Κείμενα της Π.Ρούπα & του Ν.Μαζιώτη για την 5η δίκη του Επαναστατικού Αγώνα (12/10/18 έως τις 30/11/18)

Aκολουθούν κάποια από τα κείμενα* των μελών του Επαναστατικού Αγώνα όπως κατατέθηκαν στο δικαστήριο της 5ης δίκης της οργάνωσης που δικάζει την απόπειρα απόδρασης του Ν.Μαζιώτη & άλλων κρατουμένων που επιχείρησε με ελικόπτερο η Πόλα Ρούπα στις 21/2/2016.(* Οι προφορικές τοποθετήσεις & παρεμβάσεις από τα μέλη του Ε. Α. Πόλα Ρούπα & Νίκο Μαζιώτη ακούγονται στα ηχητικά των συνεδριάσεων και εν καιρώ θα απομαγνητοφωνηθούν και θα δημοσιοποιηθούν): 1)ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΕΡΙ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΝΑ ΔΙΚΑΣΕΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ 2)ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΑΣ ΡΟΥΠΑ ΓΙΑ ΕΚΡΕΜΟΔΙΚΙΑ ΚΑΙ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ* ΠΡΟΣ ΤΟ 3/ΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (*για την κατηγορία της διεύθυνσης με την οποία κατηγορείται η Πόλα Ρούπα για 3η φορά) 3) ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΑΣ ΡΟΥΠΑ ΠΡΟΣ ΤΟ 3/ΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ 4)ΔΗΛΩΣΗ – ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ* ΤΗΣ ΠΟΛΑΣ ΡΟΥΠΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (*για την ηθική αυτουργία, κατηγορία με την οποία βαρύνονται ο Ν.Μαζιώτης & υπόλοιποι κατηγορούμενοι)

Ακολουθούν κάποια από τα κείμενα* των μελών του Επαναστατικού Αγώνα Πόλας Ρούπα & Ν.Μαζιώτη όπως κατατέθηκαν στο δικαστήριο της 5ης δίκης της οργάνωσης που δικάζει την απόπειρα απόδρασης του Ν.Μαζιώτη & άλλων κρατουμένων που επιχείρησε με ελικόπτερο η Π. Ρούπα στις 21/2/2016. (* Οι προφορικές τοποθετήσεις & παρεμβάσεις από τα μέλη του Ε.Α. Πόλα Ρούπα & Νίκο Μαζιώτη ακούγονται στα ηχητικά των συνεδριάσεων και εν καιρώ θα απομαγνητοφωνηθούν και θα δημοσιοποιηθούν): 1)ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΕΡΙ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΝΑ ΔΙΚΑΣΕΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ 2)ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΑΣ ΡΟΥΠΑ ΓΙΑ ΕΚΡΕΜΟΔΙΚΙΑ ΚΑΙ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ ΠΡΟΣ ΤΟ 3/ΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (για την κατηγορία της διεύθυνσης με την οποία κατηγορείται η Πόλα Ρούπα για 3η φορά) 3)ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΑΣ ΡΟΥΠΑ ΠΡΟΣ ΤΟ 3/ΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ 4)ΔΗΛΩΣΗ – ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΑΣ ΡΟΥΠΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ.

1)ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΟΛΑ ΡΟΥΠΑΣ ΚΑΙ ΝΙΚΟΥ ΜΑΖΙΩΤΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ.

Σύμφωνα με το άρθρο 97 του Συντάγματος, ‘‘τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους’’. Πλην όμως καταληκτικός προσδιορισμός της έννοιας του ‘‘πολιτικού εγκλήματος’’ δεν υπάρχει, ο οποίος είναι και προϋπόθεση για να προσδιορίζονται ποια ‘‘εγκλήματα’’ θα δικάζονται από μικτά ορκωτά και ποια όχι. Όλες οι ‘‘συζητήσεις’’ που έχουν γίνει ‘‘σκοντάφτουν’’ στον προσδιορισμό της έννοιας της πολιτικής πράξης. Ένας τέτοιος προσδιορισμός όμως δεν είναι νομικό, αλλά πολιτικό ζήτημα. ‘‘ ...Τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται κάθε φορά για τον προσδιορισμό ενός εγκλήματος ως πολιτικού δεν είναι μόνο, ίσως καθόλου, νομικά αλλά κυρίως πολιτικά. Έτσι ώστε εξαρτώνται πρωταρχικά από το συσχετισμό δυνάμεων που υπάρχει και από τα συμφέροντα που πρόκειται να εξυπηρετηθούν. Πολιτικά είναι όλα τα εγκλήματα που συνετέλεσαν στην κατάρρευση ενός πολιτικού καθεστώτος, όχι όμως και αυτά που τείνουν στην ανατροπή εκείνου που υπάρχει’’. (Συμεωνίδου - Καστανίδου:‘‘Η ποινική προστασία των πολιτικών σωμάτων στο ελληνικό Δίκαιο’’).

Ότι ο προσδιορισμός της πολιτικής πράξης άρα και του πολιτικού εγκλήματος είναι απόρροια των εκάστοτε συσχετισμών δυνάμεων, είναι διαπίστωση της υπαγωγής της δικαστικής εξουσίας στην εκάστοτε εκτελεστική. ‘‘Οι ταλαντεύσεις λοιπόν, της ελληνικής νομολογίας δεν είναι τυχαίες, αλλά εξαρτώνται και από αιτίες νομικές (δυσχέρειες προσδιορισμού πολιτικού εγκλήματος) και πολιτικές (υποταγή της δικαστικής στην εκτελεστική εξουσία) (Α. Λοβέρδος :‘‘Για την τρομοκρατία και το πολιτικό έγκλημα’’). Κατ’ επέκταση συχνά στηλιτεύεται και η θέση περί της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. ‘‘Οσάκις συνέβη ο δικαστής να ορθωθεί έναντι της εκτελεστικής εξουσίας επί ποινικών διώξεων εν πολιτικοίς αδικήμασι εις στιγμάς θυελλώδους πολιτικής περιόδου συνετρίβη διότι ως ήδη εξετέθη…., η δικαστική ανεξαρτησία είναι χίμαιρα· o κίνδυνος άρα έγκειται εις την αδυναμίαν των δικαστικών όπως αντιταχθώσι κατά της πολιτικής εξουσίας, όταν αυτή επιχειρή τον στραγγαλισμόν των πολιτικών δικαίων του λαού· τότε η συνταγματική προστασία του πολιτικού αδικήματος είναι πομφόλυξ και υπάρχει ο κίνδυνος ουδέποτε ο δικαστής να αποδεχθή την ιδιότυπον ιδεολογία του πολιτικού εγκληματία’’ (Kων/νος Τσουκαλάς 1929). Το γεγονός ότι η δικαστική εξουσία παγίως υπάγεται στην εκάστοτε εκτελεστική είναι απόρροια του πρωτεύοντος στόχου που η πρώτη έχει στην κρατική λειτουργία, δηλαδή την διατήρηση της σταθερότητας ενός πολιτικού συστήματος ακόμα και αν αυτό έχει ή τείνει να αποκτήσει ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά. Η καθεστωτική σταθερότητα ‘‘πρώτιστο έννομο αγαθό’’ που οφείλει να διαφυλάξει την καθιστά ουραγό της κάθε πολιτικής εκτροπής και συρρίκνωσης των όποιων πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η θεωρητική διαπάλη που εκτυλίσσεται δια μέσω των δεκαετιών στον χώρο του ποινικού δικαίου με αιχμές δύο θεωρίες, την υποκειμενική και αντικειμενική αντανακλά την όποια διάθεση ή αντίσταση των εκάστοτε αναλυτών της νομικής θεωρίας και πρακτικής να υπαχθούν και οι ίδιοι, μαζί με την δικαστική εξουσία στην υπηρεσία των συμφερόντων της εκτελεστικής. Μέσα σε αυτή την διαπάλη και χωρίς να υπάρχει επίλυση του ερωτήματος τι είναι πολιτική πράξη, αναπτύχθηκαν δυο θεωρίες για το πολιτικό έγκλημα, η αντικειμενική και η υποκειμενική.

Ενώ η νομική επιστήμη καμώνεται την ουδέτερη και αντικειμενική φύση της έναντι των εκάστοτε κοινωνικών – ταξικών – πολιτικών συμφερόντων, οι δύο αυτές ‘‘σχολές’’ έγιναν η αιχμή μιας διαμάχης μακροχρόνιας και η κάθε μια χωριστά ή και οι δυο μαζί υπέπεφταν στις φιλοδοξίες που αντανακλούσαν οι θέσεις του αναλυτή και ερευνητή και γίνονταν εργαλείο υποστήριξης των θέσεών του είτε αυτές προήγαγαν την ολοκληρωτική υποταγή της δικαστικής στην εκτελεστική εξουσία είτε αντιστέκονταν σε μια τέτοια εξέλιξη. Η υποκειμενική θεωρία προσδιορίζει το ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ με κριτήριο το υποκείμενο που το διαπράττει, δηλαδή τα κίνητρα και τους σκοπούς του. Αρκεί το πολιτικό κίνητρο για να οριστεί και να αντιμετωπιστεί ως πολιτικό έγκλημα μια πράξη, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός συγκεκριμένων πολιτικών ‘‘έννομων αγαθών’’ που ενώ πλήττονται προσδίδουν και τον χαρακτήρα του πολιτικού στην πράξη και διώκεται ποινικά. Πρόκειται για την πλησιέστερη με τις ιστορικές καταβολές της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος θεωρία σε σχέση με τις αντικειμενικές, αφού θέλει να εισχωρήσει στον εσωτερικό κόσμο του δράστη για να διαπιστώσει αν η πράξη του είχε πολιτικό σκοπό ή πολιτικά κίνητρα έτσι ώστε να τον χαρακτηρίσει ως πολιτικό εγκληματία, ως ‘‘ευγενή – ανιδιοτελή’’ εγκληματία, όπως δηλαδή τον 19ον αιώνα όταν θεσπίζονταν τα πρώτα ευνοϊκά μέτρα για τον πολιτικό εγκληματία….’’ ( Α. Λοβέρδος ‘‘Για την τρομοκρατία και το πολιτικό έγκλημα’’)

Η υποκειμενική θεωρία υιοθετήθηκε ορισμένες φορές από την ελληνική νομολογία και μάλιστα με την ‘‘στενή’’ εκδοχή της σύμφωνα με την οποία δεν αρκεί ο οποιοσδήποτε πολιτικός σκοπός, αλλά απαιτείται για τον προσδιορισμό του πολιτικού εγκλήματος να αποσκοπεί αυτό στην ανατροπή ή μεταβολή του πολιτεύματος η προσβολή της κρατικής υπόστασης δια μέσω των οποιονδήποτε έκνομων πράξεων. Τέτοια περίπτωση είναι η απόφαση 8/1921 του Α. Π. που έκρινε ότι ‘‘…πολιτικόν αδίκημα είναι το σκοπόν άμεσον και κύριον έχον την του καθεστώτος ανατροπήν ή μεταβολή θεμελιώδους τινος βάσεως αυτού, ή το τείνον προς υποστήριξιν του νόμιμου καθεστώτος, απειλουμένου δια ανατροπής’’.

Με βάση την αντικειμενική από την άλλη θεωρία, ο προσδιορισμός του πολιτικού εγκλήματος γίνεται με βάση την πολιτική φύση του προσβαλλόμενου αγαθού και όχι τα κίνητρα του δράστη, Ο προσδιορισμός όμως των πολιτικών έννομων αγαθών συναντά τις δυσκολίες του προσδιορισμού της ίδιας της πολιτικής πράξης. Ποιο είναι το έννομο αγαθό που πλήττεται; Η αντικειμενική θεωρία αναγνωρίζεται ως προσπάθεια αποπολιτικοποίησης του πολιτικού αντιπάλου σε αρκετές αναλύσεις καθώς εξαιρείται το πολιτικό κίνητρο και ο πολιτικός σκοπός του δράστη, κοινώς επιδιώκει την αποπολιτικοποίηση του υποκειμένου και των πράξεών του. Και αυτό σε συνδυασμό με τον στενό προσδι-ορισμό του ‘‘πολιτικού σύννομου αγαθού που πλήττεται’’ το οποίο δεν ξεφεύγει της στενά προσδιορισμένης κρατικής σφαίρας, εξορίζονται και αποπολιτικοποιούνται πρόσωπα, αγαθά, πράξεις και δραστηριότητες από την πολιτική. ‘‘Η παραδοχή της αντικειμενικής θεωρίας για το πολιτικό έγκλημα αποτελεί θαυμάσιο δείγμα της προσπάθειας των νομικών να συμβιβάσουν την ιδεολογία των ‘‘αιώνιων αξιών’’ με το συμφέρον των εκάστοτε (και προσωρινά πάντα) ισχυρών (Ι. Μανωλεδάκης – Ποινικό Δίκαιο, Γενική Θεωρία). Κατά τον Μανωλεδάκη η στροφή από την υποκειμενική στην αντικειμενική θεωρία συνιστά και την κατάρρευση στην ουσία της ίδιας της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος’’.

Όταν το επαναστατικό πνεύμα πέρασε από τα χέρια των αστών στα χέρια των αναρχικών, άρχισε η στροφή από την υποκειμενική στην αντικειμενική θεωρία που σήμανε και την ‘‘κατάρρευση’’ της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος. Η αναγωγή του κράτους ως μόνου φορέα και δέκτη των πολιτικών διαδικασιών πέρα από την δεδομένη και καταφανή πλάνη που εμπεριέχει, έχει και ένα σαφή προσανατολισμό: Να εγκλωβίσει, να περιχαρακώσει την πολιτική στα στενά πλαίσια της κρατικής λειτουργίας και να ακυρώσει κατ’ επέκταση την πολιτική ουσία κάθε δράσης που δεν υπάγεται στον κρατικό μηχανισμό. Είναι εμφανές πως με βάση αυτό το θεώρημα, το οποίο επιβάλλεται ως ορθή και μόνη αλήθεια μέσω αυτών που ασκούν την δικαστική εξουσία, εξορίζονται από την πολιτική σφαίρα κάθε είδους πολιτικές δραστηριότητες, άσχετα αν αυτές παραβιάζουν ή όχι το κυρίαρχο πλέγμα της νομιμότητας. Και αυτό γιατί ο ιδεολογικοπολιτικός κρατικός καταναγκασμός επιβάλλει την απόλυτη κατοχή της όποιας πολιτικής δράσης αποπολιτικοποιώντας όποια εκκινείται εκτός του κρατικού πλαισίου είτε αυτή στρέφεται ενάντια στην καθεστηκυία τάξη είτε όχι. Η περιχαράκωση του ‘‘πολιτικού’’ και η ταύτισή του με το ‘‘κρατικό’’ υποδηλώνει την άρνηση της αναγνώρισης πολιτικού αντιπάλου έξω από την σφαίρα της κρατικής λειτουργίας, στην ουσία στην άρνηση αναγνώρισης πολιτικού αντιπάλου γενικώς. Η δε αντιμετώπισή του δεν σταματά φυσικά στο ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο της αποπολιτικοποίησης της αντικαθεστωτικής δράσης, αλλά λαμβάνει τον βίαιο και τιμωρητικό χαρακτήρα της εντός των δικαστηρίων και με τις επιβολές των ποινών και των φυλακίσεων, οι οποίες καταλήγουν να είναι ιδιαιτέρως αυστηρές έως και εξοντωτικές για τους πολιτικούς αντιπάλους του κράτους, τους οποίους όμως παρ’ όλα αυτά δεν αναγνωρίζει ως τέτοιους. ‘‘Στους ποινικούς κανόνες που προστατεύουν το κράτος το οποίο θεωρείται ως αποκλειστικός δέκτης αλλά και αφετηρία της πολιτικής, επικεντρώθηκαν και επικεντρώνονται οι προσπάθειες καθορισμού των ‘‘πολιτικών έννομων αγαθών’’. ‘‘…Είναι σήμερα αδύνατον να υποστηριχτεί πως στην κρατική εξουσία εξαντλείται η έννοια της πολιτικής’’ ‘‘….Η πολιτική παρέμβαση δεν αναζητάται μόνο στην διεκδίκηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας…’’ ‘‘με την διεύρυνση του εννοιολογικού περιεχομένου της πολιτικής, είναι αδύνατον να συγκεκριμενοποιηθούν ορισμένα έννομα αγαθά, μέσα στα οποία θα εξαντλείται η έννοια αυτή. Επομένως, μια τέτοια αντίληψη της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος παρουσιάζει μια εγγενή αδυναμία που την καθιστά εκ των προτέρων ακατάλληλη’’. (Α. Λοβέρδος: ‘‘Για την τρομοκρατία και το πολιτικό έγκλημα’’) Την περαιτέρω περιχαράκωση της έννοιας της πολιτικής πράξης, του πολιτικού αγαθού και του πολιτικού εγκλήματος καταφέρνει η συνέχεια του προβληματισμού που έχει ως αφετηρία την αντικειμενική θεωρία που αναζητά τα αμιγή ή καθαρά πολιτικά εγκλήματα. Όμως όπως πολλές φορές έχει διατυπωθεί η περίπτωση τέλεσης αμιγούς πολιτικού εγκλήματος είναι αδύνατη ή σχεδόν αδύνατη, γι’ αυτό και ασκείται σε αυτή την θεωρία κριτική από πολλούς συγγραφείς. ‘‘Εξωγήινο’’ χαρακτηρίζει ο Λοβέρδος αυτόν που μπορεί με ένα αμιγώς πολιτικό έγκλημα να ανατρέψει την κρατική εξουσία ενώ ο Ι. Μανωλεδάκης αναφέρει: ‘‘Η ανατροπή μιας πολιτικής εξουσίας και μάλιστα σήμερα που το κράτος διαθέτει τελειοποιημένο μηχανισμό εξουδετέρωσης των αντιπάλων του, δεν γίνεται στα χαρτιά ούτε με ευχολόγια. Για να φθάσει ‘‘ο πολιτικός εγκληματίας’’ τον στόχο του, πρέπει να προσβάλει θέλοντας και μη ένα πλήθος από έννομα αγαθά (ανθρώπινες ζωές, προσωπικές ελευθερίες, εγκαταστάσεις, υπηρεσίες κλπ). Για να φθάσεις σε αυτό, πρέπει να περάσεις από τα αγαθά τούτα, που η προσβολή τους δεν αποτελεί με το κριτήριο της αντικειμενικής θεωρίας πολιτικό, αλλά κοινό έγκλημα. Έτσι, ενώ η προσβολή αποβλέπει στην ανατροπή της πολιτικής εξουσίας, καταλήγει αντικειμενικά σε σύνθετο πάντα πολιτικό έγκλημα ή και σε μόνο κοινό, αν ο δράστης είχε την…ατυχία να συλληφθεί στην αρχή πραγμάτωσης του σχεδίου του’’. ( Ι. Μανωλεδάκης: Ποινικό Δίκαιο - Γενική Θεωρία σελ.248) Η ‘‘στενή’’ αντικειμενική θεωρία περί του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ έχει σχεδόν αποκλειστεί από την διαδικασία της επεξεργασίας στα πλαίσια του Ποινικού Δικαίου και συνιστά κυρίως, επιλογή της δικαστικής εξουσίας όπως διατυπώνεται π.χ. στην απόφαση 238/1939 του Α.Π., όπου ως πολιτικά εγκλήματα αναφέρονται οι ‘‘αμέσως προσβάλλουσαι πράξεις, και εις την ανατροπήν του καθεστώτος πολιτεύματος ή εις μεταβολήν θεμελιώδους αυτού βάσεως αμέσως τείνουσαι…’’ Η εφαρμογή της στενής αντικειμενικής θεωρίας με την αναγωγή ως πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ μόνο αυτήν την ιδιαίτερη απειλή, χωρίς διαμεσολαβητικούς παράγοντες, καταφέρνει τον περιορισμό του πεδίου τόσο ώστε να αναγνωρίζει ως τέτοιο μόνο αυτό του άρθρου 134 Π.Κ., αφού οτιδήποτε άλλο, δεν είναι δυνατόν να έχει τον χαρακτήρα της ‘‘αμέσως’’ μεταβολής της κρατικής υπόστασης, ή της κατάλυσης, αλλά μόνο εμμέσως. Η μικτή περί του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ θεωρία είναι αυτή που θέλει να καλύψει το κενό της απουσίας των πολιτικών κινήτρων στον δράστη όπως παρουσιάζεται στην αντικειμενική θεωρία πλην όμως δεν πρόκειται παρά για παραλλαγές στην ανάλυση του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’. Παράλληλα δεν λύνει το ‘‘μυστήριο’’ του πολιτικού εγκληματία με τις εξωγήινες ικανότητες ο οποίος και σε αυτή την περίπτωση πρέπει να προσβάλει ‘‘μόνο πολιτικό έννομο αγαθό’’, αλλά επιπλέον θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί από το δικαστήριο και ο πολιτικός σκοπός του δράστη. Παράδειγμα χρήσης της μικτής θεωρίας ήταν η 144/1907 απόφαση του Α.Π.

