Ενάντια στον Αναρχοφιλελευθερισμό και την κατάρα των Πολιτικών της Ταυτότητας

Ο αναρχισμός στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει γίνει ένα αστείο. Συμβολίζοντας κάποτε σκληρούς αγώνες για ελευθερία, η λέξη έχει πλέον απογυμνωθεί ώστε να ανοίξει ο δρόμος για στενόμυαλες, γεμάτες μίσος, διαχωριστικές πολιτικές της ταυτότητας με φορείς ακτιβιστές της μεσαίας τάξης που προσπαθούν να προστατεύσουν τα προνόμιά τους. Γράφουμε αυτό το φυλλάδιο ώστε να ανακτήσουμε τον αναρχισμό από αυτούς τους πολιτικούς της ταυτότητας.

post image

Γράφουμε ως αυτοπροσδιοριζόμενοι αναρχικοί, βλέποντας τις ρίζες μας στους πολιτικούς αγώνες του παρελθόντος. Είμαστε αντιφασίστες, αντιρατσιστές, φεμινιστές. Θέλουμε να δούμε το τέλος κάθε καταπίεσης και παίρνουμε ενεργό ρόλο σε αυτούς τους αγώνες. Ωστόσο, αφετηρία μας δεν είναι η περίπλοκη γλώσσα των αριστερών φιλελεύθερων ακαδημαϊκών, αλλά ο Αναρχισμός και οι αρχές του: η ελευθερία, η συνεργασία, η αλληλοβοήθεια, η αλληλεγγύη και η ισότητα για όλους ανεξαρτήτως. Οι ιεραρχίες της εξουσίας, όπως κι αν εκδηλώνονται, είναι εχθροί μας.

Οι πολιτικές της ταυτότητας είναι μέρος της κοινωνίας που θέλουμε να καταστρέψουμε.

Οι πολιτικές ταυτότητας δεν είναι απελευθερωτικές, αλλά ρεφορμιστικές.

Δεν είναι τίποτα άλλο από ένα έδαφος αναπαραγωγής για επίδοξους πολιτικούς της ταυτότητας από την μεσαία τάξη. Το μακροπρόθεσμο όραμά τους είναι η πλήρης ενσωμάτωση παραδοσιακά καταπιεσμένων ομάδων στο ιεραρχικό, ανταγωνιστικό κοινωνικό σύστημα που είναι ο καπιταλισμός και όχι η καταστροφή αυτού του συστήματος. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ο Καπιταλισμός Ουράνιου Τόξου (Ροζ Καπιταλισμός) – μια πιο αποτελεσματική και εκλεπτυσμένη μορφή κοινωνικού ελέγχου, όπου ο καθένας έχει την ευκαιρία να παίξει ένα ρόλο! Περιορισμένοι στον «ασφαλή χώρο» των ομοίων τους, οι πολιτικοί της ταυτότητας γίνονται ολοένα και πιο απομονωμένοι απ’ τον πραγματικό κόσμο.

Ένα καλό παράδειγμα είναι η «queer θεωρία» και πώς αυτή έχει αφομειωθεί πλέον από την λογική διαχείρησης των κυρίαρχων πολυεθνικών εταιριών. Η έννοια του queer δεν πάει πολύς καιρός που ήταν κάτι ανατρεπτικό, υποδηλώνοντας την ακαθόριστη σεξουαλικότητα, μία επιθυμία να ξεφύγουμε από τις προσπάθειες της κοινωνίας να ορίσει, να οριοθετήσει και να διαγνώσει τα πάντα, από την ψυχική μας υγεία μέχρι τη σεξουαλικότητά μας. Ωστόσο, ελαχιστοποιώντας την πλευρά της ταξικής κριτικής, η έννοια υιοθετήθηκε πολύ εύκολα από τους πολιτικούς της ταυτότητας και τους ακαδημαϊκούς ώστε να δημιουργήσουν μια ακόμη διαχωριστική ταμπέλα μιας cool κλικας ανθρώπων που, δυστυχώς, η στάση τους είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από απελευθερωτική. Όλο και περισσότερο, η έννοια του κουήρ είναι ένα ωραίο έμβλημα που έχει υιοθετηθεί από μερικούς για να προσποιηθούν ότι είναι και αυτοί καταπιεσμένοι και να αποφύγουν να τους επικρίνουν για την σκατένια, μπουρζουάδικη πολιτική τους στάση.

