α/α χώρο ο πολιτικός αυτός χρόνος δεν είχε την ίδια βαρύτητα. Πολλά γεγονότα είχαν ήδη συμβεί όταν αποφυλακιστήκαμε και η κοινωνική αντίσταση είχε ‘‘δρομολογηθεί’’ να βρει τα όριά της, όπως και έγινε. Παράλληλα και ενώ είχε αρχίσει η πρώτη δίκη εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα, παραβρισκόμαστε στην δικαστική αίθουσα όπου δίναμε σταθερά και με συνέπεια τη μάχη για την υπεράσπιση μία προς μία των ενεργειών της οργάνωσης, αλλά και του συνολικού του σχεδίου αγώνα τόσο πριν από την έναρξη της κρίσης όσο και εν όψει της εκδήλωσης κρίσης χρέους στην Ελλάδα και της επιβολής των ‘‘μνημονίων’’. Θέλαμε εκείνη η δίκη να είναι ένα σημαντικό ιστορικό κεφάλαιο για τον επαναστατικό αγώνα στην Ελλάδα και όχι μόνο. Το ίδιο προσδοκούσαμε συνολικά για την δράση της οργάνωσης και την στάση μας απέναντι στην καταστολή. Ως ένα βαθμό εκείνη την περίοδο, τα καταφέραμε. Ο λόγος και η δράση του Επαναστατικού Αγώνα έχει καταγραφεί πλέον ανεξίτηλα όχι μόνο στην εγχώρια, αλλά και στην διεθνή επαναστατική ιστορία. Όσο για την κοινωνική ‘‘σφραγίδα’’ που άφησε ο Επαναστατικός Αγώνας, αυτή αναγνωρίζεται πλέον από πολλούς ανθρώπους, πέρα και αρκετά μακριά από τα στενά όρια του α/α χώρου, καθώς αφήνει τα πολιτικά του χνάρια στο κοινωνικό πεδίο αυτού του τόπου, κυρίως ως μια οργάνωση που σήκωσε με μεγάλο κόστος τη σημαία της κοινωνικής αλληλεγγύης και της ακούραστης σύγκρουσης με την δικτατορία των δανειστών, της τρόικας, του κεφαλαίου. Όμως η πλειοψηφία της κοινωνίας στην χώρα έχει βυθιστεί στην ανέχεια ή στην αναμονή να περάσει στο κατώφλι της φτώχειας και ο ‘‘αγώνας’’ για την επιβίωση την έχει εξαντλήσει. Παράλληλα δεν υπάρχει ένα ζωντανό πνεύμα αγώνα και απελευθέρωσης από τον ζυγό του καθεστώτος και των αλλεπάλληλων μέτρων που εντείνουν την φτώχεια ώστε να βγει η κοινωνία από την ηττοπάθεια και να αγωνιστεί. Τα όριά του ο α/α χώρος τα ‘‘συνάντησε’’ πριν ακόμα την εκδήλωση της κρίσης στην χώρα και δεν κατάφερε να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που του δόθηκαν. Ελπίζουμε – και θα αγωνιστούμε – ώστε αυτή η ‘‘εμπειρία’’, αντί για τροχοπέδη και βαρίδι στον αγώνα, να γίνει εφαλτήριο πολιτικών υπερβάσεων. Αυτό προσδοκούσαμε καθ’ όλο το διάστημα της δράσης μας. Αυτό προσδοκούσαμε μέσα στην φυλακή. Αυτό προσδοκούμε και σήμερα. Τον Ιούνιο του 2012 και ενώ είχαμε ολοκληρώσει την υπεράσπιση των ενεργειών της οργάνωσης, αφήσαμε την ζωή στη ‘‘νομιμότητα’’ για να περάσουμε στην ελεύθερη ‘‘παρανομία’’ και να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε. Τα πολιτικά ‘‘στοιχήματα’’ για τον Επαναστατικό Αγώνα ήταν όλα σε ισχύ: Τα ‘‘μνημόνια’’ δεν έβρισκαν αντίσταση, η κοινωνική πλειοψηφία λύγιζε κάτω από το βάρος των μέτρων λιτότητας, η ηττοπάθεια ενίσχυε την αυτοπεποίθηση του καθεστώτος και το ‘‘αδιέξοδο’’ φαινόταν να γίνεται ανυπέρβλητο. Οι προκλήσεις για τον Επαναστατικό Αγώνα ήταν ίδιες και η ένοπλη επαναστατική δράση γινόταν ακόμα πιο επιτακτική. Τον Απρίλιο του 2014, τέσσερα ακριβώς χρόνια μετά το πρώτο κατασταλτικό χτύπημα εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα, έγινε η μεγάλη επίθεση – απάντηση στις δανειακές συμβάσεις και την τρόικα. Ο Επαναστατικός Αγώνας ανατίναξε με 75 κιλά εκρηκτικά το κτίριο της Διεύθυνσης Εποπτείας της Τράπεζας της Ελλάδας και του γραφείου του Διεθνούς Νομισματικού Γραφείου που στεγαζόταν στο ίδιο κτίριο. Η επίθεση αυτή έγινε την ίδια ημέρα που το ελληνικό κράτος, σε μια θεαματική κίνηση για την ανάδειξη της ‘‘επιτυχίας’’ του ‘‘προγράμματος στήριξης’’, βγήκε στις αγορές να δανειστεί.. Καθώς η κίνηση αυτή ήταν από καιρό προγραμματισμένη, η πώληση ομολόγων ολοκληρώθηκε με το ‘‘φιλικό’’ επιτόκιο που προσέγγιζε το 5%. Ένα επιτόκιο που παρά τις περί αντιθέτου διαβεβαιώσεις, αντανακλούσε την έλλειψη εμπιστοσύνης για την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, για την σταθερότητα του καθεστώτος και για την προοπτική επιστροφής του σε μια συνθήκη σχετικής ομαλοποίησης, στην οποία έλλειψη εμπιστοσύνης συγκαταλεγόταν πάντα η έλλειψη πίστης στην διασφάλιση της πολιτικής σταθερότητας και της ‘‘κοινωνικής ειρήνης’’ στον τόπο. Την επομένη 11/4/2014, αναμενόταν η έλευση της Α. Μέρκελ στην Αθήνα σε μια επίσκεψη που επίσης, στόχευε στην ανάδειξη της ‘‘επιτυχίας των προγραμμάτων στήριξης’’ και φυσικά, στην προετοιμασία για τα επόμενα ‘‘μνημόνια’’. Το ελληνικό κράτος μας είχε ήδη επικηρύξει με το ποσό του 1 εκ. ευρώ τον καθένα ενώ παράλληλα, είχε ήδη ξεκινήσει μια προσπάθεια μέσω των ΜΜΕ να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο γύρω μας όπου θα μας ανήγαγε σε πρωταγωνιστές διαφόρων ένοπλων ενεργειών – πολιτικών ή μη – ανά την επικράτεια. Στόχος του καθεστώτος και της τότε κυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, αλλά και της επόμενης, ήταν να δημιουργηθεί ένα όσο το δυνατόν πιο ασφυκτικό πλέγμα πίεσης γύρω μας το οποίο προοπτικά θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε νέες διώξεις. Μας παρουσίαζαν ως κεντρικά πρόσωπα οργανώσεων και δράσεων που λάμβαναν χώρα κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα και με τις οποίες εμείς δεν είχαμε καμία σχέση, μας ‘‘καταδίκαζαν’’ ως διευθυντές για υποθέσεις μακράν της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα, σχεδόν για κάθε ένοπλη δραστηριότητα, ενώ τον Επαναστατικό Αγώνα τον παρουσίαζαν ως μια ‘‘πολυδαίδαλη και πολυπλόκαμη οργάνωση με διάφορα ονόματα και θυγατρικές, αλλά με συγκεκριμένο διευθυντήριο που βρίσκεται πίσω από όλα αυτά’’: Εμάς. Το παραπάνω μακροχρόνιο σχέδιο βρήκε υλική εφαρμογή μετά τις συλλήψεις μας. Μάλιστα μία από τις δίκες που διεξάγεται αυτή τη περίοδο, η 4η κατά σειρά εναντίον της οργάνωσης, αφορά ληστείες τραπεζών συν την απόπειρα απαγωγής του εφοπλιστή Μαρτίνου, υποθέσεις άσχετες με τον Επαναστατικό Αγώνα, σε μια προσπάθεια να εμφανιστεί ο Επαναστατικός Αγώνας ως μια οργάνωση – ομπρέλα για ληστείες τραπεζών έτσι ώστε να επιχειρηθεί, ανεπιτυχώς βέβαια η πολιτική αποδόμηση και απονοηματοδότηση της οργάνωσης.

Η νέα προκήρυξη της οργάνωσης που περιλαμβάνεται σε αυτό το βιβλίο, είναι αυτή με την οποία ο Επαναστατικός Αγώνας ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδας και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Την ενέργεια αυτή την είχαμε αφιερώσει στον σύντροφό μας Λάμπρο Φούντα και η υπογραφή της είχε το όνομά του. Καθώς η επίθεση αυτή συνιστούσε μια κεντρικής πολιτικής σημασίας ενέργεια ενάντια στις δανειακές συμβάσεις, την τρόικα, το καθεστώς των ‘‘μνημονίων’’ και εκπορεύτηκε από τον πυρήνα της στρατηγικής της οργάνωσης, έτσι όπως αυτή χαράχτηκε και μπήκε σε εφαρμογή το 2009 ως μια πορεία αγώνα ενάντια στους υπαίτιους της κρίσης και τα εξοντωτικά για την κοινωνική πλειοψηφία σχέδια των κυρίαρχων για την έξοδο του συστήματος από την κρίση, ήταν μια ενέργεια που ανήκε και στον σύντροφο Λάμπρο Φούντα. Ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας έδωσε τη ζωή του για να μην περάσουν οι δανειακές συμβάσεις και η δικτατορία των δανειστών, της τρόικας, του εγχώριου καθεστώτος. Και παραμένει ως αγωνιστής ζωντανός, όσο ο αγώνας αυτός συνεχίζεται. Τόσο ο σύντροφος Λάμπρος όσο και κάθε ένοπλος αγωνιστής πεθαίνουν πραγματικά μόνο κάτω από την ‘‘ταφόπλακα’’ της ήττας και της παραίτησης από τον αγώνα που αυτός ο αγωνιστής επέλεξε να διεξάγει. Στις 16/7/2014 ύστερα από συμπλοκή με αστυνομικούς στο Μοναστηράκι συνελήφθη ο Νίκος Μαζιώτης. Ο σύντροφος είχε τραυματιστεί από μπάτσο στο χέρι, το οποίο γλίτωσε ύστερα από δύο χειρουργικές επεμβάσεις. Στόχος του μπάτσου που τον πυροβόλησε δεν ήταν ο τραυματισμός του, αλλά ο θάνατός του, ο οποίος από τύχη δεν έγινε. Ο συγκεκριμένος ένοπλος φρουρός του κράτους παρασημοφορήθηκε για την ‘‘προσφορά του’’ στο καθεστώς, αφού συνέλαβε τον Μαζιώτη. Όμως δύο χρόνια αργότερα με το ίδιο όπλο που πυροβόλησε τον σύντροφο, πυροβόλησε και σκότωσε έναν ταξιτζή στην Καστοριά για 200 ευρώ. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την ‘‘ηθικότητα’’ που διέπει τους ‘‘ήρωες’’ του καθεστώτος που κυνηγάνε και πυροβολούν ‘‘τρομοκράτες’’. Της σύλληψης του συντρόφου ακολούθησε μακρά ανταλλαγή συγχαρητηρίων τηλεγραφημάτων και δημόσιων μηνυμάτων από το αμερικάνικο και από ευρωπαϊκά κράτη προς την ελληνική κυβέρνηση. Η επιτυχία της σύλληψης του συντρόφου ήταν μεγάλη για το εγχώριο καθεστώς των δοσίλογων στο υπερεθνικό κεφάλαιο, τους δανειστές, την τρόικα, και φυσικά, την αμερικάνικη υπερδύναμη. Αυτά ανέδειξε η κυβέρνηση καθώς συνέδεσε την σύλληψή του και την αντιμετώπιση του Επαναστατικού Αγώνα με την ‘‘πολιτική σταθερότητα που έχει ανάγκη το καθεστώς για να βγει από την κρίση’’. Λέγοντας ‘‘να βγει από την κρίση’’, εννοεί την επανάκτηση ‘‘της εμπιστοσύνης των αγορών’’ και την ‘‘ομαλή διεξαγωγή της μνημονικής πορείας της χώρας’’. Η συντρόφισσα Πόλα Ρούπα, παρά το γεγονός ότι γινόταν ακόμα πιο δύσκολη η παραμονή και η δράση στην ‘‘παρανομία’’ και παρά τις διάφορες εκτιμήσεις από κρατικούς παράγοντες ότι ‘‘δεν θα μπορέσει να σταθεί στην παρανομία και θα παραδοθεί, δεδομένου ότι έχει μαζί της και ένα παιδί’’, παρέμενε ελεύθερη. Τις όποιες ‘‘ελπίδες’’ υπήρχαν περί παράδοσής της, τις διασκέδασε ανακοινώνοντας πως ματαίως περιμένουν κάτι τέτοιο και πως θα συνεχίσει τον αγώνα. Παρέμεινε στην ‘‘παρανομία’’ για δυόμισι ακόμα χρόνια και επιχείρησε τον Φεβρουάριο του 2016 την απελευθέρωση με ελικόπτερο του Νίκου Μαζιώτη και άλλων κρατουμένων από τις φυλακές Κορυδαλλού. Η απόδραση αυτή δεν ολοκληρώθηκε, καθώς εξελίχτηκε σε συμπλοκή στον αέρα με τον πιλότο, πρώην μπάτσο, του ελικοπτέρου. Τελικά, η συντρόφισσα έφυγε ασφαλής και παρέμεινε στην παρανομία για έναν ακόμα χρόνο. Μέχρι που έγινε το τρίτο κατασταλτικό χτύπημα εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα στις 5/1/2017. Μέσα στο χρονικό διάστημα που παραμείναμε στην ‘‘παρανομία’’ καταζητούμενοι και επικηρυγμένοι, πραγματοποιήθηκαν τέσσερις απαλλοτριώσεις τραπεζών στα πλαίσια συνέχισης της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα, αλλά και της επιβίωσής μας στις συγκεκριμένες συνθήκες, για τις οποίες έγινε ανάληψη ευθύνης ενώ είμαστε στην φυλακή. Οι απαλλοτριώσεις τραπεζών, αν και είναι πάντα μια συμπληρωματική πρακτική που γίνεται απαραίτητη λόγω της ανάγκης άντλησης οικονομικών πόρων, η οποία αναζητείται από επαναστατικές οργανώσεις και γίνεται πάντα μόνο μέσα από τις ‘‘πηγές’’ του μεγάλου κεφαλαίου, πιστεύουμε πως είναι αναγκαίο πολιτικά να εξηγούμαστε ως οργάνωση και γι’ αυτές τις πρακτικές, ώστε να αναδεικνύεται η διακριτή διαφορά μεταξύ αυτών που προχωρούν σε τέτοιες πρακτικές για λόγους αποκλειστικά βιοποριστικούς και σε αυτούς που το κάνουν στα πλαίσια δράσης μιας ένοπλης οργάνωσης και για την οποία οργάνωση βρέθηκαν στην ‘‘παρανομία’’.

Το πολιτικό νόημα της καταστολής εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα και τα ‘‘μνημόνια’’

