Μπάρμπαρα Μπαλζεράνι: «Αυτή η απόπειρα έχει αφήσει κάτι χρήσιμο για τους αγώνες του μέλλοντος: ο εχθρός δεν είναι αήττητος»

Συνέντευξη με την Μπάρμπαρα Μπαλζεράνι, ηγετικό μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, από την Σίλβια ντι Μπερναρντινις που δημοσιεύθηκε αρχικά στο βραζιλιάνικο περιοδικό Mouro.

post image

Η Μπαλζεράνι στη Ρώμη, Μάρτιος 1992 με συγκατηγορούμενους κατά τη διάρκεια της δίκης για τη δολοφονία του Ιταλού πρωθυπουργού Άλντο Μόρο.

— Ξεκινώντας από το παρόν. Πώς είναι δυνατόν μέσα σε λίγες μόνο δεκαετίες μια χώρα που έχει δει ένα τέτοιο υψηλό επίπεδο κοινωνικών συγκρούσεων να βρεθεί πια χωρίς σημεία αναφοράς; Βλέπετε μια σύνδεση μεταξύ αυτού και του τρόπου με τον οποίο η ιστορία του αγώνα της δεκαετίας του ’70 ρευστοποιήθηκε και αρχειοθετήθηκε από τους νικητές;

Πρώτον πρέπει να θυμόμαστε ότι η Ιταλία είναι μια χώρα που μόλις τον 20ό αιώνα γνώρισε είκοσι χρόνια φασιστικής δικτατορίας, σαράντα χρόνια κοινοβουλευτικής δημοκρατίας υπό την κυριαρχία των Χριστιανοδημοκρατών και είκοσι χρόνια Μπερλουσκονισμού. Η σημερινή κεντροαριστερή κυβέρνηση κυβερνά μαζί με έναν πρώην Χριστιανοδημοκράτη ο οποίος αποπεράτωσε το έργο της αποστείρωσης οποιουδήποτε ίχνους αριστεράς στο κόμμα που κατάγεται από το PCI με παρουσία σαράντα δύο τοις εκατό στις τελευταίες εκλογές. Όλα τα συστήματα εξουσίας της δεξιάς, από την άλλη πλευρά, απολαμβάνουν και έχουν απολαύσει μια μαζική συναίνεση που δεν είναι ασήμαντη. Μπορούμε να πούμε ότι η κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα αυτής της χώρας είναι τόσο συντηρητική όσο και ανατρεπτική.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η «αριστερά» τοποθετεί όλη της την εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη, τη νομιμότητα και την ασφάλεια, το κόλλημα όλων των πολιτικών «καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης» που διακρίνουν τους «πρώην» κομμουνιστές. Τα είκοσι χρόνια της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, μετά την αντίσταση στο Ναζιστικό φασισμό και τις εξεγέρσεις των εργατών και των αγροτών στις αρχές του αιώνα σημαδεύτηκαν βαθιά από τη δυνατότητα μιας εργατικής τάξης ανεξάρτητης από τα κόμματα και τα συνδικάτα της παραδοσιακής αριστεράς και με μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το διεθνές επαναστατικό πλαίσιο και ύστερα για την αναισθητοποιημένη θεσμική αλχημεία της εγχώριας σκηνής. Για παράδειγμα πρέπει να θυμόμαστε ότι οι τρεις ημέρες της εξέγερσης της πλατείας Statuto το 1962 σηματοδότησαν μια καμπή στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Στο δρόμο, με τις συγκρούσεις με την αστυνομία και σε αντίθεση με τις αποθαρρυντικές παρεμβάσεις του PCI και του CGIL, βρίσκονταν πάνω από όλα οι νέοι μετανάστες εργάτες που πλήρωναν το τίμημα με χιλιάδες συλλήψεις και ποινικές διώξεις.

Αυτές οι «μικρές ομάδες ανεγκέφαλων» που είχαν πολλά κοινά με τα «παιδιά με τα ριγέ πουκάμισα» που έκαψαν τη Γένοβα δύο χρόνια νωρίτερα, σηματοδότησαν την έναρξη της περιόδου του εκρηκτικού ανταγωνισμού του μαζικού εργάτη, τον οποίο το κοινοβούλιο και τα συνδικάτα δεν είχαν πια την ικανότητα καθοδήγησης και ελέγχου. Έκτοτε ο κοινωνικός ανταγωνισμός είχε τη δύναμη και έφτασε στο επίπεδο έντασης και εμπλοκής που σημειώσατε. Μέχρι τότε η ιστορία δεν είχε πάρει τη ρεβάνς της και τα επαναστατικά παραδείγματα του 19ου αιώνα είχαν χάσει τη δύναμη και την αξιοπιστία μιας εναλλακτικής λύσης στον καπιταλισμό. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, το αιώνιο παρόν των «κυρίαρχων ιδεών» διαλύθηκε, και η ιδέα της κριτικής ως συνειδητοποίηση των υποθέσεων του κόσμου και της σύγκρουσης ως πηγή κοινωνικού μετασχηματισμού επανήλθε στη μνήμη. Κάτω από όλα αυτά, κατήλθε η καθημερινή επανάληψη του αναίσχυντου ψεύδους ως η μόνη αποδεκτή εκδοχή των γεγονότων, η κοινωνική ειρήνη ως αδιαμφισβήτητη αξία, και η εναλλαγή των «σωτήρων του έθνους» στους οποίους εμπιστεύτηκαν το πεπρωμένο του καθενός και όλων μαζί.

