Το «Απόσπασμα για τις Μηχανές» και τα Grundrisse: Αναλύοντας την Εργατίστικη Ανάγνωση

Το παρακάτω κείμενο των Riccardo Bellofiore και Massimiliano Tomba μεταφράστηκε απ’ την ανθολογία van der Linden & Roth, eds, Beyond Marx: Theorising the Global Labour Relations of the Twenty-First Century, εκδόσεις Brill, 2014.

Το παρακάτω κείμενο των Riccardo Bellofiore και Massimiliano Tomba μεταφράστηκε απ’ την ανθολογία van der Linden & Roth, eds, Beyond Marx: Theorising the Global Labour Relations of the Twenty-First Century, εκδόσεις Brill, 2014. Αναδημοσιεύουμε απ' το blog https://alertacomunista.wordpress.com

Το κείμενο:

Οι πρωταγωνιστές των ταινιών γουέστερν, όταν έρχονται αντιμέτωποι μ’ ένα πολύ συγκεκριμένο δίλημμα, συχνά παραθέτουν ένα απόσπασμα απ’ την Παλαιά Διαθήκη. Το λόγια του Βιβλίου των Ψαλμών ή του Ιεζεκιήλ, αποκομμένα απ’ το συγκείμενό τους, φαίνονται μολαταύτα να ταιριάζουν γάντι στην περίσταση για την οποία τα χρησιμοποιεί ο πρωταγωνιστής. Το φιλολογικό ενδιαφέρον παραμερίζεται σε μια στιγμή κινδύνου, εν μέσω μιας ανταλλαγής πυροβολισμών ή μιας βίαιης πράξης. Το βιβλικό παράθεμα βραχυκυκλώνεται από μια επείγουσα πρακτική αναγκαιότητα. Ήταν μ’ αυτόν τον τρόπο που διαβάστηκε και παρατέθηκε απ’ τη δεκαετία του 1960 κι ύστερα το «Απόσπασμα για τις Μηχάνες» του Καρλ Μαρξ.

Έτσι ισχυρίστηκε ο Paolo Virno στο πρώτο τεύχος του Luogo Comune (1990), ένα περιοδικό που επέστρεψε στο μαρξικό «Απόσπασμα για τις Μηχανές» ώστε ν’ αναλογιστεί πολιτικά τι συνέβαινε στα ιταλικά πανεπιστήμια. Ήταν την περίοδο ακμής του «Pantera» [«Πάνθηρας»], ένα φοιτητικό κίνημα που αναδύθηκε τον Δεκέμβριο του 1989 διαμαρτυρόμενο ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις που πρότεινε ο υπουργός παιδείας Ruberti. Ο Virno συνέχισε γράφοντας: «Οι σελίδες αυτές [του “Αποσπάσματος για τις Μηχανές”], που γράφτηκαν σχεδόν ξέπνοα το 1858 υπό συνθήκες επείγοντων πολιτικών καθηκόντων που χρήζαν απάντησης, έχουν παρατεθεί πολλές φορές από εκείνους που αναζητούν έναν πρόχειρο κι έτοιμο προσανατολισμό ενώπιον πρωτόγνωρων εργατικών απεργιών, μαζικής αποχής στις εκλογές, της συμπεριφοράς των νεότερων γενεών, την εισαγωγή ρομπότ στο Mirafiori [εργοστάσιο της FIAT στο Τορίνο] ή την εμφάνιση των υπολογιστών γραφείου. Η ιστορία των διαδοχικών ερμηνειών του “Αποσπάσματος για τις Μηχανές” είναι μια ιστορία κρίσεων και νέων αφετηριών»[1].

Παρακάτω, προσπαθούμε να διαβάσουμε την ιστορία αυτών των ερμηνειών ενάντια στο ρεύμα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να προωθήσουμε μια αυθεντική αντιπαράθεση με μερικές εξ αυτών. Η ανάλυσή μας περιλαμβάνει επίσης μια έφοδο στην προϊστορία των ερμηνειών αυτών.

Η ιστορία ξεκινά με το τέταρτο τεύχος των Quaderni Rossi, που εκδόθηκε το 1964[2]. Ήταν εκεί που ο Renato Solmi δημοσίευσε την πρώτη ιταλική μετάφραση του «Αποσπάσματος για τις Μηχανές». Τα χειρόγραφα του 1857-1858 του Μαρξ εκδόθηκαν για πρώτη φορά απ’ το Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της Μόσχας, σε δύο μέρη (το 1939 και το 1941, αντίστοιχα), υπό τον τίτλο Grundrisse der Kritik der politischen Ökonomie (Rohentwurf ), ή Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Το 1953, τα χειρόγραφα επανεκδόθηκαν απ’ τις εκδόσεις Dietz, τις βερολινέζικες εκδόσεις που έχουν αναλάβει τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς.

Οι Ιταλοί μαρξιστές υποδέχθηκαν μ’ ενθουσιασμό το απόσπασμα του Μαρξ για τις μηχανές, ανακαλύπτοντας στις σελίδες του τη δυνατότητα μιας νέας ανάγνωσης του Μαρξ: οι Ιταλοί μαρξιστές είδαν το «Απόσπασμα για τις Μηχανές» ως να περιέχει αυτό το πλεόνασμα υποκειμενικότητας μέσω του οποίου μπορούσαν να υπονομευτούν οι εδραιωμένες ερμηνείες της σταλινικής ορθοδοξίας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας. Στο «Plusvalore e pianificazione» [«Υπεραξία και Σχεδιασμός»], ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο ίδιο τεύχος των Quaderni Rossi με το «Απόσπασμα για τις Μηχανές», ο Raniero Panzieri ανακάλυψε στις σημειώσεις του Μαρξ απ’ τα Grundrisse «μια θεωρία για την “αστάθεια” του καπιταλισμού στο μέγιστο επίπεδο ανάπτυξής του, όταν η “υπεραφθονία” των παραγωγικών δυνάμεων εισέρχεται σε σύγκρουση με την “περιορισμένη βάση” του συστήματος, κι η ποσοτική μέτρηση της εργασίας γίνεται ένας έκδηλος παραλογισμός»[3]. Σταχυολογούμε εδώ τις βασικές συντεταγμένες αυτού που έμελλε να γίνει η γραμμή ερμηνείας του ιταλικού εργατισμού. Ο εργατισμός είδε κι ανέλυσε τον καπιταλισμό ως να έχει φτάσει στο «μέγιστο επίπεδο ανάπτυξής του», εγείροντας μια αντίφαση μεταξύ της τεράστιας ανάπτυξης του συστήματος των μηχανών και των περιορισμένων θεμελίων του συστήματος, μια αντίφαση η οποία καθιστά παράλογη την «ποσοτική μέτρηση της εργασίας». Δεν ήταν ο Panzieri εκείνος που οδήγησε την προσέγγιση αυτή στο λογικό της συμπέρασμα. Άλλοι εργατιστές -ο Μάριο Τρόντι κι ο Τόνι Νέγκρι- θ’ ανέπτυσσαν τη διαίσθηση του Panzieri στο σημείο ν’ ανακηρύξουν ως ξεπερασμένο τον νόμο της αξίας.

Για να μπορέσουν να το κάνουν αυτό, έπρεπε να θέσουν τα Grundrisse ενάντια στο Κεφάλαιο. Κι εδώ όμως, ήταν πάλι ο Panzieri εκείνος που άνοιξε τον δρόμο. «Στις σελίδες αυτές [των Grundrisse], ο Μαρξ αναφέρεται στη δυνατότητα μιας άμεσης μετάβασης απ’ τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό»[4]. Βρίσκουμε τον ισχυρισμό αυτόν ν’ αντηχεί μετέπειτα στα γραπτά του Μάριο Τρόντι, για τον οποίο τα Grundrisse εκπροσωπούσαν, μ’ όλη τη φρεσκάδα τους, «ένα βιβλίο περισσότερο ανεπτυγμένο απ’ τα άλλα δύο»[5], δηλαδή, απ’ το Κεφάλαιο και την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία της υπερεκτίμησης των Grundrisse, η οποία συνέχισε, μέσω του Τόνι Νέγκρι και του Paolo Virno, ως και τον μεταεργατισμό, υποβαθμίζοντας τον Μαρξ στις λιγοστές σελίδες του «Αποσπάσματος για τις Μηχανές». Πλέον, στα κείμενα των Ιταλών μεταεργατιστών, οι παραπομπές στο Κεφάλαιο είναι ελάχιστες, όπως μπορεί να δει κανείς απ’ την Αυτοκρατορία και το Πλήθος, τα δύο βιβλία των Νέγκρι & Χαρντ που έχουν προσελκύσει την μεγαλύτερη προσοχή διεθνώς. Να το ξεκαθαρίσουμε! Δεν σκοπεύουμε να ξανανοίξουμε το ντιμπέιτ για το αν πρέπει να προτιμούμε το Κεφάλαιο αντί των Grundrisse ή το αντίστροφο. Θεωρούμε όμως ότι είναι χρήσιμο να διαβάζουμε τον Μαρξ κόντρα στο ρεύμα, προσπαθώντας να τον συσχετίσουμε με την παρούσα κατάσταση και να τον κάνουμε να λειτουργεί σαν ένας συναγερμός που μας προειδοποιεί για έναν επικείμενο κίνδυνο. Θα κάνουμε μερικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση προς το τέλος του παρόντος κειμένου.

Η εξιστόρηση της ιστορίας των ιταλικών ερμηνειών του «Αποσπάσματος για τις Μηχανές» απαιτεί μια κάποια εξέταση της προϊστορίας τους, ή μια εξέταση όσων έγιναν πριν την κυκλοφορία του τέταρτου τεύχους των Quaderni Rossi – μια προϊστορία πλήρως ριζωμένη στον συνεπέστερο αντισταλινικό μαρξισμό. Ο πρώτος που τόνισε τη σημασία του «Αποσπάσματος για τις Μηχανίες» στην Ιταλία υπήρξε ο Αμαντέο Μπορντίγκα[6], ο οποίος έμαθε για τα Grundrisse απ’ τον Roger Dangeville, ένα μέλος του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κόμματος και συντάκτη της πρώτης γαλλικής έκδοσης των Grundrisse, τα οποία εκδόθηκαν απ’ τις εκδόσεις Editions Anthropos το 1967[7]. Θα μπορούσε κανείς πιθανόν ν’ αναγνωρίσει έναν γενεαλογικό σύνδεσμο ή μια έμμεση συγγένεια που συνδέει τα γραπτά του Μπορντίγκα με τους συντάκτες των Quaderni Rossi (μέσω του Danilo Montaldi ή άλλων)[8]. Αυτό το ζήτημα όμως δεν μας αφορά εδώ. Το ενδιάφερον μας κείτεται στο να επιδείξουμε τις θεωρητικές και πολιτικές εντάσεις που τόνισε ο Μπορντίγκα το 1957.

Ο Μπορντίγκα προσπαθούσε να ερμηνεύσει τον αυτοματισμό από μια μαρξιστική σκοπιά. Ο αυτοματισμός είχε αφήσει τους «αστούς οικονομολόγους» εξίσου άναυδους με «εκείνη τη συμμορία εργατών που εκπροσωπούν τον ψευδή σοσιαλισμό της Ρωσίας»[9]. Ο αυτοματισμός έθετε το πρόβλημα μιας δραστικής μείωσης του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού, μιας νέας ανεργίας και τις αναμενόμενες δυσκολίες που θ’ αντιμετώπιζε μια μεγάλη μάζα αντρών και γυναικών στην προσπάθειά τους να βγάλουν χρήματα και, το σημαντικότερο, να τα ξοδέψουν αγοράζοντας τη τεράστια μάζα εμπορευμάτων που παράγονταν στα μισοάδεια αυτοματοποιημένα εργοστάσια. Αφενός, ο Μπορντίγκα ήθελε να επιτεθεί στους επιγόνους του σοβιετικού συνθήματος της «πλήρους απασχόλησης» και τους σοσιαλδημοκράτες κομμουνιστές που αγωνίζονταν για τον εκδημοκρατισμό του κεφαλαίου. Αφετέρου, υπήρχαν εκείνοι οι «αφελείς κομμουνιστές» οι οποίοι, αντιμέτωποι με την προοπτική μιας «απολυταρχικής αυτοματοποιημένης παραγωγής», ανησυχούσαν ότι μ’ αυτή ίσως ξεπεραστεί ο νόμος σύμφωνα με τον οποίο όλη η αξία προέρχεται απ’ την εργασία των μισθωτών εργατών. Ο αντιξιφισμός του Μπορντίγκα ήταν: «Καλά ξεκουμπίδια στους νόμους της αξίας, της ισότιμης ανταλλαγής και της υπεραξίας – μόλις ξεπεραστούν, ξεπερνιέται κι η ίδια η μορφή της αστικής παραγωγής»[10]. Για τον Μπορντίγκα, πρόκειται για ένα ζήτημα εξαγωγής της αναγκαιότητας του κομμουνισμού κατ’ ευθείαν απ’ τα φαινόμενα του καπιταλισμού. Αυτό ήταν το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου εργαζόταν. Η ανάλυση ορισμένων αποσπασμάτων απ’ το έργο του Μπορντίγκα -όλα τους γραμμένα στην εντατική θέρμη της πολεμικής του ενάντια στον σοβιετικό και τον προοδευτικό μαρξισμό- αποκαλύπτει τη γενική κεντρική ιδέα της πολιτικής του. Ο Μπορντίγκα παραθέτει απ’ τα Grundrisse: «Η επιστήμη, που αναγκάζει τα άψυχα μέλη των μηχανημάτων με την κατασκευή τους να λειτουργούν σκόπιμα σαν αυτόματος μηχανισμός, δεν υπάρχει στη συνείδηση του εργάτη· αντίθετα, επιδρά διαμέσου της μηχανής σαν ξένη δύναμη πάνω στον εργάτη, σαν δύναμη της ίδιας της μηχανής»[11]. Τα διάφορα στοιχεία της μηχανής λειτουργούν σαν ένα μοναδιαίο αυτόματο, επειδή ο σκοπός για τον οποίο σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε η μηχανή είναι να είναι ένα αυτόματο. Οι μηχανές λειτουργούν σαν ένα αυτόματο ακριβώς λόγω αυτών των μέσων και σκοπών σύμφωνα με τους οποίους κατασκευάζονται. Αυτός είναι ο σκοπός της κατασκευής μηχανών, η ταυτόχρονη αύξηση της παραγωγικότητας και της εντατικότητας της εργασίας. Ο σκοπός αυτός όχι μόνο δεν υπάρχει στη συνείδηση του εργάτη, μα στην πραγματικότητα ο σκοπός αυτός στέκεται αντιμέτωπος με τον εργάτη ως μια ξένη δύναμη που θέλει να μετατρέψει κι αυτόν σε αυτόματο.