Η ‘‘συζήτηση’’ για το ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ συνεχίζει να παραδέρνει μέσα στην ιστορία και οι δικαστικές αποφάσεις να αντανακλούν τους εκάστοτε πολιτικούς συσχετισμούς δυνάμεων υιοθετώντας η δικαστική εξουσία άλλοτε τη μια άλλοτε την άλλη θεωρία. Η υποκειμενική θεωρία έτυχε μικρότερης αποδοχής πλην όμως υιοθετήθηκε στην απόφαση 120/1871 Α.Π., και στην ταραγμένη περίοδο 1920, όπου υπό την ισχύ του διατάγματος περί αμνηστίας της 8ης/11/1920 σε πολλές αποφάσεις ο Άρειος Πάγος χαρακτήριζε πλήθος πράξεων ως πολιτικές με βάση την υποκειμενική θεωρία. Πρόκειται για μια περίοδο όπου είχε ληφθεί κεντρική πολιτική απόφαση, στην οποία προσαρμόστηκε και η δικαστική εξουσία, να δοθεί τέλος στην περίοδο του λεγόμενου ‘‘εθνικού διχασμού’’, που είχε ως αποτέλεσμα ακόμα και σωρεία ποινικών αδικημάτων να δικάζονται ως ‘‘πολιτικά’’ και να αμνηστεύονται. Σε ορισμένες από αυτές τις αποφάσεις (π.χ.241/1921 και 64/1921 Α.Π) ορίζεται το σύνθετο πολιτικό αδίκημα: ‘‘…. Διότι σύνθετον πολιτικόν αδίκημα υπάρχει όταν το κοινόν αδίκημα έχει σκοπόν την διάπραξιν ή την τάσιν προς διάπραξιν πολιτικού αδικήματος εν τη κυρία αυτού έννοια (241/1921).

Στις δε φρονηματικού χαρακτήρα διώξεις που υπάρχουν στο ιδιώνυμο του Ε. Βενιζέλου με τον Ν. 4229/1929, στη νομολογία του Ι. Μεταξά, αυτήν που διαμορφώθηκε μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο και κατά την διάρκεια του εμφυλίου, όπως και αυτήν που εφαρμόστηκε κατά την στρατιωτική δικτατορία το 1967 – 1974, η ‘‘μικτή θεωρία’’ και το κίνητρο υπάγονται στην υπηρεσία του ολοκληρωτισμού και των μαζικών διώξεων των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος. Είναι γνωστό πως η εκάστοτε εξουσία στην ιστορία πάντα επιχειρούσε την αποπολιτικοποίηση των πολιτικών της αντιπάλων και οι νομολογίες συνιστούσαν ανέκαθεν ένα όπλο στα χέρια της. Αυτό λάμβανε την άλφα ή την βήτα βαρύτητα αναλόγως των ευρύτερων κοινωνικών και ταξικών συσχετισμών αλλά και τον βαθμό ολοκληρωτισμού που λάμβανε σε κάθε εποχή η κρατική εξουσία. Σε περιόδους όπως αυτή της γερμανικής κατοχής αλλά και εν μέσω του εμφυλίου, οι αντάρτες που μάχονταν τους κατακτητές αποκαλούνταν ‘‘ληστοσυμμορίτες’’. Ο όρος ‘‘τρομοκράτης’’ χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα για κάθε πολιτική αντικαθεστωτική δράση στην σύγχρονη ιστορία. Η ευρύτατη χρήση του όρου ‘‘τρομοκρατία’’ είναι τέτοιας έκτασης που ‘‘καταλαμβάνει’’ σήμερα κάθε αντικαθεστωτική δραστηριότητα ενώ οι αντίστοιχες νομολογίες συνιστούν την σκληρότερη δυνατή μορφή εκδίκησης, η οποία έρχεται παράλληλα με την αδιαμφισβήτητη στροφή του σύγχρονου κράτους προς τον ολοκληρωτισμό. Ολοκληρωτισμό ο οποίος δεν αφορά μεν σε παλαιού τύπου πραξικοπήματα, αλλά σε μια σταδιακή μεταβίβαση εξουσιών από την εκτελεστική εξουσία σε υπερεθνικούς θεσμούς και μηχανισμούς οι οποίοι με την σειρά τους υπάγονται στην εξουσία των διεθνών αγορών κεφαλαίου. Αποτέλεσμα αυτής της πορείας που βαδίζει χέρι – χέρι με την διαμόρφωση ενός παγκόσμιου πλαισίου καταστολής με αιχμή την αντιμετώπιση της ‘‘τρομοκρατίας’’, είναι η αντιμετώπιση με εξοντωτικούς όρους των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος από τα δικαστήρια. Πώς όμως γεννήθηκε ο όρος ‘‘τρομοκρατία’’;

Με την ιστορική – πολιτική του έννοια την τρομοκρατία ως όρο την συναντάμε για πρώτη φορά ως κρατική τρομοκρατία την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης. Πιο συγκεκριμένα αφορούσε στις μεθόδους λαϊκής τρομοκράτησης όλων των διαφωνούντων με την παράταξη των Ιακωβίνων που ασκούσαν για την περίοδο 1793 – 1794 την εξουσία, στην οποία συμμετείχε συγκεκριμένος κρατικός μηχανισμός καταναγκασμού συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής εξουσίας και που στόχευε μέσω της βίας στην δημιουργία των όρων απόλυτης παρέμβασης και ελέγχου του κράτους σε όλες τις κοινωνικές διεργασίες. Συνεπώς, ιστορικά τον όρο τρομοκρατία, τον συναντάμε υπό τον όρο της κρατικής τρομοκρατίας, η οποία και εκδηλωνόταν σε όλη την κοινωνική σφαίρα, εμπεριείχε μια στρατηγική στόχευση, είχε χρονική συνέπεια και διάρκεια ενώ απαιτούσε τη συμμετοχή όλων των φορέων της κρατικής μηχανής. Με την βασική αρχή ότι το κράτος είναι ο μόνος φορέας και δέκτης της πολιτικής ενώ κάθε άλλη διεργασία ανάγεται στην ‘‘κοινωνική σφαίρα’’, επιχειρήθηκε η αποπολιτικοποίηση αντιφρονούντων, αρχικά των αναρχικών στην Γαλλία το 1894, όπου διώκονταν ως μη πολιτικές πράξεις αυτές όπως οι ένοπλες και βομβιστικές επιθέσεις κατά πολιτικών στόχων (π.χ. η εκτέλεση του προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Σαντί Κανρό στα πλαίσια της ‘‘προπαγάνδας με την πράξη’’. Αντίστοιχοι νόμοι ήταν επίσης στην Γαλλία το 1939 ενάντια σε όσους προπαγάνδιζαν τις θέσεις της 3ης Διεθνούς και στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του εμφυλίου με τον νόμο 509/1947. Όσο για την Ελλάδα στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, αλλά και κατά την διάρκεια του εμφυλίου, ο συνήθης προσδιορισμός για τους κομμουνιστές ήταν ‘‘ληστοσυμμορίτες’’. Ο όρος ‘‘τρομοκρατία’’ χρησιμοποιείται ευρέως στην Ευρώπη τη δεκαετία του ’70 – ’80 για να χαρακτηριστεί η πολιτική δράση των ένοπλων οργανώσεων. Παρ’ όλο που η αντίληψη περί της αποκλειστικότητας της πολιτικής από το κράτος που συνιστά τον μόνο φορέα, δημιουργό και δέκτη της πολιτικής ήταν παρωχημένη σύμφωνα και με πολλούς πολιτικούς αναλυτές, όταν πρόκειται για την συντονισμένη καταστολή και αποπολιτικοποίηση από τα κράτη των πολιτικών αντιπάλων τους, ο όρος του ‘‘τρομο-κράτη’’ και της ‘‘τρομοκρατίας’’ λαμβάνει κεντρικό ρόλο και ενσωματώνεται στο καθεστωτικό ποινικό δίκαιο.

Για την αποτελεσματική καταστολή και την αυταρχική αποπολιτικοποίηση του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ από την δικαστική εξουσία που εφαρμόζει τις επιταγές της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, έχουν μιλήσει και αντικρούσει πολλοί αναλυτές του καθεστωτικού Ποινικού Δικαίου. Tην δε αντικειμενική θεωρία την απορρίπτει κατά κανόνα η πλειοψηφία ερευνητών πάνω στο ζήτημα (Μανωλόπουλος, Βαρβιτσιώτης, Λοβέρδος, Μανωλεδάκης, Πανούσης, Συμεωνίδου - Καστανίδου, Κουράκης κ.α ). Ο δε Λοβέρδος προσεγγίζοντας το είδος της αποπολιτικοποίησης που επιχειρείται από εκτελεστική και δικαστική εξουσία, την ανάγει σε ειδική ως αυτή που στρέφεται ενάντια σε ειδικές περιπτώσεις προσώπων και πράξεων και την γενική που αφορά στην ‘‘εξ εφόδου αποπολιτικοποίηση ενός ολόκληρου φαινομένου’’. Στην γενική αποπολιτικοποίηση έχει καταλήξει σήμερα η εκτελεστική εξουσία, αλλά και προχωρώντας πάρα πέρα, αρνείται ακόμα και την αναγνώριση κοινωνικών και πολιτικών αιτιών στην εκδήλωσή του, με τον απολυταρχικό παραλογισμό ότι η ‘‘αναγνώριση αιτιών τέτοιων κατατείνει στην δικαιολόγηση και νομιμοποίηση του φαινομένου’’. Σαφώς και η αναγωγή του κράτους ως μόνου φορέα και δέκτη της πολιτικής σήμερα αναγνωρίζεται ως ξεπερασμένη και αναχρονιστική από πλείστους αναλυτές, πλην όμως η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία ως εκτελεστής των εκάστοτε επιταγών της πρώτης, στις αποφάσεις της και τις θέσεις που αυτές εκφέρουν για το ζήτημα των διώξεων ‘‘τρομοκρατών’’, αναφέρεται πως οι πράξεις τους στρέφονται ενάντια στην ‘‘δημόσια τάξη’’.

Αντιθέτως το ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ στρέφεται άμεσα εναντίον του κράτους και της πολιτικής τάξης. Αυτή η θέση διατυπώθηκε π.χ. στην απόφαση του δικαστηρίου που εκδίκασε σε πρώτο βαθμό την υπόθεση της επίθεσης του Επαναστατικού Αγώνα εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και του ΔΝΤ στις 10/4/2014. Σε αυτή την απολυταρχική επίθεση αποπολιτικοποίησης πολιτικών πράξεων με την αναχρονιστική θέση για την αποκλειστικότητα της πολιτικής από το κράτος, ο Α. Λοβέρδος απάντησε το 1987: ‘‘Το τρομοκρατικό έγκλημα’’ στρέφεται εναντίον της δημόσιας τάξης, ενώ το πολιτικό έγκλημα εναντίον του κράτους και της πολιτικής τάξης. Πρόκειται για την ξεπερασμένη θεώρηση του κράτους ως αποκλειστικού δέκτη και αφετηρίας της πολιτικής και για την αποδοχή των αντικειμενικών θεωριών περί πολιτικού εγκλήματος, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχουν ορισμένα ‘‘πολιτικά’’ έννομα αγαθά στις προσβολές των οποίων εξαντλείται η πολιτική εγκληματικότητα’’. ‘‘….η αποδεκτή σήμερα άποψη της αποπολιτικοποίησης ξεφεύγει από την ποινική επιστήμη και περνά στον χώρο των προσπαθειών χρησιμοποίησης του Ποινικού Δικαίου για την εξυπηρέτηση του τακτικού πολιτικού στόχου της καταστολής της τρομοκρατίας’’. (Α. Λοβέρδος: ‘‘Για την τρομοκρατία και το πολιτικό έγκλημα’’) Το αδιέξοδο των κυριαρχουσών θεωριών (αντικειμενικής και υποκειμενικής) για τον προσδιορισμό του φαινομένου στη νομολογία και την αντίθεσή τους στην αποπολιτικοποίηση του πολιτικού υποκειμένου ανέδειξαν πολλοί, ενώ είναι καταφανής ότι μέσω αυτής της αποπολιτικοποίησης η δικαστική εξουσία και η νομολογία γίνονται αιχμή της καταστολής. Αποκτούν δηλαδή πολιτικό – στρατιωτικό χαρακτήρα και ρόλο. Καταληκτικά ορισμένοι αναλυτές που καταπιάστηκαν με το ζήτημα κατέληξαν πως έξω από τα αδιέξοδα των υπαρχουσών θεωριών, η διέξοδος βρίσκεται στον προσδιορισμό του υποκειμένου και όχι της πράξης: ‘‘…. «πολιτικός εγκληματίας» μπορεί να χαρακτηριστεί ο ενταγμένος σε οργάνωση με πολιτικό σκεπτικό που επιδιώκει δηλαδή, την ανατροπή, μεταβολή, κλονισμό, πίεση του πολιτικού ή κοινωνικού καθεστώτος και τελεί αξιόποινες πράξεις ανταποκρινόμενος στο σκεπτικό αυτό και πρόσφορες για τους σκοπούς, εφ’ όσον ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε υπαλληλοστρατιωτική ιδιότητα’’ (Μανωλεδάκης: Ποινικό Δίκαιο - Γενική Θεωρία). Στο ίδιο συμπέρασμα περίπου, καταλήγει και ο Α. Λοβέρδος. Το γεγονός ότι η δικαστική εξουσία προσαρμόζεται στο εκάστοτε πολιτικό περιβάλλον όπως αυτό διαμορφώνεται από την εκτελεστική εξουσία, φαίνεται και στην υπόθεση R. Pohle (Πόλε). Σε αυτή την περίπτωση οι διαφορετικές προσεγγίσεις που έγιναν από το Συμβούλιο Εφετών και τον Άρειο Πάγο ως προς το αίτημα της μη έκδοσής του στην Δ. Γερμανία, αναδεικνύουν εκτός από το κενό που υπήρχε στον προσδιορισμό του πολιτικού εγκλήματος από την νομολογία στην Ελλάδα, και την επιρροή που ασκεί το ευρύτερο πολιτικό περιβάλλον όταν αυτό δεν έχει παγιωθεί και παρουσιάζει μια ρευστότητα, όπως είναι η περίοδος της μεταδικτατορικής περιόδου. Ο Πόλε καταδικασμένος για συμμετοχή στην οργάνωση αντάρτικου RAF (Φράξια Κόκκινος Στρατός ) είχε απελευθερωθεί μαζί με άλλους κρατούμενους αντάρτες πόλης κατόπιν απαγωγής του υποψήφιου για την δημαρχία του Βερολίνου του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος. Ο Ρ. Πόλε συλλαμβάνεται αργότερα στην Ελλάδα το 1976 και ζητά να μην γίνει η απέλασή του στην Δ. Γερμανία. Στο Εφετείο Αθηνών που εκδικάζεται η υπόθεση, ορίζεται ως πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ εκείνο ‘‘το οποίο εν όψει του κινήσαντος τον δράστην ελατηρίου, του υπ’ αυτού επιδιωχθέντος σκοπού και της φύσεως των προσβληθέντων δικαιωμάτων, στρέφεται έστω και μόνον εμμέσως κατά της πολιτικής οργάνωσης του κράτους και τείνει εις ανατροποήν ή αλλοίωσιν της κατά το ισχύον εν αυτώ πολίτευμα καθεστηκυίας τάξεως’’. Είναι εμφανές ότι το δικαστήριο αποδέχεται την ‘‘μικτή θεωρία’’. Η απόφαση του συμβουλίου που αρνήθηκε την έκδοσή του έλεγε πως ο Πόλε ‘‘ήτο κατά το 1971 μέλος μιας επαναστατικής εξτρεμιστικής οργάνωσης, ήτις είχε πολιτικούς σκοπούς και απέβλεπεν εις ενεργόν δράσιν προς ανατροπήν του κρατούντος εις την Δυτικήν Γερμανίαν πολιτικού καθεστώτος και εις αγώνα από κοινού μετά των καταπιεζομένων εις όλον τον κόσμο κατά του Ιμπεριαλισμού και του μονοπωλιακού καπιταλισμού και εστρέφετο εν γένει κατά του πολιτικού κατεστημένου της Δυτικής Κοινωνίας’’. Τότε το δικαστήριο έκρινε πως ο Πόλε ήταν πολιτικός κρατούμενος και πως δεν έπρεπε να εκδοθεί στην Δ. Γερμανία. Στελέχη του ΠΑΣΟΚ όπως ο Χαραλαμπόπουλος, Παπανδρέου, και ο Μαγκάκης που τότε ήταν βουλευτής της ΕΔΗΚ είχαν επικροτήσει δημόσια την ‘‘γενναία απόφαση των εφετών’’ που σήκωσε ανάστημα απέναντι στις απαιτήσεις της Δ. Γερμανίας η οποία ‘‘ως ισχυρή πολιτική δύναμη ήθελε να επιβάλει την άποψή της στο ελληνικό κράτος’’. Έγραφε τότε ο Μαγκάκης: ‘‘Το ζήτημα είναι καθαρά νομικό. Οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε στην Γερμανία, έγκυρα έχουν αποδοθεί από την απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή διαπίστωσε πολιτικό κίνητρο στον Πόλε. Αυτό σημαίνει ότι οι πράξεις του συνιστούν μικτό πολιτικό αδίκημα. Τα μικτά πολιτικά αδικήματα, υπάγονται στην απαγόρευση εκδόσεως’’. Την μικτή θεωρία περί πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ απορρίπτει άμεσα ο Άρειος Πάγος με τον τότε πρόεδρό του Ευστάθιο Μπλέτσα που ‘‘εξαφάνισε ‘’ την απόφαση για την μη έκδοση του Πόλε και αποφάσισε ότι έπρεπε να εκδοθεί, επικαλούμενος την ‘‘στενή αντικειμενική θεωρία’’: Ως ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ ορίζει ‘‘….. το κατά της πολιτείας αμέσως απευθυνόμενον και εις ανατροπήν ή άλλοίωσιν της εν αυτή κατά το ισχύον πολίτευμα καθεστηκυίας τάξεως τείνον έγκλημα’’, αντιπαρέρχεται την αποδοχή της υποκειμενικής θεωρίας από το Εφετείο Αθηνών και διατάσσει την έκδοση του Πόλε. Είναι σαφές πως η απόφαση του Εφετείου αφενός αναφερόταν στην απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου που υιοθέτησε την ‘‘μικτή θεωρία’’ αφετέρου είναι εμφανής η επιρροή της δικαστικής εξουσίας από το ευρύτερο πολιτικό περιβάλλον το οποίο εκείνη την περίοδο χαρακτηριζόταν από έντονο πολιτικό αναβρασμό σε όλο το κοινωνικό φάσμα. Δεν είχαν εξάλλου ακόμα εδραιωθεί οι κυρίαρχες αντιλήψεις από την εκτελεστική εξουσία στο ζήτημα της ‘‘τρομοκρατίας’’ σε όλο το φάσμα της καθεστωτικής πολιτικής. Η ‘‘στενή αντικειμενική θεωρία’’ με την αναχρονιστική όπως έχουν επανειλημμένως διατυπώσει θέση που θέλει το κράτος ως το μόνο φορέα και δέκτη της πολιτικής αντανακλούσε πάντα την αυταρχοποίηση και την πορεία προς τον ολοκληρωτισμό της εκτελεστικής εξουσίας που ακολουθούσε κατά πόδας και η δικαστική.

