Όταν η κοινωνία βρωμάει πατριαρχία

Κείμενο και αφίσα της αντιπατριαρχικής συλλογικότητας Corpus Rebellis ενάντια στην κουλτούρα του βιασμού.

post image

Η εκμάθηση της αρρενωπής και βίαιης συμπεριφοράς εντοπίζεται σε διάφορα πεδία της κοινωνικής μας ζωής. Εντοπίζεται στα σχολεία, στα καφενεία, στα γήπεδα, στα μπουρδέλα, στη δουλειά, στα σπίτια μας. Είναι ενσωματωμένη σε κάθε πτυχή της ζωής μας και εμφανίζεται διαφοροποιημένη και πολλές φορές καλυμμένη. Στηρίζεται όμως σε κάτι σταθερό και αμετάβλητο: την ανδρική φιγούρα. Η κουλτούρα του βιασμού καλλιεργείται, διαμορφώνεται και αναπαράγεται μέσα στον δημόσιο χώρο και ορίζει τους άνδρες ως κυρίαρχους, ενώ εμάς τις γυναίκες ως υποτελείς. Επιβάλλει τη συμφωνία μας και την υπακοή μας στα κοινωνικά αποδεκτά πρότυπα, τα οποία περιορίζουν την υπόσταση μας και δημιουργούν τον ετεροκαθορισμό μας από τους άνδρες. Πρότυπα που μας προστάζουν για το πως να είμαστε και να συμπεριφερόμαστε και τονίζουν την ανάγκη να μη ξεφεύγουμε από την επιβεβλημένη νόρμα. Μητέρες, εργαζόμενες εντός και εκτός σπιτιού, σεξουαλικά αντικείμενα. Αυτές είναι οι ιδιότητες που μας αναγνωρίζονται και με τις οποίες μας ταυτίζουν. Οι άνδρες πάλι, οι οποίοι διατηρούν μια προνομιακή θέση εντός της πατριαρχικής κοινωνίας, την εκμεταλλεύονται και επιβάλλονται εξουσιαστικά πάνω μας μέσω μιας συστηματοποιημένης επιθετικότητας. Βιασμοί, δολοφονίες, ψυχολογική και σωματική βία, όλα αυτά αποτελούν πράξεις ελέγχου και επιβολής.

Στο δημόσιο χώρο, η ύπαρξη μας τίθεται συνεχώς εν αμφιβόλω, ενώ ο φόβος και το άγχος επιδρούν στην κοινωνικοποίηση μας. Κάθε ώρα και στιγμή, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένες. Προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουμε όλη την αρρενωπή και μάτσο συμπεριφορά, τα σφυρίγματα στο δρόμο, τα κεράσματα στο μπαρ, το αφεντικό που μας την πέφτει, τον τύπο που μας ακολουθεί μέχρι το σπίτι. Οι βιασμοί αποτελούν πλέον μια καθημερινή συνθήκη, που εμφανίζεται σε κάθε πτυχή της ζωής μας, ως μέσο ισχύος και ανδρισμού. Αν και η αύξηση των καταγγελιών για βιασμούς τα τελευταία χρόνια είναι εμφανής, παρατηρούμε μια επιλεκτική προβολή από τα μμε, με όρους θεάματος.

Τι σημαίνει αυτό;

Όταν ο βιασμός περιέχει στοιχεία αξιοποιήσιμα, που μπορούν εύκολα να δημιουργήσουν μια δραματοποιημένη κατάσταση, τότε τα μμε εκθέτουν όλο το χρονικό ενός βιασμού. Προσπαθούν να ανιχνεύσουν στοιχεία για την σεξουαλική ζωή της γυναίκας, δημιουργώντας μια αμφισβήτηση ως προς την ηθική της και να δημιουργήσουν το προφίλ του βιαστή χαρακτηρίζοντάς τον ως ανώμαλο, τέρας, ψυχικά διαταραγμένο. Ο διαχωρισμός αυτός από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο στοχεύει στο να μη διασαλευτούν αρχικά οι κανονικότητες, αλλά και να βρεθούν όλα εκείνα τα ιντριγκαδόρικα στοιχεία που θα έχουν και κάποιο ενδιαφέρον τέλος πάντων.