Το τρίτο κατασταλτικό χτύπημα εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα είχε μια μοναδική ιδιαιτερότητα, καθώς στο επίκεντρο της κρατικής βίας και τρομοκρατίας βρέθηκε το εξάχρονο παιδί μας που ‘‘συνελήφθη’’ μαζί με τη μητέρα του. Το παιδί μας αφού έζησε την βίαιη εισβολή των ΕΚΑΜ στο σπίτι τα ξημερώματα της 5ης Ιανουαρίου 2017 (πραγματοποίησαν συνειδητά αυτού του είδους την εισβολή ενώ όπως οι ίδιοι οι διωκτικοί μηχανισμοί της ΔΑΕΕΒ είχαν δηλώσει δημόσια, γνώριζαν πως αφού η Ρούπα ήταν μαζί με το παιδί, δεν θα αντιδρούσε), έφθασε στην ΓΑΔΑ μαζί με τη μητέρα του όπου και απήχθη από αστυνομικούς της ΔΑΕΕΒ. Για ώρες ήταν αγνοούμενο από τους οικείους του κατόπιν εντολής της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και της κυβέρνησης. Κρατήθηκε για ώρες στην ΓΑΔΑ, στον 3ο (Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ανηλίκων) και στον 13ο όροφο. Ανακρίθηκε και φακελώθηκε ενώ στην συνέχεια, το απόγευμα της ίδιας ημέρας, μεταφέρθηκε ‘‘υπό άκρα μυστικότητα’’ στην κλειστή ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου Παίδων ‘‘Αγία Σοφία’’, όπου κρατήθηκε φρουρούμενο από μπάτσους και με εντολή από την εισαγγελέα ανηλίκων να μην έρθει σε επικοινωνία με κανέναν. Η αντιμετώπιση που είχε το παιδί μας από το κράτος, μοναδική σε σύλληψη γυναίκας με ανήλικο παιδί, ξεσήκωσε πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις, ακόμα και στον χώρο της καθεστωτικής αντιπολίτευσης. Τελικά, το παιδί μας απελευθερώθηκε από το ψυχιατρείο όπου το κρατούσαν στις 8/1 το απόγευμα, ύστερα από σχεδόν τέσσερις ημέρες απεργίας πείνας και δίψας που κάναμε, με αίτημα να απελευθερωθεί το παιδί και να δοθεί στους συγγενείς μας, οι οποίοι το διεκδικούσαν από το κράτος που το είχε αιχμάλωτο. Το τρίτο κατασταλτικό χτύπημα εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα είχε μια ιδιαίτερη και μοναδική ιστορικά βιαιότητα, καθώς στόχος του κράτους έγινε ένα εξάχρονο παιδί, προκειμένου μέσω αυτού να χτυπήσει τον Επαναστατικό Αγώνα και ειδικά την Πόλα Ρούπα. Ήταν στην ουσία μια κίνηση αδιεξόδου του κράτους που το ίδιο είχε επέλθει όσον αφορά τις μεθοδεύσεις του να αντιμετωπίσει με κάποιον αποτελεσματικό τρόπο τον Επαναστατικό Αγώνα, να τον απαξιώσει πολιτικά, να τον πλήξει καίρια. Όμως και σε αυτή την απόπειρα, τα σχέδιά του ναυάγησαν. Από την άλλη, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι το 3ο κατασταλτικό χτύπημα εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα θα μείνει στην ιστορία ως το πιο βίαιο, αλλά και το πιο επαίσχυντο κατασταλτικό χτύπημα στην σύγχρονη ιστορία. Και αυτό καταγράφηκε ως μια ‘‘επιτυχία’’ της κυβέρνησης Σύριζα – ΑΝΕΛ. Η εκδικητικότητα του κράτους απέναντι στον Επαναστατικό Αγώνα ‘‘ξεδιπλώθηκε’’ με τις δίκες για την επίθεση του Επαναστατικού Αγώνα εναντίον της ΤτΕ και του ΔΝΤ, τη μεγαλύτερη και μοναδική επίθεση εναντίον της τρόικας και του καθεστώτος των μνημονίων στην χώρα, καθώς η ποινή που επιβλήθηκε και στους δυο μας, ήταν αυτή των ισοβίων. Εν τω μεταξύ, το καλοκαίρι του 2015 είχε ξεκινήσει το εφετείο της πρώτης δίκης εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα. Η δίκη αυτή είχε λήξει τον Απρίλιο του 2013 και είχαμε καταδικαστεί σε 50 χρόνια κάθειρξη για τις ενέργειες της οργάνωσης από το 2003 έως το 2009. Στο εφετείο αυτής της δίκης είχαμε την δυσάρεστη εξέλιξη, πρώην μέλος της οργάνωσης που είχε αναλάβει την ευθύνη κατά τις συλλήψεις το 2010, να πρωτοστατεί σε επίθεση εναντίον μας μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, αφού είχε πραγματοποιήσει δήλωση στην οποία αναφερόταν ‘‘στην ήττα του Επαναστατικού Αγώνα το 2010’’, ενώ για τον εαυτό του είπε πως ‘‘ποτέ δεν είχε δηλώσει επαναστάτης’’, ανακαλώντας σειρά κειμένων και δηλώσεων που είχαμε και οι τρεις υπογράψει. Η ανάκληση μιας τέτοιας πολιτικής επιλογής και οι αναφορές σε ‘‘ήττα’’ της οργάνωσης σημαίνουν την εγκατάλειψη μπροστά στον εχθρό της πολιτικής στόχευσης μιας οργάνωσης όπως ο Επαναστατικός Αγώνας, που δεν είναι άλλη από την ανατροπή του καθεστώτος και την κοινωνική Επανάσταση. Σημαίνουν την κατάδειξη του ‘‘πτώματος’’ της οργάνωσης μπροστά στο κράτος και της ρητής δήλωσης της ‘‘αποτυχίας’’ τέτοιων εγχειρημάτων. Στην οργάνωση αυτής της επίθεσης εναντίον του ζωντανού και μη ηττημένου Επαναστατικού Αγώνα συμμετείχαν και διάφοροι από τον α/α χώρο, τόσο εντός όσο και εκτός της δικαστικής αίθουσας. Εκτός από την πολιτική δημόσια επίθεση που απέβλεπε αυτή η κίνηση στο εφετείο της α΄ δίκης στις 30/6/2017, είχε ως επόμενο άμεσο στόχο να τεθεί σε καθεστώς απομόνωσης ο Νίκος Μαζιώτης, πράγμα που κατάφερε ο μετανοημένος σε συνεργασία με τους λοιπούς κρατούμενους που τότε βρίσκονταν στο υπόγειο των γυναικείων φυλακών Κορυδαλλού. Το καθεστώς απομόνωσης του Νίκου Μαζιώτη κράτησε πέντε μήνες και έληξε κατόπιν απεργίας πείνας που κάναμε, η οποία έφτασε τις 35 ημέρες. Η απεργία αυτή που είχε ως αιτήματα την άρση του καθεστώτος απομόνωσης του Μαζιώτη, την απόσυρση του άρθρου 11 του νέου σωφρονιστικού κώδικα που εισήγαγε την επαναφορά των φυλακών τύπου Γ΄ και την διευθέτηση των ωρών στα επισκεπτήριά μας με το παιδί μας καθώς και μεταξύ μας, δέχθηκε μεγάλη πολεμική, με στόχο να απομονωθούμε και να βρεθεί η απεργία σε αδιέξοδο, γεγονός που έθετε σε κίνδυνο την ίδια μας την ζωή. Η δυναμική της ήττας και της πολεμικής εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα και εναντίον εμάς σαν πρόσωπα έδειξε μια μη αναμενόμενη ένταση και έκταση. Υποδείκνυε όμως την διάχυση της ήττας εντός του α/α χώρου που υπέβοσκε τα τελευταία χρόνια και αιτία της οποίας ήταν η καταστολή και οι φυλακίσεις, αλλά κυρίως ήταν η πολιτική ανεπάρκεια του α/α χώρου στα ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια και η πολιτική ανεπάρκεια ως προς την επιλογή της ένοπλης δράσης, την οποία και χτύπησε η καταστολή από το 2010 και μετά. Χρειάστηκε να φτάσουμε στα όριά μας με αυτή την απεργία πείνας, για να γίνουν δεκτά δύο από τα τρία αιτήματά μας, αυτά των επισκεπτηρίων και της άρσης της απομόνωσης του Νίκου Μαζιώτη. Η συνέχεια συνιστούσε την κορύφωση αυτής της μακράς πολεμικής μεθόδευσης εναντίον μας από κρατούμενους για ένοπλες δραστηριότητες και από μερίδα του α/α χώρου: Καθώς ο Μαζιώτης για πρώτη φορά μετά από χρόνια σε καθεστώς ειδικής κράτησης βρέθηκε σε ‘‘ανοιχτή φυλακή’’ στην Ε΄ πτέρυγα των φυλακών Κορυδαλλού, δέχθηκε επίθεση από ποινικούς – εντολοδόχους ‘‘πολιτικών’’ κρατουμένων που είχαν επιληφθεί από το καλοκαίρι του 2017 την ‘‘εξασφάλιση’’ μιας τέτοιας επίθεσης στην περίπτωση που ο Μαζιώτης έβγαινε από την απομόνωση. Αυτά τα ντροπιαστικά για την αναρχία και την ιστορία της στον τόπο γεγονότα είναι πραγματικά πρωτόγνωρα. Συνεπώς εμείς, δεδομένου ότι είχαμε να αντιμετωπίσουμε την πολιτική ήττα και στο εσωτερικό της οργάνωσής μας, αφού ένα πρώην μέλος της οργάνωσης δήλωσε μετάνοια μπροστά στους δικαστές για την επιλογή του, είχαμε να παλέψουμε και κατά ενός εσωτερικού ‘‘μετώπου’’ πλέον που επιχειρούσαν ορισμένοι να συγκροτηθεί εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα και εναντίον μας, το οποίο ‘‘μέτωπο’’ έπαιζε τον ρόλο ενός ‘‘προ-κεχωρημένου φυλακίου’’ του εχθρού εντός των ‘‘γραμμών’’ μας στον α/α χώρο, με στόχο να μας απομονώσει και να μας καταστήσει όσο το δυνατόν πιο ευάλωτους στα κατασταλτικά σχέδια εξόντωσής μας. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη προσφορά που θα μπορούσαν να προσφέρουν στο καθεστώς: Να αντιμετωπίσουν αυτοί, οι ‘‘σύντροφοι’’, τον Επαναστατικό Αγώνα και να επιχειρήσουν να καταφέρουν όσα δεν κατάφεραν τρία κατασταλτικά χτυπήματα, ο θάνατος ενός συντρόφου, και σειρά μεθοδεύσεων και διώξεων. Φυσικά και αυτού του είδους οι λυκοφιλίες δεν έχουν προοπτική και ‘‘εξανεμίζονται’’ μπροστά στην αντίσταση που θα συναντήσουν. Όμως καθώς βρήκαν αρκετά ‘‘ευήκοα ώτα’’ στον α/α χώρο, απόρροια αυτών των τακτικών ήταν να μεγαλώσει το έλλειμμα αλληλεγγύης το οποίο υπήρχε πολύ πριν τις συλλήψεις μας και στο οποίο έλλειμμα το κράτος ‘‘είδε’’ έναν επιπλέον βαθμό ελευθερίας να εκδηλώσει την εκδικητικότητά του αβίαστα τόσο απέναντι στο παιδί μας όσο και απέναντι σε εμάς τους ίδιους επιβάλλοντάς μας την ποινή των ισοβίων για την επίθεση εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Το κυρίως ζήτημα, πλάι στη μοναδική στα χρονικά δικών για ένοπλη δράση απόφαση καταδίκης σε ισόβια κάθειρξη για έκρηξη με δύο προειδοποιητικά τηλεφωνήματα και χωρίς καν σοβαρούς τραυματισμούς, είναι ότι στην δίκη που δικαζόταν η Πόλα Ρούπα, το κράτος, δια μέσω του εισαγγελέα της έδρας, αναγνώρισε δημόσια πως η ποινή των ισοβίων είναι απόρροια της αποτελεσματικότητας της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα, αλλά και ειδικά της συγκεκριμένης επίθεσης, να επιφέρει την κατάρρευση, την ανατροπή του καθεστώτος. Διαπίστωση και ομολογία που δείχνει την πολιτική σημασία που έχει για το καθεστώς και την εύρυθμη λειτουργία του η αποτελεσματική αντιμετώπιση του Επαναστατικού Αγώνα. Αφενός, λοιπόν, έχουμε δύο δικαστήρια που επιβάλουν την εσχάτη των ποινών σε υπόθεση που νομικά είναι αναντίστοιχη με αυτήν την απόφαση, την οποία επιβάλουν κατ’ εντολή προϊσταμένων τους και κατόπιν πολιτικών αποφάσεων και στοχεύσεων, γεγονός που επιδιώκει σαφώς, την εμπέδωση της κρατικής ισχύος απέναντι σε μια πολιτική αντικαθεστωτική δράση. Αφετέρου οι αποφάσεις αυτές συνοδεύονται από μια ομολογία του ίδιου του κράτους ότι το πολιτικό και οικονομικό σύστημα είναι ιδιαιτέρως ευάλωτο και τρωτό απέναντι σε αυτή την πολιτική απειλή. Και ρητώς αναφέρθηκε στο δικαστήριο που δικαζόταν η Πόλα Ρούπα πως τελικά, η ποινή των ισοβίων επεβλήθη σε αναλογία με το μέγεθος της απειλής που συνιστά η δράση του Επαναστατικού Αγώνα για την σταθερότητα του καθεστώτος. Δεδομένου επίσης, ότι ο κρατικός μηχανισμός, το πολιτικό κατεστημένο και το καθεστώς των ΜΜΕ καθ’ όλη την περίοδο που βρισκόμαστε στην ‘‘παρανομία’’ μας είχαν ταυτίσει ως φυσικά πρόσωπα με την οργάνωση, διαμορφώνοντας εκ των προτέρων το προφίλ των ‘‘αρχηγών’’ που αποτέλεσε και την βάση για την ‘‘εδραίωση των κατηγοριών’’ εναντίον μας, τα δύο δικαστήρια κατέληξαν στην ίδια ‘‘ταυτοποίηση’’: Η δράση του Επαναστατικού Αγώνα ‘‘είναι η δράση του Μαζιώτη και της Ρούπα’’ και είναι αυτή που συνιστά άμεση απειλή για το καθεστώς. Εμείς από την άλλη, και πριν βγουν αυτές οι αποφάσεις, πολύ πριν το δικαστήριο που δίκαζε την Πόλα Ρούπα δια στόματος του εισαγγελέα της έδρας ομολογήσει με τον πλέον ειλικρινή τρόπο το πόσο ευάλωτο είναι το καθεστώς που υπηρετεί μπροστά στη δράση του Επαναστατικού Αγώνα, είχαμε εντάξει στην πολιτική μας στρατηγική εντός των δικαστικών αιθουσών και έξω από αυτές την υπεράσπιση όχι μόνο του δίκαιου αγώνα της οργάνωσης, αλλά και την προσφορότητά της ως προς το επιζητούμενο αποτέλεσμα που έχει διαχρονικά η ένοπλη δράση να προκαλεί τις μέγιστες δυνατές αναταράξεις στις συστημικές λειτουργίες και να μπορεί να επιφέρει την καθεστωτική κατάρρευση. Αυτή την κατεύθυνση την ακολουθούσαμε ασχέτως του πιθανού κόστους που μπορεί να είχε αυτή η στάση σε ποινικό επίπεδο. Ο λόγος δεν είναι ούτε η περιαυτολογία – όπως πολλοί κακεντρεχείς μπορεί να ισχυρίζονται – ούτε ζήτημα πολιτικού εγωισμού. Είναι συνειδητή απόφαση που στοχεύει να συμβάλει στην ανατροπή της καθεστωτικής θεωρίας ότι το σύστημα είναι πανίσχυρο και άτρωτο, ότι τίποτα δεν μπορεί ουσιαστικά να το πλήξει και να το κλονίσει. Είναι συνειδητή πολιτική απόφαση που στοχεύει να συμβάλει στην ανατροπή αντιδραστικών θέσεων για τη ματαιότητα της ένοπλης δράσης. Είναι συνειδητή πολιτική απόφαση που θέλει να συμβάλει στην ανατροπή των σχέσεων κυριαρχίας, προωθώντας την θέση ‘‘μπορούμε να ρίξουμε το καθεστώς’’. Αυτή η θέση γίνεται πράξη με την ίδια την δράση του Επαναστατικού Αγώνα και επίσης, ομολογείται ως ορθή από τους ίδιους τους κρατικούς και κυβερνητικούς παράγοντες. Όταν έχεις μια τέτοια ευκαιρία, η αναγωγή της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα στο επίπεδο της μετριότητας και της ‘‘ένοπλης διαμαρτυρίας’’, μόνο το καθεστώς βοηθά. Τουλάχιστον εμείς δεν θα συναινούσαμε ποτέ σε κάτι τέτοιο, παρά το όποιο κόστος έχει αυτό πάνω μας. Τα παραπάνω είναι η βασική αιτία που υπαγορεύει τις μεθόδους τις οποίες εφαρμόζει το καθεστώς πάνω μας – δεδομένης φυσικά και της πολιτικής στάσης μας όλα αυτά τα χρόνια, της σταθερότητάς μας στην συνέχιση της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες –, είτε αυτό αφορά την κρατική βία πάνω στο παιδί μας είτε αφορά τις δικαστικές αποφάσεις και την δεδομένη κατά πώς φαίνεται στόχευση του κράτους να παρατείνει όσο γίνεται περισσότερο την φυλάκισή μας. Ένας στόχος που είναι αποκλειστικά και μόνο πολιτικός. Αυτή η στόχευση λαμβάνει ακόμα μεγαλύτερη σημασία για το καθεστώς εν μέσω της εποχής που διανύουμε. Η δράση του Επαναστατικού Αγώνα από το 2009, η εποχή των ‘‘μνημονίων’’ και της έντασης της οικονομικής και πολιτικής βίας πάνω στην κοινωνία καθώς και η ένταση της καταστολής που ασκείται πάνω μας, βρίσκονται σε μια μόνιμη πολιτικά διαλεκτική σχέση. Για την στρατηγική του Επαναστατικού Αγώνα έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε συλλογικά από το 2008 και τέθηκε σε εφαρμογή πριν η χώρα μας μπει στην περίοδο των ‘‘μνημονίων’’, έχουμε μιλήσει αναλυτικά στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης αυτού του βιβλίου. Η επίθεση εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου είχε ένα σημαντικό χαρακτηριστικό: Στράφηκε ευθέως ενάντια στους εμπνευστές και διαμορφωτές των δανειακών συμβάσεων, του πλέγματος δηλαδή, των κειμένων που περιείχαν όλους τους ειδεχθείς όρους υποτέλειας της κοινωνίας στο μεγάλο κεφάλαιο και της πρωτοφανούς οικονομικής και πολιτικής βίας που ασκήθηκε, ασκείται και θα ασκείται πάνω της. Γι’ αυτό και ήταν μια κεντρικής πολιτικής σημασίας ενέργεια, η μοναδική μεγάλη ένοπλη ενέργεια που χτύπησε την τρόικα. Ένας ακόμα σημαντικός λόγος για τον οποίο ‘‘έπρεπε να μας επιβληθεί η ποινή των ισοβίων’’ για πολιτικούς λόγους, είναι η διάσταση της επίθεσης και η κεντρική πολιτική της σημασία. Ενώ ένα ολόκληρο πολιτικό, κρατικό πλέγμα τοπικής εξουσίας έχει ενσωματώσει και ταυτίσει με την ίδια του την ύπαρξη την άσκηση μιας ακραίας οικονομικής βίας πάνω στην κοινωνική πλειοψηφία του τόπου κατ’ εντολή μιας υπερεθνικής οικονομικής ελίτ, την στιγμή μάλιστα, που έχει αποδεχθεί την κατάλυση θεμελιωδών αρχών του κυρίαρχου πολιτικού πλαισίου που έφεραν οι συμβάσεις δανεισμού ενώ παράλληλα καμία ουσιαστική κοινωνική αντίδραση δεν εκδηλώθηκε ώστε να εμποδίσει την εφαρμογή τους, η επιμονή μιας και μόνο πολιτικής συλλογικότητας να πολεμάει εναντίον τους και εναντίον του καθεστώτος συνολικά, και μάλιστα με ‘‘πρόσφορο τρόπο’’ ως προς το τελικό ζητούμενο, την καθεστωτική αποσταθεροποίηση – όπως ομολογείται από τους ίδιους τους κρατικούς φορείς –, είναι παράγοντες που συνιστούν ένα ενιαίο πολιτικό σύνολο το οποίο και τελικά ανάγει τον Επαναστατικό Αγώνα ως σημαντικό πολιτικό αντίπαλο του συστήματος που πρέπει να έχει και την ‘‘ανάλογη αντιμετώπιση’’. Ακόμα και αν αυτή η ‘‘αντιμετώπιση’’ υπερβαίνει τα υπάρχοντα νομικά και θεσμικά πλαίσια όπως έγινε με την αρπαγή και τη παράνομη κράτηση του 6χρονου γιου μας στο ψυχιατρικό τμήμα του νοσοκομείου Παίδων. Αυτή την υπέρβαση την έχουμε αναδείξει μέσα στις δικαστικές αίθουσες. Για να μπορέσει όμως να ‘‘σταθεί’’ η ποινή των ισοβίων υπάρχει και μία ακόμα προϋπόθεση: Η καταδίκη μας με αυθαίρετες αλχημείες ως αργηγούς του Επαναστατικού Αγώνα Η μεγάλη ιστορική παραβίαση των υπαρχόντων θεσμικών και νομικών πλαισίων του πολιτικού καθεστώτος έγινε με τις δανειακές συμβάσεις. Στην πραγματικότητα η πολιτική, η δικαστική και η εκτελεστική εξουσία – με την συμμετοχή των ΜΜΕ – αποδέχτηκαν τους ειδεχθείς όρους υποτέλειας της χώρας που υπήρχαν στις συμβάσεις και οι οποίοι όροι ποτέ δεν προσβλήθηκαν. Αυτοί οι όροι είναι μια σημαντική παράμετρος των λεγόμενων ‘‘μνημονίων’’ που ακόμα και σήμερα δεν είναι ευρέως γνωστοί, όπως δεν είναι γνωστό ούτε το ίδιο το περιεχόμενο των συμβάσεων που έχουν επιβληθεί, παρ’ όλο που έχουν ήδη μια ηλικία οκτώ ετών ενώ φαίνεται πως θα αποτελούν μόνιμη συνθήκη υποτέλειας της κοινωνίας, παρά τις διαβεβαιώσεις περί ‘‘του τέλους των μνημονίων’’. Η σημασία αυτής της επίθεσης εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και του ΔΝΤ, αλλά και της συνολικής στρατηγικής του Επαναστατικού Αγώνα από το 2009 που στόχευε στην υποδαύλιση της συστημικής αστάθειας, την οποία αποκάλυπτε η οικονομική κρίση και επιδείνωναν σε πολιτικό πλέον επίπεδο οι δανειακές συμβάσεις καθιστώντας στην ουσία παράνομα με βάση το ίδιο το ισχύον νομικό πλαίσιο, τόσο τα ‘‘μνημόνια’’ όσο και την εγχώρια εξουσία που τα αποδέχτηκε και τα επέβαλε, παραμένει και θα παραμείνει πολύ μεγάλη. Στον πυρήνα αυτής της επίθεσης ήταν η αναγκαιότητα ανατροπής ενός επαίσχυντου καθεστώτος που έλαβε στην χώρα την πιο ολοκληρωτική του μορφή έως σήμερα, έτσι όπως αυτή επεβλήθη με τα ‘‘μνημόνια’’. Η αναγκαιότητα για άμεση μετωπική σύγκρουση με το καθεστώς χωρίς εξαιρέσεις, η αναγκαιότητα για την ανατροπή του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου που θέλει να κρατά ισοβίως στην σκλαβιά την κοινωνική πλειοψηφία του τόπου, ήταν και είναι η μόνη διέξοδος για την κοινωνία. Και ενώ η συστημική κρίση ετοιμάζεται να δείξει ένα ακόμα πιο άγριο πρόσωπο και παράλληλα τα μέτρα υποτέλειας θα γίνονται όλο και πιο σφιχτή θηλιά στο λαιμό της κοινωνίας και κυρίως των πιο αδύναμων στρωμάτων της, η σημασία της ένοπλης ανατρεπτικής δράσης, της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα, της επίθεσης εναντίον της τρόικας και της άμεσης εκδίωξης των υπερεθνικών θεσμών εξουσίας από τον τόπο όπως αυτή αποτυπώνεται με την επίθεση εναντίον της ΤτΕ και του ΔΝΤ, η αναγκαιότητα μιας κοινωνικής Επανάστασης θα γίνεται όλο και πιο επίκαιρη.

Το περιεχόμενο των δανειακών συμβάσεων

Κατά το παρελθόν έχουμε αναφερθεί τόσο σε κείμενα όσο και στις αίθουσες των δικαστηρίων στο περιεχόμενο και τους όρους των συμβάσεων δανεισμού. Η διάρρηξη του κυρίαρχου πολιτικού και θεσμικού πλαισίου που αυτές έφεραν στο καθεστώς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και η επικύρωση αυτής της διάρρηξης από το πολιτικό, μιντιακό και δικαστικό κατεστημένο στην χώρα, έχει καταστήσει ανεπιστρεπτί παντελώς ανυπόληπτο το εγχώριο καθεστώς εν γένει. Είμαστε σίγουροι πως κάποιοι θα αναρωτηθούν, πώς μια οργάνωση όπως ο Επαναστατικός Αγώνας, όπως εμείς ως αναρχικοί αναφερόμαστε και επικαλούμαστε την παραβίαση του κυρίαρχου θεσμικού πλαισίου από τις συμβάσεις δανεισμού. Όμως, όπως έγινε το ’10 έτσι και σήμερα τα όπλα που μας προσφέρει το ίδιο το σύστημα να το χτυπήσουμε στην ίδια του την καρδιά, ελάχιστοι αναγνώρισαν ότι θα πρέπει να τα πάρουμε και να τα χρησιμοποιήσουμε εναντίον του. Οι περισσότεροι από τον χώρο της αντικαθεστωτικής δράσης ούτε καν έδωσαν σημασία. Και μια ευκαιρία που το ίδιο το εγχώριο καθεστώς μας πρόσφερε για να αποσπάσουμε τη μέγιστη δυνατή κοινωνική και πολιτική συναίνεση στον πόλεμο εναντίον του, την άφησαν και την αφήνουν οι περισσότεροι ανεκμετάλλευτη. Οι συμβάσεις δανεισμού με τους λεόντειους και επονείδιστους όρους που τις έχει επίκυρώσει με την υπογραφή του το πολιτικό καθεστώς και τις έχει νομιμοποιήσει σύσσωμο το οικονομικό, δικαστικό, μιντιακό σύστημα εξουσίας στη χώρα θέτοντας έτσι τη πλειοψηφία της κοινωνίας υπό καθεστώς μόνιμης υποτέλειας στις αγορές, τους υπερεθνικούς θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το μεγάλο κεφάλαιο, θα έπρεπε να γίνουν η αιτία ανατροπής του καθεστώτος. Ενώ η οικονομική κρίση είχε μετεξελιχθεί σε κρίση χρέους στην ευρωζώνη και απειλούσε το ευρώ, το ελληνικό κράτος δεχόταν τις μεγαλύτερες πιέσεις, με τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων να έχουν φθάσει σε επίπεδα απαγορευτικά για δανεισμό από τις αγορές ενώ το έλλειμμα είχε φτάσει στο 13,6 % του ΑΕΠ. Παρά τις γερμανικές αντιδράσεις που δεν ήθελαν την διάσωση του ελληνικού κράτους, καθώς ‘‘δεν προβλεπόταν κάτι τέτοιο από τις συμφωνίες της Ε.Ε’’, στις 25/3/2010 υπό την πίεση των αγορών που απειλούσαν το ευρώ και την ΟΝΕ με αποσταθεροποίηση, δημιουργήθηκε ο Μηχανισμός Δημοσιονομικής Σταθερότητας της Ευρωζώνης. Στις αρχές Απριλίου η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε αίτημα ενεργοποίησης του Μηχανισμού Δημοσιονομικής Σταθερότητας και στις 11/4 εντάχθηκε το ελληνικό κράτος στο μηχανισμό, με το πακέτο στήριξης να φθάνει τα 110 δις. Υπενθυμίζουμε πως όλα αυτά τα γεγονότα έλαβαν χώρα τις ημέρες που διεξάγονταν το πρώτο κατασταλτικό χτύπημα εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα (ημέρες συλλήψεων). Το ‘‘μνημόνιο’’ διαμορφώθηκε από την τρόικα και η ελληνική κυβέρνηση δεν συμμετείχε ούτε στην διαμόρφωσή του ούτε προέβαλε κάποια αντίρρηση. Της εισόδου της χώρας στα ‘‘μνημόνια’’ είχε προηγηθεί έκκληση του Γιώργου Παπανδρέου στο ΔΝΤ αμέσως μετά τις εκλογές του 2009 για παροχή ‘‘τεχνικής βοήθειας’’ προς την Ελλάδα που στην ουσία αφορούσε αίτημα για την κηδεμονία από το ΔΝΤ, ενώ στις 2/12 μπήκε σε καθεστώς συνεχούς επιτήρησης με απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών Οικονομικών της Ε.Ε λόγω της αποκάλυψης των υπερβολικών ελλειμμάτων. Το πακέτο των περικοπών και των μέτρων κυρώθηκαν από την βουλή με τον Ν.3845/2010 στις 6/5/2010, με τον οποίο εκτός από τα μέτρα που επεβλήθησαν, κυρώθηκε η παραχώρηση της άσκησης αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας στους υπερεθνικούς θεσμούς της τρόικας. Τρεις ημέρες μετά δημοσιεύτηκε ο Ν. 3847 της 11ης Μαΐου 2010, ο οποίος στο άρθρο Μόνο* (*έτσι αναφέρεται) παράγραφος 9 ορίζει: ‘‘Τα μνημόνια, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου (δηλ. οι συμβάσεις δανεισμού) εισάγονται στην βουλή για συζήτηση και ενημέρωση. Ισχύουν και εκτελούνται από της υπογραφής τους’’. ‘‘Με έναν νόμο καταργήθηκε το Σύνταγμα’’ έγραφαν συνταγματολόγοι, αφού καταργήθηκαν οι συνταγματικές διαδικασίες επικύρωσης και κύρωσης των συμβάσεων με τα 3/5 των μελών της βουλής, όπως ορίζουν τα άρθρα 36 παρ 2 και 28 παρ.2 του Συντάγματος. Είναι χαρακτηριστικό της ιστορίας πως μέρος του πολιτικού κατεστημένου είχαν μπερδέψει τα κείμενα του Ν. 3845 με το ‘‘μνημόνιο’’. Όμως ψήφιση του πραγματικού ‘‘μνημονίου’’ δεν έγινε ποτέ. Το πλέγμα των συμβάσεων που εν συντομία αναφέρεται (λανθασμένα) ως ‘‘μνημόνιο’’, συμπεριλαμβάνει: Την ‘‘Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης’’ μεταξύ της ‘‘ελληνικής Δημοκρατίας’’ και των κρατών μελών της ΟΝΕ που συνιστούσαν τον δανειστή των 80 δις εκατομμυρίων ευρώ που περιείχε το πρώτο πακέτο στήριξης, το ‘‘Μνημόνιο Συνεννόησης’’ μεταξύ της ‘‘ελληνικής Δημοκρατίας’’ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που ενεργούσε για λογαριασμό των 15 κρατών μελών της Ευρωζώνης. Το ‘‘Μνημόνιο Συνεννόησης’’ περιλαμβάνει το μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής πολιτικής, το Μνημόνιο με τις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, και το Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Τέλος, στο πλέγμα των συμβάσεων περιλαμβάνεται η Συμφωνία μεταξύ ‘‘ελληνικής Δημοκρατίας’’ και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η οποία και παρείχε τα 30 δις ευρώ του πρώτου πακέτου οικονομικής στήριξης. Στις τρεις αυτές συμβάσεις περιλαμβάνεται επίσης, η ‘‘Συμφωνία μεταξύ πιστωτών’’ με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, την οποία αποδέχτηκε η τότε κυβέρνηση με το άρθρο 4 παρ.1 της βασικής Σύμβασης, με βάση την οποία ‘‘δεν αποτελούσε προϋπόθεση η κυβέρνηση να συμμετέχει στην διαπραγμάτευση’’. Την αποδέχτηκε ως ήταν και την υπέγραψε. Βασική σύμβαση ήταν η ‘‘ Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης ’’ από την ισχύ της οποίας εξαρτιόταν η ισχύς όλων των μετέπειτα ‘‘μνημονίων’’. Οι βασικότερες παραβιάσεις της ‘‘νομιμότητας’’ που ισχύουν για μια ‘‘ανεξάρτητη χώρα’’ είναι:

α) Η παραίτηση ‘‘αμετακλήτως και άνευ όρων’’ από κάθε ασυλία κυριαρχίας, έτσι όπως αυτές ορίζονται με βάση το καθεστωτικό εθνικό και υπερεθνικό νομικό πλαίσιο, όρος που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 της Σύμβασης, το ελληνικό κράτος παραιτείται ‘‘αμετάκλητα και άνευ όρων’’ από κάθε ασυλία που αφορά το ίδιο ή τα περιουσιακά του στοιχεία σε όλες τις νομικές διαδικασίες. Σε αυτές περιλαμβάνονται χωρίς περιορισμούς η άσκηση αγωγής, κάθε δικαστική απόφαση ή άλλη διαταγή, η κατάσχεση, η αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, η προσωρινή διαταγή και η αναγκαστική εκτέλεση σε περιουσιακά στοιχεία. Στην επίσης δεσμευτική επεξήγηση της νομικής γνωμοδότησης από δύο νομικούς συμβούλους του κράτους αναφέρεται ότι ‘‘ούτε ο Δανειολήπτης ούτε τα περιουσιακά του στοιχεία έχουν ασυλία λόγω εθνικής κυριαρχίας ή για άλλο λόγο’’. Με την γνωμοδότηση αυτών των δύο νομικών συμβούλων το ελληνικό κράτος σφράγισε τον δρόμο για την όποια μετέπειτα απόπειρα προσβολής των συμβάσεων, επικυρώνοντας αυτές ως νόμιμες. Αυτή η κίνηση συνιστούσε απαίτηση των δανειστών ώστε να διασφαλιστεί η απόλυτη συμμόρφωση της κυβέρνησης στις συμβάσεις, για τις οποίες οι ίδιοι οι δανειστές και οι θεσμοί γνώριζαν το μέγεθος της παραβίασης του ελληνικού και ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου που προωθούσαν. Αυτούς τους όρους που καταλύουν κάθε έννοια κυριαρχίας, είχε προαναγγείλει ο πρώην υπουργός οικονομικών της Γερμανίας Β. Σόιμπλε με την γνωστή δήλωσή του ‘‘kapput κυριαρχία’’.