— Η ιστορική πορεία των Ερυθρών Ταξιαρχιών περιλαμβάνεται εντός και ανήκει στην ιστορία των επαναστατικών αγώνων του 20ού αιώνα, και συγκεκριμένα είναι στενά συνδεδεμένη με τις αντιφάσεις και τους μετασχηματισμούς που βίωσε η καπιταλιστική κοινωνία στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Ήταν το μεγαλύτερο αντάρτικο κίνημα της Δυτικής Ευρώπης, τόσο από άποψη μελών όσο και από άποψη διάρκειας. Παρά την ήττα του και την αναγνώριση από τους ίδιους της τους ακτιβιστές ότι έχει εξαντληθεί ως ιστορική εμπειρία, παραμένει σήμερα ένα κίνημα του οποίου οι λόγοι για την ανάδυση, την ύπαρξη και τον τερματισμό του δεν έχουν αναγνωριστεί. Για ποιον και για ποιο λόγο είναι αυτή η άρνηση χρήσιμη τώρα;

Χρησιμεύει στο να αρνηθεί την ιδέα της επαναστατικής δυνατότητας. Το σχήμα είναι απλό: όχι μόνο όλοι που το επιχείρησαν ηττήθηκαν και αποσυνδέθηκαν από τις «μάζες», αλλά πάνω απ’ όλα δεν έδρασαν ανεξάρτητα. Όλες οι φήμες περί διείσδυσης των μυστικών υπηρεσιών από οποιαδήποτε πηγαδάκι, που υποτίθεται ελέγχουν από μακρυά τη δραστηριότητα της οργάνωσής μας εξυπηρετεί το στόχο να υπαινίσσεται ότι αυτό δεν είναι ζήτημα επαναστατικής προσπάθειας αλλά αντιδραστικής αντιδημοκρατικής πλοκής. Η κατασκευή από τα μίντια αυτού του πρόχειρου αλλά λειτουργικού εμβολιασμού προικισμένου με πλήρη βιβλιογραφία, και με κινηματογραφικές και θεσμικές παραγωγές (οι διάφορες Κοινοβουλευτικές επιτροπές), στις οποίες με ελάχιστες εξαιρέσεις, η διανόηση της χώρας αυτής έχει υποβληθεί, διορθώνοντας νευρικά το φρικαλέο μας έγκλημα: αυτό τού να έχουμε αποδείξει την ευπάθεια της εξουσίας στο μέγιστο βαθμό.

Είναι αξιοσημείωτο το πώς δεν εκφράστηκε κανένα ενδιαφέρον για τα πραγματικά αίτια της εμφάνισης και της διατήρησης του ένοπλου αγώνα σε αυτήν τη χώρα και όλα μετατρέπονται στην επανάληψη των όλο και πιο δραστρεβλωμένων συνδέσεων και των σκοτεινών ιδιαιτεροτήτων. Η αναλήθεια κατασκευασμένη σε αυτό το σύστημα δεν χρειάζεται να αποδειχθεί. Υπάρχει όμως και ένας άλλος σημαντικός τρόπος για τον οποίο η εμπειρία μας δεν αποδίδεται στην ιστορία και συνεχίζει να είναι θέμα στις σύγχρονες υποθέσεις, η λειτουργία της ως προειδοποίηση στο παρόν, ως αποτρεπτικός παράγοντας σε όσους σήμερα τοποθετούνται στο έδαφος μιας πιθανής εναλλακτικής λύσης στο υπάρχον. Τα παραδείγματα είναι δραματικά: από τη σφαγή στη Γένοβα το 2001 έως τις κατηγορίες για τρομοκρατία για τους ακτιβιστές του No TAV.

