Ενάντια στον κοινοβουλευτισμό και τον εθνικισμό

Ο κεντρικός ρόλος που έπαιζε η θρησκεία ως πυλώνας κοινωνικής συνοχής, άρχισε από τον ύστερο μεσαίωνα και την Αναγέννηση να υποβαθμίζεται. Το νέο συνεκτικό στοιχείο αναζητούνταν πλέον στην επίγεια επικράτεια και την κοσμική εξουσία. Οι εθνικές ιδεολογίες που πρωτοεμφανίστηκαν προς το τέλος της περιόδου της Αναγέννησης, προέκριναν την ενοποίηση των επιμέρους τοπικών φέουδων σε «ένα κράτος, ένα έθνος». Η εμφάνιση αυτών των ιδεολογιών σχετίζεται άμεσα με την κατάρρευση της φεουδαρχικής άρχουσας τάξης (αριστοκρατίας), και την ταυτόχρονη άνοδο της αστικής, καπιταλιστικής τάξης. Η κοσμική εξουσία οφείλει πλέον να ασκείται αποκλειστικά και μόνο από το κράτος και όχι από την Εκκλησία. Με τον τρόπο αυτό ανατράπηκε μια ιεραρχία αιώνων, ένα ολόκληρο κοσμοείδωλο, και ξεκίνησε μια καταλυτική κοινωνική αλλαγή η οποία προσέλαβε την ολοκληρωμένη μορφή της στους επόμενους αιώνες.

post image

Ο εθνικισμός ιστορικά

Ο κεντρικός ρόλος που έπαιζε η θρησκεία ως πυλώνας κοινωνικής συνοχής, άρχισε από τον ύστερο μεσαίωνα και την Αναγέννηση να υποβαθμίζεται. Το νέο συνεκτικό στοιχείο αναζητούνταν πλέον στην επίγεια επικράτεια και την κοσμική εξουσία. Οι εθνικές ιδεολογίες που πρωτοεμφανίστηκαν προς το τέλος της περιόδου της Αναγέννησης, προέκριναν την ενοποίηση των επιμέρους τοπικών φέουδων σε «ένα κράτος, ένα έθνος». Η εμφάνιση αυτών των ιδεολογιών σχετίζεται άμεσα με την κατάρρευση της φεουδαρχικής άρχουσας τάξης (αριστοκρατίας), και την ταυτόχρονη άνοδο της αστικής, καπιταλιστικής τάξης. Η κοσμική εξουσία οφείλει πλέον να ασκείται αποκλειστικά και μόνο από το κράτος και όχι από την Εκκλησία. Με τον τρόπο αυτό ανατράπηκε μια ιεραρχία αιώνων, ένα ολόκληρο κοσμοείδωλο, και ξεκίνησε μια καταλυτική κοινωνική αλλαγή η οποία προσέλαβε την ολοκληρωμένη μορφή της στους επόμενους αιώνες.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, αναπτύσσεται και εδραιώνεται κατά την περίοδο του Διαφωτισμού η ιδεολογία του κρατικισμού και κατ' επέκταση του κράτους ως απόλυτου κυρίαρχου της ατομικής και της κοινωνικής ζωής. Αναλυτικότερα, ο Τ. Χομπς, θεωρητικοποίησε την αναγκαιότητα θεσμοθέτησης και ύπαρξης ενός παντοδύναμου κράτους, ενώπιον του οποίου κάθε ατομικότητα οφείλει στη βάση της ανάγκης αποφυγής μίας πλήρους αυτοκαταστροφής (λόγω των εγγενώς εγωτιστικών και αντικοινωνικών ενστίκτων της) να εκχωρεί κάθε δικαίωμα και ελευθερία και στο οποίο οφείλει να επιδεικνύει απόλυτη υποταγή. Η έντεχνα καλλιεργούμενη από τα μεσαιωνικά θεοκρατικά πολιτικά μορφώματα προκατάληψη και μεταφυσική πίστη στις υπερβατικές δυνάμεις του θεού, ο οποίος καθορίζει απόλυτα ρυθμιστικά τη μοίρα του κόσμου και των ανθρώπων καθιστώντας άνευ νοήματος κάθε εξέγερση εναντίον του, αντικαθίσταται από την μεταφυσική πίστη στην ισχύ και την εξουσία του κράτους, η οποία τοποθετείται υπεράνω όλων. Ο Λεβιάθαν του Χόμπς, αποτελώντας σημείο αναφοράς για τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό, εκκινεί τη συζήτηση ανάμεσα σε όσους από τους Διαφωτιστές αντιτίθενται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στον απολυταρχικό κανονιστικό του χαρακτήρα στην κατεύθυνση του να επεξεργαστούν και να προτείνουν εναλλακτικά μοντέλα διαχείρισης του. Σε αυτές τις απόπειρες μετριασμού της απολυταρχίας της χομπσιανής σύλληψης περί κράτους εμπεριέχεται όλο το φάσμα των κρατικιστικών απολήξεων (Βολταίρος, Μοντεσκιέ κ.λπ.). Απόρροια αυτού του ιστορικού και πολιτικού πλαισίου, είναι κατά τον Ρουσσώ η ιδέα του κράτους ως εκφραστή της “γενικής βούλησης”, το οποίο οφείλει να έχει τον απόλυτο έλεγχο πάνω στις κοινωνικές ελευθερίες.

Προκειμένου να συγκροτηθεί το σύγχρονο αστικό κράτος επιστρατεύτηκε η φαντασιακή κοινότητα του έθνους. Αυτή είναι που θεωρητικά συνάπτει το “κοινωνικό συμβόλαιο”, αυτή είναι που θα βρεθεί υπό τη φωτισμένη δεσποτεία και κυριαρχία του πεφωτισμένου ηγέτη, βασιλιά, μονάρχη. Η έννοια του πολιτικού έθνους (εν αντιθέσει με προγενέστερες ομάδες πολιτισμικής κοινότητας ηθών-εθίμων) διαμορφώνεται και αποτυπώνεται πλήρως κατά την Γαλλική Επανάσταση (1789), σημείο ταξικής σύγκρουσης της φεουδαρχίας και του επερχόμενου αστικού κράτους και του κεφαλαίου. Επακόλουθο της εθνογενετικής αυτής διαδικασίας, δηλαδή του μετασχηματισμού ετερογενών πληθυσμιακών συνόλων μιας κρατικής οντότητας σε ομοιογενή εθνικά σύνολα, ήταν να ομαδοποιηθούν οι κοινωνίες βίαια βάσει διάφορων γλωσσολογικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών, τα οποία επιβλήθηκαν αυθαίρετα και με σκοπό να αναπαραχθούν από την κοινωνική βάση.