β) Η ολοκληρωτική και αμετάκλητη δέσμευση υπέρ κάθε δανειστή του ελληνικού κράτους, του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος, του συνόλου της δημόσιας περιουσίας (ακίνητης, κινητής, χρηματικής, αξιογράφων, πηγών επίγειου, υπόγειου και υποθαλάσσιου πλούτου). Αφήνεται στην κρίση των δανειστών η δυνατότητα κατασχέσεων οποιουδήποτε στοιχείου θεωρείται ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους (άρθρο 14 παράγραφο 5 και στο παράρτημα 4 της Σύμβασης Δανειακών Διευκολύνσεων).

γ) Στο ‘‘Μνημόνιο Συνεννόησης’’ και σε όλα τα μεταγενέστερα ‘‘μνημόνια’’, περιέχονται τα μέτρα που επέβαλαν (και επιβάλλουν) οι κυβερνήσεις. Όσον αφορά τον όρο της ‘‘παραίτησης από κάθε ασυλία κυριαρχίας’’ συνιστά ευθέως όρο κατοχής και κατάλυσης του θεσμικού πλαισίου που υποτίθεται, καθιστά την χώρα ανεξάρτητη, παραβιάζοντας την ‘‘αρχή σεβασμού της κυριαρχίας μιας χώρας που εγγυώνται το Σύνταγμα, το διεθνές δίκαιο και τα κυριαρχικά δικαιώματα της ελληνικής Δημοκρατίας’’. Σύμφωνα με τα παραπάνω, τα οποία δεν είναι θέσεις δικές μας, αλλά θέσεις συνταγματολόγων και νομικών που έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις καθώς και το εγχώριο σύμπλεγμα εξουσίας (δικαστική, εκτελεστική, νομοθετική, ΜΜΕ) που έχει αποδεχτεί τις συμβάσεις, είναι επί της ουσίας θεματοφύλακες αυτής της κατοχικής συνθήκης και υπαίτιοι της καταλύσεως του νομικού και θεσμικού πλαισίου, στην οποία κατοχική συνθήκη υπάγονται πλέον οι εξουσίες τους πάνω στους ανθρώπους του τόπου. Συνεπώς, με τους όρους του κυρίαρχου νομικού και θεσμικού πλαισίου της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, αυτό το πλέγμα εξουσίας και όλο το πολιτικό καθεστώς – ασχέτως αν έχει ή δεν έχει συμμετάσχει εξ’ αρχής σε κάποια κυβέρνηση – είναι παράνομο. Ειδικά ο συγκεκριμένος όρος που δεν προβλέπεται πουθενά στο ισχύον νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα, την Ευρώπη και διεθνώς, που παραβιάζει, ή καλύτερα καταλύει το Σύνταγμα, δεν θα μπορούσε να επικυρωθεί ούτε με ομόφωνη απόφαση των 300 μελών της βουλής και ούτε καν με δημοψήφισμα, αφού δεσμεύει όχι μόνο αυτή την γενιά των πολιτών, αλλά και τις επόμενες. Ο όρος της δυνατότητας και του δικαιώματος κατάσχεσης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου στην χώρα εξυπηρετεί τους δανειστές, καθώς και τα πακέτα των μέτρων περικοπής μισθών και συντάξεων, υπέρμετρης φορολόγησης των κοινωνικά αδύναμων, οι μειώσεις στο αφορολόγητο όριο, οι απολύσεις κλπ που συνιστούν ωμή οικονομική βία πάνω στην κοινωνική βάση, ενώ η επιβολή τους από τους δανειστές και τις εγχώριες κυβερνήσεις συνιστούν πράξεις πολιτικής βίας που επίσης, απαγορεύεται από το εγχώριο και διεθνές νομικό πλαίσιο το οποίο υποτίθεται, πως υπερασπίζεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φυσικά, αυτή η οικονομική και πολιτική βία συνιστά άλλη μια κατάλυση του ελληνικού Συντάγματος. Οι όροι που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4 της βασικής Σύμβασης δηλώνουν ότι ολόκληρη η κινητή και ακίνητη περιουσία του δημοσίου είναι δεσμευμένη για την εξυπηρέτηση του δανείου για όσο αυτό υπάρχει. Το συγκεκριμένο δάνειο είναι αυτό που έχει συμπεριληφθεί στις συμφωνίες για επιμήκυνση του χρέους (για το ζήτημα του χρέους θα αναφερθούμε πιο κάτω στο κείμενο) και του οποίου η αποπληρωμή μετατίθεται στο μακρινό μέλλον. Η επιμήκυνση επ’ αόριστον των ειδεχθών όρων της Δανειακής Σύμβασης δεν αφορά όμως μόνο στον χρόνο αποπληρωμής του πρώτου δανείου προς τα κράτη μέλη της ΟΝΕ, αλλά δεδομένου ότι η Σύμβαση και οι όροι της συμπεριλαμβάνονται ως αδιαχώριστο όλον σε όλα τα μνημόνια που ακολούθησαν, γίνεται σαφές πως οι όροι αυτοί θα ισχύουν στο διηνεκές, αφού η χώρα θα χρειαστεί πολλές δεκαετίες για να αποπληρώσει το σύνολο των χρεών της από τα πακέτα οικονομικής ‘‘στήριξης’’. Η αναδρομή στην εποχή του μνημονιακού καθεστώτος στην χώρα έχει την ιδιαίτερη σημασία της καθώς όχι μόνο δεν ‘‘βγαίνουμε από τα μνημόνια’’, αλλά εισερχόμαστε πιο βαθιά στην κρίση χρέους. Η γελοιότητα περί της ‘‘λήξης των μνημονίων’’ φαίνεται από την ίδια την Δανειακή Σύμβαση στης οποίας το άρθρο 4 αναφέρει ότι η Ελλάδα ως δανειολήπτης ‘‘δεσμεύεται έως ότου όλο το κεφάλαιο της παρούσας Σύμβασης να έχει επιστραφεί πλήρως και όλοι οι τόκοι και τα πρόσθετα ποσά, αν υπάρχουν στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης, να έχουν πλήρως εξοφληθεί…. ’’ Δεδομένου ότι η εξόφληση αυτού του δανείου έχει μεταφερθεί με τα ‘‘μέτρα ελάφρυνσης του χρέους’’ στο 2060 περίπου – εκτός απροόπτου –, η δανειακή Σύμβαση θα ισχύει στο διηνεκές και μαζί της θα είναι σε ισχύ όλα τα άρθρα που έχουν θέσει την χώρα σε καθεστώς απόλυτου ελέγχου και κατοχής από τους δανειστές. Οι οποίοι δανειστές εν προκειμένω και αφού, όπως έχει δημοσιοποιηθεί, μεγάλο μέρος του δανείου αυτού έχει ‘‘διασκορπιστεί’’ προφανώς σε ιδιώτες, δηλαδή στις αγορές, το μόνιμο καθεστώς κατοχής και όλα τα παρεπόμενα των όρων που περιέχουν οι συμβάσεις θα ασκείται από τις αγορές. Δικαίωμα να καταγγελθεί η Σύμβαση από την Ελλάδα δεν υπάρχει, όπως και δυνατότητα φυσικά, μονομερούς αθέτησης του χρέους λόγω αδυναμίας αποπληρωμής του. Όμως οι δανειστές με το άρθρο 8 της Σύμβασης δικαιούνται να την καταγγείλουν, να απαιτήσουν το ανεξόφλητο των δανείων ως άμεσα απαιτητό και πληρωτέο μαζί με τους τόκους και με το επιτόκιο να ξεπερνά το 7%. Συνεπώς τα μέτρα για την βιωσιμότητα του χρέους σημαίνουν μέτρα επιμήκυνσης του καθεστώτος υποτέλειας και κατοχής, αφού θα παραμείνουν σε ισχύ όλα τα άρθρα και οι κατοχικοί όροι των συμβάσεων. Με τις διατάξεις του άρθρου 4 της Σύμβασης που αφορούν στην δέσμευση της δημόσιας περιουσίας, σε συνδυασμό με τον όρο παραίτησης της χώρας ‘‘αμετακλήτως και άνευ όρων’’ από τα κυριαρχικά της δικαιώματα (άρθρα 14 παράγραφος 5, άρθρο 15 παρ.1 με Παράρτημα 4), η δέσμευση της δημόσιας περιουσίας και του κοινωνικού πλούτου στη χώρα είναι ολοκληρωτική. Με βάση το άρθρο 2 παρ. 3 της Σύμβασης, την ολοκληρωτική εξουσία που έχουν οι δανειστές πάνω στην χώρα μπορούν να τη μεταβιβάσουν μερικώς ή ολικώς σε τρίτους, είτε αυτά είναι άλλη κράτη είτε οργανισμοί είτε εταιρείες. Με την πρώτη δανειακή σύμβαση και την έναρξη των ‘‘προγραμμάτων οικονομικής εξυγίανσης’’, παράγοντες του γερμανικού κράτους δήλωναν: ‘‘Η Ελλάδα είναι πλέον εργαστήριο της Ευρώπης. Επανενσωμάτωση με το άγριο. Αν – σε περίπτωση που – οι Έλληνες το ξεπερά-σουν, θα είναι μια άλλη χώρα’’. Το αν ‘‘θα το ξεπεράσουν’’ ή όχι, δεν έχει ακόμα κριθεί αφού το χρέος για το οποίο μπήκαμε στα μνημόνια, έχει διπλασιαστεί και βαίνει να μεγαλώνει συνεχώς. Όμως ούτως ή άλλως μιλάμε για άλλη χώρα. Μια χώρα που πεθαίνει. Οι παραπάνω όροι καθώς και πλήθος δευτερευόντων όρων που συμπεριλαμβάνονται στις συμβάσεις, καθιστούν την θέση της χώρας δυσμενέστερη αυτής ενός προτεκτοράτου, καθώς προσδίδει τέτοια ρευστότητα στην δυνατότητα διαχείρισης των πεπραγμένων σε αυτήν και καταργεί κάθε δικαίωμα αυτοκυριαρχίας που δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο σε καιρό διακρατικής ειρήνης. Αν σε όλα αυτά συμπεριλάβουμε και το βάρος των μέτρων που επεβλήθησαν με τα τρία μνημόνια και με το 4ο που υπέγραψε η κυβέρνηση Σύριζα – ΑΝΕΛ προκειμένου ‘‘να βγούμε από… τα μνημόνια’’, μέτρα που αντιστοιχούν σε ποσό που υπερβαίνει τα 230 δις ευρώ, αν αναλογιστούμε την απώλεια σε ΑΕΠ που ξεπέρασε το 26% όλα αυτά τα χρόνια, την άγρια φτώχεια και την περιθωριοποίηση που έχει υποπέσει μεγάλο μέρος της κοινωνίας ενώ εκατομμύρια ζουν υπό την συνεχή απειλή της φτώχειας, όλα αυτά συνιστούν μια πρωτόγνωρη οικονομική και πολιτική βία που αντιστοιχεί μόνο σε χώρα που βρίσκεται σε πόλεμο. Δεδομένου όμως ότι κανένας πόλεμος δεν διαρκεί στο διηνεκές ενώ οι όροι δανεισμού και τα σκληρά μέτρα θα ισχύουν επ’ άπειρον αφού δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα η πιθανότητα αποπληρωμής των δανείων, η συνθήκη που έχει υποπέσει η κοινωνία σε αυτή την χώρα, είναι λόγω της μονιμότητάς της δυσχερέστερη ενός σύντομου διακρατικού πολέμου. Το περιεχόμενο των συμβάσεων σκοπίμως έχει μείνει στην σκιά και την αφάνεια. Σκοπίμως δεν έχει ενημερωθεί η κοινωνία γι’ αυτές και τους όρους τους. Η έλλειψη πληροφόρησης διαφάνηκε από το γεγονός ότι άπαντες οι συνδικαλιστικοί και πολιτικοί παράγοντες που οργάνωναν τις κινητοποιήσεις ‘‘ενάντια στα μνημόνια’’, συμπεριλαμβανομένων όλων των υπολοίπων που αντιδρούσαν εκείνη την πρώτη περίοδο, αναφέρονταν στα μέτρα και τις περικοπές μισθών και συντάξεων και όχι στο γενικό πλαίσιο αυτών που περιλαμβάνει την ισόβια υποβολή της χώρας σε καθεστώς εποπτείας, σε καθεστώς ολικής κατοχικής διακυβέρνησης. Αν αυτοί οι όροι γίνονταν η αιχμή των τότε κινητοποιήσεων και αναδεικνύονταν οι παραβιάσεις που προκαλούσαν οι συμβάσεις, θα γινόταν παράλληλα αιχμή το γεγονός ότι σύσσωμη η καθεστωτική πολιτική εξουσία ήταν παράνομη και συνεπώς θα απαιτούνταν η ανατροπή της. Κάτι τέτοιο όμως, προφανώς και δεν ήθελε κανένας πολιτικός παράγοντας της αντιπολίτευσης που έβλεπαν τις κινητοποιήσεις ως πεδίο για να αναρριχηθούν οι ίδιοι στην εξουσία και τα μνημόνια ως αφορμή αποδυνάμωσης των πιο ισχυρών πολιτικών παρατάξεων, ενώ αποσιωπούσαν όλοι τα παραπάνω καθιστώντας έτσι εαυτούς συνενόχους. Οι κινητοποιήσεις το 2010 και τα δυο επόμενα χρόνια συνειδητά έπρεπε να παραμείνουν σε ένα πλαίσιο ελεγχόμενο, το οποίο δεν θα υπερέβαινε την στιγμιαία εκδήλωση μιας μίνι εξέγερσης, χωρίς φυσικά, καμία συνείδηση της πραγματικής φύσης αυτών των συμβάσεων. Τα μέτρα του ‘‘Μνημονίου Συνεννόησης’’ το 2010 ήταν ένα μικρό μέρος αυτών των ειδεχθών όρων για την οικονομική στήριξη. Την οικονομική αυτή στήριξη την ήθελαν όλοι: Το πολιτειακό καθεστώς για να μην απολέσει την εξουσία του αν κατέρρεε, η δικαστική εξουσία και σύσσωμος ο κρατικός μηχανισμός για να μην χάσουν την εξουσία και τις θέσεις τους, το κράτος για η επιβίωση του συστήματος εν γένει. Και φυσικά, η ντόπια οικονομική ελίτ καθώς και τα ΜΜΕ που ελέγχει, επ’ ουδενί δεν ήθελε να μπλοκαριστεί η Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης και τα μέτρα που την συνόδευαν, αφού από αυτήν εξαρτιόταν η οικονομική στήριξη του καθεστώτος και η δική της. Εξ’ άλλου μεγάλο μέρος των χρημάτων κατέληξαν στην στήριξη του χρεοκοπημένου τραπεζικού συστήματος, του οποίου η μη κατάρρευση ήταν προϋπόθεση για την επιβίωση του οικονομικού και πολιτικού καθεστώτος όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς. Εξ’ άλλου ο μόνος λόγος που υποχρέωνε την αλλοδαπή οικονομική και πολιτική ελίτ να στηρίξει το ελληνικό κράτος και το εγχώριο τραπεζικό σύστημα, ήταν για να μην καταρρεύσει το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα αφού τα ‘‘ανοίγματά του’’ στο ελληνικό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος ήταν πολύ μεγάλα. Εν μέσω της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης μια αθέτηση πληρωμών του χρέους της Ελλάδας στην περίπτωση που αυτή έμενε αβοήθητη, θα προκαλούσε τέτοιους τριγμούς στο παγκόσμιο σύστημα που θα υπερέβαινε κατά πολύ το μέγεθος της κατάρρευσης της Lehman Brothers. Η οικονομική στήριξη προς το ελληνικός καθεστώς έγινε συνεπώς για να μπορεί το ελληνικό κράτος να συνεχίσει να πληρώνει τόκους και χρεολύσια με τεράστιο τίμημα για την κοινωνική βάση και υποθηκεύοντας τις ζωές όλων μας στο παρόν και στο μέλλον. Η μόνιμη κατάργηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας που επί της ουσίας εμπεριέχονται στις Συμβάσεις και ανανεώνονται με κάθε μνημόνιο και πακέτο μέτρων ‘‘οικονομικής εξυγίανσης’’, λιτότητας και εξασφάλισης πόρων για την αποπληρωμή των δανείων, αφορά σε μια μόνιμη συνθήκη κατοχής που το υπερεθνικό κεφάλαιο επιβάλει όχι πάνω στο εγχώριο οικονομικό και πολιτικό πλέγμα εξουσίας και το ελληνικό κράτος, αφού αυτό είναι που τελικά ‘‘νομιμοποιεί’’ αυτή την συνθήκη και είναι υπαίτιο για την τήρησή της και αφού διαφορετικά θα απαιτούνταν η αυτοκατάργηση του εγχώριου πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος. Αυτή τη μόνιμη συγκαλυμμένη μεν, υπαρκτή δε κατοχική συνθήκη την επιβάλλουν σύσσωμη η εγχώρια και υπερεθνική πολιτική και οικονομική εξουσία πάνω στους κοινωνικά αδύναμους του τόπου. Αυτοί είναι που πλήττονται όχι μόνο με τα μέτρα που τους χτυπούν άμεσα, αλλά και με όλους τους όρους των συμβάσεων. Και όσον αφορά το ‘‘αυτοκυρίαρχο’’ του ελληνικού πολιτειακού καθεστώτος, της αντιπροσωπευτικής ‘‘δημοκρατίας’’ και την ίδια του εν τέλει την υπόσταση, αυτή ‘‘αυτοκτόνησε’’ το 2010 και τυπικά. Λέμε ‘‘και τυπικά’’, γιατί η διάβρωση και η διαδοχική αποσάθρωσή του ως σύστημα εξουσίας έτσι όπως το είχαν προσδιορίσει μια σειρά διεθνών συμβάσεων μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, έχει ξεκινήσει από την εποχή που ξεκίνησε η νεοφιλελεύθερη επέλαση, αλλά και η είσοδος της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Οι παραβιάσεις που η δανειακή σύμβαση επέφερε στο νομικό και συνεπώς το θεσμικό πλαίσιο του καθεστώτος το οποίο ίσχυε ως χθες, συνιστούν ένα ‘‘ξεκαθάρισμα’’ με τις ‘‘παρωχημένες’’ ιδέες και αρχές ενός μοντέλου εξουσίας που αναφερόταν στο ‘‘κράτος – πρόνοιας’’ το οποίο ανήκει εδώ και χρόνια στο παρελθόν. Στην περίπτωση της Ελλάδας που υπέπεσε σε κατάσταση επαιτείας λόγω του αποκλεισμού της από τις αγορές κεφαλαίου και που αυτός ο αποκλεισμός ήρθε ως η ‘‘φυσική κατάληξη της οικονομικής κακοδιαχείρισης από το κράτος και της αδυναμίας προσαρμογής του στις απαιτήσεις του νέου παγκόσμιου οικονομικού περιβάλλοντος’’, η ρήξη που προκάλεσαν οι όροι της δανειακής σύμβασης, είναι μοναδική στην σύγχρονη ιστορία. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εξουσίας, αλλά και το ελληνικό κράτος από γεννήσεώς του είχε τον χαρακτήρα του ουραγού μεγάλων κρατικών δυνάμεων, από τις οποίες συχνά εξαρτιόταν ως σταθερός επαίτης. Εξ’ άλλου, το ελληνικό κράτος βρίσκεται ανάμεσα στα τρία μοναδικά κράτη σε όλο τον κόσμο, μαζί με την Ονδούρα και τον Ισημερινό, τα οποία έχουν ζήσει περισσότερο από το μισό διάστημα της ύπαρξής τους σε κατάσταση πτώχευσης, αλλά και σε ένα καθεστώς επιτήρησης και επικυριαρχίας από τους διάφορους δανειστές τους. Η υπερχρέωση του ελληνικού κράτους είναι μια μόνιμη ιστορική κατάσταση υποτέλειας του εγχώριου πολιτικού συστήματος στο μεγάλο κεφάλαιο σε διάφορες ιστορικές περιόδους. Η μη εξόφληση των δανείων του 1824, του 1825 και του 1832 προς την Αγγλία έφτασε να απειληθεί να μπει η Ελλάδα σε καθεστώς διεθνούς οικονομικού ελέγχου το 1860 από τις τρεις ‘‘προστάτιδες’’ δυνάμεις, ενώ υποχρεώθηκε να δίνει προτεραιότητα στην αποπληρωμή των δανείων. Το 1893 επί Χαριλάου Τρικούπη το ελληνικό κράτος χρεοκόπησε ενώ μετά την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 επιβλήθηκε διεθνής οικονομικός έλεγχος το 1898. Για την αποζημίωση του τουρκικού κράτους πήρε νέο δάνειο του οποίου όμως την αποπληρωμή ανέλαβε να επιτηρεί διεθνής επιτροπή (ΔΟΕ) που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και που της εκχωρήθηκαν τα μονοπώλια πολλών προϊόντων καθώς και φόρων. Το 1929 το ελληνικό κράτος πτώχευσε για μια ακόμα φορά. Μετά το Δόγμα Τρούμαν (1947) το αμερικάνικο κράτος έβαλε πολλούς δικούς του κρατικούς παράγοντες σε νευραλγικές διοικητικές θέσεις για την εξασφάλιση της αποπληρωμής των μεταπολεμικών δανείων με το δικαίωμα της άσκησης βέτο και το ελληνικό καθεστώς για χρόνια βρισκόταν υπό την απόλυτη αμερικάνικη εξουσία . Όσο για την Τράπεζα της Ελλάδας που σήμερα είναι παράρτημα της ΕΚΤ και συνιστά μέρος του ευρωσυστήματος, την οποία χτύπησε ο Επαναστατικός Αγώνας, ιδρύθηκε κατ’ εντολή του αγγλικού κράτους με σκοπό τον αποτελεσματικό οικονομικό έλεγχο του ελληνικού κράτους από το αγγλικό κεφάλαιο, προκειμένου να αποπληρωθούν τα δάνεια του 19ου αιώνα. Συνεπώς ο σκοπός της Τράπεζας της Ελλάδας ήταν η μόνιμη και ενισχυμένη επιτροπεία και εκμετάλλευση της ελληνικής κοινωνίας για λογαριασμό των ξένων πιστωτών. Με δυο λόγια δεν είναι εκτός του ιδιαίτερου ιστορικού χαρακτήρα του ελληνικού κράτους η κατάληξη που είχε η πορεία υπαγωγής της χώρας στο μόνιμο καθεστώς εποπτείας και κηδεμονίας χωρίς ένσταση και χωρίς καμία διαμαρτυρία. Είναι όμως η πρώτη φορά στην ιστορία που αυτό το καθεστώς επικυριαρχίας πρόκειται να διαρκέσει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Η στάση ολοκληρωτικής υποτέλειας που είχε εξ’ αρχής η κυβέρνηση Παπανδρέου το 2010, ξάφνιασε ακόμα και παράγοντες του ΔΝΤ, οι οποίοι είχαν δηλώσει ‘‘πρώτη φορά συναντάμε αρχηγό κράτους να αποδέχεται χωρίς καν να απαιτεί διαπραγμάτευση, τόσο σκληρούς όρους δανεισμού’’. Ο οποίος όχι μόνο αποδέχτηκε αδιαμαρτύρητα τα πάντα, αλλά προέβη και σε δημόσιες δηλώσεις που εξέφραζε την ενόχλησή του για τα ‘‘προσκόμματα που δημιουργεί το Σύνταγμα’’ και για τον ‘‘αναχρονιστικό και ξεπερασμένο του ρόλο’’, καθώς πολλοί συνταγματολόγοι το επικαλούνταν για να στηρίξουν την παράνομη φύση των συμβάσεων δανεισμού. Όπως όμως είπαμε και πιο πάνω, δεν είναι εκτός του ιδιαίτερου ιστορικού χαρακτήρα του ελληνικού κράτους η κατάληξη που είχε η πορεία υπαγωγής του στο μόνιμο καθεστώς εποπτείας. Όμως όπως είπαμε ήδη, για τη ‘‘νομιμοποίηση των Δανειακών Συμβάσεων’’ και την επιβολή τους έχουν ευθύνη όλοι όσοι συμμετέχουν στο εγχώριο πολιτικό κρατικό, μιντιακό, οικονομικό πλέγμα εξουσίας. Ακόμα και ήσσονος πολιτικής δύναμης κόμματα που δεν προέτρεψαν, δεν στόχευσαν, δεν έθεσαν ως πρόταγμα την καθεστωτική ανατροπή ύστερα από όσα οι συμβάσεις αυτές περιείχαν, είναι συνυπεύθυνες. Οι αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν απέναντι στις δανειακές συμβάσεις και τα μέτρα που επεβλήθησαν, ήταν παντελώς αναντίστοιχες του μεγέθους των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών και αποτελεσμά-των που αυτά έφεραν. Σειρά συνταγματολόγων αντιτάχθηκε στην δανειακή σύμβαση και τα ‘‘μνημόνια’’ καταγγέλλοντας την ‘‘συγκαλυμμένη κατάλυση του πολιτεύματος’’. Πέρα από την συνεχή αναφορά στις πολλές παραβιάσεις του Συντάγματος και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ο οποίος αποτελεί μέρος συνταγματικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έγιναν συχνές αναφορές στην αλλαγή καθεστώτος που επήλθε με τα μνημόνια: ‘‘Αντί για δημοκρατία (έστω με την έννοια και τους περιορισμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας) προκύπτει de facto ένα ιδιόμορφο καθεστώς χρεοκρατίας δηλαδή μια συγκεκαλυμμένη δικτατορία των διεθνών κεφαλαιαγορών διαμεσολαβημένη από τα κράτη–δανειστές… και από τους εγχώριους μεταπράτες – κόμματα εξουσίας (συνέντευξη Κ. Χρυσόγονου στην Αυγή 28/12/2013). Αναφερόμενος ο ίδιος ο Κ. Χρυσόγονος στον όρο της οριστικής και αμετάκλητης παραίτησης του δανειολήπτη από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει, δηλώνει πως ‘‘τέτοιες διατάξεις που θίγουν πρόδηλα τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος ούτε καν με αναθεώρηση του Συντάγματος δεν θα μπορούσαν να θεσπιστούν (κατ’ άρθρο 110 Σ )’’ (Νομικό Βήμα 28/3/2011). Ο Γ. Κασιμάτης, συνταγματολόγος, σε αρκετές ομιλίες και κείμενά του (π.