— Εσείς μπήκατε στις Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1975 μετά από μια περίοδο ακτιβισμού στην Potere Operaio. Ήταν η μετάβασή σας αυτή από τον ακτιβισμό στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά του ένοπλου αγώνα μια «φυσική πορεία» ή κάποιο συγκεκριμένο γεγονός επηρέασε αυτήν την επιλογή;

Στο τέλος της εμπειρίας μου από τις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, η συζήτηση για τον ένοπλο αγώνα διαπότισε την επαναστατική αριστερά. Αυτό ήταν ένα κίνημα που τα είχε σπάσει με τις κομματικές παραδόσεις και ενσωμάτωνε εντός της πολιτικής του κουλτούρας τη νομιμότητα της πρακτικής των μορφών βίαιου αγώνα, της παρανομίας και της χρήσης των όπλων. Η διαφορά ήταν στις διαφορετικές αντιλήψεις πάνω σε αυτό, για παράδειγμα, εξέγερση ή ένοπλο και στην πολιτικο-οργανωτική τροπικότητα: μιλιταριστικό σύστημα υποστήριξης για νόμιμη δραστηριότητα ή μυστικότητα. Αλλά η αναγκαιότητα της ενίσχυσης του επιπέδου της αντιπαράθεσης προκειμένου να αντισταθεί στην αντεπίθεση των αφεντικών δεν ήταν ποτέ υπό αμφισβήτηση. Επειδή εκείνη την εποχή η καταστολή του κράτους έδειξε το βάρβαρό της πρόσωπο στις προσπάθειές της να αναχαιτίσει το ασυνήθιστο κίνημα που είχε επαναστατικοποιήσει τον τρόπο τού να υπάρχεις στο εργοστάσιο, το σχολείο, το δρόμο, τη φυλακή, τους στρατώνες και τις κοινωνικές σχέσεις εν γένει. Αυτό το κίνημα διέτρεξε τον κίνδυνο τού να υποχωρήσει κάτω από τα χτυπήματα ενός αντιπάλου που επιδίωκε να αποκαταστήσει μια ευνοϊκή ισορροπία δυνάμεων, και να επανακτήσει το χαμένο έδαφος, τα στοιχεία της χαμένης εξουσίας.

Οι συλλήψεις, η πολιτική αδράνεια, οι σφαγές, οι πραξικοπηματικές πλοκές, οι δολοφονίες συντρόφων, οι επιθέσεις στις κατακτήσεις του εργατικού κινήματος και τις συνθήκες διαβίωσης ήταν μια πτυχή. Μαζί με το συνεχόμενο έργο της συκοφαντίας και της διάστασης απόψεων από τα κόμματα και τα συνδικάτα. Σε αυτό το πλαίσιο αναζητούσα επίσης την πορεία προς τα εμπρός. Δύο γεγονότα ήταν αποφασιστικά: το πραξικόπημα στη Χιλή το 1973 και η απαγωγή του δικαστή Σόσι το επόμενο έτος. Το πρώτο ενίσχυσε την πεποίθησή μου ότι ο ειρηνικός δρόμος προς το σοσιαλισμό ήταν αδύνατος, ότι η επίσημη δημοκρατία ήταν μονάχα το ευπαρουσίαστο πρόσωπο μιας εγκληματικής εξουσίας, και το δεύτερο έδειξε ότι ήταν δυνατή μια εργατική οργάνωση να επιτεθεί, να κρίνει και να καταδικάσει το Κράτος ως προϋπόθεση της μεγαλύτερης ελευθερίας που ήταν αναγκαία και τελικά εφικτή. Όχι, η απόφαση να ενταχθώ στις Ερυθρές Ταξιαρχίες δεν ήταν μια γραμμική διαδικασία, αλλά ένας αναπόφευκτος τοκετός από ένα μακρύ ταξίδι κυοφορίας ώσπου επιβλήθηκαν τα γεγονότα.

— Το εργοστάσιο ήταν το κεντρικό πεδίο συγκρούσεων εκείνα τα χρόνια, που χαρακτηρίστηκε από την αντιπαράθεση μιας νέου τύπου εργατικής τάξης με τη μετριοπαθή πολιτική των κομμάτων και των συνδικάτων. Και στα εργοστάσια αναπτυσσόντουσαν οι Ερυθρές Ταξιαρχίες. Τί κλίμα βρήκατε; Ποια ήταν η σχέση με τους εργάτες;

Ναι, η εργατική τάξη εκείνα τα χρόνια είχε μια πολύ μεγάλη ικανότητα να αδράξει πολιτικά και υλικά οφέλη. Η Ιταλία συγκαταλεγόταν στις πιο βιομηχανοποιημένες χώρες της Δύσης και ως εκ τούτου η κεντρικότητα των αγώνων που σημειώθηκαν στο εργοστάσιο σε σχέση με τους άλλους κοινωνικούς τομείς ήταν αναμφισβήτητη. Οι εργάτες μπορούσαν να μπλοκάρουν την καρδιά του κεφαλαίου, εμποδίζοντας τον κύκλο παραγωγής. Η εργατική αυτονομία δεν ήταν μονάχα μια οργανωτική μορφή αλλά μια πολιτική κουλτούρα που είχε βαθιές ρίζες στην αντίθεση της μισθωτής εργασίας των εργατών δίχως συντεχνία ή κάρτα μέλους, κυρίως μετανάστες από το νότο. Αυτοί οι εργάτες υφίσταντο βίαιη εκμετάλλευση στο έδαφος του εργοστασίου, με χαμηλές αμοιβές και την έχθρα των βόρειων πόλεων, δίχως να μολύνονται από τη γεύση του συμβιβασμού της παραδοσιακής αριστεράς. Τα είχαν πάρει στο κρανίο και κατόρθωσαν να είναι κύριοι του χρόνου τους.