Ο εθνικισμός έκανε τα πρώτα του βήματα ως ένα προοδευτικό κίνημα. Προπαγάνδιζε την οργάνωση του πληθυσμού μιας χώρας, που ανήκε κυριολεκτικά σε έναν βασιλιά και κυβερνιόταν από αυτόν, σε μια πολιτική κοινότητα που θα περιόριζε την αυθαιρεσία της βασιλικής εξουσίας. Η Γαλλική Επανάσταση ήταν αυτή που αρχικά επανανοηματοδότητσε την έννοια του πολίτη και από απλό κάτοικο ενός εδάφους που ανήκει στον βασιλιά και κυβερνιέται από αυτόν τον μετέτρεψε σε μέλος μιας κοινότητας η βούληση της οποίας λαμβάνεται υπ' όψιν και εκφράζεται μέσα από πολιτικούς θεσμούς (εθνική κυριαρχία). Τα σύγχρονα αστικά κράτη παρείχαν σε κάθε άνδρα πολίτη το δικαίωμα εκλογής της κυβέρνησής του (κοινοβουλευτισμός), προσπαθώντας έτσι να ενοποιήσουν τον πληθυσμό κάτω από τη σημαία του έθνους, να τον καταστήσουν συνυπεύθυνο για τις επιλογές της άρχουσας τάξης και να ταυτίσουν το συμφέρον του (υλικά, ιδεολογικά και συναισθηματικά) με αυτό του έθνους-κράτους.

Σε μια αντίστοιχη περίπτωση, της δημιουργίας της Γερμανίας, η ανάπτυξη της εθνικής ιδέας στηρίχθηκε όχι στην έννοια του πολίτη αλλά στον πολιτικό ρομαντισμό. Εδώ, ο “λαός” (Volk), μια κοινότητα ανθρώπων που έχει τη δική της καταγωγή, γλώσσα, έθιμα, έχει το δικό του εθνικό πνεύμα (Volksgeist), το οποίο οφείλει να ενστερνιστεί πλήρως το κοινωνικό σώμα. Εδώ το έθνος συνίσταται σε μια όχι μόνο πολιτική αλλά κατά βάση αιματολογική-φυλετική συγγένεια. Σε αυτό υπόβαθρο στηρίχθηκε αργότερα ο φυλετισμός του ναζισμού.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η εθνογενετική διαδικασία υπήρξε μια βίαιη διαδικασία, άνωθεν επιβεβλημένη, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι σχεδιασμοί και τα συμφέροντα των πολιτικά και οικονομικά κυρίαρχων.

Με τη δημιουργία και την ισχυροποίηση του έθνους-κράτους, ο εθνικισμός αντικατέστησε τη θρησκεία ως βασική ιδεολογία κοινωνικής συνοχής και έγινε η θεμελιώδης κι επίσημη κρατική ιδεολογία. Η κοινωνική συνοχή κι ένα σταθερό και ομοιογενές έθνος-κράτος ήταν και παραμένει αναγκαίο για τον καπιταλισμό. Από τη μία, εξασφαλίζει την αναγκαία θεσμική σταθερότητα και το γενικότερο πλαίσιο ανάπτυξης του κεφαλαίου, και από την άλλη η εθνική ιδεολογία προσπαθεί να αορατοποιήσει τις ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης (φτωχοί και πλούσιοι έχουμε κοινά συμφέροντα, τα εθνικά συμφέροντα) και ταυτόχρονα να διαιρέσει την τάξη μας εισάγοντας στο εσωτερικό της εθνικούς, ρατσιστικούς, θρησκευτικούς και άλλους διαχωρισμούς.

Το έθνος-κράτος ανέπτυξε τις αναγκαίες προπαγανδιστικές δομές (μαζικό σχολείο, μαζική στράτευση, εθνικός τύπος κλπ), ενσωμάτωσε ήδη υπάρχουσες εξουσιαστικές σχέσεις και δομές (πατριαρχία, ρατσισμός, Εκκλησία), και χρησιμοποίησε τη βία (εκτοπίσεις πληθυσμών, εθνοκαθάρσεις, επεκτατικοί πόλεμοι, καταπίεση γλωσσικών, πολιτισμικών και θρησκευτικών μειονοτήτων), προκειμένου να κατασκευάσει μια ενιαία, πολιτική και πολιτισμική, κοινότητα στο έδαφος το οποίο κατείχε. Η κοινότητα αυτή (το “έθνος”) έπρεπε, προκειμένου να σταθεροποιηθεί, να αντιλαμβάνεται τα συμφέροντα και την ευημερία της ως άρρηκτα συνυφασμένα με αυτά του έθνους-κράτους, προκειμένου να αποφευχθούν οι εντάσεις και να εμπεδωθούν οι σχέσεις εκμετάλλευσης και κυριαρχίας στο εσωτερικό της.

Μετά τον σχηματισμό των πρώτων εθνών-κρατών, την ιδεολογία του εθνικισμού και τη μυθολογία του έθνους ενστερνίστηκαν και τα κράτη που ιδρύθηκαν αργότερα (είτε μέσω ενοποίησης εδαφών, είτε μέσω απόσχισης από αυτοκρατορίες), όπως το ελληνικό. Όπως έγινε σε κάθε περίπτωση της σύγχρονης ιστορίας, το ελληνικό κράτος, δημιούργησε το ελληνικό έθνος.

Η “ακατάλυτη συνέχεια του ελληνισμού” και λοιποί εθνικοί μύθοι.

Ένας από τους πιο διαδεδομένους ελληνικούς εθνικιστικούς μύθους αφορά στη λεγόμενη “τρισχιλιετή συνέχεια” του ελληνικού έθνους. Θεμελιωτής αυτού του ιδεολογήματος θεωρείται ο Κ. Παπαρρηγόπουλος ο οποίος λίγο-πολύ εισάγει το σχήμα των τριών συνεκτικών σταδίων για το ελληνικό έθνος: την Αρχαιότητα, το Βυζάντιο και το νέο Ελληνισμό· το σχήμα αυτό, παρ’ όλες τις εξόφθαλμες αντιφάσεις μεταξύ των σταδίων, στόχευσε στην καλλιέργεια της ιδέας της αδιάκοπης πορείας της ελληνικής εθνικής ταυτότητας μέσα στην ιστορία. Όπως νωρίτερα είχε επιχειρήσει κι ο ιστορικός συγγραφέας και φιλόλογος Σ. Ζαμπέλιος, ο Παπαρρηγόπουλος συνέθεσε μία ιστορία του ελληνικού έθνους (1860-74) η οποία απαντάει σε πολύ εντατικές ανάγκες του ελληνικού κράτους στα μέσα του 19ου αιώνα, όπως δηλαδή στην ένωση –ιδεολογική και πρακτική– με το διεθνές ελληνικό κεφάλαιο που παρέμενε εκτός των συνόρων του, μικρού ακόμη, ελληνικού κράτους αλλά και την ιδεολογική συγκρότηση ενός έθνους-κράτους εκ θεμελίων. Η σύλληψη της ιδέας ενός ενιαίου “ελληνοχριστιανικού πολιτισμού” είχε να κάνει και με ένα ακόμη πρακτικό ζήτημα του ελληνικού κράτους: τη νομιμοποίηση των εδαφικών διεκδικήσεων και την αποκατάσταση των εδαφών του σύμφωνα με τα ιστορικά σύνορα του Βυζαντίου. Ταυτόχρονα, η διατύπωση μίας ιστορίας εκλαϊκευμένης, που προσέδιδε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στο ελληνικό έθνος σύμφωνα με τα ρομαντικά πρότυπα, είχε ως βασικό στόχο την εθνική ομοψυχία και κοινωνική συνοχή εντός της κοινωνίας του ελληνικού κράτους. Όπως κάθε μεγάλη εθνική αφήγηση εκείνης της εποχής, και αυτή η προσπάθεια απαιτούσε τη συστηματική παραχάραξη της ιστορίας ώστε να συγκροτηθούν συνεκτικοί εθνικοί μύθοι και αναπαραστάσεις.