χ. ομιλία σε ημερίδα του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 12/4/2011) αφού καταγγέλλει την δανειακή σύμβαση, καταλήγει πως η αποδοχή ως έχει των συμβάσεων και των όρων που αυτές περιέχουν από την κυβέρνηση, ‘‘οδηγεί την χώρα με ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας σε αγώνα των πολιτών της σύμφωνα με το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος (120 Σ)’’. Ο Χρυσόγονος παραλληλίζει την εποχή μας με αυτή της γαλλικής επανάστασης του 1789: ‘‘Ζήσαμε περίπου μια επανάληψη του γαλλικού 1789. Τότε ο Λουδοβίκος 16ος μη μπορώντας να αντιμετωπίσει τα χρέη που ο ίδιος είχε προκαλέσει, επιχείρησε μια ελεγχόμενη παράδοση της πολιτικής εξουσίας στους ευγενείς. Οι επαναστατικές εξελίξεις απέδειξαν πως τέτοιου είδους μεταβιβάσεις σε περιόδους οικονομικής κατάρρευσης εμπεριέχουν σοβαρό κίνδυνο συνολικής ανατροπής του συστήματος’’. Η εποχή που επικαλείται δεν έχει μόνο αυτού του τύπου τις ομοιότητες με την σημερινή. Δεδομένων των αναλογιών και των υπερβολών που χαρακτήριζαν εκείνο το μοναρχικό καθεστώς, κάποιες αιτίες που προκαλούν τις επαναστάσεις διατηρούν τις συγγένειές τους δια μέσω της ιστορίας. Το γαλλικό χρέος από τους πολέμους του Λουδοβίκου 14ου οδηγούσε το καθεστώς στο χείλος της τέταρτης χρεοκοπίας του μέσα σε έναν αιώνα και η ‘‘λύση’’ δόθηκε στην ‘‘ανακύκλωσή’’ του. Με τα ηνία της οικονομίας να τα παίρνει ένας Σκωτσέζος φυγάς καταδικασμένος σε θάνατο για ανθρωποκτονία και επαγγελματίας τζογαδόρος, ένας καθ’ όλα ‘‘ευυπόληπτος πολίτης’’ ονόματι Τζων Λω, δημιούργησε στην Γαλλία το πρώτο στην ιστορία χάρτινο νόμισμα και την πρώτη γαλλική Κεντρική Τράπεζα. Η αντικατάσταση για πρώτη φορά στην ιστορία του μεταλλικού νομίσματος από χάρτινο, έδωσε το έναυσμα για την δημιουργία μιας πυραμίδας χρέους που ανακυκλωνόταν ως επενδυτική δραστηριότητα για την οικονομική ‘‘αφρόκρεμα’’ της Γαλλίας και όχι μόνο. Το γαλλικό χρέος μεγάλωνε παράλληλα με την ‘‘φούσκα’’ της γαλλικής οικονομικής επέκτασης και όλα μαζί κατέρρευσαν, στέλνοντας το καθεστώς στο χείλος της αβύσσου. Τελικά και επί Λουδοβίκου 16ου η οικονομική χρεοκοπία του καθεστώτος και η πολιτική του ανυποληψία οδήγησε στην γαλλική επανάσταση. Οι ομοιότητες δεν είναι λίγες. Η ΕΚΤ συνιστά έναν πανευρωπαϊκής ισχύος συγκεντρωτικό θεσμό οικονομικής εξουσίας που επιδίδεται στην τακτική της ανακύκλωσης του κρατικού και ιδιωτικού χρέους δημιουργώντας ‘‘πυραμίδα’’. Με το τέλος της πολιτικής της ποσοτικής χαλάρωσης και της ανόδου των επιτοκίων δανεισμού που έως σήμερα ήταν αρνητικά προσφέροντας τζάμπα χρήμα σε εταιρείες, επενδυτές και τράπεζες, επιχειρεί μια ελεγχόμενη ‘‘εκτόνωση’’ της ‘‘φούσκας’’ του χρέους. Ο συγκεντρωτισμός οικονομικής και πολιτικής εξουσίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους θεσμούς της όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είναι το επόμενο θεμελιακό στοιχείο της εποχής μας. Η εκχώρηση της πολιτικής εξουσίας ενός χρεοκοπημένου κράτους συνιστά επίσης, ένα χαρακτηριστικό πολιτικής έκπτωσης ενός καθεστώτος. Στην εποχή μας η εκχώρηση αυτή έχει γίνει άτυπα μεν, ουσιαστικά δε στις διεθνείς κεφαλαιαγορές που μέσω των οικονομικών πιέσεών τους, ασκούν και τον πολιτικό έλεγχο. Βασικό όμως κοινό χαρακτηριστικό της τότε εποχής με την σημερινή είναι η αναγωγή του χρέους σε ευεργετικό στοιχείο για την οικονομική επέκταση. Μόνο που στην εποχή μας η διόγκωση του παγκόσμιου χρέους απειλεί να καταπιεί όχι ένα κράτος, αλλά το ίδιο το σύστημα. Η επίκληση του άρθρου 120 του Συντάγματος που νομιμοποιεί και μάλιστα ανάγει σε υποχρέωση του πολίτη την ανατροπή ενός καθεστώτος που το καταλύει, έχει γίνει αρκετές φορές από συνταγματολόγους μετά την επιβολή των δανειακών συμβάσεων λόγω των όρων που αυτοί περιέχουν. Το άρθρο 120 του Συντάγματος νομιμοποιεί την πολιτική αντίσταση όταν το καθεστώς βαίνει προς τον ολοκληρωτισμό, παραβιάζει βασικές αρχές του και ανάγει σε πολιτικό χρέος την ανατροπή ολοκληρωτικών καθεστώτων. Μια τέτοια περίπτωση είναι το καθεστώς εξουσίας που αναδύθηκε με τα ‘‘μνημόνια’’, όχι μόνο λόγω της κατάργησης της κυριαρχίας και της υποθήκευσης κάθε κινητού ή ακίνητου κοινωνικού πλούτου και αγαθού στην χώρα από τους δανειστές, αλλά και λόγω της υπέρμετρης οικονομικής βίας που ασκείται πάνω στους κοινωνικά αδύναμους. Κάποιοι όμως, ως αναμενόμενο, δεν ‘‘είδαν’’ καμία κατάλυση του Συντάγματος στην δανειακή σύμβαση, αλλά ‘‘καταστρατήγησή’’ του. Πρόκειται για νομικό όρο που υποδηλώνει πως δεν υπάρχει η προϋπόθεση ενεργοποίησης του άρθρου 120 του Συντάγματος, όπως είναι η κατάλυση με την άσκηση βίας (π.χ. πραξικόπημα), αλλά ‘‘μια συγκαλυμμένη μεταβολή του πολιτεύματος’’ ενώ έχει γίνει παραλληλισμός της μνημονιακής συνθήκης στην Ελλάδα με την Γερμανία το 1933 και τη ‘‘νομιμοφανή κατάληψη της εξουσίας από τους ναζί’’ (Χρυσόγονος 2011). Με βάση την παραπάνω θέση, απορρίπτουν ορισμένοι την αναγκαιότητα ενεργοποίησης του άρθρου 120 του Συντάγματος, όπως προτρέπουν άλλοι. Αυτή η θέση που επιχειρεί να ‘‘συγκρατήσει’’ τις πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις μέσα στο πλαίσιο της ανώδυνης διαμαρτυρίας, έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τις θέσεις που οι ίδιοι εκφράζουν (π.χ. Χρυσόγονος) περί της ‘‘συγκεκαλυμμένης δικτατορίας που επιβάλλεται από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, διαμεσολαβημένη από τα κράτη – δανειστές και τους εγχώριους μεταπράτες – κόμματα εξουσίας’’, το οποίο ευθέως σημαίνει κατάλυση πολιτεύματος. Και κατάλυση πολιτεύματος αλλά και επιβολή δικτατορίας έστω και ‘‘συγκεκαλυμμένης’’ όπως αναφέρεται, σημαίνει αναγκαιότητα ενεργοποίησης του άρθρου 120 του Συντάγματος, δηλαδή αντίσταση κοινωνική και με κάθε μέσο, ακόμα και ενόπλως, ανατροπή της επιβεβλημένης δικτατορίας και των εγχώριων κομμάτων εξουσίας που έχουν τον ρόλο του μεταπράτη. Η βία είναι σύμφυτη με τις δανειακές συμβάσεις και τους όρους που περιλαμβάνουν όπως και στον τρόπο επιβολή τους. Η οικονομική και πολιτική βία τις διακατέχει συνολικά και αυτή η βία που ασκείται και θα ασκείται για πάρα πολλά χρόνια και που μόνο μια καθεστωτική ανατροπή μπορεί να σταματήσει, έχει ανοίξει τον δρόμο για μια χωρίς τέλος απαξίωση των όρων ζωής έως την εξόντωση των ανθρώπων αυτού του τόπου, αυτών που δεν κατέχουν πολιτική και οικονομική δύναμη. Βέβαια, είναι υποκριτική η όλη διαμαρτυρία για τις δανειακές συμβάσεις από όσους έβλεπαν σε αυτές τις δραματικές ιστορικές μεταβολές την ‘‘ευκαιρία τους’’ για πολιτική αναρρίχηση στην εξουσία. Αυτό ισχύει π.χ. για τον Κατρούγκαλο, συνταγματολόγο, που υπέγραψε κείμενα καταγγελίας των συμβάσεων και μετά βρέθηκε στο υπουργείο Απασχόλησης επιβάλλοντας μάλιστα, ένα από τα πιο βίαια νομοσχέδια για το ασφαλιστικό και συνηγορώντας σε μια από τις χειρότερες απαιτήσεις των δανειστών, την βίαιη επίθεση στην διαβίωση των συνταξιούχων με τις περικοπές στις συντάξεις. Έτσι, η ‘‘παρανομία’’ και η ‘‘αντισυνταγματικότητα’’ των συμβάσεων που ανακήρυτταν πλείστοι πολιτικοί και νομικοί παράγοντες, καθώς και η επίκληση από πολλούς του άρθρου 120 του Συντάγματος οχτώ χρόνια, μετά την επιβολή της κύριας Δανειακής Σύμβασης ενώ έχουν επιβληθεί ήδη τέσσερα ‘‘μνημόνια’’ και το μνημονιακό καθεστώς έχει γίνει ένα με την φύση του εγχώριου πολιτικού συστήματος, είναι διαπιστώσεις που όλοι θέλουν να έχουν περάσει στην λήθη. Όπως επίσης, φαίνεται να έχουν περάσει στην λήθη και οι αναφορές πολιτικών και νομικών παραγόντων για την ‘‘αναγκαιότητα αλλαγής της πολιτικής οργάνωσης’’, για το ‘‘ανέφικτο της υπέρβασης της κρίσης μέσα στα πλαίσια του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος’’ (Χρυσόγονος, Νομικό Βήμα 2011) ή οι αναφορές για τη ’’πραξικοπη-ματική εξουσία που ασκείται στην Ελλάδα’’ (Γ.Κασιμάτης, πχ. συνέντευξη στην εφημερίδα ‘‘εξ Ανατολής’’ 2011 και αλλού). Όμως, πέρα από τις διαμαρτυρίες αυτών των παραγόντων και των θεματοφυλάκων του αντιπροσωπευτικού συστήματος, είναι γεγονός μη αναστρέψιμο ότι με τις δανειακές συμβάσεις το αντιπροσωπευτικό σύστημα έπαψε να υφίσταται και συνιστά απλώς θεματοφύλακα μιας συγκεντρωτικής και μη ελεγχόμενης από πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις υπερεθνικής οικονομικής δικτατορίας. Και αυτό κανένας δεν μπορεί πλέον να αμφισβητήσει. Μπορεί η ‘‘δημοκρατία’’ να χρησιμοποιείται ανέκαθεν ως επίφαση μιας ολιγαρχικής εξουσίας, όμως η απόλυτη διαπόμπευση και έκπτωση του αντιπροσωπευτικού συστήματος έλαβε χώρα με τα μνημόνια. Πρόκειται για μια προδιαγεγραμμένη πορεία. Το πολίτευμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που εδραιώθηκε με ιστορική αποστολή την πολιτική υποστήριξη και θεσμική εδραίωση του καπιταλιστικού συστήματος, συνάντησε τα όριά του στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και στην διάρρηξη των κανόνων κυριαρχίας του έθνους – κράτους που αυτή επέφερε. Η νεοφιλελεύθερη οικονομική παγκοσμιοποίηση δεν οδήγησε στην ανάδειξη μιας αντίστοιχης πολιτικής παγκοσμιοποίησης παρά την δημιουργία υπερεθνικών θεσμών εξουσίας. Η κατίσχυση της δικτατορίας των αγορών επί των εθνικών πολιτικών μένει ως μια παγκόσμια οικονομική εξουσία που άτυπα, αλλά ουσιαστικά κατευθύνει και εξαναγκάζει σε συγκεκριμένες πολιτικές, επηρεάζοντας έμμεσα κάθε διάσταση της κοινωνικής ζωής. Η έκπτωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδα με τα ‘‘μνημόνια’’ και τους όρους που εμπεριέχουν οι δανειακές συμβάσεις ήταν μια βίαιη λήξη του κυρίαρχου πολιτεύματος που ανέδειξε, εξίσου βίαια, την απόλυτη αποσάθρωση των πολιτικών διαφορών εντός του καθεστωτικού πολιτικού φάσματος. Και σε αυτό το επίπεδο η κατάργηση των όποιων διαφοροποιήσεων μεταξύ δεξιάς – αριστεράς γινόταν αναπόφευκτη με τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση,με τη σοσιαλδημοκρατία να έχει εδώ και χρόνια απορροφηθεί από τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και την πολιτική – οικονομική εφαρμογή της. Στην Ευρώπη αυτή η εξέλιξη έχει γίνει εδώ και χρόνια με τη δημιουργία της ΟΝΕ να παίζει καταλυτικό ιστορικό ρόλο. Κάθε κεντροαριστερό καθεστωτικό πολιτικό κόμμα δοκιμάστηκε εντός του νεοφιλελεύθερου θεσμικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ‘‘παρέδωσε το πνεύμα’’ της στο αναπόφευκτο της νεοφιλελεύθερης παντοδυναμίας. Στην Ελλάδα το ‘εκσυγχρονιστικό’’ ΠΑΣΟΚ πήρε την σκυτάλη στην εφαρμογή με πιο αποτελεσματικό τρόπο του νεοφιλελεύθερου προγράμματος και την ‘‘προετοιμασία’’ της κοινωνίας για την είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ. Η αριστερά παρέμενε η αντιπολίτευση στη νεοφιλελεύθερη επικυριαρχία και το μύθευμα της αριστερής πρότασης και του εναλλακτισμού στην πολιτική διακυβέρνηση κατάρρευσε ολοκληρωτικά με τα ‘‘μνημόνια’’, όταν ο Σύριζα πήρε την εξουσία. Το άτοπο και ουτοπικό σχήμα μιας ‘‘αριστερής αντίστασης στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο και την κατίσχυση των αγορών’’ ήταν δεδομένο πριν την κρίση και την αναγκαιότητα της επιβολής των δανειακών συμβάσεων στην χώρα. Όμως τα αριστερά καθεστωτικά πολιτικά σχήματα δεν ήθελαν να το αντιληφθούν, αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε την παραίτηση από κάθε πολιτικό προσανατολισμό που θα τους έδινε την ευκαιρία να αναρριχηθούν στην εξουσία πατώντας πάνω στις ανάγκες και τις προσδοκίες της κοινωνικής βάσης για τον απεγκλωβισμό της από τη νεοφιλελεύθερη επέλαση. Από την περίοδο που έγινε η πρώτη έκδοση αυτού του βιβλίου έως σήμερα, η αναρρίχηση του Σύριζα στην εξουσία που έγινε με τις εκλογές του 2015, ενώ πολιτικά είχαν καταρρεύσει οι λοιπές πολιτικές τάσεις – της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ – και η κοινωνική βάση είχε παραιτηθεί από τις αντι-στάσεις στα ‘‘μνημόνια’’, έγινε πραγματικότητα ως η θεσμική έκφραση της ήττας των κοινωνικών αγώνων. Ενώ αρχικά η ρητορική του Σύριζα ήταν ‘‘το σκίσιμο των μνημονίων’’, ρητορική που οι ίδιοι στον Σύριζα γνώριζαν εξ’ αρχής ότι πρόκειται για συνειδητή εξαπάτηση της κοινωνικής βάσης, στην πορεία και ενώ βρίσκονταν κοντά στην εκλογική αναμέτρηση, έθεσαν τον ‘‘πολιτικό ρεαλισμό’’ της άμβλυνσης των πιέσεων πάνω στην κοινωνική βάση που ασκούσαν τα μέτρα των ‘‘μνημονίων’’. Ακολουθώντας μια ‘‘στρατηγική’’ εκ των πραγμάτων χαμένη που βασιζόταν στην πεποίθηση ότι ‘‘δεν πρόκειται να μας βγάλουν οι ευρωπαίοι εταίροι από το ευρώ’’, αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε την διάχυση της κρίσης και την υπονόμευση της Ε.Ε, η κυβέρνηση προέβη σε μια στάση διφορούμενης και εικονικής αντίστασης στις απαιτήσεις των δανειστών και της τρόικας. Έως ότου οι διαπραγματεύσεις έφτασαν σε αδιέξοδο εν όψει της αποπληρωμής χρεολυσίου το καλοκαίρι του ’15και ενώ τα κρατικά ταμεία ήταν άδεια. Τότε ήταν που ο Σύριζα ήρθε αντιμέτωπος με την ‘‘σκληρή πραγματικότητα’’ της κρίσης, της δικτατορίας των αγορών και των υπερεθνικών ευρωπαϊκών και διεθνών θεσμών, που ξεδιπλώθηκε μπροστά του με το ‘‘οδοιπορικό της εξόδου από το ευρώ’’ που διαμόρφωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή – ‘‘μετά πόνου ψυχής’’, όπως έλεγαν οι συντάκτες του – για λογαριασμό της Ελλάδας. Σε αυτή την προοπτική πετάχτηκε στα σκουπίδια το ‘‘ΟΧΙ’’ του δημοψηφίσματος μαζί με τις τελευταίες αυταπάτες περί της δυνατότητας άσκησης πολιτικού ελέγχου στο οικονομικό σύστημα. Στην εξέλιξη της ιστορίας, ένα αριστερό κόμμα όπως ο Σύριζα μετεξελίχθηκε σε ακραιφνώς νεοφιλελεύθερο, ακολουθώντας τη ‘‘μοίρα’’ όλων των καθεστωτικών πολιτικών σχημάτων που θέλουν να δρουν εντός του ισχύοντος πολιτικού συστήματος και διεκδικούν την εξουσία. Εν κατακλείδει, η έκπτωση έως την κατάλυση– όπως έγινε στην Ελλάδα–του πολιτεύματος της αντιπροσωπευτικής ‘‘δημοκρατίας’’ συμπορεύτηκε με την παράλληλη κατάρρευση των εναλλακτικών αριστερών ιδεολογημάτων για την πολιτική άσκηση ελέγχου, τον εξορθολογισμό και την άμβλυνση των ακραίων εκφάνσεων του καπιταλισμού. Αυτό το ‘‘αδιέξοδο’’ έκλεισε οριστικά τους όποιους δρόμους άσκησης αποτελεσμα-τικής αντίστασης στην οικονομική βία εντός του κυρίαρχου πλαισίου νόμιμης δράσης. Και αυτό το ζήσαμε σε όλο του το μέγεθος με τα ‘‘μνημόνια’’, όπου ήταν αδύνατη η άρνηση αποδοχής έστω και μερικώς των πακέτων μέτρων οικονομικής βίας που απαιτούσε η τρόικα. Οι εξελίξεις στην πορεία του καπιταλιστικού συστήματος δείχνουν πως η αντίσταση μιας κοινωνίας αποκτά ουσία, νόημα και προοπτική μόνο εκτός του υπάρχοντος πλαισίου εξουσίας και ενάντια σε αυτό. Κατά ανάλογο τρόπο, η απαίτηση μιας χώρας για διαγραφή του χρέους της δεν μπορεί να συνιστά μια απαίτηση εντός του πλαισίου της καθεστωτικής νομιμότητας, αλλά μια κοινωνική απόφαση που θα επιβληθεί από τα κάτω. Το ίδιο ισχύει και για τα μέτρα κοινωνικής γενοκτονίας που επιβάλλονται, αλλά και για το σύνολο των επονείδιστων όρων που συμπεριλαμβάνονται στις συμβάσεις δανεισμού.