Παρατήρησαν γρήγορα ότι οι ενέργειες των Ερυθρών Ταξιαρχιών εναντίον της ιεραρχίας του εργοστασίου συνέβαλαν στη δημιουργία ενός κλίματος με ευνοϊκή ισορροπία δυνάμεων. Θα έλεγα ότι εκείνα τα χρόνια οι εργάτες χρησιμοποιούσαν την παρουσία μας ακόμη και στο άμεσο επίπεδο προστασίας από την εξάντληση και τον εκφοβισμό των διευθυντικών στελεχών και των εργοδηγών. Αποκτώντας δύναμη και χρησιμοποιώντας την για να βελτιώσουν τις συνθήκες ύπαρξης. Σίγουρα δεν είχαμε πλειοψηφία αλλά η υλική και πολιτική υποστήριξη που παρείχαν τα εργοστάσια και οι προλεταριακές γειτονιές μάς επέτρεψαν να επιβιώσουμε και να μεγαλώσουμε όλα αυτά τα χρόνια. Για παράδειγμα: θα πραγματοποιούσαμε μιλιταριστικές ενέργειες στα εργαστήρια και οι σύντροφοί μας θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό χάρη στη σιωπηρή αποδοχή των δικών τους συναδέλφων.

Ρώμη, 16/03/1978. Απαγωγή του Άλντο Μόρο και χτύπημα της συνοδείας του στη via Fani.

— Υπάρχει μια θέση σύμφωνα με την οποία υπάρχουν οι καλές Ερυθρές Ταξιαρχίες, της πρώτης περιόδου, και οι κακές Ερυθρές Ταξιαρχίες που είναι μιλιταριστικές, διαβρωμένες, κυριαρχούμενες από τον Μάριο Μορέτι, στις οποίες παίξατε επίσης κάποιο ρόλο. Μια θέση διαψευσμένη από τα ίδια τα γεγονότα (το μόνο που χρειάζεται είναι μια ανάγνωση της δήλωσης που έκανε ο Κούρτσιο και ο Φραντσεσκίνι την επομένη της εκτέλεσης Μόρο) και που ίσως αναπτύσσεται στο πλαίσιο της «πολιτικής μεταμέλειας». Εντούτοις πραγματικές διασπάσεις εμφανίζονται στις Ερυθρές Ταξιαρχίες μετά την απαγωγή Μόρο.

Αυτή η εντελώς εξημερωμένη και ψευδή εκδοχή των γεγονότων είναι μέρος της συνωμοσιολογικής παραγωγής που καλότυχε στην επίσημη ανακατασκευή της ιστορίας μας. Με στόχο τη διαβεβαίωση της γενικής αρχής ότι «η επανάσταση είναι αδύνατη και ως εκ τούτου είναι άχρηστη και επικίνδυνη να την επιχειρήσουμε», η θεωρία, που δεν υποστηρίζεται ούτε καν από ένα γεγονός, της «κρυμμένης χείρας» πίσω από τα γεγονότα έχει αναδυθεί και πολλαπλασιαστεί. Προφανώς, οι πιο εργατικοί υπέρμαχοί της προέρχονται από το PCI και τα περίχωρά του, που έχουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον να αρνούνται οποιοδήποτε ταξικό περιεχόμενο στην οργάνωσή μας. Φυσικά αυτό το σχέδιο τελειοποιήθηκε με την ενίσχυση του επιπέδου της επίθεσής μας. Εάν είχαμε συνεχίσει την πορεία μιας διασκορπισμένης ένοπλης πρακτικής (όπως έκαναν άλλες οργανώσεις), όλα θα είχαν λυθεί κάθε φορά με ένα τετριμμένο τελετουργικό κριτικής και καταδίκης. Αλλά κάναμε μια μετωπική επίθεση στο Κράτος και αυτό δεν μπορεί να συγχωρηθεί. Όλη η λάσπη που ρίχτηκε στον Μάριο (ένας σύντροφος στη φυλακή από το 1981, τι κατάσκοπος!), είναι ένα μικρό χτύπημα από τον άθλιο Φραντσεσκίνι (ο σκληρότερος άνθρωπος που πακέταρε τα όπλα του τη στιγμή της ήττας), με το προφανές αποτέλεσμα να τεθεί ολόκληρη η οργάνωσή μας σε υποψία. Ναι, τα γεγονότα το διαψεύδουν, αλλά δεν είναι απαραίτητο να αποδειχτεί τίποτα, αρκεί να επαναλαμβάνουμε συνεχώς το συνηθισμένο συνονθύλευμα, το οποίο είναι πάντα πιο φτωχό και κακώς μαγειρεμένο, αλλά σερβίρεται με τις μεγαλύτερες φανφάρες.