Αυτού δεν έπεται μόνο ότι «το σύνολο του συστήματος των αυτόματων μηχανών συγκροτεί ένα τέρας που συνθλίβει μια υποδουλωμένη και δύστυχη ανθρωπότητα υπό το καταπιεστικό της βάρος, ένα τέρας που κυριαρχεί στο σύνολο της απεικόνισης της σημερινής κοινωνίας απ’ τον Μαρξ», μα επίσης ότι η επιστήμη είναι «πρώτα και κύρια τεχνολογική ανωτερότητα, ή το μονοπώλιο μιας εκμεταλλευτικής μειοψηφίας»[12]. Ο Μπορντίγκα επιτίθεται στην προοδευτική αισιοδοξία του ρεφορμισμού, η οποία θεωρεί την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο ως ένα ακόμη βήμα προς την μεγαλύτερη ευημερία. Εκείνο που αμφισβητεί ο Μπορντίγκα δεν είναι τόσο καθεαυτή την επιστημονική πρόοδο, μα αντ’ αυτού ο ταξικός της χαρακτήρας, το γεγονός ότι η παραγωγή μεγαλύτερης ευημερίας είναι ταυτοχρόνως παραγωγή εξαθλίωσης για την άλλη τάξη. Ενάντια στους ενθουσιώδεις απολογητές της τεχνικής προόδου καθεαυτής -τους οποίους χαρακτηρίζει ως «απειλητικούς υποστηρικτές της νεκρής εργασίας»- γράφει: «Εκείνοι που ιδιοποιούνται το κεφάλαιο που παράγεται απ’ τη ζωντανή εργασία (υπεραξία) δεν πρέπει ν’ απεικονιστούν ως ανθρώπινα όντα ή ως μια τάξη ανθρώπινων όντων: αυτοί είναι το τέρας, η εξαντικειμενικευμένη εργασία, το πάγιο κεφάλαιο, το μονοπώλιο και το προπύργιο της ίδιας της κεφαλαιακής μορφής, ένα κτήνος που στερείται ψυχής, ακόμη και ζωής, και που καταβροχθίζει και σφαγιάζει ζωντανή εργασία, την εργασία των ζωντανών, και μαζί μ’ αυτή και τους ίδιους τους ζωντανούς»[13].

Ο Μπορντίγκα στόχευσε τον ρωσικό μαρξισμό και χτύπησε αρκετές εκδοχές του σταλινικού μαρξισμού. Πρώτα και κύρια, η κριτική του απευθύνεται στη σοβιετική ιδεολογία, η οποία παρουσίαζε την ανάπτυξη της ρωσικής βιομηχανικής παραγωγής ως την προεικόνιση ενός ατσάλινου σοσιαλισμού – τη στιγμή που η μετατροπή της υπερεργασίας όχι σ’ ελεύθερο χρόνο μα σε υπεραξία για την παραγωγή πάγιου κεφαλαίου είναι ακριβώς εκείνο που χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής: «Το πάγιο κεφάλαιο με την μορφή μηχανών -αυτό που αποκαλείται σύμπλεγμα οργανικών αγαθών κι εξυμνείται ως ο σημαντικότερος τρόπος για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση- είναι το νέο τέρας που πνίγει σήμερα την ανθρωπότητα. Το εγκώμιο που του πλέκεται τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση είναι ένας αληθινός δείκτης για το πόσο κυρίαρχος έχει γίνει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής»[14]. Όμως, ο Μπορντίγκα δεν επιτίθεται απλώς στη ρωσική ιδεολογία που πλασάρει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων για σοσιαλισμό (μια ιδεολογία παρούσα και σε πολλά φαινομενικά αντισταλινικά ρεύματα)· επιτίθεται επίσης στην ιδέα ότι εκείνο που καθιστά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τερατώδη είναι η ατομική ιδιοποίηση της υπεραξίας απ’ τους καπιταλιστές. Το τερατώδες είναι το πάγιο κεφάλαιο, το οποίο καταβροχθίζει ζωντανή εργασία. «Το θηρίο», γράφει ο Μπορντίγκα, «είναι η εταιρεία, όχι το γεγονός ότι η εταιρεία έχει αφεντικό»[15]. Ο Μπορντίγκα επιτίθεται επίσης στις αντεργατικές παραλλαγές του υπαρκτού σοσιαλισμού: απορρίπτει το όραμα του σοσιαλισμού ως αυτοδιαχείριση ή εργατικό έλεγχο. Το όραμα αυτό δεν βάζει ένα τέρμα στον δεσποτισμό του εργοστασίου αλλά παρατείνει την αξιοποιό διαδικασία του κεφαλαίου. Η υποβάθμιση της ζωντανής εργασίας στην καπιταλιστική εταιρεία δεν μπορεί να τελειώσει αντικαθιστώντας τον ιδιοκτήτη της εταιρείας· μπορεί να τελειώσει μόνο επαναστατικοποιώντας τις μορφές και τους όρους της εργασίας. Για τον Μπορντίγκα, «η αντίθεση μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού δεν μπορεί ούτε να βρεθεί ούτε ν’ αποφασιστεί στο επίπεδο της ιδιοκτησίας ή της διαχείρισης, αλλά μόνο στο επίπεδο της παραγωγής»[16].

Η απολογία της τεχνολογικής ανάπτυξης προσέφερε χρήσιμη στήριξη τόσο στην καπιταλιστική συσσώρευση στη Ρωσία όσο και στη σοσιαλδημοκρατική σταδιακότητα στη Δύση· και στις δύο περιπτώσεις, ο καπιταλισμός γινόταν αντιληπτός ως κάτι που μπορούσε να εναρμονιστεί με τον σοσιαλισμό. Για τον Μπορντίγκα, ο σταλινισμός κι η δυτική σοσιαλδημοκρατία συνιστούσαν τον επικείμενο κίνδυνο. Και, πράγματι, συνέχισαν να παρεμποδίζουν την ανανέωση του επαναστατικού εργατικού κινήματος γι’ αρκετά ακόμη χρόνια.

Στοιχεία αυτής της προσέγγισης μπορούν να βρεθούν στον Panzieri και τον ιταλικό εργατισμό. Στα Quaderni Rossi, ο Panzieri θα προκαλούσε την τότε κυρίαρχη μαρξιστική ορθοδοξία, μια ορθοδοξία ανίκανη να συλλάβει τη σχέση μεταξύ της τεχνολογίας και της ταξικής κυριαρχίας. Για τον Panzieri, εκείνο που έπρεπε ν’ αμφισβητηθεί ήταν η ιδέα της τεχνολογικής προόδου ως κάτι ουδέτερο, εξωτερικό των ταξικών σχέσεων. Στο πρώτο τεύχος των Quaderni Rossi (1961), ο Panzieri δημοσίευσε το άρθρο «Sull’uso capitalistico delle macchine nel neocapitalismo» [«Για την Καπιταλιστική Χρήση των Μηχανών στον Νεοκαπιταλισμό»], όπου ισχυρίστηκε ότι «η καπιταλιστική χρήση των μηχανών δεν αποτελεί […] μια απλή διαστρέβλωση κάποιας “αντικειμενικής” ανάπτυξης που είναι καθεαυτή ορθολογική, ή μια απλή παρέκκλιση από κάποια αντικειμενική ανάπτυξη που είναι καθεαυτή ορθολογική, αλλά είναι το κεφάλαιο που έχει καθορίσει τη τεχνολογική ανάπτυξη»[17]. Ο Panzieri καταλήγει έτσι στην ιδέα ότι η τεχνολογική ανάπτυξη είναι εγγενώς καπιταλιστική: «Έτσι, η ίδια η τεχνολογική πρόοδος εμφανίζεται ως ένας τρόπος ύπαρξης του κεφαλαίου, ως η εξέλιξή του»[18]. Οι συλλογισμοί αυτοί του Panzieri βασίζονταν ακόμη στο Κεφάλαιο, κι όχι στα Grundrisse. Αν οι θεωρητικοί της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας της Ιταλίας ξεκίνησαν, ερευνώντας τη νέα οργάνωση της εργασίας στον καπιταλισμό, απ’ την υπόθεση ότι η εργασιακή διαδικασία είναι εγγενώς ορθολογική, ο Panzieri στηρίχτηκε στον Μαρξ του Κεφαλαίου για να δείξει την μη-ουδετερότητα της επιστήμης, η οποία έχει καθυποταχθεί απ’ το κεφάλαιο ώστε ν’ αυξήσει «τη δύναμη του “αφεντικού”»[19]. Για τον Panzieri, η αυτόματη μηχανή είναι ακριβώς αυτό που ο Μαρξ περιέγραψε ως ένα «μέσο βασανισμού»[20] που πρέπει ν’ αναλυθεί εκκινώντας απ’ την ειδική αξία χρήσης του σταθερού κεφαλαίου και τη τεχνολογία που το θέτει σε κίνηση, δεδομένου ότι οι μηχανές σχεδιάζονται, εξ αρχής, για την μεγιστοποίηση της καθυπόταξης της ζωντανής εργασίας.

Η κριτική της «σταθερότητας» εγγενούς στον παραδοσιακό μαρξισμό συμπληρώθηκε απ’ την ανακάλυψη, στον Μαρξ, μιας «διττότητας» της «εργασιακής δύναμης» και της «εργατικής τάξης» που είχε χαθεί απ’ τον μαρξισμό τόσο της Β’ όσο και της Γ’ Διεθνούς, με το «οικονομίστικο» όραμά τους για τον κόσμο της εργασίας ως να χαρακτηρίζεται αναπόφευκτα από «παθητικότητα». Αυτό ήταν το που θα ριζοσπαστικοποιούσε, μετά τον Panzieri, ο Τρόντι. Ο Panzieri ξεκίνησε συμπληρώνοντας την έμφασή του στην μη-ουδετερότητα των παραγωγικών δυνάμεων και των μηχανών με την έννοια ενός «πλάνου του συνολικού κεφαλαίου». Για τον Panzieri, το συνολικό κεφάλαιο βρίσκεται σε θέση να σχεδιάσει όχι μόνο την οικονομία, μα και την κοινωνία. Εξ αρχής, αυτό υπήρξε μια πανίσχυρη κριτική της ιδέας ότι ο σοσιαλισμός συνίσταται απλώς στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής συν τον σχεδιασμό. Οι εργατικοί αγώνες αυξανόμενα αντικαθιστούν την αναρχία της αγοράς ως τον περιοριστικό παράγοντα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, γινόμενοι η πρωταρχική, αν όχι η μοναδική, αντίφαση – όχι τόσο επειδή η εργασία είναι αναπόφευκτα ένα απ’ τα αναπόσπαστα «στοιχεία» του κεφαλαίου, αλλά αντ’ αυτού επειδή οι εργατικοί αγώνες ξεκινούν να παίρνουν πολιτικά χαρακτηριστικά. Ο Τρόντι ξεκίνησε απ’ αυτό. Το πρώτο του βήμα ήταν να διαχωρίσει τον μαρξισμό ως επιστήμη του κεφαλαίου απ’ τον μαρξισμό ως επαναστατική θεωρία. Ως επιστήμη του κεφαλαίου, ο μαρξισμός θεωρεί τους εργάτες ως «εργασιακή δύναμη», απ’ τη σκοπιά της θεωρίας της οικονομικής ανάπτυξης, κι η εργασιακή δύναμη ανάγεται πλήρως σε μεταβλητό κεφάλαιο, ή σ’ εργασία στον βαθμό που είναι πλήρως υποταγμένη στο κεφάλαιο. Αυτή είναι η «εργασία» όπως τη βλέπει το κεφάλαιο. Ως επαναστατική θεωρία, ο μαρξισμός θεωρεί τους εργάτες ως «εργατική τάξη», ή στον βαθμό που αρνούνται πολιτικά να συμπεριληφθούν στο κεφάλαιο – μαρξισμός ως θεωρία της πολιτικής διάλυσης του κεφαλαίου, μια θεωρία που βλέπει το κεφάλαιο απ’ τη σκοπιά της εργατικής τάξης.