Έτσι φθάνουμε στις μέρες μας όπου οι κυρίαρχες πολιτικές σχέσεις έχουν αποκρυσταλλωθεί – και αφού προηγήθηκε και η πτώση του ανατολικού μπλοκ εξουσίας – και η εκτελεστική εξουσία έχει υιοθετήσει και εφαρμόζει όλες τις προσταγές ολοκληρωτισμού που προστάζει το παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό μοντέλο και η δικτατορία των υπερεθνικών μηχανισμών εξουσίας, αλλά και η έμμεση πλην όμως καθοριστική και απόλυτη δικτατορία των κεφαλαιαγορών στον πλανήτη, να έχει πλέον σταματήσει ακόμα και η συζήτηση περί του ‘‘πολιτικού εγκλήματος’’, να έχει ολοκληρωθεί η πιο απόλυτη κατασταλτική επίθεση αποπολιτικοποίησης και εκδίκησης και να έχουν φθάσει σε πρωτοφανή ένταση οι αποφάσεις καταστολής του πολιτικού αντιπάλου του καθεστώτος από τα δικαστήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 109 του Κ.Π.Δ ορίζεται ότι: ‘‘Το μικτό ορκωτό δικαστήριο δικάζει σε πρώτο βαθμό α) τα κακουργήματα, εκτός από εκείνα που ανήκουν στην αρμοδιότητα των μονομελών και τριμελών εφετείων και β) τα πολιτικά πλημμελήματα’’. Φρόντισαν ωστόσο στις εξαιρέσεις από τα μικτά ορκωτά να συμπεριλάβουν με το άρθρο 42 παρ. 4 του Ν. 3251/2004 ‘‘τα κακουργήματα που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 187 και 187Α του Π.Κ., καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα’’. Το 2004 ήταν η χρονιά που θεσπίστηκε ο 187Α με τον οποίο εκδικάζονται πολιτικές δράσεις, στις οποίες το άρθρο αυτό όπως και η συνολική νομολογία ασκεί την πλέον αυταρχική επίθεση αποπολιτικοποίησης και τιμωρίας. Αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ‘‘αντιτρομοκρατικού πολέμου’’ που στρέφεται εντός και εκτός εθνικών συνόρων. Παράλληλα γίνεται όλο και πιο ευρέως αποδεκτή η πλέον ολοκληρωτική θέση ότι ‘‘στη δημοκρατία δεν υπάρχουν πολιτικιά εγκλήματα’’ που εκφράζεται από την εκτελεστική εξουσία και συνυπογράφει και η δικαστική. Και αυτό ενώ το αντιπροσωπευτικό σύστημα εξουσίας όδευε προς την απόκτηση των πλέον ολοκληρωτικών χαρακτηριστικών. Πλάι στην στενή αντικειμενική θεωρία δομείται και η τελευταία, ιστορικά απόφαση του Α.Π. που συμπεριλαμβάνει στην αναγνώριση του πολιτικού εγκλήματος και την προσφορότητα της δράσης ως προς το τελικό ζητούμενο, την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης. Αυτή εκφράστηκε στην απόφαση 1413/2010 για την υπόθεση της 17Ν που αναφέρει ότι η επιδίωξη αυτή ( της καταστροφής θεμελιωδών συνταγματικών, πολιτικών και οικονομικών δομών μιας χώρας…) ‘‘δεν αρκεί να αναφέρεται υποκειμενικώς ο στόχος της πολιτικής ιδεολογίας του δράστη, αλλά απαιτείται, πέραν τούτου, να αναδύεται αντικειμενικώς…’’. Και συνεχίζει: ‘‘…. Ερμηνευτικώς συνάγεται ότι πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο, το οποίο στρέφεται άμεσα εναντίον της συνταγματικής τάξης της χώρας και επιδιώκει την ανατροπή ή την αλλοίωσή της. Η επιδίωξη αυτή όμως δεν αρκεί να αναφέρεται υποκειμενικώς ως στόχος της πολιτικής ιδεολογίας του δράστη, αλλά απαιτείται πέραν τούτου να αναδύεται αντικειμενικώς από την πραγματική συμβολή, την οποία η κρινόμενη συμπεριφορά είχε ή θα μπορούσε να έχει στην προσβολή της καθεστηκυίας εξουσίας’’. ‘‘Περαιτέρω, ως συναφές προς το πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο, το οποίο με την προσβολή που επιφέρει σε κάποιο έννομο αγαθό έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την προπαρασκευή των μέσων για την τέλεση πολιτικού προβλήματος με την ως άνω έννοια. Για την κατάφαση της συνάφειας αυτής, το πολιτικό έγκλημα πρέπει να έχει συντελεστεί. Υπό την έννοια αυτή ως πολιτικό έγκλημα νοείται μόνο η εσχάτη προδοσία και οι προπαρασκευαστικές πράξεις αυτής ( άρθρο 134 Π.Κ ). Αντιθέτως η συγκρότηση δομημένης ομάδας με διαρκή δράση ή η συμμετοχή σε αυτήν με σκοπό τη διάπραξη πράξεων, μη δυνάμενων να επηρεάσουν τη συνταγματική τάξη της χώρας, δεν συνιστά πολιτικό έγκλημα, ασχέτως προς τον τρόπο με τον οποίο οι φερόμενοι ως δράστες προσδιορίζουν ιδεολογικά τις ενέργειες αυτές (….). Εν προκειμένω, η συμμετοχή στην οργάνωση 17Ν και οι επιμέρους οργανώσεις, εκφεύγουν του χώρου της πολιτικής παρέμβασης που υπερβαίνει τον ποινικό νόμο, διότι άσχετα από τον εκ μέρους των κατηγορουμένων πολιτικό προσδιορισμό της αποδιδόμενης αξιόποινης συμπεριφοράς ως ΄΄αυτοδιαχειριζόμενο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, με στοιχεία άμεσης δημοκρατίας, τα επιλεγέντα μέσα επιδίωξης του συγκεκριμένου σκοπού ήταν καταφανώς απρόσφορα προς χρήση σε μια συντεταγμένη δημοκρατική κοινωνία’’.

Η δικαστική εξουσία στην εποχή μας, δεν αρκείται εντέλει μόνο στην ευρέως αποδεδειγμένη και εκδικητική ‘‘αντικειμενική θεωρία’’, αλλά ενσωματώνει στον πόλεμο εναντίον του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ που ανάγεται ως ‘‘τρομοκρατία’’ και την προσφορότητα αυτής στο ζητούμενο της πολιτικής ανατροπής. Και μάλιστα απαιτεί το ‘‘πολιτικό έγκλημα να έχει συντελεστεί’’. Με αυτή την έννοια μόνο οι νικητές σε μια πολιτική σύγκρουση και δη οι νικητές πραξικοπηματίες μπορούν να απολαμβάνουν το προνόμιο του πολιτικού υποκειμένου, άτομα δηλαδή προερχόμενα του ίδιου κρατικού μηχανισμού. Με αυτήν την ετυμηγορία στην σύγχρονη ιστορία το μόνο πολιτικό έγκλημα που έγινε, ήταν το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Η απόφαση 1413/2010 του Αρείου Πάγου, και ενώ ποτέ δεν επιλύθηκε το ζήτημα του ‘‘πολιτικού εγκλήματος’’ ή του ‘‘πολιτικού εγκληματία’’, έχει παγιώσει την θέση της για την βίαιη αποπολιτικοποίηση της αντικαθεστωτικής δράσης και την αναπαράγουν όλα τα δικαστήρια που δικάζουν ‘‘τρομοκρατικές’’ οργανώσεις και πράξεις.

Η ειδική κατασταλτική επιχείρηση που επιδίδεται η δικαστική εξουσία απέναντι στην πολιτική αντικαθεστωτική δράση, ολοκληρώνεται με την σύσταση ειδικών δικαστηρίων, με την διεξαγωγή δικών εντός των φυλακών και με την πάγια επιβολή αυστηρότερων ποινών. Τα δικαστήρια αυτά γίνονται ως αναμενόμενο πεδίο αντιπαράθεσης και ως προς το ζήτημα του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’. Αυτό το δικαστήριο είναι το πέμπτο κατά σειρά που συγκροτείται για να εκδικάσει την δράση του Επαναστατικού Αγώνα. Ως προς το αν η δράση της οργάνωσης αυτής είναι ή δεν είναι τρομοκρατική και αν πρόκειται για πολιτική δράση ή όχι, αυτό καταρχήν έχει καταγραφεί στην ίδια την ιστορία και κοινωνικά: Ο Επαναστατικός Αγώνας είναι μια ευρέως αναγνωρισμένη πολιτική οργάνωση που επέλεξε ένοπλες μορφές δράσης για την προώθηση του επαναστατικού προτάγματος στην κοινωνία. Η δράση του, αλλά και εμείς ως πολιτικά υποκείμενα που έχουμε αναλάβει την πολιτική ευθύνη για συμμετοχή σε αυτόν, πληροί κάθε απαίτηση που έχει τεθεί – είτε αφορά την υποκειμενική θεωρία είτε την μικτή είτε ακόμα και την αναχρονιστική αντικειμενική θεωρία και μάλιστα την ‘‘στενή’’ εκδοχή της – για να χαρακτηριστεί ως πολιτική.

Ως προς την υποκειμενική και την περί του μικτού πολιτικού εγκλήματος θεωρία, δεν χρειάζεται να επεκταθούμε καθώς είναι πασιφανές ότι ο Επαναστατικός Αγώνας και εμείς προσωπικά αποτελούμε το κατ’ εξοχήν κατάλληλο παράδειγμα που αφορά τον όρο ‘‘πολιτική δράση’’. Κατ’ άρθρο 187Α Π.Κ. ‘‘όποιος τελεί ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω εγκλήματα με τρόπο ή σε έκταση ή υπό συνθήκες που είναι δυνατόν να βλάψουν μια χώρα ή έναν διεθνή οργανισμό και με σκοπό να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό… ή να βλάψει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές οικονομικές δομές μιας χώρας….’’ Η πεποίθησή μας είναι ότι η δράση του Επαναστατικού Αγώνα δεν είναι αυτή που είναι δυνατόν να αποσταθεροποιήσει την χώρα, αλλά το οικονομικό και πολιτικό καθεστώς. Την χώρα, την αποσταθεροποιεί το ίδιο το καθεστώς του καπιταλισμού και του κράτους, μέσα από τις οικονομικές πολιτικές που έχουν επιβάλει συνθήκες κοινωνικής γενοκτονίας για την πλειοψηφία του πληθυσμού. Που διαχέουν την κοινωνική βία στη κοινωνική βάση και στην οποία έχει κυριαρχήσει ο νόμος του καπιταλισμού ‘‘όλοι εναντίον όλων’’. Που στις υπάρχουσες συνθήκες κοινωνικής σήψης και θανάτου της αλληλεγγύης όλο και περισσότεροι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τον συνάνθρωπό τους μέσα από το πρίσμα ‘‘ο θάνατός σου, η ζωή μου’’. Αυτό που αποσταθεροποιεί τη χώρα, είναι το καθεστώς που καταστρέφει την κοινωνία κρατώντας στη κοινωνική βάση τη κοινωνική σύγκρουση και τη βία, συνθήκη που διασφαλίζει ότι οι υπαίτιοι αυτής της κοινωνικής κατάστασης μένουν στο απυρόβλητο. Επειδή με την φράση ‘‘να βλάψουν σοβαρά μια χώρα’’ εννοούμε οτιδήποτε απειλεί την συστημική λειτουργία, δηλαδή το οικονομικό και πολιτικό σύστημα εξουσίας, αφού το ίδιο το σύστημα είναι αυτό που προσδιορίζει και το εκάστοτε εξουσιαστικό μοντέλο διάρθρωσης της ταξικής και κοινωνικής ιεραρχίας στη κοινωνία, τότε ο 187Α δηλώνει την αποδοχή της δυνατότητας της ένοπλης δράσης να βλάψει και μάλιστα σοβαρά, το σύστημα. Αυτό γίνεται πιο ρητό και συγκεκριμένο στη συνέχεια του 187Α όπου στη αντικειμενική δυνατότητα προστίθεται και ο υποκειμενικός παράγοντας: ‘‘…και με σκοπό να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό… ή να βλάψει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές, οικονομικές δομές μιας χώρας...’’. Ο 187Α συμπεριλαμβάνει τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο ως προαπαιτούμενο για να χαρακτηριστούν οι πράξεις ‘τρομοκρατικές’’. Πρόκειται για προσέγγιση που δεν ακολουθεί την ‘‘στενή αντικειμενική θεωρία’’ αλλά προσεγγίζει την μικτή περί του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ θεωρία. Επιζητεί δηλαδή δράσεις που και πρόσφορες είναι και επιφέρουν καθεστωτική αλλαγή και ενέχουν το κίνητρο για να επιχειρηθεί αυτό. Ενώ λοιπόν, ο 187Α είναι ένα λαμπρό δείγμα της μικτής θεωρίας συμπεριλαμβάνοντας και την προσφορότητα της δράσης ως προϋπόθεση για την δίωξη με αυτό, ενώ αναγνωρίζονται όλα τα στοιχεία στις ασκηθείσες διώξεις για να αντιμετωπιστούν ως πολιτικές οι πράξεις που διώκονται, καταλήγουν οι δικαστές να αρνούνται την ύπαρξη πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’. Πλην όμως χρησιμοποιούν την μικτή θεωρία για να προσδώσουν αυστηρότερες ποινές. Διαφοροποίηση δηλαδή ως προς το ποινικό αποτέλεσμα και όχι στην πολιτική ουσία των πράξεων. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Αρείου Πάγου στην απόφαση 1413/2010 για την υπόθεση της 17 Νοέμβρη που αναφέρει ότι η επιδίωξη αυτή ‘‘δεν αρκεί να αναφέρεται υποκειμενικώς στόχος της πολιτικής ιδεολογίας του δράστη, αλλά απαιτείται, πέραν τούτου, να αναδύεται αντικειμενικώς...’’. Πλην όμως ο 187Α αναφέρει αυτόν τον στόχο αντικειμενικώς. Ο 187Α αναφέρει ρητώς την αντικειμενική προσφορότητα της ένοπλης ανατρεπτικής δράσης να προκαλέσει ακόμα και την καταστροφή του πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος (δομές) και δεν μένει καθόλου στον υποκειμενικό απλώς παράγοντα της βούλησης. Συνεπώς ή θα πρέπει με βάση τον 187Α και εφόσον θέλουμε να ακριβολογούμε, να δεχτούμε ότι μ’ αυτόν το νόμο δικάζονται αυτές οι οργανώσεις οι οποίες αντικειμενικώς έχουν δυνατότητα να ανατρέψουν το καθεστώς, ή θα πρέπει να γίνει αλλαγή του 187Α ή να μην δικάζονται με αυτόν. Επειδή όμως και με βάση την αντικειμενική θεωρία για το πολιτικό έγκλημα η προσφορότητα της ένοπλης δράσης να ανατρέψει ένα καθεστώς, συνιστά αποδοχή της ίδιας της πολιτικής φύσης αυτής της δράσης, τότε συμπεραίνουμε αυτό που όλοι γνωρίζουν, πλην όμως δεν έχουν το πολιτικό ανάστημα να το ομολογήσουν, ότι ο 187Α έχει ως αποστολή να δικάζει πολιτικά ‘‘εγκλήματα’’. Και αυτό αυτόματα έρχεται σε σύγκρουση με το ίδιο το Σύνταγμα που λέει πως τα πολιτικά ‘‘εγκλήματα’’ εκδικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια. Και αφού ο 187Α εκδικάζει αυτές τις ‘‘τρομοκρατικές’’ οργανώσεις που η δράση τους είναι πρόσφορη αντικειμενικώς – εννοείται πως προϋπόθεση για τη σύσταση μιας τέτοιας οργάνωσης είναι ο υποκειμενικός παράγοντας που πολλάκις έχει ανα-γνωριστεί στα δικαστήρια ως πολιτικός, ότι τα κίνητρα των συμμετεχόντων είναι πολιτικά, αλλά και ότι ο στόχος τους είναι μια πολιτική κοινωνική αλλαγή με οριζόντια μορφή κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης – τότε δεν θα πρέπει να εκδικάζονται με τον 187Α οι πράξεις αυτές που είναι αντικειμενικώς απρόσφορες.