— Το 2005, ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Gnosis του AISI, αναγνώρισε, σε αντίθεση με τη θεσμική αριστερά, την εγκυρότητα της θέσης που παρουσιάστηκε στο έγγραφο On the Imperialist State of the Multinationals ισχυριζόμενο ότι ήταν ελάχιστα παράλογο στην ανάλυση των συνεχιζόμενων μετασχηματισμών του δεύτερου μισού της δεκαετίας του Εβδομήντα τόσο σε διεθνές όσο και σε Ιταλικό επίπεδο, και αποδίδει στο έγγραφο το πλεονέκτημα ότι είχε προβλέψει μια σειρά θεμάτων που έγιναν εξαιρετικά επίκαιρα. Τι πιστεύετε γι’ αυτήν την αναγνώριση;

Νομίζω πως ίσως κάποια στιγμή στο απώτερο μέλλον η ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών θα ξεφύγει από το βούρκο στον οποίο έχει ριχτεί και θα μπορέσουμε να πάμε πέρα από τα ενδεχόμενα του παρόντος και να τεκμηριώσουμε τι ήταν σωστό και τι λάθος. Το Imperialist State of the Multinationals ήταν μια αναμφισβήτητη εικόνα που μόνο εμείς ακολουθήσαμε, εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο όλα τα think tank της θεσμικής αριστεράς μιλούσαν όσον αφορά το εθνικό κράτος. Αυτό δεν ήταν δευτερεύον ζήτημα σε σχέση με την πολιτική δράση και τις πληροφορίες γύρω από τις οποίες διαμορφώθηκε μια διάχυτη συνειδητοποίηση των συνεχιζόμενων μετασχηματισμών. Το γεγονός ότι στη συνέχεια ερμηνεύσαμε αυτήν την ανάλυση από την άποψη ενός ολοκληρωμένου γεγονότος και όχι μιας συνεχούς διαδικασίας ανάπτυξης, δεν αφαιρεί από την εγκυρότητά του.

— Το ποσοστό των γυναικών στις Ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν εξαρχής υψηλό. Είπατε σε ένα δυσπιστό εισαγγελέα κατά τη διάρκεια της δίκης Μόρο να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι σε μια γυναίκα θα μπορούσε να ανατεθεί ένα μιλιταριστικό καθήκον μεγάλης πολυπλοκότητας. Επιπλέον, μετά τη σύλληψη Μορέτι, οδηγείτε τη διάσπαση και την οργάνωση Ερυθρές Ταξιαρχίες – Μαχόμενο Κομμουνιστικό Κόμμα.

Ναι, υπήρχαν πολλές συντρόφισσες και απασχολήθηκαν σε ηγετικές θέσεις. Ήμασταν πολιτικο-μιλιταριστική οργάνωση με πυραμιδική δομή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν γραφειοκρατική. Σε αντίθεση με ολόκληρο το πολιτικό πλαίσιο στο οποίο είχα εμπλακεί προηγουμένως. Στα κινήματα και τις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που γνώριζα, η επανάσταση σταματούσε εκεί που άρχιζαν οι σεξιστικές συμπεριφορές των ανδρών. Σχεδόν όλοι οι ηγέτες (που ήταν κατά κύριο λόγο άντρες!) διέθεταν ένα είδος δικαιώματος jus primis noctis που ασκούσαν χωρίς να αντιμετωπίζουν πολλά εμπόδια. Και, όπως στον έρωτα και στον πόλεμο, χρειάζονται τουλάχιστον δύο, αυτή η συμπεριφορά έγινε δεκτή και από πολλές γυναίκες συντρόφισσες. Ένας άλλος τυπικά γυναικείος ρόλος ήταν αυτός του «angel of the cyclostyle» που λέει πολλά για την κατάσταση των πραγμάτων. Δεν είναι παράξενο ότι πολλοί ακτιβιστές των επαναστατικών ομάδων είχαν την έγκριση του φεμινιστικού κινήματος.

Στις Ερυθρές Ταξιαρχίες δεν έζησα αυτήν την ντροπιαστική κληρονομιά. Δεν θέλω να πω ότι οι προσωπικές σχέσεις ήταν ειδυλλιακές, ότι δεν βιώσαμε αντιφάσεις και βρήκαμε τη φόρμουλα για τέλειους κομμουνιστές, αλλά ίσως λόγω της ριζοσπαστικότητας της επιλογής που συνεπαγόταν μια τέτοια ζωή, δεν βίωσα ούτε διακρίσεις ούτε ματσό συμπεριφορές κατά συντροφισσών. Ήταν αδιάφορο αν ένας αγωνιστής και ως εκ τούτου και ηγέτης ήταν άνδρας ή γυναίκα.