Αυτοί οι συλλογισμοί ανοίξαν νέους χώρους τόσο για έρευνα όσο και για πολιτικές παρεμβάσεις: η μη-ουδετερότητα της διαδικασίας εξορθολογισμού, η μη-ουδετερότητα της επιστήμης και της τεχνολογίας, μπορούσαν να νοηθούν μόνο απ’ την παρτιζάνικη σκοπιά της ζωντανής εργασίας. Οι εργάτες στο Marghera -όχι μόνο αυτοί όμως- αργότερα θα εκκινούσαν νέους συλλογισμούς και πολιτικές μάχες περί των ανθυγιεινών εργασιακών συνθηκών, ξεκινώνοντας απ’ το γεγονός ότι «οι ασθένειες κι οι διαταραχές που ξεσπούν στο εργοστάσιο συνδέονται άμεσα με τη τεχνολογική ανάπτυξη»[21]. Όπως θα δούμε παρακάτω, αυτή η πολιτική προσέγγιση εγκαταλείφθηκε τη δεκαετία του 1970, επειδή μια νεά προσέγγιση, συνοδευόμενη από μια νέα ανάγνωση του «Αποσπάσματος για τις Μηχανές», ξεκίνησε ν’ αντικαθιστά τον εργάτη-μάζα με τον κοινωνικό εργάτη – μια θεωρία που «η άφιξη της οποίας θα έθετε σε αμφισβήτηση όλο το περιεχόμενο του εργατισμού»[22]. Παρά τα πανίσχυρα στοιχεία πολιτικής καινοτομίας που έχει συνεισφέρει ο Νέγκρι, αυτή η μετάβαση έχει εν μέρει τις ρίζες της στην ιστορία του εργατισμού. Στο δεύτερο τεύχος των Quaderni Rossi (1962), ο Τρόντι εκτόξευσε ένα πύρινο βέλος: «La fabbrica e la società» [«Το Εργοστάσιο κι η Κοινωνία»]. Εκεί, ο Τρόντι ριζοσπαστικοποίησε την αρμόζουσα προσέγγιση του αναδυόμενου ετερόδοξου μαρξισμού του εργατισμού, υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι οι παραγωγικές σχέσεις είναι πρώτα και κύρια εξουσιαστικές σχέσεις. Την ίδια στιγμή, όπως έχει παρατηρήσει ο Steve Wright, το άρθρο του Τρόντι «εμπεριείχε ορισμένες αμφισημίες και παρανοήσεις που σύντομα θα μεταφέρονταν στον ίδιο τον εργατισμό. Η πιο χτυπητή από αυτές αφορούσε το κεντρικό θέμα του δοκιμίου σχετικά με την κοινωνικοποίηση της εργασίας υπό το καθεστώς της “ειδικά” καπιταλιστικής παραγωγής και τις επιπτώσεις της για τον ορισμό της σύγχρονης εργατικής τάξης»[23]. Ο Τρόντι έφτασε στο σημείο να ισχυριστεί ότι η εργασιακή δύναμη δυνητικά παράγει υπεραξία ακόμη και πριν την έναρξη της εργασιακής διαδικασίας, στον βαθμό που η ποσότητα εργασίας που θα προσφερθεί καθορίζεται απ’ την αγορά εργασίας, στη σύμβαση εργασίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η παραγωγή αξίας συγκροτείται δυνητικά. Ο όρος «δυνητικά» σταδιακά εγκαταλείφθηκε στον εργατίστικο λόγο [discourse], οι συνέπειες όμως υπήρξαν ξεκάθαρες απ’ την αρχή. Οι μισθολογικοί αγώνες που προκαλούν μια αύξηση των μισθών σε ρυθμό ταχύτερο από εκείνον της αύξησης της παραγωγικότητας, κι η άρνηση εργασίας στην παραγωγή, εκπροσωπούν την έμπρακτη μετάβαση απ’ την «εργασιακή δύναμη» στην «εργατική τάξη». Μόλις συγκροτηθεί η εργατική τάξη, η σύγκρουση μετατρέπεται άμεσα σε ανταγωνισμό κι επαναστατική ρήξη. Το κεφάλαιο απαντά μέσω της ανάπτυξης, κι η ανάπτυξη επεκτείνει τον ανταγωνισμό απ’ το εργοστάσιο στην κοινωνία. Η κρίση χαρακτηρίζεται, μ’ έναν αδιαμεσολάβητο τρόπο, ως συνέπεια του ανταγωνισμού. Την ίδια στιγμή, υπάρχει άρνηση της κρίσης, στον βαθμό που μεταμορφώνεται άμεσα σε καπιταλιστική ανάπτυξη. Ισχύει και το αντίθετο: η καπιταλιστική ανάπτυξη είναι ταυτόχρονα η ανάπτυξη της εργατικής τάξης, ή οποιασδήποτε ανταγωνιστικής υποκειμενικότητας έχει αναγνωριστεί ως κυρίαρχη. Η ανάπτυξη κι η κρίση είναι εν τέλει το ίδιο και το αυτό. Απορρέουν απ’ την «ανεξαρτησία» που επιτεύχθει απ’ τη δύναμη της «εργασίας» όταν έρχεται να καθορίσει, μέσω μισθολογικών κι εισοδηματικών αγώνων, την ποσότητα της «αναγκαίας εργασίας». Η ανάπτυξη κι η κρίση μπορούν επίσης ν’ ανιχνευθούν πίσω στην ικανότητα για άμεση παραγωγή αξίας που απονέμει η κοινωνική συνεργασία σε μια «ζωντανή εργασία» που σύντομα θα χαρακτηριστεί ως να βρίσκεται στο χείλος της «εξόδου» – στο οποίο σημείο οι προϋποθέσεις του «μεταεργατίστικου» μηχανισμού θα βρίσκονται σχεδόν στη θέση τους, και μ’ αυτές η θεωρητική και πρακτική ανικανότητα ν’ αντιμετωπιστούν τα στοιχεία εκείνα της ταξικής αποσύνθεσης που εμφανίζονται σε περιόδους κρίσης κι αναδιάρθρωσης· μια ανικανότητα ήδη εμφανή στη σκέψη του Νέγκρι κατά τη δεκαετία του 1970.

Στο «Workers’ Party Against Work» [«Το Εργατικό Κόμμα Ενάντια στην Εργασία»] (1973), ο Νέγκρι ξεκινά από δύο προ-Κεφαλαίου χειρόγραφα του Μαρξ (τα Grundrisse και τα Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής) ώστε ν’ αναλύσει τις αλλαγές που προκλήθηκαν απ’ τη ταξική σύγκρουση και την καπιταλιστική συσσώρευση κατά τη φάση της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας υπό το κεφάλαιο. Ο νόμος της αξίας τέθηκε αδιαμφισβήτητα στην άκρη. Νέες μορφές εξέγερσης, όπως η άρνηση εργασίας από μεγάλους αριθμούς νεολαίων, υπηρετούν ως το σημείο αφετηρίας για ένα νέο θεωρητικό πλαίσιο που μετέτρεψε τα τμήματα της εργάσιμης ημεράς σε δύο ανεξάρτητες κι αμοιβαία ανταγωνιστικές μεταβλητές.

Ήταν σ’ αυτό το σημείο που ο Νέγκρι ξεκίνησε να διευρύνει την έννοια της παραγωγικής εργασίας, τείνοντας να την κάνει να συμπίπτει με την μισθωτή εργασία και παραπέρα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ξεκίνησε εννοιολογώντας «τη νέα κοινωνική φιγούρα ενός ενοποιημένου προλεταριάτου»[24]. Στο «Proletarians and the State» [«Οι Προλετάριοι και το Κράτος»] (1976), η μετάβαση απ’ τον εργάτη-μάζα στον κοινωνικό εργάτη γίνεται ρητή: το όλο θεωρητικό πλαίσιο του κειμένου είναι δομημένο με τέτοιο τρόπο ώστε ν’ αφήσει χώρο για μια νέα επαναστατική υποκειμενικότητα, ταυτοποιημένη ως να υπάρχει στο άκρο της περιθωριοποίησης[25]. Το μοντέλο αυτό θα επαναλαμβάνονταν αρκετές φορές. Οι μορφές συγκρουσιακότητας που αρμόζουν στο όποιο νέο υποκείμενο ανακηρύσσεται ως ηγεμονικό υπηρετούν ως το σημείο αφετηρίας για μια ανάλυση της καπιταλιστικής τάσης που εκτοπίζει άλλους τύπους εργατών σε μια υπολειπόμενη θέση.

Ο Νέγκρι χρειαζόταν να ωθήσει τον Μαρξ πέρα απ’ τον Μαρξ [Marx Beyond Marx: Lessons on the Grundrisse, τίτλος βιβλίου του Νέγκρι για τα Grundrisse που αποτελείται από 9 σεμινάρια που είχε δώσει σ’ ένα γαλλικό πανεπιστήμιο ύστερα από πρόσκληση του Λουί Αλτουσέρ]. Για να το καταφέρει αυτό, κατέφυγε γι’ άλλη μια φορά στα Grundrisse. Σύμφωνα με τον Νέγκρι, η διορατικότητα των Grundrisse είναι μεγαλύτερη στην ανάλυση που αναπτύσσεται στο «Απόσπασμα για τις Μηχανές», με την έμφαση που δίνεται στην «αναγκαία τάση» του κεφαλαίου προς την υπαγωγή του συνόλου της κοινωνίας[26]. Σύμφωνα με τον Νέγκρι, μόλις συμβεί αυτή η υπαγωγή, «η καπιταλιστική ιδιοποίηση της κοινωνίας είναι απόλυτη»[27]. Ο Νέγκρι υιοθετεί ενθουσιωδώς τον ισχυρισμό του Μαρξ ότι «καταρρέει η παραγωγή που βασίζεται στην ανταλλακτική αξία» [Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τόμος Β, σελ. 538], κι ισχυρίζεται ότι το διακύβευμα είναι μια «αδυναμία να μετρηθεί η εκμετάλλευση», μια αδυναμία μέσω της οποίας «η θεωρία της αξίας» εμφανίζεται να είναι «άνευ περιεχομένου»[28]. Κενή κάθε στοιχείου ισοδυναμίας, η «αξιακή μορφή» μετασχηματίζεται σε «καθαρή κι απλή προσταγή, την καθαρή κι απλή μορφή της πολιτικής»[29]. Ο Νέγκρι ανακάλυψε στην κρίση του νόμου της αξίας το «απόγειο της έρευνας του Μαρξ» και θεωρεί ότι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 σηματοδοτούν την ιστορική μετάβαση προς μια «φάση της κρίσης του νόμου της αξίας»[30]. Πόθεν αυτή η μετάβαση; Είναι απλό: σύμφωνα με τον Νέγκρι, η αξία δεν είναι πλέον μετρήσιμη, ώστε «ο κεντρικός χαρακτήρας της θεωρίας της υπεραξίας θέτει ένα τέλος σε κάθε επιστημονική αξίωση να εξαχθεί οποιαδήποτε συγκεντροποίηση και κυριαρχία απ’ τη θεωρία της αξίας»[31]. Εδώ ακριβώς είναι που ο Νέγκρι αναγνωρίζει την ανωτερότητα των Grundrisse, τα οποία βλέπει ως να μην έχουν μπλεχτεί (ακόμη;) στην ανάλυση της αξίας, κι είναι συνεπώς ανοικτά στη «δράση της επαναστατικής υποκειμενικότητας», μια δράση που υποτίθεται ότι παρεμποδίζεται απ’ τις κατηγορίες που παρατίθονται κι αναπτύσσονται στο Κεφάλαιο[32].

Θα ήταν περισσότερο ταιριαστό να πούμε ότι ο «καταστροφισμός» εγγενής στον τρόπο που παρουσιάζεται η πτώση του ποσοστού κέρδους στο «Απόσπασμα για τις Μηχανές» δεν απορρέει μόνο απ’ την επιθυμία του Μαρξ να δώσει μια πολιτική τροπή στους συλλογισμούς του, γράφοντας σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, μα επίσης, κι αυτό είναι το σημαντικότερο, απ’ την ασάφεια των κατηγοριών του, μια ασάφεια εμφανής αναφορικά με ζητήματα που είναι απολύτως θεμελιώδη για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Ο Μαρξ δεν είχε ακόμη ορίσει επαρκώς την έννοια της αξίας· στην πραγματικότητα, ο ορισμός που δίνει αναπτύχθηκε μόνο κατά τη διάρκεια της συγγραφής των Grundrisse. Το πρώτο κεφάλαιο, το οποίο υποτίθεται θα καταπιανόταν με την έννοια της αξίας, δεν γράφτηκε ποτέ. Τα Grundrisse ξεκινούν απ’ το δεύτερο κεφάλαιο, «ΙΙ. Το Κεφάλαιο του Χρήματος», το οποίο αναφέρεται στο πρώτο, κι ακόμη άγραφο, κεφάλαιο της αξίας [«Αυτό το προϋποθέτουμε από το κεφάλαιο που πραγματεύεται την ανταλλακτική αξία σαν τέτοια» (Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τόμος Α, σελ. 145)]. Είναι συνεπώς λάθος να θεωρούμε ότι το «Απόσπασμα για τις Μηχανές» ανακηρύττει την κατάρρευση του νόμου της αξίας: η σκέψη του Μαρξ για την αξία δεν είχε ακόμη ωριμάσει. Ο Μαρξ ανέλαβε αυτό το αναγκαίο θεωρητικό έργο στα χειρόγραφα που έγραψε τη δεκαετία του 1860. Επίσης, το γεγονός ότι ο Μαρξ των Grundrisse δεν είχε ακόμη ορίσει την κοινωνικά αναγκαία εργασία ως εργασία που εξαντικειμενικεύεται, μ’ έναν μετρήσιμο τρόπο, ως ανταλλακτική αξία, σχετίζεται με τα ζητήματα που εγείρονται στο «Απόσπασμα για τις Μηχανές». Όταν ο Μαρξ μιλάει για αναγκαία εργασία στα Grundrisse, συναντά προβλήματα τα οποία αποδίδει στον Ρικάρντο, την θεωρία της αξίας του οποίου ο Μαρξ περιστασιακά τη θεωρούσε ακόμα ορθή το 1858[33], την οποία όμως τέσσερα χρόνια αργότερα θ’ απέρριπτε οριστικά λόγω της τάσης της να συγχέει την αξία με τις τιμές κόστους[34], δηλαδή, κατά τη διάρκεια που συνέγραφε τα τετράδια που θα γίνονταν γνωστά ως τα Economic Manuscripts of 1861-1863 [Οικονομικά Χειρόγραφα του 1861-1863].