Δεν θέλουμε να μάθουμε για το επόμενο DIY σκηνικό, την queer βραδιά ή το φεστιβάλ μιας κατάληψης που αποκλείει όσους δεν έχουν σωστή γλώσσα, ειδικό κώδικα ενδυμασίας ή τις κατάλληλες κοινωνικές γνωριμίες. Επιστρέψτε όταν έχετε κάτι πραγματικά ουσιώδες, ανατρεπτικό και επικίνδυνο για το καθεστώς.

Οι πολιτικές ταυτότητας είναι στενόμυαλες, δημιουργούν αποκλεισμούς και διχάζουν.

Σε μια εποχή που πρέπει να φτάσουμε έξω από τους δικούς μας μικρούς κύκλους, περισσότερο από ποτέ, οι ταυτοτικές πολιτικές το μόνο που κάνουν είναι να ομφαλοσκοπούν. Δεν είναι τυχαίο. Ενώ ισχυρίζονται ότι αφορούν την συμμετοχή ανθρώπων που διαφορετικά θα μπορούσαν να αποκλειστούν ή να περιθωριοποιηθούν, είναι εξαιρετικά απαγορευτικές και αναπαράγουν αποκλεισμούς διαιρώντας τον κόσμο σε δύο πολύ γενικές ομάδες: τους “Αδιαμφισβήτητα Καταπιεσμένους” και τους “Εγγενώς Προνομιούχους”. Υπάρχουν λίγες γκρίζες περιοχές που επιτρέπονται στην πράξη, ενώ οι συγκρούσεις μεταξύ αυτών των ομάδων συνεχίζονται.

Το πιάνουμε, δεν είναι μόνο η τάξη, αλλά αν δεν μπορούμε έστω να κινητοποιηθούμε μαζί ώστε να αναγνωρίσουμε ποιος πραγματικά κατέχει τα ηνία της εξουσίας, τότε δεν έχουμε καμία ελπίδα να φτάσουμε οπουδήποτε. Εάν το όραμά τους ήταν αληθινά απελευθερωτικό για όλους, τότε δεν θα είχαν μια πολιτική διχασμού, η οποία βάζει συνεχώς μια ομάδα εναντίον μιας άλλης, με τρόπο που ομοιάζει με τον καπιταλισμό και τον εθνικισμό. Καταστάσεις που θολώνουν τον απλό διπολισμό ανάμεσα στον καταπιεσμένο και τον προνομιούχο, όπως προσωπικές εμπειρίες ή τραύματα (που δεν μπορούν απλά να συνοψιστούν από την ταυτότητα ενός ατόμου ως μέλους μιας καταπιεσμένης ομάδας) ή πράγματα που οι άνθρωποι μπορεί να μην αισθάνονται άνετα να μιλάνε για αυτά, όπως η ψυχική υγεία ή η κοινωνική τους τάξη, συχνά αγνοούνται ηθελημένα από τους πολιτικούς της ταυτότητας.

Όπως επίσης αγνοείται το πιο προφανές : τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε όλοι μας υπερβαίνουν κατά πολύ την κουηροφοβία ή την τρανσοφοβία και επεκτείνονται σε ολόκληρο το γαμημένο σύστημα της υποδούλωσης του πλανήτη, της καταστροφής, της εκμετάλλευσης και του εγκλεισμού. Δεν θέλουμε να δούμε κανέναν στο σύστημα των φυλακών, είτε πρόκειται για τρανς μαύρες γυναίκες, είτε για λευκούς cis (1) άνδρες (οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των φυλακισμένων στο Ηνωμένο Βασίλειο). Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι πολιτικές που βασίζονται σε μια τέτοια αποκλειστικότητα οδηγούν σε συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις και στο να βλέπουμε ο ένας τον άλλο ως εχθρό, ιδιαίτερα δεδομένης της ευπάθειας που έχουμε στην χειραγώγηση μας από μεσοαστούς διαχειριστές των πολιτικών της ταυτότητας.