Η απάτη της ‘‘εξόδου από τα μνημόνια’’

Είναι γνωστό πως στην Ελλάδα επιβλήθηκαν τα πιο άγρια και δυναστευτικά μνημόνια ενώ το ελληνικό κράτος λάμβανε το μεγαλύτερο οικονομικό πακέτο στήριξης που έχει δοθεί ποτέ, το οποίο έφθασε τα 289 δις ευρώ. Επίσης, είναι η μόνη χώρα στην Ε.Ε που η ‘‘έξοδός της από τα μνημόνια’’ συνοδεύτηκε με τόσο αυστηρό και εξοντωτικό πλαίσιο ‘‘ενισχυμένης’’, όπως λένε, επιτήρησης. Το ελληνικό χρέος από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 είχε ξεπεράσει το 100% του ΑΕΠ. Η οικονομική αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα χαμηλά επιτόκια – ανάλογα των άλλων ευρωπαϊκών κρατών – διαμόρφωσαν το κυρίαρχο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης όταν οι ελληνικές κυβερνήσεις χρέωναν ασύστολα την κοινωνική βάση και τις επόμενες γενιές για να διαβιούν οι ίδιοι πλουσιοπάροχα και να στηρίζουν τους εγχώριους μεγάλους επιχειρηματίες για να αυξάνουν την οικονομική τους ισχύ. Μέσα από αυτό το ‘‘αναπτυξιακό σχήμα’’ η Ελλάδα αναδείχθηκε ως ένα από τα καταναλωτικά κέντρα της Ε.Ε. με δανεικά. Είχε ‘‘πετύχει’’ δείκτες οικονομικής ανάπτυξης που κυμαίνονταν γύρω από το 5% τον χρόνο, την στιγμή που ισχυρά κράτη στην Ευρώπη είχαν σχεδόν μηδενική ανάπτυξη. Τα ευρωπαϊκά κεφάλαια με τα χαμηλά επιτόκια και με την ‘‘εγγύηση της ευρωπαϊκής σταθερότητας’’, εισέρρεαν στην Ελλάδα και την ευρωπαϊκή περιφέρεια ενώ η κοινωνική βάση και οι φτωχοί στην χώρα ‘‘μπήκαν’’ στο παιχνίδι των δανείων που δίνονταν απλόχερα λόγω της μεγάλης δανειακής ρευστότητας των τραπεζών. Αποτέλεσμα ήταν το ελληνικό χρέος να φτάσει στο 126,8% του ΑΕΠ το 2009 με το ξέσπασμα της κρίσης και ενώ είχε φανεί πως η χρηματοπιστωτική κρίση θα γινόταν κρίση χρέους για τα κράτη, το 2010 με την προοπτική να εισέρχεται το ελληνικό κράτος στο καθεστώς των ‘‘μνημονίων’’ και με τις κεφαλαιαγορές να στέλνουν τα επιτόκια δανεισμού του στην στρατόσφαιρα, το χρέος σκαρφάλωσε στο 146,3% του ΑΕΠ. Το εκπληκτικό είναι πως με τα πακέτα οικονομικής στήριξης και τα ‘‘σχέδια σωτηρίας’’ της τρόικας το χρέος εκτινάχτηκε ακόμα πιο ψηλά. Τα νέα μεγάλα δάνεια ‘‘βοήθειας’’ εκτόξευσαν το χρέος το 2011 στο 172,1%, το 2012 και κατόπιν του ‘‘γενναίου’’ κουρέματος (PSI) έπεσε στο 159,6%, για να συνεχίσει να ανεβαίνει όλα τα επόμενα χρόνια φτάνοντας σήμερα και ενώ ‘‘εξήλθαμε από τα μνημόνια’’ στο 191,3% του ΑΕΠ. Πρόκειται για μια ‘‘μεγάλη επιτυχία’’ των ‘‘μεθόδων σωτηρίας’’ που εφάρμοσε η τρόικα στον τόπο. Όσο για το PSI, αυτό δεν αφορούσε φυσικά, σε ομόλογα που διακρατούσε η ΕΚΤ και τα ευρωπαϊκά κράτη. Η δε ΕΚΤ όχι μόνο δεν δέχτηκε κανένα κούρεμα στο χρέος που κρατούσε, αλλά αγόραζε κοψοτιμής ελληνικά ομόλογα για να ‘‘βοηθήσει το ελληνικό κράτος’’ και απαιτούσε από αυτό την αποπληρωμή τους στο 100% της ονομαστικής τους αξίας από το πτωχευμένο κράτος που η ίδια ‘‘βοηθούσε’’ (sic). Συνεπώς, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η ΕΚΤ υπήρξε ο μεγαλύτερος όλων των τοκογλύφων. Επίσης, είναι η μόνη χώρα στην Ε.Ε. που η ‘‘έξοδός της από τα μνημόνια’’ συνοδεύτηκε με τόσο αυστηρό και εξοντωτικό πλαίσιο ‘‘ενισχυμένης’’, όπως λένε, επιτήρησης. Όμως δεν είναι πρώτη φορά στην ιστορία, που το τέλος ενός ‘‘προγράμματος διάσωσης’’ σηματοδοτεί την έναρξη μιας ακόμα πιο βασανιστικής για τον λαό πορείας. Η ‘‘έξοδος από τα μνημόνια’’ είναι το τέλος της οικονομικής στήριξης των εγχώριων εξουσιαστών και των τραπεζών, αφού οι τελευταίες με την τρίτη κεφαλαιοποίηση, της οποίας τον δρόμο άνοιξε η κυβέρνηση Σαμαρά–Βενιζέλου και ολοκλήρωσε η κυβέρνηση Τσίπρα, πέρασαν στα χέρια μεγάλων και ξένων κεφαλαίων. Από τα 289 δις των τριών πακέτων οικονομικής στήριξης που συνοδεύονταν από τα ‘‘μνημόνια’’ και τα σκληρά μέτρα λιτότητας και αφαίμαξης της κοινωνίας, τίποτα δεν έφτασε στην κοινωνική βάση. Αντιθέτως, πάνω από 270 δις ευρώ μέτρα επιβλήθηκαν και πολλές δεκάδες δις θα επιβληθούν στο μέλλον, για να μπορεί το ελληνικό κράτος να αποπληρώσει τα αυξημένα χρέη του προς τους δανειστές. Στόχος των μνημονίων ήταν και είναι η αποπληρωμή των δανειστών και μόνο αυτή. Να αποφευχθεί το ελληνικό κράτος να κηρύξει στάση πληρωμών και να βρίσκεται ισοβίως η κοινωνία υπό τον ζυγό της τοκογλυφίας των δανειστών, υπό ένα μόνιμο καθεστώς κηδεμονίας και ομηρίας. Και καθώς το χρέος καθίσταται μη εξυπηρετούμενο, προκειμένου αυτό να μην αναγνωριστεί ποτέ ως η πραγματική συνθήκη στην χώρα, η κοινωνική βάση θα υφίσταται όλο και μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική βία από το κράτος και τις κυβερνήσεις. Μέχρι πρόσφατα η επιβίωση του πτωχευμένου τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα παρουσιαζόταν από εγχώριους και διεθνείς οικονομικούς παράγοντες ως ζήτημα που συνδεόταν με την διαγραφή από τους ισολογισμούς τους επισφαλών και κόκκινων δανείων που συνιστούν πάνω από το 50% του συνόλου, δεδομένου ότι δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα οικονομικής ενίσχυσή τους από τα ‘‘πακέτα στήριξης’’. Όμως, καθώς οι οικονομικές εξελίξεις τρέχουν και μια επικείμενη οικονομική κρίση έρχεται όλο και πιο κοντά οι ελληνικές τράπεζες ζουν ένα ακόμη κραχ μαζί με το ελληνικό χρηματιστήριο και τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να αποτρέψει μια ακόμα χρηματοπιστωτική κρίση στην Ελλάδα. Απέναντι σε αυτή την προοπτική, το επίσης πτωχευμένο ελληνικό κράτος προαναγγέλλει την δημιουργία ‘‘εταιρείας ειδικού σκοπού’’ για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες που θα καταλήγουν τα επισφαλή και κόκκινα δάνειά τους για να τιτλοποιούνται και να προωθούνται στην αγορά με τη δική του εγγύηση. Η τραγική κατάσταση του εγχώριου πολιτικού και οικονομικού συστήματος εξουσίας είναι τέτοια που ένα παραπαίον και υπερχρεωμένο κράτος που ασκεί πρωτοφανούς εκτάσεως οικονομική βία στην κοινωνική βάση για πάνω από οκτώ χρόνια και που αδυνατεί καν να εκδώσει ομόλογα λόγω αποκλεισμού του από τις αγορές, εγγυάται την επιβίωση ενός υπερχρεωμένου, ενός χρεοκοπημένου εδώ και οκτώ χρόνια τραπεζικού συστήματος. Δεν είμαστε μακριά από μια επιπλέον οικονομική επίθεση από το ελληνικό κράτος πάνω στους κοινωνικά αδύναμους, προκειμένου να σωθεί το τραπεζικό σύστημα. Η αναμενόμενη έκρηξη των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών κατοικιών για χρέη στις τράπεζες και για κατοικίες που δεν ξεπερνούν τις 150.000 ευρώ (τιμή αγοράς όταν φυσικά ίσχυε η ‘‘φούσκα’’ στα ακίνητα), θα χτυπήσει αμείλικτα τα πιο φτωχά κοινωνικά στρώματα. Επίσης, παρ’ όλο που αυτή τη στιγμή ‘’ξορκίζουν’’ την προοπτική κατασχέσεων τραπεζικών λογαριασμών δεν είναι απίθανο να γίνουν στο μέλλον.

Σε ανάλογη πρακτική θα προβεί και το ελληνικό κράτος για όσα χρωστούν στο ίδιο, καθώς είναι αδύνατη η αποπληρωμή των λεόντειων φόρων που έχουν επιβληθεί σε εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι δεν έχουν καν τα απαραίτητα της επιβίωσης. Και αυτά για να μπορεί το ελληνικό κράτος να επιτυγχάνει τα πλεονάσματα του 3,5% για 5 χρόνια και του 2,2% για τα επόμενα 38 χρόνια, προκειμένου να πληρώνει τόκους και δάνεια, των οποίων η λήξη έχει μετατεθεί στα πλαίσια της νέας απάτης που ονομάστηκε ‘‘ελάφρυνση του χρέους’’. ‘‘Ως ελάφρυνση του χρέους που εγγυάται την βιωσιμότητά του’’, εννοούν τη μετάθεση αποπληρωμών 97 δις που θα έπρεπε να καταβληθούν εντός του χρονικού διαστήματος από το 2003 έως το 2032, για τα επόμενα χρόνια και με πρόσθετο τόκο. Οι αποπληρωμές των υπόλοιπων δανείων θα συνεχιστούν κανονικά, μόνο που δεν θα χρειαστεί να αποπληρώνει το ελληνικό κράτος ποσά που υπερβαίνουν το 15% του ΑΕΠ έως το 2030, και από το 2030 και μετά έως 20% του ΑΕΠ. Αυτή η ‘‘διευκόλυνση’’ που καθιστά ‘‘βιώσιμο το χρέος’’, απαιτεί να αποδίδονται σε δάνεια και τόκους 27 δις ετησίως! Να υπενθυμίσουμε πως όταν μιλάμε για το δάνειο ‘‘διευκόλυνσης’’ που μας παρείχαν τα ευρωπαϊκά κράτη, αυτό ξεκίνησε με το ‘‘φιλικό’’ επιτόκιο του 5%, το ύψος του οποίου καθορίστηκε από την πεποίθηση των δανειστών πως έτσι η Ελλάδα θα ‘‘συμμορφωθεί’’ (με το υψηλό επιτόκιο) και θα επιστρέψει στις αγορές. Και μιλάμε για ποσά τα οποία τα εν λόγω κράτη έχουν δανειστεί με επιτόκιο πολύ μικρότερο. Όσο για το γερμανικό κράτος, το οποίο συμμετείχε στους κρατικούς δανειστές της Ελλάδας μέσω της κρατικής γερμανικής τράπεζας KFW, δανείζεται με επιτόκιο λίγο πιο πάνω από το 1%. Σαφώς και η ‘‘αλληλεγγύη των ευρωπαίων εταίρων’’ είναι η ‘‘αλληλεγγύη’’ του ραντιέρη (κερδοσκόπου). Όσο για την ‘‘έξοδο από τα μνημόνια’’ που επαναλαμβάνει η κυβέρνηση, για τη ματαιότητα αυτής της προσδοκίας έχει φροντίσει η τρόικα και οι δανειστές από την πρώτη και βασική Δανειακή Σύμβαση, στης οποίας το άρθρο 4 αναφέρεται, πως η Ελλάδα ως δανειολήπτης ‘‘δεσμεύεται έως ότου όλο το κεφάλαιο της παρούσας Σύμβασης να έχει επιστραφεί πλήρως και όλοι οι τόκοι και τα πρόσθετα ποσά, αν υπάρχουν στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης, να έχουν πλήρως εξοφληθεί…’’ Εννοείται πως ως ‘‘πρόσθετα ποσά’’ η Σύμβαση αναφέρει τα πακέτα οικονομικής στήριξης που δόθηκαν με τα τρία μνημόνια, ενώ η ‘‘διευκόλυνση’’ της επιμήκυνσης του χρέους εξασφάλισε πως θα ισχύουν όλοι οι όροι της Δανειακής Σύμβασης έως ότου αποπληρωθούν όλα τα χρέη του ελληνικού κράτους και οι τόκοι αυτών που αφορούν στα ποσά που έλαβε κατά την διάρκεια των ‘‘μνημονίων’’. Στο ποσό των 27 δις τον χρόνο που υπολογίζεται πως θα πρέπει να πληρώνει σε χρεολύσια και τόκους το ελληνικό κράτος, δεν συμπερι-λαμβάνονται τα χρέη από ομόλογα που θα πουληθούν στην αγορά (αν και όποτε αυτό συμβεί), καθώς και τα έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου με τα οποία ουκ ολίγες φορές μέσα στα οχτώ ‘‘μνημονιακά’’ χρόνια, οι κυβερνήσεις άντλησαν ρευστότητα για τα ‘‘τρέχοντα έξοδά τους’’. Και όλα αυτά ενώ η τρόικα θα συνεχίζει να παρεμβαίνει κάθε τρίμηνο στα οικονομικά ζητήματα απαιτώντας την τήρηση των όρων του 4ου μνημονίου, αυτού που υπέγραψε η κυβέρνηση για να ‘‘βγει από τα μνημόνια’’. Το οποίο 4ο μνημόνιο θα είναι και το μακροβιότερο όλων, καθώς η λήξη του δεν υπάρχει στο μακρινό ορίζοντα, αφού δεν διαφαίνεται ούτε η πιθανότητα αποπληρωμής των δανείων που αυτό αναφέρεται. Και μέσα σε όλα αυτά εννοείται, πως το μητρικό ‘‘μνημόνιο’’, η πρώτη Δανειακή Σύμβαση που συνιστά τον πυρήνα όλων των συμβάσεων και περιέχει τους απεχθείς κατοχικούς όρους, θα είναι παρόν και ενεργό όλες τις επόμενες δεκαετίες. Είναι αδύνατη η επιβίωση της κοινωνικής βάσης στην χώρα με την απαιτούμενη ένταση των φορομπηχτικών πολιτικών που απαιτούν οι δανειστές με τις συνεχείς περικοπές και πιο άγρια λιτότητα στους όρους διαβίωσης, με την απαίτηση για πλεονάσματα 3,5% και 2,25% για δύο και πλέον γενιές. Κανένα κράτος δεν μπορεί να καταφέρει τέτοια πλεονάσματα για τόσα συνεχόμενα χρόνια, ιδίως όταν αυτό βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση, χωρίς προοπτική ανάπτυξης και εν μέσω ενός παγκόσμιου οικονομικού περιβάλλοντος, όπου κυριαρχεί η κρίση και η οποία αναμένεται να λάβει μεγάλες διαστάσεις. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει για χρόνια τόσο βαριά λιτότητα που απαιτεί να κατακρεουργούνται στο διηνεκές οι σάρκες της για να τρώνε οι δανειστές του εγχώριου καθεστώτος. Που υποχρεούται να πληρώνει φόρους ενώ έχει εισόδημα 5.500 ευρώ τον χρόνο (απαίτηση των θεσμών στο 4ο μνημόνιο). Που πρέπει να υποστεί συνεχείς επιθέσεις στις συντάξεις ή σε ό, τι έχει απομείνει από αυτές. Που υποχρεώνεται να ζει υπό καθεστώς υποαπασχόλησης και με μισθούς πείνας. Που υποχρεώνεται να μεταναστεύει για να επιβιώσει. Που υποχρεώνεται να ζει υπό μόνιμο καθεστώς τρόμου για το αν την επομένη θα έχει να φάει ή σπίτι να μείνει. Που η απειλή της περιθωριοποίησης και της εξαθλίωσης αγγίζει το μεγαλύτερο τμήμα της. Που βάζει θηλιά στο λαιμό της ή πέφτει στις γραμμές του τρένου και αυτοκτονεί βυθισμένη στα χρέη, την αναξιοπρέπεια, την κατάθλιψη. Από την άλλη, ένα καθεστώς απαρτιζόμενο από την εγχώρια πολιτική εξουσία, το κράτος, τα ΜΜΕ και τους οικονομικά ισχυρούς όλο και πιο κυνικά επιβάλλει τα μέτρα της κοινωνικής γενοκτονίας που απαιτούν οι δανειστές και παράλληλα απαιτεί και επιβάλλει πλάι στην εξαπάτηση, την κοινωνική ειρήνη. Χωρίς κοινωνική και πολιτική συναίνεση, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Και φυσικά, καμία πολιτική σταθερότητα και καμία κοινωνική ειρήνη δεν θα μπορούσε να έχει κυριαρχήσει σε τέτοιο βαθμό, αν δεν υπήρχε η ενορχηστρωμένη προπαγάνδα από τα ΜΜΕ που διέπρεψαν στην πολιτική εξαπάτηση της κοινωνίας, υπερασπίζοντας τα μνημόνια ‘‘ως μονόδρομο και απόλυτη ανάγκη για το σύνολο της κοινωνίας’’. Ως ‘‘ανάγκη για να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις’’. Οι οποίοι μισθοί και συντάξεις όχι μόνο δεν πληρώθηκαν από τα πακέτα στήριξης, αλλά περικόπτονται συνέχεια για να μπορεί το καθεστώς να συνεχίζει να πληρώνει τους δανειστές. Τα ΜΜΕ, η φωνή των οικονομικά και πολιτικά ισχυρών στον τόπο, με την εγκληματική τους αποσιώπηση των πραγματικών διαστάσεων του περιεχομένου των δανειακών συμβάσεων, με την συντονισμένη παραπλάνηση της κοινωνίας για τα ‘‘οφέλη των μνημονίων’’, είναι πρωταγωνιστές στο κοινωνικό έγκλημα. Η ‘‘επιτυχία’’ της διάσωσης του εγχώριου καθεστώτος από την άτακτη χρεοκοπία και την αθέτηση πληρωμών, δηλαδή, η ‘‘επιτυχία’’ της συντήρησης εν ζωή ενός καθεστώτος για να αποπληρώνει χρέη, βασίζεται στο μύθευμα της ‘‘βιωσιμότητας του χρέους’’. Η οποία ‘‘βιωσιμότητα’’ επετεύχθη χάρη στην επιμήκυνση του χρέους και στην ‘‘επιτοκιακή διευκόλυνση’’ που μας πρόσφεραν οι θεσμοί. Με την προϋπόθεση ότι αυτή η ‘‘βιωσιμότητα’’ θα υφίσταται και θα επιτυγχάνονται πλεονάσματα. Όμως αυτά τα ματωμένα πλεονάσματα θα είναι η εγγύηση της επιδείνωσης του έτσι κι αλλιώς άθλιου βιοτικού επιπέδου της κοινωνίας. Εν τω μεταξύ το χρέος και οι υποχρεώσεις του κράτους θα αυξάνονται, αφού αυτό είτε θα πρέπει να συνεχίζει να δανείζεται από ιδιωτικά κεφάλαια με επιτόκια απαγορευτικά είτε θα εκδίδει έντοκα γραμμάτια, επίσης με υψηλά επιτόκια που θα πρέπει να εξοφλεί. Και κατά τα χρόνια λήξης των δανείων που έλαβε για να σωθεί απ’ την κατάρρευση, θα έχει ένα συνολικό χρέος πολύ μεγαλύτερο του σημερινού. Αν σε αυτή την πορεία συνυπολογίσουμε την πιθανότητα τα πλεονάσματα να μην είναι τα προσδοκώμενα, με ένα πρωτογενές πλεόνασμα π.χ. της τάξης του 1,5%, θα φτάσει το ελληνικό χρέος να ξεπερνά το 230% του ΑΕΠ. Αυτή είναι η σίγουρη ‘‘επιτυχία’’ των ‘‘προγραμμάτων στήριξης’’. Αυτή την στιγμή στην χώρα δεν είναι ούτε το χρέος βιώσιμο ούτε η κοινωνία επιβιώνει. Αυτή την στιγμή και για τα επόμενα πολλά χρόνια, για τις επόμενες γενιές, θα ζούμε σε καθεστώς συνεχούς απαξίωσης των όρων ζωής. Από την άλλη, μια κάστα πολιτικών και οικονομικών εξουσιαστών που τα συμφέροντά τους και η διατήρηση των προνομίων τους απαιτεί την επιβίωση με κάθε τρόπο του υπάρχοντος συστήματος, δεν έχουν ηθικό πρόβλημα στο να επιβάλουν αυτές τις εγκληματικές και καταστροφικές για την κοινωνική πλειοψηφία συνθήκες που απαιτούν τα ‘‘μνημόνια’’. Με τον αμοραλισμό που τους διακατέχει, το κυρίαρχο ζήτημα είναι γι’ αυτούς η παραμονή τους στην εξουσία και μετατρέπονται σε ανδρείκελα ενός εγκληματικού, δολοφονικού συστήματος τυραννίας που καταλύει το ίδιο το πολιτικό καθεστώς που υποτίθεται, υπηρετούν, προκειμένου να μην παύσουν να γεύονται τα εξουσιαστικά τους προνόμια. Ίσως περισσότερο και από αυτούς ακόμα τους υλικούς όρους διαβίωσης, πιο σημαντικό να αναδειχθεί, είναι η συνθήκη υποτέλειας και αναξιοπρέπειας. Μια συνθήκη που συνιστά προϋπόθεση και απαράβατο κανόνα αδιαχώριστο από τη μνημονιακή υποτέλεια, στην οποία έχει μπει βεβαίως, η χώρα και από την οποία δεν πρόκειται να βγει παρά μόνο με την ανατροπή του καθεστώτος.