Ο Paolo Virno, σ’ ένα κείμενό του για το «Απόσπασμα για τις Μηχανές» γραμμένο στα τέλη της δεκαετίας του 1970, έδειξε ότι οι αντικειμενικίστικες αναγνώσεις του «καταστροφισμού εγγενούς στο πτωτικό ποσοστό του κέρδους» αποτρέπουν μια πιο πλούσια κατανόηση της ζωντανής εργασίας ως μη-κεφάλαιο. Ο Virno ανέλυσε τις τροπικότητες της κοινωνικοποίησης που δημιουργούνται απ’ την παραγωγή με μηχανές, τροπικότητες που αναπτύσσονται πλάι στην ανάπτυξη του συστήματος των μηχανών. «Το εκρηκτικό αποτέλεσμα της ολοκληρωμένης υπαγωγής της εργασιακής διαδικασίας υπό το κεφάλαιο συνίσταται στη τεράστια διεύρυνση των καθηκόντων που σχετίζονται με τον έλεγχο»[35], έτσι ώστε η κοινωνικοποίηση της εργασίας να συμβαίνει έξω απ’ την άμεση παραγωγική διαδικασία. Τα συμπεράσματα του Virno ήταν ενδιαφέροντα επειδή καθιστούσαν τα λόγια του Μαρξ πιο εκλεπτυσμένα κι ισχυρίζονταν ότι ο «γενικός νους» δεν συμπίπτει με το πάγιο κεφάλαιο, αλλά αντ’ αυτού αρθρώνεται «μέσω της ειδικής εξάρθρωσης της ζωντανής εργασίας που συμβαίνει στα νευραλγικά σημεία της παραγωγής». Ο Virno εργάστηκε για την ανάπτυξη μιας ανάλυσης της συγκεκριμένης εργασίας και της υποκειμενικής συμπεριφοράς βασισμένη όχι στην ενότητα του «γενικού νου» και του πάγιου κεφαλαίου, μα στο μεταξύ τους ρήγμα. Αν η ζωντανή εργασία που υπάρχει εντός αυτού του ρήγματος γίνεται μια εργασία ελέγχου και συντονισμού που δεν μπορεί ν’ ανιχνευθεί άμεσα πίσω στα εργασιακά καθήκοντα στο εργοστάσιο, τότε οι διάφορες μορφές άρνησης εμφανείς στη συμπεριφορά των ανθρώπων θα μπορούσαν να διαβαστούν ως μια κρίση της κεφαλαιακής σχέσης που εκτυλίσσεται στο πεδίο της υποκειμενικότητας.

Το 1990, η θεωρητικοπολιτική ανάλυση νόμιζε ότι είχε ανακαλύψει το υποκείμενο των ονείρων της: το κίνημα «Pantera», με τους μαχητικούς μαθητές και φοιτητές του, ιδωνόταν ως μια συνεκδοχή στη βάση της οποίας μπορούσε κανείς να εξηγήσει τις σύγχρονες παραγωγικές σχέσεις. Σε μια χειρονομία τυπική του εργατισμού, γινόταν αναφορά στη «θεμελιώδη τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης»· αν η «δυνητική υπεροχή της γνώσης καθιστά τον χρόνο εργασίας ένα άθλιο θεμέλιο»[36], τόσο εκείνοι που διακηρύτταν απ’ τα κατειλημμένα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα ότι «η γνώση έχει αναλάβει μια κεντρική λειτουργία ως παραγωγική δύναμη» θα μπορούσαν ν’ αναγνωριστούν ως η νέα μαχητική υποκειμενικότητα απ’ την οποία εξαρτάται τώρα η σχέση μεταξύ παραγωγής και γνώσης. Έτσι ήταν που ανακαλύφθηκε η νέα και «πρωταρχική παραγωγική δύναμη», η οποία υποβάθμισε την «ειδικευμένη επαναλαμβανόμενη εργασία σε μια υπολειπόμενη θέση». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι πιο αδύναμες πτυχές της ανάλυσης που ανέπτυξε ο Μαρξ στο «Απόσπασμα για τις Μηχανές» χρησιμοποιήθηκαν και βραχυκυκλώσαν με το παρόν: «Αυτό που είναι σήμερα προφανές είναι η πλήρης αληθινή πραγμάτωση της τάσης που περιγράφτηκε απ’ τον Μαρξ». Ο Virno, ακριβώς όπως κι ο Νέγκρι, θεωρούσε ότι «η ίδια η καπιταλιστική ανάπτυξη» έχει «καταστρέψει κι αρνηθεί» τον λεγόμενο νόμο της αξίας. Η ανάλυση αυτή βασίζεται σε μια θεωρία των σταδίων για τη διαδοχή των τρόπων παραγωγής. Ο Νέγκρι ποτέ του δεν αποκήρυξε το δικό του μοντέλο των σταδίων, σύμφωνα με το οποίο ο εργάτης-μάζα, ταιριαστός στα ταιηλορφορντικά καθεστώτα εργασίας, διαδέχτηκε τον χειροτέχνη, κι ύστερα ο κοινωνικός εργάτης, στον οποίο «συνυφαίνονται τα διάφορα νήματα της άυλης εργασιακής δύναμης»[37], διαδέχτηκε τον εργάτη-μάζα. Ο Νέγκρι είναι τόσο πεπεισμένος ότι έχει ανακαλύψει, ή πιθανόν παράξει, τη «τάση», που σχεδιάζει επαληθεύσιμες εννοιολογικές εξισώσεις: «Είμαι πεπεισμένος ότι η μητρόπολη σχετίζεται με την πολλαπλότητα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η εργατική τάξη σχετίζεται με το εργοστάσιο»[38].

Για τον Νέγκρι, τα Grundrisse αποτελούν μια «αξιοσημείωτη θεωρητική προβλεψη της ώριμης καπιταλιστικής κοινωνίας». Σ’ αυτά, ο Μαρξ υποτίθεται ότι μας λέει πως «η καπιταλιστική ανάπτυξη εγείρει μια κοινωνία στην οποία η βιομηχανική εργασία (ως άμεση εργασία) δεν αναπαριστά τίποτα άλλο παρά ένα δευτερεύον στοιχείο της οργάνωσης του καπιταλισμού». Μόλις το κεφάλαιο έχει υπαγάγει την κοινωνία, «η παραγωγική εργασία γίνεται διανοητική, συνεργατική, άυλη εργασία». Ο Νέγκρι αντλεί ένα σαφές συμπέρασμα: «Ζούμε σήμερα σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται όλο και περισσότερο απ’ την ηγεμονία της άυλης εργασίας»[39]. Ενώ, σύμφωνα με τον Νέγκρι, «υπάρχουν πολυάριθμες μορφές εργασίας που συνυπάρχουν πλάι-πλάι», «υπάρχει πάντα μια φιγούρα εργασίας που ασκεί ηγεμονία επί των υπολοίπων»[40]. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, η βιομηχανική εργασία του 19ου και του 20ού αιώνα έχει χάσει την ηγεμονία της· «στη θέση της αναδύθηκε η “άυλη εργασία”»[41]. Ο «γενικός νους» γίνεται «ηγεμονικός εντός της καπιταλιστικής παραγωγής», η «άυλη, διανοητική εργασία γίνεται άμεσα παραγωγική» και το «κογκνιταριάτο» [οι πνευματικοί εργάτες] γίνεται «η θεμελιώδης παραγωγική δύναμη που κρατά το σύστημα σε λειτουργία»[42]: γίνεται η νέα ηγεμονική φιγούρα. Αναγκασμένοι ν’ απαντήσουν κάπως στους επικριτές που υπέδειξαν ότι η «άυλη εργασία» αφορά μόνο μια μειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού, ο Νέγκρι κι ο Χαρντ δηλώνουν: «Η άυλη εργασία συνιστά μια μειοψηφία της παγκόσμιας εργασίας, και συγκεντρώνεται σε μερικές απ’ τις κυρίαρχες περιοχές του πλανήτη. Ο ισχυρισμός μας […] είναι ότι η άυλη εργασία έχει γίνει ηγεμονική με ποιοτικούς όρους, κι έχει επιβάλλει μια τάση σ’ άλλες μορφές εργασίας καθώς και στην ίδια την κοινωνία»[43]. Ο Νέγκρι κι ο Χαρντ απλώς αντιστρέφουν το ερώτημα. Η απάντησή τους στην κριτική ότι η άυλη εργασία αποτελεί ένα μειοψηφικό φαινόμενο, που ποσοτικά δεν αφορά πιθανώς περισσότερο απ’ το 1/5 του πλανήτη, είναι ότι η υπεροχή για την οποία μιλούν είναι ποιοτική και δυνητική. Ο Νέγκρι δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το γεγονός ότι η άυλη εργασία είναι μειοψηφική και συνδέεται μόνο με μερικές περιοχές των δυτικών μητροπόλεων· εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι ότι η άυλη εργασία αναπαριστά μια τάση.

Σ’ αυτό το γραμμικό όραμα, ο πιο ανεπτυγμένος τομέας προηγείται τον πιο καθυστερημένων και προεικονίζει το μέλλον τους: «Η άυλη εργασία […] βρίσκεται σήμερα στην ίδια θέση που βρισκόταν η βιομηχανική εργασία πριν από 150 χρόνια, όταν αποτελούσε μόνο μια μικρή μερίδα της παγκόσμιας παραγωγής κι ήταν συγκεντρωμένη σ’ ένα μικρό κομμάτι του κόσμου μα μολαταύτα ασκούσε ηγεμονία επί των υπόλοιπων μορφών παραγωγής. Ακριβώς όπως σ’ εκείνη τη φάση όλες οι μορφές εργασίας και της ίδιας της κοινωνίας έπρεπε να εκβιομηχανιστούν, έτσι σήμερα η εργασία κι η κοινωνία πρέπει να γίνουν πληροφοριακές, να γίνουν πνευματικές, να γίνουν επικοινωνιακές, να γίνουν συναισθηματικές»[44]. Το διακύβευμα εδώ σίγουρα δεν είναι εκείνο του καθορισμού της ποσοτικής επέκτασης της λεγόμενης άυλης εργασίας. Το ζήτημα είναι ότι το μοντέλο του Νέγκρι, το οποίο βασίζεται στην έννοια της τάσης, δεν μπορεί να δει το πως διαφορετικές μορφές απόσπασης υπεραξίας διατέμνονται μεταξύ τους. Αυτό το σημείο τομής δεν μπορεί ν’ αναχθεί σ’ ένα γραμμικό σχήμα, όπως δεν μπορεί να πρόκειται για ένα ζήτημα απλού σχεδιασμού ενός καταλόγου των μορφών που λαμβάνει η απόσπαση υπεραξίας, συνεχίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο να μεταχειρίζεται τις μορφές αυτές ως πλήρως διακριτές η μία απ’ την άλλη. Η υψηλότερη τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου σε μερικά κομμάτια του πλανήτη δεν εγείρει αυτόματα μια αντίστοιχη τάση. Αντ’ αυτού, ακριβώς όπως η ανάπτυξη της κλωστοϋφαντουργίας στην Αγγλία οδήγησε στη διεύρυνση της δουλείας στην Αμερική, έτσι η καπιταλιστική ανάπτυξη μπορεί να παράξει την ίδια στιγμή μια μαζική αποβολή εργασιακής δύναμης στις δυτικές μητροπόλεις (μέσω της οποίας η εργασιακή δύναμη αυτή καθίσταται επισφαλής και κακοπληρωμένη) και μια μεταφορά υπεραξίας σε παραγωγικούς τομείς που χαρακτηρίζονται από χαμηλούς μισθούς, χαμηλή τεχνική σύνθεση κεφαλαίου κι απόλυτη εκμετάλλευση [απόσπαση απόλυτης υπεραξίας]. Γι’ αυτό η έκρηξη των απεργιών στις λεγόμενες περιφέρειες του κόσμου, η οποία παραμελείται σχεδόν ολοκληρωτικά στις δικές μας περιοχές, μιλά απ’ ευθείας στο προλεταριάτο των δυτικών μητροπόλεων, όχι από μια καθυστερημένη θέση μα ισότιμα με την μορφή που λαμβάνει αυτή τη στιγμή η καπιταλιστική παραγωγή παγκοσμίως.

Ο εργατισμός επέκρινε τον χιλιαστικό αντικειμενισμό που ταίριαζε στις θεωρίες της επικείμενης «κατάρρευσης» του καπιταλισμού κι απομακρύνθηκε απ’ αυτές, παρέμεινε όμως εμποτισμένος με στοχεία μιας φιλοσοφίας της ιστορίας. Ο μεταμοντερνισμός δράττεται την υπόθεση σύμφωνα με την οποία η διάκριση μεταξύ κέντρου και περιφέρειας έχει χάσει τη σημασία της, ώστε να τη στρέψει ενάντια στη θεωρία της αξίας. Όμως, αυτό που χρειάζεται να δείξουμε είναι ότι οι «περιφερειακές» μορφές εκμετάλλευσης μπορούν να βρεθούν και στο «κέντρο», κι αντιστρόφως, ακριβώς λόγω του νόμου της αξίας. Το ζήτημα είναι να δείξουμε ότι, λόγω του διακαπιταλιστικού ανταγωνισμού, μια αύξηση στην παραγωγή σχετικής υπεραξίας συνεπάγεται μια αύξηση στην παραγωγή απόλυτης υπεραξίας. Η ιδέα αυτή μπορεί να βρεθεί ήδη στα Grundrisse, αλλά είναι στα Οικονομικά Χειρόγραφα του 1861-1863 που ο Μαρξ ξεκίνησε να εστιάζει στη σχέση μεταξύ σχετικής κι απόλυτης υπεραξίας: «Η πτώση [του ποσοστού κέρδους] μπορεί επίσης να τεθεί υπό έλεγχο με τη δημιουργία νέων παραγωγικών κλάδων στους οποίους χρειάζεται περισσότερη άμεση εργασία σ’ αναλογία με κεφάλαιο, ή στους οποίους η παραγωγική δύναμη της εργασίας, δηλαδή, η παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου, δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί»[45]. Διαβάζοντας τα Grundrisse κόντρα στο ρεύμα, δηλαδή, εκκινώντας απ’ το Κεφάλαιο, μπορούμε να δούμε πως ο Μαρξ επικεντρώνει την προσοχή του σ’ αυτή τη δεύτερη πτυχή, ή στις αντίρροπες τάσεις που απορρέουν απ’ τη δημιουργία νέων τόπων παραγωγής που χαρακτηρίζονται από ένα υψηλό επίπεδο απόσπασης απόλυτης υπεραξίας κι εντατικοποίηση της εργασίας. Αυτοί οι τόποι παραγωγής δεν συνυπάρχουν μ’ άλλους, που χαρακτηρίζονται απ’ την παραγωγή σχετικής υπεραξίας κι εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας, μ’ έναν τρόπο «παγκόσμιας έκθεσης» των παραγωγικών μορφών[46]. Αντ’ αυτού, παράγονται κι αναπαράγονται βίαια ώστε να επιβραδύνουν την πτώση του ποσοστού του κέρδους, επιτρέποντας έτσι τη συνέχιση της παραγωγής σχετικής υπεραξίας.