Οι πολιτικές ταυτότητας είναι εργαλείο των μεσοαστών.

Είναι καταφανές πως αυτές οι πολιτικές χρησιμοποιούνται και καταχράζονται από ευφράδεις, καλά μορφωμένους εκπροσώπους ομάδων για να εδραιώσουν και να διατηρήσουν τη δική τους εξουσία μέσα από τον πολιτικαντισμό, τον δογματισμό και τον εκφοβισμό. Το ευκατάστατο υπόβαθρο αυτών των ακτιβιστών φανερώνεται συχνά όχι μόνο από τη χρήση ακαδημαϊκής φρασεολογίας αλλά και από την αίσθηση ανωτερότητας και αυτοπεποίθησης που επιβάλλουν στους γύρω τους για τους εαυτούς τους, με αποτέλεσμα να κάνουν χρήση του χρόνου και της ενέργειας άλλων ακτιβιστών και να επιβάλλουν μια κατάσταση ώστε όλοι να είναι υποχρεωμένοι να εστιάσουν σε αυτούς, τις απόψεις τους και τα συναισθήματά τους. Πράγματι, η απουσία ηθικής της εργασίας, μια κάποια ευθραυστότητα, και η εμμονή στην ασφάλεια και τη γλώσσα, όχι όμως στις υλικές συνθήκες και τον αγώνα για ουσιαστική αλλαγή της ζωής, είναι μερικές ακόμα πτυχές που αποκαλύπτουν το μεσοαστικό ταξικό υπόβαθρο πολλών πολιτικών της ταυτότητας.

Συχνά βλέπουμε την ευκολία με την οποία αυτοί οι άνθρωποι καταγγέλουν και φωνάζουν σε άλλους για την παραμικρή απόκλιση από τον κώδικα πρακτικής που έχουν επιβάλει οι ίδιοι αυθαίρετα και μονομερώς, υποθέτοντας ότι όλοι πρέπει να σκέφτονται όπως εκείνοι ή ότι πρέπει να έχουν την υποχρέωση, την διάθεση και τον χρόνο να αφιερωθούν στην εκμάθηση του δικού τους εξειδικευμένου κώδικα σκέψης. Έτσι, αγνοούν την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής και της ταξικής πάλης.

Υπάρχει μια λανθασμένα υποτιθέμενη αυτόματη ταύτιση των “Αδιαμφισβήτητα Καταπιεσμένων” με την εργατική τάξη. Αντίθετα, πολλοί από τους “Αναμφισβήτητα Καταπιεσμένους” υιοθετούν φιλελεύθερες αξίες ριζωμένες στην καπιταλιστική ιδεολογία, αντί να είναι αληθινά απελευθερωτικοί.

Μια πολιτική που βασίζεται στην αναγκαστική χρήση της “σωστής” γλώσσας, ορολογίας και φρασεολογίας και την επιβεβλημένη χρήση του “σωστού” τόνου ομιλίας και ενός εξειδικευμένου κώδικα επικοινωνίας είναι αυτή η ίδια που εν δυνάμει μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο καταπίεσης. Σίγουρα δεν αντιπροσωπεύει εκείνους για τους οποίους ισχυρίζεται ότι μιλάει, εκείνους που βρίσκονται στον πάτο της κοινωνίας. Μια αναρχική ανάλυση έχει την δυνατότητα να κατανοήσει ότι, κάποιος μπορεί να προέρχεται από μια καταπιεσμένη ομάδα και την ίδια στιγμή η πολιτική του ή τα αιτήματα που προβάλλει για λογαριασμό των Αναμφισβήτητα Καταπιεσμένων να είναι καθαρά φιλελεύθερα, μπουρζουάδικα και φιλοκαπιταλιστικά.

Οι πολιτικές ταυτότητας είναι ιεραρχικές.