Το ελληνικό χρέος και η επερχόμενη παγκόσμια οικονομική θύελλα

Ενώ σύμφωνα με την καθεστωτική ρητορική ‘‘η περίοδος των μνημονίων έληξε και η κρίση πέρασε’’, έχουμε εισέλθει στην πιο μαύρη περίοδο των ‘‘μνημονίων’’ ενώ η θύελλα μιας νέας κρίσης πρόκειται να εκδηλωθεί. Συγχρόνως η προοπτική της αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους που βαίνει όλο και πιο δυσβάσταχτο, όχι μόνο παραμένει, αλλά και ενισχύεται λόγω τόσο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του εγχώριου καθεστώτος όσο και λόγω της επερχόμενης παγκόσμιας οικονομικής αναταραχής. Στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης, αλλά και σε άλλα κείμενα, έχουμε καταγράψει την θέση που είχαμε ότι η κρίση αυτή δεν πρόκειται να ξεπεραστεί και ότι θα εκδηλωθεί εκ νέου με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Έχουμε πει κατ’ επανάληψη ότι την πιο άγρια μορφή της δεν την έχουμε δει ακόμα. Τα γεγονότα και τα οικονομικά μεγέθη στον πλανήτη, φαίνεται πως μας επιβεβαιώνουν. Αρχικά οι κεντρικές τράπεζες στον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο χορήγησαν ταυτόχρονα περί τα 13 τρις δολάρια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα για να μην καταρρεύσει. Παράλληλα έριξαν στο μηδέν τα επιτόκια δανεισμού ενώ εφάρμοσαν την πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης ‘‘απορροφώντας’’ μεγάλο μέρος κρατικού και ιδιωτικού χρέους στοχεύοντας έτσι να αποσβέσουν τους κραδασμούς της κρίσης. Ενώ το χρηματοπιστωτικό σύστημα κατέρρεε το 2008 και ο καπιταλισμός λίγο έλειψε να πάθει έμφραγμα, οι κινήσεις των κεντρικών τραπεζών κατάφεραν να αποφύγουν τα χειρότερα. Όμως το κρατικό χρέος έγινε δυσβάστακτο για πολλά κράτη, πολλά από τα οποία βρέθηκαν στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης. Η αμερικάνικη ομοσπονδιακή τράπεζα (Fed) έχει σταματήσει από το 2014 την πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης ενώ ανεβάζει σταδιακά τα επιτόκια. Η ΕΚΤ επίσης, στοχεύει να αυξήσει κι αυτή τα επιτόκια, ίσως στο τέλος του 2018, και για την ίδια το QE λαμβάνει τέλος. Εν τω μεταξύ οι ενέσεις ρευστότητας που με κάθε μορφή έχουν παραχωρήσει, αντιστοιχούν σε δεκάδες τρις δολάρια. Όλα τα επισφαλή ‘‘χαρτιά’’ που έχουν συσσωρεύσει στο ενεργητικό τους, πρέπει να αρχίσουν να τα αποβάλλουν. Το ενεργητικό των κεντρικών τραπεζών παντού πρόκειται να μειωθεί ενώ το χρήμα παγκοσμίως γίνεται όλο και ακριβότερο. Ποτέ στην ιστορία δεν είχαμε ζήσει μια τέτοια εξέλιξη, η οποία λαμβάνει χώρα σε ένα περιβάλλον που κυριαρχεί η αναπτυξιακή υποτονικότητα, αν όχι η στασιμότητα, και η πίστη στο σύστημα – παρά τις περί αντιθέτου διαβεβαιώσεις – δεν έχει αποκατασταθεί από το σοκ του 2008. Τα αποτελέσματα αυτής της συνθήκης έχουν ήδη αρχίσει να φαίνονται. Τουρκία, Αργεντινή, Νότια Αμερική, Ρωσία, Ινδία και πολλά άλλα κράτη γονατίζουν από την κεφαλαιακή ‘‘άμπτωτη’’ της απόσυρσης κεφαλαίων από την περιφέρεια, την στιγμή που η εποχή του φθηνού χρήματος έλαβε τέλος. Δεν είναι η πρώτη φορά στην σύγχρονη ιστορία που η άνοδος των επιτοκίων δανεισμού από την Fed και η μαζική απόσυρση κεφαλαίων από τα επισφαλή και με ρίσκο επενδυτικά πεδία της καπιταλιστικής ‘‘περιφέρειας’’ που επιστρέφουν στα ‘‘ασφαλή’’ καταφύγια του καπιταλιστικού κέντρου, έχει σημάνει την έναρξη πολλών κρατικών καταρρεύσεων και κοινωνικών καταστροφών. Όμως είναι η πρώτη φορά στην σύγχρονη ιστορία που αυτή η πολιτική εφαρμόζεται σχεδόν ταυτόχρονα από τις κεντρικές τράπεζες του καπιταλιστικού κέντρου ενώ παράλληλα ένα μεγάλο μέρος του ενεργητικού τους πρέπει να αποσυρθεί. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία δεν έχουμε ζήσει μια σχεδόν συντονισμένη κίνηση από τις κεντρικές τράπεζες αύξησης των επιτοκίων και μείωσης του ενεργητικού τους, κινήσεις που θα προκαλέσουν τη μεγαλύτερη ιστορικά ‘‘άμπτωτη’’ κεφαλαίων, καθώς αυτά θα αποσύρονται από κάθε σημείο του πλανήτη που θα θεωρείται ότι ενέχει έστω και μικρό επενδυτικό ρίσκο. Η κρίση του 2008 όχι μόνο δεν ξεπεράστηκε ποτέ, αλλά μέσω των πρακτικών διάσωσης του συστήματος, υπέβοσκε όλα αυτά τα χρόνια αυξάνοντας μάλιστα, την δυναμική τους. Οι ‘‘φούσκες’’ που δημιούργησε η πλημμυρίδα τζάμπα ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες, έγιναν μια επιπλέον απειλή, η ανάπτυξη δεν ήρθε ποτέ με ‘‘υγιείς όρους’’, το παγκόσμιο χρέος, ιδιωτικό και δημόσιο, αυξήθηκε ακόμα περισσότερο φτάνοντας τα 280 τρις δολάρια και η υψηλή μόχλευση (ανάπτυξη μέσω δανείων) εξακολουθεί όλο και περισσότερο να είναι το ‘‘αναβολικό’’ του καπιταλισμού. Είναι λογικό τα οικονομικά μεγέθη των ισχυρών οικονομιών να είναι προβληματικά. Οι ΗΠΑ ζουν την πρώτη τους υποβάθμιση από τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης και το δολάριο απειλείται, καθώς χρέος και έλλειμμα στις ΗΠΑ έχουν τέτοιες διαστάσεις που αν αφορούσαν άλλο κράτος, θα αντιμετώπιζε πρόβλημα δανεισμού. Όμως ο καπιταλισμός εξακολουθεί να έχει ως ‘‘κέντρο’’ τις ΗΠΑ και το δολάριο παραμένει το πρώτο νόμισμα του πλανήτη, καθώς εξακολουθεί να καλύπτει σήμερα το 60% των παγκόσμιων συναλ-λαγματικών αποθεμάτων, το 80% των παγκόσμιων πληρωμών και σχεδόν το 100% των συναλλαγών πετρελαίου και ενέργειας. Η αμερικάνικη κυβέρνηση, κόντρα σε κάθε προσδοκία της διεθνούς οικονομικής ελίτ, προχωρά σε μέτρα που οδηγούν στην διάρρηξη των όρων της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, επιβάλλει δασμούς στις εισαγωγές προϊόντων για να αντιμετωπίσει το δικό της έλλειμμα και συνεπώς το χρέος της οδηγώντας έτσι σε εμπορικό και νομισματικό, προς το παρόν, πόλεμο τον πλανήτη. Όλα αυτά τα γεγονότα διαμορφώνουν έναν εφιαλτικό κόσμο για όλες τις χώρες, κυρίως αυτές που δεν συγκαταλέγονται στις ισχυρές οικονομίες. Το αμερικάνικο καθεστώς που με τους δασμούς επιχειρεί να ‘‘οχυρωθεί’’ για να προφυλαχτεί από το επερχόμενο τσουνάμι της κρίσης καταφέρνει μόνο την επίσπευση και τη μεγέθυνσή της. Και καθώς στο κέντρο της κρίσης αυτή τη φορά θα βρεθούν και μεγάλα κράτη, αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις ταυτόχρονα, δεν υπάρχει κανένα κράτος που να μπορέσει να φτιάξει το απόλυτο δικό του ‘‘οχυρό’’. Όσον αφορά το τουρκικό καθεστώς και την κρίση που έχει βυθιστεί η οποία είναι επίσης, απόρροια της αύξησης των επιτοκίων από την Fed, της απόσυρσης κεφαλαίων από την υπερδανεισμένη τούρκικη αγορά και του ‘‘εμπάργκο’’ από τις κεφαλαιαγορές, η προοπτική εισόδου του σε μνημονιακό πρόγραμμα, θα καθορίσει την γεωπολιτική του τακτική, η οποία μέχρι τώρα προσανατολιζόταν στον επεκτατισμό και τις ιαχές πολεμικών απειλών. Είναι όμως πιθανές οι κοινωνικές εξελίξεις στην Τουρκία, καθώς η κρίση και η αντιμετώπισή της θα πυροδοτήσει αντιδράσεις και αν οι πολιτικές δυνάμεις στην περιοχή (π.χ. κουρδικές οργανώσεις) αξιοποιήσουν την ευκαιρία, ίσως ο επαναστατικός αέρας που πνέει από την Ροζάβα της Συρίας, να εισβάλει και στην Τουρκία. Η εξέλιξη της τουρκικής κρίσης απασχολεί ιδιαιτέρως και τα ευρωπαϊκά κράτη, καθώς είναι μεγάλα τα ανοίγματα εκεί των ευρωπαϊκών τραπεζών για τα οποία είναι δεδομένη η αδυναμία αποπληρωμής τους χωρίς μια εξωτερική βοήθεια. Μια τραπεζική κατάρρευση στην Τουρκία, θα ταράξει συθέμελα το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η μεγαλύτερη όμως απειλή για την Ευρωπαϊκή Ένωση αυτή την περίοδο και εν μέσω των εξελίξεων από τις κεντρικές τράπεζες στην οικονομική τους πολιτική είναι η Ιταλία, το μεγάλο τραπεζικό και κρατικό χρέος της που ξεπερνά τα 2,2 τρις ευρώ. Ο εφιάλτης εξ’ άλλου μιας ιταλικής τραπεζικής κατάρρευσης είναι η αιτία που η ΕΚΤ εμμένει στην θέση ότι η πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης θα σταματήσει για τα κράτη, αλλά όχι για τις τράπεζες. Εξ’ άλλου το ενδεχόμενο μιας ιταλικής κρίσης θα απαιτούσε τέτοια κεφάλαια για να στηριχθεί το εκεί οικονομικό καθεστώς που θα ήταν αδύνατο να τα προσφέρει η Ε.Ε. και η οποία θα λύγιζε κάτω από το βάρος μιας ιταλικής διάσωσης.