Σήμερα, δεν χρειαζόμαστε πια αυτή την ανάγνωση των Grundrisse. Σίγουρα, άλλες αναγνώσεις είναι εφικτές. Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι μια κατανόηση των μορφών εκμετάλλευσης που ανταποκρίνονται στην ύπαρξη της Weltmarkt, της παγκόσμιας αγοράς. Όποιος θέλει πράγματι να πάει πέρα απ’ τον δυισμό κέντρου-περιφέρειας χρειάζεται επίσης να πάει πέρα απ’ τη θεωρία των σταδίων σύμφωνα με την οποία «ζούμε σήμερα σε μια κοινωνία η οποία χαρακτηρίζεται όλο και περισσότερο απ’ την ηγεμονία της άυλης εργασίας», μια κοινωνία που κάποτε χαρακτηριζόταν απ’ την πραγματική υπαγωγή και τώρα διακυρήσσεται ότι εισήλθε στη φάση της «απόλυτης υπαγωγής»[47]. Πρέπει κανείς να ερμηνεύσει την αμοιβαία σχέση μεταξύ των διαφορετικών μορφών εκμετάλλευσης χωρίς να συμβιβαστεί με την ιδέα της τάσης βάσει της οποίας άλλες μορφές εργασίας μπορούν να θεωρηθούν υπολειπόμενες ή δευτερεύουσες[48].

Αν μας ρωτούσε κανείς για τη σχέση μεταξύ αυτής της εκδοχής του εργατισμού και τον Μαρξ των Grundrisse, θα μπορούσαμε ν’ απαντήσουμε μόνο πηγαίνοντας πέρα απ’ το «Απόσπασμα για τις Μηχανές», εξετάζοντας την «αμφισημία» των χειρογράφων του 1857-1858 αναφορικά με ζητήματα όπως η «εργασία», η «ανάπτυξη» κι η «κρίση».

Το κεντρικό ερώτημα, τόσο στα Grundrisse όσο και στο Κεφάλαιο, είναι το εξής: Πως είναι δυνατόν το χρήμα να ξεκινά να παράγει περισσότερο χρήμα, ή να «μεταμορφώνεται» σε κεφάλαιο; Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ υιοθετεί συστηματικά την μεταφορά της «κάμπιας» που αποτραβιέται στη «χρυσαλλίδα» της ώστε να μεταμορφωθεί επιτυχώς σε «πεταλούδα». (Η ίδια μεταφορά χρησιμοποιείται σε κάποιο σημείο και στα Grundrisse.) [Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τόμος Β, σελ. 417.] Φυσικά, η απάντηση στο ερώτημα κείτεται εν τέλει στην κατηγορία της «ζωντανής εργασίας», η οποία αποκρυσταλλώνεται σε μεγαλύτερη αξία απ’ αυτή του προκαταβεβλημένου κεφαλαίου. Το ζήτημα είναι ότι ενώ ο Μαρξ των Grundrisse είχε ήδη φτάσει σε μια σαφή διάκριση μεταξύ εργασιακής δύναμης κι εργασίας ως τέτοιας, ή ως μια «δραστηριότητα», συνεχίζει να εκφράζεται μ’ έναν πολύ αμφίσημο τρόπο. Το 1857 και το 1858, η έκφραση «ζωντανή εργασία» (ή σκέτο «εργασία») χρησιμοποιείται συχνά κι επιφυλακτικά και για τα δύο. Η αμφισημία αυτή εξαφανίζεται σχεδόν πλήρως στο Κεφάλαιο.

Στα Grundrisse, ο Μαρξ μιλάει κάπως βεβιασμένα για μια ανταλλαγή μεταξύ «εργασίας» και κεφαλαίου, μια ανταλλαγή στην οποία η «εργασία» εκχωρείται στο κεφάλαιο και το κεφάλαιο αποκτά «εργασία». Αν διαβάσει κανείς τις φράσεις αυτές κόντρα στο ρεύμα, ξεκινώντας απ’ το Κεφάλαιο, η αμφισημία εξαφανίζεται. Επειδή δεν σημαίνει τίποτα άλλο απ’ τη διττή φύση της κοινωνικής σχέσης μεταξύ κεφαλαίου κι εργασίας: μια σχέση σημαδεμένη, αφενός, απ’ την «αγορά» εργασιακής δύναμης στην αγορά εργασίας απ’ τον πληρωτή του μισθού και, αφετέρου, απ’ τη «χρήση» ή εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης στην άμεση παραγωγική διαδικασία. Ο Μαρξ αναφέρεται στο πως η πρώτη στιγμή, η οποία αντιστοιχεί στη σφαίρα της κυκλοφορίας, οδηγεί στη δεύτερη, η οποία αντιστοιχεί στη σφαίρα της παραγωγής: στη (δυνητικά συγκρουσιακή) απόσπαση «ενεργούς» εργασίας απ’ τον εργάτη, μια «δραστηριότητα» η οποία είναι «ρευστή» ή διαδικαστική απ’ τη φύση της. Είναι μόνο με μια μεταφορική έννοια που η διαδικασία μπορεί να περιγραφεί ως μια «ανταλλαγή», όπως θα επαναλάβει αδιάκοπα ο ίδιος ο Μαρξ καθώς εξελίσσεται η σκέψη του γύρω απ’ το ζήτημα.

Η ώση του συλλογισμού του Μαρξ είναι σαφής, κι αν θέλει κανείς να κατανοήσει τα Grundrisse, τότε πρέπει να τα διαβάσει «κόντρα στο ρεύμα». Τότε είναι που καταλαβαίνει κανείς την ανάδυση ενός συμπλέγματος εννοιών που απαιτεί απ’ τον αναγνώστη να διακρίνει καθαρά, όποτε χρησιμοποιείται η λέξη «εργασία», μεταξύ της «ζωντανής ικανότητας για εργασία», η οποία είναι «εργασία» ως δραστηριότητα σε δυνητική μορφή, και του δοσίματος εργασίας κανονικά μιλώντας. Κι οι δύο -εργασιακή δύναμη και ζωντανή εργασία- είναι αδιαχώριστες απ’ τον τυπικά «ελεύθερο» εργάτη ως ένα κοινωνικά καθορισμένο ανθρώπινο ον. Ωστόσο, η αμφισημία της γλώσσας που χρησιμοποιείται στα Grundrisse, αφήνει περιθώρια να ερμηνευτεί η ζωντανή εργασία «ως υποκειμενικότητα», με τη ζωντανή εργασία να ταυτίζεται έτσι είτε με την ικανότητα για εργασία είτε με τον εργάτη είτε και με τα δύο, αν δεν ταυτίζεται με την μη-δραστηριότητα, αντί με τη δραστηριότητα. Εν ολίγοις, αυτό που αναδύεται από μια τέτοια ερμηνεία είναι μια έννοια της «ζωντανής εργασίας» που αναφέρεται στα πάντα πέρα απ’ την «εργασία», προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για το οξύμωρο σχήμα της «εξόδου απ’ τη ζωντανή εργασία» – μια ερμηνεία που εντοπίζεται αρχικά στον θεωρητικό εργατισμό κι αργότερα στον μεταεργατισμό.

Τα Grundrisse μας λένε ότι η «εργασία» που εκτελεί ο εμπορευματοπαραγωγός για χάρη της γενικευμένης ανταλλαγής εμπορευμάτων (δηλαδή, η εργασία του μισθωτού εργάτη που προστάζεται απ’ το κεφάλαιο) είναι «άνευ αντικειμένου». Αυτή η ιδιότητα του να είναι «χωρίς αντικείμενο» πληροφορεί κάθε διάσταση της «εργασίας», και πιθανόν αυτό δικαιολογεί, τουλάχιστον εν μέρει, την ορολογική αμφισημία εκ μέρους του Μαρξ για την οποία μετανιώνουμε. Πληροφορεί τη «ζωντανή ικανότητα για εργασία» με την έννοια ότι ο εργάτης δεν διαθέτει καμιά ιδιοκτησία και κανένα μέσο παραγωγής κι είναι συνεπώς ανίκανος να προμηθευτεί τα μέσα συντήρησής του μ’ άλλον τρόπο πέρα απ’ το ν’ αλλοτριώσει την εργασιακή του δύναμη στον καπιταλιστή. Συνεπακόλουθα, πληροφορεί επίσης την εργασία ως «δραστηριότητα», ή ως τη χρήση της «ζωντανής ικανότητας για εργασία» από κάποιον άλλον. Στον βαθμό που το προϊόν του εργάτη παράγεται μέσω μιας «ξένης» δραστηριότητας, δεν ανήκει σ’ αυτόν. Ως ανθρώπινο ον, ο εργάτης αποτελεί «γυμνή υποκειμενικότητα». Εξέρχεται απ’ την παραγωγική διαδικασία ακριβώς όπως εισήλθε σ’ αυτή. Βρίσκεται σε «απόλυτη φτώχεια», όποια κι αν είναι η πληρώμη του.

Είναι η «αμφισημία» των Grundrisse που καθιστά εφικτό το σφάλμα με το οποίο καταρρέει η διάκριση μεταξύ εργασίας ως «δραστηριότητα» κι εργασίας ως «ικανότητα για εργασία», σε σημείο που η «ζωντανή εργασία» εξισώνεται με την απλή υποκειμενικότητα του ζωντανού ανθρώπινου όντος. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο όταν η «συνεργασία», μια ιδιότητα του «κοινωνικού» κεφαλαίου, αποδίδεται πρώτα στους ζωντανούς εργάτες κι ύστερα στο κάθε υποκείμενο, πριν απ’ την «ενσωμάτωσή» τους στο κεφάλαιο κι ανεξαρτήτως αυτής. Τέτοιες έννοιες αρμόζουν στη «χυδαία» ανάγνωση του «Αποσπάσματος για τις Μηχανές» που ήδη αναλύσαμε.

Στα Grundrisse, η ώθηση για την απόσπαση υπεραξίας ταυτίζεται με την ώθηση για παραγωγή, σ’ ένα είδος ατέλειωτης σπείρας, ενός «επιπλέον κβάντου» αφηρημένου πλούτου. Το κεφάλαιο ταυτίζεται με την καθολική τάση απόσπασης, μ’ έναν ακόρεστο τρόπο, της μεγαλύτερης δυνατής ποσότητας «επιπρόσθετης» εργασίας πάνω και πέρα απ’ την αναγκαία εργασία. Είναι εδώ που βρίσκει κανείς τον πυρήνα της καθολικότητας του κεφαλαίου, την καθολικότητα ενός κόσμου όλο και περισσότερο ανεπτυγμένων αναγκών και μιας γενικευμένης εργατικότητας – η ακατανίκητη παρόρμηση του κεφαλαίου προς τη δημιουργία μιας «παγκόσμιας αγοράς». Στην ενόρμησή του να μεγιστοποιήσει την υπεραξία, το κεφάλαιο καταλήγει να μειώσει το σχετικό μέγεθος των μισθών. Στην «καθαρή» μορφή της, η τάση αυτή εξελίσσεται μέσω των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την απόσπαση σχετικής υπεραξίας. Αν έχουν όμως έτσι τα πράγματα, κι αν η αξιοποίηση συνεχίζει χάρη στη ζήτηση, τότε πως λύνεται το πρόβλημα της πραγματοποίησης της αξίας που περιέχεται στα εμπορεύματα; Στα Grundrisse, ο Μαρξ εξηγεί ότι στην περίπτωση της απόσπασης απόλυτης υπεραξίας, κι ακόμη περισσότερο στην περίπτωση της απόσπασης σχετικής υπεραξίας, η διεύρυνση ενός μεμονωμένου κεφαλαίου δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς τον ταυτόχρονο σχηματισμό άλλων κεφαλαίων. Προφανώς, αυτό σημαίνει ότι ένα διευρυνόμενο κεφάλαιο στηρίζεται στη ταυτόχρονη παρουσία άλλων σημείων όπου λαμβάνουν χώρα εργασίες κι ανταλλαγές. Η δημιουργία αξία κι υπεραξίας -ή μάλλον η απόσπαση αξίας κι υπεραξίας- δεν μπορούν να προχωρήσουν συγχρονισμένες μεταξύ τους χωρίς έναν πολλαπλασιασμό των παραγωγικών κλάδων. Στην «ποσοτική» διεύρυνση και το «ποιοτικό» βάθεμα του καταμερισμού της εργασίας στην αγορά πρέπει ν’ αντιστοιχεί, ώστε η προσφορά να βρει κάπου μια αντίστοιχη κι επαρκή ζήτηση, η αποτελεσματική πραγματοποίηση καθορισμένων κι ακριβών [precise] ποσοτικών σχέσεων μεταξύ των παραγωγικών κλάδων[49].

Τα Grundrisse μας λένε ότι αυτές οι συνθήκες «ισορροπίας» βρίσκονται σε μια αναγκαία σχέση με την αναλογία μεταξύ αναγκαίας κι επιπρόσθετης εργασίας – δηλαδή, με το ποσοστό της υπεραξίας όπως καθορίζεται εντός της άμεσης παραγωγικής διαδικασίας. Επιπλέον, εξαρτώνται στο πως η υπεραξία που έχει αποσπαστεί διανέμεται μεταξύ των σφαιρών της κατανάλωσης (η υπεραξία ξοδεύεται ως εισόδημα) και της επένδυσης (η υπεραξία ξοδεύεται ως κεφάλαιο). Όμως, ενώ οι συνθήκες ισορροπίας εκφράζουν ένα είδος «εσωτερικής αναγκαιότητας», τέτοιας ώστε οι συνθήκες ισορροπίας πρέπει να εκπληρωθούν αν είναι η συσσώρευση κεφαλαίου να συνεχίσει ομάλως, το αν οι συνθήκες αυτές θα εκπληρωθούν στην πραγματικότητα παραμένει ένα ζήτημα τυχαιότητας. Για τον Μαρξ, το πρόβλημα συνίσταται λιγότερο στη «τυχαιότητα» των ανταλλακτικών σχέσεων ή τον «απρόβλεπτο» χαρακτήρα των συνθηκών ισορροπίας ως τέτοιων, και περισσότερο στο γεγονός ότι το ποσοστό της υπεραξίας δεν μπορεί παρά να μεταβάλλεται διαρκώς, ακριβώς επειδή το κεφάλαιο αναγκάζεται διαρκώς ν’ αυξήσει την υπεραξία. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει επίσης να μεταβάλλεται διαρκώς κι η σχέση της ισορροπίας μεταξύ των διαφορετικών βιομηχανιών, τόσο με υλικούς όσο και με αξιακού όρους. Συνεπώς, η κρίση «υπερπαραγωγής» δεν απορρέει απλώς απ’ την «αναρχία» της αγοράς, μα από αιτίες «εγγενείς» του κεφαλαίου, που σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά της παραγωγής υπεραξίας και με την ανάδυση ενός «ειδικά» καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η κρίση από απλώς «εφικτή» γίνεται όλο και περισσότερο «πιθανή» – κι η αναβολή της μέσω της πίστωσης το μόνο που καταφέρνει είναι να την καταστήσει ακόμη περισσότερο καταστροφική.