Με την ενίσχυση της ισχύος και του στάτους των μεσοαστών φορέων της μικρο-πολιτικής, οι ταυτοτικές πολιτικές καθίστανται ιεραρχικές. Πέρα από τη συχνή στρεψοδικία, η επιβολή τέτοιων δογμάτων επιτρέπει σε αυτή την μορφή εξουσίας να μένει τις περισσότερες φορές εκτός από κάθε μορφή αμφισβήτησης.

Σε αυτούς τους μηχανισμούς περιλαμβάνονται:

οι σιωπηρές καταπιεστικές ιεραρχίες, η δημιουργία και χρήση φορτισμένων όρων που αποσκοπούν στην πρόκληση συναισθηματικής αντίδρασης («προβοκάτσια», «νιώθω ανασφάλεια», «terf» (2), «είσαι φασίστας»), ο κανόνας ότι όσοι δεν είναι μέλη συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων δεν έχουν δικαίωμα γνώμης για την ευρύτερη πολιτική αυτών των ομάδων, η ιδέα ότι τα μέλη μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας δεν έχουν σε καμία περίπτωση υποχρέωση να «μοχθούν» ώστε να εξηγήσουν τις απόψεις τους και την πολιτική τους σε ανθρώπους που δεν αποτελούν μέλη της ομάδας τους, η ενοχοποίηση εναλλακτικών συζητήσεων και διαφορετικών απόψεων από τις δικές τους ως «βία» και η ιδέα ότι δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει έναν εκπρόσωπο ή μέλος αυτών των ομάδων (ανεξάρτητα από το πόσο κακή είναι η πολιτική τους) λόγω του γεγονότος ότι είναι “Αναμφισβήτητα Καταπιεσμένοι”.

Αυτά τα δόγματα χρησιμοποιούνται για την επιβολή και διατήρηση αυτών των κανόνων είτε σε υποκουλτούρες, είτε στην ευρύτερη κοινωνία. Οι αναρχικοί πρέπει να είναι καχύποπτοι για κάθε τάση που βασίζεται σε αδιαμφισβήτητες αρχές, ιδιαίτερα εκείνες που δημιουργούν τόσο εμφανείς ιεραρχίες.

Οι πολιτικές ταυτότητας συχνά εκμεταλλεύονται το φόβο, την ανασφάλεια και την ενοχή.

Είναι σημαντικό πως αυτό το αναγνωρίζουμε σε δύο μέτωπα. Κατά αρχάς, αυτές οι πολιτικές χρησιμοποιούνται για να αποκλείουν παρά για να εμψυχώνουν, όπως υποστηρίζουν. Ενισχύουν την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι εύθραυστα θύματα και όχι παράγοντες αλλαγής και ως εκ τούτου πρέπει να αποδεχθούν ηγέτες. Αν και οι ασφαλέστεροι χώροι και η γλώσσα είναι σημαντικά ζητήματα, η έκταση της εμμονής με αυτά τα πράγματα δεν είναι σημάδι δύναμης, αλλά αυτο-διαιωνιζόμενης θυματοποίησης.

Μέσω του κοινωνικού άγχους, δημιουργούν σε όλους τους άλλους την ενοχή ότι είναι με κάποιο τρόπο προνομιούχοι και ότι είναι επί του προσωπικού, συγκεκριμένα αυτοί οι ίδιοι, απόλυτα υπεύθυνοι για τα γιγαντιαία συστήματα καταπίεσης που στην πραγματικότητα ωφελούν μόνο λίγους. Επιτρέπουν επίσης σε όσους ανήκουν σε μειονοτικές ομάδες που επωφελούνται από σύγχρονες κρατικές και καπιταλιστικές δομές να αποφύγουν κάθε λογοδοσία για τις καταπιεστικές ενέργειές τους ή τις προκαταλήψεις τους.

Μια αναρχική ανάλυση σημαίνει πως θα πρέπει να αναγνωρίζουμε ότι και τα μέλη καταπιεσμένων ομάδων μπορούν να έχουν επίσης ελίτ και καταπιεστικές θέσεις, και πρέπει να αμφισβητούνται εξίσου κι όχι, δειλιάζοντας, να αφήνουμε ανοιχτό αυτό το πεδίο.