Όμως η αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας στους βιασμούς είναι έντονη και επιθετική, όταν αυτοί διαπράττονται από μετανάστες, θρησκευτικά ή φυλετικά άλλους. Τότε, παρατηρείται πιο έντονα μια ισχυρή εθνική συνοχή για την προστασία του κοινωνικού σώματος από τους μετανάστες, που «μολύνουν την αυθεντική ελληνική μας ταυτότητα». Τότε είναι πάλι που οργανώνονται πογκρόμ (Πάρος, Αύγουστος 2012) και βγαίνουν στην επιφάνεια τα ρατσιστικά κίνητρα. Βέβαια, η ελληνική κοινωνία δεν περιμένει αυτό για να εκφράσει το ρατσιστικό της λόγο. Το κάνει εξάλλου καθημερινά! Οι μετανάστες εμφανίζονται ως παραβάτες της ηθικά ορισμένης κοινωνίας, ως όντα απροσάρμοστα και προβληματικά, ενώ η κοινωνία ως προστάτιδα των κανόνων συμπεριφοράς. Οι βιασμοί παρουσιάζονται ως μεμονωμένοι και τυχαίοι, μέσα σε μια κατά τ’ άλλα πολιτισμένη κοινωνική πραγματικότητα, ως δευτερεύουσες αφηγήσεις, που περιορίζονται στην λεπτομερειακή καταγραφή τους. Εντέχνως αναδεικνύονται ως μεμονωμένοι και τυχαίοι και όχι ως κοινωνικό πρόβλημα, με στόχο τη διατήρηση της πατριαρχικής κανονικότητας και κατά συνέπεια την άρνηση να ιδωθεί ως μια πράξη καθημερινή, ως μια πράξη συστηματική που εμφανίζεται σε διάφορα πεδία της ζωής μας.

Ωστόσο, ο δημόσιος χώρος δεν μονοπωλεί τον χαρακτηρισμό του ως πεδίου υψηλού κινδύνου. Υπάρχει και ένας άλλος κύκλος, ο οποίος εμφανίζεται ως ιεροποιημένο σύμβολο που δημιουργεί κανόνες και καλλιεργεί αξίες. Ο κύκλος αυτός, δεν είναι άλλος από το οικογενειακό περιβάλλον, εκεί όπου κανονικοποιούνται και φυσικοποιούνται οι σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης. Η βία που ασκείται εντός του οικιακού χώρου δεν εμφανίζεται ως έμφυλη, αλλά ως “ενδο-οικογενειακή βία”, χαρακτηρισμός που εύκολα αποκρύπτει τη διάσταση της. Εντός του οικιακού χώρου όλα επιτρέπονται και δικαιολογούνται, καθώς ο οικογενειακός θεσμός έχει πλασαριστεί ως φορέας αγάπης και φροντίδας, ως σκοπός της ανθρώπινης ζωής. Παρ’ όλα αυτά, αναγνωρίζουμε πως είναι εντός της οικογενειακής δομής που δημιουργούνται διαχωρισμοί, που εμπεδώνονται σχέσεις εξουσίας, υποταγής και επιβολής. Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από το γεγονός πως στην Ελλάδα, μόλις το 2006 αναγνωρίστηκε ο βιασμός εντός γάμου, με τον αφηρημένο νόμο 3500/2006 και την διατύπωση του ως προσβολή της “γενετήσιας ελευθερίας”. Εύκολα λοιπόν, αντιλαμβανόμαστε πως η μόνη αναγνώριση μας ταυτίζεται με την μήτρα ή την αναπαραγωγική μας δυνατότητα. Η άρνηση πως μπορεί ο άντρας να βιάσει τη γυναίκα και τα παιδιά του, εφόσον είναι στα πλαίσια των οικογενειακών δεσμών, είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα που αποκαλύπτει πως η γυναίκα και τα παιδιά πρέπει να είναι εκεί, διαθέσιμα και υποταγμένα στον άνδρα, χωρίς να αναγνωρίζεται η δική τους βούληση. Για να καταλάβουμε λίγο τι συμβαίνει στον ιδιωτικοποιημένο οικογενειακό χώρο, αρκεί να θυμηθούμε την Ειρήνη στην Πετρούπολη (Αύγουστος 2016) και την Αγγελική στην Κέρκυρα (Ιανουάριος 2019), που δολοφονήθηκαν από τους πατεράδες τους, καθώς αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με όσα τους επέβαλλαν. Η σιωπή που επικρατεί στις περιπτώσεις της έμφυλης βίας εντός οικογενείας είναι εντυπωσιακή, καθώς πάντα συμβαίνει οι συγγενείς, οι φίλοι και οι γείτονες να μην γνωρίζουν κάτι. Ή ακόμα και αν γνωρίζουν και μιλήσουν, θα αναφερθούν στην έκπληξη που τους προκάλεσε η είδηση, καθώς ο άντρας φαινόταν σωστός οικογενειάρχης, αποδίδοντας τις ευθύνες στη γυναίκα – μητέρα.