Όσον αφορά τον Επαναστατικό Αγώνα, ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι η δράση του είναι απρόσφορη στο να επιφέρει τις αλλαγές που καταγράφονται στον 187Α , δηλαδή την καταστροφή των οικονομικών και πολιτικών δομών, την καταστροφή του καθεστώτος ώστε να ανοίξει ο δρόμος για το τελικό ζητούμενο της δράσης του που είναι η κοινωνική επανάσταση και η επαναστατική οργάνωση της κοινωνίας σε βάσεις που ορίζονται από την αρχή της οικονομικής ισότητας και της πολιτικής ελευθερίας όλων των ανθρώπων. Για τη προσφορότητα της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα ως προς τον στόχο της καταστροφής των οικονομικών και πολιτικών δομών, συνεπώς της ανατροπής του συστήματος, έχουν μιλήσει και πολλοί καθεστωτικοί παράγοντες μεταξύ των οποίων κυβερνητικοί παράγοντες, υπουργοί κλπ. Επανερχόμενοι στην απόφαση 1413/2010 του Αρείου Πάγου για την υπόθεση της 17Ν αναφέρουμε το συμπέρασμα αυτής: ‘‘Ερμηνευτικώς συνάγεται ότι πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο, το οποίο στρέφεται άμεσα εναντίον της συνταγματικής τάξης της χώρας και επιδιώκει την ανατροπή ή την αλλοίωσή της. Η επιδίωξη αυτή όμως δεν αρκεί να αναφέρεται υποκειμενικώς ως στόχος της πολιτικής ιδεολογίας του δράστη, αλλά απαιτείται πέραν τούτου να αναδύεται αντικειμενικώς από την πραγματική συμβολή, την οποία η κρινόμενη συμπεριφορά είχε ή θα μπορούσε να έχει στη προσβολή της κατεστημένης εξουσίας’’. Να τονίσουμε πως αυτό το συμπέρασμα που αμφισβητεί την αντικειμενική δυνατότητα προσβολής της κατεστημένης εξουσίας, έρχεται σε σύγκρουση με τον ίδιο τον 187Α που την θεωρεί ως προϋπόθεση για να δικαστεί κάποιος με αυτόν. Το άρθρο 187Α Π.Κ. που είναι μια αντιγραφή της αντίστοιχης αμερικανικής νομολογίας για την ‘‘αντιμετώπιση της τρομοκρατίας’’, στα ελληνικά δεδομένα έχει εφαρμοστεί σε πλήθος ανθρώπων που είτε έχουν εμπλακεί σε ένοπλη δράση είτε έχουν κατηγορηθεί ότι συμμετείχαν. Ο 187Α εξασφαλίζει στο κράτος αφενός την αυστηρή αντιμετώπιση όσων αμφισβητούν ενόπλως την παντοδυναμία του καθεστώτος και αφετέρου καλείται να δώσει χαρακτηριστικά αποπολιτικοποίησης στην ένοπλη ανατρεπτική δράση. Πλην όμως, κάνει ακριβώς το αντίθετο. Δικάζει αμιγώς πολιτικές πράξεις, τις οποίες ματαίως επιχειρεί να απομακρύνει από το πολιτικό τους πλαίσιο ανάγοντάς τες σε ‘‘τρομοκρατικές’’. Και λέμε ματαίως, γιατί ενώ ο ίδιος ο 187Α αναφέρεται σε αυτή την προϋπόθεση της προσφορότητας μιας οργάνωσης και των ενεργειών της, οι δικαστές αντιφάσκουν με τον ίδιο τους τον εαυτό. Επανερχόμενοι στην απόφαση του Αρείου Πάγου για την 17Ν, είδαμε πως η επίκληση της αντικειμενικής θεωρίας, με βάση την οποία απαιτείται να είναι αποτελεσματική ως προς τον στόχο της μια ένοπλη οργάνωση και δεν αρκούν τα πολιτικά κίνητρα αυτού ή αυτών που συμμετέχουν σε αυτήν ( υποκειμενική θεωρία ), σκοντάφτει και αυτοακυρώνεται στον ίδιο τον 187Α, αφού αυτός διώκει ως ‘‘τρομοκρατικές’’ μόνο τις οργανώσεις των οποίων η δράση είναι πρόσφορη για να προκαλέσει καταστροφή των οικονομικών και πολιτικών δομών. Συνεπώς – και για να επανέλθουμε στο συμπέρασμα του Αρείου Πάγου – ‘‘έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη προπαρασκευή των μέσων για την τέλεση πολιτικού εγκλήματος’’, τα οποία δύναται να οδηγήσουν στην ανατροπή ή την αλλοίωση της συνταγματικής τάξης της χώρας, δηλαδή στην ανατροπή ή αλλοίωση του κυριάρχου καθεστώτος. Επειδή όμως, ως πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ εννοούμε την δράση αυτή που λαμβάνει χώρα υπερβαίνοντας (ή παραβιάζοντας) το κυρίαρχο νομικά πλαίσιο και πραγματώνεται από έναν πολιτικό αντίπαλο ή εχθρό του καθεστώτος με στόχο την ‘‘την αλλοίωση, προσβολή, ή την ανατροπή του’’, το να αναγνωρίζεται ως πολιτικός αντίπαλος ή εχθρός του υφιστάμενου καθεστώτος κάποιος που είναι υπάλληλός του (πολιτικός ή στρατιωτικός), συνιστά μείζονα αντίφαση. Αυτό ισχύει με τους πραξικοπηματίες στρατιωτικούς και κάθε παράγοντα οποιαδήποτε ιδιότητα και αν κατέχει εντός του συστήματος. Επειδή με την υπάρχουσα νομολογία που έχει κυριαρχήσει ως πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ νοείται μόνο η εσχάτη προδοσία και οι προπαρασκευαστικές πράξεις, επειδή σε πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ δεν δύναται να προβαίνει κάποιος που δεν είναι πολιτικός εχθρός του υπάρχοντος καθεστώτος και επειδή πολιτικός εχθρός του δεν νοείται κάποιος που υπηρετεί σε αυτό, συνεπώς είναι αντιφατική και άτοπη η θέση ότι το ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ που στρέφεται ενάντια στο καθεστώς είναι ένα στρατιωτικό - πολιτικό πραξικόπημα. Και μάλιστα, ότι είναι η μόνη πολιτική πράξη που μπορεί να πραγματοποιηθεί ενάντια στο καθεστώς. Μέσα σε αυτό το αυτοαναιρετικό σκεπτικό που κατέληξε ο Άρειος Πάγος για να διαμορφώσει το ‘‘πλαίσιο’’ σκέψης, επιχειρηματολογίας και απόφασης του εκάστοτε δικαστηρίου, η κατάληξη είναι η εξής: Αναγνωρίζεται ως ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ μόνο μια πράξη που επί της ουσίας δεν είναι πράξη ενός πολιτικού εχθρού του καθεστώτος (αλλά ενός αποφασιστικού προασπιστή του), αφορίζεται κάθε πραγματική πολιτική δράση ενάντια στο υπάρχον καθεστώς ως ‘‘τρομοκρατία’’ και ‘‘έγκλημα’’ και έτσι θεωρείται ότι ‘‘ατσαλώνεται’’ το ίδιο το καθεστώς θεωρητική, ιδεολογικά, νομικά, και πολιτικά από τους αντιπάλους του. Συνεπώς ως μόνο ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ νοείται μόνο η πράξη αυτή που πραγματώνει κάποιος ο οποίος δεν είναι εχθρός του καθεστώτος, αλλά μέρος αυτού. Και η ουσιαστική κατάληξη είναι ότι δεν υπάρχουν πολιτικοί εχθροί ή αντίπαλοι του υπάρχοντος καθεστώτος ενώ πολιτική δράση που στρέφεται ενάντιά του, το απειλεί, το υπονομεύει, δηλαδή πολιτική πράξη που ‘‘υπερβαίνει τον ποινικό νόμο’’ νοείται μόνο αυτή που πραγματώνεται από άτομα που δεν υπάγονται στους πολιτικούς εχθρούς του. Η θέση ότι ‘‘πολιτικό έγκλημα νοείται μόνο η εσχάτη προδοσία’’ που προβάλλεται καταληκτικά τα τελευταία χρόνια, δεν την ασπάζονταν παλαιότερα πολλοί εκ των καθεστωτικών νομικών. Αντιθέτως, είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι μπορεί η δράση ατόμων με πολιτικό-στρατιωτική ιδιότητα να συνιστά ‘‘πολιτικό έγκλημα’’. Ειδικά ως προς το πρόσωπο του ‘‘πολιτικού εγκληματία’’, η αδυναμία της συνύπαρξης στο ίδιο πρόσωπο της πολιτικό-στρατιωτικής υπαλληλικής σχέσης με το καθεστώς και του πολιτικού εχθρού του ίδιου του καθεστώτος, είχε εντοπιστεί και αναδειχθεί. Επαναλαμβάνουμε την θέση του Μανωλεδάκη ο οποίος έγραφε: ‘‘Αν ξεκινήσουμε από την λογική αφετηρία ότι ο πολιτικός εγκληματίας είναι εχθρός της κατεστημένης εξουσίας, θα πρέπει απ’ την αρχή (εξ’ ορισμού) να αποκλειστεί ο χαρακτηρισμός αυτός για όλα τα πρόσωπα που είναι ενταγμένα στον υπαλληλοστρατιωτικό μηχανισμό του κράτους. Με την ένταξή τους σ’ αυτόν οι υπάλληλοι - πολιτικοί και στρατιωτικοί - απαλλοτριώνουν κάθε δικαίωμα για δυναμική αντίθεση με το καθεστώς’’. Όσον αφορά την πρότασή του για την επίλυση του προβλήματος αναφορικά με το πολιτικό ‘‘έγκλημα’’, καθώς ορισμός γι’ αυτό δεν υπάρχει στην καθεστωτική νομολογία, ο ίδιος καταλήγει: ‘‘ Οι πολιτικοί αγώνες διεξάγονται ανάμεσα σε πολιτικές ομάδες και όχι σε άτομα. Τα μέλη αυτών των ομάδων, όταν δρουν μέσα στα πλαίσια των σκοπών τους και παραβαίνουν με την δράση τους τον ποινικό νόμο, έχουν το δικαίωμα να χαρακτηρίζονται πολιτικοί αντίπαλοι και ‘‘πολιτικοί εγκληματίες’’. Ώστε: ‘‘πολιτικός εγκληματίας’’ μπορεί να χαρακτηριστεί ο ενταγμένος σε οργάνωση με πολιτικό σκεπτικό που επιδιώκει, δηλαδή την ανατροπή, μεταβολή, κλονισμό, πίεση του πολιτικού ή κοινωνικού καθεστώτος και τελεί αξιόποινες πράξεις, ανταποκρινόμενες στο σκεπτικό αυτό και πρόσφορες για τους σκοπούς αυτούς, εφόσον ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε υπαλληλοστρατιωτική ιδιότητα’’. ( Ι. Μανωλεδάκης: Ποινικό Δίκαιο – Γενική Θεωρία) Όμως, η κυρίαρχη αντίληψη και ο νομικός ‘‘οδηγός’’ για την άρνηση αναγνώρισης του πολιτικού αντιπάλου από το καθεστώς καθορίζεται έως τώρα από την απόφαση του Αρείου Πάγου που προαναφέρουμε. Και η κατίσχυση αυτού του σκεπτικού έναντι κάθε άλλου έγινε παρ’ όλο που είναι πασιφανές ότι πρόκειται για θέση ανεδαφική και αυτοαναιρούμενη. Υπαγορεύεται όμως από μια σημαντική για το ίδιο το υπάρχον καθεστώς πολιτική σκοπιμότητα. Αυτή καταγράφεται ρητώς στο ίδιο σκεπτικό του Αρείου Πάγου με λίγες λέξεις: ‘‘…..τα επιλεγέντα μέσα επιδίωξης του συγκεκριμένου σκοπού (εν προκειμένω ‘‘του αυτοδιαχειριζόμενου σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινω-νίας, με στοιχεία άμεσης δημοκρατίας’’) ήταν καταφανώς απρόσφορα προς χρήση σε μια συντεταγμένη δημοκρατική κοινωνία’’. Με μια απόφαση του ανωτάτου δικαστικού οργάνου του καθεστώτος, αφορίζεται ‘‘οριστικά’’ η αντικαθεστωτική δράση και τα πρόσωπα που την διεξάγουν, αφορίζεται ο πολιτικός αντίπαλος του καθεστώτος, αφορίζεται η ίδια η πολιτική ανυπακοή. Η αντιπροσωπευτική ‘‘δημοκρατία’’ – κατά εμάς αντιπροσωπευτική ολιγαρχία – ανάγεται στο μοναδικό και αναμφισβήτητο πολιτικό σύστημα. Πολιτικός αντίπαλος σε αυτό το καθεστώς ‘‘δεν υπάρχει’’, ενώ ‘‘τίποτα δεν μπορεί να το απειλήσει’’ ουσιαστικά. Η υποτιθέμενη ‘‘απροσφορότητα’’ της αντικαθεστω-τικής δράσης, η οποία δεν νοείται αν δεν υπερβαίνει το ποινικό πλαίσιο, προβάλλεται και επιβάλλεται για την εμπέδωση της υπεροπλίας ενός καθεστώτος απέναντι σε όποιον το αμφισβητεί. Έχουμε δηλώσει ήδη πως την προσφορότητα της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα την έχουμε υπερασπιστεί και εντός των δικαστηρίων. Ακόμα και στα ασφυκτικά πλαίσια που ορίζει η δικαστική εξουσία στον ‘‘προσδιορισμό’’ του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ εξακολουθούμε να διεκδικούμε την διατήρηση της πολιτικής μας ταυτότητας και εντός δικαστηρίων. Ενώ λοιπόν, από την μια η νομολογία της δικαστικής εξουσίας απαιτεί η δράση να είναι πρόσφορη, ικανή να επιφέρει τις αλλαγές που προσδοκά, αρνούμενη ότι η δράση των ένοπλων οργανώσεων – των ως τώρα εξεταζόμενων – είναι όντως πρόσφορες με την κατάληξη ότι ‘‘δεν υπάρχει τίποτα που να απειλεί την «δημοκρατία»’’, σε δικαστήριο που εκδίκαζε την επίθεση του Επαναστατικού Αγώνα εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και του ΔΝΤ, ο εισαγγελέας της έδρας αποφάνθηκε ότι τόσο η δράση αυτής της οργάνωσης συνολικά όσο και ειδικά η ενέργεια αυτή θα μπορούσε επιφέροντας κατάρρευση του κτιρίου όπου είχε τοποθετηθεί το παγιδευμένο με εκρηκτικά αυτοκίνητο, να προκαλέσει κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος στην χώρα και συνεπώς και της οικονομίας γενικότερα. Αυτή η πρόταση που εμφανώς είχε ως στόχο να αναδείξει την ‘‘επικινδυνότητα’’ του Επαναστατικού Αγώνα και της Ρούπα που δικαζόταν ώστε να στοιχειοθετηθεί η ποινή που ήθελε να προτείνει και που τελικά επέβαλε το δικαστήριο – αυτήν των ισοβίων – κατέληξε στην ουσία στην αποδοχή ότι η δράση του Επαναστατικού Αγώνα γενικά, αλλά και ειδικά η επίθεση ενάντια στην Τράπεζα της Ελλάδας και το ΔΝΤ με βάση ακόμα και την στενή αντικειμενική θεωρία όπως αυτή που εκφράστηκε από την απόφαση 1413/2010 του Α.Π. είναι πολιτικό ‘‘έγκλημα’’.

Έχουμε λοιπόν το παράδοξο, αφενός να επιχειρείται η αποπολιτικοποίηση της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα – και γενικώς της ένοπλης δράσης – εντός των δικαστηρίων, από την άλλη και ενώ πρόκειται να ‘‘στοιχειοθετηθούν’’ οι υψηλότερες δυνατές ποινές, γίνεται επίκληση χαρακτηριστικών στις πράξεις που εμπίπτουν στις πλέον ‘‘ αυστηρές’’ προδιαγραφές που θέτει η δικαστική εξουσία για το ‘‘πολιτικό έγκλημα’’. Η ‘‘δημοκρατία’’ καμώνεται το ιδανικότερο και απόλυτο πολιτικό σύστημα που δεν χωρά στο εσωτερικό του έμπρακτη πολιτική αμφισβήτηση! Όμως τι ακριβώς είναι αυτή η ‘‘δημοκρατία’’; Μήπως εννοώντας ότι η πολιτική βία υφίσταται ως τέτοια, είναι δικαιολογημένη και αναγνωρίζεται μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα και τυραννίες - άποψη που ασπάζεται η αριστερά - εννοούμε ότι στη σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχουμε ελευθερία; Αυτό το καθεστώς μόνο ως δημοκρατία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Η κάθε 4 χρόνια εκλογή εκπροσώπων που σε μόνιμη βάση σφετερίζονται την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, αφού μόνο με την εξαπάτηση και το ψέμα αποσπούν ψήφους και αναρριχώνται στην πολιτική εξουσία, όχι μόνο δεν είναι δημοκρατία αλλά παραβιάζει συνταγματικά και το νομικό πλαίσιο στου Συντάγματος στο οποίο βασίζεται. Η παραβίαση αυτής της ‘‘λαϊκής εντολής και βούλησης’’ την οποία υποτίθεται, ότι υπηρετεί το καθεστώς αυτό, γίνεται όλο και πιο έντονη τα τελευταία χρόνια και κορυφαία παραδείγματα έχουμε μέσα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης. Η επιβολή των μνημονίων που έγινε υπό την ασφυκτική πίεση των κεφαλαιαγορών και των υπερεθνικών θεσμών και οργανισμών (Ε.Ε, ΕΚΤ, ΔΝΤ), προϋπέθετε την παραβίαση του Συντάγματος που υπήρξε το πρώτο ‘‘θύμα’’ του. Το μνημόνιο ‘‘πέρασε’’ με την εξουσιοδότηση του υπουργού Οικονομικών, ο οποίος θα είχε από τότε και στο εξής την εξουσία να υπογράφει νέα μνημόνια, συμφωνίες και δανειακές συμβάσεις, οι οποίες θα εισάγονται στην Βουλή ‘‘για συζήτηση και ενημέρωση’’ και όχι για κύρωση. Όπως προβλέπει ο νόμος 3847/ 2010 οι ‘‘συμβάσεις αυτές θα ισχύουν και θα εκτελούνται από της υπογραφής τους’’. Η εξουσιοδότηση αυτή προσκρούει: α) στο άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος που ορίζει ότι Συνθήκες ‘‘που επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες’’ δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που να τις κυρώνει. β) παραιτείται με την δανειακή Σύμβαση το ελληνικό κράτος από ασυλίες ‘‘λόγω κυριαρχίας’’. Την παραίτηση αυτή προβλέπει η δανειακή Σύμβαση της 8/5/2010 όπου σε περίπτωση στάσης πληρωμών, μπορούν οι δανειστές να επιχειρήσουν αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος στοιχείων όχι μόνον της ιδιωτικής, αλλά και της δημόσιας περιουσίας του ελληνικού Δημοσίου. Αυτό έρχεται σε σύγκρουση με τον ‘‘πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας’’. Το παραπάνω κατά πολλούς συνταγματολόγους και νομικούς δεν προβλέπεται ούτε με βάση το άρθρο 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος. Επίσης, είναι αντισυνταγματικές πολλές ρυθμίσεις που επεβλήθησαν με επί μέρους ‘‘εκτελεστικούς νόμους’’ του μνημονίου όπως η περικοπή των συντάξεων και επιδομάτων, η αύξηση ορίων ηλικίας για συνταξιοδότηση, η επιβολή έκτακτων φορολογικών εισφορών, η πρόσφατη πρακτική των κατασχέσεων κ.α. Οι περισσότερες από αυτές προσκρούουν στο ‘‘κεκτημένου του κοινωνικού κράτους δικαίου’’ όπως αυτό παρουσιάζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, ακυρώνουν τα άλλα κοινωνικά δικαιώματα του ‘‘κατοχυρώνει το ισχύον Σύνταγμα’’ στα άρθρα 21, 22, 23, προσκρούουν στο άρθρο 4 παρ.1, 2, 5 καθώς η επιβολή των μέτρων γίνεται προς το συμφέρον μειοψηφιών και εις βάρος του γενικού συμφέροντος και οξύνουν τις ανισότητες στην κοινωνία, όπως και στο άρθρο 17 παρ. 1 για την ιδιοκτησία. Με το δημοψήφισμα και την παραβίαση της ρητής λαϊκής εντολής με το πλειοψηφικό ΟΧΙ στην δανειακή Σύμβαση του 2015, παραβιάστηκαν τα άρθρα 52, 1παρ. 2 και 3 και 25 παρ. 3. Συστηματικά παραβιάζεται το άρθρο 2 παρ.1, το άρθρο 4 παρ. 2 και το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, τα οποία συνιστούν κενό γράμμα για την πλειοψηφία της κοινωνίας. Οι σύγχρονες κυβερνήσεις στην Ελλάδα στηρίζονται σε ψήφους που προέρχονται από μειοψηφικά τμήματα του πληθυσμού. Η πλειοψηφία της κοινωνίας (60%) απέχει από τις εκλογικές διαδικασίες. Συνεπώς και το ίδιο το σύστημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σήμερα δε στηρίζεται ούτε καν από την προσέλευση στις κάλπες από την κοινωνική πλειοψηφία. Οι δε κυβερνήσεις στηρίζονται σε ποσοστά που δεν ξεπερνούν το 12% του εκλογικού σώματος, ενώ με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις η τωρινή κυβέρνηση στηρίζεται από το 6% του εκλογικού σώματος! Με βάση αυτό το ποσοστό είναι κατοχυρωμένη να περνάει τα μέτρα εξόντωσης της κοινωνίας; Επειδή μας έχουν κατηγορήσει σε δικαστική αίθουσα, ως αυτόκλητους υπερασπιστές της κοινωνίας, απαντάω πως δεν είμαστε εμείς αυτόκλητοι, αλλά αυτοί που κατέχουν την εξουσία με την ψήφο μιας αισχράς μειοψηφίας και επιβάλλουν τα μέτρα κοινωνικής ευθανασίας που τους υπαγορεύει η οικονομική ελίτ και οι υπερεθνικοί μηχανισμοί της ΕΚΤ, του ΔΝΤ, της ΕΕ, και του ESM. Αυτούς τους μηχανισμούς κανένας δεν τους εκλέγει και μια αισχρά πλειοψηφία πλουσίων είναι οι πραγματικοί κυρίαρχοι σε κάθε χώρα, της οποίας οι κυβερνήσεις επικυρώνουν και επιβάλλουν δια πυρός και σιδήρου τα μέτρα εξόντωσης της κοινωνίας που συνιστούν προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του χτυπημένου από την κρίση συστήματος. Εμείς δεν είμαστε αυτόκλητοι υπερασπιστές της κοινωνίας είμαστε η ψυχή αυτής της κοινωνίας. Προερχόμαστε από τα σπλάχνα της, ζούσαμε και ζούμε μέσα στην καρδιά της κοινωνικής αδικίας. Προερχόμαστε από χαμηλά και προλεταριακά κοινωνικά στρώματα και έχουμε πλήρη συνείδηση της ταξικότητας αυτού του πολέμου που διεξάγεται τη τελευταία περίοδο με θύματα εκατομμύρια ανθρώπους στην χώρα. Η χούντα της οικονομικής ελίτ και της πολιτικής εξουσίας δεν είναι δημοκρατία. Εμείς είμαστε οι προασπιστές της πραγματικής δημοκρατίας, της άμεσης δημο-κρατίας. Και αν μπορούσε να γίνει ένα δημοψήφισμα χωρίς ο κόσμος να φοβάται – γιατί ο κοινωνικός φόβος είναι ο μόνος παράγοντας που κρατάει το σύστημα όρθιο αυτή την περίοδο, αφού συναίνεση στο καθεστώς πλέον δεν υπάρχει – το ποσοστό του 35% που είχε βγει από δημοσκόπηση ηλεκτρονικής εφημερίδας με τη συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων το 2009 και που δήλωνε ότι είναι δικαιολογημένη η ένοπλη δράση, θα είναι στις μέρες μας πολύ υψηλότερο.

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την πλέον χαώδη απόσταση ανάμεσα στα συμφέροντα των λίγων οικονομικά ισχυρών και της κοινωνικής πλειοψηφίας, η οποία πεθαίνει για να επιβιώσουν οι οικονομικές ελίτ. Αυτή η σύγκρουση συμφερόντων είναι από τις μεγαλύτερες – αν όχι η μεγαλύτερη – στην ιστορία. Το κράτος καταπατώντας τους νόμους που το ίδιο θεσπίζει, είναι στο πλευρό των ισχυρών και ενάντια στην κοινωνική πλειοψηφία. Αυτός είναι ο ιστορικός του ρόλος. Και σε αυτόν τον ρόλο υπάγεται και η δικαστική εξουσία αναλαμβάνοντας ρόλο εκτελεστή του πολιτικού αντιπάλου του καθεστώτος. Η δράση του Επαναστατικού Αγώνα όπως και η ένοπλη δράση γενικότερα θα έπρεπε να δικάζεται από μικτά ορκωτά και όχι από ειδικά δικαστήρια. Όσον αφορά τον Επαναστατικό Αγώνα, αυτός πληροί τόσο τις προϋποθέσεις της θεωρίας περί μικτού πολιτικού εγκλήματος, όσο και αυτής της ‘‘αντικειμενικής’’ ακόμα και της επικαλούμενης ‘‘στενής αντικειμενικής θεωρίας’’. Όσον αφορά την εκδίκαση των συγκεκριμένων υποθέσεων που αφορούν αυτή την διαδικασία, αυτές άπτονται σε προπαρασκευαστικές πράξεις μιας ευρύτερης πολιτικής προοπτικής του Επαναστατικού Αγώνα έτσι όπως αυτή έχει εκφραστεί κατ’ επανάληψη από την οργάνωση, αλλά και από εμάς ατομικά. Για όλα τα παραπάνω πιστεύουμε πως το δικαστήριο είναι αναρμόδιο να μας δικάσει και ζητάμε να δικαστούμε από μικτό ορκωτό, κατ’ άρθρο 97 Σ.

Πόλα Ρούπα - Νίκος Μαζιώτης μέλη του Επαναστατικού Αγώνα

 

2)ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΑΣ ΡΟΥΠΑ ΓΙΑ ΕΚΡΕΜΟΔΙΚΙΑ ΚΑΙ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ* ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (*για την κατηγορία της διεύθυνσης με την οποία κατηγορείταιι για 3η φορά)

23/11/2018

Σύμφωνα με το άρθρο 57 παρ. 1 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή έχει αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη ακόμα και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ‘‘αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου’’. Για την περίπτωση που ασκηθεί ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, με ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζει το άρθ. 57 παρ. 3 ΚΠΔ για το δεδικασμένο, πρέπει αν η προηγηθείσα ποινική δίωξη έχει κριθεί οριστικά, όχι όμως και αμετάκλητα, η δεύτερη να κηρύσσεται απαράδεκτη, άλλως ιδρύεται (με την εκδίκαση και της δεύτερης κατηγορίας) ο αναιρετικός λόγος της υπερβάσεως εξουσίας με την αρνητική της μορφή. Η αρχή της εκκρεμοδικίας προκύπτει έμμεσα και από τις διατάξεις των άρθρων 125 και 132 ΚΠΔ που αποκλείουν την σύγχρονη εκδίκαση της ίδιας πράξης από περισσότερα δικαστήρια. Από τις διατάξεις των άρθρων 36, 43, 57, 310 και 370 εδάφιο γ΄ του ΚΠΔ προκύπτει ότι αν για την ίδια πράξη ασκήθηκαν κατά του ίδιου προσώπου δύο διαδοχικές ποινικές διώξεις, κηρύσσεται απαράδεκτη η μεταγενέστερη, λόγω εκκρεμοδικίας. Αποτέλεσμα αυτού είναι η απαγόρευση της εκ νέου ποινικής δίωξης και της διεξαγωγής δύο διαδικασιών για την ίδια πράξη, με την προϋπόθεση όμως ότι η πρώτη ποινική δίωξη προηγείται διαδικαστικά της δεύτερης. Στην συγκεκριμένη περίπτωση με την δικαστική απόφαση 1825/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έχω απαλλαγεί από την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ αμετάκλητα, καθώς δεν ασκήθηκε έφεση επί της απόφασης από εισαγγελέα.