Οι πολιτικές ταυτότητας έχουν μολύνει τους αναρχικούς χώρους.

Δυστυχώς, ο αναρχισμός υποσκάπτεται, στην βιασύνη του να υποστηρίξει έναν φαινομενικά καλό σκοπό, και να αποτελεσει όντως έναν «καλό σύμμαχο». Η συμμαχία όμως αυτή συχνά θεσπίζεται στην τυφλή αποδοχή της πολιτικής εκείνων που είναι Αναμφίβολα Καταπιεσμένοι, ή που ισχυρίζονται ότι είναι, ανεξάρτητα από το πόσο σκατά είναι οι πολιτικές τους ή η προσωπική τους συμπεριφορά. Είναι η πρόθυμη και εθελούσια υποταγή στις πολιτικές των άλλων, είναι να υποχωρείς από την αναρχική θέση κι είναι επίσης η έλλειψη αποφασιστικότητας που επιτρέπει την επιβολή αυτής της κατάστασης.

Σε αυτοδιορισμένους ηγέτες που δεν συμφωνούν με την πολιτική μας δεν πρέπει να δίνουμε βήμα. Είναι, λοιπόν, ειρωνικό το γεγονός ότι επιτρέψαμε σε ομάδες με μικρή ή καθόλου ριζοσπαστική πολιτική να εισέλθουν στους χώρους μας, να σταματήσουν οποιαδήποτε συζήτηση και να ισχυριστούν πως οτιδήποτε διαφωνεί με την άποψή τους είναι “φασιστικό”. Αν μη τι άλλο, εμείς ξέρουμε οτί ο φασισμός είναι κάτι πολύ περισσότερο.

Μας εκπλήσσει, επίσης, που οι προφανείς παραλληλισμοί με την δεξιά δεν γίνονται διακριτοί, και μάλιστα όταν απορρίπτονται φεμινίστριες ως “φεμινάζι” και οι ακτιβιστές για τα δικαιώματα των τρανς χρησιμοποιούν τη λέξη “φασίστας” ενάντια σε ριζοσπάστριες φεμινίστριες, όπως και στα συνθήματα που ξεφυτρώνουν μόνιμα σε αναρχικούς χώρους (τόσο διαδικτυακά όσο και στον πραγματικό κόσμο) και ζητούν να σκοτωθούν οι «terfs». Είναι συγκλονιστικό ότι η βία αυτού του μισογυνισμού γιορτάζεται αντί να καταδικάζεται.

Ο αναρχισμός είναι ενάντια στους θεούς.

Υπάρχει κάποια φράση που συνοψίζει τον αναρχισμό καλύτερα από το «ούτε θεοί, ούτε αφέντες»; Αυτή η ιεραρχία και όλοι αυτοί οι αποκλεισμοί είναι αντίθετοι προς τον αναρχισμό. Συνηθίζαμε στο παρελθόν να δολοφονούμε πολιτικούς και αμέτρητοι σύντροφοι μας έδωσαν τη ζωή τους για τον αγώνα ενάντια στην εξουσία. Εξακολουθούμε να απορρίπτουμε πολιτικούς από όλους τους χώρους, είτε τους Τόρις [Συντηρητικοί] είτε τους Εργατικούς είτε αυτούς που βλέπουν τους εαυτούς τους ως ηγέτες κινημάτων που βασίζονται στην ταυτότητα. Είναι εντελώς ενάντια στις πιο βασικές αρχές του αναρχισμού να δεχόμαστε ηγεσία από άλλους, καθώς πιστεύουμε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι. Για τον ίδιο λόγο, δε μπορούμε να δεχτούμε την ιδέα πως δεν επιτρέπεται να αμφισβητήσουμε ή να διερευνήσουμε θέσεις που υποστηρίζονται από άλλους ακτιβιστές ή όσους αυτοπροσδιορίζονται σαν αναρχικοί – κάτι στο οποίο δυστυχώς επιμένουν πολύ συχνά οι πολιτικές της ταυτότητας.