Έχουμε εδώ μια απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις που αναπτύχθηκαν απ’ τον Μαρξ στα Grundrisse. Η καπιταλιστική κρίση μπορεί ν’ ανιχνευθεί πίσω σ’ έναν συνδυασμό, αφενός, εκρηγνυόμενων «δυσαναλογιών» και, αφετέρου, τη γενίκευση αυτών των «δυσαναλογιών», όπου γενίκευση των «δυσαναλογιών» παίρνει την μορφή πλεονάζουσας συνολικής προσφοράς στην αγορά στο σύνολό της, που προκλήθηκε από μια «χαμηλή μαζική κατανάλωση». Όπως έχουμε ήδη υποδείξει, το πρόβλημα είναι ότι καθώς συνεχίζει κανείς να διαβάζει τα Grundrisse, συναντά μια άλλη αιτία για τη κρίση, επίσης εγγενής του κεφαλαίου και περισσότερο ριζική απ’ την άλλη, η οποία όμως φέρνει κατά νου τη θεωρία «κατάρρευσης» του καπιταλισμού. Αφενός, οι επείγουσες ανάγκες της αξιοποίησης ωθούν το κεφάλαιο να μεγιστοποιήσει την ποσότητα εργασίας που «απομυζά» ή απορροφά. Όμως, αφετέρου, οι μέθοδοι που πρέπει να εφαρμόσει ώστε ν’ αποκτήσει ακόμη περισσότερη υπεραξία, κι ιδίως εκείνες οι μέθοδοι που έχουν να κάνουν με την απόσπαση σχετικής υπεραξία, οδηγούν αναπόφευκτα σε μια ρητή ή υπόρρητη αποβολή εργατών απ’ την άμεση παραγωγική διαδικασία. Δηλαδή, οδηγούν σ’ έξωση απ’ την «κρυφή κατοικία της παραγωγής» τ’ ανθρώπινα υποκείμενα εκείνα που μόνο αυτά μπορούν να προσφέρουν ζωντανή εργασία, η οποία είναι η μόνη πηγή της νέας αξίας που αποκρυσταλλώνεται στα προϊόντα κάθε κύκλου παραγωγής.

Αρχικά, το κεφάλαιο μπορεί να λύσει το πρόβλημα «επιμηκύνοντας» κι «εντείνοντας» τον χρόνο εργασίας των μεμονωμένων εργασιακών διαδικασιών. Μια άλλη λύση συνίσταται στον πολλαπλασιασμό των «ταυτόχρονων» εργάσιμων ημερών. Ορθά μιλώντας, η λύση αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα επακόλουθο του πολλαπλασιασμού των σημείων εμπορίου και παραγωγής που συνδέονται με την απόσπαση σχετικής υπεραξίας – ένας πολλαπλασιασμός που ανέρχεται, απ’ τη φύση του, στη συμπερίληψη νέων εργατών και την απόσπαση πρόσθετης εργασίας εντός του μύλου της αξιοποίησης. Αυτή η δεύτερη λύση αντιστοιχεί, οπότε, στη τάση του κεφαλαίου να δημιουργεί μια «παγκόσμια αγορά» και τη σχετική τάση προς μια γενικευμένη κρίση υπερπαραγωγής, στην οποία το κεφάλαιο παγιδεύεται μεταξύ των δυσαναλογιών «πίσω» του και του πτωτικού ποσοστού του κέρδους «μπροστά» του. Ενώ δεν εγκατέλειψε πλήρως αυτή τη τελεολογική σκοπιά, ο Μαρξ του Κεφαλαίου την αναδιέταξε ως μια διαλεκτική εσωτερική του «κύκλου» της [πτωτικής] τάσης [του ποσοστού κέρδους] και των αντίρροπων τάσεων [ή «αιτίες που αντιδρούν»]. Ο Μαρξ των Grundrisse φαίνεται να κλίνει περισσότερο προς την ιδέα ότι οι διαδικασίες αυτές οδηγούν, χάρη μιας καθαρά οικονομικής δυναμικής, σ’ ένα μηχανικά διαλαμβανόμενο τελικό σημείο της διαδικασίας συσσώρευσης. Η συλλογιστική του είναι ουσιαστικά η εξής: η νεκρή εργασία, ή η εργασία εξαντικειμενικευμένη στα υλικά στοιχεία του σταθερού κεφαλαίου, μπορεί να επαυξάνεται αδιάκοπα, όμως υπάρχουν ρητά όρια στην επιμήκυνση της «κοινωνικής εργάσιμης ημέρας», δοσμένου ενός συγκεκριμένου ενεργού πληθυσμού. Ακόμη και με την έκδηλα παράλογη θεώρηση ότι οι εργάτες ζουν τρεφόμενοι μ’ αέρα, ή ότι το μεταβλητό κεφάλαιο ισούται με 0, κι ότι εργάζονται 24 ώρες το 24ωρο, ή ότι ο χρόνος που είναι ενεργή η ζωντανή εργασία ταυτίζεται πλήρως με τον χρόνο κατά τον οποία διεξάγεται υπερεργασία, η απόσπαση υπεραξίας θα «έβρισκε ταβάνι» και θα περιλάμβανε το σύνολο της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας – μα όχι παραπάνω. Ενώ το ποσοστό του κέρδους έχει ένα ανώτατο όριο, δεν ισχύει το ίδιο για τον παρανομαστή του τύπου. Αυτού έπεται ότι αν η απόσπαση σχετικής υπεραξίας περιλαμβάνει μια αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, το υψηλότερο εφικτό ποσοστό κέρδους θα πρέπει αργά ή γρήγορα να πέσει, και μαζί μ’ αυτό θα πέσει και το πραγματικό ποσοστό κέρδους. Η συλλογιστική αυτή είναι, ωστόσο, λαθεμένη. Ο ειδικά καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής «απαξιώνει» την αξία της μονάδας των μεμονωμένων εμπορευμάτων, και δεν υπάρχει κανένας αναγκαίος λόγος του γιατί μια αύξηση των στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου, θεωρημένων ως αξίες χρήσης, θα πρέπει να συνοδεύεται από μια αντίστοιχη αύξηση με όρους αξίας. Επιπλέον, αν η παγκόσμια αγορά περιλαμβάνει παραγωγικούς τομείς που χαρακτηρίζονται από μια χαμηλή σύνθεση κεφαλαίου κι υψηλά ποσοστά απόλυτης υπεραξίας, οι τομείς αυτοί θα διατηρήσουν χαμηλή την μέση παραγωγικότητα της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας, αφήνοντας συνεπώς περιθώρια για την παραγωγή σχετικής υπεραξίας όπου είναι υψηλότερη η σύνθεση του κεφαλαίου.

Είναι μπροστά σ’ αυτό το διπλό φόντο, που περιγράφεται στ’ αποσπάσματα των Grundrisse που αναφέρονται σε μια θεωρία της κρίσης (την κρίση πραγματοποίησης και την πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους) και συνδέονται με τους συλλογισμούς του Μαρξ για την «παγκόσμια αγορά», που πρέπει ν’ αναλογιστούμε το «Απόσπασμα για τις Μηχανές» και τ’ όραμά του για την «κατάρρευση» του καπιταλισμού.

Η εισαγωγή των μηχανών και του «γενικού νου» είναι σημαντικά στοιχεία εντός της θεωρητικής ανάλυσης του Μαρξ για τον ειδικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Οι μηχανές είναι το «σώμα» του κεφαλαίου στην υλική συγκρότησή του, το οποίο περιλαμβάνει εντός του «εργασία». Τα μέσα παραγωγής δεν είναι πια όργανα εργασίας· αντίθετως, είναι η εργασία που γίνεται ένα όργανο για τα όργανά της, σε μια ρητή περίπτωση «πραγματικής υπόστασης», ή αντικατάστασης του υποκείμενου απ’ το κατηγορούμενο. Αυτή η αντιστροφή της σχέσης υποκειμένου/κατηγορούμενου είναι ουσιώδης για την παραγωγή της αύξησης της παραγωγικής δύναμης της κοινωνικής εργασίας που μυστικοποιείται ως «παραγωγικότητα του κεφαλαίου», μια αύξηση που εμφανίζεται ν’ αποτελεί μια φυσική ιδιότητα των «πραγμάτων» ως πράγματων (μέσα παραγωγής, χρήμα), η ιδιότητα του να παράγουν υπεραξία κι υπερπροϊόν. Ο φετιχισμός αυτός, όπως μας εξηγεί καλύτερα ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, απορρέει απ’ τον «φετιχιστικό χαρακτήρα» του κεφαλαίου. Η οριοθέτηση του χρόνου αξιοποίησης συνιστά ένα σημαντικό επιστημονικό και πολιτικό επίτευγμα για την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης. Αν η ικανότητα δημιουργίας υπεραξίας ήταν μια εγγενής ιδιότητα του κεφαλαίου, τότε το κεφάλαιο δεν θα ήταν παρά ένα αυτόματο, κενό κάθε εξωτερικότητας[50] κι άνευ ορίων. Θα καταλήγαμε στη φαντασμαγορική εικόνα ενός αυτονομημένου υποκειμένου που έχει εξυψωθεί στη βαθμίδα της ολότητας – η κοσμική θρησκεία του φετιχισμού με τον τριαδικό της τύπο[51]. Όσοι ισχυρίζονται ότι ο νόμος της αξίας έχει ξεπεραστεί χάρη σε μια αξιοποίο διαδικασία που έχει υπαγάγει το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας, ώστε η επικοινωνία κι οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται παραγωγικές καθεαυτές κι από μόνες τους, πέφτουν πίσω στον φετιχισμό κι αποκρύπτουν τη σύγκρουση μεταξύ ζωντανής εργασίας και νεκρής εργασίας εντός της παραγωγής, ακριβώς όπως στα νεοκλασσικά οικονομικά ο τύπος Χ-Ε-Χ’ υποβαθμίζεται στους εξωτερικούς του όρους, Χ-Χ’, και το κεφάλαιο εμφανίζεται ως ένα «αυτόματο φετίχ»[52]. Αυτός ο φετιχισμός εκδήλωνεται επίσης στη ρητορική που χρησιμοποιείται, με την εξάχνωση των πραγματικών παραγωγικών σχέσεων να βρίσκει έκφραση στις ουράνιες «άυλες εργασίες» που εκτελούνται από άυλους εργάτες. Τα πάντα παραμένουν στη σφαίρα της κυκλοφορίας. Αυτή η πολιτική προσέγγιση, όσο ανατρεπτική κι αν αυτοανακηρύσσεται, αποτυγχάνει να συλλογιστεί την παλιά και νέα ανθυγιεινή εργασία κι εστιάζει μόνο σε μορφές συμβολαίων και σε δικαιώματα. Όταν αρθρώνεται η ζήτηση για ένα βασικό εισόδημα, το βασικό εισόδημα εννοιολογείται ως ένα δικαίωμα το οποίο πρέπει να διαθέτουν τ’ άτομα στον βαθμό που παράγουν, ως άτομα, αξία ή πλούτο (η διάκριση αυτή θεωρείται να έχει γίνει άνευ νοήματος). Διατυπώνοντας το αίτημα αυτό, η μεταεργατιστική προσέγγιση εφάπτεται με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές προσεγγίσεις -μολονότι οι τελευταίες είναι περισσότερο συνεπείς, αναγνωρίζοντας το «βασικό εισόδημα» μόνο σ’ αντάλλαγμα με την ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών δικαιωμάτων- ακόμη και με τον κοινωνικό φιλελευθερισμό, ο οποίος θεωρεί ότι ένας πλούτος που παράγεται με τον πιο άνισο τρόπο μπορεί μολαταύτα να διανεμηθεί μ’ έναν (περισσότερο) ισότιμο τρόπο.

Τι μας λέει το «Απόσπασμα για τις Μηχανές»; Η επιστήμη κι η καπιταλιστική χρήση της επιστήμης εισέρχεται στις μηχανές, ή στο «σώμα» της παραγωγικής διαδικασίας. Ο «πλούτος» (αξίες χρήσης) γίνεται όλο και περισσότερο εξαρτημένος, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, στη χρήση του «γενικού νου». Μ’ αυτή την έννοια, το κεφάλαιο ως το σύνολο ποιοτικά και τεχνολογικά ειδικών αντικειμενικών κι υποκειμενικών παραγόντων, γίνεται ο μόνος παραγωγός αξιών χρήσης – στον οποίο αντιστοιχεί η «συγκεκριμένη» εργασία ενός συλλογικού εργάτη που οργανώνεται και προστάζεται απ’ τα διάφορα ανταγωνιζόμενα κεφάλαια. Είναι σ’ αυτό το επίπεδο, μας λένε τα Grundrisse, που ο χρόνος εργασίας παύει, σ’ ένα ορισμένο σημείο, ν’ αποτελεί το μέτρο του «πλούτου», ονομαστικά του συγκεκριμένου πλούτου. Αυτό ανακηρύσετται ως ένας ακόμη λόγος για την «κατάρρευση» της παραγωγής που βασίζεται στην ανταλλακτική αξία. Αλλά με ποια έννοια; Αν αυτή η συλλογιστική γραμμή εφαρμοζόταν στην παραγωγή «αξίας», δεν θα ήταν πειστική. Η παραγωγικότητα αξιών χρήσης του κεφαλαίου δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι το κεφάλαιο αξιοποιείται μόνο μέσω της «δραστηριότητας» των εργατών, απ’ τη «ζωντανή εργασία» στον βαθμό που είναι «αφηρημένη» ή υπόκειται σε ποσοτική μέτρηση. Ιδωμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μείωση του χρόνου εργασίας αποκρυσταλλωμένου σ’ ένα μεμονωμένο εμπόρευμα δεν σημαίνει τίποτα παραπάνω απ’ την άμεση ή έμμεση μείωση του χρόνου εργασίας που πληρώνει το κεφάλαιο και που απαιτείται για την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης με την πάροδο του χρόνου και σ’ ένα ορισμένο επίπεδο «ύπαρξης». Αυξάνοντας αδιάκοπα την παραγωγικότητα αξιών χρήσης, το κεφάλαιο μειώνει την «αξία της εργασίας [εργασιακής δύναμης]» κι αυξάνει την ποσότητα του «διαθέσιμου» χρόνου πέρα απ’ τον απαιτούμενο για επιβίωση. Ωστόσο, ο Μαρξ του Κεφαλαίου μας υπενθυμίζει ότι το κεφάλαιο δεν θα επιτρέψει ποτέ αυτός ο διαθέσιμος χρόνος να μεταφραστεί σε μια μείωση του χρόνου εργασίας του άμεσου παραγωγού. Αντιθέτως, θα διασφαλίσει ότι ο διαθέσιμος χρόνος παραμένει χρόνος εργασίας, τον οποίο στην πραγματικότητα θα επιμηκύνει κι εντείνει. Οι μηχανές κι ο «γενικός νους» δεν οδηγούν σε μια μείωση του συνολικού, «μάκρο» χρόνου εργασίας· οδηγούν ακριβώς στο αντίθετο, σε μια αύξηση του χρόνου εργασίας.