Όλα τα παραπάνω είναι ορισμένα από τα στοιχεία που αφορούν στην επερχόμενη κρίση και που λειτουργούν ως καταλύτες για την διόγκωση της κρίσης στην Ελλάδα, στην οποία θα βυθίζεται όλο και περισσότερο. Να επισημάνουμε πως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές και ενώ πολλές ‘‘αναπτυσσόμενες’’ χώρες χάνονται στην περιδίνηση της ‘‘νέας’’ κρίσης που πυροδοτούν αυτή την φορά η αύξηση των επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών, τα ελληνικά ομόλογα υπόκεινται σε νέες ‘‘δοκιμασίες’’ με το επιτόκιο των 10ετών να έχει ήδη φτάσει το επίπεδο που ήταν το 2010, όταν αποφασίστηκε η είσοδος της χώρας στο καθεστώς της επιτήρησης. Και έπεται συνέχεια… Χωρίς να συμπεριλάβουμε όλες τις επιμέρους, αλλά σημαντικές παραμέτρους που αφορούν κάθε χώρα ή ένωση κρατών, αυτή η συνθήκη από μόνη της θα πυροδοτήσει την ανάφλεξη κάθε εκρηκτικής κατάστασης που υπήρχε λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης σε πολλές γωνιές του πλανήτη και υπέβοσκε κάτω από το λεπτό και επισφαλές στρώμα ‘‘προστασίας’’ που πρόσφεραν οι κεντρικές τράπεζες. Οι οποίες επί της ουσίας δεν ενήργησαν παρά μονάχα με βάση τα πάγια κριτήρια που έχουν λόγω της φύσης, της θέσης και της αποστολής τους: Να διασφαλίσουν τα συμφέροντα μιας μειοψηφικής τάξης πλουσίων που κυριαρχούν στον πλανήτη και που στο όνομά τους κινείται το ‘‘σύμπαν’’ του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Όλα τα παραπάνω τα αναφέρουμε γιατί θέλουμε να αναδείξουμε πως όχι μόνο δεν έχει λήξει τίποτα από τα ζητήματα που υπήρχαν όταν ο Επαναστατικός Αγώνας ξεκίνησε την εφαρμογή μιας δράσης ενάντια στην επιβολή των δανειακών συμβάσεων και των κατοχικών όρων που τις συνδέουν, αλλά οι συνθήκες στην Ελλάδα και τον κόσμο επιδεινώνονται συνεχώς. Ο Επαναστατικός Αγώνας προσπάθησε, πριν ακόμα ξεσπάσει η κρίση στην χώρα και στην προοπτική να μπει αυτή στο καθεστώς των ‘‘μνημονίων’’, τα οποία ήταν δεδομένο για την οργάνωση λόγω της γνώσης της ιστορίας άλλων χωρών που έζησαν τον ζυγό της οικονομικής στήριξης και της ‘‘δανειακής διευκόλυνσης’’ από το ΔΝΤ, ότι θα είναι καταστροφικά για την κοινωνία και τον τόπο, να ξεδιπλώσει μια δράση που θα δημιουργούσε όσο το δυνατόν μεγαλύτερα προβλήματα στην εφαρμογή αυτών των πολιτικών. Έχοντας πάγια την αρχή ότι τα χρέη του καθεστώτος και των τραπεζών δεν είναι χρέη της κοινωνίας, έχοντας την συνείδηση ότι η προοπτική της ‘‘βοήθειας’’ θα είναι μια μόνιμη θηλιά που θα πνίγει την κοινωνική βάση της χώρας, έχοντας την πίστη ότι η καλύτερη προοπτική θα ήταν για την κοινωνία η αθέτηση του χρέους και πιστεύοντας ότι αυτό όχι μόνο δεν θα συνιστούσε την ‘‘καταστροφή όλων μας’’, όπως έλεγε η καθεστωτική προπαγάνδα, ο Επαναστατικός Αγώνας στράφηκε άμεσα και με σταθερότητα στην προώθηση με κάθε τρόπο της θέσης ότι δεν πρέπει να δεχτούμε τις δανειακές συμβάσεις, δεν πρέπει να μπούμε στα ‘‘μνημόνια’’ και πως πρέπει να κηρύξουμε στάση πληρωμών. Είχε πάντα την πεποίθηση ότι έπρεπε να κάνει ό, τι μπορεί για να προπαγανδίσει αυτή την θέση, αλλά και να εμποδίσει εμπράκτως την επιβολή των ‘‘μνημονίων’’. Σε όλα τα παραπάνω συμπεριλαμβάνεται και η θέση που είχαμε πριν ακόμα την επιβολή των ‘‘μνημονίων’’, ότι όχι μόνο δεν πρόκειται με αυτά τα μέτρα που πετσοκόβουν και θα πετσοκόβουν την κοινωνία, να βγούμε από την κρίση, αλλά ακριβώς λόγω αυτών των μέτρων η κοινωνία θα βυθιστεί ακόμα πιο βαθιά σε αυτήν και ούτε το ίδιο το εγχώριο καθεστώς θα μπορέσει να ‘‘ορθοποδήσει’’. Σε αυτά τα δεδομένα πάντα συμπεριλαμβάναμε την προοπτική, η κρίση να εκδηλωθεί εκ νέου με μεγαλύτερη σφοδρότητα, όπως είπαμε ήδη. Το γεγονός ότι όλα τα παραπάνω ήταν για τον Επαναστατικό Αγώνα και για εμάς δεδομένα που ήταν αδύνατον να διαψευστούν, βασιζόταν και βασίζεται στην παρατήρηση της λειτουργίας της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας και του συστήματος. Γι’ αυτό προϋπόθεση για να βγει το σύστημα από την κρίση και να σταθεροποιηθεί, είναι και θα είναι η φτώχεια και η ανέχεια για αυτούς που δεν έχουν οικονομική και πολιτική δύναμη. Και πως όταν μιλάμε για την σωτηρία του συστήματος, εννοούμε πάντα την διασφάλιση των συμφερόντων και των προνομίων μιας αισχράς μειοψηφίας οικονομικά ισχυρών στον πλανήτη. Σε όλα αυτά οφείλουμε να συνυπολογίσουμε τις κοινωνικές αντιδράσεις στην αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης χρέους. Αυτές φαίνονταν αρχικά ότι θα εκδηλωθούν με μεγάλη σφοδρότητα. Αυτό ανέμεναν και τα ευρωπαϊκά κέντρα εξουσίας ενώ πολλοί πολιτικοί παράγοντες εκτός συνόρων ζούσαν με τον φόβο μιας επανάστασης στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Βασικά στοιχεία του φόβου τους αυτού ήταν η απαίτηση από τα ευρωπαϊκά κράτη για την εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας και της εξουσίας στους δανειστές να προβαίνουν σε κατασχέσεις κάθε δημόσιου και κοινωνικού πόρου στην χώρα, ως προϋπόθεση για να μπορεί το ελληνικό κράτος να λάβει τα δάνεια ‘‘βοήθειας’’. Τέτοιοι όροι διαχρονικά θα μπορούσαν να γίνουν η αιτία για ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος και για επανάσταση. Το ίδιο ισχύει και για το μέγεθος της οικονομικής βίας που απαιτούσαν οι δανειακές συμβάσεις να ασκηθεί από τις κυβερνήσεις πάνω στην κοινωνική βάση, για να διασφαλιστεί η αποπληρωμή των δανείων και να μην κηρύξει το εγχώριο καθεστώς στάση πληρωμών. μως οι φόβοι τους αυτοί δεν επιβεβαιώθηκαν. Το εγχώριο πολιτικό κατεστημένο σε συνεργασία με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης έδωσαν μεγάλο ‘‘αγώνα’’ προκειμένου να συσκοτίσουν και να αποκρύψουν το περιεχόμενο των συμβάσεων, να αλλοιώσουν το νόημά τους, να παρερμηνεύσουν την ουσία τους, να πείσουν την κοινωνία ότι τα ‘‘μνημόνια’’ είναι ‘‘αναγκαίο κακό’’ και ότι χωρίς αυτή την ‘‘βοήθεια’’ θα επερχόταν κοινωνική καταστροφή. Το πολιτικό προσωπικό του καθεστώτος που υποκρινόταν την αντιπολίτευση στα ‘‘μνημόνια’’ και σήκωνε την ‘‘σημαία’’ του ‘‘αντιμνημονιακού αγώνα’’, είχε ως στρατηγική να συγκρατηθούν οι κοινωνικές αντιδράσεις στα πλαίσια της ειρηνικής διαμαρτυρίας και να δοθεί το βάρος στην δική τους άνοδο στην εξουσία προκειμένου να ‘‘αλλάξουν τα πράγματα’’. Ένα πολιτικό ανατρεπτικό κίνημα εκείνη την περίοδο ήταν προϋπόθεση για να μπορέσει να δοθεί η μόνη πραγματική λύση που είχε απομείνει: Η ανατροπή του καθεστώτος. Η ύπαρξη ενός τέτοιου κινήματος απαιτούσε την γνώση των δανειακών συμβάσεων, των όρων που περιείχαν και των θεμελιωδών αλλαγών και ρήξεων που αυτοί θα προκαλούσαν. Ένα άλλο προαπαιτούμενο για την θεωρητική και πολιτική συγκρότηση ενός ανατρεπτικού κινήματος ήταν μια συνεκτική ανάλυση για την συστημική κρίση, τις αιτίες της και την ανυπαρξία προοπτικών υπέρβασής της εντός του κυρίαρχου θεσμικού πλαισίου. Για το ζήτημα αυτό έχουμε επανειλημμένως μιλήσει και έχουμε καταδείξει πως η κρίση αυτή δεν τελείωσε το 2010 και ούτε η ‘‘κρίση χρέους’’ στην Ελλάδα θα μπορούσε να ξεπεραστεί με τα ‘‘μνημόνια’’. Οι δανειακές συμβάσεις φόρτωσαν με επιπλέον χρέος το ελληνικό κράτος, το οποίο θα πρέπει να αποπληρώνει η κοινωνική βάση για τις επόμενες δεκαετίες ενώ θα βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην κρίση. Έχουμε αναλύσει αρκετά το γεγονός πως είναι εντελώς αβάσιμοι οι ισχυρισμοί καθεστωτικών αναλυτών διαφόρων πολιτικών προελεύσεων ότι η κρίση αυτή του συστήματος ‘‘μπορεί να ξεπεραστεί με την πιο ορθολογική διαχείριση και οργάνωσή του’’. Το γεγονός ότι σήμερα, δέκα χρόνια μετά την χρηματοπιστωτική κατάρρευση και την έναρξη της κρίσης, αυτή συνεχίζει να υποβόσκει σε κάθε δραστηριότητα και λειτουργία του συστήματος ενώ είναι έτοιμη να εκδηλωθεί ξανά (και σε πολλές χώρες εκδηλώνεται ήδη) με μεγαλύτερη σφοδρότητα, είναι δυστυχώς, μια επαλήθευση των θέσεων που είχαμε ως Επαναστατικός Αγώνας από το 2008. Το αδιέξοδο ήταν δεδομένο και θα έπρεπε να αποτελεί κοινή συνείδηση για ένα επαναστατικό κίνημα. Όμως, πέρα από τα δεδομένα αδιέξοδα στις πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης που επέβαλαν οι πολιτικές εξουσίες, η αξιοπρέπεια μιας κοινωνίας, η αξιοπρέπεια των ανθρώπων είναι το ύψιστο διακύβευμα. Και αυτή η αξιοπρέπεια που ποδοπατήθηκε, ακυρώθηκε με τις δανειακές συμβάσεις, τους όρους μόνιμης υποτέλειας και τα μέτρα οικονομικής βίας που επέβαλαν, δεν χωρούσε σε καμία διαπραγμάτευση ή ‘‘εναλλακτική πρόταση’’. Ακόμα και αν όντως το σύστημα εξερχόταν της κρίσης του με τα μέτρα κοινωνικής ευθανασίας, αυτά δεν έπρεπε να τα αποδεχτούμε. Και ούτε φυσικά, να καταργηθεί η κυριαρχία της χώρας που στην πραγματικότητα, δεν αφορά το εγχώριο πολιτικό σύστημα και το ελληνικό κράτος, αλλά την κοινωνική βάση. Κράτος και κυβερνήσεις αποδέχτηκαν τον ρόλο της εκδούλευσης, γιατί είναι τα συμφέροντά τους ταυτισμένα με τα συμφέροντα της υπερεθνικής οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Έννοιες όπως η ‘‘αξιοπρέπεια’’ και η ‘‘αυτοκυριαρχία’’ αφορούν την κοινωνική βάση, η οποία είναι αυτή που οφείλει να την υπερασπιστεί για λογαριασμό της, στρεφόμενη ενάντια σε όποιον εγχώριο ή μη δυνάστη την απειλεί. Γι’ αυτό και η επανάσταση ήταν (και είναι) μονόδρομος. Έννοιες όπως η ‘‘λαϊκή κυριαρχία’’, η ‘‘ισότητα’’, η ‘‘κοινωνική αλληλεγγύη’’, η ‘‘ελευθερία’’, τα ‘‘ίσα δικαιώματα’’, η ‘‘αξιοπρέπεια του ανθρώπου’’ που περιέχει το Σύνταγμα και που ήταν ανέκαθεν υπό το καθεστώς της αντιπροσωπευτικής ‘‘δημοκρατίας’’ και του καπιταλισμού λέξεις χωρίς περιεχόμενο, διαγράφηκαν πλέον οριστικά με τις δανειακές συμβάσεις και με τα μέτρα κοινωνικής γενοκτονίας. Όπως εκθεμελιώθηκε και το ίδιο το αντιπροσωπευτικό σύστημα με τις αρχές του, το οποίο, υποτίθεται, πως μέσω του Συντάγματος επιχειρούσε να προσδιορίσει τα όρια συγκέντρωσης και άσκησης της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, ώστε να μην παραβιάζονται θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Κάτι τέτοιο σε μια ταξική κοινωνία και μάλιστα, σε μια κοινωνία όπου η οικονομική εξουσία λαμβάνει όλο και πιο συγκεντρωτικό χαρακτήρα και η άσκησή της γίνεται όλο και πιο βίαιη και απάνθρωπη, είναι αδύνατον να τηρηθεί. Ιδίως από ένα πολιτικό καθεστώς του οποίου η ύπαρξη είναι ταυτισμένη με το καπιταλιστικό σύστημα οικονομικής εξουσίας. Τόσο η συστημική κρίση όσο και οι δανειακές συμβάσεις που επέβαλαν στην χώρα, έφεραν το καθεστώς στα ακραία όριά του για να το οδηγήσουν στην ‘‘αναμόρφωσή’’ του μακριά από παρωχημένες έννοιες και αξίες – οι οποίες διαγράφονται μια κι έξω –, έτσι όπως απαιτεί ο προχωρημένος βαθμός συγκεντρωτισμού πολιτικής και οικονομικής εξουσίας που χαρακτηρίζει το σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα. Υπό αυτές τις συστημικές μεταμορφώσεις, τα ‘‘μνημόνια’’ στην Ελλάδα άνοιξαν έναν δρόμο για το μεγάλο ανασχηματισμό του συστήματος. Στην Ελλάδα το αντιπροσωπευτικό σύστημα, που με βάση τις δανειακές συμβάσεις και τον όρο εκχώρησης της κυριαρχίας έχει πάψει να έχει κάθε δυνατότητα αυτόνομης λήψης αποφάσεων όχι μόνο για οικονομικά, αλλά και για πολιτικά ζητήματα, που έχει χάσει κάθε δικαίωμα ακόμα και να αναπνέει χωρίς την έγκριση των δανειστών του, στην ουσία έχει αυτοκτονήσει. Αυτοκτόνησε με το που υπέγραψε την πρώτη Δανειακή Σύμβαση το 2010. Πρόκειται για συνθήκη μη αναστρέψιμη, αφού είναι μη αναστρέψιμο το καθεστώς των μέτρων λιτότητας και η δυνατότητα αποπληρωμής – κάποια στιγμή – του χρέους. Η οικονομική και πολιτική δικτατορία των δανειστών, πλάι στην παγκόσμια δικτατορία των αγορών κεφαλαίων είναι το νέο ‘‘πολίτευμα’’ στην χώρα. Απέναντι σε αυτή την δικτατορία, απέναντι στις δανειακές συμβάσεις και τους όρους τους, απέναντι σε μια ολοφάνερα μη αναστρέψιμη οικονομική και πολιτική συνθήκη οφείλαμε να αγωνιστούμε διαμορφώνοντας ένα επαναστατικό κίνημα που να καταφέρει να ανατρέψει το εγχώριο καθεστώς. Εξ’ άλλου είχαμε το ‘‘όπλα’’ που μπορούσαν να καταφέρουν τη μέγιστη δυνατή κοινωνική και πολιτική συναίνεση σε μια τέτοια ανατροπή: Οι συμβάσεις δανεισμού, η αποδοχή και η επιβολή τους στην κοινωνία, συνιστούσαν πολιτική και συνταγματική εκτροπή. Άσχετα με τις όποιες κενές νοήματος επικλήσεις του Συντάγματος σε αρχές και αξίες ισότητας, ελευθερίας, αξιοπρέπειας, η βίαιη κατάργηση του αυτοκυρίαρχου στον τόπο, η υποθήκευση της χώρας, των περιουσιακών της στοιχείων, η υποθήκευση της κοινωνικής πλειοψηφίας στα συμφέροντα μιας αισχράς οικονομικής και πολιτικής εξουσίας συνιστούσαν πολιτικό και οικονομικό πραξικόπημα που εκτελέστηκε από το εγχώριο πολιτικό σύστημα της κυβέρνησης, αλλά και της αντιπολίτευσης, την εγχώρια άρχουσα οικονομική τάξη, την δικαστική εξουσία, το κράτος. Μήπως ξεχάσαμε το σαφές δίλλημα (τις ‘‘επιλογές’’ που είχε ο λαός το 2010) ‘‘μνημόνιο ή τανκς’’ που είχε θέσει ο Μπαρόζο; Κάποιοι δήλωσαν, όπως είπαμε ήδη, πως δεν είχαμε χρήση βίας, συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για ‘‘κατάλυση’’ αλλά για ‘‘καταστρατήγηση’’ του Συντάγματος, η οποία έννοια δεν μπορεί να γίνει αιτία για την ενεργοποίηση του άρθρου 120 του Συντάγματος. Φρόντισαν εγκαίρως ορισμένοι να απομακρύνουν τον λαό από την ιδέα της ανατροπής των 300 στην Βουλή προβάλλοντας ως άτοπο τον ισχυρισμό περί ‘‘κατάλυσης του πολιτεύματος’’ για την οποία κατάλυση ‘‘απαιτούνται τανκς και βία’’. Από μια άλλη θέση, η εκδούλευση τέτοιων πολιτικών παραγόντων ήταν η πλέον αποτελεσματική αφού έθεταν ουσιαστικά τα όρια στις κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις, ώστε αυτές να μην απειλήσουν τελικά το αντιπροσωπευτικό σύστημα και, εν τέλει, να κάνει την δουλειά μιας κατοχικής πολιτικής τάξης. Η βία ήταν αναμφισβήτητη και το ‘‘μνημόνια ή τανκς’’ αποκάλυψε το μέγεθος του εκβιασμού και της βίας των δανειστών. Η κατάλυση του Συντάγματος ήταν δεδομένη, το ίδιο και η βία που ασκήθηκε και ασκείται πάνω στην κοινωνική βάση της χώρας. Η ενεργοποίηση του άρθρο120 του Συντάγματος, η αντικαθεστωτική δράση της κοινωνίας και η ανατροπή του πολιτικού καθεστώτος ήταν κοινωνικό και πολιτικό δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση. Μια τέτοια ευκαιρία που μας δόθηκε από την ιστορία, η μοναδική ευκαιρία της απόλυτης απονομιμοποίησης του καθεστώτος λόγω της οικονομικής κρίσης και των δανειακών συμβάσεων, δεν αξιοποιήθηκε. Στις 5/5/2010 η μεγάλη διαδήλωση που έγινε ενάντια στην ψήφιση του νόμου 3845/2010 είχε έναν κοινό στόχο: Την Βουλή. Πολλές ετερόκλητες πολιτικές τάσεις βρίσκονταν σε εκείνη την διαδήλωση. Όμως την κεντρική κατεύθυνση την έδινε η επιθυμία ‘‘να μην περάσει το μνημόνιο’’ και η εναντίωση στο αντιπροσωπευτικό σύστημα. Μια ‘‘έφοδος στην Βουλή’’ δεν ήταν τότε στόχος ανέφικτος. Αυτό προϋπέθετε όμως, να είναι κοινός πολιτικός στόχος ενός συγκροτημένου πολιτικά κινήματος, το οποίο θα ήξερε τι ήθελε και πώς να το επιχειρήσει. Όμως το συλλογικό πνεύμα της πρώτης διαδήλωσης, αλλά και άλλων που ακολούθησαν, ‘‘έδειχνε’’ την Βουλή. Αυτό που απουσίαζε ήταν ένα συγκροτημένο πολιτικό κίνημα. Ο α/α χώρος χωρίς να έχει ανάλυση, στόχο, συγκρότηση, περιορίστηκε στην πολιτική παρέμβαση στις διαδηλώσεις ‘‘μέσω πανό και ολίγων κειμένων’’ και στις απόπειρες εκτροπής των διαδηλώσεων προς εξεγερτικές πρακτικές, οι οποίες λόγω της διάχυτης και μεγάλης οργής που υπήρχε στην κοινωνική βάση, δεν ήταν δύσκολο να εκδηλωθούν. Όμως κεντρική στρατηγική κατεύθυνση δεν υπήρχε. Η ευκαιρία για όλους και για την κοινωνία στον τόπο ήταν να καταληφθεί τότε η Βουλή, να διαλυθεί η συνεδρίαση, να πεταχτούν έξω όλοι οι καθεστωτικοί πολιτικοί, ακόμα και της ήσσονος αντιπολίτευσης και να γίνει μια μεγάλη λαϊκή συνέλευση. Αυτός έπρεπε να είναι ο στόχος ενός ανατρεπτικού κινήματος. Αυτό φυσικά, προϋπέθετε πολλές υπερβάσεις. όχι μόνο για να γίνει μια επιτυχής έφοδος στη Βουλή, όσο για να υλοποιηθεί με επιτυχία ένα εγχείρημα πολιτικής αλλαγής. Θα προϋπέθετε άλλα πολιτικά μεγέθη τόσο ατομικά όσο και συλλογικά. Θα προϋπέθετε κατ’ αρχήν γνώση επί του θέματος της κρίσης, αλλά και των δανειακών συμβάσεων και δυνατότητα ανάδειξης του αδιαχώριστου της κρίσης με την ίδια την φύση του κεφαλαίου. Θα προϋπέθετε συγκροτημένες θέσεις πάνω στην αναγκαιότητα ξεπεράσματος του αντιπροσωπευτικού συστήματος και την προώθηση αποκεντρωμένων μορφών πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης. Σε μια τέτοια γενική λαϊκή Συνέλευση θα γινόταν μια και έξω πράξη κατ’ αρχήν το σκίσιμο της Δανειακής Σύμβασης και η απόφαση για αθέτηση του χρέους. Αυτά από μόνα τους θα προκαλούσαν χάσμα με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις αγορές, με το μεγάλο κεφάλαιο. Με αιχμή την κοινωνική αξιοπρέπεια και ελευθερία, θα μπορούσε να μπει σε εφαρμογή ένα συνομοσπονδιακό σύστημα λαϊκών συνελεύσεων παντού όπου θα λαμβάνονταν αποφάσεις για κάθε κοινωνικό πολιτικό και οικονομικό ζήτημα. Κινούμενοι αρχικά σε μια κατεύθυνση απο-κέντρωσης και διάλυσης του κράτους ως κεντρικής εξουσίας θα μπαίναμε αναπόφευκτα σε καθεστώς εκτός ΟΝΕ. Και με τις αγορές απέναντί μας θα είμαστε υποχρεωμένοι να επεξεργαστούμε ως κοινωνία ένα νέο μοντέλο οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης της ζωής μας. Μια τέτοια εξέλιξη, φυσικά και θα γινόταν αιτία για τη μαζική φυγή της άρχουσας οικονομικά τάξης από την χώρα. Η απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής από τους Δήμους (Κομμούνες), αλλά και η ανάπτυξη συλλογικών μορφών παραγωγής, με δυο λόγια μια προσπάθεια οικονομικής αναδιοργάνωσης του τόπου με όρους οικονομικής ισονομίας, θα ήταν αναπόφευκτο να επιχειρηθεί. Φυσικά, ένα τέτοιο κοινωνικό εγχείρημα θα απαιτούσε την λαϊκή οργάνωση για την ένοπλη περιφρούρησή του από τις δυνάμεις του καθεστώτος αλλά και για την επέκταση και εδραίωσή του. Εξ’ άλλου επανάσταση σημαίνει να παίρνει η κοινωνική βάση την εξουσία στα δικά της χέρια και αυτό επιτυγχάνεται μόνο όταν είναι οπλισμένη. Στην ιστορία οι οικονομικές κρίσεις, αλλά και οι πολιτικές εκτροπές των καθεστώτων προς κατευθύνσεις απολυταρχίας και ολοκληρωτισμού δίνουν το έναυσμα για ριζικές μετατροπές του κοινωνικού και πολιτικού πεδίου προς κατευθύνσεις απελευθέρωσης των κοινωνιών. Στην αντίθετη περίπτωση και όταν αυτές οι μετατροπές δεν υλοποιούνται, ανοίγει ο δρόμος για σκοτεινές και βασανιστικές για τις κοινωνίες μακροχρόνιες περιόδους. Μια τέτοια συνθήκη ζήσαμε το 2010 και ζούμε σήμερα. Μια τέτοια συνθήκη θα παραδώσουμε και στις επόμενες γενιές; Να ζουν υπό την κοινωνική λαιμητόμο των δανειακών συμβάσεων, να κουβαλούν ισοβίως τις αλυσίδες ενός χρέους που είναι αδύνατον να αποπληρωθεί. Ενός χρέους που έχει γίνει δυσβάστακτο, προκειμένου η εγχώρια και υπερεθνική τυραννία να μπορεί να επιβιώνει. Δεδομένων των συνθηκών της κρίσης, κυρίως έτσι όπως αυτή θα εκδηλωθεί το αμέσως επόμενο διάστημα και δεδομένου ότι η κοινωνική βάση έχει ‘‘τσιμεντωθεί’’ και πεθαίνει υπό τον ζυγό των συμβάσεων για την αποπληρωμή του χρέους, με την δυνατότητα επιστροφής σε μια οικονομική κατάσταση προ κρίσης να έχει περάσει ανεπιστρεπτί, είναι αναγκαίο για την κοινωνική επιβίωση η οργάνωση μιας πολιτικής αντεπίθεσης στο καθεστώς. Αντί όμως να γίνει το ‘‘άλμα προς τα εμπρός’’, η κοινωνική βάση δέχτηκε μια συντονισμένη και άγρια επίθεση από όλο το πολιτικό φάσμα του καθεστώτος. Παράλληλα με την προπαγάνδα νομιμοποίησης των δανειακών συμβάσεων, το αναμάσημα των δογμάτων της υπερεθνικής πολιτικής ελίτ, της θεωρίας του ραγιαδισμού και της νοοτροπίας που αυτή προωθούσε, της καλλιέργειας των υποταγμένων συνειδήσεων, του αδιέξοδου του αγώνα, της ήττας και της παραίτησης, το κράτος εξαπέλυσε μια μεγάλης αγριότητας καταστολή στις κινητοποιήσεις ενάντια στα μνημόνια, που κατέληξαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Η εντολή της ‘‘μηδενικής ανοχής’’ και της χωρίς όρια βίας είχε ως αποτέλεσμα εκατοντάδες τραυματίες να καταλήγουν στα νοσοκομεία πολλούς σε κρίσιμη κατάσταση, στα νοσοκομεία κατά την διάρκεια των διαδηλώσεων. Την πιο άγρια αστυνομική επίθεση δέχτηκε η διαδήλωση ενάντια στο ‘‘μεσοπρόθεσμο’’ τον Ιούνιο του 2011. Για τις δολοφονικές πρακτικές των αστυνομικών σε εκείνη την κινητοποίηση είχαν γίνει δεκάδες μηνύσεις, με τον Σύριζα και τον Τσίπρα προσωπικά να πρωτοστατεί στις διώξεις. Τελικά, η δικαστική εξουσία, έτσι κι αλλιώς ευθυγραμμισμένη πλήρως με τη νομιμότητα της υποταγής και της συναίνεσης στο καθεστώς υποτέλειας των δανειακών συμβάσεων, αθώωσε την αστυνομία ‘‘νομιμοποιώντας’’ τις εγκληματικές και αντικοινωνικές πρακτικές της και την βίαιη καταστολή της πολιτικής ανυπακοής. Η δικαστική εξουσία που συνιστά τον ‘‘σκληρό πυρήνα’’ του κράτους είναι αυτή που νομιμοποίησε τις δανειακές συμβάσεις καθώς αναγνώρισε ότι ‘‘δεν παραβιάζουν το Σύνταγμα’’ βάζοντας την σφραγίδα της ‘‘νομιμότητας’’ και του ‘‘δικαίου’’ στην πιο άγρια μορφή υποτέλειας και δουλείας στην σύγχρονη ιστορία. Πολιτική, δικαστική, οικονομική εξουσία, καθώς και η εξουσία των ΜΜΕ διαμόρφωσαν ένα ασφυκτικό πλαίσιο στην κοινωνία, που σύντομα αποδέχτηκε ως αδιέξοδη και μάταιη κάθε αντίδραση στα ‘‘μνημόνια’’ και τους όρους της Δανειακής Σύμβασης. Και ενώ για πρώτη φορά στην σύγχρονη ιστορία έχουμε ένα τόσο βίαιο, εγκληματικό, τρομοκρατικό, ληστρικό καθεστώς υποτέλειας να επιβάλλεται στην κοινωνία, οι κοινωνικές αντιδράσεις είναι εντελώς αναντίστοιχες.

Ο Επαναστατικός Αγώνας λόγω της πολιτικής φύσης και της θέσης του, ήταν αδύνατο να αποδεχτεί την ‘‘κοινωνική ήττα’’. Η συνέχιση της δράσης του μετά το πρώτο κατασταλτικό χτύπημα το 2010 ήταν επιβεβλημένη από την ίδια την ιστορία, ενώ η κοινωνική ηττοπάθεια δεν μπορούσε να είναι λόγος δικής του παραίτησης, αλλά μια ακόμα σημαντική αναγκαιότητα να δράσει. Ο αγώνας ενάντια στις δανειακές συμβάσεις ήταν επιπλέον, αγώνας ενάντια στην ηττοπάθεια και την παραίτηση. Ο Επαναστατικός Αγώνας υπήρχε, δρούσε και πορευόταν με τρόπο αδιαχώριστο με τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Η ένταση της βίας ενάντια στην κοινωνία με την διαιώνιση των ‘‘μνημονίων’’ και τη μονιμοποίηση των όρων υποτέλειας και σκλαβιάς της πρώτης Δανειακής Σύμβασης, δεν ήταν συνθήκη που μπορούσε να αφεθεί από τον Επαναστατικό Αγώνα χωρίς απάντηση. Μιλήσαμε για την επίθεση ενάντια στην Τράπεζα της Ελλάδας και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τη μόνη μεγάλη ένοπλη επίθεση σε δύο εκ των τριών υπερεθνικών θεσμών της τρόικας που έφτιαξαν και επέβαλαν τις Δανειακές Συμβάσεις της βίας και της τρομοκρατίας. Το κράτος και σύσσωμο το πολιτικό καθεστώς στόχευσε πάνω μας και η εκδίκηση έπρεπε να έχει την ανάλογη σφοδρότητα, έτσι όπως τελικά εκδηλώθηκε με τις δύο καταδίκες μας σε ισόβια κάθειρξη για την επίθεση εναντίον της ΤτΕ και του ΔΝΤ, αναγνωρίζοντας παράλληλα την προσφορότητα της δράσης της οργάνωσης να επιφέρει την καθεστωτική κατάρρευση. Η εκδίκηση εκδηλώθηκε και πάνω στο 6χρονο τότε παιδί μας κατά το τρίτο κατασταλτικό χτύπημα. Παράλληλα μια νέα υποδικία μας έχει επιβληθεί για μια νέας ‘‘εμπνεύσεως’’ δίωξη μετά τις συλλήψεις μας και ενώ είμαστε στην φυλακή. Μια καταδίκη μας για αυτή την υπόθεση σημαίνει πρόσθετα χρόνια φυλακής, πέραν των ισοβίων, αφού με τον νόμο του Παρασκευόπουλου του 2015 ‘‘οι ποινές για αδικήματα που διαπράττονται ενώ ο δράστης είναι κρατούμενος, δεν συγχωνεύονται’’. Αυτή η νέα δίωξη καθώς και η ποινή των ισοβίων αποκαλύπτει το σχέδιο του κράτους για εμάς: Να μην αποφυλακιστούμε. Δεν έχει υπάρξει στα δικαστικά χρονικά ανάλογη αντιμετώπιση πολιτικών κρατουμένων. Και αυτή η αντιμετώπιση εκπορεύεται από την απειλή που βλέπει το σύστημα στον Επαναστατικό Αγώνα. Η αντιμετώπιση αυτή έχει και μια ακόμα αιτία. Κατανοούμε πως ένα παράνομο καθεστώς υποτέλειας και εκδούλευσης που έχει το ίδιο ξεσκίσει τους όρους δικαίου του αντιπροσωπευτικού συστήματος και το Σύνταγμα – την ‘‘κορωνίδα του πολιτεύματος’’–, που έχει εκδηλώσει και επιβάλει σε όλη την κοινωνία την θέση του σκλάβου που του τρώνε τα αφεντικά τις σάρκες και επιβάλλει την ‘‘συνεργασία του στον θάνατό του’’ για να μην πληγούν τα συμφέροντα μιας μειοψηφικής πολιτικής και οικονομικής ελίτ, θα εκδηλώνει απέναντι σε αυτούς που επιμένουν να αγωνίζονται ενάντια σε μια τέτοια συνθήκη το μέγιστο δυνατό μίσος. Το ‘‘έγκλημά μας’’ ήταν ότι συνεχίσαμε την αντίσταση ενώ όλη η κοινωνία είχε λυγίσει. Το ‘‘έγκλημά μας’’ ήταν ότι αναδείξαμε εγκαίρως, τι πρόκειται να συμβεί στην χώρα, πριν συμβεί οτιδήποτε. Ότι αναδείξαμε και επιμείναμε, πως αυτό το καθεστώς της βίας και της τρομοκρατίας που επέβαλε με τον πιο εγκληματικό τρόπο την ακραία ανισότητα, την αναξιο-πρέπεια, την καταπάτηση κάθε ανθρώπινου και κοινωνικού δικαιώματος, την απόλυτη ανελευθερία και την ισόβια σκλαβιά, την υποταγή σε έναν αργό και βασανιστικό θάνατο, είναι ζήτημα κοινωνικής επιβίωσης να ανατραπεί. Ότι μιλήσαμε και δράσαμε για την κοινωνική Επανάσταση, για την εδραίωση της πραγματικής δημοκρατίας, της άμεσης δημοκρατίας. Για την αναγκαιότητα να ανατραπεί το καθεστώς της τυραννίας. Ότι αυτή είναι μια λύση – μονόδρομος για την κοινωνία. Ήταν μια λύση μονόδρομος όταν ξεκίνησε η κρίση, είναι στο παρόν και θα γίνεται όλο και πιο επιτακτική στο μέλλον, καθώς το συστημικό τερατούργημα του καπιταλισμού και της οικονομίας των αγορών θα ξερνάει το δηλητήριο των κρίσεων πάνω στις κοινωνίες. Οι οποίες κρίσεις θα παίρνουν όλο και πιο καταστροφικό, δολοφονικό χαρακτήρα, καθώς τα κράτη θα επιβάλλουν τον φασισμό για να διατηρούν εν ζωή το ‘‘υπέρτατο έννομο κοινωνικό αγαθό’’, το εγκληματικό σύστημα και τους θεσμούς του. Δεν είναι η πρώτη φορά στην σύγχρονη ιστορία που εκδηλώνεται κρίση κρατικού χρέους. Την δεκαετία του ’80 πολλές χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής κατέρρεαν κάτω από το βάρος των χρεών από τα δάνεια που τους παρείχαν ‘‘δυτικές’’ τράπεζες, οι οποίες ανακύκλωναν τα πετροδολάρια που είχαν πλημμυρίσει την αγορά. Πολλές από αυτές τις χώρες υποχρεωμένες καθώς ήταν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, έφταναν σε σημείο να χρειάζεται να δώσουν 50% του φτωχού τους ΑΕΠ σε τόκους και χρεολύσια. Όλοι γνωρίζουν την απόλυτη ανέχεια και την ακραία φτώχεια που υπέπεσαν οι αφρικανικές χώρες, τους μαζικούς θανάτους από πείνα, από αρρώστιες, ή από εμφυλίους. Όμως αυτή η κατάντια μιας ολόκληρης ηπείρου είναι ‘‘επιτυχία’’ του δυτικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και των μεθοδεύσεων ‘‘σωτηρίας των χωρών’’ από το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, την αμερικάνικη κυβέρνηση. Και εκεί το ζητούμενο ήταν η στήριξη των τραπεζών που είχαν δανείσει αυτές τις χώρες. Οι οποίες χώρες σε κάποιες περιπτώσεις, έχασαν τον έλεγχο πάνω στην παραγωγή, ενώ περιουσιακά τους στοιχεία και φυσικοί πόροι τους κατασχέθηκαν από τα ‘‘αρπακτικά του χρέους’’. Δεν είναι η πρώτη φορά που εκδηλώνεται κρίση κρατικού χρέους, όμως είναι η πρώτη φορά που αυτή εκδηλώνεται στην ‘‘καρδιά’’ του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου. Η ελληνική κρίση ήταν ο προάγγελος μιας κρίσης χρέους που αναμένεται να εκδηλωθεί και σε άλλες μεγάλες οικονομίες.