— Η Κινεζική επανάσταση και τα αντάρτικα κινήματα της Λατινικής Αμερικής-ιδίως οι Τουπαμάρος από τους οποίους οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πήραν το οργανωτικό μοντέλο τους-ήταν μια επιρροή στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Τι πιστεύετε για την Κίνα σήμερα και τη Λατινική Αμερική, ειδικά για τον Μουχίκα ως πρόεδρο;

Αυτή η ερώτηση απαιτεί πολύ περισσότερο χώρο. Εν συντομία, νομίζω ότι όσον αφορά την Κίνα, η μεγάλη ελπίδα για μια λύση στις παραμορφώσεις που ορίσαμε ως Σοβιετικός «κοινωνικός ιμπεριαλισμός», έχει περάσει εδώ και πολύ καιρό. Τώρα είναι η μεγαλύτερη κρατική καπιταλιστική εξουσία, ένας διακεκομμένος σοσιαλισμός, ο οποίος από τη μια μεριά έχει εκτεθεί εντελώς στην αστάθεια της αναπτυξιακής διαδικασίας του καπιταλιστικού μοντέλου σε παγκόσμιο επίπεδο, και από την άλλη μεριά ανατρέχει την ίδια θανατηφόρα πορεία ανισότητας, υπερ-εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και περιφρόνησης για το περιβάλλον. Η εικόνα του Πεκίνου που ασφυκτιά από το νέφος για μένα φέρνει στο νου τη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης στην Αγγλία. Με τη διαφορά, ότι τότε ήταν η αρχή της εκβιομηχάνισης για μια χούφτα δυτικών χωρών, ενώ τώρα η αναμέτρηση έρχεται για τις «αναδυόμενες» χώρες, όχι πια απλώς αγορές για εκμετάλλευση, που είναι πολύ πιο σημαντικές όσον αφορά τον πληθυσμό και τους απαραίτητους πόρους.

Όσον αφορά τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, εδώ και πολλά χρόνια αντιπροσωπεύουν ένα «εργαστήρι ενός νέου σοσιαλισμού» το οποίο είχε σημαντική επίδραση στο Δυτικό κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης (θυμηθείτε το Πόρτο Αλέγκρε) και δημιούργησε μια νέα προοπτική ελευθερίας, ευαισθητοποίησης για το περιβάλλον και την κοινωνική δικαιοσύνη, ικανή για ανεξαρτησία από τις σημερινές δια-ιμπεριαλιστικές αντιπαλότητες. Για τον Μουχίκα τρέφω απεριόριστο σεβασμό, για το ποιος ήταν και για ποιος είναι τώρα.

— Σε ποιο σημείο είχατε κατά νου ότι έχετε χάσει;

Υπήρχαν πολλά σημεία. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες αναδύθηκαν και αναπτύχθηκαν σε μια περίοδο επιθετικής εργατικής τάξης. Από τον αγώνα αυτό ερμηνεύσαμε το εγγενές «επαναστατικό» και «κατάληψης της εξουσίας» περιεχόμενο και το μεταφράσαμε στην πολιτικο-μιλιταριστική μας στρατηγική. Το κεντρικό θέμα στο οποίο βασίσαμε το πρόγραμμά μας ήταν η εργατική τάξη. Η στιγμή κατά την οποία ο αέρας άλλαξε πορεία και άρχισε η αντεπίθεση των αφεντικών (οι 61 πολιτικές καταγγελίες και οι 24.000 απολύσεις στην Fiat μέχρι τη συμφωνία προσαρμογής του κόστους ζωής) κατέστησε επίσης τα πάντα πιο δύσκολα για εμάς. Η «επίθεση στην καρδιά του Κράτους» ήταν μια υποχρεωτική μετάβαση που έγινε για να αντιμετωπιστεί η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης έξω από τις πόρτες του εργοστασίου, ένα έδαφος που δεν επαρκούσε πλέον για να συνεχιστεί η επίθεση. Αλλά είναι απολύτως προφανές ότι με το βασικό μας σημείο αναφοράς, η εργατική τάξη απωθημένη πίσω στην άμυνα, ο ένοπλος αγώνας αποκόπηκε από μία από τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις.