Παίρνοντας τα πράγματα από λίγο πιο παλιά, πριν την επανάσταση του 1821, είναι χρήσιμο να αναφερθούν συνοπτικά η θέση της εκκλησίας ως βασικός πόλος εξουσίας μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία αλλά και η θέση των “υπόδουλων ελλήνων” γενικότερα. Υπάρχει μια προωθούμενη λανθασμένη αντίληψη ότι οι στόχοι καταπίεσης και τυραννίας των μουσουλμάνων οθωμανών ήταν η ελληνική και η χριστιανορθόδοξη ταυτότητα ήταν, ενώ το φως του ελληνισμού και του χριστιανισμού διατηρούταν μετά κόπων και βασάνων από το “Κρυφό Σχολειό” (το οποίο φυσικά δεν υπήρξε ποτέ). Ωστόσο, σε σχέση με το παρηκμασμένο βυζαντινό κράτος, το οθωμανικό κράτος λειτούργησε κατά βάση εκσυγχρονιστικά, ως μορφή κυριαρχίας, σε επίπεδο διοικητικής οργάνωσης των πρώην βυζαντινών περιοχών, ακριβώς λόγω της σχετικής θρησκευτικής ανεκτικότητας και της σύγχρονης (για την εποχή) διοικητικής του δομής, η οποία κατά βάση οριζόταν ως στρατιωτική φεουδαρχία. Άφηνε αρκετά περιθώρια στην εκμετάλλευση της γης από τους χωρικούς και τελικά πριμοδότησε την κοινωνική κινητικότητα ανεξαρτήτως εθνότητας, γλώσσας, θρησκείας και ταξικής καταβολής, κάτι που στο Βυζάντιο δεν υφίστατο ως λογική.

Κατά την οργάνωση των μιλλέτ1 δε, η ορθόδοξη εκκλησία είχε τεράστια προνόμια και καθήκοντα καθώς ήταν διαχειρίστρια πολιτική και θρησκευτική αρχή των υπόδουλων ορθόδοξων πληθυσμών (έλληνες, σλάβοι, αλβανοί, άραβες κλπ). Το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης καλλιεργούσε συστηματικά την ορθόδοξη υπερεθνική κοινότητα (ορθόδοξο γένος) κατά τη βυζαντινή παράδοση και θεωρούσε όλους τους χριστιανούς γραικούς ή ρωμαίους. Οι χριστιανοί για περίπου δύο αιώνες, ανά μη τακτά διαστήματα, υποχρεώνονταν σε στρατολογικό φόρο σε ανθρώπους και άρα μη εκούσιο εξισλαμισμό μέσω της μεθόδου ντεβσιρμέ (το λεγόμενο παιδομάζωμα). Ο θεσμός της υποχρεωτικής στρατολόγησης αγοριών (10-20 ετών) ήταν πολύ εξειδικευμένος και οργανωμένος ούτως ώστε να μην διαλύει τις οικονομικές παραγωγικές μονάδες των οικογενειών και των εργαζόμενων. Τα αγόρια από όλες τις εθνότητες προορίζονταν για υψηλές θέσεις και δεν ήταν υποχρεωμένα να ξεχάσουν την οικογένεια ή τη μητρική τους γλώσσα, όπως ίσως να πιστεύεται. Γενικότερα, οι μαζικοί εξισλαμισμοί δεν αποτελούσαν κεντρικό στόχο των οθωμανών, καθώς αυτό θα αναστάτωνε τη προνομιούχα θέση τους στο κράτος επί των ραγιάδων αλλά και την ακεραιότητα της πίστης τους. Η χριστιανική κοινότητα, καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, αποτέλεσε αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής καταπίεσης από τους εκάστοτε έλληνες τοπικούς άρχοντες (κοτζαμπάσηδες/ δημογέροντες/προεστούς) που λειτουργούσαν ως κράτος εν κράτει, αφού ήταν υπεύθυνοι για την περισυλλογή των φόρων και την απόδοσή τους στην οθωμανική διοίκηση, ενώ ήταν παραδοσιακά συγκεκριμένες οικογένειες (π.χ. Μαυρομιχαλαίοι). Το Πατριαρχείο είχε ισχυρούς δεσμούς με την οθωμανική αυτοκρατορία· δεν ήταν καθόλου τυχαίο που εν τέλει στάθηκε φανατικά ενάντια στις επαναστατικές προετοιμασίες, διοργανώνοντας καύσεις φυλλαδίων στο προαύλιο του Πατριαρχείου και επιβολή λογοκρισίας και αναθεμάτων σε έλληνες διαφωτιστές. Μέρος του ανώτερου κλήρου προωθούσε τη συντηρητική γραμμή περί χειραφέτησης των χριστιανών “εκ των έσω”, δηλαδή την εξασφάλιση ελευθεριών εντός οθωμανικού κράτους, ή απλώς προέβλεπε την εξουσία της να μειώνεται σε ένα ελληνικό εθνικό κράτος και την πολιτική της επιρροή να χάνεται όσο η ευρώπη αλλάζει με την επιρροή της γαλλικής επανάστασης.

Μετά από πολλές δεκαετίες ανεπιτυχών τοπικών εξεγέρσεων και της πρακτικής της κοινωνικής ληστείας, δηλαδή σε μια ευαίσθητη κοινωνική πραγματικότητα λόγω της δυσαρέσκειας απέναντι στον κλήρο, τους μεγαλοτσιφλικάδες και τους κοτζαμπάσηδες αλλά και της ταυτόχρονης παρακμής της οθωμανικής αυτοκρατορίας, λίγα χρόνια πριν την έναρξη της επανάστασης του 1821, η μυστική Φιλική Εταιρεία υπό το παράδειγμα των ιταλών Καρμπονάρων επιχείρησε να προπαγανδίσει συντεταγμένα τις θέσεις της με στόχο την επανάσταση και την ίδρυση κράτους. Με τις εργασίες να λαμβάνουν χώρα σε ευρωπαϊκά εδάφη –εντός φιλόξενων κυβερνήσεων ή κρατών– αλλά και στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας -στην Κωνσταντινούπολη και με απεσταλμένους σε όλη την επαρχία- η Εταιρεία αποτελούνταν στην πλειοψηφία της από μορφωμένους και πλούσιους εφοπλιστές, εμπόρους και πολιτικούς κοσμοπολίτες έλληνες, που προσέβλεπαν σε ένα εθνικά δικό τους και ευνοϊκότερο για τις δουλειές κράτος. Η οργάνωση προσέγγισε και μύησε σταδιακά μεγάλο αριθμό τοπικών αρχηγών κοινοτήτων και κλεφταρματολών2, και σε μικρότερο βαθμό Φαναριώτες και κοτζαμπάσηδες, των οποίων τα συμφέροντα ήταν συνδεδεμένα με την θέση τους στο οθωμανικό κράτος. Άλλωστε, οι περισσότεροι έλληνες κληρικοί, κοτζαμπάσηδες και τσιφλικάδες ήταν ενάντια στην επανάσταση, ήταν δυνάστες των ραγιάδων όσο οι τούρκοι. Η Εταιρία εκμεταλλευόμενη τα ποικίλα, αλληλοεμπλεκόμενα και πολλές φορές αντιθετικά μεταξύ τους συμφέροντα, τα οποία όμως είχαν κοινό εχθρό την οθωμανική αυτοκρατορία, κατάφερε να δημιουργήσει ένα μέτωπο έτοιμο για εξέγερση και ταυτόχρονα εργαζόταν για την πολιτική υποστήριξη αυτής από ξένες δυνάμεις3. Αυτά τα συμφέροντα τελικά συγκρούστηκαν ένοπλα επανειλημμένως για τον έλεγχο του μετεπαναστατικού κράτους, το οποίο ήταν και η όλη η υλική αιτία της συμμετοχής αυτών των τάξεων στην επανάσταση.