Η καταγγελία ενός βιασμού από την άλλη, μας βρίσκει αντιμέτωπες με ένα σορό δυσκολίες. Η αυτοενοχοποίηση είναι διαρκής, εφόσον από μικρές μας έμαθαν πως εμείς ευθυνόμαστε για την υποτίμηση των ζωών μας. Η λογική της ενοχοποίησης δημιουργεί δισταγμούς και πολλές φορές επιλέγουμε τη σιωπή. Όταν όμως βρούμε το θάρρος και το καταγγείλουμε θα βρεθούμε και πάλι αντιμέτωπες με το κοινωνικό σύνολο και το ελληνικό δικαιϊκό σύστημα. Πιο πριν όμως θα ακούσουμε και τους μπάτσους να μας αποτρέπουν από το να μιλήσουμε.

Το πρώτο εμπόδιο όμως το ξεπερνάμε και πάμε στο επόμενο. Στο δικαστήριο, οι ερωτήσεις που διατυπώνονται στηρίζονται σε μια ενοχοποιητική λογική προς τις γυναίκες. Θα αναρωτηθούν τι φορούσε η γυναίκα, τι έκανε τόσο αργά έξω, μήπως είχε πιει ή μήπως διατηρούσε κάποια σχέση μαζί του -άρα δεν νοείται βιασμός-. Η ψυχοφθόρα και επώδυνη αυτή διαδικασία μας δημιουργεί μια διστακτικότητα, καθώς στις αίθουσες των δικαστηρίων ξέρουμε πως θα ακούσουμε ένα σωρό ερωτήσεις, που θα έχουν ως στόχο την ηθική μας. Η αμφισβήτησή μας θεωρείται δεδομένη εφόσον το δικαιϊκό σύστημα έχει διαμορφώσει με αυτόν τον τρόπο τους νόμους, ώστε οι γυναίκες να εμφανίζονται ως παραβάτισσες των κανόνων συμπεριφοράς. Η προκλητικότητά μας, η κοντή φούστα, το αλκοόλ που ήπιαμε σε πάρτυ φίλων μας, η επιστροφή στο σπίτι αργά το βράδυ, όλα αυτά σύμφωνα με την κοινωνική συνείδηση ευθύνονται για το βιασμό μας.

Πέρα όμως από την δίκη που εγγράφεται στη μνήμη μας ως μια ενοχοποιητική και εξευτελιστική διαδικασία, τις περισσότερες φορές πρέπει να διαχειριστούμε και την αθώωση του βιαστή μας.