Παραδόξως στα χρόνια που ακολούθησαν την Εαρινή Εκστρατεία κατά της Χριστιανοδημοκρατίας, ήμασταν πολύ ισχυρότεροι αριθμητικά και μιλιταριστικά, αλλά πολύ πιο αδύναμοι από πολιτική άποψη. Αυτό αντικατοπτρίστηκε οργανωτικά στις διάφορες διασπάσεις: αυτής του μιλανέζικου πυρήνα της οργάνωσης Walter Alasia και του Κόμματος του Αντάρτικου στη Νάπολη. Διασπάσεις που επιταχύνθηκαν με σκληρή κριτική από τους φυλακισμένους συντρόφους μας, οι οποίοι είχαν περιορισμένη υπομονή για τις δυσκολίες μας στο να αντιμετωπίσουμε το νέο στάδιο του αγώνα που παρερμήνευσαν ως ευνοϊκό όσον αφορά την οργάνωση των μαζών στο έδαφος του ένοπλου αγώνα.

Το 1982 απαγάγαμε τον Αμερικανό Στρατηγό Ντόζιερ. Το έδαφος του «πολέμου κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου» μάς φαινόταν ιδανικό για την ανάκτηση του δυναμισμού σε ένα έδαφος που θα μπορούσε να δώσει οξυγόνο σε ένα κίνημα εν αμύνει που είχε βιώσει τη συνθηκολόγηση όλων των προπυργίων του. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Όχι μόνο ο κρατούμενός μας απελευθερώθηκε αλλά ήταν η αρχή μιας περιόδου κατά την οποία η χρήση των βασανιστηρίων έγινε από επεισοδιακή συστηματική. Αυτό το εργαλείο εξαναγκασμού έδρασε αποκαλυπτικά για την πολιτική μας κρίση, η συμβολική ζημία που προκάλεσαν οι προδότες προστέθηκε στην οργανωτική ζημιά από τις πληροφορίες που εξήχθησαν. Αυθεντικός Κρατικός τρόμος και πολιτική εξευτελισμός: ένας θανατηφόρος συνδυασμός. Δανειστήκαμε από την Κινεζική Μεγάλη Πορεία το σύνθημα της «στρατηγικής υποχώρησης».

Θέλαμε να καταλάβουμε εάν ο ένοπλος αγώνας είχε ακόμα κάποια λογική και κάποιο αποδεκτό λόγο ύπαρξης. Ίσως αυτή ήταν η στιγμή που μας έφερε πιο κοντά στη συνειδητοποίηση της ήττας μας αλλά δεν την καταλάβαμε πλήρως. Ήμασταν μια μυστική μαχητική οργάνωση και δεν είχαμε τίποτα να παραδεχτούμε, αν δεν παραδιδόμασταν ψυχή τε και σώματι σε έναν εχθρό έτοιμο να δεχτεί την αποκήρυξή μας. Απρόθυμοι να το κάνουμε αυτό, δεσμευτήκαμε να συνεχίσουμε να το αντέχουμε αυτό που εξακολουθούσαμε να βλέπουμε ως κυκλική κρίση και όχι ως το τέλος μιας εποχής που φαινόταν προφανές μονάχα κάποια χρόνια αργότερα.

— «Ανάμεσα σε αυτούς τους συντρόφους, σχεδόν πάντα θα έβλεπα το νόμο της μεγαλύτερης ηγεσίας και όχι της μεγαλύτερης εξουσίας που υψώνει το ανάστημά της. Η μεγαλύτερη ευθύνη συνοδεύτηκε από την απουσία προνομίων. Με αυτούς θα μάθαινα τι σημαίνει να μην έχεις τίποτα δικό σου. Να ξεπερνάς μεγάλες και μικρές μικροψυχίες με το να δίνεις και να παίρνεις. Θα βίωνα σχέσεις ιδιαίτερης έντασης, όπως συμβαίνει όταν το άλλο είναι κάτι πολύτιμο για να προστατεύεις. Δοκίμασα τη γεύση μιας ειλικρινούς και διαφανούς ανταλλαγής βασισμένης στην εμπιστοσύνη και δίχως συμφέροντα πέραν του αμοιβαίου οφέλους μοιρασμένο μεταξύ ανθρώπων πλουσίων μονάχα με την ύπαρξη του άλλου. Και γνώρισα το ανεξίτηλο σημάδι μιας ριζοσπαστικής επιλογής ζωής ανδρών και γυναικών, μια ριζοσπαστικότητα που περισσότερο από άλλες προηγούμενες πολιτικές εμπειρίες μου, μπόρεσε να ελαχιστοποιήσει τις διακρίσεις και την υποταγή, σεξιστικές και διαφορετικά.»(Comrade Moon). Σε λίγες γραμμές συνοψίζετε τα καθοδηγητικά ιδανικά ενός τμήματος μιας γενιάς και την προσπάθεια να τα πραγματοποιήσει. Τι απομένει από τον ένοπλο αγώνα;

Αυτό που μένει είναι η αποτυχία μιας ανιδιοτελούς προσπάθειας για εξανθρωπισμό μιας ταξικά διαιρεμένης κοινωνίας. Αυτό μιας ομάδας κομμουνιστών που τόλμησαν να επιχειρήσουν την απελευθέρωση από τη μισθωτή εργασία και την αγορά, να κάνουν την ουτοπία ρεαλιστική. Δεν κερδίσαμε, δεν θα μπορούσαμε να έχουμε κερδίσει, τώρα αυτό είναι πολύ σαφές, αλλά ίσως αυτή η απόπειρα έχει αφήσει κάτι χρήσιμο για τους αγώνες του μέλλοντος. Ο εχθρός δεν είναι αήττητος, όσο και αν φαίνεται συχνά τέτοιος, και δεν μπορεί ποτέ να χτυπηθεί διαπαντός.