Ο ντόπιος πληθυσμός, κυρίως αγροτικός, συναντήθηκε μέσω των οργανωτών της Φιλικής Εταιρείας με τα ανθρωπιστικά ιδεώδη που διακήρυτταν ότι υπερασπίζονταν οι προπαγανδιστές της επανάστασης, ενώ ήξεραν και οι ίδιοι ότι η καθημερινή αδικία και φτώχεια που ζούσαν ήταν μία κατάσταση που μόνο η ανυπακοή και η εξέγερση θα μπορούσαν να επιλύσουν. Έτσι κι αλλιώς, οι συνεχείς αυθαιρεσίες των τοπικών προεστών κι αρχόντων έβγαζαν πολλούς χωρικούς στην παρανομία ως κλέφτες. Σε κάθε περίπτωση, η ορμητική κίνηση προς την επανάσταση απελευθέρωσε τεράστιες κοινωνικές δυναμικές, καθώς η υλική ανάγκη για ατομική ευημερία, δικαιοσύνη και ισότητα ώθησε τις πολυεθνικές και πολύγλωσσες τοπικές κοινωνίες, (αρβανίτες, έλληνες, τούρκους, σλάβους κ.λπ.) να αγωνίζονται για πολλά περισσότερα και διαφορετικά από όσα έχουν εντυπωθεί στο συλλογικό φαντασιακό των σύγχρονων ελλήνων ότι αγωνίζονταν. Αυτή η κίνηση αποτυπώνεται και σε επίπεδο πολιτικής σκέψης στα έργα του διαφωτιστών της περιόδου, όπως του Ρήγα Βελεστινλή (Φεραίου) περί βαλκανικής πολυεθνικής ομοσπονδίας ή στον αντικληρικαλισμό του Αδαμάντιου Κοραή, μέχρι την (γρήγορα εγκαταλελειμμένη) θέση του αρβανίτη Θ. Κολοκοτρώνη περί ενιαίου ελληνοαλβανικού δίγλωσσου κράτους με σημαία την ημισέληνο και το σταυρό.

Κάθε τοπική κοινωνία είχε τα δικά της προβλήματα που προέρχονταν από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της οργάνωσης και παράδοσής της και, μέσω μιας διάλυσης και επαναπροσδιορισμού των υπαρχουσών εξουσιαστικών σχέσεων, προσέβλεπε ότι θα τα αντιμετώπιζε και θα έβρισκε τη δικαιοσύνη. Σε κάποια μεγαλονήσια που ελάχιστα είχαν γνωρίσει την οθωμανική κυριαρχία, προτεραιότητα ήταν η κατάληψη και συλλογική διαχείριση των κτημάτων και των καραβιών των ελλήνων μεγαλοκαραβοκύρηδων και μεγαλοκτηματιών. Αγροτικές εξεγέρσεις σημειώθηκαν σε διάφορα κέντρα στην πελοπόννησο και την ηπειρωτική ελλάδα που σε μεγάλο βαθμό προέταξαν την παράδοση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων στους χωρικούς και αγρότες. Άλλωστε ακριβώς η αναδιανομή γης, το αργότερα επονομαζόμενο ως “αγροτικό ζήτημα”4, ήταν και ένα από τα βασικά κοινωνικά επίδικα της επανάστασης που “προδόθηκαν” από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος οδηγώντας το σε πτώχευση, διαρκείς αγροτικές εξεγέρσεις, πλατιές κοινωνικές διαμαρτυρίες και κρίσεις συναίνεσης μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.

Αυτό που ίσως είναι γνωστό, είναι ότι τα χρόνια πριν και μετά την επανάσταση και ίδρυση του ελληνικού κράτους, ανάμεσα σε έλληνες και ευρωπαίους λόγιους, ειδικά ανάμεσα στους διαφωτιστές, βασικό ιδεολογικό και προπαγανδιστικό σχήμα προς την στήριξη της ελληνικής επανάστασης αποτελούσε η επανανακάλυψη της αρχαίας Ελλάδας και του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Ο ανθρωποκεντρικός διαφωτισμός είχε απορρίψει μετά βδελυγμίας το βυζάντιο ως απόλυτο παράδειγμα πολιτισμικής και ηθικής παρακμής. Η θρησκοληψία, ο αντεπιστημονισμός, η διεφθαρμένη πολιτική και θρησκευτική εξουσία, η άθλια κατάσταση της κοινωνίας και το τεράστιο χάσμα πλούτου και μόρφωσης συνέθεταν τον βυζαντινό μεσαίωνα. Οι (πρωτ)αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης αποτυπώθηκαν στην ευρώπη (ιδιαίτερα από τους δυτικούς ρομαντικούς και εκπροσώπους του ελληνικού διαφωτισμού) ως ήρωες υπό το αρχαιοελληνικό πρίσμα, ως ηθικοί νικητές επί του βυζαντίου και της οθωμανικής αυτοκρατορίας, επί των αυταρχικών, συντηρητικών, θεοκρατικών καθεστώτων. Για πάρα πολλούς έλληνες αστούς, διαφωτιστές πολιτικούς και διανοούμενους, η ιστορική και εθνική συνέχεια του ελληνισμού είχε χαθεί μέσα στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία και στην οθωμανική. Η ελληνική ταυτότητα είχε πάψει να υπάρχει και είχε επί πολλούς αιώνες αντικατασταθεί από τη ρωμαϊκή, είτε ως ρωμιοί είτε ως γραικοί , “εθνικοί” και ραγιάδες.