Στην παρούσα δίκη και με βάση το 186/2018 Βούλευμα του συμβουλίου Εφετών δικάζομαι ξανά με τις κατηγορίες της ‘‘συγκρότησης’’ και ‘‘διεύθυνσης τρομοκρατικής οργάνωσης’’. Για την δε κατηγορία της ‘‘συγκρότησης’’ υπάρχει καταδικαστική απόφαση με αριθ. 2888/24-10-2017 από το 5μελές Εφετείο. Η παρούσα δίωξη κατά το 186/2018 βούλευμα μου ασκείται δίωξη για τρίτη φορά για τις δυο κατηγορίες της ‘‘συγκρότησης’’ και της ‘‘διεύθυνσης’’. Για τη δε κατηγορία της ‘‘συγκρότησης’’ γίνεται αναφορά στο χρονικό διάστημα από το 2003 οπότε και ξεκίνησε την δράση του ο Επαναστατικός Αγώνας.

Δηλαδή, καλούμαι να δικαστώ για τρίτη φορά με την ίδια κατηγορία για την συγκρότηση της ίδιας οργάνωσης το ίδιο χρονικό διάστημα, πράγμα που είναι ποινικώς απαράδεκτο και δεν θα έπρεπε να υπάρχει καν στο βούλευμα. Ο δε εισαγγελέας Ι. Δράκος που έκανε την εισήγηση του βουλεύματος στο συμβούλιο Εφετών υπήρξε εισαγγελέας κατά την δίκη που διεξήχθη εναντίον μου με κύρια πράξη την επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδας και του ΔΝΤ στις 10/4/2014. Η έδρα που ο ίδιος ήταν εισαγγελέας είχε αποφανθεί ότι προκύπτει ζήτημα εκκρεμοδικίας για την κατηγορία της ‘‘συγκρότησης’’ και η κατηγορία αποσύρθηκε από το κατηγορητήριο. Τώρα ο ίδιος εισαγγελέας την επαναφέρει στο βούλευμα που ο ίδιος διαμόρφωσε. Όσον αφορά την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ αυτή στο βούλευμα 186/2018 προσδιορίζεται χρονικά από το 2012 έως την σύλληψή μου. Πλην όμως για το χρονικό διάστημα 2012 – 2014 έχω ήδη καταδικαστεί για την ‘‘διεύθυνση’’ της οργάνωσης με την απόφαση 2332/11-7-2018. Συνεπώς έχουμε την ίδια κατηγορία και μάλιστα, για το ίδιο χρονικό διάστημα. Το ορθότερο θα ήταν να γίνει αποδεκτή η ύπαρξη δεδικασμένου για την συγκεκριμένη κατηγορία με βάση την απόφαση 1825/2013 που απαλλάχτηκα οριστικά και αμετάκλητα για την κατηγορία αυτή. Η επίκληση της ‘‘διαφορετικής χρονικής περιόδου’’ που επικαλέστηκε το τρίτο δικαστήριο που συγκροτήθηκε εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα και όπου δικάστηκα για την επίθεση της οργάνωσης εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και του ΔΝΤ, για το οποίο χρονικό διάστημα έπρεπε να γίνει εκ νέου διερεύνηση για το αν ευσταθεί ή όχι η συγκεκριμένη κατηγορία δεν μπορεί να αποτελεί επιχείρημα στο δικαστήριο που διεξάγεται αυτή την στιγμή ώστε να επανέλθει εκ νέου η ίδια κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ εναντίον μου, αφού τα χρονικά διαστήματα πλέον ταυτίζονται. Άρα έχουμε την ίδια οργάνωση, το ίδιο πρόσωπο, την ίδια κατηγορία για την ίδια πράξη, και το ίδιο χρονικό διάστημα. Συνεπώς πρέπει να κριθεί απαράδεκτη η εκ νέου δίωξή μου με την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’.

Παρά την καταφανώς απαράδεκτη κατ’ επανάληψη δίωξή μου για τις ίδιες κατηγορίες που κρίνεται ως τέτοια από την ίδια την δικονομία, οφείλω να εισέλθω και στην ουσία της δίωξης αυτής, καθώς στο πρόσωπό μου είναι εμφανώς και προδήλως γνωστό ότι εισάγονται πλείστοι ‘‘νεωτερισμοί’’ τόσο σε δικονομικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο της ίδιας της κοινής λογικής. Αρχικά να επισημάνω ότι η ‘‘διαφωνία’’ η δική μου και του τρίτου δικαστηρίου που εκδίκασε την επίθεση του Επαναστατικού Αγώνα εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και του ΔΝΤ με εμένα ως κατηγορούμενη για το ζήτημα της εκκρεμοδικίας – δεδικασμένου αναφορικά με την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ που επανήλθε για δεύτερη φορά, προφανώς για να διορθώσει το ‘‘λάθος’’ της αθώωσής μου από το πρώτο δικαστήριο με την απόφαση 1825/2013, εντοπίζεται στο αν το αδίκημα της ‘‘διεύθυνσης’’ είναι διαρκές ή στιγμιαίο. Όσον αφορά το ‘‘αδίκημα’’ της ‘‘συγκρότησης’’ της οργάνωσης, αυτή κρίθηκε ότι γίνεται μια φορά, ότι πρόκειται για διαρκές ‘‘έγκλημα’’ και ότι δεν συντρέχει λόγος επαναφοράς του για διάφορο χρονικό διάστημα. Πλην όμως δεν ίσχυε το ίδιο για την ‘‘διεύθυνση’’, η οποία κρίθηκε ως ‘‘στιγμιαίο’’ και ότι θα πρέπει να εξεταστεί εκ νέου για το επίμαχο χρονικό διάστημα (2012 – 2014) που είναι διάφορο του πρώτου (2003 – 2010).

Η κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης τρομοκρατικής’’ οργάνωσης εισήχθη μαζί με τον ‘‘ορισμό’’ της ‘‘τρομοκρατικής οργάνωσης’’ στην ελληνική νομολογία το 2004. Στην ουσία ενσωματώθηκε στο ελληνικό ποινικό δίκαιο με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς καν δημόσια διαβούλευση η απόφαση – πλαίσιο του Συμβουλίου της ΕΕ. Προηγούμενη απόπειρα το 2001 να γίνει αυτή η ενσωμάτωση είχε αποτύχει καθώς ανα-γνωρίστηκε ότι η αοριστία της απόφασης πλαίσιο της ΕΕ για την ‘‘τρομοκρατία’’ υπολείπεται κατά πολύ των προϋποθέσεων του άρθρου 7 του Συντάγματος. Οι αντιρρήσεις που τότε εκφράστηκαν εντός της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, απ’ όπου θεσπίστηκε ο Ν. 2928/2001, της ειδικής ‘‘αντιτρομοκρατικής’’ νομοθεσίας (είτε απείχαν από αυτήν είτε αποχώρησαν οι καθηγητές Μανωλεδάκης, Παρασκευόπουλος, Πανούσης, Κασιμάτης, Αργυρό-πουλος), αλλά και εκτός αυτής, καθυστέρησαν την εισαγωγή των εννοιών της ‘‘τρομοκρατικής οργάνωσης’’ και του ‘‘τρομοκράτη’’ έως το 2004. Όσον αφορά την αοριστία του 187A έχουν καταγραφεί πλείστες αναλύσεις.

Είναι ενδεικτικό της αοριστίας του εν λόγω διωκτικού της αντικαθεστωτικής δράσης πλαισίου, ότι το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμέσως μετά τη σύνταξη του νόμου – πλαισίου για την αντιμετώπιση της ‘‘τρομοκρατίας’’ που υιοθετήθηκε κατ’ εντολή των υπερατλαντικών συμμάχων της στα πλαίσια του επιβεβλημένου από τις ΗΠΑ πολέμου ‘‘κατά της τρομοκρατίας’’, συνέταξε και λίστα ‘‘τρομοκρατών’’ και ‘‘τρομοκρατικών οργανώσεων’’ προκειμένου να…. αποσαφηνίσει ποιους ακριβώς εννοεί ως ‘‘τρομοκράτες’’ και ως ‘‘τρομοκρατικές οργανώσεις’’, αφού αποσαφηνισμός των πράξεων που διώκονται ως ‘‘τρομοκρατία’’ δεν υπήρχε στον ‘‘αντιτρομοκρατικό’’ νόμο – πλαίσιο. Συνεπώς ‘‘συμπληρωματικά’’ στο νόμο προστίθενται και τα υποκείμενα που θα διωχθούν τα οποία πρέπει να καταδεικνύονται εξωτερικά, αφού δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν αυστηρώς νομικά. Σε τέτοιες λίστες ‘‘τρομοκρατών’’ έχει εισαχθεί ο Επαναστατικός Αγώνας, ενώ ο Νίκος Μαζιώτης συμπεριλαμβάνεται στην διεθνή λίστα ‘‘τρομοκρατών’’ του αμερικάνικου κράτους και ενώ βρίσκεται κρατούμενος. Στην έκθεση δε της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής που συντάχθηκε προκειμένου να κατοχυρωθεί η συνταγματικότητα του 187Α, επισημαίνεται το στοιχείο της αοριστίας του νόμου, πλην όμως ‘‘διευκρινίζεται’’ πως το ενδεχόμενο της υπερβολικής διεύρυνσης του αξιοποίνου μπορεί να ‘‘περισταλεί με τελολογική συστολή’’. Και όπως έχει ήδη επισημανθεί σε προηγούμενες δίκες μας ‘‘με τον τρόπο αυτό ουσιαστικά εναπόκειται στον δικαστή όχι να εφαρμόσει τον κανόνα του δικαίου, αλλά να διαπλάσει δίκαιο, γεγονός που παραβιάζει την αρχή της νομιμότητας των ποινών, όπως αυτή εκφράζεται στην διάταξη του άρθ. 7 Σ’’. Στην αποδοχή πλέον της καταδεικτικής φύσεως των ‘‘αντιτρομοκρατικών’’ μεθοδεύσεων έχουν προχωρήσει όλοι οι συμμετέχοντες στην δικαστική εξουσία. Ο δε εισαγγελέας του πρώτου εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα δικαστηρίου κ. Λιόγας εισήγαγε στο σκεπτικό της πρότασής του τον καταδεικτικό χαρακτήρα των ‘‘αντιτρομοκρατικών’’ διώξεων με την φράση ‘‘ο νομοθέτης όταν συνέταξε τον 187Α, οργανώσεις όπως ο Επαναστατικός Αγώνας είχε στο μυαλό του’’, συντασσόμενος με το γενικότερο κλίμα της τυποποίησης πλέον στον ποινικό νόμο όχι πράξεων αλλά στόχων προς αντιμετώπιση και πάταξή τους από το κράτος. Εντασσόμενοι και προσωπικά πλέον στις λίστες των ‘‘τρομοκρατών διεθνούς εμβέλειας’’ όπως αυτό εξυπηρετεί τους κατασταλτικούς σκοπούς του καθεστώτος αλλά και προωθώντας μας ως ‘‘διευθυντές’’ ή ‘‘εγκέφαλους’’ της εγχώριας ‘‘τρομοκρατίας’’ από τα ΜΜΕ, έχει εκ των προτέρων λάβει τέτοια διεύρυνση το ‘‘αξιόποινο’’ της ύπαρξής μας δια μέσω των σκοπιμοτήτων της εκτελεστικής κυρίως εξουσίας, που είναι καταφανώς αδύνατον ‘‘να περισταλεί το αξιόποινο με τελολογική συστολή’’, όπως διατείνεται στην απόφασή της η ‘‘Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής’’ για τον 187Α.

Οι δίκες μας διεξάγονται με τη μέγιστη δυνατή διεύρυνση του ‘‘αξιοποίνου’’ πολύ πριν συλληφθούμε και σε τέτοια έκταση και υπό συνθήκες που είναι δεδομένη η διεύρυνση του σκεπτικού της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ‘‘διαστέλλεται’’ σε τέτοιο βαθμό που τελικά παραβιάζει κάθε είδους νομικό και αντικειμενικό περιορισμό. Και όσον αφορά την κρατούσα πλέον άποψη ότι η συγκεκριμενοποίηση των κατηγοριών του 187Α γίνονται από τα δικαστήρια, αυτό στην πράξη σημαίνει την προσαρμογή αναλόγως του προσώπου που δικάζεται. Ο προσδιορισμός της έννοιας της ‘‘διεύθυνσης’’ στην περίπτωσή μας και ελλείψει συγκεκριμένου σαφούς προσδιορισμού του με νόμο, εναπόκειται στην ευχέρεια αλλά και τις ειδικές σκοπιμότητες της εκάστοτε σύνθεσης των δικαστηρίων που μας δικάζουν. Από την ‘‘ιεραρχική δομή’’ και τον τρόπο λήψης αποφάσεων που χρησιμοποίησε ως τρόπο προσδιορισμού της ο κ. Λιόγας, φθάνουμε στην εντελώς προσωποκεντρική προσέγγιση που αφορά τα δικά μας πρόσωπα ως στόχους στο δικαστήριο που εκδίκαζε την επίθεση εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και το ΔΝΤ με κατηγορούμενο τον Ν. Μαζιώτη με την 2303/2016 απόφαση. Εκεί αναφέρεται ‘‘….. η εν λόγω οργάνωση διέθετε εν τοις πράγμασι ηγετική ομάδα, η οποία οπωσδήποτε δεν φέρει κάποιο ‘‘τίτλο’’ ή δεν της έχει απονεμηθεί κάποιο ‘‘αξίωμα’’ δεδομένου ότι δεν υφίσταται στο εσωτερικό της οποιασδήποτε μορφής ιεραρχική εξάρτηση. Αντίθετα η άσκηση της ‘‘διεύθυνσης’’ στην οργάνωση αυτή από ένα ή περισσότερα μέλη της αναδεικνύεται και ‘‘επιβάλλεται’’ τρόπον τινά, ως εκ της προσωπικότητας και της δυναμικότητάς τους, του ριψοκίνδυνου του χαρακτήρα τους ως προς την ανάληψη κινδύνου, της ιδεολογικής τους επάρκειας, του χρόνου ένταξής τους (παλαιά – ιδρυτικά μέλη) αλλά και της δραστηριοποίησής τους για την επίτευξη των σκοπών και των στόχων της….. ’’. Συνεπώς το δομικό στοιχείο και η υποστήριξη της κατηγορίας με υλικούς όρους εδώ όχι μόνο δεν θεωρείται προϋπόθεση για την στήριξη της κατηγορίας, αλλά αντιθέτως, αναγνωρίζεται η αντιιεραρχική δομή της οργάνωσης και το μόνο υλικό στοιχείο που απαιτείται για να προσδιοριστεί και να υποστηριχτεί η κατηγορία εξαλείφεται οριστικά. Αντιθέτως μένει μια προσέγγιση του προσώπου – στόχου με χαρακτηρησιολογικό τρόπο ενώ θεωρείται η ‘‘ιδεολογική αυτάρκεια’’ ως de facto στοιχείο ενοχής. Στην δε συνέχεια αναγνωρίζεται η δημόσια πολιτική υπεράσπιση των επιλογών μας ως στοιχείο ενοχής καθώς κατά την συγκεκριμένη δικαστική απόφαση 2303/2016 η μη ανάληψη ευθύνης και πολιτική υπεράσπιση των επιλογών αγώνα συνιστά στοιχεία που ‘‘αποδεικνύει ότι κάποιος δεν είναι διευθυντής’’: ‘‘Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος με τις επανειλημμένες μακροσκελείς δηλώσεις του κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, που είναι καταχωρημένες στα πρακτικά της απόφασης αυτής αλλά και την απολογία του, προέβαλε εμμέσως πλην σαφώς την ηγετική του ιδιότητα στην εν λόγω οργάνωση, αναλαμβάνοντας, εκτός από την ποινική και την ‘‘πολιτική ευθύνη’’ εγκληματικών πράξεων για λογαριασμό της οργάνωσης – ενέργεια, στην οποία οπωσδήποτε, δεν επιδίδεται οποιοδήποτε μέλος προβαίνοντας και σε πολιτικές αναλύσεις και ερμηνείες για την ‘‘νομιμοποίησή τους’’. Η ‘‘διάπλαση δικαίου’’ που λαμβάνει χώρα στα δικαστήρια που συστήνονται ενάντια στον Επαναστατικό Αγώνα και ειδικά σε εμάς έχει ήδη ποινικοποιήσει με ρητό και κατηγορηματικό τρόπο την ανάληψη πολιτικής ευθύνης, την οποία ταυτίζει ως πράξη με αυτή του ‘‘διευθυντή’’ και αυτό για να καταφερθεί η μέγιστη δυνατή ποινή απέναντι σε όσους υπερασπίζονται πολιτικά τις επιλογές τους, και απαλλάσσοντας κατ’ επέκταση όσους δεν το κάνουν αντιμετωπίζοντάς τους με ευνοϊκότερο τρόπο.