Ήταν το 2017 που έγινε το δικαστήριο για τον ομαδικό βιασμό μιας φοιτήτριας στην Ξάνθη η οποία κατήγγειλε το βιασμό της. Και το αποτέλεσμα αυτής; Επώδυνη η διαδικασία για την φοιτήτρια, η οποία κλήθηκε να απαντήσει σε όλη την μισογυνιστική ρητορεία που διατυπώθηκε από το δικαστήριο, αθωωτική η απόφαση για τους δύο βιαστές. Στην όλη διαδικασία συμμετείχε ενεργά και η τοπική κοινωνία η οποία αρνούνταν να δεχθεί πως ευθύνονται οι ξανθιώτες βιαστές, αλλά η τοπικά ξένη που εισέβαλε στην μικρή και ήσυχη κοινωνία τους.

Και οι νόμοι; Και αυτοί βρίσκονται απέναντι μας. Βρίσκονται εκεί, όπου η γυναικεία ταυτότητα ταυτίζεται με την γενετήσια ελευθερία, με την ικανότητα της αναπαραγωγής. Αναγνωρίζουμε βέβαια πως οι νομοθεσίες και οι ορολογίες -σεξουαλική παρενόχληση, ασέλγεια- λειτουργούν με τον χαρακτήρα της διαμεσολάβησης και της εξομάλυνσης των κοινωνικών και ταξικών αντιθέσεων, αγνοώντας το βίωμα μας. Αναγνωρίζουμε επίσης, πως όσο και αν διατείνονται κάποιοι πως ο βιασμός πρέπει να ενέχει αποδεικτικά στοιχεία όπως μώλωπες, διείσδυση και πως ομαδικός βιασμός υπάρχει μόνο όταν η διείσδυση είναι ταυτόχρονη, ο βιασμός είναι ζήτημα πολιτικό, ζήτημα που επεκτείνεται σε ένα συνεχές της κουλτούρας του βιασμού.

Αντίθετα λοιπόν με τους νόμους τους, η αυτοάμυνά μας είναι αναπόφευκτη και αρνούμαστε την καταδίκη της. Την αναγνωρίζουμε ως μια διαφορετική μορφή δικαιοσύνης, καθώς η υπάρχουσα δεν μας χωράει. Η περίπτωση της Τ. από την Κόρινθο που σκότωσε τον επίδοξο βιαστή που επιτέθηκε σε αυτή και τη φίλη της και καταδικάστηκε από το ελληνικό δικαστήριο (15 χρόνια) - καθώς θεωρήθηκε πως βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και πως δεν προηγήθηκε απόπειρα βιασμού- εφόσον δεν μπορούσε να αποδεχθεί κάτι με την ύπαρξη στοιχείων. Αυτό αποδεικνύει την ποινικοποίηση της αυτοάμυνας ως μέσο προστασίας μας. Ειρωνεία βέβαια αποτελεί, πως μία από τις πιο συνήθης ερωτήσεις που δέχεται η αμυνόμενη μέσα στις δικαστικές αίθουσες, είναι ο λόγος για τον οποίο δεν αμύνθηκε στο βιαστή της. Γίνεται σαφές λοιπόν, πως η νομοτεχνική πραγματικότητα περιορίζει την έννοια του βιασμού και την ορίζει μέσα σε έναπλαίσιομε συγκεκριμένα όρια.