Άλλωστε, οποιαδήποτε αποκατάσταση του βυζαντίου θα αποτελούσε και νομιμοποίηση της πολιτικής ισχύος της εκκλησίας κάτι το οποίο απλά θεωρούσαν καταστροφικό σε μια νεοσύστατη δημοκρατία. Το βυζάντιο είχε απορριφθεί πλήρως πριν την επανάσταση και για μερικά χρόνια μετά, γιατί πολύ απλά αφαιρούσε από τους έλληνες το δικαίωμα σε εθνικό κράτος, καθώς το βυζάντιο ανέκαθεν αποτελούσε πολυεθνική αυτοκρατορία και όχι έθνος-κράτος, οπότε δεδομένα το κρατικό αυτό μοντέλο δεν εξυπηρετούσε τις ανάγκες εθνικής συγκρότησης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Επιπλέον, οι φιλοσοφικές και ηθικές αξίες του βυζαντίου δεν θεωρούνταν ενδεικτικές κάποιου “υπερήφανου έθνους”. Ωστόσο σύντομα, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, αυτή η σχολή σκέψης εγκαταλείφθηκε για να αναλάβουν την επίσημη εθνική διαπαιδαγώγηση του ελληνικού κράτους οι Φαναριώτες και άλλοι κύκλοι λογίων του Ρομαντισμού, που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις υλικές και κρατικά σύγχρονες ανάγκες για εθνικό αυτοπροσδιορισμό.

Το ελληνικό κράτος τελικά πριμοδότησε την άποψη περί συνέχειας του ελληνικού έθνους ανά τους αιώνες και η εκκλησία λειτούργησε ως βασικός ιδεολογικός πυλώνας της επανεφεύρεσης του ελληνισμού. Ο τύπος, ο στρατός, η αστυνομία και το εκπαιδευτικό σύστημα από τα μέσα/τέλη του 19ου αιώνα βρισκόταν στην υπηρεσία του ελληνικού κράτους όσον αφορά στην κοινωνική “εμπέδωση” της εθνικής ομοψυχίας, μέσα στα νέα δεδομένα των εμπόλεμων βαλκανίων -το κράτος από την ίδρυσή του συνεχώς βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με πολύ μικρά διαλείμματα. Τα μετέπειτα αποκτηθέντα εδάφη, ιδιαίτερα της ηπείρου, της μακεδονίας και της θράκης διαμόρφωσαν μία νέα κοινωνική κατάσταση. Οι πληθυσμοί που βρίσκονταν στα εδάφη του ελληνικού κράτους ήταν πολλοί και μεγάλοι (ενδεικτικά: σλάβοι, τσάκωνες, ρομά, αρμένιοι, αλβανοί, αρβανίτες, τσάμηδες, πομάκοι, μουσουλμάνοι και τούρκοι, αρμάνοι [βλάχοι], εβραίοι κ.ά.) και οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν για την εθνική ομογενοποίηση των εδαφών του, είτε επί δικτατορικών είτε επί δημοκρατικών καθεστώτων, είχαν ως στόχο τη μόνιμη σίγαση των γλωσσών και διαλέκτων, και της μη ορατής ύπαρξης άλλων πολιτισμικών παραδόσεων και θρησκευμάτων πέρα από την “ελληνοχριστιανική”.

Οι πολιτικές του ελληνικού κράτους πέρασαν πάνω από τους ντόπιους πληθυσμούς με εργαλεία την απομόνωση και την απαγόρευση τοπικών παραδόσεων και εθίμων, τη λογοκρισία και την στέρηση πολιτικής εκπροσώπησης, την εκμάθηση και αυστηρή χρήση μόνο της ελληνικής γλώσσας στο σχολείο και τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Ενδεικτικές πολιτικές του ελληνικού κράτους προς την εθνική ομογενοποίηση είναι οι στρατιωτικοποιημένες ζώνες που επέβαλε ο Μεταξάς στις σλαβόφωνες κοινότητες της μακεδονίας, οι υποχρεωτικές μετεγκαταστάσεις ή ανταλλαγές πληθυσμών βάσει διεθνών συμφωνιών αλλά και η συνεχής έγερση μέσω του τύπου σε ρατσιστικά πογκρόμ, ανάλογα με την επικαιρότητα και σε βάθος δεκαετιών, ως εσωτερική πειθάρχηση των μειονοτήτων, τακτική που χρησιμοποιείται μέχρι τώρα και ανεξαρτήτως κυβέρνησης, ενάντια σε ρομά, σλαβόφωνους, αλβανούς, μουσουλμάνους κ.λπ. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε πως η τελευταία επιτηρούμενη ζώνη που χώριζε τους πομάκους της ροδόπης από τον υπόλοιπο πληθυσμό της περιοχής καταργήθηκε το 1995, όπως και το ότι η παρουσία της ΕΥΠ και αστυνομικών δυνάμεων σε εκδηλώσεις και πανηγύρια των σλαβόφωνων της βόρειας ελλάδας συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Βέβαια, σε πείσμα του κράτους, σε πολλά μέρη της ελλάδας είναι ακόμη ορατά έθιμα, παραδόσεις και γλώσσες που έχουν αφήσει τα σημάδια τους κι έχουν επιβιώσει δείχνοντας πόσο σημαντική είναι η σύνδεση των ανθρώπων με τον τόπο τους αλλά και τον πολιτισμικό, γλωσσικό και πληθυσμιακό πλούτο των βαλκανίων.

Συμπερασματικά, μπορούμε να καταλήξουμε ότι ο γελοίος ισχυρισμός περί τρισχιλιετούς ιστορίας της “ελληνικής εθνικής ταυτότητας”, βασίζεται σε μία σειρά από ανορθολογικές, αντεπιστημονικές και ανιστορικές παραδοχές: Αρχικά, η “ελληνική εθνική ταυτότητα” παρουσιάζεται πως υπήρχε και ήταν μάλιστα κοινή σε όλα τα ελληνικά φύλα/πόλεις–κράτη της αρχαιότητας· ύστερα μάλιστα επιβίωσε της ρωμαϊκής κατάκτησης, των γοτθικών, αβαροσλαβικών, φραγκικών κ.ά. κατακτήσεων κι επιδρομών αλλά κι αμέτρητων φυσικών καταστροφών, εμπόλεμων συρράξεων, λοιμών και ασθενειών που αφάνισαν τεράστιους πληθυσμούς. Η “ελληνική ταυτότητα” φέρεται να επιβίωσε μαζικές μεταναστεύσεις και διάφορες άλλες πληθυσμιακές ανακατατάξεις, ώσπου τελικά βγήκε αλώβητη ακόμη κι από την ιδεολογική ηγεμονία της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μιας αυτοκρατορίας της οποίας όλη η πολιτική ιδεολογία συνίστατο ακριβώς στην άρνηση και απόρριψη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, και στηριζόταν στην πρωτοκαθεδρία του χριστιανικού μεσσιανισμού και του θρησκευτικού φανατισμού, λογίζοντας τους πολίτες της αυστηρά ως ρωμιούς και πάνω από όλα χριστιανούς. Στη συνέχεια, “ελληνική ταυτότητα” παρέμεινε αδιάβρωτη από την εξάπλωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενός τεράστιου, πολυεθνοτικού, πολύγλωσσου και πολυθρησκευτικού κράτους που δημιούργησε μία νέα κατάσταση στις περιοχές των βαλκανίων.