Με την ίδια αοριστία που αντιστοιχεί στον 187Α και τους ορισμούς του ‘‘τρομοκράτη’’ και της ‘‘τρομοκρατικής οργάνωσης’’, εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική νομολογία και η κατηγορία του αρχηγού της ‘‘τρομοκρατικής οργάνωσης’’ η οποία προσδίδει ιδιαίτερη ποινική βαρύτητα και προσφέρει την δυνατότητα για ανάλογη αντιμετώπιση αυτών που κατά την κατασταλτική δίωξη οι μηχανισμοί ‘‘ξεχωρίζουν’’ από κάποιο υποθετικό ‘‘μέσο όρο’’ του ‘‘τρομοκράτη’’. Χωρίς να απαιτείται από τον ίδιο τον ορισμό κάποιος προσδιορισμός της πράξης της ‘‘διεύθυνσης’’, δίδεται η ευχέρεια στον εκάστοτε δικαστή να ερμηνεύσει και να διαπλάσσει ο ίδιος με βάση τα δικά του εξατομικευμένα κριτήρια ή αυτά που η περιρρέουσα πολιτική κατάσταση η οποία έχει κατασκευαστεί για το πρόσωπο που διώκεται συνήθως από την εκτελεστική εξουσία, τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και τα ΜΜΕ, του έχει εκ των προτέρων διαμορφώσει. Και ποιος δικαστής θέλει να σηκώσει ανάστημα, να εναντιωθεί στην εικόνα που του διαμορφώνεται και να κρίνει με βάση τα στενά αντικειμενικά κριτήρια της κατηγορίας; Η οποία κατηγορία – η ‘‘διεύθυνση’’ εν προκειμένω – είναι τόσο ‘‘ανοιχτή’’ στον προσδιορισμό της που μπορεί να έχει κάθε φορά και αναλόγως το πρόσωπο που δικάζει και δικάζεται εντελώς διαφορετική ανάλυση και ουσία. Αποτέλεσμα αυτού είναι η ίδια η κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ να είναι διαφορετική σε κάθε περίπτωση. Και κάθε δικαστήριο να έχει τη δική του. Έτσι στην δίκη με την 1825/13 απόφαση δικαστηρίου στο οποίο απαλλαχτήκαμε από την κατηγορία αυτή, ο εισαγγελέας κ Λιόγας προσέγγισε αρκετά ορθολογικά την έννοια της ‘‘διεύθυνσης’’ αναφερόμενος στην ιεραρχική δομή μιας οργάνωσης. Η δομή όμως μιας οργάνωσης είναι ένα υλικό και όχι φανταστικό σχήμα. Ο εισαγγελέας είχε μιλήσει για τον τρόπο λήψης αποφάσεων που συνιστά προϋπόθεση για να καταλήξει κάποιος αν μια οργάνωση έχει ή δεν έχει κάθετη δομή. Και ορθώς. Στην ουσία δεν μπορεί να τεκμηριωθεί με κανέναν άλλο τρόπο το αν υπήρχε ή όχι διεύθυνση σε μια οργάνωση παρά μόνο από την δομή της και τον τρόπο λήψης αποφάσεων. Αυτό όμως δεν συνιστά για άλλον δικαστή στοιχείο που να απαιτείται για την ύπαρξη ή μη της ‘‘διεύθυνσης’’, όπως έγινε με το δικαστήριο που εκδίκασε τον Νίκο Μαζιώτη για την επίθεση εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και το ΔΝΤ. Εκεί ο Μαζιώτης καταδικάστηκε (με την υπ’ αριθμό 2303/2016 απόφαση) ως ‘‘διευθυντής’’ με μια αιτιολόγηση κατά την οποία ούτε η δομή ούτε ο τρόπος λήψης αποφάσεων ούτε κάποιο άλλο υλικό στοιχείο συνιστούν προϋπόθεση για την άσκηση της ‘‘διεύθυνσης’’ από τον Μαζιώτη στον Επαναστατικό Αγώνα. Μόνο ικανό ‘‘στοιχείο’’ γι’ αυτό το δικαστήριο ήταν η ιδιοσυγκρασία του και η πολιτική του στάση στα δικαστήρια. Κατ’ ανάλογο τρόπο και χωρίς στοιχεία, χωρίς καν έναν προσδιορισμό με υλικούς όρους της έννοιας της ‘‘διεύθυνσης’’ καταδικάστηκα κι εγώ από το δικαστήριο (με την υπ’ αριθ. απόφαση 3332/11-7- 2018 ) που εκδίκαζε την ίδια ενέργεια του Επαναστατικού Αγώνα, την επίθεση στην ΤτΕ και το ΔΝΤ. Στην δική μας ειδικά περίπτωση και στο δικό μας πρόσωπο έχει ασκηθεί η μέγιστη αυθαιρεσία όσον αφορά – μεταξύ άλλων – αυτή την κατηγορία. Εδώ δεν έχουμε δηλαδή απλώς μια διεύρυνση του αξιόποινου, το οποίο – σύμφωνα με τα λεγόμενα της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής – ‘‘μπορεί να περισταλεί με τελολογική συστολή’’. Γιατί είναι εμφανές πως για να πετύχει η ‘‘τελολογική συστολή’’ – αν ένας δικαστής έχει διάθεση να το κάνει – πρέπει να προϋπάρχει συγκεκριμενοποίηση του αξιοποίνου, προτού αυτό… διευρυνθεί. Άλλως – όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ‘‘διεύθυνσης’’ – η ανυπαρξία προσδιορισμού της κατηγορίας καταλήγει αυτή να δημιουργείται κάθε φορά εκ του μηδενός και να παίρνει την μορφή που θέλει ποινικά να δώσει στον κατηγορούμενο πλέον το δικαστήριο. Η ‘‘συζήτηση’’ που έγινε στα άλλα δικαστήρια τα οποία συγκροτήθηκαν ενάντια στον Επαναστατικό Αγώνα, δικαστήκαμε και καταδικαστήκαμε ο Νίκος Μαζιώτης κι εγώ με την κατηγορία αυτή γύρω από το ζήτημα του δεδικασμένου λόγω της αθωωτικής απόφασης που είχαμε για την ‘‘διεύθυνση’’, αφορούσε στο αν πρόκειται για ‘‘διαρκές ή στιγμιαίο έγκλημα’’. Αντίστοιχη νομολογία δεν υπάρχει. Πλην όμως η κοινή λογική λέει ότι η συνθήκη της διεύθυνσης για μια οργάνωση δεν συνιστά κάτι στιγμιαίο. Αφενός αφορά την ίδια την δομή της, είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ίδιας της δημιουργίας μιας οργάνωσης, αφορά την ίδια της την φύση, τους στόχους, τις πολιτικές (εν προκειμένω ) πρακτικές και τα προτάγματά της. Είναι αδιαχώριστο στοιχείο της δομής της, συνεπώς της ίδιας της συγκρότησης. Είναι αδύνατο να υπάρχει στιγμιαία ‘‘διεύθυνση’’ αφού κάτι τέτοιο, θα προϋπέθετε την διερεύνηση για την ύπαρξη ή όχι της κατηγορίας αυτής σε κάθε στιγμή της εκάστοτε οργάνωσης. Εκ φύσεως η συγκεκριμένη κατηγορία δεν μπορεί παρά να έγκειται στην κατηγορία των ‘‘διαρκών εγκλημάτων’’, ακόμα και αν μιλάμε για ‘‘διάφορες χρονικές περιόδους’’ μιας οργάνωση, όπως επικαλέστηκαν και τα δύο προαναφερόμενα δικαστήρια. Η ενίσχυση της ύπαρξης ή όχι διευθυντηρίου σε κάθε στιγμή μιας οργάνωσης προϋποθέτει πλήθος πραγματικών στοιχείων που να την τεκμηριώνουν αντικειμενικά και όχι ενδείξεων. Όμως στοιχεία τέτοια δεν υπάρχουν για εμένα (ούτε για τον Νίκο Μαζιώτη σε άλλες δίκες) ούτε σε μακρά χρονικά διαστήματα . Πόσο δε μάλλον για μεμονωμένες στιγμές. Η ανακήρυξη του ‘‘στιγμιαίου εγκλήματος’’ σε πράξη που τελείται ‘‘σε ένα χρονικό διάστημα κάποιων χρόνων’’ είναι μια ακόμη νομική καινοτομία που συναντάμε στα δικαστήρια που μας δικάζουν και που συγκρούονται με κάθε έννοια λογικής. Η ‘‘διεύθυνση’’ ή είναι μια διαρκής συνθήκη, μόνιμη σύμφυτη με την ίδια του την δομή και δράση μιας οργάνωσης ή δεν υπάρχει. Προκειμένου να αποδειχτεί δε ότι υπάρχει – με βάση την υποτιθέμενη αντικειμενικότητα του ποινικού δικαίου – απαιτούνται υλικής και αντικειμενικής φύσεως αποδείξεις και όχι υποθέσεις που βασίζονται σε στοιχεία και χαρακτηριστικά των ανθρώπων που δικάζονται, όπως είναι ο χαρακτήρας, η πολιτική τους στάση, οι γνώσεις του κλπ. Αξίζει τον κόπο πιστεύω, να γίνει μια πιο συγκεκριμένη αναφορά στην πρώτη δίκη στην οποία απαλλαχτήκαμε από την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ με την απόφαση 1825/13. Και προς ανάδειξη της εμμονής ορισμένων δικαστικών παραγόντων να καταδικαστώ με τις μέγιστες δυνατές ποινές, τον οποίο στόχο ικανοποιούν με την χρήση της κατηγορίας της ‘‘διεύθυνσης’’, επισημαίνω πως την συγκεκριμένη απόφαση (1825/13) ο εισαγγελέας Δράκος που συνέταξε το βούλευμα και το εισήγαγε στο Συμβούλιο εφετών με το οποίο γίνεται αυτή η δίκη, αναφέρει πως υπήρχε ιεραρχική διάρθρωση της οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας από ιδρύσεώς του το 2003, πετώντας κυριολεκτικά στα σκουπίδια την απόφαση των συναδέλφων του που μας αθώωσαν από την κατηγορία αυτή. Συγκεκριμένα στο φύλλο 35 του 186/2018 Βουλεύματος ο Ι. Δράκος γράφει: ‘‘Η ανωτέρω τρομοκρατική οργάνωση ιδρύθηκε κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2003 από τους δύο πρώτους κατηγορούμενους και ….. διαθέτει ικανό αριθμό μελών, ιεραρχική διάρθρωση και οργάνωση….’’. Είναι σαφές πως στην περίπτωσή μου επιχειρείται συστηματικά η αντιστροφή της ίδιας της πραγματικότητας καθώς ανατρέπονται έως και δικαστικές αποφάσεις. Στο σκεπτικό που ανέπτυξε τότε ο εισαγγελέας κατά την πρότασή του, συμπεριλαμβάνονταν σημαντικά στοιχεία των οποίων η διαχρονική ισχύς είναι δεδομένη, αφού πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα και την ίδια οργάνωση. Και λέγοντας ίδια οργάνωση, είναι σαφές (και αυτονόητο) δεν είναι ίδια κατ’ όνομα, αλλά κατ’ ουσία. Δηλαδή, πρόκειται για την ίδια δομή, το ίδιο πολιτικό περιεχόμενο, τους ίδιους πολιτικούς στόχους, με την ίδια στρατηγική μορφή δράσης και λόγου. Ο κ. Λιόγας μεταξύ άλλων είχε αποδεχτεί και είχε αναδείξει στην πρότασή του την βαθιά αντιεραρχική φύση των πολιτικών μας σχέσεων και της δομής που είχε η συλλογικότητά μας. Συγκεκριμένα είχε πει: ‘‘….. ο Επαναστατικός Αγώνας ήταν μια αναρχική τρομοκρατική οργάνωση, της οποίας τα μέλη εύλογο είναι εκ πεποιθήσεως να απεχθάνονται κάθε μορφής ιεραρχική εξάρτηση, όπως και οι ίδιοι οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν’’. Πέρα από την επίκληση του δικού μας ισχυρισμού τον οποίο αποδέχτηκε, επικαλέστηκε και ορισμένα στοιχεία τα οποία προέκυψαν από το ίδιο το παραπεμπτικό βούλευμα. Συγκεκριμένα ανέφερε: ‘‘Η έλλειψη άλλωστε ιεραρχικής δομής προκύπτει και από αυτές τις ίδιες τις υποκλαπείσες συνομιλίες των κατηγορου-μένων. Θα σας θυμίσω την υπ’ αύξοντα αριθμό 29 υποκλαπείσα συνομιλία, το περιεχόμενο….. Είναι επίσης και αυτή απάντηση αρχηγού; Μάλλον όχι. Γι’ αυτό τον λόγο προτείνω την απαλλαγή των τριών πρώτων κατηγορουμένων από το συγκεκριμένο αδίκημα’’. Στην συνέχεια ο κ. Λιόγας αναφέρεται στην διαφορετικότητα (προσωπικότητα ή εμπειρίας ή δεξιότητας κλπ) η οποία αναμφίβολα υπάρχει εξάλλου σε πλήρη ανάπτυξη σε συλλογικότητες μη ιεραρχικές και σαφώς ελεύθερες, χωρίς την καταπίεση της ιεραρχίας η οποία όχι απλώς δεν την αναδεικνύει, αλλά αντιθέτως, την ‘‘πνίγει’’. Ο κ. Λιόγας λοιπόν είπε ‘‘τα διαφορετικά όμως καθήκοντα δεν μπορούν να ιεραρχηθούν και να καταστήσουν, να αναγορεύουν το μεν ένα μέλος αρχηγό το δε άλλο υφιστάμενο. Ούτε βέβαια μπορούν να ανατρέψουν όσα σας ανέφερα στην αρχή’’. Στην ίδια πρότασή του ο κ. Λιόγας εισήγαγε την πρόταση για την απαλλαγή μας από την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ με την βαρύτητα της κατηγορίας αυτής στην τελική απόφαση ενός δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στην ισχύουσα νομοθεσία: ‘‘Γιατί ως διεύθυνση νοείται, όπως έχει προαναφερθεί κατά την εισηγητική έκθεση, η καθοδηγητική θέση του δράστη στην δομή της οργάνωσης. Και ο καθοδηγητής προσομοιάζει αρκετά (αν δεν ταυτίζεται κιόλας) με τον ηθικό αυτουργό. Και ο ηθικός αυτουργός τιμωρείται με την ποινή του φυσικού αυτουργού. Και ο νοών, νοήτω’’. Αναφερόμαστε με αναλυτικό τρόπο στην πρόταση αυτή του εισαγγελέα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της πρώτης δίκης που διεξήχθη εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα για τους εξής λόγους: Η συγκεκριμένη πρόταση για την απαλλαγή μας από την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ εμπεριέχει την απόδειξη με βάση συγκεκριμένα γεγονότα και στοιχεία. Πλην όμως η επαναφορά της κατηγορίας και η καταδίκη μας για την ίδια κατηγορία από άλλα δικαστήρια που διεξήχθησαν τα επόμενα χρόνια δεν βασίστηκε σε κανέναν αποδεικτικό στοιχείο. Η απαλλαγή μας από την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ στο δικαστήριο εκείνο, συνιστά δεδικασμένο. Η δε επαναφορά της ίδιας κατηγορίας σε επόμενα κατηγορητήρια και παραπεμπτικά βουλεύματα που αφορούν στην δράση των ίδιων προσώπων (των δικών μας), της ίδιας οργάνωσης με την ίδια ουσία, δομή, στόχους κλπ, συνιστούν εκκρεμοδικία κατά την οποία υπερισχύει η πρώτη απόφαση που είναι απαλλαχτική. Πλην όμως, στις διωκτικές αρχές αλλά και στους δικαστές που ανέλαβαν να μας δικάσουν για μετέπειτα ενέργειες της ίδιας οργάνωσης, του Επαναστατικού Αγώνα, η αθωωτική αυτή απόφαση δεν βοηθούσε στην επιβολή των επιδιωκόμενων ποινών τις οποίες ήθελαν να είναι πολύ αυστηρότερες. Δεδομένου ότι η κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ στον βαθμό που δεν την απορρίπτει ο δικαστής, ανοίγει τον δρόμο για να καταδικαστούμε ως ηθικοί αυτουργοί ενεργειών και με την ίδια ποινή που προβλέπεται για τον φυσικό αυτουργό, η κατηγορία αυτή, παρά την ύπαρξη δεδικασμένου, επανέρχεται ξανά και ξανά. Ο ισχυρισμός δε των δικαστηρίων ότι αφορά διαφορετική χρονική περίοδο της οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας, με βάση τον οποίο θα πρέπει να εξεταστεί εκ νέου η βασιμότητα η μη της κατηγορίας αυτής, δεν είναι σωστός για τους εξής λόγους: Για την κατηγορία της ‘‘συγκρότησης’’, η οποία επανέρχεται σε όλα τα κατηγορητήρια εναντίον μας, υπάρχει καταδικαστική απόφαση από το πρώτο δικαστήριο εναντίον της οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας και με βάση αυτή την καταδικαστική απόφαση τα δικαστήρια που έγιναν στην συνέχεια (2η δίκη εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα για την επίθεση εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και του ΔΝΤ με κατηγορούμενο τον Νίκο Μαζιώτη και 3η δίκη για την ίδια επίθεση με την Ρούπα Πόλα) αποφάνθηκαν ότι δεν πρέπει να δικαστούμε ξανά για την ίδια κατηγορία. Πλην όμως τα ίδια δικαστήρια αποφάνθηκαν ότι δεν ισχύει το ίδιο για την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ και ότι πρέπει να δικαστούμε εκ νέου. Δηλαδή τα επόμενα δικαστήρια, αποφάνθηκαν ότι αφού πρόκειται για την ίδια οργάνωση η ‘‘συγκρότηση’’ – που έγινε μια φορά – δεν μπορεί να επαναληφθεί, άρα ισχύει το δεδικασμένο. Πλην όμως η διερεύνηση της ύπαρξης ή της απουσίας ιεραρχικής δομής, διευθυντηρίου κλπ που θα υποστήριζε την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ εναντίον μας πρέπει να επανεξεταστεί ‘‘στις νέες συνθήκες’’. Όπως όμως προείπαμε η ύπαρξη ή απουσία ιεραρχίας αφορά στην ίδια την δομή μιας οργάνωσης και η δομή της, ο τρόπος που αυτή είναι διαρθρωμένη, δεν αφορά κάποιο τεχνικό – κενό περιεχομένου ζήτημα, αλλά ουσιαστικό που άπτεται της φυσιογνωμίας της οργάνωσης και αφορά όχι μόνο τον επιχειρησιακό της χαρακτήρα, αλλά τον ευρύτερο πολιτικό. Γιατί όταν αλλάζει η δομή μιας οργάνωσης, αλλάζει ως οντότητα, αλλάζει επί της ουσίας. Στην πραγματικότητα δηλαδή, μιλάμε για μια άλλη οργάνωση. Στην δική μας περίπτωση στην οργάνωση για την οποία έχουμε αναλάβει την πολιτική ευθύνη για συμμετοχή σε αυτήν, κάθε στοιχείο της, από το όνομα, την κατεύθυνση, την στοχοθεσία, την οργάνωση και υλοποίηση της δράσης της, τους στόχους και τα κοινωνικά και πολιτικά της προτάγματα, συνιστούν όλα μαζί μια αδιάσπαστη ενότητα. Γι’ αυτό και ο τρόπος διάρθρωσής της είναι ένα αδιαχώριστο στοιχείο της ύπαρξής της. Αφαιρώντας αυτό το στοιχείο, την οριζόντια, μη ιεραρχική χωρίς διευθυντήριο, εντολοδόχους και εντολείς οργάνωσή της, διαβρώνεται και αναιρείται στην ουσία της όλη της η ύπαρξη. Αλλαγή της δομής, σημαίνει άλλη οργάνωση. Όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει και αυτό, ότι πρόκειται για την ίδια οργάνωση, τον Επαναστατικό Αγώνα, αναγνωρίζεται από όλα τα δικαστήρια που έχουν συσταθεί και δικάσει υποθέσεις του. Το πρώτο δικαστήριο που έγινε εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα έβγαλε την απόφασή του τον Απρίλιο του 2013. Το παραπεμπτικό βούλευμα με το οποίο δικαστήκαμε για την επίθεση του Επαναστατικού Αγώνα εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και το ΔΝΤ αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από το 2012 – 2014. Μέσα σε αυτό το διάστημα υποτίθεται, ότι επανεξετάστηκε η κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ γιατί πρόκειται για ‘‘διαφορετική περίοδο’’. Πλην όμως το δικαστήριο που έβγαλε την απαλλαχτική ως προς την κατηγορία της διεύθυνσης απόφαση, ήταν ακόμα σε εξέλιξη το καλοκαίρι του 2012 οπότε και είναι η ‘‘έναρξη της δεύτερης περιόδου’’ του Επαναστατικού Αγώνα. Ενώ η απόφαση πάρθηκε τον Απρίλιο του 2013, μεσούσης δηλαδή της χρονικής περιόδου που αναφέρεται στο παραπεμπτικό βούλευμα για την Τράπεζα της Ελλάδας. Έχουμε δηλαδή δυο χρονικές περιόδους για την ίδια οργάνωση που τέμνονται. Το δικαστήριο εκδικάζει και εξετάζει αυτόν που έχει απέναντί του στο παρόν. Η απόφαση του πρώτου δικαστηρίου με την απαλλαχτική ως προς την ‘‘διεύθυνση’’ κατάληξή του έλαβε χώρα σε μια περίοδο που ταυτιζόταν με την περίοδο αυτή για την οποία το δεύτερο και τρίτο δικαστήριο εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα (το μεν δεύτερο με την υπ’ αριθμό 2303/2016 απόφασή το δε τρίτο δικαστήριο με την υπ’ αριθμό 3332/11-7-2018 απόφασή του) αποφάνθηκε ότι υπήρχε ‘‘διεύθυνση’’. Δύο διαφορετικές αποφάσεις δικαστηρίων για το ίδιο ζήτημα, για την ίδια οργάνωση, για τα ίδια πρόσωπα, αλλά και για το ίδιο χρονικό διάστημα, την ίδια ‘‘περίοδο’’. Δεδομένου ότι κριτήριο για να καταδικαστώ για ‘‘διεύθυνση’’ κατά το τρίτο δικαστήριο (με την απόφαση 3332/11-7-2018) εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα παρουσιάστηκε η πολιτική στάση μου εντός και εκτός των δικαστικών αιθουσών, η υπεράσπιση των πολιτικών μου επιλογών και της οργάνωσης για την οποία έχω δηλώσει ότι αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη, και δεδομένου ότι αυτή την στάση είχα από την πρώτη στιγμή της σύλληψής μου και κατά το σύνολο του χρονικού διαστήματος που διαρκούσε το πρώτο δικαστήριο, δεν έχει αλλάξει επί της ουσίας, τίποτα που να μπορεί να προσδώσει κάποια στοιχεία ή ενδείξεις για την άσκηση εκ νέου της κατηγορίας της ‘‘διεύθυνσης’’. Για το μεν πρώτο δικαστήριο με την απόφαση 186/2018 δεν συνιστούσε στοιχείο ή απόδειξη που να στοιχειοθετεί την κατηγορία αυτή η πολιτική υπεράσπιση της οργάνωσης από εμένα, πλην όμως άλλο δικαστήριο με καταδίκασε γι’ αυτή την κατηγορία ως ‘‘διευθύντρια’’ με κριτήριο την πολιτική μου στάση, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν πραγματικά στοιχεία. Όμως η πολιτική στάση μου στο επίμαχο χρονικό διάστημα ήταν ακριβώς η ίδια. Το δε πρώτο δικαστήριο με την απόφαση 1825/2013 – εντός δηλαδή του χρονικού διαστήματος για το οποίο ασκείται εκ νέου η δίωξη με την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ με βάση το βούλευμα 186/2018, με το οποίο προσδιορίζεται ως χρονικό διάστημα που ξεκινά από το 2012 και ενώ το α΄ δικαστήριο βρισκόταν σε εξέλιξη –, αποφάνθηκε πως δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ με κριτήριο την πολιτική μου στάση εντός και εκτός δικαστηρίου. Η κατηγορία της διεύθυνσης εισάγεται ως μια ιδιαίτερα επιβαρυντική διάταξη στον 187Α με την οποία, με κριτήρια κοινωνιολογικά και όχι νομικά, τα δικαστήρια επεκτείνουν στο έπακρο τις καταδικαστικές αποφάσεις χωρίς ίχνος στοιχείων που να φορούν συγκεκριμένες, αντικειμενικά προσδιορισμένες και με βάση αποδείξεων πράξεις, φτάνοντας στο σημείο να αποδίδουν την ηθική αυτουργία για το σύνολο των ενεργειών μιας ‘‘τρομοκρατικής’’ οργάνωσης. Η δε εφαρμογή του 187Α λόγω της αοριστίας και της ασάφειάς του που τον κάνει να απέχει πολύ από τον ρασιοναλισμό που, υποτίθεται, βασίζεται το σύγχρονο καθεστωτικό ποινικό δίκαιο καθιστά τα δικαστήρια πλέον όχι εκτελεστές της νομολογίας, αλλά διαμορφωτές της την οποία προσαρμόζουν με υποκειμενικά κριτήρια και ‘‘a la cart’’, ανάλογα το πρόσωπο που έχουν απέναντί τους. Όπως ήδη ανέφερα, στην δική μας περίπτωση η κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ ή του ‘‘αρχηγού’’ καλλιεργείται από τους διωκτικούς μηχανισμούς κατ’ εντολή πολιτικών εντολέων. Το ‘‘προφίλ’’ των αρχηγών διαπλάθεται μέσα από τα ΜΜΕ και εξυπηρετεί αναγκαιότητες καταστολής του αντικαθεστωτικού και επαναστατικού αγώνα και εμείς βρισκόμαστε μόνιμα στο ‘‘κάδρο’’ ως ‘‘αυτοί που κινούν τα νήματα’’ στην εγχώρια ‘‘τρομοκρατία’’ και μάλιστα, όχι μόνο για πράξεις που σχετίζονται με τον Επαναστατικό Αγώνα, αλλά για κάθε πολιτική ή μη ένοπλη δραστηριότητα ανά την επικράτεια. Τα δικαστήρια που μας δικάζουν έρχονται πλέον ως εκτελεστές μιας ειλημμένης απόφασης που έχει προ πολλού ανακοινωθεί δημοσίως. Αυτή η διαδικασία, κατ’ εξοχήν πολιτική και με σαφείς σκοπιμότητες να εξαντληθεί το ποινικό οπλοστάσιο ως προς τις επιβαλλόμενες πάνω μας ποινές, συνεχίζεται στις δικαστικές αίθουσες. Οι δε αποφάσεις για την καταδίκη μας με αυτή την κατηγορία απέχουν παρασάγγας από την απόφαση του δικαστηρίου που μας απάλλαξε από αυτήν. Όπως είπαμε ήδη η πρόταση του εισαγγελέα Λιόγα για την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ εμπεριείχε τόσο την αντικειμενική δυσκολία τεκμηρίωσής της αφού καμία απόδειξη γι’ αυτό δεν υπήρχε όσο και μια έμμεση πλην σαφή κριτική στην ίδια την κατηγορία καθ’ εαυτή. Έτσι, όταν ανέφερε επανειλημμένως την ‘‘έλλειψη ιεραρχικής δομής’’ κατ’ αρχήν έδειχνε πως η κατηγορία αυτή οφείλει να τεκμηριώνεται ή να απορρίπτεται με την γνώση της δομής της οργάνωσης. Και η δομή της οργάνωσης δεν είναι νομικό στοιχείο είναι κοινωνιολογικό. Πλην όμως και αν αποδεχτούμε πως η δομή μιας οργάνωσης είναι ‘‘νομικά αναγκαία’’ για την ‘‘απόδοση ευθυνών’’, δεν αναφέρεται στον 187Α ούτε έμμεσα ούτε άμεσα η έννοια της ‘‘δομής’’. Αυτή είναι ένα στοιχείο που προσεγγίζει την αντικειμενικότητα και αυτό, αναζήτησε ο κ. Λιόγας προκειμένου να βγάλει το συμπέρασμά του μην έχοντας πού αλλού να στηριχτεί. Όμως η αντιιεραρχική δομή του Επαναστατικού Αγώνα, η οριζόντια διάρθρωσή του, οι αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, τις οποίες ο κ. Λιόγας επικαλείται, ουδόλως έχουν αξία για τα επόμενα δυο δικαστήρια που μας δίκασαν και μας καταδίκασαν με αυτή την κατηγορία. Στην προκειμένη κατηγορία η απουσία οποιουδήποτε αντικειμενικού και υλικού προσδιορισμού της, ο οποίος θα πρέπει να είναι αναγκαίος για την τεκμηρίωσή της στα δικαστήρια, δεν καταλήγει ούτε καν στην απαγορευτική, υποτίθεται, για τα νομικά δεδομένα ‘‘διασταλτική ερμηνεία’’ της νομολογίας, αφού αυτή θα προϋπέθετε να υπάρχει ήδη μια ερμηνεία με αντικειμενική υπόσταση. Εδώ οι παραβιάσεις των ‘‘αξιών’’ που υποτίθεται, διέπουν το ποινικό δίκαιο και που αντανακλά το άρθ. 8 Σ πηγαίνουν πολύ μακρύτερα: Κάθε δικαστής δεν ερμηνεύει απλώς αλλά διαπλάθει ο ίδιος την έννοια του ‘‘αρχηγού’’ και την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’. Και κάθε δικαστής – στην δική μας περίπτωση αυτό γίνεται κανόνας – εισάγει στην δικαστική διαδικασία την έννοια που έχει προ πολλού προσδώσει στην έννοια του αρχηγού ειδικά για εμάς τους δύο η εκτελεστική εξουσία. Αυτό έγινε με τις επικηρύξεις μας που διέταξε η κυβέρνηση Σαμαρά με το ποσό του 1 εκ. ευρώ για τον καθένα από εμάς. Σαφώς και δεν θα επικήρυττε μια κυβέρνηση ‘‘απλά μέλη’’ μιας οργάνωσης, αλλά τους ‘‘αρχηγούς’’. Όπως επίσης, είναι σαφές πως η ένταξή μας ονομαστικά στην λίστα του αμερικάνικου κράτους με τους ‘‘τρομοκράτες’’ της υφηλίου, προσδίδει μια ακόμη ιδιαίτερη βαρύτητα στο καθεστώς της δίωξής μας. Όταν πια καταλήγουμε σε ένα δικαστήριο το οποίο θα μας δικάσει, ήδη η εκτελεστική εξουσία όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της Αμερικής μας έχει καταδικάσει ως αρχηγούς και μάλιστα για πολλές άλλες ενέργειες που δεν αφορούν τον Επαναστατικό Αγώνα προσδίδοντάς μας την ιδιότητα των αρχηγών…. των επιμέρους αρχηγών. Έχει ήδη δηλαδή δομηθεί μια ‘‘ιεραρχία τρομοκρατών’’ στην Ελλάδα που υπερβαίνει την δράση και αυτού ακόμα του Επαναστατικού Αγώνα.