Όπως είπαμε, ο βιασμός σχολιάζεται έντονα ή αποσιωπάται ανάλογα με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη.Αν περιέχει γκροτέσκο στοιχεία που δημιουργούν μια εξωπραγματική αφήγηση, μια αφήγηση που δεν συμβαδίζει με την κανονιστική κοινωνική συνθήκη, τότε εμβρόντητη η κοινωνία δείχνει το σοκ και τον αποτροπιασμό της. Τα λεγόμενα ως ‘’εγκλήματα πάθους’’ δείχνουν να προσελκύουν το τηλεοπτικό κοινό, όπως φάνηκε εξάλλου και από την πρόσφατη δολοφονία της 23χρονης στη Μυτιλήνη, από τον εν διαστάσει σύζυγο. Προσπάθειες να ανιχνευθούν όλες οι πτυχές της ζωής τους, να καταγραφούν και να συζητηθούν, σε ένα πλαίσιο όμως που δικαιολογεί τον θύτη, καθώς τυφλωμένος από την έρωτα και την ματαίωση προέβη στο ‘’μοιραίο’’. Εμείς δεν θεωρούμε ούτε ότι είναι εγκλήματα πάθους, ούτε ότι συμβαίνουν στη σφαίρα της τυχαιότητας. Είναι πράξεις επιβολής και ανάδειξης της ανδρικής τους κυριαρχίας. Ο βιασμός που αναδεικνύεται όμως ως άξιος συζήτησης και λειτουργεί με όρους εθνικής συνοχής είναι αυτός που διαπράττεται από μετανάστες, θρησκευτικά ή φυλετικά άλλους.Τότε η ελληνική κοινωνία θα δείξει όλη την σκατοψυχιά της και θα συσπειρωθεί, ώστε να προστατεύσει το εθνικό κοινωνικό σώμα. Οι ρατσιστικοί λόγοι θα αναπαραγάγουν εκείνη τη θέση που θέλει τους μετανάστες συνολικά ως βιαστές, ως ανίκανους να προσαρμοστούν στον ελληνικό ηθικό κανονισμό.

Στον κύκλο των συζητήσεων γύρω από τους βιασμούς εντάσσεται και το προφίλ τους. Οι βιασμοί συνήθως λέγεται πως διαπράττονται από κάτι τύπους ‘’ανώμαλους’’, ‘’ψυχικά διαταραγμένους’’, κάτι τέρατα που εμφανίστηκαν από άλλη κοινωνική διάσταση και πετάγονται από κάτι σκοτεινά δρομάκια, κάτι τύπους που δεν μπορούσαν να κρατήσουν τις αντρικές ορμές τους.

Ποιοι είναι όμως αυτοί που στην πραγματικότητα βιάζουν;

Παρατηρούμε μια προσπάθεια ιατρικοποίησης και παθολογικοποίησης των βιαστών. Μια προσπάθεια, που θέλει να απομακρύνει τη συζήτηση για τους βιασμούς ως κοινωνικά προβλήματα και να τους θέσει εκτός καθημερινής κοινωνικής πραγματικότητας. Να τους εντάξει σαν τυχαία γεγονότα σε έναν αδιατάραχτο κύκλο καθημερινής ευταξίας. Αποφεύγουν να αναγνωρίσουν τους βιαστές ως καθημερινούς άντρες, ως συζύγους, ως άντρες που ζουν και υπάρχουν εντός της ελληνικής κοινωνίας. Ποιος ο σκοπός του; Εύκολο! Να δημιουργήσουν έναν βιαστή που παρεκκλίνει από τα υπόλοιπα κοινωνικά υποκείμενα, που αποτελεί εξαίρεση μέσα στον εθνικό κανόνα.

Η τάση να αποδίδονται τέτοιοι χαρακτηρισμοί στον βιαστή, έχει ως στόχο τη λείανση της συνθήκης αυτής με ισομοιρασμό των ευθυνών, όσο και την απάλειψη του βιασμού από τη σφαίρα της κοινωνικής ευθύνης. Οι βιασμοί παράγονται και αναπαράγονται εντός της πατριαρχικής κοινωνίας και ξέρουμε πολύ καλά ποιοι βιάζουν. Δεν είναι ούτε ανώμαλοι ούτε τρελοί, είναι καθημερινοί άντρες που επιβάλλουν όλες αυτές τις κυριαρχικές και εξουσιαστικές συμπεριφορές πάνω μας και φτάνουν μέχρι τους βιασμούς και τις γυναικοκτονίες.

Ο δημόσιος λόγος, παράγει μια συζήτηση που στρέφεται εναντίον μας και μας κατηγορεί για δήθεν παρέκκλιση από την έμφυλη κανονικότητα. Μια γυναίκα με κοντή φούστα προκαλεί, μια γυναίκα μεθυσμένη είναι επιρρεπής, μια σεξεργάτρια δεν μπορεί να βιαστεί, γιατί εξάλλου αυτή είναι η δουλειά της! Εμείς όμως ξέρουμε πολύ καλά πως για τους βιασμούς που εγγράφονται στη μνήμη μας και έχουν συνέπειες στη καθημερινότητά, μας δεν ευθυνόμαστε εμείς, αλλά η καπιταλιστική και πατριαρχική κοινωνία που κατασκευάζει τους έμφυλους και ταξικούς διαχωρισμούς.