Μία απλή επισκόπηση της ιστορίας μπορεί να αναδείξει την τεράστια ποικιλομορφία των πληθυσμών που κατοικούσαν τα τωρινά ελληνικά εθνικά εδάφη αλλά και τις διαφορετικές νοηματοδοτήσεις και χρήσεις του όρου “έλληνας/ίδα” και “ελληνικό” ανά περίοδο και του τι σήμαιναν τελικά αυτές για την εκάστοτε εξουσία και για την κοινωνία. Πώς μπορεί να υφίσταται “έθνος” χωρίς να υπάρχει ούτε συνείδηση του εαυτού του ως τέτοιου, αλλά ούτε και “ιστορική μνήμη” του ένδοξου παρελθόντος του επί αιώνες;

Καθ’ όλη τη διάρκεια του πρώτου αιώνα ζωής του ελληνικού κράτους οι μεγάλες εθνικές αφηγήσεις χρησιμοποιήθηκαν με διάφορες μορφές και από το σύνολο των ελλήνων πολιτικών και διαννοούμενων, με κεντρική τη Μεγάλη Ιδέα. Ο Ι. Κωλέττης το 1844 επιχείρησε να συνενώσει τα στρατόπεδα ετεροχθόνων και αυτοχθόνων που είχαν παγιωθεί και να αποσοβήσει τους εσωτερικούς κινδύνους αποσταθεροποίησης του καθεστώτος που είχε δημιουργήσει, παρουσιάζοντας ένα επεκτατικό και αλυτρωτικό σχέδιο αποκατάστασης της ιστορικής θέσης της ελλάδας στην ευρώπη και τον κόσμο. Η Μεγάλη Ιδέα διατυπώθηκε κατά την εθνικιστικά τεταμένη περίοδο του Ανατολικού Ζητήματος και σε μεγάλο βαθμό συνέδεσε τους πολίτες με τις σκοπιμότητες του κράτους, καθώς η πολιτική ηγεσία ταύτιζε όλα τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας με την περιορισμένη γεωγραφική εμβέλειά του, τα οποία ως δια μαγείας θα εξαφανίζονταν με την εδαφική επέκταση.

Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος (όπως και άλλοι έλληνες εθνικιστές ιστορικοί), μετέπειτα “επιστημονικός” πρωτεργάτης αυτής της προσπάθειας αλλοίωσης και χαλιναγώγησης της ιστορίας προς εξυπηρέτηση συγκεκριμένων κρατικών συμφερόντων, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, με επίσημη κρατική χρηματοδότηση και προσβάσεις σε διάφορα επίπεδα, πολιτικά και ακαδημαϊκά, προπαγάνδισε τις θέσεις του και χρίστηκε εθνικός ιστοριογράφος της ελλάδας σε σημείο που ακόμη και τώρα, μέσα στα ελληνικά πανεπιστημιακά ιδρύματα η συνέχεια του +υ σύγχρονου ελληνικού εθνικισμού καθώς μόνιμος καημός των εθνικιστών παραμένει η προσάρτηση της νότιας αλβανίας, της μακεδονίας, της ισταμπούλ, της κύπρου κ.ά., ενώ και το επίσημο ελληνικό κράτος προσαρμόζει την εξωτερική του πολιτική, έστω και υπόρρητα και με νέες μορφές, πάνω σε αυτές τις ιστορικές διεκδικήσεις που έχουν εντυπωθεί στο συλλογικό φαντασιακό.

Ο ελληνικός εθνικισμός στο τώρα

Η ιδέα ότι το έθνος αποτελεί μια “φυσική” κατάσταση, ότι παρ’ όλες τις ταξικές, πολιτικές, πολιτισμικές και τόσες άλλες διαφορές που υπάρχουν μέσα στην κοινωνία, αυτό που τελικά μας ενώνει με τους “ίδιους με εμάς” και μας διαχωρίζει από τους “άλλους” είναι η ελλάδα, δηλαδή το έθνος-κράτος μέσα στα σύνορα του οποίου έτυχε να γεννηθούμε, αποτελεί μια κατασκευασμένη πραγματικότητα η οποία έχει επιβληθεί βίαια και με συστηματικό τρόπο μέσα από το κράτος, το κεφάλαιο και τους θεσμούς τους σε βάθος πολλών δεκαετιών. Η αναπαραγωγή της φαντασιακής ιδέας του έθνους από το κοινωνικό σώμα έχει καθοριστική σημασία για τους κυρίαρχους. Η καλλιέργεια εθνικιστικών αντανακλαστικών μέσα στην κοινωνία αποσκοπεί στον αποτελεσματικότερο έλεγχο της κοινωνίας, τη συστράτευσή της με τις επιλογές του κράτους και του κεφαλαίου και την απόκρυψη των πραγματικών αιτίων της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης που υφίστανται τεράστια κομμάτια της μέσα από την προβολή βολικών σε κάθε περίσταση “εσωτερικών ή εξωτερικών” εχθρών.

Σε αντίθεση με όσα προπαγανδίζει άμεσα ή υποκρύπτει έμμεσα το σύνολο του κοινοβουλευτικού πολιτικού φάσματος, η επιρροή του εθνικισμού δεν αφορά μόνο όσους/ες ταυτίζονται με ακροδεξιά ή φασιστικά/ναζιστικά κόμματα και οργανώσεις. Η ρητορική αυτή συσκοτίζει το γεγονός ότι ο εθνικισμός ως ιδεολογία, δηλαδή η αντίληψη ότι το έθνος είναι το σημείο αναφοράς των κοινωνιών, υιοθετείται τόσο σε θεωρητικό όσο και σε στρατηγικό επίπεδο από το σύνολο των κρατικίστικων ιδεολογιών, από την άκρα δεξιά μέχρι την άκρα αριστερά. Ο εθνικισμός γεννήθηκε από τον κρατισμό και μαζί πηγαίνουν χέρι-χέρι μέχρι σήμερα, προσπαθώντας διαρκώς να μας πείσουν ότι η αγάπη για την πατρίδα είναι η ύψιστη αρετή. Οι εκάστοτε ιδιαιτερότητες στα χαρακτηριστικά και τα ειδικά συμφέροντα κάθε έθνους-κράτους είναι και αυτές που τελικά δίνουν την οριστική μορφή σε κάθε τοπικό εθνικισμό. Στην ελληνική περίπτωση, μια σειρά από ιστορικές ανάγκες του υπό διαμόρφωση ελληνικού κράτους και οι μετέπειτα πολιτικές του επιδιώξεις, διαμόρφωσαν αυτό που ονομάζεται ελληνικός εθνικισμός, ο οποίος είναι παρών σε μια σειρά από πτυχές της καθημερινής μας ζωής.

Δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια για να γίνει κάποιος άνθρωπος εθνικιστής. Αρκεί να μη μπει σε διαδικασία αμφισβήτησης των πατροπαράδοτων αξιών του ελληνικού έθνους, με τις οποίες γαλουχούμαστε από μικρά παιδιά, μέσα από την οικογένεια, το σχολείο, τα ΜΜΕ και την εκκλησία. Χωρίς κανέναν κόπο, ο άνθρωπος βλέπει, καθώς μεγαλώνει, την ανάγκη του για κοινωνικότητα να καλύπτεται από την “αυθόρμητή” ένταξή του μέσα στην κοινότητα του έθνους. Όλοι όσοι θέλουν και μπορούν να χωρέσουν μέσα στη Μεγάλη του Ιδέα, το κάνουν αβίαστα. Υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να ιδωθεί και η επιρροή του εθνικισμού σε τμήματα της νεολαίας, τα οποία βλέπουν σε αυτόν την ένταξη τους σε κάτι μαζικό, κοινωνικά και πολιτισμικά αποδεκτό, Χωράνε σε ένα πλαίσιο αρεστό σε γονείς, αρχές και κράτος και τυχόν “ακρότητες” (όπως η ένταξη σε ακροδεξιές ή νεοναζιστικές γκρούπες) δεν προκύπτουν παρά από τον υπερβάλλοντά τους ζήλο, και μάλιστα χωρίς τελικά να αμφισβητείται ο αξιακός πυρήνας του εθνικισμού.