Ωστόσο, μια διαφορετική ανάγνωση του «Αποσπάσματος για τις Μηχανές» είναι εφικτή αν συσχετίσει κανείς όσα λέγονται εκεί αναφορικά με την προβληματική της γενικής εμπορευματικής κρίσης υπερπαραγωγής και της τάσης προς τη δημιουργία της «παγκόσμιας αγοράς». Το εμπόρευμα, όπως γνωρίζουμε, αποτελεί την ενότητα «αξίας χρήσης» κι (ανταλλακτικής) αξίας. Το κεφάλαιο, το οποίο παράγει εμπορεύματα ώστε να παράξει χρήμα και περισσότερο χρήμα, οργανώνει και προστάζει έναν «συλλογικό» εργάτη. Αυτός ο «συνδυασμένος» εργάτης είναι, μεταξύ άλλων, ένα τεχνολογικό σώμα που φέρει το σημάδι το κεφαλαίου. Η υλική, ποσοτική πτυχή αυτής της διαδικασίας δεν μπορεί να διαχωριστεί απ’ τον «τυπικό καθορισμό» της ή την ποιοτική πτυχή, το γεγονός ότι η αξία του προϊόντος/εμπορεύματος πρέπει, υπό όλες τις περιστάσεις, να πραγματοποιηθεί στην αγορά, στο στάδιο της κυκλοφορίας που ολοκληρώνει τον κύκλο της αξιοποίησης. Είναι αλήθεια, η δυνητική μείωση του χρόνου εργασίας που απορρέει απ’ τον «ειδικά» καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν μπορεί να πραγματωθεί, λόγω της ακόρεστης πείνας του κεφαλαίου για «ζωντανή» εργασία κι υπερεργασία. Όμως, είναι ακριβώς αυτή η τάση προς την μεγιστοποίηση της (υπερ)εργασίας που οδηγεί, αργά ή γρήγορα, στη συγκεκριμενοποίηση ενός ορίου του κεφαλαίου, ένα όριο που δημιουργείται απ’ το ίδιο το κεφάλαιο – επειδή αυτό ακριβώς είναι η γενική κρίση, όσον αφορά τη ζήτηση. Καθώς διευρύνεται, το κεφάλαιο απαιτεί μια μεγαλύτερη αγορά. Η διεύρυνση της αγοράς απαιτεί την ανάπτυξη των αναγκών, η οποία με τη σειρά της συνεπάγεται την ανάδυση του «κοινωνικού ατόμου». Όμως, το κοινωνικό άτομο αναδύεται μόνο στον βαθμό που ο χρόνος εργασίας πράγματι μειωθεί – δηλαδή, στον βαθμό που ο διαθέσιμος χρόνος εργασίας δεν μετατρέπεται πλήρως σ’ επιπρόσθετο χρόνος εργασίας, μα αντ’ αυτού σε χρόνο διαθέσιμο γι’ άλλες δραστηριότητες πέρα απ’ την εργασία. Μα αυτό ακριβώς είναι εκείνο στο οποίο το κεφάλαιο, απ’ την ίδια του τη φύση, δεν μπορεί να συναινέσει, εκτός κι αν αναγκαστεί να το κάνει λόγω μιας σύγκρουσης (κι ακόμη και τότε, υπάρχουν αυστηρά όρια στο τι μπορεί να επιτρέψει). Γι’ αυτό κι η «κλοπή ξένου χρόνου εργασίας» γίνεται ένα «άθλιο θεμέλιο» για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η σαφήνεια της εργασιακής θεωρίας της αξίας αναφορικά με ζητήματα εκμετάλλευσης δεν επηρεάζεται με κανέναν τρόπο.

Αυτό που τα Grundrisse αποκαλούν «εργασία ως υποκειμενικότητα» (εργάτες) συμπεριλαμβάνεται στο κεφάλαιο επειδή το κεφάλαιο έχει αγοράσει την εργασιακή δύναμη των εργατών στην αγορά. Αυτή η εργασιακή δύναμη, αυτή η «ικανότητα για εργασία», πρέπει να «θέτει σε κίνηση» όλο και μεγαλύτερες ποσότητες «ζωντανής εργασίας» ώστε το κεφάλαιο να μπορεί ν’ αποκτήσει για πάρτη του, και για τους άμεσα μη-παραγωγικούς εξαρτώμενούς του, απολύτως και σχετικώς αυξημένες ποσότητες υπεραξίας. Όμως, το «υγρό» της ζωντανής εργασίας πρέπει ν’ αποσπαστεί απ’ τους φορείς της εργασιακής δύναμης, κι οι φορείς της εργασιακής δύναμης είναι οι ίδιοι οι εργάτες, ένα κοινωνικά καθορισμένο υποκείμενο ικανό να «αντισταθεί». Είναι αδύνατο να «απασχοληθεί» εργασιακή δύναμη χωρίς να τεθεί ο εργάτης, ένα κοινωνικά καθορισμένο ανθρώπινο ον, σε δουλειά. Το κεφάλαιο δεν ενδιαφέρεται για τον εργάτη μα για την εργασία, την πηγή της αξίας, για ν’ αποκτήσει όμως εργασία πρέπει ν’ αγοράσει εργασιακή δύναμη, ονομαστικά να συμπεριλάβει και να καθυποτάξει τους εργάτες στην άμεση παραγωγική διαδικασία. Είναι ακριβώς ο Μαρξ των Grundrisse που γράφει ότι αν το κεφάλαιο μπορούσε ν’ αποκτήσει εργασία χωρίς τους εργάτες, αυτό θα ήταν το ζενίθ της ανάπτυξής του. Ενώ αληθεύει ότι το κεφάλαιο, μόλις αγοράσει εργασιακή δύναμη, γίντεαι ο «ιδιοκτήτης» τόσο της εργασιακής δύναμης όσο και της χρήσης της, της πραγματικής εργασίας, αληθεύει εξίσου ότι η ζωντανή εργασία πρέπει πάντα να παραμείνει μια δραστηριότητα που εκτελείται απ’ τον εργάτη – κι αυτό αποτελεί τη βάση της αναπόφευκτης «ταξικής πάλης εντός της παραγωγής».

Αυτό μας φέρνει πίσω σ’ ένα πρόβλημα που περιέχει καθεαυτή την ουσία της αξιακής θεωρίας του Μαρξ, ένα πρόβλημα που ο εργατισμός το διαισθάνθηκε μα συνάμα διέφυγε της αντίληψής του. Το προβλημα τίθεται ήδη απ’ τα Grundrisse, αλλά μ’ έναν προκαταρκτικό και μπερδεμένο τρόπο, τουλάχιστον αναφορικά με την έκθεσή του, και γίνεται τελείως ρητό στο Κεφάλαιο, σε σημείο που συνιστά τον αληθινό και κρυφό «πυρήνα» και κινητήριο δύναμη πίσω απ’ τη διαλεκτική των τριών τόμων του Κεφάλαιου. Πρόκειται για το πρόβλημα της αντιφατικής εσωτερικής ενότητας, εντός του κεφαλαίου, της εργασιακής δύναμης και της ζωντανής εργασίας, μια ενότητα που συνίσταται απ’ τους εργάτες ως συλλογικότητα. Όμως, παραδόξως, είναι ακριβώς ο μπερδεμένος χαρακτήρας των Grundrisse που προσφέρει μια ευκαιρεία ν’ απεικονίσουμε το πως αυτή η εσωτερική ενότητα αποτελεί ταυτοχρόνως μια αντίφαση – κάτι που έγινε εμφανές κατά την «κοινωνική» κρίση που ταρακούνησε τις παραγωγικές σχέσεις στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και των αρχών εκείνης του 1970. Εν συντομία, η ικανότητα του «εργάτη-μάζα» να συνεισφέρει αποφασιστικά στη διατάραξη της αξιοποιού διαδικασίας εντός της ιστορικά ειδικής μορφής που είχε λάβει τότε το κεφάλαιο, προσκαλεί τέτοιου είδους ερμηνείες. Όμως, ισχύει και το αντίστροφο. Οι αγώνες της περιόδου τραβήξαν την προσοχή σε πτυχές του έργου του Μαρξ που παρέμεναν λανθάνουσες και που δεν είχαν κατανοηθεί. Απ’ την άλλη, αυτή η σκοπιά μας επιτρέπει επίσης να καταλάβουμε την απάντηση του κεφαλαίου, η οποία διαμόρφωσε το δικό μας παρόν.

Επειδή, τι είναι η σημερινή χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση; Η χειραγώγηση της συμβολικής φύσης του χρήματος αναπαριστά μια ουσιώδη πτυχή των νέων μορφών της οικονομικής πολιτικής, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από μια μεσολαβημένη «προσταγή» εργασίας. Είναι μέσω αυτού που γενικεύεται η «επισφαλειοποίηση». Την ίδια στιγμή, η επισφαλειοποίηση είναι το επακόλουθο μιας πρωτόγνωρης «συγκεντροποίησης χωρίς συγκέντρωση»[53]. Το κεφάλαιο ενοποιείται ενάντια σ’ ένα κατακερματισμένο και διασκορπισμένο εργατικό δυναμικό, όμως η ενοποίησή του δεν πηγαίνει πλέον χέρι-χέρι με τη τεχνική «συγκέντρωση». Αυτό αληθεύει τουλάχιστον με την ακόλουθη έννοια: η παραγωγή «μεγάλης κλίμακας» κι η χρήση της επιστήμης σ’ αυτή, η καπιταλιστική ανάπτυξη κι η χρήση των μηχανών και της επιστήμης -εν ολίγοις, ο «ειδικός» τρόπος παραγωγής του κεφαλαίου, ο οποίος περιλαμβάνει μια απόσπαση σχετικής υπεραξίας που συνεπάγεται μια αύξηση τόσο του όγκου όσο και της έντασης της εργασίας- δεν απαιτεί πλέον την μακροπρόθεσμη ανάπτυξη των τεχνικών πτυχών της παραγωγικής μονάδας απ’ τη μια βιομηχανία στην άλλη (τη σταθερή ανάπτυξη του «εργοστασίου», τη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού εργατών σ’ ένα μέρος και τη νομική και ποιοτική τους ομοιογενοποίηση). Η απάντηση του κεφαλαίου στην «κοινωνική» κρίση των δεκαετιών του 1960 και του 1970 συνίσταται ακριβώς σ’ αυτή την αντιστροφή: μια δραματική «αποσύνθεση» της «εργασίας» που υπήρξε, τουλάχιστον εν μέρει, αποτέλεσμα του φόβου για μεγάλες συγκεντρώσεις εργατών, και που έχει γίνει η βάση της αξιοποίησης παρότι δημιουργεί νέες κρίσεις και συγκρούσεις.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για τη διορατικότητα του Τρόντι όταν συνέλαβε, διακρίνοντας μεταξύ «εργασιακής δύναμης» κι «εργατικής τάξης», ενάντια σ’ έναν με πολλούς τρόπους απολιθωμένο μαρξισμό που κληρονόμησε, τη τριγωνική σχέση μεταξύ της εργασιακής δύναμης, της ζωντανής εργασίας και του εργάτη, μια σχέση επί της οποίας βασίζεται το σύνολο της ανάλυσης του Τρόντι για τον Μαρξ. Το επίτευγμα του Τρόντι δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί: κανένας, σε σχεδόν καμία εκδοχή του μαρξισμού πριν από τον Τρόντι, δεν «συνέλλαβε» κάτι παρόμοιο, κι η έννοια παρέμεινε ξένη στα περισσότερα μαρξιστικά ρεύματα ακόμη κι αφότου τη διάτυπωσε ο Τρόντι, μέχρι και τη σημερινή αναγέννηση του Μαρξ. Μολαταύτα, η διαίσθηση του Τρόντι διαστρεβλώθηκε αμέσως. Η εργασία ως «εργασιακή δύναμη» υποβαθμίστηκε σε κάτι πλήρως ενσωματωμένο στο κεφάλαιο. Όσο για την εργασία ως «εργατική τάξη», δεν αναφέρεται σε τίποτα άλλο πέρα απ’ τους ίδιους τους εργάτες, μολονότι μόνο στον βαθμό που διεκδικούν υψηλότερους μισθούς ή αρνούνται την εργασία ως δραστηριότητα. Η «εργασία», αντί να συλληφθεί ως «εντός κι ενάντια» του κεφαλαίου, όπως συνήθιζε να λέει ο Τρόντι, έγινε αντιληπτή ως είτε εντός του κεφαλαίου είτε ενάντια του κεφαλαίου. Ο Νέγκρι πήρε τη θέση του Τρόντι και τη ριζοσπαστικοποίησε σ’ όλα αυτά τα ζητήματα. Και τα Grundrisse μπορούν να προσφέρουν άφθονη στήριξη σε μια τέτοια ερμηνεία, χάρη των αμφισημιών τους. Αυτό που αναδύθηκε είναι μια ψευδή, μα όχι αδύνατη, ερμηνεία των Grundrisse, μια ερμηνεία που συνδυάζει τον μέγιστο δυνατό αντικειμενισμό με τον μέγιστο δυνατό υποκειμενισμό. Σύμφωνα μ’ αυτή την οπτική, μόλις το κεφάλαιο αγοράσει την ικανότητα για εργασία στην αγορά εργασίας, είναι λες κι ήδη αγόρασε ζωντανή εργασία. Λόγω αυτού απομένει μόνο μια δυνατότητα για πάλη, η οποία αρθρώνεται θεωρητικά γύρω απ’ τις εναλλακτικές των (απλώς) αναδιανεμητικών αγώνων και μιας εξόδου απ’ την εργασία που είναι (στην πραγματικότητα) ανέφικτη. Η αντίφαση μεταξύ κεφαλαίου κι εργασίας εξουδετερώνεται καθώς υποκύπτει στην αγορά εργασίας, την «ασυμβατότητα» των μισθολογικών αγώνων και του μισθού ως μια «ανεξάρτητη μεταβλητή»: ο εργατικός μισθός σύντομα θ’ αντικατασταθεί απ’ τον κοινωνικό μισθό, μετά απ’ τον μισθό των πολιτών, και τελικά απ’ το βασικό εισόδημα. Η κεντρικότητα της εργασίας διατηρείται, αλλά μόνο στην αρνητική της μορφή. Αυτή η εκδοχή εργατισμού παραμελεί τις καθημερινές μορφές της ταξικής πάλης εντός της εργασιακής διαδικασίας, επειδή στην πραγματικότητα αναγνωρίζει την ύπαρξη σύγκρουσης μόνο εκεί όπου οι εργάτες δεν δουλεύουν – δηλαδή, μόνο όπου αρθρώνουν την άρνηση εργασίας τους εντός της παραγωγικής διαδικασίας. Η εργατική τάξη βρίσκεται πλήρως παρούσα μόνο στο σαμποτάζ, στην άρνηση εργασίας.