Ο αναρχισμός δεν υποστηρίζει πατριαρχικές θρησκείες και οι αναρχικοί έχουν μακρά ιστορία συγκρούσεων με αυτές. Είναι ντροπιαστικός ο τρόπος με τον οποίο τόσο μεγάλο μέρος αυτού που περνιέται σήμερα για αναρχισμός στο Ηνωμένο Βασίλειο δρα απολογητικά προς εκείνους τους πολιτισμούς που θέλουν να αποφύγουν οποιαδήποτε εναντίωση στο δικό τους σεξισμό και την πατριαρχία τους ή ακόμα και να συνεχίζουν να υποστηρίζουν τις καταπιεστικές θρησκείες τους, απλά και μόνο επειδή οι συντηρητικοί και οι φασίστες αντιμετωπίζουν αυτές τις αντιδραστικές θρησκείες ως αποδιοπομπαίους τράγους.

Η καταστροφή αναρχικών εγχειρημάτων διεξάγεται και γιορτάζεται στο όνομα των πολιτικών της ταυτότητας, απλά για να κατευνάσει και να ικανοποιήσει εκείνους που δεν έχουν ούτως ή άλλως κανένα ενδιαφέρον για τον ίδιο τον αναρχισμό. Και αν κάποιοι αμφισβητήσουν αυτές τις καταστάσεις, γνωρίζουν την κακοποίηση ή ακόμα και τη σωματική επίθεση – συμπεριφορά που ήταν κάποτε κατακριτέα, αλλά πλέον γίνεται αποδεκτή γιατί προέρχεται από εκείνους που θεωρούνται καταπιεσμένοι.

Εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε, είναι προφανής η απόλυτη αποτυχία της αναρχικής πολιτικής από εκείνους που υποτίθεται ότι την εκπροσωπούν. Ας αρχίσουμε αναφερόμενοι στο Freedom News (3), των οποίων η άκριτη υποστήριξη ομάδων που έχουν ελάχιστα κοινά στοιχεία με τον αναρχισμό είναι ντροπιαστική.

Ο αναρχισμός δεν είναι “πολιτική της ταυτότητας”.

Ο αναρχισμός δεν είναι απλώς μια ακόμη ταυτότητα, όπως κάποιοι επιθυμούν να ισχυριστούν. Αυτή είναι μια κοινότυπη, χονδροειδής και απλουστευτική στάση από τους ακτιβιστές της ταυτότητας και ένας τρόπος για να αποφευχθεί η απάντηση σε πραγματικά πολιτικά ζητήματα. Δείχνει επίσης την αδυναμία κατανόησης του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιούνται οι πολιτικές της ταυτότητας για να χειραγωγούνται, να καθοδηγούνται και να υπονομεύονται οι αναρχικοί χώροι για ιδιοτελείς και προσωπικές σκοπιμότητες. Σίγουρα, ο «αναρχικός» μπορεί να οριστεί και ως ταυτότητα, και οι αναρχικοί είναι επιρρεπείς σε συμπεριφορές “κλίκας”, που έχουν ορθά, πολλές φορές, επικριθεί. Αλλά οι ομοιότητες τελειώνουν εκεί.

Σε αντίθεση με τους πολιτικούς της ταυτότητας ή το SWP [Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα], οι περισσότεροι αναρχικοί δεν προσπαθούν να στρατολογήσουν οπαδούς, αλλά προσπαθούν να διαδώσουν ιδέες που θα υποστηρίξουν τις κοινότητες ώστε αυτές οι ίδιες να αγωνίζονται για τον εαυτό τους με τρόπους που δεν θα τις κάνουν πλέον χειραγωγήσιμες από κανέναν. Η ατζέντα μας είναι ριζικά διαφορετική και με σπάνια χαρακτηριστικά, διότι η βασική μας πολιτική δεν είναι η προώθηση της προσωπικής μας εξουσίας και ανωτερότητας. Ο αναρχισμός ενθαρρύνει τους ανθρώπους, σύμφωνα με το πνεύμα της ελευθερίας, να αμφισβητούν τα πάντα, ακόμα και αυτά που έχουμε εμείς οι ίδιοι να τους πούμε.