Το κατευθυνόμενο από τις εθνικές κυβερνήσεις εκπαιδευτικό σύστημα διαστρεβλώνει την ιστορία σε βιβλία και συγγράμματα, ανεξαρτήτως του πολιτικού προσήμου της εκάστοτε κυβέρνησης άλλα πάντοτε προς στήριξη του ενιαίου Κράτους, με τη συστηματική απαξίωση ή και αφομοίωση των κοινωνικών/ταξικών αγώνων των ανθρώπων που έζησαν και ζουν σε αυτόν τον τόπο και την μετατροπή των αγώνων αυτών μοναχά σε εθνικούς. Το αίσθημα της αντίστασης σε μεγάλες ξένες και γειτονικές δυνάμεις που καλλιεργείται στους μαθητές, προσπαθεί να τους πείσει πως αποτελούν θεματοφύλακες μιας ιστορικής παράδοσης και συνέχειας, μιας υπεροχής. Η συνέχιση διεξαγωγής μαθητικών παρελάσεων, η καλλιέργεια του αισθήματος συνεχούς φόβου και απειλής από γειτονικά κράτη και τόσες άλλες πτυχές της εκπαιδευτικής διαδικασίας μετατρέπουν εύκολα τον φόβο των νέων σε μίσος για κάθε τι ξένο και άγνωστο. Εθνικιστικά κόμματα και θεωρίες μίσους βρήκαν πρόσφατα, με αφορμή το μακεδονικό ζήτημα, χώρο και στήριξη από μερίδα μαθητικών κοινοτήτων, με την πρωτοεμφανιζόμενη οργάνωση καταλήψεων σχολείων με ναζιστικό και εθνικιστικό λόγο.

Σημαντικότατο αρωγό και στυλοβάτη του ελληνικού εθνικισμού αποτελούν τα ΜΜΕ, ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία του κράτους και του κεφαλαίου. Επιπλέον, η ευρύτατη διάδοση της τεχνολογίας, έδωσε επιπλέον ώθηση στη διάδοση εύκολης, άμεσης, φανταχτερής και πολυποίκιλης εθνικιστικής προπαγάνδας, ενώ η πλειονότητα του τύπου και των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων προπαγανδίζουν την πολιτική του νεοφιλελευθερισμού και της εθνικής συστράτευσης ως τρόπο διεξόδου από την κρατική/καπιταλιστική κρίση. Οργανωμένοι σχηματισμοί πανεπιστημιακών, δημοσιογράφων και πολιτικών τελούν σε 24ωρη υπηρεσία για την διάχυση εθνικιστικού λόγου. Όσοι κατέχουν ή αγοράζουν τηλεοπτικό χρόνο είναι αυτοί που κατά κανόνα απαρτίζουν το κοινοβούλιο. Το κράτος και το κεφάλαιο αναπαράγουν τον εθνικισμό μέσα από τα ΜΜΕ, ποτίζοντας με αυτόν την κοινωνία στη δοσολογία που τους χρειάζεται κάθε φορά.

Η ψευδαίσθηση της αδιάκοπης συνέχειας του ελληνισμού, η οποία αναφέρθηκε παραπάνω, από το αρχέγονο παρελθόν της ανθρωπότητας μέχρι το σήμερα και το αόριστο μέλλον, αποτελεί ένα εύπεπτο παραμύθι που καλλιεργεί το έδαφος για την ανάπτυξη (ενίοτε γραφικών και αστείων, αλλά πάντοτε επικίνδυνων) συνωμοσιολογικών και ανορθολογικών αντιλήψεων. Το φάσμα των ιδεολογημάτων αυτών συνδέει ιστορικά/πολιτισμικά/φυλετικά/αιματολογικά το σημερινό ελληνικό κράτος με την αρχαία ελλάδα και τη μυθολογία της (Ατλαντίδα, Δευκαλίωνας κ.λπ.) ή ακόμη και με ανώτερους εξωγήινους πολιτισμούς, επιχειρώντας να αποδώσει τη δυσχερή κατάσταση που βιώνει ο πληθυσμός στο σήμερα και το τώρα με κάποιου είδους εκφυλισμό, ο οποίος συντελείται εξαιτίας διάφορων βολικών εχθρών. Οι εβραίοι, οι τούρκοι, οι αλβανοί, οι “σκοπιανοί”, οι μουσουλμάνοι, οι ανθέλληνες, οι αναρχικοί, οι κομμουνιστές, οι γκέι, οι τρανς, οι “προδότες” σημερινοί πολιτικοί και τόσοι άλλοι αποτελούν μια συνωμοσιολογική εθνικιστική σούπα από την οποία διάφοροι επίδοξοι εθνοσωτήρες διαλέγουν βολικούς στόχους ώστε να εξυπηρετήσουν με τον καλύτερο τρόπο τα εκάστοτε πολιτικά και ταξικά τους συμφέροντα, πάντα μέσα στο πλαίσιο της εθνικιστικής ιδεολογίας.

Σε μια κοινωνία που ο φόβος, η ημιμάθεια, η ανασφάλεια για την καθημερινότητα και η κατευθυνόμενη πληροφόρηση αποτελούν κανόνα, ο ντόπιος εθνολαϊκισμός βρίσκει έδαφος στη σκέψη και το συναίσθημα των χαμηλότερων και αδύναμων τμημάτων της κοινωνίας. Μέσα από μια σειρά αντικοινωνικών θεωριών, τον ανορθολογισμό, και την αντι-πολιτική του ομπρέλα, ο εθνικισμός γενικεύει την επίθεσή του σε καθετί μη “ελληνικό”. Όμως, το τι εντάσσεται και τι όχι στην “ελληνικότητα” διαφέρει σε κάθε ιστορική συγκυρία, ανάλογα με τις ανάγκες του κράτους και του καπιταλισμού. Έτσι, όσο ορισμένοι πληθυσμοί ή τμήματα πληθυσμών (π.χ. μικρασιάτες, βλάχοι, πόντιοι, κ.ά.) βρίσκονταν στη διαδικασία ένταξης στον εθνικό κορμό, στην πλειονότητα των περιπτώσεων δια της βίας, θεωρούνταν μη έλληνες. Όταν η διαδιακασία αυτή έφτασε σε επιθυμητά αποτελέσματα, δηλαδή την εθνική ομογενοποίησή τους, και μετά από πολλά χρόνια μεθοδευμένης προπαγάνδας, πρόσφατα ενταγμένοι πληθυσμοί δείχνουν να μην επιθυμούν να διαταράξουν την “συμφωνία” τους αυτή με την κυρίαρχη τάξη και τα όποια μικρά ή μεγάλα προνόμια απέκτησαν κατά την ενσωμάτωσή τους. Σε αρκετές περιπτώσεις, θεωρούν ακόμη και αυτοί υποχρέωσή τους να συνταχτούν με, ή να ενισχύσουν, λογικές και πρακτικές του εθνικισμού, ούτως ώστε να μη διαταραχθούν τα όποια “κεκτημένα τους” από νέους πληθυσμούς προσφύγων και μεταναστών που καταφθάνουν.