Εδώ είναι που κείτεται το προπατορικό αμάρτημα του «θεωρητικού» εργατισμού. Ένα αμάρτημα που παρέμενε κρυμμένο για κάποιο καιρό, χάρη στον πλούτο συγκεκριμένων και θετικών εμπειριών της πρώτης γενιάς των εργατιστών, που απέδωσε όμως ακόμη περισσότερο δηλητηριώδεις καρπούς τις επόμενες δεκαετίες, ιδίως απ’ τα μέσα της δεκαετίας του 1970 κι ύστερα.

Σημειώσεις:

1. Paolo Virno, «Edizione semicritica di un classico Frammento. Citazioni di fronte al pericolo», Luogo comune 1, 1990.

2. Βλέπε Steve Wright, Η Έφοδος στον Ουρανό: Ταξική Σύνθεση και Ταξική Πάλη στον Ιταλικό Αυτόνομο Μαρξισμό, εκδόσεις Κόκκινο Νήμα, 2012, κεφάλαιο «Τα Quaderni Rossi κι η Εργατική Έρευνα».

3. Raniero Panzieri, «Surplus Value and Planning: Notes on the Reading of Capital» στο The Labour Process and Class Strategies, Stage 1/Conference of Socialist Economists, 1976, σελ. 20.

4. Ό.π., σελ. 25.

5. Μάριο Τρόντι, Workers and Capital, εκδόσεις Verso, 2019, σελ. 321.

6. Αμαντέο Μπορντίγκα, «I fondamenti del comunismo rivoluzionario marxista nella dottrina e nella storia della lotta proletaria internazionale», Il programma comunista 13-15, 1957.

7. Βλέπε Liliana Grilli, Amadeo Bordiga: capitalismo sovietico e comunismo, εκδόσεις La Pietra, 1982, σελ. 253.

8. Μερικές αναλογίες μεταξύ του Μπορντίγκα και του Panzieri αναλύθηκαν στο Pier Aldo Rovatti, «Il problema del comunismo in Panzieri», Aut-Aut 149-150, 1975.

9. Αμαντέο Μπορντίγκα, Economia marxista ed economia controrivoluzionaria, εκδόσεις Iskra Edizioni, 1976, σελ. 189.

10. Ό.π., σελ. 190.

11. Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας [Grundrisse], τόμος Β, εκδόσεις Στοχαστής, σελ. 531.

12. Μπορντίγκα, ό.π., σελ. 193.

13. Ό.π., σελ. 200.

14. Ό.π., σελ. 211.

15. Μπορντίγκα, «I fondamenti del comunismo rivoluzionario marxista nella dottrina e nella storia della lotta proletaria internazionale», ό.π., σελ. 56.

16. Grilli, ό.π., σελ. 264.

17. Raniero Panzieri, «Η Καπιταλιστική Χρήση των Μηχανών: Ο Μαρξ Εναντίον των “Αντικειμενιστών”».

18. Ό.π.

19. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 439.

20. Ό.π., σελ. 439.

21. Assemblea Autonoma di Marghera, Assenteismo: un terreno di lotta operaia, 1975, σελ. 65.

22. Wright, ό.π., σελ. 169.

23. Wright, ό.π., σελ. 57.

24. Αντόνιο Νέγκρι, Books for Burning: Between Civil War and Democracy in 1970s Italy, εκδόσεις Verso, 2005, σελ. 81.

25. Βλέπε ό.π., κεφάλαιο «Proletarians and the State: Toward a Discussion of Workers’ Autonomy and the Historic Compromise (1975)».

26. Αντόνιο Νέγκρι, Marx Beyond Marx: Lessons on the Grundrisse, εκδόσεις Autonomedia, 1991, σελ. 141-142.

27. Ό.π., σελ. 143.

28. Ό.π., σελ. 147.

29. Ό.π., σελ. 148.

30. Ό.π., σελ. 14.

31. Ό.π.

32. Ό.π., σελ. 8.

33. «Όπως θα έχεις αντιληφθεί κι εσύ απ’ τις οικονομικές σου μελέτες, η έκθεση του Ρικάρντο για το κέρδος έρχεται σε σύγκρουση με τον (ορθό) ορισμό του για την αξία» («Marx to Lassalle, 11 March 1858» στο MECW 40, σελ. 287). Σύμφωνα με τον Vygodskij (V. S. Vygodskij, Introduzione ai “Grundrisse” di Marx, εκδόσεις Nuova Italia, 1974, σελ. 20), ο Μαρξ κινούνταν ακόμη «επί του πεδίου της αξιακής θεωρίας του Ρικάρντο» όταν έγραψε την Αθλιότητα της Φιλοσοφίας· εκείνο που δεν είχε αναπτύξει ακόμη ήταν η «έννοια της αφηρημένης εργασίας ως εργασία που δημιουργεί αξία». Σύμφωνα με τον Vygodskij, η μεγάλη ανακάλυψη του Μαρξ, η θεωρία της υπεραξίας, συνέβη το 1857-1858 και προϋποθέτει τη θεωρία της αξίας. Ο Tuchscheerer (Walter Tuchscheerer, Bevor “Das Kapital” entstand, εκδόσεις Dietz, 1968) επίσης ισχυρίζεται ότι ο Μαρξ της Αθλιότητα της Φιλοσοφίας εγγράφεται σε ουσιαστικά ρικαρδιανές θέσεις όσον αφορά τη θεωρία της αξίας. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο Μαρξ ανέπτυξε τη δική του αξιακή θεωρία κατά τη δεκαετία του 1850, με τα Grundrisse να εκπροσωπούν ένα «προσωρινό συμπέρασμα». Οι πιο πρόσφατες μελέτες ισχυρίζονται ότι ο αναλογισμός του Μαρξ για την αξία συνέβη κατά τη δεκαετία του 1860· ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι ότι ο Μαρξ συνέχισε να επεξεργάζεται ζητήματα περί της αξίας ακόμη και μεταξύ των διαδοχικών εκδόσεων του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου.

34. Βλέπε «Ο Μαρξ στον Ένγκελς, 2 Αυγούστου 1862» στο Μαρξ & Ένγκελς, Αλληλογραφία, 1861-1869, εκδόσεις Μπάυρον, 1975.

35. Paolo Virno, «Lavoro e conoscenza», Pre-print, 3: 2, 1980, σελ. 48.

36. Paolo Virno, «Edizione semicritica di un classico Frammento. Citazioni di fronte al pericolo», Luogo comune 1, 1990, σελ. 10.

37. Χαρντ & Νέγκρι, Αυτοκρατορία, εκδόσεις Scripta, 2002, σελ. 540. Η ίδια θεωρία των σταδίων μπορεί να βρεθεί στο Αντόνιο Νέγκρι, Goodbye Mr. Socialism: Μια Συζήτηση με τον Raf “Valvola” Selsi, εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2009.

38. Βλέπε ό.π. [Σ.τ.Μ.]: Ο όρος multitude που χρησιμοποιούν ο Νέγκρι κι ο Χαρντ συνήθως μεταφράζεται ως πλήθος. Επειδή όμως ο όρος πλήθος είναι στενά συνδεδεμένος με την έννοια της αριθμητικής ποσότητας, ενώ οι Νέγκρι και Χαρντ τονίζουν τα «μυριάδες πρόσωπά» του -δηλαδή, η έμφαση του όρου δεν βρίσκεται στην ποσότητα αλλά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά και την απεδαφικοποιητική του ισχύ- προτιμούμε ν’ αποδίδουμε τον όρο ως πολλαπλότητα.

39. Αντόνιο Νέγκρι, «Prefazione [1997]» στο Νέγκρι, Marx oltre Marx, εκδόσεις Feltrinelli, 1998, σελ. 7.

40. Χαρντ & Νέγκρι, Multitude: War and Democracy in the Age of Empire, εκδόσεις Penguin Press, 2004, σελ. 107.

41. Ό.π., σελ. 108.

42. Βλέπε Νέγκρι, Goodbye Mr. Socialism: Μια Συζήτηση με τον Raf “Valvola” Selsi.

43. Χαρντ & Νέγκρι, ό.π., σελ. 109.

44. Ό.π.

45. MECW 29, σελ. 135.

46. Ο Mezzadra (Sandro Mezzadra, La condizione postcoloniale. Storia e politica nel presente globale, εκδόσεις ombre corte, 2008) αναλύει την αντιπαραβολή της πραγματικής στη τυπική υπαγωγή αναφερόμενος σχεδόν αποκλειστικά στα Grundrisse. Η όλη ανάλυση του Mezzadra παραμένει ασαφής κι ανεπαρκής για δύο λόγους. Πρώτον, δεν πηγαίνει πέρα απ’ τις κατηγορίες των Grundrisse, καθιστόμενη συνεπώς ανίκανη να περιγράψει την προβληματική που αναπτύχθηκε στο Κεφάλαιο. Δεύτερον, η ανάλυση του Mezzadra είναι εσφαλμένη επειδή δεν συλλαμβάνει ορθά τη σχέση μεταξύ των δύο μορφών της υπεραξίας. Στην πραγματικότητα, το ζήτημα δεν είναι εκείνο της συνύπαρξης διαφορετικών μορφών εκμετάλλευσης, αλλά το πως η παραγωγή σχετικής υπεραξίας εγείρει την παραγωγή τεράστιων ποσοτήτων απόλυτης υπεραξίας. Οι διαφορετικές μορφές εκμετάλλευσης δεν αντιπαρατίθονται σ’ ένα είδος μεταμοντέρνας έκθεσης του κόσμου. Αντ’ αυτού, το κεφάλαιο χρειάζεται να παράγει συνεχώς διαφοροποιήσεις στους μισθούς και την ένταση της εργασίας μέσω εξωοικονομικής βίας. Η αξία που παράγεται απ’ τον λεγόμενο πνευματικό εργάτη βασίζεται στο βάθρο των τεράστιων ποσοτήτων απόλυτης υπεραξίας που παρήχθησαν κάπου άλλου. Απ’ αυτή τη σκοπιά, ο ισχυρισμός, που προωθείται απ’ τον Caffentzis, ότι «το κομπιούτερ χρειάζεται τις μονάδες που εκμεταλλεύονται εντατικά και με τους χειρότερους όρους τους εργάτες, και η ύπαρξη του cyborg βασίζεται στον σκλάβο» (George Caffentzis, Το Τέλος της Εργασίας ή η Αναγέννηση της Σκλαβιάς; Μια Κριτική στον Rifkin και τον Negri, εκδόσεις Εργάτες του Αρνητικού, 2005, σελ. 10), δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή. Ο μεταεργατισμός έχει γίνει μια ευρωκεντρική σύλληψη του ύστερου καπιταλισμού, κι αυτό αληθεύει εξίσου και για τα ρεύματα εκείνα του μεταεργατισμού που φλερτάρουν με τις μεταποικιακές μελέτες.

47. Για την έννοια της απόλυτης υπαγωγής, βλέπε το έργο του Carlo Vercellone.

48. Massimiliano Tomba, «Differentials of Surplus-Value in the Contemporary Forms of Exploitation», The Commoner 12, καλοκαίρι 2007.

49. [Σ.τ.Μ.]: Επ’ αυτού, βλέπε το κείμενο του Ισαάκ Ιλίτς Ρούμπιν, «Η Αξία κι οι Κοινωνικές Ανάγκες».

50. MECW 31, σελ. 451.

51. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1978, σελ. 1047-1048 & 1019-1020.

52. Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος τρίτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2008, σελ. 519.

53. Riccardo Bellofiore, «Centralizzazione senza concentrazione?» στο Cincia Arruzza, ed, Pensare con Marx. Ripensare Marx, εκδόσεις Edizioni Alegre, 2008. [Σ.τ.Μ.]: Βλέπε επίσης, Bellofiore & Garibaldo, «Η Παγκόσμια Κρίση και το Μεταβαλλόμενο Ευρωπαϊκό Βιομηχανικό Τοπίο».

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License