Σε αντίθεση με τα έμφυτα χαρακτηριστικά ενσωμάτωσης και αποκλεισμού των πολιτικών της ταυτότητας, που καθορίζουν διαρκώς όσους είναι “εντός” και αυτούς που είναι “εκτός”, ο αναρχισμός είναι για εμάς ένα ηθικό σύνολο που καθοδηγεί τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και αντιδρούμε απέναντι στον κόσμο. Ο αναρχισμός είναι ανοιχτός στον καθένα που μπορεί να δεί ή να ακούσει κάτι για αυτόν, είναι κάτι που μπορεί ο καθένας να το αισθανθεί, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή το κοινωνικό και πολιτισμικό υπόβαθρο από το οποίο προέρχεται. Συχνά τα αποτελέσματα είναι ποικίλα, καθώς οι άνθρωποι τα συνδυάζουν όλα αυτά με τις δικές τους προσωπικότητες, τις εμπειρίες ζωής και άλλες πτυχές της ταυτότητάς τους.

Δεν χρειάζεται κανείς να γνωρίζει τη λέξη Αναρχία για να την αισθανθεί. Πρόκειται για ένα απλό και συνεκτικό σύνολο ιδεών που μπορούν να λειτουργήσουν ως οτιδήποτε: από την επιλογή μιας συγκεκριμένης σύγκρουσης, μέχρι την ίδρυση των κοινωνιών του μέλλοντος. Όσον αφορά τις αναρχικές αξίες λοιπόν, η οποιαδήποτε διαφωνία για τις πολιτικές της ταυτότητας έχει νόημα όταν υποτίθεται ότι αυτές οι αξίες υπάρχουν για να μας ενώνουν και όχι για να μας διαχωρίζουν.

Το να είσαι ομοφυλόφιλος ή να έχεις καφετί δέρμα δημιουργεί παρόμοιες εμπειρίες με εκείνους που μοιράζονται αυτά τα χαρακτηριστικά μαζί σου και προφανώς σημαίνει ότι είναι πιθανό να έχεις κοινωνικούς δεσμούς, ή την κοινή αίσθηση ότι ανήκεις σε αυτή την ομάδα. Ωστόσο, η ζωή είναι στην πραγματικότητα πολύ πιο περίπλοκη και τελικά ίσως να έχεις τα ίδια ή περισσότερα κοινά με μια τυχαία λευκή queer γυναίκα από ότι θα είχες με έναν μελαμψό cis άνδρα.

Οι ταυτοτικές πολιτικές αντικατοπτρίζουν, κάποιες φορές, το σωβινισμό του εθνικισμού, όπου διαφορετικές ομάδες επιδιώκουν να δημιουργήσουν τις δικές τους εξουσίες σύμφωνα με κατηγοριοποιήσεις που προέρχονται από την καπιταλιστική τάξη. Εμείς, από την άλλη πλευρά, είμαστε διεθνιστές που πιστεύουμε στη δικαιοσύνη για όλους.

Ο αναρχισμός επιδιώκει να υψώσει όλες τις φωνές, όχι μόνο εκείνες των μειονοτικών ομάδων. Η αντίληψη ότι η καταπίεση επηρεάζει μόνο τις μειονότητες και όχι τις ευρύτερες μάζες είναι προϊόν της πολιτικής της αστική τάξης που ποτέ δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για επαναστατική αλλαγή.

Οι πολιτικές ταυτότητας τροφοδοτούν την άκρα δεξιά.

Τέλος, αξίζει να υπογραμμίσουμε πόσο χρήσιμες καταλήγουν να είναι οι πολιτικές ταυτότητας στα χέρια της ακροδεξιάς. Στην καλύτερη, η «ριζοσπαστική» πολιτική μοιάζει για τους περισσότερους σαν μια άσχετη και αδιάφορη μορφή ομφαλοσκόπησης. Στη χειρότερη περίπτωση, οι μεσοαστοί ακτιβιστές της πολιτικής της ταυτότητας κάνουν εξαιρετική δουλειά στην αποξένωση των ήδη αλλοτριωμένων cis λευκών ανθρώπων, οι οποίοι συνθέτουν τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού στο Ηνωμένο Βασίλειο, και όλο και περισσότερο στρέφονται προς τη Δεξιά.