Στην εργασία, ο εθνικισμός έχει βρει ερείσματα και σε χαμηλά αμειβόμενα και ανασφαλή επαγγέλματα. Η καλλιέργεια του ιδεολογήματος ότι για τα χαμηλά μεροκάματα φταίνε οι μετανάστες/ριες ή οι εργαζόμενοι/ες από άλλες χώρες είναι το δυνατό αφήγημα του ελληνικού εθνικισμού, συνοδευόμενο από την περαιτέρω στοχοποίηση των αλλοδαπών εργαζόμενων χωρίς χαρτιά οι οποίοι/ες υποτίθεται πως αρπάζουν θέσεις εργασίας ή στερούν επιδόματα από τους ντόπιους/ες και τους νόμιμους/ες μετανάστες/ριες. Ο διαχωρισμός του εργατικού δυναμικού με βάση την εθνικότητα ενισχύει την παρανομοποίηση των μεταναστών, καθιστώντας τους/ις εργάτες/ριες χωρίς έγγραφα και αόρατους/ες, και είναι ευρύτατα διαδεδομένος μέσα στην τάξη μας. Ο μόνος νικητής σε αυτήν την περίπτωση είναι ο εθνικισμός. Το ίδιο συμβαίνει και σε διάφορες άλλες προωθούμενες διακρίσεις στο εσωτερικό της τάξης, όπως αυτή παλιών-νέων, δημόσιων-ιδιωτικών, ανδρών-γυναικών, οι οποίες τη διασπούν και της αφαιρούν τη δυνατότητα κοινών μαζικών ταξικών αγώνων από τα κάτω.

Τα κράτη χρησιμοποιούν κάθε πρόσφορο πεδίο για τη διάδοση του εθνικισμού, με αυτά της μαζικής διασκέδασης να βρίσκονται στο επίκεντρο. Ο αθλητισμός είναι ένας από τους χώρους που τα κράτη χρησιμοποιούν στην πρόσφατη ιστορία για να προάγουν τον εθνικισμό τους. Το ελληνικό κράτος και κεφάλαιο δεν έχει αφήσει το πεδίο αυτό ανεκμετάλλευτο, προσπαθώντας να αντλεί τη μέγιστη δυνατή πολιτική υπεραξία μέσω των διάφορων επιτυχιών εθνικών αθλητικών ομάδων ή μεμονωμένων αθλητών, επενδύοντας τους ελάχιστους δυνατούς πόρους. Άνδρες και γυναίκες, φίλαθλοι ή μη, δεξιοί ή αριστεροί βγαίνουν αυθόρμητα στους δρόμους για να πανηγυρίσουν τέτοιες εθνικές επιτυχίες, χωρίς κάποιον κρατικό σχεδιασμό. Όμως το Κράτος τελικά κεφαλαιοποιεί την επιτυχία και βάζει τη σημαία και την ιδεολογία του σε κάθε σπίτι. Η επικοινωνιακή του επένδυση σε μεγάλα αθλητικά γεγονότα (μεσογειακούς αγώνες, ολυμπιακούς αγώνες - πρόσφατα κατέθεσε συνυποψηφιότητα για την ανάληψη του Mundial και του Euro) γίνεται αρεστή χωρίς τριβές και αντιδράσεις. Εξάλλου, μέσα σε ένα ακίνδυνο παιχνίδι, όλοι/ες μπορούν να υποστηρίζουν κάτι “κοινό” έναντι κάποιων άλλων μέσω του ανταγωνισμού. Η εθνική σημαία, πάνω στα πολύχρωμα ρούχα των αθλητών, μοιάζει αθώα, ενώ όλα διεξάγονται σε ένα αθλητικό γήπεδο, και όχι σε κάποιο πεδίο μάχης, με χακί φορεσιές και οπλισμό.

Η πλασματική κοινότητα που ονομάζεται έθνος αντιπροσωπεύεται από το κοινοβούλιο, το οποίο και κυβερνάει στο όνομά της. Ο εθνικισμός αποτελεί βασικό εργαλείο κοινωνικής συσπείρωσης και αφομοίωσης στο εσωτερικό των εθνών-κρατών, γι’ αυτό η προώθησή του είναι ταυτόχρονα προϋπόθεση και σκοπός για κάθε πολιτική εξουσία. Είτε με τη σύγχρονη κυβερνητική εκδοχή της “σύγχρονης ελλάδας, πυλώνα ανάπτυξης και σταθερότητας στα βαλκάνια”, είτε με την αντιπολιτευόμενη εκδοχή της “ψωροκώσταινας που βάλλεται” από κάθε είδους εσωτερικό κι εξωτερικό εχθρό, ο εθνικισμός απαιτεί από εμάς ένα και μόνο πράγμα. Να συστρατευτούμε με τα συμφέροντα του κράτους και του κεφαλαίου (και να πεθάνουμε γι’ αυτά, αν χρειαστεί), παρουσιάζοντάς τα ως συμφέροντα ολόκληρης της κοινωνίας.

Το κράτος έχει συνέχεια ανεξάρτητα από τη σύνθεση του κοινοβουλίου. Οι πολιτικές ισχυροποίησής του είναι διαχρονικές, και βασίζονται σε μια σειρά από επιθετικές κινήσεις της εξωτερικής πολιτικής σε οικονομικό, στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο. Αυτές συνοδεύονται από εθνικιστική προπαγάνδα και τη διάχυση ρατσιστικών αντιλήψεων που παράγουν διαχωρισμούς και βρίσκουν ρίζωμα τόσο στη δεξιά όσο και την αριστερά. Οι δικές μας απαντήσεις διαμορφώνονται μέσα από τη σύγκρουση με τα ιδεολογήματα του εθνικισμού και τη διαπίστωση των κοινών συμφερόντων των καταπιεσμένων κι εκμεταλλευόμενων σε κάθε μεριά των κρατικών συνόρων, μέχρι την κατάργησή τους. Μέσα από την αντίληψη των πολιτισμικών διαφορών ως πλούτο και όχι ως παράγοντα διαχωρισμού. Μέσα από την απόρριψη της διαμεσολάβησης και της εθνικής ενότητας που προωθεί ο κοινοβουλευτισμός. Μέσα από τη διασύνδεση των κοινωνικών/ταξικών αγώνων στα βαλκάνια και σε ολόκληρο τον πλανήτη, μέχρι την καταστροφή κράτους και κεφαλαίου, για τη δημιουργία μιας κοινωνίας ελευθερίας, ισότητας κι αλληλεγγύης.

Εικόνες:

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License