Τα δικαστήρια τελικά που μας δίκασαν ξανά για την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να εισάγουν στα ποινικά πράγματα μια καταδίκη της εκτελεστικής εξουσίας εναντίον μας. Εκτελούν δηλαδή εντολές. Γι’ αυτό και πέταξαν στο καλάθι των αχρήστων την απόφαση του πρώτου δικαστηρίου που μας είχε απαλλάξει από την κατηγορία αυτή μαζί με το σκεπτικό που την συνόδευε και που είχε την διάθεση να ‘‘κρατήσει’’ μια αόριστη και χωρίς υλική βάση κατηγορία σε ένα φαινομενικά τουλάχιστον, αντικειμενικό πλαίσιο, μιλώντας για την δομή της οργάνωσης. Τα σκεπτικά των επόμενων δικαστηρίων ήταν σαφώς επικριτικά προς εκείνη την απόφαση για την οποία ορισμένοι δικαστικοί παράγοντες είχαν πει ρητώς ότι διαφωνούσαν. Έτσι φτάσαμε στην καταδίκη μας ως ‘‘αρχηγοί’’ με επιχειρήματα που αφορούσαν την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα μας, την πολιτική μας στάση εντός και εκτός δικαστηρίων ενώ είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του δικαστηρίου εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα που δικαζόταν ο Μαζιώτης (απόφαση 2303/2016) για την επίθεση εναντίον της ΤτΕ και το ΔΝΤ όπου αναφέρεται πως δεν έχει καμία σημασία η δομή της οργάνωσης. Ακόμα και η άμεση δημοκρατία, η οριζόντια δομή, η απουσία ιεραρχίας δεν σήμαινε για το δικαστήριο εκείνο πως δεν υπήρχε διευθυντής. Σαφώς και έχουμε φύγει πολύ μακριά από αυτό που προβάλλετε ως αντικειμενικότητα στη νομολογία. Η κατηγορία αυτή εισάγεται ξανά και ξανά για να μεγιστοποιήσει την ποινή που θα μας επιβληθεί. Αυτό στο οποίο στάθηκε κριτικά ο εισαγγελέας Λιόγας αναφορικά με τον στόχο της μέγιστης ποινής δια μέσω της συγκεκριμένης κατηγορίας και που εξέφρασε με το σκεπτικό ‘‘ο καθοδηγητής προσομοιάζει αρκετά (αν δεν ταυτίζεται κιόλας) με τον ηθικό αυτουργό και ο ηθικός αυτουργός τιμωρείται με την ποινή του φυσικού αυτουργού’’, αφορά την ουσία της ίδιας της κατηγορίας και τον σκοπό της: Βοηθά τον δικαστή, χωρίς ίχνος στοιχείου ή και ένδειξης να μας καταδικάζει ως φυσικούς αυτουργούς. Αυτό έγινε ήδη σε δύο δικαστήρια που μας επέβαλαν την ποινή των ισοβίων, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η εν λόγω ποινή είναι αυτή που θα αντιστοιχούσε στην προκειμένη υπόθεση ακόμα και για τον ίδιο τον φυσικό αυτουργό. Παραβιάζοντας κάθε νομικό και λογικό όριο η ποινή των ισοβίων ήταν επιβεβλημένη πριν καν συλληφθούμε και η δικαστική συνδρομή στην κατασταλτική πολιτική των εκάστοτε κυβερνήσεων υπήρξε υποδειγματική. Ως προς το ζήτημα της φυσικής αυτουργίας, σε αυτή την δίκη έχω ήδη αναλάβει προσωπικά την ευθύνη της πραγματοποίησης δύο ενεργειών: της απόπειρας απόδρασης και της απαλλοτρίωσης χρημάτων από την τράπεζα Πειραιώς στο νοσοκομείο Σωτηρία. Συνεπώς, δεν υπάρχει αναγκαιότητα χρήσης μιας αόριστης κατηγορίας όπως αυτή ‘‘της διεύθυνσης’’. Όμως τα ζητήματα, έτσι όπως τα εξέθεσα, παραμένουν για να απαντηθούν και σε αυτό το δικαστήριο. Ως προς το ζήτημα του δεδικασμένου ζητώ να αποσυρθεί η κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ καθώς έχω απαλλαγεί αμετακλήτως από αυτή την κατηγορία. Στην δε περίπτωση που δεν γίνει η παραπάνω πρόταση αποδεκτή, ζητώ να ληφθεί υπ’ όψιν πως ήδη έχω καταδικαστεί για την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ στον πρώτο βαθμό του 3ου δικαστηρίου που έγινε εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα με την υπ’ αριθ. 3332/11-7-2018 απόφαση.

Συνεπώς λόγω εκκρεμοδικίας και δεδικασμένου, δεν είναι δυνατόν να δικαστώ για τρίτη φορά καθώς και να καταδικαστώ για δεύτερη φορά για την ίδια κατηγορία. Εξ’ άλλου, όπως επισήμανα νωρίτερα, τα δύο χρονικά διαστήματα ταυτίζονται. Καλούμαι δηλαδή να δικαστώ για 2η φορά για την ίδια κατηγορία και για το ίδιο χρονικό διάστημα. Για τους ίδιους λόγους και εφ’ όσον δικάζεται για μια ακόμα φορά η οργάνωση Επαναστατικός Αγώνας για τον οποίο έχω καταδικαστεί ήδη με την κατηγορία της ‘‘συγκρότησης και ένταξης’’ δεν είναι δυνατό να κατηγορηθώ και να καταδικαστώ για 2η φορά και ζητώ την απόσυρση και αυτής της κατηγορίας.

Πόλα Ρούπα μέλος του Επαναστατικού Αγώνα

 

3)ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΑΣ ΡΟΥΠΑ ΠΡΟΣ ΤΟ 3/ΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ

23 Νοεμβρίου 2018

Η παράσταση πολιτικής αγωγής σε ποινικά δικαστήρια κρίνεται με βάση τα άρθρα 914 και 932 του Αστικού Κώδικα. Το άρθρο 932 Α.Κ αναφέρεται στην ‘‘ικανοποίηση της ηθικής βλάβης’’: ‘‘Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του….’’ Η ‘‘νομιμοποίηση’’ της άσκησης αγωγής από μεριάς των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων Εθνική και Πειραιώς εναντίον μου, προφανώς και προϋποθέτει την νομιμοποίηση της πολιτικής αγωγής εντός αυτής της διαδικασίας. Πλην όμως από τον ποινικό κώδικα δεν συνάγεται το δικαίωμα αυτό ούτε σε φυσικά πρόσωπα ούτε σε νομικές ή επιχειρηματικές οντότητες. Εφ’ όσον μπορεί να επικαλεστούν τα ιδρύματα αυτά άρθρα του Αστικού Κώδικα προκειμένου να νομιμοποιηθεί η παρουσία τους στην δίκη – και ενώ στο μέλλον αποζητούν να με σύρουν σε αστικά δικαστήρια για να τους ‘‘αποζημιώσω’’ – οφείλουμε να δούμε που αναφέρονται αυτά τα άρθρα. Το 932 Α.Κ είναι σαφές πως αναφέρεται σε φυσικά πρόσωπα. Και αυτό γιατί προσβολή της τιμής, της υγείας, της αγνείας ή στέρησης ελευθερίας του δεν μπορεί να αφορά απρόσωπες νομικές ή επιχειρηματικές οντότητες όπως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Γιατί πώς νοείται η ‘‘προσβολή της υγείας, της τιμής, της αγνείας μιας τράπεζας; Ή πώς εννοούμε ότι αυτή στερήθηκε την ελευθερία της’’; Οι νομικοί εκπρόσωποι της Εθνικής τράπεζας και της τράπεζας Πειραιώς επικαλούνται ‘‘ηθική βλάβη’’ των εντολέων τους. Είναι δυνατό να προσδιοριστεί ο τρόπος που προσεβλήθη ηθικώς μια τράπεζα; Είναι δυνατόν να προσεβλήθη η υγεία, η τιμή ή η …..αγνεία της; Οι τράπεζες ως γνωστό δεν διέπονται ποτέ ούτε διέπονται σήμερα από τέτοια χαρακτηριστικά για να ‘‘προσβληθούν’’. Συνεπώς η διεκδίκηση παραστάσης πολιτικής αγωγής υπό αυτούς τους όρους είναι εκτός του νομικού πλαισίου όπως αυτό προβλέπεται από τον Αστικό Κώδικα. Εκτός αν οφείλουν να προσδιορίσουν με ποιόν ακριβώς τρόπο προσεβλήθησαν ηθικά. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει με βάση γενικόλογες και αόριστες αναφορές, αλλά με την χρήση συγκεκριμένων γεγονότων και που αποδεικνύουν ότι όντως υπέστησαν κάποιου είδους βλάβη. Τέτοια όμως πραγματικά περιστατικά, δεν παρουσίασαν. Αντιθέτως αναφέρθηκαν σε αφηρημένες διατυπώσεις χωρίς στοιχεία. Η ‘‘νομιμοποίησή’’ τους προϋποθέτει να αναφέρουν με συγκεκριμένα στοιχεία που θα προσκομίσουν στην διαδικασία ότι τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υπέστησαν πολύ συγκεκριμένη και πραγματικώς αποδεδειγμένη βλάβη. Η μόνη απαίτηση που έχουν αυτά τα ιδρύματα και οι νομικοί εκπρόσωποί τους είναι χρηματική. Η απαίτηση αυτή διόλου δεν κρίνεται για τους ίδιους ώστε να κινητοποιηθούν εναντίον μας από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στα υποκαταστήματα της Εθνικής τράπεζας της Μαλεσίνας Φθιώτιδας και της τράπεζας Πειραιώς στου Παπάγου, αλλά από το ύψος του ποσού που απαλλοτριώθηκε από τα ταμεία τους. Και αυτό γιατί σε άλλη απαλλοτρίωση που έλαβε χώρα στα πλαίσια δράσης του Επαναστατικού Αγώνα, που κατέληξε σε ένοπλη συμπλοκή με αστυνομικούς και που από το εν λόγω υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στην Κλειτορία Αχαΐας το ποσό που αφαιρέθηκε ήταν της τάξεως των 3.000 ευρώ, καμία αξίωση δεν εκδήλωσε στην δίκη που έγινε η συγκεκριμένη τράπεζα, στην οποία δίκη κατηγορούμενος ήταν ο Νίκος Μαζιώτης. Είναι εμφανές πως η παρουσία σε αυτή την δίκη των δύο τραπεζών δεν βασίζεται καθόλου στην όποια ‘‘αναταραχή’’ υποτίθεται, πως δημιούργησαν οι συγκεκριμένες απαλλοτριώσεις, όπως οι νομικοί τους εκπρόσωποι ισχυρίστηκαν στο δικαστήριο. Και αυτά γιατί η τράπεζα Πειραιώς για την απαλλοτρίωση στο υποκατάστημά της στην Κλειτορία όπου οι επιτιθέμενοι αστυνομικοί δημιούργησαν όντως αναστάτωση εντός και εκτός του καταστήματος και η ίδια η τράπεζα θα μπορούσε να επιρρίψει γι’ αυτό την ευθύνη της ‘‘αναταραχής’’ στους δράστες, παρ’ όλα αυτά λόγω του ευτελούς ποσού που αφαιρέθηκε, δεν ζήτησε παράσταση πολιτικής αγωγής στην δίκη. Είναι δεδομένος για εμάς ο αμοραλισμός αυτών των ιδρυμάτων και η όποια αναφορά σε ‘‘ηθική’’ και ‘‘ηθική βλάβη για τις τράπεζες, αυτή είναι αμιγώς ταυτισμένη με το κέρδος. Αυτό που νοείται όμως ως χρηματική βλάβη που οι εγχώριες συστημικές τράπεζες δύο εκ των οποίων είναι η Πειραιώς και η Εθνική, έχουν υποστεί, είναι αυτή που υφίστανται αυτή την περίοδο από κερδοσκοπικά hedge funds στο citi του Λονδίνου που σορτάρουν συντονισμένα μετοχές τους με αποτέλεσμα αυτές να έχουν απωλέσει μεγάλο μέρος της αξίας τους. Όμως δεδομένου ότι να χτυπηθούν νομικά οι μεγάλοι κερδοσκοπικοί οργανισμοί όπως τα hedge funds είναι αδύνατον, αλλά αντιθέτως είναι εύκολο όσον αφορά απροστάτευτους πολίτες που βρίσκονται σε αδυναμία αποπληρωμής των δανείων που έχουν πάρει από τράπεζες, οι τελευταίες βάλλουν κατά ανίσχυρων, φτωχών και ανυπεράσπιστων και από την ‘‘δικαιοσύνη’’ πολιτών προχωρώντας σε κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων για λίγες χιλιάδες ευρώ. Κατ’ ανάλογο τρόπο οι τράπεζες στρέφονται εναντίον μας προσδοκώντας χρηματικό όφελος το οποίο είναι παντελώς αναντίστοιχο της πραγματικής ζημίας που υφίστανται από μεγάλους και ισχυρούς κερδοσκοπικούς παράγοντες τους οποίους αδυνατούν να ‘‘αγγίξουν’’ και κάποιοι από τους οποίους μάλιστα, συμμετέχουν δια αχυρανθρώπων τους στα ίδια τα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών (βλ. Τζ. Πόλσον και hedge funds με όνομα Oaktree Capital με ‘‘έμμεση’’ χειραγώγηση του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας Πειραιώς αμέσως μετά την 3η ανακεφαλαιοποίησή τους. Μετά από αυτή την ανακεφαλαιοποίηση πολλά hedge funds αγόρασαν μετοχές των ελληνικών τραπεζών και ‘‘εκθρόνισαν’’ τις παλιές ηγεσίες τους). Λόγω των παραπάνω και λόγω της αβεβαιότητας της διεκδίκησης των τραπεζικών ιδρυμάτων, ζητώ να αποβληθούν από την διαδικασία.

Πόλα Ρούπα

 

4)ΔΗΛΩΣΗ – ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΑΣ ΡΟΥΠΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ

30 Νοέμβρη 2018

Σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ.2 Κ.Π.Δ επιθυμώ να καταθέσω γραπτώς και να κατατεθεί στα πρακτικά η παρακάτω δήλωση – καταγγελία μου: Σύμφωνα με το βούλευμα 186/2018 με το οποίο διεξάγεται η παρούσα διαδικασία, η πράξη της απόπειρας απόδρασης που επιχείρησα στις 21/2/2016 ήταν υποκινούμενη από δυνάμεις εξωτερικές και πιο συγκεκριμένα από τον Νικόλαο Μαζιώτη και των λοιπών κατηγορουμένων που καλούνται να δικαστούν ως ηθικοί αυτουργοί της ενέργειας αυτής.