Δεν είναι η πρώτη φορά που μια χώρα υποπίπτει σε τέτοια ανυποληψία καθώς το πολιτικό σύστημα εξουσίας αποδέχεται κάθε εξευτελιστικό και βίαιο όρο που του επιβάλλουν οι δανειστές. Όμως είναι η πρώτη φορά που αυτό συμβαίνει στην ανεπτυγμένη καπιταλιστικά Ευρώπη, με τους ‘‘ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς’’ που ‘‘βάζουν όρια στην επέκταση απολυταρχικών καθεστώτων’’. Οι ισχυρισμοί αυτοί αποδείχτηκαν ψέμα και χίμαιρα. Στην ‘‘δημοκρατική’’ Ευρώπη οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ΟΝΕ εγγυώνται τον υπερσυγκεντρωτισμό οικονομικής και πολιτικής ισχύος και την ανάδυση σύγχρονου τύπου υπερεθνικών δικτατοριών, στις οποίες υπόκεινται τα εθνικά αντιπροσωπευτικά καθεστώτα με τον ρόλο του τοποτηρητή των υπερεθνικών μη ελεγχόμενων κοινωνικά και πολιτικά εξουσιών. Πάνω σε αυτό το έδαφος της ενωμένης Ευρώπης και της προκαταβολικής εκχώρησης κυριαρχίας με τη συνθήκη της Λισσαβώνας, χτίστηκε το μνημονιακό τυραννικό καθεστώς στην χώρα. Ο εγκλωβισμός της κοινωνίας σε αυτό το καθεστώς είναι όχι μόνο μόνιμος, αλλά και απόλυτος. Επίσης, είναι απόλυτα εξαρτημένος από την Ε.Ε. και το ευρώ. Ιεραρχώντας την σταθερότητα του ευρωοικοδομήματος και του κοινού νομίσματος έναντι της επιβίωσης της κοινωνίας αποφάνθηκαν τελικά, άπαντες οι καθεστωτικοί θεσμοί και παράγοντες στην χώρα ότι τα ‘‘μνημόνια’’ είναι αναγκαία καθώς και ότι η μη αποδοχή τους ‘‘θα οδηγήσει στην συλλογική καταστροφή όλων μας’’. Ήταν αδύνατη η προσβολή ή η καταγγελία έστω και μέρους των μέτρων. Ήταν αδύνατη η αθέτηση πληρωμής μέρους του χρέους με απόφαση του δανειολήπτη. Ήταν αδιέξοδη οποιαδήποτε πολιτική πίεση για χαλάρωση των δεσμών από τα ‘‘μνημόνια’’ και το χρέος, χωρίς αυτό να οδηγήσει σε πλήρη ρήξη με τους δανειστές και την τρόικα. Έχοντας δεσμεύσει την χώρα στους όρους της Δανειακής Σύμβασης, με τους οποίους εκχωρείται η κυριαρχία στους δανειστές και υποθηκεύεται όλος ο φυσικός κοινωνικός πλούτος στην εξυπηρέτηση των δανείων ‘‘σωτηρίας’’, ούτε η προσβολή ορισμένων από τα μέτρα ήταν δυνατή ούτε οποιαδήποτε απαίτηση για τροποποίηση αυτών ή των όρων αποπληρωμής του χρέους μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τους δανειστές και την τρόικα. Καμία μερική λύση και εντός του πλαισίου που ορίζουν οι ‘‘διεθνείς και ευρωπαϊκές σχέσεις των κρατών’’ δεν ήταν εφικτή. Από την άλλη, ήταν όχι απλώς δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση να μην γίνουν αποδεκτές οι δανειακές συμβάσεις, τόσο για τους όρους και τα μέτρα κοινωνικής γενοκτονίας που επέβαλαν όσο και για την υποχρέωση της κοινωνίας να αποπληρώνει αυτό καθ’ εαυτό το χρέος που γίνεται όλο και πιο δυσβάστακτο για την σωτηρία των τραπεζών και του συστήματος. Η άρνηση των δανειακών συμβάσεων και η κήρυξη στάσης πληρωμών ήταν χρέος της κοινωνίας να την επιβάλλει η ίδια με κάθε τρόπο για την ίδια και την αξιοπρέπειά της, αλλά και για τις επόμενες γενιές. Αυτό φυσικά, θα σήμαινε ρήξη με την Ε.Ε. και ρήξη με το μεγάλο κεφάλαιο στην Ελλάδα, με την εγχώρια άρχουσα οικονομική τάξη. Όλα τα παραπάνω ζητήματα έρχονται και θα επανέρχονται, καθώς η εποχή των ‘‘μνημονίων’’ όχι μόνο δεν έχει λήξει, αλλά η επερχόμενη παγκόσμια κρίση επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για την πιο άγρια και μακρά ιστορική περίοδο στον τόπο . Και τα ερωτήματα θα τίθενται ξανά και ξανά.

Ο Επαναστατικός Αγώνας είχε αναδείξει το ελληνικό χρέος ως την αιτία που θα πυροδοτούσε μια χρεοκοπία σε περίοδο που θα εκδηλωνόταν μια μεγάλη οικονομική κρίση από το 2005. Είχε πει από την αρχή της ‘‘μνημονιακής’’ εποχής ότι η απάντηση της κοινωνίας στην κρίση είναι η αθέτηση του χρέους. Είχε πει πως οφείλουμε να προχωρήσουμε σε ρήξη με το σύστημα των αγορών και της Ε.Ε., η οποία ρήξη θα έρθει αναπόφευκτα αν αθετήσουμε το χρέος και αρνηθούμε τα μνημόνια. Σήμερα φαίνεται όλο και πιο καθαρά ότι είναι η μόνη λύση που έχουμε σαν κοινωνία. Αυτό θα αποκαλυφθεί ακόμα πιο έντονα στο αμέσως επόμενο διάστημα που η κρίση θα χτυπήσει ξανά και το ελληνικό καθεστώς δεν θα μπορεί να βρει αγοραστές ομολόγων για να αποπληρώσει παλιά μνημονιακά χρέη και τόκους. Την στιγμή μάλιστα, που οι απαιτήσεις του χρέους φαίνεται ότι θα ξεπερνούν το 25% του ΑΕΠ τον χρόνο. Θα αποκαλυφθεί ακόμα πιο έντονα πως τα μέτρα κοινωνικής γενοκτονίας που επέβαλαν και επιβάλλουν, δεν είναι μόνο εγκληματικά και καταστροφικά για την κοινωνία, αλλά και μάταια. Μπορεί ο στόχος που είχαν, να ήταν η σωτηρία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η αποφυγή μιας στάσης πληρωμών του χρέους από το ελληνικό κράτος, όμως ούτε αυτός ο στόχος εκπληρώθηκε. Το σύστημα θα ξεράσει την επόμενη κρίση του, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν θα αντέξει το επόμενο τσουνάμι της κρίσης, το ελληνικό κράτος θα λυγίσει από το χρέος, από την αδυναμία του να στηρίξει τις τράπεζες και από τον αποκλεισμό που του έχουν επιβάλλει οι κεφαλαιαγορές ενώ παράλληλα, θα αυξάνει τη πίεση προς την κοινωνική βάση που ήδη έχει λυγίσει από τη μακροχρόνια οικονομική βία που υφίσταται. Οκτώ χρόνια μνημονίων και η κρίση επανέρχεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα.

Η κοινωνική βάση πρέπει να κάνει το ποιοτικό άλμα και να ξεσηκωθεί. Να επιβάλει με κάθε μέσο και τρόπο την αθέτηση όλου του χρέους και να αποτινάξει τον ζυγό των συμβάσεων και της δικτατορίας των δανειστών. Να μη δεχθεί ξανά να στηρίζει το χρεοκοπημένο τραπεζικό σύστημα επιβαρύνοντας το χρέος. Αυτό από μόνο του σημαίνει επανάσταση. Μια επανάσταση που θα γίνει ευκαιρία και θα ανοίξει τον δρόμο για ένα μεγάλο ριζικό πολιτικό και κοινωνικό μετασχηματισμό. Η αθέτηση του χρέους σημαίνει ρήξη με την Ε.Ε. Η ανασυγκρότηση της χώρας σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο προϋποθέτει την αποδοχή της ρήξης και με το εγχώριο κεφάλαιο, αλλά και τα ξένα funds που έχουν ποδηγετήσει την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα μέσω του ελέγχου των τραπεζών. Η αθέτηση του χρέους, δημόσιου αλλά και ιδιωτικού, του χρέους των φτωχών κοινωνικών στρωμάτων σημαίνει σύγκρουση με το κεφάλαιο, εγχώριο και ξένο, που επιβάλλει τους πλειστηριασμούς περιουσιών για οφειλές στις τράπεζες ακόμα και για λίγες χιλιάδες ευρώ. Σημαίνει ρήξη με το ελληνικό κράτος που είναι ο τοποτηρητής των δανειστών, του μεγάλου κεφαλαίου και των αγορών. Σημαίνει ρήξη με το κράτος – ληστή που επιβάλλει κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων για χρέη στο δημόσιο, ακόμα και στα πιο φτωχά κοινωνικά στρώματα και που παράλληλα, αυξάνει τα φορολογικά βάρη σε σημείο εξόντωσης των πιο αδύναμων. Σημαίνει ρήξη με το καθεστώς – τοποτηρητή μιας υπερεθνικής δικτατορίας, από την οποία οφείλουμε με κάθε τρόπο και κόστος να απαλλαγούμε. Η αναγκαιότητα μιας νέας οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ανασυγκρότησης στην χώρα θα προκύψει ως ευκαιρία για την ίδια την κοινωνική αναγέννηση. Προϋπόθεση όμως γι’ αυτό είναι, να διασφαλιστεί και να εδραιωθεί ένα αποκεντρω-μένο μοντέλο πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης βασισμένο στις αρχές της άμεσης δημο-κρατίας, της μόνης πραγματικής δημοκρατίας. Να γίνει αυτή η συνθήκη ευκαιρία για την δημιουργία μιας οριζόντιας μορφής πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης.

Η εγγύηση για την διασφάλιση της άμεσης δημοκρατίας είναι η αναγωγή οριζόντιων συνελεύσεων που θα συγκροτηθούν παντού, σε πόλεις και χωριά, ως πυρήνες της νέας πολιτικής λειτουργίας, όπου θα λαμβάνονται όλες οι αποφάσεις για κάθε κοινωνική δραστηριότητα. Η απειλή της υφαρπαγής κοινωνικού πλούτου από τους δανειστές που υπάρχει στις συμβάσεις δανεισμού και θα επιχειρηθεί να ενεργοποιηθεί μετά από μια τέτοια ιστορική απόφαση της κοινωνίας, θα βρει τα ανυπέρβλητα εμπόδια της μαχητικότητας και της αποφασιστικότητας ενός λαού που θα επιλέξει τον αυτοκαθορισμό και την ελευθερία και θα περιφρουρήσει κάθε σημείο του τόπου από τα αρπακτικά του χρέους. Η δύναμη για να ανταπεξέλθει ένας λαός σε μια τέτοια πρόκληση, αντλείται μόνο από την πολιτική – κοινωνική και οικονομική αυτοδιάθεση, μόνο από την αποφασιστικότητα να πάρει ο ίδιος τη ζωή του στα δικά του χέρια. Και αυτό προϋποθέτει πολιτική ελευθερία για όλους τους ανθρώπους. Μια επανάσταση προϋποθέτει θέσεις και προτάσεις, ένα μίνιμουμ επεξεργασμένο πολιτικό πρόγραμμα για το πώς θα δημιουργήσουμε μια νέα κοινωνική οργάνωση απαλλαγμένη από το κεφάλαιο και το κράτος. Ο Επαναστατικός Αγώνας ήδη από το 2009 ενώ ξεκίνησε να εφαρμόζει μία στρατηγική δράσης, η οποία είχε ως αιχμή την κρίση και τις πολιτικές αντιμετώπισής της, είχε διατυπώσει για πρώτη φορά την αναγκαιότητα δημιουργίας ενός επαναστατικού κινήματος, που θα πρέπει να έχει θέσεις και προτάσεις για μια νέα επαναστατική κοινωνία. Λέγαμε ήδη από τότε ότι πυρήνας της νέας κοινωνίας θα έπρεπε να είναι οι Κομμούνες και οι Κοινότητες. Μιλούσαμε για οριζόντιες μορφές κοινωνικής οργάνωσης που θα λειτουργούν με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες. Μιλούσαμε ήδη από τότε για την αναγκαιότητα απαλλοτρίωσης και κοινωνικοποίησης της περιουσίας των καπιταλιστών και του κράτους. Αλλά και μέσα από την φυλακή, το 2010 – 2011, στα ‘‘Κείμενα από την Φυλακή’’, κάποια από τα οποία μοιράζονταν στις γενικές απεργίες εκείνης της περιόδου ενάντια στο μνημόνιο, γράφαμε: ‘‘Να γίνουν οι κοινότητες, οι πόλεις, οι γειτονιές ο πυρήνας της νέας κοινωνικής οργάνωσης, ο κάτοχος του κοινωνικού πλούτου και ο κύριος πυλώνας των αποφάσεων, οικονομικών και πολιτικών. Να αναλάβουμε εμείς οι ίδιοι κάθε οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, να πάρουμε επιτέλους, τη ζωή στα δικά μας χέρια’’. Μιλούσαμε ήδη για ένα δίκτυο Λαϊκών Συνελεύσεων και Συμβουλίων που θα αναλάβει την διαχείριση κάθε κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας. Ξαναβρήκαμε ως αναρχικοί τα ίχνη του παλιού επαναστατικού κινήματος που είχε αναφορά στην Παρισινή Κομμούνα του 1871, που δεν ήταν κάτι άλλο από την εξουσία του αυτοκυβερνούμενου Δήμου, του ανεξάρτητου και αντίθετου με την κρατική εξουσία και τον συγκεντρωτισμό της. Του επαναστατικού κινήματος που είχε αναφορά στα συμβούλια (σοβιέτ) των εργατών στην επαναστατημένη Ρωσία του 1917 πριν τα ευνουχίσει ο μπολσεβίκικος ολοκληρωτισμός, την Κομμούνα της Κροστάνδης του 1921, τις αναρχικές εργατικές και αγροτικές κομμούνες και τα συμβούλια της Ισπανικής Επανάστασης του 1936 που κατεστάλησαν από το ‘‘δημοκρατικό’’ κράτος του Λαϊκού Μετώπου, δηλαδή, την συμμαχία αστών φιλελεύθερων, σοσιαλιστών και σταλινικών ‘‘κομμουνιστών’’ πριν την επικράτηση του Φράνκο.

Σήμερα έχουμε ένα πολύ σημαντικό σύγχρονο και ζωντανό επαναστατικό γεγονός, στο οποίο μπορούμε ως αναρχικοί και επαναστάτες να αναφερόμαστε: Την Επανάσταση στην Ροζάβα της Συρίας. Αυτή η Επανάσταση που ξεκίνησε το 2011 σε περιοχές της Συρίας με έντονη την παρουσία των Κούρδων και η εφαρμογή του μοντέλου του Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού και της Δημοκρατικής Αυτονομίας, μοντέλο που απορρίπτει το έθνος – κράτος και τον κρατισμό, είναι αυτό το γεγονός που ζωντανεύει στο σήμερα την κοινωνική Επανάσταση, που ακυρώνει με την ίδια του την ύπαρξη τους ισχυρισμούς καθεστωτικών, αλλά και ‘‘αντικαθεστωτικών’’ τάσεων, με βάση τις οποίες ‘‘οι επαναστάσεις είναι ζητήματα άλλων εποχών που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί’’. Μια τέτοια θέση που συνιστά τη μεγαλύτερη επιβεβαίωση της ‘‘ανυπέρβλητης και απρόσβλητης φύσης του σύγχρονου πολιτικού και οικονομικού συστήματος, της απουσίας πολιτικού αντίπαλου δέους’’, συντρίβεται από την εφαρμογή στην πράξη του Συνομοσπονδισμού και της άμεσης δημοκρατίας στην Ροζάβα. Αλλά και πως παρά τους καθεστωτικούς ισχυρισμούς ότι ‘‘οι επαναστάσεις είναι παράγοντες βίας, ανομίας, χάους και κοινωνικής καταστροφής’’, η επανάσταση – όπως μας δείχνει το εγχείρημα στην Ροζάβα –, στην περιοχή της Συρίας που μαστίζεται από τον εμφύλιο, γίνεται παράγοντας σταθερότητας και ειρηνικής συνύπαρξης των ανθρώπων ανεξαρτήτως εθνικότητας και θρησκείας που ζουν στα επαναστατημένα καντόνια της Βόρειας Συρίας… Η επανάσταση στην Ροζάβα συνδέει τις επαναστάσεις του παρελθόντος με το σήμερα και δίνει πνοή στο επαναστατικό πρόταγμα. Σημασία έχει όμως να ‘‘φέρουμε αυτή την επανάσταση’’ εδώ. Γιατί από μόνο του αυτό το κοινωνικό εγχείρημα, είναι ένα όπλο που μπορούμε να αξιοποιήσουμε σε ιδεολογικό – πολιτικό επίπεδο εναντίον του κυρίαρχου συστήματος εξουσίας. Επίσης, καθώς γνωρίζουμε πως η θεωρητική επεξεργασία του επαναστατικού μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης που τώρα εφαρμόζεται στην Ροζάβα είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν την επανάσταση, επιβεβαιώνεται πόσο επιτακτικό είναι για ένα επαναστατικό κίνημα, να είναι προετοιμασμένο και σε αυτό το επίπεδο, ‘‘οπλισμένο’’ με ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα που θα συνδέεται στην πράξη με τις ιδιαιτερότητες της περιοχής στην οποία προωθείται η εφαρμογή του.

Ο Επαναστατικός Αγώνας είχε τονίσει εδώ και χρόνια τις απαιτήσεις που έχει η δημιουργία ενός επαναστατικού κινήματος. Την ανάγκη να τεθούν πολιτικές αιχμές στον αγώνα που θα συσπειρώνουν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας σε στόχους οι οποίοι θα εξασφαλίζουν την μέγιστη δυνατή κοινωνική συναίνεση. Τέτοια ζητήματα είναι το χρέος και οι μνημονιακές συμβάσεις. Είχαμε τονίσει την ανάγκη επεξεργασίας ενός προγράμματος κοινωνικής ανασυγκρότησης και την υπέρβαση του φόβου που προκαλεί κοινωνικά η προοπτική μιας ρήξης με τους δανειστές και την τρόικα, με την κατάθεση προτάσεων κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης στην προοπτική της οικονομικής ισότητας και της πολιτικής ελευθερίας. Όταν η οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδας και το γραφείο του ΔΝΤ το 2014, είχε διατυπώσει μια επαναστατική πλατφόρμα. Ανάμεσα σε άλλες θέσεις που αφορούσαν τη μονομερή διαγραφή του χρέους, την ρήξη και την έξοδο από την ΟΝΕ και την Ε.Ε, την σεισάχθεια, την απαλλοτρίωση των τραπεζών, της περιουσίας των καπιταλιστών και του κράτους και την κοινωνικοποίησή της, η πλατφόρμα μιλούσε για ένα συνομοσπονδιακό μοντέλο οργάνωσης που θ’ αντικαταστήσει το κεφάλαιο και το κράτος, τα οποία θα καταργηθούν. Παρά το γεγονός ότι ήμασταν και δρούσαμε στην ‘‘παρανομία’’, προσπαθούσαμε να επεξεργαστούμε θέσεις και προτάσεις και να ανοίξουμε έναν διάλογο με τον α/α χώρο, αλλά και την κοινωνία γενικότερα για την επανάσταση και την δημιουργία ενός επαναστατικού κινήματος. Και αυτό εξακολουθήσαμε να το κάνουμε και ως κρατούμενοι μέσα από την φυλακή. Γιατί ποτέ δεν απωλέσαμε την ταυτότητά μας μέσα στην φυλακή και παρά την καταστολή εξακολουθούμε να είμαστε μέλη του Επαναστατικού Αγώνα. Ένα άλλο πολύτιμο στοιχείο που επίσης, απέδειξε για πολλοστή φορά στην ιστορία η Επανάσταση στην Ροζάβα, είναι ότι χωρίς τον ένοπλο αγώνα δεν μπορεί να γίνει μια κοινωνική Επανάσταση διαψεύδοντας την άποψη ότι και ο ένοπλος επαναστατικός αγώνας είναι πια μια εμπειρία του παρελθόντος και ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στις σύγχρονες συνθήκες. Απέδειξε επίσης, ότι οι ένοπλοι αγώνες, το επαναστατικό κίνημα και η κοινωνική Επανάσταση είναι έννοιες αδιαχώριστες, κάτι για το οποίο επιμένουμε εδώ και χρόνια. Η Επανάσταση δεν είναι σύνθημα κενό νοήματος, δεν είναι πρόταγμα χωρίς περιεχόμενο. Είναι κοινωνικός, πολιτικός και οικονομικός υλικός στόχος. Είναι σχέδιο που μπορεί να υλοποιηθεί. Συνεπώς είναι δρόμος που μπορούμε να ανοίξουμε. Μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας προϋποθέτει την κατάργηση του κράτους ως μηχανισμού ταξικής κυριαρχίας, την κατάργηση των τάξεων και την κατάργηση του καπιταλισμού, την ανατροπή των παραγωγικών σχέσεων που έχουν ως βάση την εκμετάλλευση και το κέρδος. Προϋποθέτει την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας των καπιταλιστών, των μεγάλων επιχειρήσεων, των πολυεθνικών, της κρατικής και εκκλησιαστικής περιουσίας και την κοινωνικοποίησή τους. Την κατάργηση του τραπεζικού συστήματος και της τοκογλυφίας. Την διαγραφή όλων των χρεών προς τις τράπεζες και την κοινωνικοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών. Μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και χωρίς τάξεις προϋποθέτει την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, της βιομηχανίας, των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, των λιμανιών, των μέσων μεταφοράς, των επικοινωνιών και συγκοινωνιών, των νοσοκομείων και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όπου την διαχείρισή τους την αναλαμβάνουν οι Δήμοι (Κομμούνες) και οι εργαζόμενοι. Σε μια κοινωνία πραγματικής ισότητας και ελευθερίας, το κράτος και το σύστημα του αντιπροσωπευτικού κοινοβουλευτισμού όπου ολίγοι επαγγελματίες πολιτικοί λαμβάνουν αποφάσεις για εκατομμύρια ανθρώπους, θα αντικατασταθεί από ένα αμεσοδημοκρατικό οργανωτικό μοντέλο, από μια συνομοσπονδία Συνελεύσεων Δήμων, Κοινοτήτων και Εργατικών Συμβουλίων. Κυρίαρχο όργανο λήψης αποφάσεων θα είναι οι Συνελεύσεις στις πόλεις, τα χωριά, τους εργασιακούς χώρους, εκεί όπου ο καθένας και η καθεμία θα μπορεί να συμμετέχει στην λήψη αποφάσεων. Αυτό το συνομοσπονδιακό μοντέλο οργάνωσης που θα αντικαταστήσει το συγκεντρωτικό κράτος και το αστικό κοινοβούλιο, προϋποθέτει την ύπαρξη αιρετών και άμεσα ανακλητών εκπροσώπων που εκτελούν τις αποφάσεις των συνελεύσεων εκεί όπου ανήκουν και καθήκον τους είναι η επικοινωνία, ο συντονισμός, η ενότητα και η σύνδεση μεταξύ των διαφόρων τμημάτων της συνομοσπονδίας, η οποία θα είναι διαρθρωμένη τόσο σε τοπικό όσο και εθνικό ή και διεθνές επίπεδο. Μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, μια κοινωνία άμεσης δημοκρατίας προϋποθέτει την κατάργηση της αστυνομίας και του στρατού και την αντικατάστασή τους από ελεγχόμενες από τον λαό ένοπλες δυνάμεις, μια λαϊκή πολιτοφυλακή και ένοπλες δυνάμεις αυτοάμυνας. Το ζήτημα της ασφάλειας και του δικαίου σε μια επαναστατική κοινωνία δεν μπορεί παρά να είναι αδιαχώριστο με το συνολικό ζήτημα της Επανάστασης και να έχει στον πυρήνα του την κοινωνική και ταξική αλληλεγγύη, την προστασία των δομών και των σχέσεων οικονομικής ισότητας και πολιτικής ελευθερίας για όλους. Για την ακρατική, αταξική κοινωνία.

Nίκος Μαζιώτης – Πόλα Ρούπα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License