— Μετά το 2011 έχετε πλήρη ελευθερία, μετά από είκοσι χρόνια φυλακή και 5 χρόνια υπό περιορισμό, πριν από αυτό περάσατε 10 χρόνια στην παρανομία. Το γράψιμο φαίνεται να έχει καταλάβει ένα σημαντικό, ίσως το σημαντικότερο ρόλο στη ζωή σας. Ποιά είναι η «κανονικότητα» για σας σήμερα;

Ιχνογραφώντας ένα βιώσιμο χάρτη των πραγμάτων. Η φυλάκιση είναι πάνω απ’ όλα μια αποστασιοποίηση από τις υποθέσεις του κόσμου. Στη στενή, η ζωή είναι αντανακλάσεις, μη επαληθεύσιμες ιδέες, αναπαραστάσεις που στερούνται ουσίας και δίχως βιωματική γνώση. Σε μια εποχή που εξελίσσεται τόσο γρήγορα όσο η τρέχουσα, 10 ή 20 χρόνια φυλακή εξαλείφει κάθε δυνατότητα να είσαι σε συμφωνία με το μήκος κύματος της δημόσιας επικοινωνίας.

Είναι ωσάν, ξυπνώντας από ένα μακρύ ύπνο, να βρίσκεστε δίχως ένα αντίδοτο στο δηλητήριο του αποπροσανατολισμού, που όλοι σε κατάσταση ελευθερίας, μπορούν να καταπιούν σταλιά-σταλιά μέχρι να αποκτήσουν ανοσία. Όταν συμβαίνει αυτό, πρέπει να πάρετε τη θέση σας, να απομακρυνθείτε από τη βραχυπρόθεσμη προοπτική, και να ανακόψετε την επίδραση της πάρλας και του ψεύδους στο οποίο βρίσκεστε βυθισμένοι. Για μένα το γράψιμο υπήρξε και ήταν αυτό: θεραπευτικό, να μου δίνει αυτοπεποίθηση, μη αποκλειστικό και αποκαταστατικό. Σαν τις υφασμάτινες κλωστές στην τέχνη της Μαρία Λάι, που είναι σε θέση να επισκευάσουν τις παλιές σχισμές και πληγές που εξακολουθούν να είναι επώδυνα ανοιχτές. Για να το κάνετε αυτό πρέπει να ψάξετε για την ιστορία του κόσμου εκεί που ποτέ δεν είναι αυτή που γράφτηκε σε βιβλία και επαναλαμβανόταν ως αλήθεια με τα λόγια στα ψηλά της εξουσίας, αλλά στη μαρτυρία που το ανθρώπινο ταξίδι έχει αφήσει στην ύλη, στις αναμνήσεις που έχουν μεταβιβαστεί, στα ροζιασμένα χέρια, στις ιστορίες των οποίων η Ιστορία είναι φτιαγμένη και που τις δέχονται όλοι. Αυτή είναι η «κανονικότητά» μου. Ακολουθώντας τα ίχνη αυτού του μονοπατιού για να μου δώσουν κάποιες απαντήσεις και να χαλαρώσουν τον κόμπο στο λαιμό μου.

— Ένας δημοσιογράφος και ακτιβιστής των Μοντονέρος, ο Ροδόλφο Ουόλς, ο οποίος έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια της τελευταίας δικτατορίας στην Αργεντινή δήλωσε ότι οι κυρίαρχες τάξεις έχουν προσπαθήσει πάντα να εξασφαλίσουν ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν ιστορία «κάθε αγώνας πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου, ξέχωρα από εκείνους του παρελθόντος, η συλλογική εμπειρία έχει χαθεί, τα μαθήματά της λησμονιούνται. Η ιστορία εμφανίζεται ως ιδιωτική ιδιοκτησία, ιδιοκτησία με τους ίδιους ιδιοκτήτες όπως και όλα τα άλλα.». Θα θέλατε να το σχολιάσετε;

Δεν θα μπορούσα να το πω καλύτερα.

Ευχαριστώ!

Μετάφραση: Bakuninio

Ακολουθήστε την ΑΙΧΜΗ στο twitter: https://twitter.com/aixmi_kd

https://aixmi.wordpress.com/

Εικόνες:

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License