Πιο συγκεκριμένα και όπως διατυπώνεται η κατηγορία στο Βούλευμα οι κατηγορούμενοι ως ηθικοί αυτουργοί ‘‘ενεργώντας από κοινού, μετά από συναπόφαση που έλαβαν μεταξύ τους και με κοινό δόλο (πρόθεση)…με πειθώ, φορτικότητα, συμβουλές, παραινέσεις, υποδείξεις και προτροπές, προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να διαπράξει τις άδικες πράξεις που διέπραξε. Ειδικότερα κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο προκάλεσαν από κοινού στην πρώτη κατηγορούμενη Ρούπα Παναγιώτα του Βίκτωρα την απόφαση να τελέσει τις διαπραχθείσες απ’ αυτήν στην περιοχή των Ερυθρών….. κλπ.’’ Αντικειμενική κατάσταση της ηθικής αυτουργίας είναι πως το ενεργών υποκείμενο είναι κενό βουλήσεως, το οποίο κενό καλύπτει ο ηθικός αυτουργός τουλάχιστον ως προς την συγκεκριμένη πράξη που τον προκαλεί να διαπράξει.

Πρόκειται για ον υποκινούμενο, με ετεροκαθοριζόμενη βούληση που διαμορφώνεται από αλλότριους προς το ίδιο παράγοντες. Ο φυσικός αυτουργός σύμφωνα με την εν λόγω κατηγορία είναι ένα εργαλείο μέσω του οποίου ο ηθικός αυτουργός εκτελεί τις πράξεις που επιδιώκει. Τις οποίες πράξεις ο φυσικός αυτουργός εκτελεί κατόπιν αφόρητων πιέσεων που ενίοτε μπορεί να παραβιάζουν και αυτήν ακόμα τη δική του άρνηση να τις εκτελέσει. Γι’ αυτόν τον λόγο ενίοτε σε δικαστικές υποθέσεις ο φυσικός αυτουργός αντιμετωπίζεται ευνοϊκότερα από τον ηθικό αυτουργό, καθώς ο απαιτούμενος για την καταδίκη του δόλος διαπλάθεται από τον ηθικό αυτουργό και για τον ίδιο τον φυσικό αυτουργό δεν έχει την ίδια σταθερότητα η απόφαση της πράξης όπως σε ένα αυτάρκες και με ισχυρή βούληση άτομο. Άβουλος και στερούμενος ο ίδιος της ικανότητας κρίσης, της ικανότητας ο ίδιος να λάβει αποφάσεις, ο φυσικός αυτουργός του οποίου η υποκειμενική υπόσταση χάνεται και απορροφάται από την υπόσταση και την βούληση του ηθικού αυτουργού. Αρχικά είναι σαφές πως η εν λόγω κατηγορία είναι εντελώς ασαφής και αόριστη και εκτός από την αντικειμενική ασάφεια και την αοριστία που την συνοδεύει έρχεται και σε αντικειμενική σύγκρουση με την άλλη σοβαρή κατηγορία που προσάπτεται σε εμένα, της ‘‘διεύθυνσης’’, αφού ηθικός αυτουργός που επενεργεί και καθορίζει την βούληση και τις πράξεις του προσώπου που κατηγορείται ως διευθύντρια και μάλιστα, προβάλλεται ως τέτοια διαχρονικά από ιδρύσεως της οργάνωσης έως την σύλληψή της (βλέπε πρόταση του εισαγγελέως Ι. Δράκου στο βούλευμα), δεν νοείται. Πρόκειται για σχήματα αντικειμενικώς ασυμβίβαστα και αλληλοαναιρούμενα.

Στόχος της εν λόγω κατηγορίας – ηθικής αυτουργίας – είναι η κάλυψη ενός κενού του κατηγορητηρίου προς τα συγκεκριμένα πρόσωπα, αφού επιβάλλεται κατά τις δικαστικές αρχές να τους ασκηθεί δίωξη. Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση που καθιστά όχι μόνο εντελώς ανεδαφική αυτή την κατηγορία, αλλά και σφόδρα προσβλητική προς εμένα. Πρόκειται για την ίδια την ουσία της κατηγορίας που προανέφερα πιστεύω αρκετά αναλυτικά, και η οποία προσβάλει την τιμή και την υπόληψή μου. Γιατί ηθικοί αυτουργοί ή ηθικός αυτουργός σε δικές μου αποφάσεις και σε πράξεις που έχω πραγματοποιήσει ούτε έχει υπάρξει ούτε θα υπάρξει. Το να ανάγομαι εγώ προσωπικά σε ον υποκινούμενο, άβουλο και χωρίς κρίση που χρησιμοποιείται ως εργαλείο άλλων, συνιστά προσβολή προς το πρόσωπό μου, προσβάλει την τιμή και την υπόληψή μου καθώς και την πολιτική μου υπόσταση και την ιστορία μου.

Δεν ήμουν ούτε υπήρξα ποτέ στον πολιτικό και προσωπικό μου βίο αντικείμενο και εργαλείο χρήσης κανενός και αυτό αποδεικνύει η ιστορία μου, η πολιτική μου πορεία. Έχω αναλάβει την πολιτική ευθύνη για συμμετοχή στον Επαναστατικό Αγώνα από την πρώτη μου σύλληψη. Έχω υπερασπιστεί πολιτικά εντός και εκτός δικαστηρίων την πορεία και το σύνολο των ενεργειών, την δράση και την πολιτική στρατηγική της οργάνωσης. Δεν παραδόθηκα σε συνθήκες δύσκολες, ιδίως όταν συνελήφθη ο σύντροφος Νίκος Μαζιώτης και συνέχισα να δρω στα πλαίσια του Επαναστατικού Αγώνα. Πραγματοποίησα μόνη μου ενέργειες για τις οποίες εκτός από την πολιτική ευθύνη ανέλαβα και την εκτέλεσή τους από εμένα, όπως η απόπειρα απόδρασης και η απαλλοτρίωση της τράπεζας Πειραιώς στο νοσοκομείο Σωτηρία. Τις ενέργειες αυτές τις ανέλαβα, της υπερασπίστηκα και τις υπερασπίζομαι ενώ όσον αφορά την απόπειρα απόδρασης δημοσιοποίησα λίγες ημέρες μετά κείμενο στο οποίο ανέπτυσσα το πολιτικό σκεπτικό μέσα από το οποίο αναδύθηκε η αναγκαιότητα πραγματοποίησής της και το οποίο πολιτικό σκεπτικό είναι ενταγμένο μέσα στο ευρύτερο πολιτικό – ιστορικό πλαίσιο της εποχής μας. Εξ’ άλλου ο ίδιος ο τρόπος που οι διωκτικές αρχές αλλά και η ίδια η εκτελεστική εξουσία ασχολήθηκε με το πρόσωπό μου ειδικά επικηρύσσοντάς με προσωπικά με 1 εκατομμύριο ευρώ και συγκροτώντας ειδική πολυπληθή ομάδα υπό την καθοδήγηση της ΔΑΕΕΒ για τον εντοπισμό και την σύλληψή μου, ο τρόπος που με πρόβαλαν στα ΜΜΕ ανάγοντας την σύλληψή μου ως το σοβαρότερο διακύβευμα των τελευταίων χρόνων, δεν αντιστοιχούν σε κάποια η οποία άγεται και φέρεται, υποκινείται από αλλότριες δυνάμεις και οι πράξεις της είναι αποτέλεσμα ξένης προς την ίδια βούλησης. Σαφώς και είναι δεδομένα τα παραπάνω προς τους διώκτες μου και την ίδια την δικαστική εξουσία. Πλην όμως η επιθυμία να ασκηθεί η εν λόγω δίωξη που συνιστά κίνηση εκδίκησης και καμία σχέση δεν έχει με τα πραγματικά γεγονότα, έφτασε στο σημείο να αποσιωπηθεί εντελώς και ένα ακόμα στοιχείο που προκύπτει από το ίδιο το βούλευμα: Η πράξη της ηθικής αυτουργίας προσδιορίζεται ως προς την έναρξή της χρονικά από τον Οκτώβριο του 2015. Από τότε, υποτίθεται, ‘‘ξεκίνησαν οι φορτικές πιέσεις προς το πρόσωπό μου’’ για την πραγματοποίηση της απόδρασης. Παραλείπεται όμως συνειδητά το γεγονός ότι στο κείμενο – ανάληψης ευθύνης για την απόπειρα απόδρασης που δημοσιοποίησα λίγες ημέρες μετά την ενέργεια, αναλαμβάνω την απαλλοτρίωση της τράπεζας Πειραιώς προσωπικά, την οποία ως πρακτική, δηλώνω ρητά πως έγινε στα πλαίσια χρηματοδότησης της απόδρασης. Σαφώς και ο προσανατολισμός για την πραγματοποίηση της απόδρασης αυτής προηγείται και αυτής ακόμα της απαλλοτρίωσης της εν λόγω τράπεζας, ενώ όταν ειπώθηκαν από εμένα όλα αυτά δεν είχε ασκηθεί καμία δίωξη προς οποιονδήποτε. Επίσης, έχω δηλώσει δημόσια πως ‘‘δεν θα εγκαταλείπαμε τον σύντροφο Νίκο Μαζιώτη στην φυλακή χωρίς να επιχειρήσουμε να τον απελευθερώσουμε’’. Ο σαφής προσδιορισμός και η στοιχειοθέτηση της εν λόγω κατηγορίας σαφώς και δεν απασχόλησαν τους συντάκτες του βουλεύματος καθώς τους ‘‘διαφεύγουν’’ σοβαρά στοιχεία που αποκλείουν την ύπαρξη οποιουδήποτε ηθικού αυτουργού. Στην πραγματικότητα η μόνη δίωξη που ευσταθεί αντικειμενικώς, είναι η δική μου και μόνον αυτή. Εξ’ άλλου ο ίδιος ο εισαγγελέας Ι. Δράκος ο οποίος διαμόρφωσε το κατηγορητήριο και το εισηγητικό προς το Συμβούλιο Εφετών μέρος του βουλεύματος είναι ο ίδιος που ως εισαγγελέας της Γ΄ δίκης του Επαναστατικού Αγώνα εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας, στην πρότασή του αναφέρθηκε εκτενώς σε πλείστα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς μου που διόλου δεν άπτονται των χαρακτηριστικών άβουλων υποχείριων και αχυρανθρώπων που κινούνται κατόπιν εντολών. Και αυτό προκειμένου να ‘‘εμπεριστατώσει’’ και να δώσει αληθοφανή χαρακτήρα στην κατηγορία της ‘‘διευθύντριας’’ αυτή την φορά. Και η κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ έπρεπε να στηριχτεί αφού με αυτή διασφαλιζόταν η επιβολή της εσχάτης των ποινών σε εμένα. Η οποία ποινή είχε επί της ουσίας προαναγγελθεί με ποικίλους τρόπους πολύ πριν την σύλληψή μου. Όλη αυτή η αντιμετώπιση αφορούσε στην προσπάθεια μιας ‘‘αποτελεσματικής καταστολής’’ δικής μου, αφού πρώτα έχω αναχθεί σε σημαίνων πολιτικό αντίπαλο του συστήματος γεγονός που προφανώς δεν θα γινόταν για ένα θύμα αλλότριας βούλησης όπως είναι ένα υποκινούμενο από άλλους άτομο. Το οποίο ομολογουμένως, με κανέναν τρόπο δεν συνιστά τέτοιου βαθμού – όπως εγώ προβαλλόμουν – καθεστωτικό κίνδυνο. Ακόμα και όσον αφορά τον ίδιο τον Νίκο Μαζιώτη η κατηγορία αυτή έχει την ίδια απαξία για εμένα, παρ’ όλο που είναι σύντροφός μου στην ζωή και στον αγώνα. Δεδομένου ότι και ο ίδιος γνώριζε και γνωρίζει πως μια τέτοια ενέργεια απόδρασής του από τις φυλακές θα μπορούσε να επιχειρηθεί μόνο εντός ενός πλαισίου δράσης έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται εκτός της φυλακής. Το έχω ήδη δηλώσει και το δηλώνω ξανά πως η απόπειρα απόδρασης υπήρχε ως σύλληψη και αναγνωρίσθηκε ως αναγκαιότητα εκτός της φυλακής, καμία συνδρομή ή βοήθεια από άτομα εντός της φυλακής δεν υπήρχε και πολύ περισσότερο κανενός είδους πίεση, όπως αναφέρεται στο βούλευμα. Εξ’ άλλου ήταν τέτοιου μεγέθους το εγχείρημα αυτό που η οργάνωσή του σε κάθε στιγμή του δεν μπορούσε καν να υποβοηθηθεί από έγκλειστους στις φυλακές, γεγονός που δεν είναι όμως της παρούσης να αναπτύξω. Όπως και να έχει, ακόμα και σε εντελώς προσωπικό επίπεδο, απεχθάνομαι την οποιαδήποτε ατομική πίεση μπορεί να μου ασκείται, ακόμα και από κοντινά προς εμένα πρόσωπα, δεδομένου ότι – εκτός των πολιτικών μου χαρακτηριστικών και πεποιθήσεων που ομολογώ ότι είναι ιδιαιτέρως ισχυρά – έχω αναπτύξει και ισχυρές φεμινιστικές βάσεις που με καθορίζουν καταλυτικά σε όλη μου την ζωή απέναντι σε κάθε έκφανση της ανδροκρατικής – σεξιστικής κοινωνικής οργάνωσης όπως είναι η υπάρχουσα και οι θεσμοί που την στηρίζουν, ακόμα και αν αυτές οι εκφάνσεις αφορούν τις διαπροσωπικές σχέσεις. Ένας εξ’ άλλου λόγος που τόσο σφόδρα με πολέμησε το καθεστώς μη διστάζοντας να επιτεθεί στο ίδιο μου το παιδί κατά την σύλληψή μου, είναι το γεγονός ότι η ύπαρξη και η ζωή μου συνιστά παραβιάσεις όλων των στερεοτύπων για μια γυναίκα, το οποίο διόλου δεν μπορεί να αποδεχθεί η βαθιά σεξιστική φύση του κυρίαρχου καθεστώτος παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς όσων συμμετέχουν σε αυτό. Όλα τα παραπάνω τα αναφέρω γιατί το περιεχόμενο και η ουσία της ‘‘ηθικής αυτουργίας’’ αναπόφευκτα συμπεριλαμβάνει και το στοιχείο του σεξιστικού εργαλειακού χειρισμού έτσι όπως αυτός τίθεται στην προκειμένη περίπτωση. Εκτός όλων αυτών και όσον αφορά τον σύντροφό μου Νίκο Μαζιώτη είναι ιδιαιτέρως προσβλητικό και για τον ίδιο μια τέτοια κατηγορία. Ως γνωστόν είμαστε αναρχικοί και οι πεποιθήσεις μας αλλά και η πολιτική μας ζωή είναι γαλουχημένη με την αξία της ισονομίας και της ισότητας ενώ κανένας μας δεν δέχεται είτε να αποτελεί εργαλείο άλλου/ων είτε ο ίδιος να χειραγωγεί και να εργαλειοποιεί άλλους ανθρώπους. Κάθε απόφαση δράσης λαμβάνεται με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες σε κάθε περίπτωση. Πλην όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση και ενώ υπάρχει ο αντικειμενικός διαχωρισμός κρατούμενου και ελεύθερου καμία τέτοια διαδικασία δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί, αλλά ούτε και επικουρική στήριξη δεν ήταν δυνατό να υπάρξει από το εσωτερικό των φυλακών. Εκτός από τα παραπάνω η προσβολή που αναφέρω ως προς το πρόσωπο του Νίκου Μαζιώτη ο οποίος με βάση την κατηγορία ‘‘ πίεσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο’’ εμένα για να εκτελέσω αυτή την ενέργεια, είναι ιδιαίτερα μεγάλη καθώς, ειδικά ο σύντροφός μου δεν υπήρχε περίπτωση να πιέσει εμένα να ρισκάρω προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, ιδίως με ένα τέτοιο τρόπο. Αυτή η προσβολή διεισδύει στο εσωτερικό και της διαπροσωπικής μας σχέσης, προσβάλει τον σκληρό πυρήνα αυτής και συνεπώς την καταγγέλλω και γι’ αυτό τον λόγο. Γιατί πέραν όλων των άλλων, πέραν των όποιων πολιτικών προσβολών που περιέχουν τα κατηγορητήρια προς εμάς, οι προσωπικές προσβολές που ενυπάρχουν στην συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρούν να διαβάλλουν και να απαξιώσουν την ηθική μας, τις σχέσεις μας, τις αξίες μας αλλά και τον πυρήνα των ίδιων μας των συναισθημάτων. Συνεπώς από όποια σκοπιά και αν το προσεγγίζω, η κατηγορία αυτή είναι παντελώς απαράδεκτη. Παρ’ όλο που αυτό μου ήταν εκ των προτέρων γνωστό προτίμησα να ρισκάρω ένα πιο πολύπλοκο και δύσκολο εγχείρημα, υποκινούμενη όμως από ηθικά, αξιακά και φυσικά, πολιτικά κριτήρια, τα οποία είναι αποκλειστικά δικά μου. Τα κίνητρα των πράξεών μου, των αποφάσεών μου, σε όλη μου την ζωή είναι πολιτικά, δηλαδή υπερατομικά και συνιστούν συνεχείς υπερβάσεις κάθε ατομικού συμφέροντος δικού μου ή οποιουδήποτε άλλου. Εξ’ άλλου εξατομικευμένη και προσωπική διάσταση στην ενέργεια της απόπειρας απόδρασης δεν υπήρξε στην οργάνωση και εκτέλεσή της, γεγονός που έχω η ίδια αποσαφηνίσει με την ανάληψη ευθύνης που δημοσίευσα γιατί αν υπήρχε τέτοια, θα γινόταν με άλλον τρόπο και άλλους όρους η απόπειρα, γεγονός που θα την καθιστούσε πολύ πιο απλή ως προς την εκτέλεσή της αλλά και επιτυχή ως προς το αποτέλεσμα. Αν θέλει να αναζητήσει κάποιος ‘‘ηθικούς αυτουργούς’’ της δράσης μου και των πράξεών μου, αυτούς ας τους αναζητήσει στο ίδιο το πολιτικό – οικονομικό σύστημα και τις εξουσίες που το απαρτίζουν. Κινητήριος δύναμη στην πολιτική μου ζωή και την δράση μου είναι η κοινωνική αδικία που περισσεύει στην εποχή μας, η επιβολή των μνημονίων, των επαίσχυντων όρων που συμπεριλαμβάνουν, των μέτρων κοινωνικής ευθανασίας που επιβάλλονταν και επιβάλλονται στην κοινωνική πλειοψηφία. Η κρατική καταστολή ενάντια στην πολιτική αντίσταση υπήρξε αφ’ ενός πολιτική κομβικής σημασίας για ένα υπερπολιτικό μνημονιακό καθεστώς όπως αυτό επιβλήθηκε στην χώρα την τελευταία οχταετία ενώ η ενέργεια της απόπειρας απόδρασης ήταν σαφώς μια πράξη αντιμετώπισης αυτής. Να επισημάνω εξ’ άλλου πως οι μνημονιακές πολιτικές και οι Δανειακές Συμβάσεις που επιβλήθηκαν από υπερεθνικούς θεσμούς (ΔΝΤ – Ε.Ε – ΕΚΤ – ESM) πάνω στην χώρα ήταν αντισυνταγματικές και παράνομες και ως τέτοιες καταγγέλθηκαν και από αρκετούς ειδικούς συνταγματολόγους και αναλυτές (βλέπε: Κασιμάτης, Χρυσόγονος, Μαριάς, κ. ά), συνιστούν ωμή κατάλυση του ίδιου του Συντάγματος και ως τέτοιες ενεργοποιούν το άρθρο 120 Σ που καθιστά αναγκαιότητα και υποχρέωση των πολιτών την αντίσταση. Συνεπώς, ακόμα και με βάση το ίδιο το Σύνταγμα, πράξεις που κατατείνουν στην προσβολή ενός παράνομου καθεστώτος εξουσίας – μέσα στα πλαίσια αυτής της δράσης πραγματοποιήθηκε και η απόπειρα απόδρασης – όπως είναι η συνολική δράση του Επαναστατικού Αγώνα του οποίου η στρατηγική αφορούσε την έμπρακτη προσβολή αυτών των πολιτικών με στόχο την τελική ακύρωσή τους, όχι μόνο δεν είναι καταδικαστέες, αλλά είναι και θεμιτές. Εν κατακλείδει, η κατηγορία της ‘‘ηθικής αυτουργίας’’ αντικειμενικά με πλήττει ως πρόσωπο, προσβάλει παράφορα την ηθική, την υπόληψή μου, την ιστορία μου, την πολιτική μου ταυτότητα, την ίδια την προσωπικότητά μου και γι’ αυτό την καταγγέλλω.

Πόλα Ρούπα μέλος του Επαναστατικού Αγώνα

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License