Στην στοχοποίηση και ενοχοποίηση των γυναικών συμμετέχουν όλοι: ΜΜΕ, τοπική και εθνική κοινωνία, ο περιπτεράς της γειτονιάς, ο τύπος στο καφενείο, ο γείτονας μας. Αλλά αυτοί δεν έχουν τόση αυθεντία, όσο αυτό που ονομάζουμε επιστήμη. Ο επιστημονικός λόγος, ο οποίος δομείται για να εξηγήσει ‘’αντικειμενικά’’ και με ‘’εγκυρότητα’’ πολλά ζητήματα, εκφέρει λόγο για εμάς και τους βιασμούς. Εντάσσει τα βιώματά μας μέσα σε ένα ιατρικοποιημένο περιβάλλον και αφαιρεί καθετί κοινωνικό. Μας είναι σαφές πως η επιστήμη ούτε διαμορφώνεται σε ένα πεδίο ουδέτερο ούτε είναι απαλλαγμένη από τις κυριαρχικές νόρμες. Στηρίζεται και στηρίζει τον κυρίαρχο λόγο, υπηρετώντας το εκάστοτε εξουσιαστικό σύστημα. Αρκεί η τελευταία επιστημονική εξήγηση του Θάνου Ασκητή που μας είπε, ότι ο σίριαλ κίλλερ σκότωνε τις Φιλιππινέζες, επειδή είναι εν γένει υποτακτικές. Και εμείς, αν σκοτώναμε τον κ. Ασκητή θα ήμασταν εν γένει αντισεξίστριες. Δεν φταίμε εμείς, αλλά το ‘’DNA μας’’.

Μέσα σε όλη αυτή την καθημερινή πατριαρχική συνθήκη που βρισκόμαστε και με όλο τον θυμό που μας κυριεύει, επιλέγουμε τον θυμό αυτόν να τον αξιοποιήσουμε και να τον μετατρέψουμε σε μια συλλογική, δημιουργική δύναμη. Μια δύναμη, που θα αποτελείται από συσπειρώσεις υποκειμένων -όσων βιώνουν κοινή καταπίεση λόγω φύλου, φυλής και τάξης- με έναν κοινό στόχο: την κατάρρευση της πατριαρχικής κανονικότητας. Ξέρουμε πως θέλουμε να καταστρέψουμε αυτή την πραγματικότητα που μας καταπιέζει, μας ορίζει και μας περιορίζει, μας περιθωριοποιεί, μας δολοφονεί και μας βιάζει. Ξέρουμε επίσης πως όλες αυτές οι συμπεριφορές, έχουν δρώντα υποκείμενα και δεν προέρχονται από κάτι εξωγενές και άγνωστο. Ενάντια σε όλα τα παραπάνω γνωρίζουμε καλά πως μόνο αν συσπειρωθούμε όλες οι γυναίκες*της τάξης μας απέναντι στην πατριαρχία, με όρους οριζόντιους, αντι-ιεραρχικούς, χωρίς αρχηγούς που θα ακολουθούμε, θα μπορέσουμε να την αντιμετωπίσουμε και να την καταστρέψουμε.

ΚΑΜΙΑ ΜΟΝΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΑ

Μικροφωνική συγκέντρωση Παρασκευή 18/10, στις 19:00, στην Περιφέρεια Ιωαννίνων.

Corpus Rebellis | συλλογιότητα ενάντια στην πατριαρχία από τα Γιάννενα

corpusrebellis@gmail.com

Εικόνες:

Αρχεία:

O σχολιασμός έχει απενεργοποιηθεί.

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, εξίσου ελεύθερα, υπό τους όρους της άδειας χρήσης Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License