Το να αγνοήσουμε αυτό το γεγονός και να συνεχίσουμε τη φαγωμάρα μεταξύ μας σχετικά με τη πολιτική της ταυτότητας θα ήταν ο ορισμός της αλαζονείας. Ωστόσο, τη στιγμή που βλέπουμε τα φασιστικά κινήματα να πολλαπλασιάζονται, η προσοχή των αναρχικών εξακολουθεί να αποσπάται από αυτή την διχαστική και διασπαστική πολιτική. Για πάρα πολλούς, οι πολιτικές ταυτότητας είναι απλά ένα παιχνίδι, που όσο εμείς του δείχνουμε απόλυτη ανοχή αυτό οδηγεί σε διαρκή αναστάτωση τους κύκλους των ακτιβιστών.

Τελική σημείωση.

Για εμάς, ο αναρχισμός είναι συνεργασία, αμοιβαία βοήθεια, αλληλεγγύη και καταπολέμηση των πραγματικών κέντρων εξουσίας. Οι αυτοοργανωμένοι χώροι των αναρχικών κινημάτων δεν υπάρχουν για όσους απλώς θέλουν να τσακωθούν με τους γύρω τους. Έχουμε μια υπερήφανη ιστορία διεθνισμού και πολυμορφίας, οπότε ας ανακτήσουμε τις πολιτικές μας δυνάμεις για ένα μέλλον που πραγματικά θα καταργεί όλους τους αποκλεισμούς.

Woke Anarchists Collective

Σημειώσεις της μετάφρασης:

1) cis = μη τρανς άτομο, άτομο δηλαδή του οποίου η έμφυλη ταυτότητα ταυτίζεται με την “κοινωνικά αποδεκτή” ταυτότητα για τους γύρω.

2) terf(s) = από τα αρχικά της έκφρασης “Trans-Exclusionary Radical Feminist”, δηλαδή “Ριζοσπαστικός Φεμινισμός αποκλεισμού των Τρανς”. Αυτή η υπο-ομάδα φεμινιστριών/στων χαρακτηρίζεται ως τρανσοφοβική αφού η κριτική της βασίζεται στον βιολογικό ντετερμινισμό, κάτι που τις κάνει να μην αναγνωρίζουν τις τρανς γυναίκες ως τέτοιες αφού θεωρούν πως δεν έχουν τα βιολογικά χαρακτηριστικά που έχουν οι γυναίκες. Η “θεωρία” τους αντιτίθεται στο τρίτο κύμα φεμινισμού.

3) Ιστορικό έντυπο το οποίο εκδίδονταν από 1886 ως το 2014 στο Λονδίνο. Από τους ιδρυτές και υπεύθυνους του εντύπου ξεχωρίζει ο Πιοτρ Κροπότκιν. Ξεκίνησε με τον υπότιτλο “Ένα περιοδικό του Αναρχικού Σοσιαλισμού” και το 1889 ο υπότιτλος έγινε “Ένα περιοδικό του Αναρχικού Κομμουνισμού”. Μετά το 2014 που έπαψε την έντυπη έκδοση συνεχίζει να υφίσταται ως ιστοσελίδα και οι δημοσιεύσεις του εμφανίζονται στο https://freedomnews.org.uk/.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στα αγγλικά από την ομάδα Woke Anarchists Collective.

Η μετάφραση έγινε αρχικά απο την ομάδα Λυσσασμένοι Προλετάριοι και εδώ δημοσιεύεται με διορθώσεις από το Κενό Δίκτυο.

Εικόνες:

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

To μέγιστο μέγεθος των αρχείων είναι 16ΜΒ. Επιτρέπονται όλες οι γνωστές καταλήξεις αρχείων εικόνας,ήχου, βίντεο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Για να υπάρχει η δυνατότα embed ενός video πρέπει να είναι της μορφής mp4 ή ogg.

Νέο! Επιλέξτε ποιά εικόνα θα απεικονίζεται στην αρχή του σχόλιου.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License